Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κυριες του χωριου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κυριες του χωριου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2019

ΥΜΝΩ ΤΟ ΣΩΜΑ, Τίτος Πατρίκιος

με λόγια απλά,ποίηση..
ύμνος στον φθαρτό εαυτό μας
Υπέροχο!!
Dimitra Tachatou
ΥΜΝΩ ΤΟ ΣΩΜΑ, Τίτος Πατρίκιος
Ι.Υμνώ το σώμα που υψώνεται σαν μίσχος
σώμα γυναίκας που γοργά ή νωχελικά κινείται
που ανθίζει και τον χειμώνα ακόμα
που αλλάζει όσα νεκρώνουν κύτταρά του
σε ρόδινη φρέσκια σάρκα, που δίνει
τις δικές του προσταγές γι' αέναες επιθυμίες
για σμίξιμο και συνταύτιση μ' ένα άλλο σώμα.
Υμνώ και το κουρασμένο σώμα της γυναίκας
το λυγισμένο από τον μόχθο κάθε μέρας
το φυραμένο, με στεγνωμένους τους χυμούς
το σώμα που το απειλεί η ακινησία
το φοβισμένο από την ηλικία, την αρρώστια
που ενώ ξέρει πως τελικά νικάει ο θάνατος
δεν παραδίδεται άνευ όρων στη φθορά.
ΙΙ.
Υμνώ τα πόδια που δεν αγγίζουν λες τη γη
σαν να ήσανε αέρινα, τις γάμπες σαν σπαθιά
που σκίζουνε στα δυο και το πιο βαθύ σκοτάδι
τ' ασυμβίβαστα γόνατα, τους γλυπτούς μηρούς
που προλειαίνουν ως τα κατάβαθα τις συνερεύσεις
τους διπλοθόλωτους γλουτούς, τη χαραγή τους
το σχίσιμο του κόλπου, το κλειδί της ηδονής.
Υμνώ και τα πόδια με τους πρησμένους αστραγάλους
τα κότσια, τις τριχωμένες γάμπες τις χοντρές
μ' εξογκωμένες φλέβες, φαγωμένες από κιρσούς
τα τσακισμένα γόνατα της δουλειάς, της ορθοστασίας
τα παχιά μεριά με βούλες απ' την κυτταρίτιδα
τις αδρόσιστες, συγκαμένες, μέσα παρειές τους
τα κρεμαστά καπούλια με τους απόκρυφους καημούς.
ΙΙΙ.
Υμνώ τα όρθια στήθη όπως των αγαλμάτων
στο χάιδεμα άγουρα, στο χούφτιασμα γινωμένα
με ρόγες κόκκινες όπως οι άγριες φράουλες
τα μπράτσα που ξέρουν ν' αγκαλιάζουν
τον στητό λαιμό, τις πλάτες επίπεδες κι ανθεκτικές
τη χορευτική κοιλιά με όσες χρειάζονται καμπύλες
με το χρυσό της χνούδι ακύμαντο να περιμένει.
Υμνώ και τις χαλαρές κοιλιές μανάδων
με ουλές από καισαρικές τομές, από εγχειρήσεις
τα προκοίλια γυναικών με το αδηφάγο λίπος
μοναδική απόλαυσή τους, τις κυρτωμένες πλάτες
τα μπράτσα τα πλαδαρά με τις αξύριστες μασχάλες
τους γερτούς τραχήλους, τους έρημους κούφιους κόρφους
με τους σβησμένους πόθους, τις άσβηστες ορέξεις.
IV.
Υμνώ το πρόσωπο που η ομορφιά του σε θαμπώνει
το πρόσωπο με τ' ατίθασα, ηλεκτροφόρα του μαλλιά
τα ματοτσίνουρα που αναβοσβήνουνε το φως
τη μύτη λεπτόγραμμη όπως πλώρη καϊκιού
την τέλεια γεωμετρία των χειλιών με το πηγούνι
το στόμα που στον έρωτα στάζει ροδόνερο και λόγια.
Υμνώ τα μάτια που καθρεφτίζουν δύο απρόβλεπτα πελάγη.
Υμνώ και το πρόσωπο που η ομορφιά το εγκαταλείπει
ή τρομαγμένη κρύβεται στο βάθος των ματιών
το πρόσωπο το σκαμμένο από αγκαθωτές ρυτίδες
με βλέμμα πήλινο, στεγνό, με βλέφαρα άδειες φούσκες
με φρύδια αθέριστα χωράφια, το πάνω χείλι τριχωτό
με κρεατοελιές στα χαμηλά της μύτης, στο πηγούνι.
Υμνώ το πρόσωπο που το τύλιξε μια σταχτιά σκιά.
V.
Υμνώ τα χέρια που δίνουν μορφή στην ύλη
που γράφουν στο χαρτί, στη γραφομηχανή, στον υπολογιστή
που σιωπώντας ξέρουν να μιλούν, τ' ασημένια χέρια
που σφίγγουν, θωπεύουν, αποχαιρετούν για πάντα
τα χέρια που πιάνουν ό,τι ακάθαρτο μένοντας αθώα
που ανασηκώνουν μωρά, αρρώστους, πληγωμένους.
Υμνώ τα δάχτυλα που αγγίζουν όργανα και χαρίζουν μουσική.
Υμνώ τα χέρια που βαριά δουλεύουν, τα τραχιά
τα μασημένα από μηχανές, τα ματωμένα από εργαλεία
τα καταπονημένα από τη λάτρα του σπιτιού
τα δάχτυλα με τα ραγισμένα, ξεφλουδισμένα νύχια.
Υμνώ τα χέρια που παίρνουν όπλα για την ελευθερία
τώρα όμως μόνο αφού εξετάσω και βεβαιωθώ
πως η ελευθερία που υπόσχονται δεν είναι μια νέα σκλαβιά.
VI.
Υμνώ και το σώμα του άντρα, όμως αυτό λιγότερο
ίσως γιατί λιγότερο μ' εμπνέει, λιγότερο το παρατηρώ
ίσως γιατί δεν διαφέρει τόσο πολύ απ' της γυναίκας.
Πάντως υμνώ το αρμονικό, το αθλητικό του σώμα
όπως και το ακρωτηριασμένο σε πολέμους, σ' ατυχήματα,
το σώμα σε γιορτή, σε συντροφιά, σε στοχασμό.
Κυρίως το υμνώ όπως το ύμνησαν γλύπτες και ζωγράφοι.
Υμνώ το κατορθωμένο σώμα σ' όλες του τις εποχές
όχι μονάχα στην εαρινή, την πρώτη
που όλα τα σώματα είναι από μόνα τους ωραία.
Υμνώ το σώμα που διασχίζει τους καιρούς
όπως καράβι τους ωκεανούς, που συνεχίζει
παρά τα ρήγματα, τις ζημιές, τις αβαρίες,
που μπορεί ν' αναγνωρίζει όλες τις δικές του απώλειες.
VII.
Υμνώ το σώμα που πλάθει τη συνείδησή μου
που φυλάει σε μια κρυψώνα του όσα της ξεφεύγουν
που γεννάει αισθήσεις, σκέψεις, τη μιλιά μου. Το σώμα
που όταν χαθεί θα ζει μες στις δικές μου λέξεις
αυτό που μου γέννησε και τη λέξη χρόνος
γιατί χωρίς το ανθρώπινο κορμί χρόνος δεν υπάρχει
ή κι αν υπάρχει ποτέ δεν αποχτάει νόημα.
Υμνώ το σώμα που μ' αντέχει, δεν μ' έχει βαρεθεί
δεν μ' έχει αποτινάξει από πάνω του
το σώμα που ό,τι κι αν του κάνω
με μεταφέρει, με μετακινεί, με κρατάει ορθό.
Υμνώ το απόλυτο σώμα, το σώμα όλων, το δικό μου
που με καλύπτει, μ' έχει σφιχτά αγκαλιασμένο
αυτό που μαζί μια μέρα θα τελειώσουμε.
Τίτος Πατρίκιος
Ιούλιος 2010

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018

Σήμερα τα ορεινά χωριά έχουν καταρρεύσει από μόνιμο πληθυσμό. Πρωτογενής παραγωγή δεν υπάρχει. Η γεωργία σε πεζούλες, όπου μόνο το αλέτρι με υποζύγιο μπορούσε να οργώσει, έχει σταματήσει.

