Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 31 Μαΐου 2014


Γέροντος Ιωσήφ Βατοπεδινού
Πάντα γεννάται το ερώτημα: Δύνανται αυτοί που ζουν στον κόσμο να ασχολούνται με την νοερά προσευχή; Προς τους ερωτώντας αποκρινόμεθα καταφατικά: Ναι. Για να γίνη καταληπτή η προτροπή μας προς τους ενδιαφερομένους, αλλά και η υπόδειξη στους μη γνωρίζοντας, εξηγούμεν συντόμως περί τούτου του θέματος, ώστε να μην προβληματίζωνται εκ της διαφορετικής ίσως ερμηνείας και προσδιορισμού της «νοεράς προσευχής».
Γενικά, η προσευχή είναι η μόνη υποχρεωτική και απαραίτητη εργασία και αρετή για όλη την λογική φύση, αισθητή και νοούμενη, ανθρωπίνη και αγγελική και γι' αυτό προσταζόμεθα στην αδιάλειπτό της εργασία.
Η προσευχή δεν χωρίζεται δογματικώς σε τύπους και τρόπους, αλλά, κατά τους Πατέρας μας, κάθε τύπος και τρόπος προσευχής είναι ωφέλιμος, αρκεί να μην είναι τίποτε διαβολική πλάνη και επήρεια. Ο σκοπός της παναρέτου αυτής εργασίας είναι να στρέφη και να κρατά τον νου του ανθρώπου στον Θεό. Γι' αυτόν λοιπόν τον σκοπό οι Πατέρες μας επενόησαν ευκολώτερους τρόπους και απλούστευσαν την προσευχή, ώστε ο νους ευκολώτερα και σταθερώτερα να στρέφεται και παραμένη στον Θεό. Στας λοιπάς αρετάς μεσολαβούν και άλλα μέλη και αισθήσεις του ανθρώπου, ενώ στην μακάρια προσευχή ο νους μόνος εξ ολοκλήρου ενεργεί· επομένως, χρειάζεται πολλή προσπάθεια στην προτροπή και συγκράτησή του, για να γίνη η προσευχή καρποφόρος και δεκτή. Οι αγιώτατοι Πατέρες μας, που αγάπησαν εξ ολοκλήρου τον Θεό, είχαν ως κυριωτέρα των σπουδή να ενωθούν και να παραμένουν συνεχώς μαζί Του· ως εκ τούτου, έστρεφαν όλη τους την προσπάθεια στην προσευχή, ως το αποτελεσματικώτερον μέσο.
Για τους λοιπούς τρόπους προσευχής, ως γνωστούς και συνήθεις σχεδόν σε όλους τους χριστιανούς, δεν θα πούμε τώρα, παρά μόνο διά την λεγομένη «νοεράν προσευχή», που συνεχώς ερωτώμεθα. Είναι ένα θέμα που σήμερα απασχολεί το ευλαβές πλήρωμα των πιστών, επειδή τούτο σχεδόν αγνοείται και πολλές φορές παρερμηνεύεται και περιγράφεται μάλλον φανταστικώς. Τον ακριβή τρόπο της εφαρμογής, ως και τα αποτελέσματα αυτής της θεοποιού αρετής, από της καθάρσεως έως αυτού του αγιασμού, όπου αυτή οδηγεί, θα αφήσωμε τους Πατέρες να μας πουν. Μόνο τόσα θα αναφέρουμε εμείς οι ευτελείς, όσα είναι ικανά να διασαφήσουν και να πείσουν τους αδελφούς μας που ζουν στον κόσμο, πώς πρέπει να ασχοληθούν με αυτήν.
Την ονόμασαν οι Πατέρες νοεράν, διότι γίνεται με τον νουν, αλλά και νήψη την ονομάζουν, που σχεδόν σημαίνει πάλι το ίδιο. Τον νουν οι Πατέρες μας τον προσδιορίζουν ως ένα ελεύθερο και περίεργο ον, που δεν ανέχεται περιορισμούς και ούτε για πολύ πείθεται σε κάτι που δεν μπορεί μόνος του να το συλλάβη. Γι' αυτό, πρώτον, εδιάλεξαν μόνο λίγες λέξεις σε μίαν απλούστατη ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», ώστε να μην χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια του νου να συγκρατή παρατεταμένη ευχή· δεύτερον, εγύρισαν τον νου εσωτερικά, στο κέντρο του λογικού είναι μας, όπου παραμένοντας ακίνητος με το νόημα της θείας επικλήσεως, του γλυκύτατου ονόματος του Κυρίου μας Ιησού, να αισθανθή το συντομώτερο δυνατόν την θείαν παρηγορίαν. Αδύνατον, κατά τους Πατέρες, επικαλούμενος συνεχώς ο πανάγαθος Δεσπότης μας να μην εισακούση, Αυτός που τόσον επιθυμεί την σωτηρίαν των ανθρώπων.
Επειδή όμως η κατά φύσιν αρετή που επιδιώκεται να επιτευχθή χρειάζεται και τα συντελούντα μέσα, έτσι και η ιερά αυτή εργασία χρειάζεται τα απαραίτητα σχεδόν στοιχεία. Η κάποια ησυχία, η αμεριμνησία, η αποφυγή της γνώσεως και διηγήσεως των συμβαινόντων, το κατά τους Πατέρας «δούναι και λαβείν», η εγκράτεια γενικώς και η εκ τούτων γενική σιωπή. Έπειτα, η επίμονος συνέχεια και συνήθεια δεν νομίζω να είναι ακατόρθωτα στους ευλαβείς ενδιαφερομένους για την ιερωτάτην αυτήν εργασία. Μια καλή συνήθεια σε ένα χρονικό διάστημα του ημε¬ρονυκτίου, πάντοτε περίπου το ίδιο, θα είναι μια καλή αρχή.
Τονίσαμε ασφαλώς την επιμονή σαν το πλέον απαραίτητο στοιχείο στην προσευχή, δικαίως δε τονίζεται και υπό του θείου Παύλου, τη προσευχή προσκαρτερείτε. Ιδιαιτέρως από τας λοιπάς αρετάς, η προσευχή χρειάζεται προσπάθεια σε όλη μας την ζωή και γι' αυτό επαναλαμβάνω στους προσπαθούντας να μην βαρύνωνται, ούτε να νομίζουν την ανάγκη της καρτερίας ως αποτυχία στην νηπτικήν αυτήν εργασία.
Στην αρχή είναι απαραίτητο να λέγεται ψιθυριστά η ευχή ή και δυνατώτερα, όταν συναντάται βία και αντίδραση εσωτερική. Όταν κατορθωθή αυτή η καλή συνήθεια, ώστε με ευκολία να κρατάται και λέγεται η ευχή, τότε μπορούμε να στραφούμε και εσωτερικώς με τελείαν εξωτερική σιωπή. Στο βιβλιαράκι «Περιπέτειες ενός Προσκυνητού», στο πρώτο του μέρος δίδεται ένα καλό παράδειγμα για την εισαγωγή στην ευχή. Η καλή λοιπόν επιμονή και προσπάθεια, πάντοτε με τα ίδια λόγια της ευχής, χωρίς να μεταλλάσσωνται συχνά, θα γεννήση την καλή συνήθεια και αυτή θα φέρη το κράτημα του νου, οπότε και η παρουσία της Χάριτος θα φανερωθή.
Όπως κάθε αρετή αντιστοιχεί σε ένα αποτέλεσμα, έτσι και η προσευχή έχει ως αποτέλεσμα την κάθαρση του νου και τον φωτισμό και φθάνει το άκρον και τέλειον αγαθόν, την ένωση μετά του Θεού, αυτήν ταύτην δηλαδή την θέωση. Πλην όμως λέγουν οι Πατέρες και τούτο, ότι απόκειται στον άνθρωπο να ζητάη και να προσπαθή να μπη στον δρόμο που άγει προς την πόλη και, αν τυχόν δεν έφθασε στο τέρμα, γιατί δεν πρόφθασε για πολλούς λόγους, ο Θεός τον συγκαταλέγει στους τερματίσαντας. Και για να γίνω πιο σαφής, ιδίως στο θέμα προσευχής, λέγω πως πρέπει όλοι μας οι χριστιανοί να αγωνιζώμεθα στην ευχήν, ιδίως σ' αυτή την λεγομένη μονολόγιστη η νοερά προσευχή- και όπου φθάση κανείς, πολύ κέρδος έχει.
Παρούσης της ευχής δεν παραδίδεται ο άνθρωπος στον αναμένοντα πειρασμό, διότι η παρουσία της είναι νήψη και η ουσία της είναι προσευχή· επομένως ο αγρυπνών και προσευχόμενος ου μη εισέρχεται εις πειρασμόν. Ύστερα, δεν παραδίδεται σε σκοτισμόν ο άνθρωπος, ώστε να παραλογίση και σφάλλη στην κρίση και απόφαση του. Μετά, δεν πίπτει σε ραθυμία και αμέλεια που είναι η βάση πολλών κακών. Και πάλιν, δεν νικάται από πάθη και αδυναμίες όπου είναι αδύνατος και ιδίως όταν τα αίτια παρευρίσκωνται κοντά. Απεναντίας, αυξάνει ο ζήλος και η ευλάβειά του. Γίνεται πρόθυμος για αγαθοεργία. Πραΰνεται και αμνησικακεί. Αυξάνει δε από ημέρας σε ημέραν την προς τον Χριστόν πίστη και αγάπη του και αυτό τον ερεθίζει προς όλες τις αρετές. Έχομε πάρα πολλά παραδείγματα συγχρόνων ανθρώπων, και ιδίως νέων, που με την καλή συνήθεια της ευχής εσώθησαν από τρομερούς κινδύνους ή πτώσεις σε μεγάλα κακά ή και από θανατηφόρα συμπτώματα.
Επομένως η ευχή είναι καθήκον κάθε πιστού, κάθε ηλικίας και γένους και καταστάσεως, ασχέτως χώρου και χρόνου και τρόπου. Με την ευχή ενεργοποιείται η θεία Χάρις και δίδει λύσεις σε προβλήματα και πειρασμούς που απασχολούν τους πιστούς, ώστε, κατά την Γραφή, πας ος αν επικαλέσηται το όνομα Κυρίου σωθήσεται.
Δεν υπάρχει κίνδυνος πλάνης, όπως διαδίδεται από μερικούς αδαείς, αρκεί μόνο να λέγεται η ευχή με τρόπον απλό και ταπεινό. Είναι πολύ απαραίτητο, όταν λέγεται η ευχή, να μην παριστάνεται στον νου καμμιά εικόνα, ούτε του Δεσπότου μας Χριστού υπό οιανδήποτε μορφήν, ούτε της Κυρίας Θεοτόκου ή κάποιου άλλου προσώπου ή παραστάσεως. Η εικόνα είναι ο τρόπος του σκορπισμού του νου. Πάλιν διά μέσου της εικόνος γίνεται η είσοδος των λογισμών και της πλάνης. Ο νους να μένη στην έννοια των λόγων της ευχής και με πολλή ταπείνωση να εκδέχεται ο άνθρωπος το θείον έλεος. Οι τυχόν φαντασίες ή φώτα ή κινήσεις και κρότοι και θόρυβοι είναι απαράδεκτα, ως διαβολικά τεχνάσματα προς παρεμπόδιση ή παραπλάνηση. Ο τρόπος της παρουσίας της Χάριτος στους εισαγωγικούς είναι χαρά πνευματική ή δάκρυα ήρεμα και χαροποιά ή ήρεμος φόβος εκ της μνήμης των αμαρτιών προς αύξησιν του πένθους και του κλαυθμού. Προοδευτικά η Χάρις γίνεται αίσθηση της αγάπης του Χριστού, οπότε εξαφανίζεται τελείως ο μετεωρισμός του νου και θερμαίνεται η καρδία στην αγάπη του Θεού τόσον, ώστε νομίζει ότι άλλο δεν θα αντέξη. Άλλοτε πάλι σκέπτεται και θέλει να μείνη για πάντα όπως ακριβώς ευρίσκεται και να μην ζητά τίποτε άλλο να ιδή ή να ακούση. Όλα αυτά και διάφορες άλλες μορφές αντιλήψεως και παρηγοριάς είναι εισαγωγικά σε όσους προσπαθούν να λέγουν και κρατάνε την ευχή, όσον από αυτούς εξαρτάται και δύνανται. Έως αυτού του σημείου, που είναι τόσον απλό, νομίζω ότι κάθε ψυχή που εβαπτίσθη και πολιτεύεται ορθόδοξα μπορεί να το εφαρμόση και να ευρίσκεται στην πνευματική αυτή ευφροσύνη και χαρά, έχοντας ταυτοχρόνως και την θεία σκέπη και βοήθεια σε όλες τις πράξεις και ενέργειες της.
Επαναλαμβάνω και πάλι την παρακίνησή μου σε όσους αγαπούν τον Θεό και την σωτηρία τους να μην βραδύνουν να δοκιμάσουν την καλήν αυτήν εργασία και συνήθεια για την Χάριν και ελεημοσύνη που παρέχει σε όσους λίγο κοπιάσουν στην εργασίαν αυτή. Και τούτο τους λέγω για θάρρος, να μην διστάσουν ή μικροψυχήσουν με την λίγη αντίδραση ή κόπωση που θα συναντήσουν. Σύγχρονοι Γέροντες που γνωρίσαμε είχαν στον κόσμο πολλούς μαθητές, άνδρες και γυναίκες, εγγάμους και μη, που όχι μόνο στην εισαγωγική κατάσταση έφθασαν, αλλά και περισσότερον ανέβησαν με την Χάριν και ευσπλαχνία του Χριστού μας, ότι κούφον εν οφθαλμοίς Κυρίου του πλουτίσαι πένητα. Δεν υπάρχει, νομίζω, στον σημερινό κυκεώνα της τόσης ταραχής και αρνήσεως και απιστίας, απλούστερο και ευκολώτερο και από όλους σχεδόν κατορθωτό πνευματικό επιτήδευμα με τόση πολλαπλήν ωφέλεια και προκοπή, από την μικρήν αυτήν ευχήν. Επιβάλλεται και καθήμενος κανείς και κινούμενος και εργαζόμενος και, αν είναι ανάγκη και στο στρώμα να είναι και γενικά, όπου και όπως ευρίσκεται, μπορεί να λέγη την μικρή αυτή ευχή που περιέχει μέσα της και την πίστη και την ομολογία και την επίκληση και την ελπίδα. Με τόσο δε μικρό κόπο και ασήμαντη προσπάθεια συμπληρώνει στην εντέλεια την καθολικήν εντολήν αδιαλείπτως προσεύχεστε. Σε όποιον λόγο των Πατέρων μας και αν στραφή κανείς, ή ακόμα και στους θαυμαστούς βίους των δεν θα συνάντηση σχεδόν καμμίαν άλλην αρετή τόσο πολύ να εξυμνήται και με ζήλο και επιμονή να εφαρμόζεται, ώστε να αποτελή αυτή μόνη το ισχυρότερο μέσον της εν Χριστώ επιτυχίας. Δεν είναι ο σκοπός μας να εκθειάσωμεν ή να περιγράψωμεν αυτή την βασίλισσα των αρετών, διότι ό,τι και αν πούμεν εμείς, μάλλον θα την μειώσωμεν. Ο σκοπός μας είναι να παρακινήσωμεν και ενθαρρύνωμε κάθε πιστό στην εργασία της και καθένας μετά θα διδαχθή εκ της πείρας του ό,τι εμείς πολύ ελάχιστα είπαμε.
Δράμετε οι απορούντες, οι απεγνωσμένοι, οι θλιμμένοι, οι αγνοούντες, οι ολιγόπιστοι και ποικιλοτρόπως δοκιμαζόμενοι στην παρηγορίαν και λύσιν των προβλημάτων σας. Ο γλυκύς μας Ιησούς Χριστός, η Ζωή μας, μας αναγγέλλει ότι «χωρίς Αυτού ου δυνάμεθα ποιείν ουδέν». Ιδού λοιπόν όπου, επικαλούμενοι Αυτόν συνεχώς, ουδέποτε μένομε μόνοι και επομένως «πάντα ισχύομεν και θα ισχύσωμεν δι' Αυτού». Ιδού το ορθόν νόημα και η εφαρμογή του σημαντικού ρήματος της Γραφής: «επικάλεσαί με εν ημέρα θλίψεώς σου και εξελούμαί σε και δοξάσεις με». Εμείς όχι μόνον «εν ημέρα θλίψεως», αλλά συνεχώς να επικαλούμεθα το πανάγιόν Του όνομα, για να φωτίζεται ο νους μας, ώστε να μην εισερχώμεθα σε πειρασμούς. Εάν δε κάποιος θέλη και υψηλότερα να βάδιση, όπου η παναγία Χάρις θα τον ελκύση, από την εισαγωγή αυτή θα διαβή και «λαληθήσεται» σ' αυτόν και περί Εκείνου, όταν φθάση έως εκεί.
Ως επίλογο των γραφέντων επαναλαμβάνομε την παρακίνηση ή μάλλον την ενθάρρυνση μας προς πάντας τους πιστούς, ότι δύνανται και επιβάλλεται να ασχολούνται με την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», την λεγομένη «νοεράν προσευχήν», με βεβαίαν πίστη, ότι πολύ θα ωφεληθούν, σε οποιοδήποτε στάδιο και αν φθάσουν. Η μνήμη του θανάτου και το ταπεινόν φρόνημα, με άλλα βοηθητικά όπου προείπαμεν, εγγυώνται την επιτυχία χάριτι Χριστού, του οποίου η επίκληση θα είναι ο στόχος της αγαθής απασχολήσεως. Αμήν.

Περιοδικό Αγιορείτικη μαρτυρία 
Τριμηνιαία έκδοσις ιεράς μονής Ξηροποτάμου
Τεύχος 8-9
ΙΟΥΝΙΟΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1990

Δευτέρα 26 Μαΐου 2014


Η Αγία Γραφή μας λέει ότι ο διάβολος είναι «ο πεσών Εωσφόρος». γι' αυτόν μας πληροφορεί ο Κύριος: «είδον τον σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα» (Λουκ. 10,1.8. ). Είναι ο άρχοντας, ο αρχηγός τουαγγελικού τάγματος των εκπεσόντων από τον ουρανό, όταν θέλησαν νααποστατήσουν από το θείο θέλημα. Τότε αυτόματα συντρίφτηκαν καιξέπεσαν από την αξία και τη θέση τους. Έχασαν συγχρόνως και την έκπαγλη και φωτεινή ωραιότητα της μορφής τους. Έγιναν φρικιαστικά τέρατα των οποίων και μόνο η μνήμη είναι μισητή. Δεν υπάρχει στη διαβολική του υπόσταση τίποτα το καλό, το αγαθό, το δίκαιο, το ευθές, το
λογικό, το αληθινό.

Ο διάβολος, ο άλλοτε φορέας του φωτός της δικαιοσύνης, της αγάπης και του αγιασμού, μεταβλήθηκε απότομα - με την ανταρσία κατά του Θεού - σε απόλυτο οργανο του σκότους, του μίσους, του ψεύδους, του ολοκληρωτικού κακού και όσων συντελούν στον όλεθρο της φθοράς και του θανάτου. έγινε και θα παραμείνει πάντοτε σκότος και ψεύδος και απώλεια - με ένα επί πλέον σκοπό - την αντίσταση σε οτιδήποτε είναι του Θεού και σε όσα ο Θεός προνοεί και ιδιαίτερα τον ανθρωπο. Έγινε - και ς - κληρονόμος του θανάτου και κάτοικος του Άδη, με κύριο του σκοπό να αποπλανά και να παρασύρει προς το μέρος του όσους μπορέσει.
Κεντρικό στόχο του έχει τον άνθρωπο, που βαδίζει να ενωθεί με το Θεό. Ο διάβολος δεν ενέχεται να τον βλέπει να ανεβαίνει ψηλότερα από την πρώτη αξία, που είχε πριν την έκπτωσή του, γι αυτό και ρίχνει εναντίον τα πιο λυσσαλέα βέλη του. Έγινε και έμεινε κατά πρόθεση ανθρωποκτόνος.
Ως ψέμα και δόλος και κακία δεν παρουσιάζεται φανερά. Μόνο με υποβολές ερεθίζει το νου και τις αισθήσεις με δόλια προσχήματα, για να αποπλανήσει τη σκέψη και τη θέληση, να παρασύρει σε συγκατάθεση τη γνώμη και έτσι να υποσκελίσει το θύμα πάντοτε με δόλο, υποκρισία και απάτη. Ο άνθρωπος κινείται και ενεργεί περισσότερο με τις αισθήσεις και τα συναισθήματα. Ο εχθρός το γνωρίζει αυτό. Γι αυτό ερεθίζει τις αισθήσεις με προφάσεις ευλογοφανείς και έτσι κλέβει ευκολότερα τη συγκατάθεση. Προβάλλει, βλέπετε, τη βιολογική αναγκαιότητα. Αυτό γίνεται και σο σωματικό και ψυχικό κόσμο. Αν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος από πάθη και κακές συνήθειες, εύκολα απαλλάσσεται από τη διαβολική επιβουλή και πάλη. Αν όμως είναι αιχμάλωτος πονηρών έξεων, η μάχη είναι σκληρή και αγωνιώδης.