Φθίνοντα ορεινά χωριά
Του Δημήτρη Μπούσμπουρα
Ένα κείμενο για την σχέση των γεννημένων σε ορεινά χωριά πριν το 1970, με τον τόπο καταγωγής τους Για όσους διασχίσανε πολλούς αιώνες σε λίγες δεκαετίες και βρίσκονται σήμερα μετέωροι. Ανάλογες καταστάσεις υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα σε ορεινά χωριά που χαρακτηρίζονται από πολύ περιορισμένες παραγωγικές δραστηριότητες. Υπάρχει άραγε κάποια προοπτική για αυτά τα χωριά και τον πολιτισμό τους;










Όταν ένας θείος μου ρώτησε μια γιαγιά στο χωριό: «τι έγινε με τον μπάρμπα Λόλο; Τι είπε ο γιατρός;» Η γιαγιά προφανώς επηρεασμένη από το επίσημο ύφος του γιατρού λίγο πριν, απάντησε κάπως πιο επίσημα απ’ ότι συνήθως αντικαθιστώντας το σύμφωνο «τσ» με το «κ»:«Πεκιέτα στην κιουλιά και νάναι ακυνήγητος» ενώ θα ήταν φυσικό να πει: «Πετσιέτα στην τσουλιά τσιε νάναι ατσίνητος». Αυτή η προσπάθεια να είμαστε επίσημοι και ψευδείς – έξω από την πραγματική προσωπικότητά μας – φτάνει στις μέρες μας έως την επιτηδευμένη αγγλική προφορά της Ντόρας Μπακογιάννη ή του Αλέξη Κωστάλα, όταν διαφημίζει τις παραστάσεις ξένων μπαλέτων στο Ηρώδειο.
Έξι γενιές μετά από τους προγόνους μας που πολέμησαν το 1821, για να ζούμε σήμερα σε ένα ελληνικό κράτος, ήταν αρκετές για να ισοπεδωθεί, όχι μόνο η τοπική προφορά, αλλά και ο πολιτισμός που πήγαινε στο βάθος των αιώνων. Ένας πολιτισμός που σβήνει τώρα μαζί μας, καθώς είμαστε οι τελευταίοι μιας μακραίωνης αλυσίδας· οι τελευταίοι κυριολεκτικά που μάθαμε ή απλά ακούσαμε τα δημοτικά τραγούδια «της τάβλας» από στόμα σε στόμα. Στην θέση του πολιτισμού, την ενότητα του ύφους σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του λαού, ήρθε η κουλτούρα, η καλλιέργεια δηλαδή ξένων προτύπων. Πέσαμε κι εμείς, όπως έγραφε ο Νίτσε για την Γερμανία 140 χρόνια πριν, «στην κατάσταση ενός λαού, ο οποίος έχει χάσει την πίστη στο παρελθόν του και έχει παραδοθεί σε μια πυρετώδη κοσμοπολίτικη επιλογή».Το αντίθετο αυτής της κατάστασης ορίζεται από τον Νίτσε ως «το ευχάριστο αίσθημα που το δένδρο αντλεί από τις ρίζες του, η ευτυχία που νιώθουμε, όταν ξέρουμε πως δεν έχουμε γεννηθεί εντελώς αυθαίρετα και τυχαία, αλλά έχουμε βγει και αναπτυχθεί μέσα από ένα παρελθόν ως κληρονόμος, ανθός και καρπός του»
Μια κατάσταση συνειδητής ή ασυνείδητης, αλλά πάντως έντονης εμπλοκής στην παραπάνω αντίθεση καθορίζει το αίσθημα των προηγούμενων γενεών που γεννήθηκαν σε χωριά και αναγκάστηκαν ή επέλεξαν να ζήσουν σε πόλεις στην συνέχεια. Αφορά κυρίως όσους γεννήθηκαν και έζησαν τα δέκα τουλάχιστον πρώτα χρόνια της ζωής τους σε χωριά, όταν η προφορική παράδοση και η ενότητα της κοινότητας ήταν τα καθοριστικά στοιχεία για την διαμόρφωσή τους. Με άλλα λόγια, αφορά όσους γεννήθηκαν πριν την εισβολή της τηλεόρασης, που πήρε την θέση του μεταβιβαστή προτύπων και φυσικά πολύ πριν την ισοπεδωτική εισβολή του διαδικτύου. Μπορούμε να τοποθετήσουμε αυτήν την περίοδο γύρω στο 1970 με ένα εύρος πέντε χρόνων πριν ή μετά, ανάλογα με την περιοχή. Έκτοτε οι αλλαγές στην Ελλάδα ήταν καθολικές προς τον νέο μαζικό καταναλωτικό πολιτισμό.
Όλοι όσοι γεννηθήκαμε πριν το 1965 και ζήσαμε τα πρώτα δέκα τουλάχιστον χρόνια μας σε χωριό, μοιάζουμε με τον Τζέμι Μπάτον, τον ιθαγενή από την Γη του Πυρός (της φυλής Φουέγγα) που δελεάστηκε με ένα μαργαριταρένιο κουμπί (εξ ου και το όνομα που του έδωσαν) για να τον πάρει μαζί του ο καπετάνιος του περίφημου πλοίου Beagle[5]στο Λονδίνο το 1830.

Εκεί του φορέσανε φράκο και του μάθανε αγγλικά. Όταν ο Τζέμι Μπάτον γύρισε πίσω με το επόμενο ταξίδι του Beagle, έβγαλε το φράκο και επέστρεψε στην παλιά ζωή του, χωρίς όμως να προσαρμοστεί απόλυτα. Χαρακτηριζόταν πλέον από ιδιόρρυθμη συμπεριφορά, όπως μαρτυρούν μερικές σπασμωδικές και επιθετικές αντιδράσεις του, που περιλάμβαναν και βίαιες επιθέσεις σε ξένους εξερευνητές και ιεραποστόλους. Ο Τζέμι Μπάτον παρέμεινε ένας Φουέγγα, απροσάρμοστος όμως και επιθετικός, με θυμό και θαυμασμό ταυτόχρονα για τον Αγγλικό πολιτισμό.
Κάπως έτσι, μετέωροι ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς, είμαστε όσοι είχαμε την τύχη να τραγουδήσουμε με τον παππού μας δημοτικά ή να ζήσουμε στο λιτό, ασκητικό σχεδόν, βίο του ορεινού χωριού και να βιώσουμε το αίσθημα του ανήκειν σε μια κοινότητα. Ο πολιτισμός αυτός είναι μέσα μας, άλλοτε ζωντανός και άλλοτε σαν ένας μακρινός απόηχος. Καθώς βρεθήκαμε στην συνέχεια στις πόλεις· καθώς τα χωριά σχεδόν ερήμωσαν και οι ζωντανές κοινότητες των ανθρώπων διαλύθηκαν, είμαστε οι τελευταίοι φορείς μιας παράδοσης που δεν είναι μόνο η μουσική και ο χορός, αλλά μια στάση ζωής και ένας τρόπος θέασης του κόσμου.