Πάντως η αντίσταση με βάση τον προορισμό μας και τις θείες εντολέςγίνεται κατορθωτή με τη συμμαχία της χάριτος που συνυπάρχει με μας. Δεν έχει εξουσία ο διάβολος απ' ευθείας ή αισθητά να πειράξει τον άνθρωπο. Μόνο με τη φαντασία, με εικόνες, που προβάλλει στην οθόνη της διάνοιας, και με έννοιες μέσω του νου, προκαλεί. Τότε ο άνθρωπος μόνος του αποφασίζει να αποδεχθεί την πρόκληση (προσβολή) ή να την απορρίψει.Αυτός είναι ο κύριος τρόπος επαφής του πονηρού με τον άνθρωπο.
Η συνέχεια πλέον εξαρτάται από τη θέληση του ανθρώπου. Ή να υποκύψει ή να αντισταθεί. Ο αμεσότερος τρόπος της δικής μας άμυνας και αντιστάσεως είναι η
θεία επίκληση (προσευχή) και η ενθύμηση του σκοπού και προορισμού μας. Το παράδειγμα του Κυρίου μας, όταν ήταν στην έρημο, μας χάραξη στον πρακτικό τρόπο της πάλης με τον εχθρό, καθώς και όσα συντελούν σ'αυτόν.
Ο διάβολος δεν έχει προορατική ικανότητα, ούτε γνωρίζει τί σκέπτεται ο άνθρωπος. Συμπεραίνει από τις κινήσεις των συναισθημάτων και ερεθίζει ανάλογα τα μέλη και τις αισθήσεις με εμπαθή νήματα. Όταν βλέπει να κλίνει η διάθεση μετά την εικόνα είτε του πράγματος είτε του νοήματος, που προσέβαλε τη φαντασία, καταλαβαίνει ότι σ' αυτό έχει ο άνθρωπος την επιθυμία και την πρόθεσή του και φέρνει τα κατάλληλα αίτια για να υποτάξει το θύμα του. Στη φύση του ο διάβολος είναι όμοιο μ ε τη φύση του νου. Είναι ταχύτατος, ακούραστος, ανύστακτος και αδίστακτος, αμετάβλητος στην πονηρία και κακία. Μεταβάλλεται και μετασχηματίζεται αμέσως σε διάφορα σχήματα και μορφές, αν αυτό βοηθά τον πονηρό του σκοπό. μετακινείται πάντοτε ταχύτατα, σε κάθε χώρο, και μετέρχεται κάθετρόπο, με κύριος σκοπό της παρεμπόδιση του θείου θελήματος.

ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ.
Αποσπάσματα από το βιβλίο "Συζητήσεις στον Άθωνα" του Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού.

Παρασκευή 16 Μαΐου 2014


Kάθε ανθρώπινος χαρακτήρας θεωρείται ασθενής, όταν απουσιάζει απ αυτόν η θεία Χάρη, που τελειοποιεί και συνέχει τα πάντα, αφού «τά ασθενή θεραπεύει και τα ελλείποντα αναπληροί». Aυτό τονίζει και ο Kύριός μας, όταν λέει ότι «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» ( Ιω. 15,5). Eκτός όμως της παρουσίας της Χάριτος, απαραίτητα χρειάζεται και η ανθρώπινη πρόθεση και συνεργασία, σύμφωνα με τους ηθικούς κανόνες της λογικής και τις θείες εντολές, που θα προκαλέσουν τη θεία επέμβαση.
O άνθρωπος που εύκολα κατηγορεί, το κάνει γιατί συνήθισε λανθασμένα να ερευνά τις ξένες πράξεις και σκέψεις παρά τις δικές του. Λησμόνησε τα λόγια της Γραφής «μή κρίνετε, ίνα μή κριθήτε» (Ματ. 7,1) και το «εν ω κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε» (Ματ. 7,2).
H τόσο εύκολη συνήθεια της κρίσεως ξένων λόγων και πράξεων είναι ψυχική αρρώστια που προέρχεται από πώρωση της λογικής δυνάμεως του νού, που είναι μάλλον γέννημα του εγωισμού.
H εσωστρέφεια, που συνοδεύεται από την αυτομεμψία, κρίνεται απαραίτητη για τη διάγνωση και επίγνωση των δικών μας σφαλμάτων και λαθών. Aπαραίτητος κανόνας και δόγμα της ζωής είναι η ευαγγελική νομοθεσία, χωρίς την οποία ο άνθρωπος δεν ορθοποδεί. O «νόμος του πνεύματος της ζωής» (Ρωμ. 8,2), που είναι σε θέση να απελευθερώσει από το θάνατο στον οποίο κατρακυλήσαμε, μας χαράζει τους καινούργιους δρόμους της ζωής. H αγάπη ενώνει τα «διεστώτα εις έν», δημιουργεί ένα δεσμό, μια κοινωνία. Μάς διδάσκει ότι «οφείλομεν τάς ψυχάς υπέρ των αδελφών ημών τιθέναι» (A΄ Ιω. 3,16) και «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε» (Γαλ. 6,2) και «πάντα ημών εν αγάπη γινέσθω» (A΄ Kορ. 16,14).
H άγνοια της ευαγγελικής διδασκαλίας επιτρέπει την επίδραση του παραλόγου και απομακρύνει τη θεία Χάρη. Eπειδή ο άνθρωπος δεν έχει γνώση του Θεού και άρα δεν έφτασε ακόμη στο φωτισμό, πλανάται στις κρίσεις του. Aπ εδώ αρχίζει το δικαίωμα του «γιατί;», του «άν» και του «μήπως;» και ξεκινά η κατάκριση, η αντίσταση, η απείθεια, το μίσος και γενικά η κακία.
Aναίρεση σε όλα αυτά μπορεί να προσφέρει ο Kύριός μας με το λόγο του: «εντολήν καινήν δίδωμι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους» (Ιω. 13,34) και «εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστε εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (Ιω. 13,35). Oποιος φρόντισε να κρατήσει το νόμο της ευαγγελικής αγάπης σύμφωνα με την εντολή του Kυρίου μας, απαλλάσσεται από την περιεκτική κακία. ∆ότε ούτε κρίνει, ούτε επιβουλεύεται, ούτε κακοποιεί. Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια απαλλάσσεται από τον παλαιό άνθρωπο και από όλο το νόμο της διαστροφής, αφού όλα τα ρυθμίζει η αγάπη.

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014


Φωνή αληθείας από το Άγιον Όρος
Περί Εσχατολογίας
Δεν νομίζω να υπάρχει αρμοδιωτέρα ρήσις των όσων η θεία αποκάλυψις και Γραφή επεσήμανε προς τους ραθυμούντας και κοιμωμένους απογόνους του Αδάμ, παρά τούτη που ο Πρωταπόστολος εκήρυττε μεγαλοφώνως: «Μετανο­είτε ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών». Όσον ουν περί του «μετανοείτε» είναι πάντοτε επίκαιρον, αφού δεν εφυλάξαμεν τα καθήκοντα του καθολικού προορισμού, ουδέ τας συνθήκας του βαπτίσματος. περί όμως του λοιπού ρήματος «ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών», είναι καταφανές εις τας ημέρας μας ότι τα σημεία των καιρών εκορυφώθη και οι πράγματι και ονόματι υποκριταί του ιερατικού καταλό­γου πειράζοντες εζήτουν να τους δοθούν σημεία για να δια­γνώσουν την περί αυτούς γενομένην οικονομίαν, ο Πανά­γαθος τους απεστόμωσε καταλλήλως. «Υποκριταί, τους εί­πε, το πρόσωπον του ουρανού γινώσκετε διακρίνειν, τα δε σημεία των καιρών ου δύνασθε γνώναι;» (Ματθ. 16, 3).
Μια προφητική στους καιρούς μας παρουσία ποσάκις θα μας αποκαλούσε υποκριτάς, αλλά και αναισθήτους που αγνοούμεν και μειοπάζομεν εις τα προκλητικότατα, όχι μό­νον σημεία, αλλά και γεγονότα όπου αλληλοδιαδόχως μας προκαλούν; Δεν είναι σημείον η παντελής χρεωκοπία του κονωνικού μας βιώματος και ο επιβαλλόμενος υπό των κυ­ρίων ιθυνόντων νόμος και όρος της διαστροφής; Πού στη­ρίζεται σήμερον έστω και κατ' ελάχιστον ο σκοπός και στόχος του ανθρωπίνου προορισμού; Πού είναι το είδος και ίχνος της θεοειδείας, κατά την αρχικήν μας κατασκευ­ήν; Πού το «κατ' εικόνα και ομοίωσιν» εις το οποίον οντο­λογικά διεπλάσθημεν και το επεσφράγισεν η θεία ευαρέ­σκεια; Ναι μεν η πτώσις διέστρεψε τις γραμμές, αλλά η θεία απόφασις περί του καθολικού προορισμού δεν μετεβλήθη και αντί να απορριφθή ο πεπτωκώς άνθρωπος επανορθώθη και ανεκαινίσθη. και μάλιστα με προαγωγήν δια της θεώσεως του ανθρωπίνου προσλήμματος υπό του Θεού Λόγου, όστις επεσφράγισε το αμετάκλητον του προορισμού μας εις την είσοδον των θείων επαγγελιών, που είναι τούτη η θέωσις και η υιοθεσία.
 
Όπως στην αρχήν της διαπλάσεώς μας εδόθησαν εντο­λές που μας κρατούσαν στην ισορροπίαν της κυριότητος και προσωπικότητός μας, έτσι και στην ανάπλασιν μας εδό­θησαν εντολές και προγράμματα, όχι υπό τινος απεσταλμέ­νου, αλλά υπό του ιδίου του ανακαινιστού μας τας οποίας ο ίδιος εφήρμοσε και μας προκαλεί εις απομίμησιν. Ποία πρόφασις μετά δύναται να δικαιολόγηση την δικήν μας άρνησιν και αποστασίαν; Δεν παύομεν να είμεθα, τόσον εμείς όσον και η πάσα κτίσις, στοιχεία αιτιατά, έχοντα την ύπαρξιν και την προαγωγήν εκ του Πρώτου Αιτίου όστις μας υ­ποδεικνύει αυθεντικά ότι: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Ως αιτιατά πλέον και μη έχοντα αφ' εαυτών ικανό­τητα άλλης επιλογής δια την ολοκλήρωσιν του προορισμού μας, μας απομένει ως βάσιμος καθηκοντολογία ο νό­μος της εξαρτήσεως από του κυρίου Αιτίου που είναι ο Θε­ός. Άρα η υποταγή και εξάρτησις μας υπό του Αιτίου Θε­ού, δεν είναι στοιχείον συμπεριφοράς ή συστήματος των υ­ποτελών προς τους προϊσταμένους των, αλλά υπαρξιακά και οντολογικά καθήκοντα «του υπάρχειν και προάγεσθαι». Το κέντρον λοιπόν της καθηκοντολογίας είναι ο νόμος της εξαρτήσεως από του Θεού υπεράνω και της βιολογικής μας ανάγκης. Ποίον ζωντανώτερον παράδειγμα του πρώτου σφάλματος του Πρωτοπλάστου που απέδειξε την αυθάδειαν του αυτονομισμού αιτίαν της καταστροφής και όχι μόνον του ιδίου πρωτοπλάστου αλλά και των λοιπών περιγείων όντων όπου θα εξηρτώντο παρ' αυτού; Η απογύμνωσις των θείων ιδιοτήτων και της αθανασίας δεν ήσαν ποιναί της θείας δικαιοσύνης, αλλά η φυσική συνέπεια της εμπράκτου αποκοπής του αιτιατού ανθρώπου από το κύριον Αίτιον τον Θεόν. Παρεσύρθη υπό του απατεώνος ο πρωτόπλαστος ότι μπορεί μόνος και χωρίς τον Θεόν να θεωθή και κατεστράφη! Και άλλο πολύκλαυστον παράδειγμα των επίσης πλανηθέντων ποιημάτων και αιτιατών, των πρώην φωτεινών αγγέλων και τα νυν σκοτεινών και πονηροτάτων δαιμόνων που, όπως η Γραφή μας πληροφορεί, μόνον εσκέφθησαν την αποστασίαν. Εσκέφθη ο πρωτάγγελος Εωσφόρος να μη εξαρτάται από τον Θεόν ως Αίτιον του είναι, αλλά να στήση τον θρόνον του υπεράνω των νεφελών και να γίνη ό­μοιος τω Υψίστω και άμα τη αποφάσει της αποστασίας κατεστράφη ολοσχερώς και ούτε θέσις του εδόθη μετανοίας δια την ολοκληρωτικήν του αυθάδειαν και υπερηφάνειαν.  
Η φιλάνθρωπος του Θεού οικονομία εξέλαβε το ανθρώπινον σφάλμα ως απειρίαν και επιβουλήν, και συγκαταβάς ο Πανσθενουργός Θεός Λόγος ανέπλασε την διαφθοράν της ημετέρας πτώσεως, επανασυνδέσας εκ δευτέρου το πεπτωκώς αιτιατόν προς το Πρώτον Αίτιον, ζήσας και διδάξας την απόλυτον υποταγήν και εξάρτησιν. Η κατ' επα­νάληψιν υπόδειξις του Θεού, ως του απολύτως Αιτίου προς τα κτιστά αιτιατά, ότι επιβάλλεται η διόρθωσις του σφάλ­ματος και η επαναφορά μας στην κυριαρχική μας θέσιν ως θεοειδών όντων, μας πείθει ότι ο δογματικός νόμος και ό­ρος της ισορροπίας είναι η απόλυτος εξάρτησίς μας απ' Αυτόν. Εάν ως βάσις του είναι των σύμπαντων όντων απο­δεικνύεται η υπακοή και υποταγή στο θείον θέλημα, άρα η φθορά και ανατροπή των όρων και νόμων της φύσεως είναι δικαία, όχι ως επιβαλλομένη έξωθεν, αλλά προερχομένη εκ της απομακρύνσεως από της αειζωΐας, που είναι ο Θεός, ως η εκκοπή του κλάδου εκ του κορμού και της ρίζης. Προς τι ο Θεός Λόγος ως ανακαινιστής της δικής μας φθοράς και καταστροφής υπεδύθη τον ρόλον του απολύτου υπηκόου, παρά ίνα εμπράκτως μας επιστρέψη προς την ρίζαν της ζωής; Αυτός «δι' Ου τα πάντα εγένετο» δια της απείρου του συγκαταβάσεως μετέσχε της δικής μας ταπεινώσεως και μας υπέδειξε εμπράκτως τον νόμον της επιστροφής από ό­που η αποστασία μας απεπλάνησε και απέκοψε.
 