Πολλοί, όταν έφτασαν στην πόλη, βρέθηκαν υπό πίεση να απαρνηθούν τον τρόπο ομιλίας, τα τραγούδια, την ιστορία τους. Η υπεροψία στις πόλεις, ειδικά στην Αθήνα, τους έκανε να ντρέπονται για την καταγωγή τους και να καταβάλουν προσπάθεια να φαίνονται ακόμα περισσότερο «πρωτευουσιάνοι» και να το επιδεικνύουν αυτό, με πομπώδη καμιά φορά τρόπο, όταν έρχονταν στο χωριό. Μετατρέπανε δηλαδή το αρχικό αίσθημα μειονεξίας που νιώθανε στην πόλη, σε αίσθημα υπεροχής όταν γυρνάγανε στο χωριό. Μια ανάλογη κατάσταση συνέβαινε στην χώρα μετά την απελευθέρωση, όταν κάποιοι άρχισαν να φοράνε «φράγκικα». Τότε όμως οι παλιοί ήταν περήφανοι και εξακολουθούσαν να φοράνε την φουστανέλα με καμάρι. Γι’ αυτό και υπήρχαν ακόμα άνθρωποι που την φορούσαν το 1950. Το 1970 όμως το αίσθημα μειονεξίας είχε επιβληθεί σε όλους τους προερχόμενους από χωριά και ξεπερνιότανε κυρίως με την επίδειξη καταναλωτικών αγαθών όπως για παράδειγμα μια καινούργια «κούρσα» που έμπαινε στο χωριό κορνάροντας. Η συνεκτικότητα της παλιάς κοινότητας ισοπεδώθηκε ακόμα πιο γρήγορα κατά την δεκαετία του ´80 με την ευρεία διάδοση του καταναλωτισμού.
Βλέπει λοιπόν κανείς πολλούς να αντιμετωπίζουν αφ’ υψηλού και σαν «χωριάτες» τους πρώην συγχωριανούς τους. Μιλάνε συγκαταβατικά αλλά με αίσθηση υπεροχής κι ας είναι φανερό ότι περιφέρουν την κενότητά τους. Αυτή η στάση γίνεται αντιληπτή ως κενοδοξία. Χαρακτηριστική η απάντηση του μπάρμπα-Αποστόλη όταν κάποιος τον ρώτησε «Πώς με βλέπεις μπάρμπα;» «Τι να σου πω Μητσιάκο; Μοσχάρι έφυγες, βόιδι γύρισες».
Σήμερα τα ορεινά χωριά έχουν καταρρεύσει από μόνιμο πληθυσμό. Πρωτογενής παραγωγή δεν υπάρχει. Η γεωργία σε πεζούλες, όπου μόνο το αλέτρι με υποζύγιο μπορούσε να οργώσει, έχει σταματήσει. Παραμένει λίγη εκτατική κτηνοτροφία, συχνά μετακινούμενη, λίγη μελισσοκομία και ίσως υλοτομία. Σε άλλα χωριά όπου οι οικογένειες παρέμεναν γιατί ήταν μαστοροχώρια με περιπλανώμενους οικοδόμους και παρεμφερή επαγγέλματα, όπως στα χωριά της Γορτυνίας ή χωριά εμπόρων όπως αυτά στην Πίνδο, όλη η οικογένεια έχει πλέον μεταφερθεί στον τόπο εργασίας. Άλλωστε οι ορεινές κοινότητες ήταν μια καταφυγή σε δύσκολες ιστορικές περιόδους κατακτήσεων και πολέμων που δεν υφίστανται πλέον. Παραμένουν λοιπόν, μόνιμα ή ημιμόνιμα, στα χωριά κυρίως οι συνταξιούχοι που επέλεξαν να περάσουν σ’ αυτά την τελευταία περίοδο της ζωής τους. Διαφορετικές είναι οι συνθήκες στα, συνήθως μεγάλα, χωριά που έχουν δυνατότητες τουριστικής ανάπτυξης. Αυτά αποτελούν συχνά πρότυπο και για τα μικρά και απομονωμένα, αν και με την οικονομική κρίση ο εσωτερικός τουρισμός κατέρρευσε.
Οι περισσότεροι των παλαιότερων γενεών πηγαίνουν στο χωριό τους μόνο για λίγες μέρες ως απλοί επισκέπτες. Στο ετήσιο πανηγύρι θα χορέψουν δύο ή τρεις χορούς και θα είναι ευχαριστημένοι αν στο τέλος έχει και λαϊκό πρόγραμμα, σαν να βρίσκονται σε οποιοδήποτε σκυλάδικο. Πρόκειται για ανθρώπους που περνάνε την ζωή τους απολύτως συμβατικά και άχρωμα, μετέωροι ανάμεσα σε δύο κόσμους, καθώς στην πραγματικότητα δεν μπορούν να ριζώσουν πραγματικά στον αστικό χώρο, όπου αισθάνονται ξένοι. Μένουν μετέωροι σαν τον Τζέμι Μπάτον και στην πραγματικότητα δεν ανήκουν σε κανέναν κόσμο. Είναι ανέστιοι και στην πόλη και στο χωριό τους.
Μη μπορώντας να βρουν ένα κέντρο αναφοράς καταφεύγουν στον χαβαλέ, την ειρωνεία ή την μίμηση πότε του ενός και πότε του άλλου προτύπου. Βρίσκονται στην πόλη σε γκετοποιημένες θορυβώδεις παρέες και έχουν μια συνεχή αναφορά στο χωριό, ψάχνοντας ασυνείδητα να βρουν μια κοινότητα μέσα στην απρόσωπη μεγαλούπολη, στην οποία δεν εντάσσονται οργανικά. Μιλάνε για το χωριό, μόνο όμως για τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του. Όταν βρίσκονται στο χωριό καταναλώνουν άφθονη μπύρα και τσίπουρα στα καφενεία και περιφέρονται με τα χέρια πίσω στην βόλτα, επιδεικνύοντας μια ψεύτικη ανεμελιά και μιλάνε για την ζωή στην Αθήνα.
Τα παιδιά τους έχουν μια αίσθηση διαφορετική. Μη έχοντας πολλές ουσιαστικές παραστάσεις αντιμετωπίζουν το χωριό ως διακοποχώρι Πολλοί από τις προηγούμενες γενιές αισθάνονται ήδη παρόμοια. Αυτοί είναι αδιάφοροι και βιώνουν λίγες μέρες στο χωριό τους χωρίς καμία σύνδεση με τον τόπο, ως τουρίστες. Τέλος, υπάρχει και η μεγάλη μάζα που έχει ρίξει μαύρη πέτρα πίσω της. Τα σπίτια ρημάζουν και ακόμη και καλά χωράφια γεμίζουν βάτα και λογγώνουν.
Υπάρχει και μια άλλη κατάσταση που βιώνουν κάποιοι πιο ανήσυχοι. Αυτοί ασχολούνται συνήθως με τον τόπο με έναν ιστορικίστικο αποστασιοποιημένο τρόπο ή με μια επιφανειακή λαογραφική ματιά που μένει στα εξωτερικά φαινόμενα. Σ’ αυτήν την κατάσταση παγιδεύονται κάποιοι μορφωμένοι που διατηρούν ένα αίσθημα νοσταλγίας, συνήθως δάσκαλοι ή κάτι συναφές, που μένουν θεατές της ερήμωσης και της απώλειας της συνέχειας. Πιστεύουν ότι έχουν μια εποπτική – θεωρησιακή- αντίληψη αλλά στην πραγματικότητα αποτελούν μέρος της φθοράς. Μη μπορώντας να δουν το βάθος των αλλαγών και την ουσιώδη αλλαγή που συντελείται, στρέφονται στην εκκλησία με έναν ψεύτικο ευσεβισμό ή αντιμετωπίζουν τον πολιτισμό ως φολκλόρ. Οργανώνουν γιορτές και εκδηλώσεις που πολύ λίγη σχέση έχουν με την πραγματική προφορική τοπική παράδοση. Οργανώνουν πανηγύρια με «γύφτικα» τραγούδια που μπορεί να έχουν μέχρι και λουλουδούδες. Τραγούδια νεοδημοτικά με πολλή αντήχηση που δίνει όγκο, τραγούδια πανηγυριώτικα που ευνοούν την επίδειξη Ενώ μια τεράστια βάση από λυρικά και ηρωικά άσματα χάνεται και αυτά τα τραγούδια ακούγονται μόνο σε κάποιες κρασοκατανύξεις «ακαλλιέργητων» κτηνοτρόφων και λίγων μυστών και μερακλήδων. Η τεράστια δυνατότητα για μια αναγέννηση αυτής της υπέροχης μουσικής και ποίησης, με τους αποφοίτους των μουσικών σχολείων παραμένει αναξιοποίητη, καθώς το μόνο ενδιαφέρον των οργανωτών των πανηγυριών είναι η επιβεβαίωση ότι κάνανε το χρέος τους κι αυτήν την χρονιά!

Υπάρχει κάτι όμως που δεν χάνεται. Αυτό που οδηγεί κάποιους να γυρνάνε σ΄ αυτόν τον ορεινό τόπο κι ας μην ξέρουν γιατί. Που ταυτίζονται με τον χώρο και τους ανθρώπους και την εσωτερική του παράδοση, πέρα από τα εξωτερικά έθιμα και την γαστρονομία, για να βρουν δύναμη. Αυτοί βλέπουν την παράδοση με άλλο μάτι, ζωντανό και χωρίς αίσθημα μειονεξίας. Κάποιοι νέοι, λίγοι, που γυρνάνε ή μένουν για μεγάλο διάστημα στα ορεινά χωριά από επιλογή, που συνδέουν την ζωή τους με παραγωγικές διαδικασίες εκεί και όχι μόνο με τον τουρισμό, από επιλογή ζωής και όχι λόγω επιδοτήσεων. Νέοι που σέβονται και ακούν τους παλιούς αλλά έχουν ταυτόχρονα μια σύγχρονη ματιά. Με ένα φυσικό ένστικτο αποστρέφονται την αναπαραστατική λαογραφία όπως έχουν απαρνηθεί και τον καταναλωτισμό της μαζικής κοινωνίας. Αυτοί πρέπει να δείξουν τον δρόμο αφήνοντας πίσω τους τις ενδιάμεσες γενιές. Στην Ελλάδα της κρίσης και της δημογραφικής κατάρρευσης αυτό το μικρό ρεύμα πρέπει να στηριχτεί.



eranistis.net/wordpress/2018/08/15


Κυριακή 9 Ιουλίου 2017

Η Αλήθεια των Παραμυθιών

/florineanews.blogspot.gr/

Το παραμύθι αποτελεί μια απλή και σύντομη λαϊκή ιστορία, η οποία μπορεί να σχετίζεται με την πραγματικότητα, αλλά κατεξοχήν είναι επινοημένη και φαντασιακή. Σχετική είναι η έννοια του μύθου και οι διαφορές τους είναι συχνά δυσδιάκριτες. Η πρώτη εμφάνιση
παραμυθιών χάνεται στα βάθη της ιστορίας ενώ η μετάδοσή τους βασίζεται στην προφορική μεταβίβαση από γενιά σε γενιά.

Ορισμένα χαρακτηριστικά είναι σταθερά και κοινά σε όλα τα είδη των παραμυθιών. Η πλοκή είναι απλή και περιγράφεται με τον απλούστερο δυνατό τρόπο, ενώ η ποικιλομορφία αποφεύγεται συστηματικά. Κάθε στιγμή πρωταγωνιστές είναι μόνο δύο πρόσωπα, τα οποία έρχονται άμεσα αντιμέτωπα, ενώ στο τέλος επικρατεί συνήθως το πιο αδύναμο. Η πλειοψηφία των παραμυθιών δημιουργήθηκε στη μακρά περίοδο του Μεσαίωνα και οι βάρβαρες συνθήκες της εποχής αναπαράγονται με κάθε ευκαιρία. Το περιεχόμενο και οι έννοιες παραπέμπουν στο φόβο για τα φυσικά φαινόμενα, στην εύκολη πίστη σε υπερφυσικά και μαγικά γεγονότα, στη στενή σχέση με τα οικόσιτα ή άγρια ζώα και στην προσπάθεια εξήγησης του κόσμου με τις λιγοστές γνώσεις της εποχής. Έχουν περιγραφεί πολλά είδη παραμυθιών, αλλά για λόγους απλότητας μπορούμε να τα κατατάξουμε σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη αναφέρεται σε ισορροπίες του βασιλικού-φεουδαρχικού καθεστώτος και στη σχέση ενός φτωχού πλην ικανού αγοριού ή κοπέλας, τα οποία καταφέρνουν, αντίστοιχα, να γίνουν βασιλιάς ή σύζυγος πρίγκιπα με αίσιο τέλος, με παραδείγματα την Σταχτοπούτα, τη Χιονάτη κλπ. Μια άλλη κατηγορία περιλαμβάνει φανταστικά όντα όπως δράκους, εξωτικά κλπ, τα οποία έρχονται αντιμέτωπα με τον άνθρωπο με ποικίλη κατάληξη. Τέλος, υπάρχουν τα παραμύθια με ανθρωποποιημένα ζώα, την παράδοση των οποίων ξεκίνησε ο αρχαίος παραμυθάς Αίσωπος, κυρίως με εκπαιδευτικό και διδακτικό χαρακτήρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις η ιστορία του παραμυθιού σχετίζεται με ένα πραγματικό γεγονός, συνήθως τρομακτικό και αποκρουστικό, το οποίο τροποποιήθηκε μερικώς για να είναι ευχάριστο, όπως συμβαίνει με εκείνα που συλλέχθηκαν από τους Γερμανικής καταγωγής αδελφούς Γκριμ. Για παράδειγμα η Κοκκινοσκουφίτσα περιλαμβάνει την κατασπάραξη ανθρώπου από άγριο λύκο.

Αναμφισβήτητη είναι η επίδραση των παραμυθιών στην εκπαίδευση και ψυχισμό των παιδιών. Έρευνες έχουν δείξει ότι τα συναισθήματα και οι σκέψεις που προκαλούν τα παραμύθια προετοιμάζουν τα παιδιά για συγκεκριμένους κινδύνους και προκλήσεις που θα συναντήσουν στο μέλλον και τα βοηθούν να συνειδητοποιήσουν και να ελέγξουν τις φοβίες τους. Μέσω της ταύτισης με έναν από τους χαρακτήρες, είτε τον "καλό" είτε τον "κακό", το παιδί μπορεί να εξωτερικεύσει ελεύθερα και σε ασφαλές περιβάλλον τον χαρακτήρα και την φαντασία του, γεγονός που δεν μπορεί να πράξει στον πραγματικό κόσμο. Για παράδειγμα, οι εισβολείς και οι λύκοι τα μαθαίνουν να προστατεύονται από επικίνδυνες καταστάσεις, ενώ η αντιπαράθεση του καλού και του καλού, της ανδρείας και της δειλίας, του πλούτου και της φτώχιας κλπ διευρύνουν τα όρια αντίληψης και ανοχής της ανώριμης ψυχής τους. Τέλος, τα παραμύθια, συνήθως μεταφερόμενα από τη γιαγιά, βοηθούν με έναν ανεξήγητο τρόπο στη συμμόρφωση των παιδιών και στην υπακοή τους σε συνήθειες, τις οποίες διαφορετικά δεν θα ακολουθούσαν.