Εάν η επιστροφή και ιατρεία μας δεν ετελεσιουργείτο με αυτόν τον τρόπον θα ενομίζετο η πτώσις στην φθοράν ως σφάλμα και λάθος στην δημιουργίαν. όμως εκεί μάθαμε ότι τα πάντα συνετελέσθησαν λίαν καλώς, ιδικά δε στην κατάστασιν του ανθρώπου, όπου εξεδηλώθη εμπράκτως η θεία ευαρέσκεια των Τριών προσώπων της Μακαρίας Τριά­δος: «Εποιήσαμεν άνθρωπον κατ' εικόνα ημετέραν και ομοίωσιν». Έναντι του πρώτου στόχου της απολύτου εξαρτήσεως και υπακοής στο θείο σχέδιο και θέλημα, αφού η παράβασις και η πτώσις το αφάνισαν, κατεδέχθη η πανάγα­θος του Θεού οικονομία να μας χαρισθή η μετάνοια ως δείγμα επιστροφής και επανορθώσεως του σφάλματος από όπου η θεία χάρις μας εγκατέλειψε. Το μέγα αυτό δώρο της μετανοίας εάν εφαρμοσθή ως μόνιμο μας καθήκον επανερχόμεθα στην πρωτέρα μας θέση στους κόλπους της πατρι­κής του Χριστού μας παναγαθότητος και επανακτούμε τις θείες του επαγγελίες, αλλά και τα μαστίζοντα την ζωήν μας κακά και δοκιμασίες αμβλύνουμε και καταργούμε. «Ο Θε­ός θάνατον ουκ εποίησεν ουδέ τέρπεται επ' απωλεία ζώ­ντων», αλλά φιλανθρωπευόμενος ίνα μη εις τέλος απωλεσθούμε, μας αφυπνίζει από τον λήθαργον της αδιαφορίας και αποπλανήσεως επιτρέποντας τους πειρασμούς. «Ει γαρ εαυτούς διεκρίνομεν ουκ αν εκρινόμεθα, κρινόμενοι δε υπό του Κυρίου ΠΑΙΔΕΥΟΜΕΘΑ ίνα μη συν τω κόσμω κατακριθώμεν». Όταν τα λάθη και οι παραβάσεις είναι μεμονω­μένα και τοπικά τότε και οι πειρασμοί και οι θλίψεις είναι κατά τον ίδιον τρόπον μεμονωμένα και μερικά. Εάν όμως τα λάθη και οι παραβάσεις είναι γενικά - και μάλιστα σή­μερον που έγιναν παγκόσμια - τότε και οι δοκιμασίες θα εκταθούν κατά τον ίδιον τρόπον παγκοσμίως και γενικώς και «ουαί ημίν εάν μη επιστραφώμεν!». Είναι δεδομένον εκ της γραφής ότι «παράβασις και παρακοή» λαμβάνει «ένδικον μισθαποδοσίαν» και «εν σώματι καταχρέω αμαρτίας Θε­ός ουκ εισελεύσεται».
 
Άρα το πραγματικόν νόημα της ενταύθα εξορίας μας είναι μόνον η μετάνοια μέσω της οποίας μπορούμε να επανεύρουμε την πρωτέρα μας θέση και αξία. Καμμία άλλη ε­νέργεια και δραστηριότης δεν μας προσφέρει το ποθούμενον αποτέλεσμα. Περιγράψαμε την δυστυχίαν της πτώσεώς μας και είναι αισθητός ο φόβος και πόνος και τρόμος όπου εξουσιαστικά μας κυριεύει και άρα το πρώτο μας μέλημα έ­πρεπε να είναι αυτό και μόνο: η απαλλαγή και ελευθερία μας από αυτήν τη συντριβήν τής προσωπικότητός μας. Η απάθεια και αναμαρτησία και ελευθερία της αρχικής μας κατασκευής αφού απωλέσθησαν, φιλανθρώπως μας παρεχω­ρήθη η μετάνοια, δια της εφαρμογής της οποίας ανακτούμεν χάριτι την πρωτέρα μας θέση στους κόλπους της θείας παναγαθότητος και ολοκληρώνεται ο σκοπός και στόχος του δικού μας προορισμού. Εάν λοιπόν ο άνθρωπος δεν α­σχολείται δια της προς τον Θεόν πίστεως και της μετα­νοίας θεωρείται αποτυχών και πεπλανημένος, διότι μόνον η μετάνοια εισάγει στην επανόρθωσιν και σωτηρίαν. Πάσα άλλη θεωρία και ενέργεια της ανθρωπίνης δραστηριότητος περιστρέφεται στην ματαιότητα και την πολύμορφο βλα­κεία της περιεκτικής αποπλανήσεως. Στην παρούσαν μας εξορίαν ελάχιστα τινά μας επιβάλλονται να ασχοληθούμε. ολίγη τροφή, η σχετική ενδυμασία και αρμόδιος χώρος καταλύματος. Ας μας αποδείξουν οι μεγάλες διάνοιες και δραστηριότητες αν προσέθεσαν στην βιολογική τους υπό­σταση περισσότερα των τριών τούτων στοιχείων. Και δι' αυτά ακόμα αν αποθέσωμεν την ελπίδα μας στην πίστη προς την θείαν πρόνοιαν βρίσκομεν ευκολωτέραν την λύσιν γιατί «Πάντα δυνατά τω πιστεύοντι», όπως ο Κύριος μας αποδεικνύει περί τούτου. Ποία είναι η περιεκτική αποπλάνησις του ανθρώπου του σήμερον ειδικά δε εις τους έ­χοντας επίγνωσιν της πίστεώς των;
 
Η σύντομος αυτή περιγραφή μας πείθει πλέον δια την επελθούσαν αβεβαιότητα και την σύγχυσιν και ταραχήν που υπέρ άλλοτε είναι καταφανής και μας καταδεικνύει τα σημεία των καιρών ως ανησυχητικές ειδοποιήσεις. Επιτρέ­ποντος του Θεού την ελευθερίαν της ανθρωπίνης προσωπικότητος, δεν μεταβάλλονται τα θεοπρεπή σχέδια των έργων του και ούτε η μακροθυμία του είναι δείγμα αδυναμίας ή μεταβολής. Πολλάκις βρίσκομεν στην ιστορίαν της Γρα­φής δια διαφόρων σημείων την απαρέσκειαν του Θεού στις κατά καιρούς ανθρώπινες παραβιάσεις με την οποίαν προ­καλούσε τον αφυπνισμόν και την διόρθωσιν και αν μη την έκδικον επέμβασιν της θείας δικαιοσύνης περιορισμένα ή ενίοτε και ολοκληρωτικά όπου ο εκτροχιασμός παρετείνετο. Στις έσχατες όμως ημέρες της δικής μας μοίρας μας προέγραψε το Πνεύμα το Άγιον αύξησιν των δικών μας πα­ραβάσεων, αλλά και σε γενικώτερη έκταση. Η αποστασία των καιρών μας πέρασε κάθε περιγραφήν και φαντασίαν και ήδη έχει γίνη πολεμική και κατά του ανθρώπου και κα­τά του Θεού. Δεν απομένει πλέον σε μας τους «εις τα τέλη των αιώνων καταντήσαντας» παρά η αναμονή των απειλουμένων ποινών προς τους αμετανοήτως παροργίζοντας.
 
Είναι κατάδηλον ότι η αμαρτωλότης είναι υπόδικος παιδείας και ποινής, αλλά μέσα στα αβυσσαλέα κρίματα της θείας δικαιοσύνης εφαρμόζονται και δείγματα «του πνευματικού νόμου», του κωδικός της θείας δικαιοσύνης, δια του οποίου ο Θεός αποδίδει το δίκαιον όπου η πανσωστική του πρόνοια ορίζει. «Παιδεύων επαίδευσέ με ο Κύ­ριος και τω θανάτω ου παρέδωκέ με», και πάλιν «ον αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγεί δε πάντα υιόν ον παραδέχεται». Βρίσκομεν τον παλαιόν Ισραήλ να παιδεύεται δια την αποστασίαν του επτάκις, το οποίον συμβολίζει τα εβδομήκοντα έτη της δουλείας στους Χαλδαίους, όπου και ο Προφήτης Δανιήλ όντας στην ζωή απεκλαίετο και εζήτει λύτρωσιν κατά την οικονομίαν της θείας υποσχέσεως. Δικαίως τρό­πον τινά μόνον επτάκις παιδεύτηκαν οι τότε Εβραίοι, ως όντες υπό την σκιάν του νόμου και όχι στην πραγματικήν πίστιν και θεογνωσίαν, αφού δεν είχε τότε αποκαλυφθή. Στον νέον όμως Ισραήλ, εμάς τους Χριστιανούς, ως κατέχοντας το πλήρωμα της γνώσεως και χάριτος, τι μας αρμό­ζει όταν αρνούμεθα και οπισθοχωρούμε; «Ο γνους και μη ποιήσας δαρήσεται πολλάς». Εάν οι πρώτοι της εισαγωγής και των συμβόλων παιδεύθηκαν επτάκις ως αγνοούντες, πό­σα άρα οφείλουν οι γινώσκοντες; Η πράξις των γεγονότων απέδειξε ότι αντί επτάκις μας εκληρώθη το «πολλάς» και ά­ρα «εβδομηκοντάκις επτά», όπως απέδειξαν τα γεγονότα και η παράδοσις.
 