Από την εποχή του Αισώπου μέχρι τους σύγχρονους Ευρωπαίους συγγραφείς το παραμύθι συνοδεύει τον άνθρωπο καθόλη τη διάρκεια της ζωής του, λόγω της απλότητας και εγγύτητάς του με τα καθημερινά γεγονότα. Σίγουρα, τα παραμύθια είναι πιο αληθινά από τα κεκαλυμμένα ψέματα, με τα οποία "τρέφονται" και διασκεδάζουν οι ενήλικες.

Βαγγέλης Τσούκας

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2016

Η λεπτή ισορροπία του οργασμού



Ο







Βίλχελμ Ράιχ ήταν σίγουρα ένας εκκεντρικός και αμφιλεγόμενος στοχαστής-συγγραφέας.
Κάποιοι τον θεωρούν ήρωα, ένα μεγάλο μυαλό που η κοινωνία αρνήθηκε να δεχτεί -για να μην παραδεχτεί την ανωμαλία της.
Κάποιοι άλλοι τον θεωρούν τρελό, χαρακτηριστική φιγούρα παρανοϊκού επιστήμονα (παρότι δεν ήταν επιστήμονας).
Όποιος έχει διαβάσει τα βιβλία του, όπως το “Άκου, ανθρωπάκο”, τη “Μαζική ψυχολογία του φασισμού”, την “Ανάλυση του Χαρακτήρα”, τη “Δολοφονία του Χριστού”, τη “Σεξουαλική Επανάσταση”, θα βεβαιώσει ότι ήταν (τουλάχιστον) ένας εξαιρετικός συγγραφέας.
Ο πυρήνας της θεωρίας του Ράιχ, πέρα απ’ τις μαρξιστικές του αναζητήσεις, είναι η σεξουαλικότητα και ο οργασμός (μαθητής του Φρόυντ ήταν).
Η νεανική επανάσταση της δεκαετίας του ’60 (βλέπε Χίπις, Μάης ’68 στη Γαλλία) βασίστηκε και στο βιβλίο του “Σεξουαλική Επανάσταση”, που εκδόθηκε το 1936.
~~
Ο Ράιχ υποστήριζε ότι κανένας άνθρωπος καταπιεσμένος σεξουαλικά δεν μπορεί να συμπεριφερθεί ως ελεύθερος άνθρωπος.
Μένει “θωρακισμένος” [sic]όσο δεν ικανοποιείται.
Αλλά προειδοποιεί: “Η σεξουαλική απελευθέρωση δεν είναι ασυδοσία. Ένας πεινασμένος άνθρωπος, σαν βρεθεί μπρος σ’ ένα τραπέζι γεμάτο φαγητά, θα φάει μέχρι που να κάνει εμετό. Ο Ολοκληρωμένος Άνθρωπος γνωρίζει τι και πόσο χρειάζεται να φάει.”
~~
Ο Ράιχ ήταν από τους πρώτους στοχαστές που επισήμανε ότι κάθε φασισμός, πολιτικός-οικονομικός-κρατικός-θρησκευτικός, βασίζεται στη σεξουαλική καταπίεση.
Η χριστιανική θρησκεία επιβάλλει τη μονογαμία. Για άντρες και γυναίκες, δίνοντας έμφαση στη νοσηρότητα της γυναικείας μοιχείας -και σεξουαλικότητας.
Στον Ισλαμισμό η καταπίεση των γυναικών είναι ακόμα μεγαλύτερη, αφού η γυναικεία παραβίαση της μονογαμίας μπορεί να οδηγήσει σε σωματικές τιμωρίες -σε κάποιες χώρες ακόμα και στην εκτέλεση.
Αυτό δεν είναι παράξενο. Οι “μεγάλες” θρησκείες είναι πατριαρχικές. Κι η πατριαρχία απεχθάνεται την απιστία των γυναικών, γιατί πρέπει να προφυλαχτεί η περιουσία του πατρός (να μην την κληρονομήσει κάποιο μπάσταρδο).
Και η λέξη μπάσταρδος, νόθος, είναι μία απ’ τις χειρότερες βρισιές στις πατριαρχικές κοινωνίες. Μπορεί να χάσεις ολόκληρο θρόνο εξαιτίας αυτής.
~~
Αυτή η βιαιότητα της πατριαρχίας, της ανδρικής κυριαρχίας, δεν είναι ανθρώπινο -μόνο- “προτέρημα”.
Ανάμεσα στους δύο κοντινότερους συγγενείς μας, τους κοινούς χιμπατζήδες και τους χιμπατζήδες μπονόμπο, υπάρχει μια τεράστια κοινωνική διαφορά. Οι πρώτοι έχουν πατριαρχικές ομάδες και είναι βίαιοι -όσο κι οι άνθρωποι. Οι δεύτεροι, οι μπονόμπο, δημιουργούν μητρογραμμικές ομάδες και σχεδόν ποτέ δεν αλληλοσπαράζονται.
Προτιμούν να λύνουν τα προβλήματα τους με το σεξ, κάνοντας ‘το όλη την ώρα, και σε κάθε στάση και συνδυασμό. Ναι, έχουν και ομοφυλοφιλικές σχέσεις, αυνανίζονται συχνά, κάποιες φορές και με τη χρήση εργαλείων, και γενικά πηδιούνται ελεύθερα.
Δεν τους βγαίνει πάντα σε καλό, αφού όταν έρχονται αντιμέτωποι με τους στερημένους κοινούς χιμπατζήδες, δεν μπορούν ν’ αντισταθούν στο μένος τους.
Όπως ήταν δύσκολο για την Ευρώπη να αντισταθεί στους στερημένους Ναζί.
~~
Στη “Μαζική Ψυχολογία του Φασισμού” ο Ράιχ αποδίδει -ίσως με υπερβάλλοντα ζήλο- τη ρομποτική αφοσίωση των στρατιωτών και του Γερμανικού λαού στον Φύρερ στη σεξουαλική καταπίεση.
Τα σύμβολα, οι σημαίες, τα χρώματα, οι ύμνοι, οι στολές ήταν όλα σεξουαλικά υποκατάστατα.
Ένας ανοργασμικός άνθρωπος, κάποιος που γαμάει-γαμιέται, αλλά δεν κάνει έρωτα, κάποιος που δεν μπορεί να εκτονώσει το θυμικό του μέσα απ’ τη σεξουαλική πράξη, θα εκφράσει τα συναισθήματα του με άσχημο τρόπο. Πολεμώντας, σκοτώνοντας, βιάζοντας, ασελγώντας, τρομοκρατώντας, βρίζοντας, καταπιέζοντας.
Η σεξουαλική καταπίεση οδηγεί σε νέα καταπίεση, πιο γενικευμένη.
~~
Το αναγνωρίζει κι η λαϊκή σοφία: Ένας αγάμητος, ένας κακογαμημένος (ανοργασμικός) άνθρωπος έχει πάντα νεύρα, και τα ξεσπάει σε όποιον βρει διαθέσιμο -συνήθως κάποιον στον οποίο έχει εξουσία.
Ο/η δάσκαλος/α – καθηγητής/τρια θα ξεσπάσει στα παιδιά.
Ο αξιωματικός θα ξεσπάσει στους στρατιώτες.
Το αφεντικό θα ξεσπάσει στους εργαζόμενους.
Ο προϊστάμενος θα ξεσπάσει στους υφιστάμενους.
Ο μουσουλμάνος- wannabe gay θα ξεσπάσει στους θαμώνες ενός γκέι μπαρ.
~~
Ο Ράιχ υποστήριζε ότι ο οργασμός είναι το θεμέλιο μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας. Όμως αναφερόταν στον οργασμό που συνδυάζεται με το συναίσθημα -χωρίς να κάνει λόγο για μονογαμία.
Δεν μιλούσε για σεξ, αλλά για έρωτα, έτσι όπως μόνο στην ελληνική γλώσσα μπορεί να αποδοθεί.
Το αγγλοσαξωνικό “making love” δεν μπορεί να αποδώσει το ελληνικό “κάνω έρωτα” (τόσο διαφορετικό απ’ το “γαμάω” ή το δανεισμένο “κάνω σεξ”).
Οι λέξεις που χρησιμοποιούμε έχουν σημασία, γιατί σκεφτόμαστε με αυτές ως οχήματα.
Και σίγουρα είναι διαφορετικές σκέψεις-πράξεις η αγάπη, ο έρωτας, το σεξ, το γαμήσι, το πήδημα.
~~
Καμία λέξη δεν είναι χυδαία ή αισχρή. Δεν υπάρχουν χυδαίες λέξεις, μόνο χυδαίοι άνθρωποι.
Παρεμπιμπτόντως (;) η λέξη χυδαίος, που χρησιμοποιούσαν κι οι οπαδοί της καθαρεύουσας για τους δημοτικιστές, εννοώντας τους αμόρφωτους, τους λαϊκούς, προέρχεται απ’ το αρχαιοελληνικό χέω, που σημαίνει χύνω.
Σίγουρα ο Ράιχ θα είχε πολλά να πει για τη χυδαιότητα της “λαϊκής” γλώσσας και το “χύνω”, σε αντιπαράθεση με τον “στεγνό” (και στείρο) ακαδημαϊσμό των “καθαρών”.
~~
Αλλά ας προσέξουμε. Η ελευθεριότητα, όταν είναι καθοδηγούμενη, κι όταν -ακόμα περισσότερο- είναι υποχρεωτική, δεν είναι ελευθερία.
Στον Θαυμαστό Καινούριο Κόσμο του Χάξλεϊ η μονογαμία ήταν καταδικαστέα. Οι άνθρωποι δεν είχαν το δικαίωμα να επιλέξουν έναν σύντροφο.
Και η σεξουαλικότητα, όπως προβάλλεται συχνά απ’ τα media, μοιάζει να έχει έλλειψη συναισθήματος.
Το πορνό είναι σεξουαλικό, αλλά δεν είναι ερωτικό.
~~
Αυτό που μας κάνει να ερωτευόμαστε είναι η ανάγκη του σώματος -για σεξ- σε συνδυασμό με την ανάγκη του πνεύματος -για έρωτα.
Το “γαμήσι” δίνει σωματική ηδονή, αλλά δεν προσφέρει στο θυμικό.
Οι άνθρωποι δεν είναι ερπετά ούτε απλά θηλαστικά. Ο εγκέφαλος μας έχει άλλο ένα στρώμα, τον νεοφλοιό. Η αναπαραγωγή είναι η αιτία (ερπετοειδής εγκέφαλος), η απόλαυση είναι η αφορμή (θηλαστικά), αλλά ο έρωτας είναι η μετουσίωση.
Η φύση μας εξαναγκάζει να αναπαραχτούμε. Το σώμα μας θέλει να ικανοποιηθεί. Αλλά είναι και κάτι άλλο, μπορούμε να το πούμε αόριστα ψυχή ή πνεύμα, που αποζητά τον οργασμό.
Και ο οργασμός δεν είναι ολοκληρωμένος όταν είναι μόνο σωματικός. Γιατί τότε θα αρκούσε ο αυνανισμός και η πορνεία (αντρική ή γυναικεία).
Ο άνθρωπος ζητάει κάτι περισσότερο. Ζητάει να ερωτευτεί και ν’ αγαπηθεί (αυτά τα δύο ρήματα διαφέρουν).
 ~~
Ο Βίλχελμ Ράιχ πέθανε στη φυλακή των ΗΠΑ, αφού πρώτα είχε εκδιωχτεί από πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Ίσως δεν υπάρχει καλύτερος συμβολισμός για την πουριτανική χυδαιότητα του θαυμαστού καινούριου κόσμου μας.
Ο στοχαστής που αποθέωσε τον οργασμό φυλακίστηκε, ενώ εκείνοι που προωθούν την τρομοκρατία -κρατική ή θρησκευτική- προάγονται κι εκλέγονται.
Ζούμε σε μια ανοργασμική πατριαρχική κοινωνία, όπου η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση είναι ταμπού, ενώ τα παιδιά διδάσκονται επίσημα τα θρησκευτικά δόγματα. Την ίδια στιγμή μαθαίνουν να δοξάζουν τον σεξισμό -χωρίς συναίσθημα.
Δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό, αλλά πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: Πουριτανισμός και ελευθεριότητα. Αγία ή πόρνη/ανέραστος ή γαμιάς. Και στις δύο περιπτώσεις απουσιάζει το συναίσθημα, ο έρωτας.
Όμως άνθρωπος χωρίς συναίσθημα δεν θεωρείται άνθρωπος. Κι αν είναι κάτι που μας κρατάει με τη θέληση μας στη ζωή είναι ο έρωτας.
Αν δεν μπορείς να ερωτευτείς, τότε έχεις χάσει την πεμπτουσία της ζωής. Κι αν ο έρωτας σου είναι πλατωνικός, τότε έχεις χάσει την ηδονή του σώματος.
~~

Η ολοκλήρωση είναι σαν τον

ακροβάτη που περπατάει πάνω σε μια τρίχα. Δεξιά κι αριστερά είναι ο θάνατος.
Κι είναι εκείνη η λεπτή ισορροπία του οργασμού (σεξ και συναίσθημα) που σε κάνει να απολαμβάνεις τη ζωή -επειδή ξέρεις ότι αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα πέσεις.
Κι ακόμα περισσότερο: Όταν ο έρωτας είναι ισχυρός, όταν ο οργασμός είναι ολοκληρωτικός, τότε δεν σε ενδιαφέρει καθόλου αν κάποτε θα πέσεις. Η ζωή γίνεται τόσο ισχυρή, τόσο ηδονική, που ακόμα κι ο θάνατος είναι ασήμαντος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Γελωτοποιόςhttp://www.nostimonimar.gr/orgasm/

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2016

Τραχανάς

Τραχανάς - Πως φτιάχνουμε παραδοσιακό γλυκό τραχανά…

Τραχανάς : ένα παραδοσιακό – μοντέρνο ζυμαρικόgalaktokomika.blogspot.gr

    Πόσο συχνά τον καλείτε στο τραπέζι σας; σας αρέσει ο γλυκός ή ο ξινός; με αλεύρι ή με σπασμένο στάρι; πως τον προτιμάτε;  σκέτο, με βούτυρο, με γάλα ή με τομάτα; τι τυράκι βάζετε; φέτα, ανθότυρο, μυζήθρα;
   Ο τραχανάς είναι βασικό ζυμαρικό της ελληνικής κουζίνας. Θεωρείται το αρχαιότερο φαγητό, μαγειρεύεται από τα Βαλκάνια μέχρι τη Μέση Ανατολή. Η Ελλάδα, αναμφίβολα, διεκδικεί το τίτλο της χώρας με την μεγαλύτερη ποικιλία ειδών τραχανά και πιάτων που βασίζονται σ’αυτόν.
Γίνεται γλυκός  ή  ξινός, ανάλογα με το αν χρησιμοποιείται το γάλα φρέσκο ή μένει να ξινίσει. Γίνεται με αιγοπρόβειο γάλα το οποίο του δίνει τη γεύση και το άρωμα, γίνεται και με άλλους τύπους γάλακτος για λιγότερα λιπαρά αλλά του καταστρέφει τη γεύση. Ο ξινός κάλλιστα μπορεί να γίνει και με πρόβειο γιαούρτι.