Τονίσαμε κατ' οικονομίαν το μυστήριον αυτό υπό πολ­λών αγνοούμενον, αφού η πράξις και η ιστορία το βεβαιώ­νουν για να αποδειχθή η πάνσοφος του Θεού οικονομία και άρα η ενθάρρυνσις και ελπίς του λαού μας καταβαπτιζομένου στην απόγνωσιν και μοιρολατρίαν του τυχαίου. «Εάν ιώτα εν, ή μία κεραία ου μη παρέλθη από του νόμου, έως αν πάντα γένηται» και «της κεφαλής υμών αι τρίχες πάσαι ηριθμημέναι εισί», πώς λοιπόν κυριεύουν τα εγκλήματα και το παρόλογον, ειδικά υπό των βαρβάρων και απίστων ε­θνών; Η ένδικος μισθαποδοσία των αδιορθώτων σφαλμά­των καθόρισε την ποινήν των εν γνώσει παραβατών και ε­πέτρεψε η φιλάνθρωπος του Θεού οικονομία να βρεθή το κατάλληλο χέρι να δώση τό ράπισμα. αυτό όμως δεν είναι μόνιμος θέσις. «Πατάξω καγώ ιάσομαι λέγει ο Κύριος, έπαισα και αι χείρες μου ιάσαντο». Εκπληρωθέντος του φόρου της ποινής και εκτελεσθέντος του κανόνος του «πνευματι­κού νόμου» κατά την αμετάθετον του Θεού δικαιοσύνην επανερχόμεθα πάλιν οι παιδευθέντες εις άνεσιν και ευλογίαν προς συνέχισιν του χαρισθέντος ιερού προορισμού και δι­πλασιάζεται η εκδίκησις εις τους κακοθελείς τυράννους, ό­που δεν διακονούσαν στο θείον θέλημα, αλλά τα αιμοσταγή και κακούργα αυτών αισθήματα διηκόνουν. Σε μικρογραφίαν περιγράψαμε των θείων βουλών τα σχέδια και συστή­ματα προς αφυπνισμόν μας και βελτίωσιν του βίου μας, ίνα μη εις τέλος η θεία δικαιοσύνη μας παραδώση σε αφανισμόν ως αμετανόητους.
 
Τα κατάδηλα σημεία των καιρών μας πρέπει να μας α­νησυχούν γιατί οι προηγηθείσες συνέπειες της ιστορίας μας πείθουν ότι «αμεταμέλητα τα θεία σχέδια» και αναφέρω συγκεκριμένα εκ της Γραφής το αρμόζον προς την γενεάν μας παράδειγμα. Όταν οι Ισραηλίτες ήταν αιχμάλωτοι στους Αιγυπτίους επί τετρακόσια έτη, όσα και εμείς στην ισλαμική αιχμαλωσία και τελείωσε η απόφασις εναντίον τους, τους ειδοποίησε δια του Μωυσέως ο Θεός ότι θα τους ελευθέρωση και θα τους επιστρέψη στην γην που έταξε στους προγόνους τους. θα εκδικείτο όμως τους Αιγυπτίους για παράλογα δεινά που τους παίδευαν αδίκως και ιδού πώς τους πληροφορεί. «Και διελεύσομαι εν γη Αιγύπτω εν τη νυκτί ταύτη και πατάξω παν πρωτότοκον εν γη Αιγύπτω α­πό ανθρώπου έως κτήνους... και έσται το αίμα υμίν εν σημείω επί των οικιών, εν αις υμείς κατοικείτε εκεί και όψομαι το αίμα, και σκεπάσω υμάς, και ουκ έσται εν υμίν πλη­γή του εκτριβήναι» (Εξοδ. 12, 12-13).
 
Η περιγραφή αυτή εκ της Γραφής είναι η σαφεστέρα πληροφορία προς την ανθρωπίνην αποστασίαν και αυθάδιαν ότι εξαντλουμένης της θείας μακροθυμίας και ανοχής, επίκειται η δικαιοσύνη για να μη ανατραπούν τα θεία σχέ­δια στην δημιουργία της κτίσεως και ειδικά του δικού μας κόσμου. Η διαφορά όμως τώρα σε μας είναι ότι δεν είμεθα διηρημένοι εις πιστούς και απίστους ή αμαρτωλούς και δι­καίους χωριστά, αλλά μία αναμεμιγμένη κοινωνία εις ένα σύμπλεγμα το οποίον μόνον ο Θεός γνωρίζει να παιδεύη και να προνοή. Πάντως τα σημεία των καιρών μας είναι α­νησυχητικά, γιατί όχι μόνον αχαλίνωτα η αμαρτία και το παράλογον επικρατούν αλλά και ως νόμος ζωής επιβάλλο­νται υπό των υπευθύνων. Παραλείπομεν την διαστροφήν των μεγάλων εθνών που αρνούνται πεισματικά την επίγνωσιν και λατρείαν του αληθινού Θεού και προσχωρούν στις δαιμονικές πλάνες του αποκρυφισμού, της μαγείας, του σατανισμού και προετοιμάζουν την ερχομένην επιφάνειαν και αναρχίαν του τέρατος της Αποκαλύψεως, του βδελύγματος της ερημώσεως που θα προκαλέση την αμείλικτον επέμβασιν της θείας δικαιοσύνης, της οποίας η περιγραφή κατά την θείαν αποκάλυψιν είναι απερίγραπτος. Άρα η επέμβασις της θείας δικαιοσύνης είναι βεβαία και επωφελής δια την αναχαίτησιν της διαβολικής επικρατήσεως και της επι­στροφής στην χριστιανικήν μας παράδοσιν, την οποίαν ο Θεός θα επαναφέρη δια τους πιστούς του δούλους. Χρειάζε­ται όμως το σωσίβιον από την οργήν της θείας τιμωρίας, ό­πως τότε στους Ισραηλίτας που περιγράψαμε. Εις εκείνους, ζώντας υπό νόμον και την σκιάν των ζωοθυσιών, ως είδος λατρείας και ευσέβειας τους εζητήθει να βάψουν τους οί­κους των δια του αίματος της ζωοθυσίας. Εμείς τι πρέπει να αποδείξωμεν ως πιστοί και μετανοούντες για να αποφύγωμεν την τιμωρίαν του ολοθρευτού; Διότι, όπως τα σημεία και αι προρρήσεις των θεοφόρων μας πληροφορούν, δεν πρόκειται περί συντέλειας αλλά περί καθάρσεως και εξυ­γιάνσεως της αρνήσεως και προδοσίας. Περί επιστροφής του ανθρώπου στις υγιείς βάσεις των φυσικών νόμων και κανόνων της ανθρωπίνης προσωπικότητος και στην ορθήν πίστιν, την εν Χριστώ αγωγήν όπου ο ανθρώπινος προορι­σμός τελειούται. Σε μας αντί αίματος για μαρτυρίαν μας ε­πιβάλλεται η απόκτησις της χριστιανικής ταυτότητος, ό­πως την υπογράψαμε και παρελάβαμε στο θείον βάπτισμα και αυτό μόνον θα είναι το σωσίβιό μας από την ερχομένην οργήν. Σύμφωνα με την γνώσιν των Πατέρων μας που είχαν θείον φωτισμόν δεν βρισκόμεθα τώρα στην ώρα της συντε­λείας και η ολική διαστροφή της κοινωνίας δεν δαμάζεται με ανθρώπινα μέσα και νομοθεσίες, αφού μάλλον επιβάλλε­ται το έγκλημα και ο σατανισμός. Επιβάλλεται η θεία ε­πέμβασης δυναμικά για να επαναφέρη την ισορροπίαν και άρα θα είναι ένα είδος καθάρσεως που θα εφαρμόση η θεία επέμβασις και δικαιοσύνη. «Επεί έγνω Κύριος τους όντας Αυτού και ρύεται Κύριος ευσεβείς εκ θανάτου». Επιβάλλε­ται η απόκτησις της Χριστιανικής ταυτότητος δια τους βουλομένους να σωθούν εκ της ερχόμενης οργής.
 
Με μίαν ειλικρινή μετάνοιαν δια το αμελές παρελθόν και με μίαν γενναίαν απόφασιν εμπράκτου χριστιανικής α­γωγής επανακτούμε την ταυτότητά μας και αυτό θα είναι το μέσον της σωτηρίας μας από την ερχομένην οργήν. Μήπως σαν χριστιανοί δεν μας επιβάλλεται η μετάνοια αφού αναμάρτητοι ποτέ δεν μείναμε; Η πανάγαθος του Θεού φιλαν­θρωπία αποδέχεται μετανοούντα τον αμαρτωλόν, όπως αγα­πά τον δίκαιον και δεν τον υστερεί το βραβείον των θείων του επαγγελιών. «Επιστρέψατε προς με λέγει Κύριος και επιστρέψομαι προς υμάς», και πάλιν «οσάκις αν πέσης έγειρε και σωθήση». Αναφέρονται στην Γραφή παραδείγματα ό­που απεφάσιζε ο Θεός δια την αμαρτωλότητα και ασέβειαν των ανθρώπων, είτε σε πόλεις, είτε σε λαούς να επιφέρη καταστροφήν και δια της μετανοίας μετέβαλλαν την θείαν απόφασιν και το συγκινητικώτερον είναι το περί τους Νινευΐτας δια του προφήτου Ιωνά. Το προαναφερθέν όμως περί των Ισραηλιτών στην Αιγυπτιακήν αιχμαλωσίαν είναι το πλησιέστερον για μας και την γενεάν μας που διεστράφη συνολικά πέρα από πάσαν άλλην γενεάν και περίοδον. Τα εσχατολογικά σημεία των καιρών μας πείθουν ότι ο βύθιος δράκων της απωλείας ως θεός του αιώνος τούτου ετοιμάζει την βασιλείαν του και «ει δυνατόν εστίν θα πλανέση και τους εκλεκτούς», αλλά εμείς το μικρόν ποίμνιον, στους ο­ποίους ο Πατήρ ευδόκησε να δώση την βασιλείαν Του, δεν θα γίνωμε προδότες όσον και αν φαίνεται ότι επικρατεί. Δεν μας ενθουσιάζουν οι αξίες και οι εν αποσυνθέσει ηδο­νές, ούτε και οι βλακώδεις ιδεολογίες, ούτε των αναρχικών, ούτε των σατανιστών της νέας εποχής ή της νέας τάξεως πραγμάτων. Για μας δεν υπάρχουν νέα, ούτε καινούργιες κατηχήσεις και διδασκαλίες. Παρελάβαμε σαν Έλληνες α­πό τους δώδεκα Αποστόλους την θείαν αποκάλυψιν, την ο­ποίαν και μετεδώσαμε στον παγκόσμιο στίβο. Επεσφραγίσαμε την αλήθειαν αυτήν με εκατομμύρια ήρωες και αθλη­τές. και επομένως καυχώμεθα για την παράδοσιν και την κληρονομιά μας. Δεν αρνούμεθα!

Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία
Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη Θεσσαλονίκη

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014


Η Αγία Γραφή μας λέει ότι ο διάβολος είναι «ο πεσών Εωσφόρος». γι' αυτόν μας πληροφορεί ο Κύριος: «είδον τον σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα» (Λουκ. 10,1.8. ). Είναι ο άρχοντας, ο αρχηγός τουαγγελικού τάγματος των εκπεσόντων από τον ουρανό, όταν θέλησαν νααποστατήσουν από το θείο θέλημα. Τότε αυτόματα συντρίφτηκαν καιξέπεσαν από την αξία και τη θέση τους. Έχασαν συγχρόνως και την έκπαγλη και φωτεινή ωραιότητα της μορφής τους. Έγιναν φρικιαστικά τέρατα των οποίων και μόνο η μνήμη είναι μισητή. Δεν υπάρχει στη διαβολική του υπόσταση τίποτα το καλό, το αγαθό, το δίκαιο, το ευθές, το
λογικό, το αληθινό.

Ο διάβολος, ο άλλοτε φορέας του φωτός της δικαιοσύνης, της αγάπης και του αγιασμού, μεταβλήθηκε απότομα - με την ανταρσία κατά του Θεού - σε απόλυτο οργανο του σκότους, του μίσους, του ψεύδους, του ολοκληρωτικού κακού και όσων συντελούν στον όλεθρο της φθοράς και του θανάτου. έγινε και θα παραμείνει πάντοτε σκότος και ψεύδος και απώλεια - με ένα επί πλέον σκοπό - την αντίσταση σε οτιδήποτε είναι του Θεού και σε όσα ο Θεός προνοεί και ιδιαίτερα τον ανθρωπο. Έγινε - και ς - κληρονόμος του θανάτου και κάτοικος του Άδη, με κύριο του σκοπό να αποπλανά και να παρασύρει προς το μέρος του όσους μπορέσει.
Κεντρικό στόχο του έχει τον άνθρωπο, που βαδίζει να ενωθεί με το Θεό. Ο διάβολος δεν ενέχεται να τον βλέπει να ανεβαίνει ψηλότερα από την πρώτη αξία, που είχε πριν την έκπτωσή του, γι αυτό και ρίχνει εναντίον τα πιο λυσσαλέα βέλη του. Έγινε και έμεινε κατά πρόθεση ανθρωποκτόνος.
Ως ψέμα και δόλος και κακία δεν παρουσιάζεται φανερά. Μόνο με υποβολές ερεθίζει το νου και τις αισθήσεις με δόλια προσχήματα, για να αποπλανήσει τη σκέψη και τη θέληση, να παρασύρει σε συγκατάθεση τη γνώμη και έτσι να υποσκελίσει το θύμα πάντοτε με δόλο, υποκρισία και απάτη. Ο άνθρωπος κινείται και ενεργεί περισσότερο με τις αισθήσεις και τα συναισθήματα. Ο εχθρός το γνωρίζει αυτό. Γι αυτό ερεθίζει τις αισθήσεις με προφάσεις ευλογοφανείς και έτσι κλέβει ευκολότερα τη συγκατάθεση. Προβάλλει, βλέπετε, τη βιολογική αναγκαιότητα. Αυτό γίνεται και σο σωματικό και ψυχικό κόσμο. Αν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος από πάθη και κακές συνήθειες, εύκολα απαλλάσσεται από τη διαβολική επιβουλή και πάλη. Αν όμως είναι αιχμάλωτος πονηρών έξεων, η μάχη είναι σκληρή και αγωνιώδης.

Πάντως η αντίσταση με βάση τον προορισμό μας και τις θείες εντολέςγίνεται κατορθωτή με τη συμμαχία της χάριτος που συνυπάρχει με μας. Δεν έχει εξουσία ο διάβολος απ' ευθείας ή αισθητά να πειράξει τον άνθρωπο. Μόνο με τη φαντασία, με εικόνες, που προβάλλει στην οθόνη της διάνοιας, και με έννοιες μέσω του νου, προκαλεί. Τότε ο άνθρωπος μόνος του αποφασίζει να αποδεχθεί την πρόκληση (προσβολή) ή να την απορρίψει.Αυτός είναι ο κύριος τρόπος επαφής του πονηρού με τον άνθρωπο.
Η συνέχεια πλέον εξαρτάται από τη θέληση του ανθρώπου. Ή να υποκύψει ή να αντισταθεί. Ο αμεσότερος τρόπος της δικής μας άμυνας και αντιστάσεως είναι η
θεία επίκληση (προσευχή) και η ενθύμηση του σκοπού και προορισμού μας. Το παράδειγμα του Κυρίου μας, όταν ήταν στην έρημο, μας χάραξη στον πρακτικό τρόπο της πάλης με τον εχθρό, καθώς και όσα συντελούν σ'αυτόν.
Ο διάβολος δεν έχει προορατική ικανότητα, ούτε γνωρίζει τί σκέπτεται ο άνθρωπος. Συμπεραίνει από τις κινήσεις των συναισθημάτων και ερεθίζει ανάλογα τα μέλη και τις αισθήσεις με εμπαθή νήματα. Όταν βλέπει να κλίνει η διάθεση μετά την εικόνα είτε του πράγματος είτε του νοήματος, που προσέβαλε τη φαντασία, καταλαβαίνει ότι σ' αυτό έχει ο άνθρωπος την επιθυμία και την πρόθεσή του και φέρνει τα κατάλληλα αίτια για να υποτάξει το θύμα του. Στη φύση του ο διάβολος είναι όμοιο μ ε τη φύση του νου. Είναι ταχύτατος, ακούραστος, ανύστακτος και αδίστακτος, αμετάβλητος στην πονηρία και κακία. Μεταβάλλεται και μετασχηματίζεται αμέσως σε διάφορα σχήματα και μορφές, αν αυτό βοηθά τον πονηρό του σκοπό. μετακινείται πάντοτε ταχύτατα, σε κάθε χώρο, και μετέρχεται κάθετρόπο, με κύριος σκοπό της παρεμπόδιση του θείου θελήματος.

ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ.
Αποσπάσματα από το βιβλίο "Συζητήσεις στον Άθωνα" του Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού.

Σάββατο 1 Μαρτίου 2014


Πώς μπορεί να θεραπευτεί ο ασθενής χαρακτήρας που εύκολα πέφτει στην κατάκριση;
Kάθε ανθρώπινος χαρακτήρας θεωρείται ασθενής, όταν απουσιάζει απ  αυτόν η θεία Χάρη, που τελειοποιεί και συνέχει τα πάντα, αφού «τά ασθενή θεραπεύει και τα ελλείποντα αναπληροί».
Aυτό τονίζει και ο Kύριός μας, όταν λέει ότι «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» ( Ιω. 15,5).
Eκτός όμως της παρουσίας της Χάριτος, απαραίτητα χρειάζεται και η ανθρώπινη πρόθεση και συνεργασία, σύμφωνα με τους ηθικούς κανόνες της λογικής και τις θείες εντολές, που θα προκαλέσουν τη θεία επέμβαση.
O άνθρωπος που εύκολα κατηγορεί, το κάνει γιατί συνήθισε λανθασμένα να ερευνά τις ξένες πράξεις και σκέψεις παρά τις δικές του. Λησμόνησε τα λόγια της Γραφής «μή κρίνετε, ίνα μή κριθήτε» (Ματ. 7,1) και το «εν ω κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε» (Ματ. 7,2).
H τόσο εύκολη συνήθεια της κρίσεως ξένων λόγων και πράξεων είναι ψυχική αρρώστια που προέρχεται από πώρωση της λογικής δυνάμεως του νού, που είναι μάλλον γέννημα του εγωισμού.
H εσωστρέφεια, που συνοδεύεται από την αυτομεμψία, κρίνεται απαραίτητη για τη διάγνωση και επίγνωση των δικών μας σφαλμάτων και λαθών.  Aπαραίτητος κανόνας και δόγμα της ζωής είναι η ευαγγελική νομοθεσία, χωρίς την οποία ο άνθρωπος δεν ορθοποδεί.  O «νόμος του πνεύματος της ζωής» (Ρωμ. 8,2), που είναι σε θέση να απελευθερώσει από το θάνατο στον οποίο κατρακυλήσαμε, μας χαράζει τους καινούργιους δρόμους της ζωής.  H αγάπη ενώνει τα «διεστώτα εις έν», δημιουργεί ένα δεσμό, μια κοινωνία. Μάς διδάσκει ότι «οφείλομεν τάς ψυχάς υπέρ των αδελφών ημών τιθέναι» (A΄ Ιω. 3,16) και «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε» (Γαλ. 6,2) και «πάντα ημών εν αγάπη γινέσθω» (A΄ Kορ. 16,14).
H άγνοια της ευαγγελικής διδασκαλίας επιτρέπει την επίδραση του παραλόγου και απομακρύνει τη θεία Χάρη.  Eπειδή ο άνθρωπος δεν έχει γνώση του Θεού και άρα δεν έφτασε ακόμη στο φωτισμό, πλανάται στις κρίσεις του.  Aπ'  εδώ αρχίζει το δικαίωμα του «γιατί;», του «άν» και του «μήπως;» και ξεκινά η κατάκριση, η αντίσταση, η απείθεια, το μίσος και γενικά η κακία.

Aναίρεση σε όλα αυτά μπορεί να προσφέρει ο Kύριός μας με το λόγο του: «εντολήν καινήν δίδωμι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους» (Ιω. 13,34) και «εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστε εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (Ιω. 13,35). Oποιος φρόντισε να κρατήσει το νόμο της ευαγγελικής αγάπης σύμφωνα με την εντολή του Kυρίου μας, απαλλάσσεται από την περιεκτική κακία. ∆ότε ούτε κρίνει, ούτε επιβουλεύεται, ούτε κακοποιεί. Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια απαλλάσσεται από τον παλαιό άνθρωπο και από όλο το νόμο της διαστροφής, αφού όλα τα ρυθμίζει η αγάπη. 

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012



Ηδονές είναι όσα «ηδύνουν» και γλυκαίνουν τη ζωή μας και είναι
διπλές καθώς και η φύση μας είναι διπλή. Όπως είμαστε σώμα και ψυχή
και καθένας έχει τις αισθήσεις και τα μέλη του, έτσι και οι ηδονές
ανήκουν και στα δύο μέρη. Είναι οι σωματικές ηδονές, που γίνονται
αισθητές μέσω των μελών του σώματος. Είναι και οι πνευματικές, που
ανήκουν στον ψυχικό και πνευματικό μας κόσμο.
Οι ηδονές προκύπτουν, ως επί το πλείστον, από τη δραστηριότητά
μας και παρηγορούν ή απογοητεύουν ανάλογα με την ορθή ή τη
λανθασμένη ενέργειά μας. Αν το πρόγραμμα και ο σκοπός των κινήσεών
μας είναι «κατά Θεόν» και σύμφωνα με το θέλημά του, τα συναισθήματα
και οι ηδονές, που προκύπτουν είναι ευχάριστες και γλυκαίνουν. Αν όμως
οι προτιμήσεις και ενέργειές μας είναι παράλογες και εμπαθείς, τότε
αισθανόμαστε αποτροπιασμό και απέχθεια.
Οι ηδονές όμως, που συναρπάζουν περισσότερο και αποπλανούν,
έχουν σχέση με τη βιολογική μας υπόσταση και βρίσκονται στα σωματικά
μέλη και αισθητήρια. Την πρώτη θέση έχουν η γεύση, η αφή και η
όσφρηση. Τα συναισθήματα της γλυκύτητας, που προκαλούνται όταν
έρθουμε σε επαφή με τις ύλες και τα πράγματα, λέγονται ηδονές.
Εδώ χρειάζεται η διάκριση του ορθού μέτρου, για να αποφευχθεί η
παράχρηση. Απαραίτητο στοιχείο της ζωής είναι η βιολογική μας
υπόσταση της οποίας το μεγαλύτερο μέρος βρίσκεται στις τρεις αισθήσεις
και σ' αυτές λειτουργεί η ικανοποίηση και ηδονή.
Αν ο άνθρωπος θυμάται τον προορισμό του - και το ότι τρώει για να
ζει - τότε ελέγχει τις ηδονές, που προκύπτουν από το νόμο της «χρείας».
Αν όμως αλίμονο, ζει για να τρώει και να σπαταλά - πράγμα που
επικρατεί στην εποχής μας - τότε τη θέση παίρνει το παράλογο, που
ντρέπομαι και να το περιγράψω ακόμη.
Υπάρχουν όμως και του ηθικού και αισθησιακού μέρους οι ηδονές
με κύριο κεφάλαιο τη γενετήσια ορμή και σχέση. Εδώ προκύπτει ο
πραγματικός λαβύρινθος της διαστροφής και εδώ είναι του «βύθιου
δράκοντα» τα πολυπληθή τρόπαια!
Ο νόμος και ο λόγος αναπαραγωγής - ως βασική αναγκαιότητα
στην παρούσα μας εξορία - γίνεται το ισχυρότατο θέλγητρο της
προσεγγίσεως των δύο φύλων. Και τότε αρχίζει η βιαιότερη πρόφαση του
παράνομου ηδονισμού, που κυριολεκτικά συντρίβει την άπειρη νεολαία.
Περιγράψαμε με συντομία τις αφορμές των ηδονών. Απομένει η
σύνεση της αρνήσεως τους, για να μη θρηνούμε τα αναρίθμητα ερείπια
από την παράλογη παραδοχή και χρήση τους. Αυτά αφορούν τις ηδονές
στον αισθητό μας χώρο και κόσμο.
Υπάρχουν όμως και οι πνευματικές ηδονές, που πράγματι μας
ξεκουράζουν και ενθαρρύνουν. Πνευματικές ηδονές είναι οι ενέργειες και
οι καρποί της θείας Χάριτος, που παρηγορούν και ανακουφίζουν τον
ψυχικό μας κόσμο, φωτίζουν το νου, ειρηνεύουν την καρδιά, παρηγορούν
τις αισθήσεις και αυξάνουν το θάρρος και την ελπίδα στις δυσκολίες της
ζωής. Η χαρά, η ειρήνη, η υπομονή, η ανεκτικότητα και όσα είναι
γεννήματα της αγάπης και της συμπάθειας, τι άλλο είναι παρά
πνευματικές ηδονές; Όλοι οι καρποί και τα προϊόντα της αυτοθυσίας, που
η αγάπη επιβάλλει, είναι η γλυκύτερη πνευματική ηδονή που προκαλεί
τη μεγαλύτερη ευτυχία στη ζωή μας.
Υπάρχουν όμως και οι υπερφυσικές ηδονές που αν και ανήκουν στη
μεταφυσική του άλλου κόσμου, μας τις παραχωρεί η θεία ευσπλαχνία απ
αυτή τη ζωή, σαν προοίμιο της μακαριότητας που μας αναμένει. Οι
ηδονές αυτές, ως υπερφυσικές, δεν ελέγχονται, ούτε προγραμματίζονται
από μας στον κόσμο αυτόν, αλλά χαρίζονται από τη θεία παναγάπη
σ'όσους αγωνίζονται σωστά για θάρρος και παρηγοριά. Μερικές από
αυτές είναι η ειρήνη των λογισμών, η ελευθερία από την πάλη με τα
πάθη, η τέλεια νέκρωση όσον αφορά τα πράγματα και τα νοήματα αυτού
του κόσμου, αλλά και η επιφοίτηση της Χάριτος σε όσους πέτυχαν την
καθαρότητα της καρδιάς. Αυτοί «πάσχουν τα θεία» και εξέρχονται από το
χώρο, τον τρόπο και την αίσθηση του κόσμου. Αυτοί είναι εκείνοι στους
οποίους μαρτυρεί ο Κύριος μας ότι θα εμφανίσει τον εαυτό του και μαζί
με τον Πατέρα του θα «ποιήσουν μονήν». Όσοι θέλουν να απολαύσουν
αυτά τα υπερφυσικά δώρα και χαρίσματα, ας φροντίζουν να τηρούν τις
εντολές και ο κύριος είναι «πιστός ν πΆσι τοΦς λόγοις αPτοζ».


ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ.
Αποσπάσματα από το βιβλίο "Συζητήσεις στον Άθωνα" του Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού.



Η Αγία Γραφή μας λέει ότι ο διάβολος είναι «ο πεσών Εωσφόρος».
γι' αυτόν μας πληροφορεί ο Κύριος: «είδον τον σατανάν ως αστραπήν εκ
του ουρανού πεσόντα» (Λουκ. 10,1. Είναι ο άρχοντας, ο αρχηγός του
αγγελικού τάγματος των εκπεσόντων από τον ουρανό, όταν θέλησαν να
αποστατήσουν από το θείο θέλημα. Τότε αυτόματα συντρίφτηκαν και
ξέπεσαν από την αξία και τη θέση τους. Έχασαν συγχρόνως και την
έκπαγλη και φωτεινή ωραιότητα της μορφής τους. Έγιναν φρικιαστικά
τέρατα των οποίων και μόνο η μνήμη είναι μισητή. Δεν υπάρχει στη
διαβολική του υπόσταση τίποτα το καλό, το αγαθό, το δίκαιο, το ευθές, το
λογικό, το αληθινό.
Ο διάβολος, ο άλλοτε φορέας του φωτός της δικαιοσύνης, της
αγάπης και του αγιασμού, μεταβλήθηκε απότομα - με την ανταρσία κατά
του Θεού - σε απόλυτο όργανο του σκότους, του μίσους, του ψεύδους, του
ολοκληρωτικού κακού και όσων συντελούν στον όλεθρο της φθοράς και
του θανάτου. έγινε και θα παραμείνει πάντοτε σκότος και ψεύδος και
απώλεια - με ένα επί πλέον σκοπό - την αντίσταση σε οτιδήποτε είναι του
Θεού και σε όσα ο Θεός προνοεί και ιδιαίτερα τον άνθρωπο. Έγινε - και
θα παραμείνει στο διηνεκές - κληρονόμος του θανάτου και κάτοικος του
Άδη, με κύριο του σκοπό να αποπλανά και να παρασύρει προς το μέρος
του όσους μπορέσει.
Κεντρικό στόχο του έχει τον άνθρωπο, που βαδίζει να ενωθεί με το
Θεό. Ο διάβολος δεν ενέχεται να τον βλέπει να ανεβαίνει ψηλότερα από
την πρώτη αξία, που είχε πριν την έκπτωσή του, γι αυτό και ρίχνει
εναντίον τα πιο λυσσαλέα βέλη του. Έγινε και έμεινε κατά πρόθεση
ανθρωποκτόνος.
Ως ψέμα και δόλος και κακία δεν παρουσιάζεται φανερά. Μόνο με
υποβολές ερεθίζει το νου και τις αισθήσεις με δόλια προσχήματα, για να
αποπλανήσει τη σκέψη και τη θέληση, να παρασύρει σε συγκατάθεση τη
γνώμη και έτσι να υποσκελίσει το θύμα πάντοτε με δόλο, υποκρισία και
απάτη. Ο άνθρωπος κινείται και ενεργεί περισσότερο με τις αισθήσεις και
τα συναισθήματα. Ο εχθρός το γνωρίζει αυτό. Γι αυτό ερεθίζει τις
αισθήσεις με προφάσεις ευλογοφανείς και έτσι κλέβει ευκολότερα τη
συγκατάθεση. Προβάλλει, βλέπετε, τη βιολογική αναγκαιότητα. Αυτό
γίνεται και σο σωματικό και ψυχικό κόσμο.
Αν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος από πάθη και κακές συνήθειες,
εύκολα απαλλάσσεται από τη διαβολική επιβουλή και πάλη. Αν όμως
είναι αιχμάλωτος πονηρών έξεων, η μάχη είναι σκληρή και αγωνιώδης.
Πάντως η αντίσταση με βάση τον προορισμό μας και τις θείες εντολές
γίνεται κατορθωτή με τη συμμαχία της χάριτος που συνυπάρχει με μας.
Δεν έχει εξουσία ο διάβολος απ' ευθείας ή αισθητά να πειράξει τον
άνθρωπο. Μόνο με τη φαντασία, με εικόνες, που προβάλλει στην οθόνη
της διάνοιας, και με έννοιες μέσω του νου, προκαλεί.
Τότε ο άνθρωπος μόνος του αποφασίζει να αποδεχθεί την
πρόκληση (προσβολή) ή να την απορρίψει.
Αυτός είναι ο κύριος τρόπος επαφής του πονηρού με τον άνθρωπο.
Η συνέχεια πλέον εξαρτάται από τη θέληση του ανθρώπου. Ή να
υποκύψει ή να αντισταθεί.
Ο αμεσότερος τρόπος της δικής μας άμυνας και αντιστάσεως είναι η
θεία επίκληση (προσευχή) και η ενθύμηση του σκοπού και προορισμού
μας. Το παράδειγμα του Κυρίου μας, όταν ήταν στην έρημο, μας χάραξη
τον πρακτικό τρόπο της πάλης με τον εχθρό, καθώς και όσα συντελούν σ'
αυτόν.
Ο διάβολος δεν έχει προορατική ικανότητα, ούτε γνωρίζει τί
σκέπτεται ο άνθρωπος. Συμπεραίνει από τις κινήσεις των
συναισθημάτων και ερεθίζει ανάλογα τα μέλη και τις αισθήσεις με
εμπαθή νήματα. Όταν βλέπει να κλίνει η διάθεση μετά την εικόνα είτε
του πράγματος είτε του νοήματος, που προσέβαλε τη φαντασία,
καταλαβαίνει ότι σ' αυτό έχει ο άνθρωπος την επιθυμία και την πρόθεσή
του και φέρνει τα κατάλληλα αίτια για να υποτάξει το θύμα του.
Στη φύση του ο διάβολος είναι όμοιο μ ε τη φύση του νου. Είναι
ταχύτατος, ακούραστος, ανύστακτος και αδίστακτος, αμετάβλητος στην
πονηρία και κακία. Μεταβάλλεται και μετασχηματίζεται αμέσως σε
διάφορα σχήματα και μορφές, αν αυτό βοηθά τον πονηρό του σκοπό.
μετακινείται πάντοτε ταχύτατα, σε κάθε χώρο, και μετέρχεται κάθε
τρόπο, με κύριος σκοπό της παρεμπόδιση του θείου θελήματος.


ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ.
Αποσπάσματα από το βιβλίο "Συζητήσεις στον Άθωνα" του Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού.

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012



ΓΑΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ (ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ)

Στη συζυγία η αγάπη επιβάλλεται και για ένα ακόμη λόγο, ας πούμε καλύτερα από κάποια ιδιαιτερότητα. Αυτός είναι η φύση της γυναίκας, που αποδεικνύεται ότι είναι γέννημα και προϊόν αγάπης (δημιουργήθηκε από την πλευρά του Αδάμ που ήταν κοντά στο μέρος της καρδιάς) και επομένως δεν ισορροπεί, όταν τη στερείται. Η ίδια πηγάζει αγάπη μέσω της μητρότητάς της και δίκαια απαιτεί να αγαπάται, αφού και η ίδια κατά φύση και θέση αγαπά.

Η ιστορία και τα πράγματα μαρτυρούν ότι αν οι σύζυγοι θέλουν να πετύχουν την αρμονία και την ομαλότητα μεταξύ τους, πρέπει να υπάρχει μόνιμα μεταξύ τους η αγάπη. Ειδικά όμως του άνδρα προς τη γυναίκα του. Αυτό ακριβώς έκανε και ο Χριστός προς την Εκκλησία του. Παρέδωσε τον εαυτό του για να την καταστήσει ένδοξη.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αυτός ο μέγιστος ιεράρχης, προκαλεί τον άνδρα να μην κουράζεται να δείχνει στη σύζυγό του την αγάπη του και ότι όλη η θέληση και η προσπάθεια του είναι η ευτυχία της.

Αυτό, δυστυχώς, πολύ απουσιάζει σήμερα και τα αποτελέσματα είναι απελπιστικά. Η σημασία και η φύση της συζυγίας παραχαράχθηκε από την επίδραση του ευρωπαϊκού κυκεώνα, που τίποτε δε σεβάστηκε από την ανθρώπινη προσωπικότητα και τις πνευματικές και ηθικές αξίες, που οι πρόγονοί μας με αυτοθυσία κράτησαν.

Επειδή η αύξηση των ανθρώπων γίνεται με τη νόμιμη συζυγία με λύσσα ο αδίστακτος εχθρός του άνθρωπου, ο διάβολος, προσπαθεί να διαλύσει τα ήθη και να καταλύσει το δεσμό της αγάπης και της ενότητας. Το τόσο σοβαρό θέμα του γάμου δεν πρέπει να παραμεληθεί με τις παραχαράξεις του ένοχου και ανώμαλου βίου για να μην ακούσουμε και εμείς, όπως οι παλαιοί αποστάτες των ηθικών αξιών, που αποκήρυξε ο Θεός: «ου μη καταμείνει το πνεύμα μου εν τοις ανθρώποις τούτοις διά το είναι αυτούς σάρκας» (Γέν. 6,3). Και επέφερε τον κατακλυσμό για να τιμωρήσει την αποστασία.

Ο σύζυγος για να πετύχει εύκολα αυτό το ρόλο -ανάλογα με τις περιστάσεις-, θα πρέπει να φέρεται στη σύζυγό του άλλοτε σαν πατέρας, άλλοτε σαν αδελφός, άλλοτε σαν φίλος και πάντοτε σαν άνδρας της. Αν το κάνει αυτό θα πετύχει την ατάραχη και αρμονική διάθεση της συζύγου, που ενώ σε πολλά σημεία είναι περισσότερο φιλότιμη και έχει αυτοθυσία, σε μερικά μικρής σημασίας συμβάντα αποθαρρύνεται και μικροψυχεί.

Δεν είναι υπερβολή ούτε προσποίηση η εκδήλωση αγάπης του συζύγου προς τη γυναίκα του, αφού μόνο στη νόμιμη συζυγία μπορεί να εκδηλωθεί η γνήσια και πραγματική αγάπη, εφ’ όσον «έσονται οι δυο εις σάρκα μίαν». Καμιά άλλη εκδήλωση τρυφερότητας και συμπάθειας δεν μπορεί να παραλληλι­σθεί με το «έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν» της νόμιμης συζυγίας από την οποία προέρχεται η καταβολή της ανθρώπινης ζωής. Άλλωστε και η περιγραφή του γυναικείου φύλου, που είναι και το ασθενές μέρος, απαιτεί την πρακτική του συμπλήρωση από την ανδρική αγάπη και αυτός είναι ο λόγος της ζήλειας που πλεονάζει στη γυναίκα. Ο καλύτερος τρόπος δαμασμού της γυναικείας ζήλειας είναι πρακτικά η γνήσια και έμπρακτη εκδήλωση αγάπης του συζύγου προς τη γυναίκα του.

Στη γενική διαστροφή που επικράτησε λόγω της αποστασίας από το Θεό «ανένδεκτον του μη ελθείν τα σκάνδαλα» (Λουκ. 17,1). Χρειάζεται πολλή προσοχή στη συγκράτηση του δεσμού της συζυγίας. Να μη λαμβάνονται υπ’ όψιν τα σκάνδαλα, από τα οποία πηγάζουν οι παρεξηγήσεις. Συνιστούμε, ειδικά στον άνδρα, ως την κεφαλή, να μην προδίδει την αγάπη και το σύνδεσμο με τη σύζυγό του, γιατί ο διάβολος και τα όργανά του ουδέποτε θα παύσουν να πολεμούν για να πληγώσουν τη ρίζα της ζωής.

Ένα δείγμα πραγματικής παρηγοριάς και στηριγμού, που μας συμβούλευσαν οι γέροντες σύμβουλοί μας, και των δύο φύλων, για τις δύσκολες ώρες είναι: «Μην ξεχνάτε ποτέ την πρώτη εβδομάδα του γάμου σας». Είστε οι ίδιοι όπως και τότε. Τίποτε δε σας χωρίζει.

Υπενθυμίζουμε στους άνδρες το «συνοικούντες κατά γνώσιν, ως ασθενεστέρω σκεύει τω γυναικείω» (Α’ Πέτ. 3,7). Αυτό σημαίνει ότι η παρεκτροπή της συζύγου θεραπεύεται με την αγάπη και την τρυφερότητα, παρά με την επίπληξη και το θυμό. Μην κάνεις παρατήρηση στη σύζυγό σου, σε περίπτωση λάθους, ειδικά την ώρα του πειρασμού και της αιχμής. Εφάρμοσε το λόγο του Δαβίδ: «Εγώ δε ωσεί κωφός ουκ ήκουον, και ωσεί άλαλος ουκ ανοίγων το στόμα αυτού» (Ψαλμ. 37,13). Σε άλλη ώρα, όταν είστε μόνοι σας, μακριά από τα παιδιά, εάν υπάρχουν, πάρε με τρυφερότητα τη σύζυγό σου στην αγκαλιά σου και πες της. «Αγάπη μου, δεν ξέρεις πόσο σε αγαπώ; Εγώ θέλω να είσαι μια αξιοπρεπής κυρία. Αυτό που έκανες δεν σε τιμά». Τότε μόνο δέχεται το σφάλμα και ζητά συνειδητά συγγνώμη. Αυτά είναι γεννήματα της πείρας. Εάν την ώρα του λάθους ή της ζημιάς, την ελέγξεις, θα πεισμώσει, θα ανταπαντήσει, θα μουτρώσει, θα επικαλε­σθεί προφάσεις και θα πει ψέματα! Η σύνεση προλαμβάνει, εάν χρησιμοποιηθεί το φάρμακο της αγάπης.

Από τη μικρή ερευνά μας, από όσα ακούσαμε και είδαμε, βγάλαμε το συμπέρασμα ότι την περισσότερη ευθύνη για ό,τι κακό συμβαίνει στους γάμους έχουν οι άνδρες, γιατί δεν δείχνουν αγάπη στις συζύγους τους. Αγαπούν, δυστυχώς τις γυναίκες, αλλά όχι τις δικές τους. Αυτή είναι η ρίζα του κακού. Τότε φυτρώνει η ζήλεια και η υποψία -με τα γνωστά αποτελέσματα-, ιδίως όταν και οι γύρω διατείνονται ότι μάλλον κάτι συμβαίνει!

Το γραφικό «άφετε και αφεθήσεται» και το «ανεχόμενοι αλλήλων εν σπλάχνοις Ιησού Χρίστου» πρέπει να επικρατεί απαραιτήτως για να υπάρχει ομαλότητα στην οικογένεια. Πολλά λάθη και σκληρότητα έχουν οι άνδρες. Συνήθως πλεονάζει η απροσεξία και η υποχώρηση στα θέματα ηθικής, που στους καιρούς μας πέρασε τα όρια. Αν συμβεί κάτι τέτοιο στη γυναίκα, τότε ο πέλεκυς της παιδείας και εκδικήσεως πέφτει βαρύς.

Η αγάπη προς τη σύζυγο είναι ως προς τον άνδρα και δικαιοσύνη, γιατί το μόνο πρόσωπο που αχώριστα και πρακτικά θα παραμείνει στο πλευρό του είναι η σύζυγός του, αφού όλα τα πρόσωπα του περιβάλλοντός του σιγά-σιγά θα εκλείψουν, ενώ στους ευσεβείς συζύγους η συζυγία συνεχίζεται και στην αιωνιότητα.


Ο νόμος της επιρροής
Υπάρχει και άλλος λόγος σοβαρότερος, που απορρέει από την έμπρακτη συζυγική αγάπη και ενότητα, σύμφωνα με το νόμο της επιρροής. Αν οι πιστοί σύζυγοι εφαρμόζουν το νόμο της αγάπης μεταξύ τους, τότε η υπερφυσική ενέργεια της αγάπης, που είναι θεία και ζωοποιός, επιδρά οργανικά από τη σύλληψη, την εγκυμοσύνη και τον τοκετό στη διάπλαση του ακέραιου και σωστού χαρακτήρα του παιδιού. Έτσι, πρακτικά και πραγματικά το παιδί αποκτά χαρακτήρα και προσωπικότητα που περιείχε η πρώτη «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» του Δημιουργού ανθρώπινη υπόσταση.

Αν οι σύζυγοι με προσοχή και πίστη εφαρμόζουν στη ζωή τους την εντολή της θείας αγάπης, οι καρποί είναι εμφανείς στην αρμονική και ειρηνική οικογενειακή ζωή καθώς και στο χαρακτήρα των παιδιών που θα γεννηθούν αφού δε θα είναι μόνο γεννήματα και προϊόντα της σάρκας αλλά και του πνεύματος, εφ’ όσον «το γεγεννημένον εκ του πνεύ­ματος πνεύμα έστιν» (Ιω. 3, 6).


Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Συζητήσεις στον Άθωνα, Ψυχωφελή Βατοπαιδινά

Ροή δεδομένων

Ετικέτες-Κατηγορίες

p.Ioannis.Kiparissopoulos. Από το Blogger.

Πληροφορίες

Αναγνώστες

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
Για να μπείτε στήν Αγία Γραφή κάντε κλίκ στην εικόνα

ΠΑΤΕΡΙΚΑ

ΠΑΤΕΡΙΚΑ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις με τα Πατερικά κείμενα κάντε κλίκ στην εικόνα

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΙΑΤΡΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΙΑΤΡΟΣ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

ΑΓΙΟΙ ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΙ ΙΣΑΑΚ ΟΙ ΣΥΡΙΟΙ

ΑΓΙΟΙ ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΙ ΙΣΑΑΚ ΟΙ ΣΥΡΙΟΙ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΞ Αγίου Ιωάννου Σιναϊτου

ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΞ  Αγίου Ιωάννου Σιναϊτου
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

Ορθόδοξο Συναξάρι

Επικοινωνήστε μαζί μας…...

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ

ΓΕΡΩΝ  ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ

ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης

Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής

Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης

Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

Άγιος Νεκτάριος Επίσκοπος Πενταπόλεως

Άγιος Νεκτάριος Επίσκοπος Πενταπόλεως
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

Συνολικές προβολές σελίδας