Τραχανάς ή χόνδρος, Κους κους ή κουσκούσι και ποια η διαφορά; Γενικά, υπάρχει μια σύγχυση με τις ονομασίες, καθώς σε πολλά μέρη της Ελλάδας συναντάμε ίδια ζυμαρικά με πολλές διαφορετικές ονομασίες ή το ίδιο όνομα να αντιστοιχεί σε διαφορετικό ζυμαρικό. 
Ανά περιοχή προσθέτουν τα δικά τους ντόπια υλικά στη βασική ζύμη και κάνουν ηπειρώτικο τραχανά με μανιτάρια, θρακιώτικο τραχανά με σουσάμι και μπούκοβο, μακεδονικό τραχανά από πολτό κόκκινης πιπεριάς κλπ.

Πώς φτιάχνω γλυκό τραχανά; Καθόλου δύσκολο...αλλά με μπόλικο ιδρώτα..!!


Υλικά
  •  πλιγούρι (χοντροκομμένο σιτάρι)
  •  Λίγο αλεύρι Μαλακό
  •  γάλα πρόβειο ή ανάμικτο με κατσικίσιο.
  •  Λίγο αλάτι
  •  Μία σπάτουλα ξύλινη. Σπάτουλα και όχι κουτάλα, για να εφαρμόζει καλά στον πάτο της κατσαρόλας και να μην κολλάει το μείγμα.
  • Κόσκινο για τραχανά (Μπορείτε να το πάρετε δανεικό από ένα φίλο ή θα το βρείτε σίγουρα σε μια εμποροπανήγυρη ή σε ένα κατάστημα με είδη κουζίνας)
 Εκτέλεση:
Προτιμητέα ώρα έναρξης της διαδικασίας το απόγευμα 5 έως 8, για να έχουμε μπροστά μας όλη τη νύχτα να ηρεμήσει.
 Βράζουμε το γάλα σε μιά μεγάλη κατσαρόλα ανακατεύοντας συνεχώς. Αναμιγνύουμε τα στερεά υλικά (πλιγούρι,μαλακό αλεύρι και αλάτι). 
Μόλις το γάλα αρχίζει να αχνίζει δυνατά και δε δέχεται δάχτυλο , χαμηλώνουμε λίγο τη φωτιά μη μας φουσκώσει και ρίχνουμε σιγά σιγά το μείγμα με το χέρι (μέσα απο ένα πιάτο ή μπολ) ανακατεύοντας δυνατά και γρήγορα συνεχώς μη μας χρουμπουλιάσει.
 Εδώ θα χρειαστείτε τη βοήθεια ενός ακόμη ατόμου, αφού δεν μπορείτε να ανακατεύεται και να ρίχνετε το μείγμα ταυτόχρονα!
 Αφού ρίξετε το μείγμα και ο τραχανάς αρχίζει να είναι πηχτός σταματάμε να "πνίγουμε το πλιγούρι", οπότε κλείνουμε τη φωτιά και το σκεπάζουμε με μία πετσέτα.
 Το αφήνουμε για 2-3 ώρες να "χονέψει" και μετά το μεταφέρουμε στο "ξηραντήριο" (ένα ευάερο και ευήλιο μέρος διαμορφωμένο με την απαραίτητη επιφάνεια για να απλώσουμε τον τραχανα...δηλαδή καλά προστατευμένο με σήτα ή τούλι και σε τοποθεσία να μην έχουν πρόσβαση κατοικίδια και άγρια ζώα τοποθετώντας μέσα πάγκους).
Αρχικά το ανάποδογυρίζουμε στο σεντόνι που έχουμε απλώσει πάνω στο πάγκο.
Το κόβουμε,όλο και σε μικρότερα κομμάτια,όταν κρυώσει και σφίξει ανά κάποιες ώρες, όταν δηλαδή στεγνώνει εξωτερικά. 
Κάθε μέρα τον τρίβουμε με τα χέρια μας κάνοντάς τον όλο και μικρότερα κομμάτια.
Όταν ξεραίνονται εξωτερικά τα κομμάτια τα τρίβουμε σε ποιο μικρά μέχρι να γίνουν τρήμα.
Μετά τον τρίβουμε  ομοιόμορφα στο ειδικό κόσκινο.
Γυρίζουμε(ανακατεύουμε) κάθε 3-4 ώρες τον τραχανά ώστε να στεγνώσει εντελώς.
 Στη συνέχεια μαζεύουμε τον τραχανά σε ένα πάγκο, αφήνοντας τον για 10 μέρες.
Προσέχουμε να μην βγάζουμε τον τραχανά σε πολύ έντονο ήλιο ή κατά τη διάρκεια του μεσημεριού γιατί τότε χάνει το βούτυρο του. Όταν στεγνώσει καλά και ο τραχανάς μας είναι έτοιμος, τον τοποθετούμε  σε δοχεία φαγητού (γυάλινα, πλαστικά ή τσίγκινα) ή τον φυλάμε μέσα σε πάνινα σακούλια μακριά από υγρασία,αναλώνεται στα επόμενο χρόνο,κυρίως τον βαρύ Χειμώνα σε σούπες και σε τραχανόπιτες.
-Προσοχή στη διαδικασία ξήρανσης! Αν σας ξεφύγει και ξεραθεί δεν είναι δυνατόν να τον τρίψετε.Γενικά θέλει μεγάλη προσοχή η διαδικασία ξήρανσης παρά η παρασκευή γι αυτό και έχει επικρατήσει η φράση "έχω απλωμένο τραχανά", όταν θέλουμε να υποδηλώσουμε ότι δεν έχουμε χρόνο!


Καλή σας όρεξη!
ΥΓ1: Θα ακολουθήσουν και συνταγές με τραχανά!
ΥΓ2: Δεν βάζω χρόνους στην διαδικασία γιατί υπάρχουν παράγοντες που τους επηρεάζουν όπως οι περιβαντολογικές συνθήκες.
Απλή σούπα τραχανά
Υλικά
  • 1 φλιτζάνι τραχανά
  • 4 φλυτζάνια νερό
  • αλάτι
  • πιπέρι
  • βούτυρο ή λάδι
  • τυρί (ανάλογα με τις προτιμήσεις μας, ταιριάζουν όλα τα τυριά) Εγώ ρίχνω κομματάκια Ανθότυρο,δίνει τέλειο άρωμα..!!
Διαδικασία
  1. Ρίχνουμε το νερό στη κατσαρόλα και αμέσως, ενώ το νερό είναι κρύο, ρίχνουμε και τον τραχανά!
  2. Ανακατεύουμε καλά σε μέτρια σκάλα προσθέτουμε το αλάτι, το πιπέρι και το βούτυρο και βράζουμε για 10 με 15 λεπτά ανακατεύοντας συνεχώς!
  3. Τέλος μόλις είναι έτοιμο ρίχνουμε και το τυράκι μας και είναι έτοιμο να καταναλωθεί!

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2016

Τα παιδιά της πόλης και ο γιατρός του χωριού!

ευρυτανας ιχνηλατης


Ψηλά στην ωραία Ευρυτανία ήταν ένα χαριτωμένο χωριουδάκι πνιγμένο μέσα στα έλατα και τα δροσερά νερά. Είχε υπέροχο κόσμο και παιδιά γεμάτα ομορφιά και ζωή. Εκεί, λοιπόν, συνήθιζαν να ανεβαίνουν κάθε καλοκαίρι για διακοπές, αρκετές οικογένειες που κατάγονταν από αυτό το χωριό αλλά ζούσαν μόνιμα στην Αθήνα. Τα παιδάκια της πόλης, όμως, διέφεραν κατά πολύ από τα συνομήλικά τους! Δεν είχαν τη ζωντάνια των χωριατόπουλων, ήταν οκνηρά, κάπως χλωμά κι ένοιωθαν συχνά άκεφα και κουρασμένα. Αφήστε που δεν έπαιζαν, ούτε πήγαιναν όπως τα ντόπια παιδιά περιπάτους στο δάσος, μιάς κι όλη μέρα δεν το κούναγαν από την πλατεία μένοντας καθηλωμένα… στις οθόνες  των κινητών τους ή στην τηλεόραση! Ήταν δε και πολύ δύσκολα στο φαγητό, γκρίνιαζαν συνεχώς και δεν έτρωγαν σχεδόν καθόλου λαχανικά και φρούτα.


Οι μεγαλύτεροι άνθρωποι του χωριού ανησύχησαν και προέτρεψαν τους πρωτευουσιάνους γονείς να καλέσουν τον αγροτικό γιατρό ώστε να δει τι συμβαίνει στους μικρούς καλοκαιρινούς παραθεριστές. Έτσι κι έγινε.

Ο γιατρός έβαλε ένα- ένα τα παιδάκια στη σειρά και τα εξέταζε, Δεν διαπίστωσε κάτι το ανησυχητικό στις εξετάσεις τους, όμως προβληματίστηκε από τη γενική τους εικόνα κι έτσι αποφάσισε να συνομιλήσει με τα ίδια τα παιδιά...


Άρχισε λοιπόν να τα ρωτά διάφορα πράγματα για την καθημερινότητά τους.

-«Πηγαίνετε, παιδιά μου, ψηλά στο βουνό για να μαζέψετε ρίγανη και τσάι;»

-«Όχι, κύριε», αποκρίθηκαν με μια φωνή αυτά! «Τι να κάνωμε στο βουνό; Μας αρέσει περισσότερο να καθόμαστε στην πλατεία, να βλέπωμε τηλεόραση και να παίζωμε με τα κινητά μας ωραία παιγνίδια στην οθόνη.»

Ο γιατρός δεν απάντησε, αλλά συνέχισε να ρωτά:

-«Μήπως ξέρει κάποιο παιδάκι να μου πει τι προϊόντα βγάζει αυτό το χωριό;»

Τα  παιδιά βουβάθηκαν, ώσπου κάποιο απ’ αυτά σήκωσε δειλά το χέρι του.

-«Για πες μας εσύ μικρέ μου» είπε ο γιατρός.

-«Βγάζει  μούρα, κορόμηλα, κυδώνια και κεράσια» απάντησε το παιδί.

-«Δαμάσκηνα, ρόδια, σύκα και σταφύλια» συμπλήρωσε ένα κοριτσάκι.

-«Πολύ ωραία, άλλο παιδάκι τι έχει να μας πει;» ξαναρώτησε ήρεμα ο γιατρός.

-«Καρύδια και κάστανα» πετάχτηκε ένα ξανθούλι.

-«Ελατίσιο μέλι και βότανα!» έκανε ένας κοντούτσικος..



Σε λίγο ξεθάρρεψαν και τα υπόλοιπα:

-«Κύριε, κύριε, έχει και φασολάκια, ντομάτες και κολοκυθάκια» φώναξαν μερικά άλλα.

-«Έχωμε και ψάρια από το ποτάμι» ξανάπαν.  

Ο γιατρός χαμογέλασε ικανοποιημένος:

-«Μπράβο παιδιά, βλέπω ότι γνωρίζετε πολλά πράγματα.»

Τα μικρά παιδιά καμάρωναν που ο γιατρός τα επιδοκίμασε.

-«Όμως, για πείτε μου τώρα, εσείς τι τρώτε από όλα αυτά τα υπέροχα αγνά προϊόντα του χωριού μας που μου αναφέρατε πιο πριν;» ξαναρώτησε.

Τα παιδιά σιώπησαν για λίγο, μα αφού κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους πήραν το λόγο:

-«Δεν τα τρώμε αυτά κύριε, εμείς θέλωμε χάμπουργκερ, κόκα κόλες, τσιπς και γλυκίσματα, αυτά μας αρέσουν!»


Ο γιατρός έβγαλε τα συμπεράσματά του. 

Κατόπιν κάλεσε τους γονείς και τους είπε:

-«Στα παιδιά λείπουν βιταμίνες. Θέλω να φροντίσετε για τη διατροφή τους με πολλά φρούτα και λαχανικά, με όσπρια και ψάρια, με καρπούς και μέλι»!

«Επιπλέον, σας λέγω, ότι τα παιδιά χρειάζονται άσκηση, περπάτημα στο δάσος και πολύ παιγνίδι. Θα σας παρακαλέσω, λοιπόν, ειδικά αυτό το μήνα που θα είστε εδώ να μην πληρώσετε τα κινητά ώστε να μην λειτουργήσουν. Επίσης να περιορίσετε κατά πολύ τις τηλεοράσεις σας. Χρειάζεται ανεμελιά και καλή διατροφή. Γι’ αυτό άλλωστε δεν ήλθατε στο βουνό; Εγώ θα περάσω πάλι σε ένα μήνα για να τα εξετάσω ξανά.»


Όμως, σε δυο τρεις ημέρες ο γιατρός ξαναπέρασε αιφνίδια. Αυτή τη φορά δεν συνάντησε τους γονείς παρά μόνο τα παιδιά. Τα συγκέντρωσε στην πλατεία και τους μοίρασε τόπια, όμορφες γκλίτσες, σακίδια και πετονιές με αγκίστρια. Αυτά ξετρελάθηκαν από τη χαρά τους και ευχαρίστησαν το γιατρό.  


-«Μου υπόσχεστε ότι μέχρι να ξανάρθω θα ξέρετε να μου πείτε όλα τα μονοπάτια του βουνού, ότι θα μάθετε να ψαρεύετε στο ποτάμι και θα ξεχωρίζετε τα δέντρα, τα λουλούδια και τα βότανα του δάσους; Και πως θα τρώτε καθημερινά απ’ όλα αυτά τα ωραία προϊόντα που μου περιγράψατε την άλλη φορά;» τους είπε ο γιατρός καλοσυνάτα.
-«Μάλιστα κύριε!» φώναξαν όλα μαζί τα παιδιά και έτρεξαν να συναντήσουν τους ντόπιους συνομήλικούς τους στο χωριό.
Μετά από ένα μήνα, που επέστρεψε ο γιατρός, έμεινε έκπληκτος. Τα παιδάκια ήταν όλα με κατακόκκινα μαγουλάκια, ζωηρά και κεφάτα, ενώ έπαιζαν ασταμάτητα με απίστευτη ενέργεια. Μαζεύτηκαν όλα γύρω από το γιατρό και με τις χαρούμενες φωνούλες τους έλεγαν και ξανάλεγαν συνεχώς για όλα τα καλά που έμαθαν στο δάσος και στο χωριό.

-«Είστε υπέροχα παιδιά, κρατήσατε την υπόσχεσή σας, σάς ευχαριστώ» είπε ο γιατρός.

Και ένα παιδί πιο ζωηρό φώναξε:       
                                                                             
-«Έτσι είμαστε εμείς τα Ευρυτανόπουλα, κρατάμε τις υποσχέσεις μας»!!!

Και όλοι γελάσανε.

Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς… πιο υγιεινά!!!





Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες