Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ληστες αρχιλησταρχοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ληστες αρχιλησταρχοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017

15 πράγματα που δεν κάνουν οι ψυχικά ώριμοι άνθρωποι

People Who are Emotionally Strong


Μπορεί να υπάρχουν πολλοί παράγοντες και σε πολλά επίπεδα οι οποίοι επηρεάζουν το κατά πόσον αισθανόμαστε επιτυχημένοι, πλήρεις και ευτυχείς, αλλά θεωρώ ότι ο σημαντικότερος από αυτούς είναι ο βαθμός της δικής μας συναισθηματικής ωρίμανσης.  Η συναισθηματική ωριμότητα προσφέρει σταθερότητα, ψυχική δύναμη και αυτοπεποίθηση. Τα συναισθήματά μας θεωρούνται μέρος του ψυχισμού μας, αλλά αυτό που τα ξεχωρίζει ποιοτικά είναι ότι έχουν άμεση επίδραση στη φυσική μας υπόσταση· επηρεάζουν τις λειτουργίες του σώματός μας και καθοδηγούν κάθε δράση μας. Χωρίς συναισθήματα δεν θα είχαμε κίνητρο για να κάνουμε το οτιδήποτε. Κατά την αναλογία που δίνει ο Χόρχε Μπουκάι στο βιβλίο του «Φύλλα Πορείας: Ο δρόμος της Αυτοεξάρτησης», αν ο εαυτός μας ήταν μια άμαξα, τα συναισθήματα θα ήταν τα άλογα που την κινούν και το μυαλό μας ο αμαξάς που κρατάει τα γκέμια.

Κατά την οπτική γωνία του παρόντος άρθρου, οι συναισθηματικά ώριμοι άνθρωποι έχουν φτάσει σε μια εσωτερική ισορροπία, όπου ο αμαξάς και τα άλογα συνεργάζονται αρμονικά. Για κάποιους τυχερούς, η ισορροπία αυτή έρχεται με φυσικό, εξελικτικό τρόπο, καθώς μεγαλώνουν και ωριμάζουν μέσα σε ένα οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον που την υποστηρίζει. Σε άλλους, ακόμα πιο τυχερούς, έρχεται λίγο ως πολύ έμφυτη. Για τους περισσότερους από εμάς, είναι μια κατάκτηση που έρχεται μετά από συνεχή, συστηματική, επίπονη και ειλικρινή εσωτερική εργασία. Τα γνωρίσματα της ψυχικής και συναισθηματικής ωριμότητας είναι πολλά, όπως πολλοί είναι και τρόποι με τους οποίους εκδηλώνεται – ίσως υπερβολικά πολλοί για να περιγραφούν. Σε αυτό το άρθρο, αντί να ακολουθήσουμε τη συνηθισμένη οδό, δηλαδή να παραθέσουμε ένα δείγμα των «θαυμαστών» πραγμάτων που κάνουν οι άνθρωποι που έχουν φτάσει σε υψηλό βαθμό ψυχικής και συναισθηματικής ωριμότητας, θα κάνουμε κάτι που ίσως είναι χρησιμότερο· κάτι που δείχνει ποια όρια μπαίνουν χάρη στην ωριμότητα και γιατί, τόσο προς τους εαυτούς μας, όσο και προς τους άλλους.

Ας δούμε λοιπόν 15 πράγματα που  δεν κάνουν οι ψυχικά και συναισθηματικά ώριμοι άνθρωποι:


1. Δεν αποζητούν την αποδοχή των άλλων

Η ανάγκη να αποσπάσουμε την προσοχή και να κερδίσουμε την αποδοχή των άλλων είναι απευθείας συνδεδεμένη με τον συναισθηματικό μας κόσμο. Κάποιοι από εκείνους που έχουν την ανάγκη να γίνονται αποδεκτοί από τους άλλους, αισθάνονται ότι έχουν αξία μόνο όταν παίρνουν την επιβεβαίωση από κάποιον τρίτο, όταν αυτός τους έχει ανάγκη, όταν του είναι χρήσιμοι. Είναι λες και οι άνθρωποι αυτοί αμφιβάλλουν για την αξία τους ή ότι έχουν πολύ χαμηλή αυτοεκτίμηση. Το να αμφιβάλλει κανείς για την αξία του είναι μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία: αν ούτε καν εσύ δεν είσαι σίγουρος για την αξία σου, κανείς δεν θα πιστέψει ποτέ ότι αξίζεις. Η αναζήτηση της αποδοχής των άλλων κρύβει μεγάλες παγίδες. Η μεγαλύτερη, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι με τον τρόπο αυτό υπάρχει ο κίνδυνος οι συγκεκριμένοι άνθρωποι στην πραγματικότητα να χαραμίζουν τη δική τους ζωή, ζώντας τη φαντασιακή ζωή κάποιου άλλου, δηλαδή εκπληρώνοντας τις προσδοκίες κάποιου άλλου. Πολλές φορές αυτό έχει ρίζες στην παιδική ηλικία, όταν οι γονείς προβάλλουν πάνω στο παιδί τις δικές τους προσδοκίες, αντί να του δίνουν αγάπη για αυτό που είναι, όπως είναι, άνευ όρων. Βλέποντας το παιδί την αναγνώριση και την αποδοχή μόνο όταν συμμορφώνεται με την εκπλήρωση των (εκφρασμένων ή υπονοούμενων) προσδοκιών των γονιών του, αναπτύσσει τη συμπεριφορά της αποζήτησης αυτής της αναγνώρισης, μπερδεύοντας την επιδοκιμασία (που εκδηλώνουν οι γονείς λόγω της ικανοποίησης των δικών τους επιθυμιών) με την αγάπη (που έχουν ανάγκη και αποζητούν τα παιδιά). Αυτή η αποζήτηση όμως ποτέ δεν φτάνει σε ολοκλήρωση, καθώς, όση αποδοχή και να κερδίσουν στη ζωή τους (π.χ. μέσω της επαγγελματικής επιτυχίας), πάντα θα τους λείπει το αρχικό ζητούμενο: η αγάπη).


2. Δεν επιτρέπουν σε άλλους να τους ρίχνουν

Ο υγιής ψυχισμός απαιτεί συναισθηματική ανθεκτικότητα. Ο κόσμος είναι γεμάτος ανθρώπους με συμπλέγματα, απωθημένα και κακίες, οι οποίοι δεν θέλουν να βλέπουν άλλους ανθρώπους να προοδεύουν και να προχωράνε στη ζωή τους. Μέσα σε κάθε περίσταση της ζωής σας, μπορεί να υπάρχει κάποιος που σας φθονεί. Η ατυχής αλήθεια είναι ότι, πολύ συχνά, οι άνθρωποι που μας κρατάνε πίσω είναι εκείνοι που βρίσκονται περισσότερο κοντά μας. Το να απαλλαγούμε από αυτούς τους ανθρώπους είναι τις πιο πολλές φορές η καλύτερη λύση, αλλά ταυτόχρονα είναι και η πιο δύσκολη. Αν μπορέσετε να απομακρύνετε διακριτικά αυτούς τους ανθρώπους από κοντά σας, θα έχετε κάνει ένα μεγάλο βήμα για να καθαρίσετε τη ζωή σας από συναισθηματικά φορτία που σας κρατάνε καθηλωμένους.


3. Δεν κρατούν μνησικακία

Αν κρατάτε μέσα σας απωθημένο θυμό, πικρία ή κακία για κάτι που σας έχουν κάνει, τότε ήδη ασχολείστε περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζεται με κάποια κατάσταση. Εάν κάποιος ζητήσει ειλικρινά συγγνώμη, συγχωρέστε τον και προχωρήστε. Εάν δεν ζητήσει συγγνώμη, τότε διακόψτε σχέσεις μαζί του, αποκόψτε τον εαυτό σας από εκείνον και προχωρήστε· μόνο μην αφήσετε τα όποια σκοτεινά συναισθήματα να παραμείνουν μέσα σας. Η μνησικακία (ανάμνηση του κακού), το να κουβαλάτε στις συναισθηματικές αποσκευές σας θυμό ή πικρία για την κακία που αισθάνεστε ότι σας έχουν κάνει, καταναλώνει πάρα πολλή ψυχική ενέργεια, σας κάνει δυστυχείς και βλάπτει την υγεία σας (διαβάστε εδώ για παράδειγμα). Όπως είπε κάποιος κάποτε, η μνησικακία είναι σαν να παίρνω εγώ το δηλητήριο και να περιμένω ότι θα πεθάνει ο άλλος.


4. Δεν σταματούν να κάνουν αυτό που τους αρέσει

Οι συναισθηματικά ώριμοι άνθρωποι κάνουν ό,τι κάνουν επειδή το αγαπούν και δεν το αλλάζουν και δεν το σταματούν για κανέναν τρίτο που μπορεί να έχει τις δικές του προτιμήσεις ή σκοπιμότητες.


5. Δεν σταματούν να πιστεύουν στον εαυτό τους

Εκείνοι που αγαπούν τον εαυτό τους και κατανοούν τον εαυτό τους — εκείνοι που δεν φοβούνται να είναι υπερήφανοι για τους εαυτούς τους — δεν αμφιβάλουν ποτέ για την αξία τους. Ξέρουν ακριβώς πόσο αξίζουν και φέρονται αναλόγως· ούτε υπερεκτιμούν, ούτε υποτιμούν τους εαυτούς τους.


6. Δεν φέρονται επιθετικά προς στους άλλους

Οι άνθρωποι μπορούν να γίνουν κακοί. «Γιατί όμως να συμβαίνει αυτό;» μπορεί να αναρωτηθεί κανείς. Η επιθετική ή καταπιεστική συμπεριφορά προς τους άλλους έχει νόημα και μπορεί να χρησιμεύει μόνο σαν τρόπος επιβολής. Κάποιοι προσπαθούν να επιβληθούν σε άλλους ή να τους μειώσουν, για παράδειγμα στα πλαίσια των επαγγελματικών υποχρεώσεων (π.χ. σε διαπραγματεύσεις)· αν όμως είναι η γενικότερη στάση ζωής τους, τότε αυτό είναι σαφής ένδειξη προσπάθειας υπερκάλυψης της πολύ χαμηλής αυτοεκτίμησης που κατά βάθος τους βασανίζει.  


7. Δεν αφήνουν τον καθένα να μπαίνει μέσα στη ζωή τους

Οι συναισθηματικά ώριμοι άνθρωποι έχουν συναισθηματική σταθερότητα για ένα λόγο: δεν αφήνουν τον εαυτό τους να εκτεθεί στην επίδραση ανθρώπων που δεν έχουν διαλέξει οι ίδιοι. Οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο ζουν τη ζωή τους χαοτικά, χωρίς κατεύθυνση και χωρίς προσανατολισμό (στην καλύτερη περίπτωση) ή ακόμα με τάσεις αυτοκαταστροφής (στη χειρότερη) – και πολύ ευχαρίστως θα έπαιρναν κι εσάς μαζί, για παρέα.


8. Δεν φοβούνται να αγαπήσουν πραγματικά

Εάν φοβάσαι να αγαπήσεις, τότε μάλλον δεν έχεις αρκετή εμπιστοσύνη στον εαυτό σου. Ίσως να πιστεύεις ότι δεν είσαι αρκετά καλός ή αξιόλογος για τους άλλους για να διατηρήσεις μακροχρόνια σχέση. Ίσως δεν μπορείς να διακρίνεις τι θα δουν οι άλλοι σ’ εσένα για να θέλουν να είναι μαζί σου. Ίσως πιστεύεις πως ό,τι και να δοκιμάσεις θα είναι καταδικασμένο έτσι κι αλλιώς να αποτύχει και δε θες να μείνεις πάλι μόνος και πληγωμένος. Προσπάθησε να το δεις από την αντίθετη πλευρά. Κατά βάθος είσαι ένας υπέροχος άνθρωπος και αυτό θα το αισθανθεί οποιοσδήποτε σε γνωρίσει καλύτερα. Ακόμα και αν κάτι δεν προχωρήσει, δε σημαίνει ότι θα φταις εσύ. Σε μια σχέση υπάρχουν πάντα δύο. Αν όλα πάνε καλά, θα είναι χάρη και στους δύο. Αν όχι, η ευθύνη θα είναι και των δύο από κοινού. Εκτός βέβαια, αν είσαι ένας κακός και απαίσιος χαρακτήρας! Τότε ναι, φταις εσύ.


9. Δεν μένουν στο κρεβάτι, τρέμοντας τη μέρα μπροστά τους

Η καλύτερη στιγμή της ημέρας θα έπρεπε να είναι η στιγμή που ξυπνάς και συνειδητοποιείς ότι είσαι για άλλη μια μέρα ζωντανός, ότι έχεις την ευκαιρία να δημιουργήσεις, να καταφέρεις πράγματα, να κάνεις τη ζωή σου καλύτερη! Πολύ συχνά, δυστυχώς, παίρνουμε την ύπαρξή μας σαν αιωνίως δεδομένη.


10. Δεν φοβούνται την ηρεμία

Οι ψυχικά ώριμοι άνθρωποι δεν αισθάνονται την ανάγκη για συνεχή δράση, ούτε έχουν την ανάγκη συνεχούς εύρεσης νέων ερεθισμάτων. Δεν έχουν την ανάγκη να γεμίζουν με δραστηριότητες το χρόνο τους και να είναι συνέχεια στο πόδι, προκειμένου να αποφεύγουν έτσι να αντιμετωπίσουν τους δαίμονές τους ή για να αποδείξουν στους άλλους ή στον εαυτό τους την αξία τους. Εκτιμούν τις στιγμές γαλήνης και ανάπαυλας, καθώς τους υπενθυμίζουν το πώς είναι απλά να υπάρχεις και να αναπνέεις. Με αυτό δεν εννοούμε ότι αποφεύγουν την ένταση, αλλά ότι δεν τους "καίει" κάποια ιδιαίτερη ανάγκη συνεχούς εγρήγορσης και δράσης, δεν είναι παθολογικά εξαρτημένοι από αυτήν. Αντιθέτως, πολύ ευχαρίστως και χωρίς τύψεις ή ανασφάλειες θα πήγαιναν με την πρώτη ευκαιρία για έναν ήσυχο περίπατο ή θα καθόντουσαν για λίγο σε ένα παγκάκι να παρατηρήσουν και να νιώσουν με όλες τις αισθήσεις τους το περιβάλλον.


11. Δεν κάνουν πράγματα που δεν θέλουν

Όλοι κάποιες στιγμές χρειάζεται να κάνουμε πράγματα που είτε δεν μας τρελαίνουν ή δεν μας αρέσουν, αλλά ποτέ δεν θα έπρεπε να κάνουμε πράγματα που δεν θέλουμε. Οι ψυχικά ώριμοι άνθρωποι το καταλαβαίνουν αυτό και έχουν πάντα μέσα στο μυαλό τους τα πράγματα που αγαπούν, κάτι το οποίο σαν στάση ζωής τους βοηθά και στο να βρίσκουν τρόπους για να φτάσουν εκεί. Μπορεί να μην απολαμβάνουν κάθε δευτερόλεπτο καθενός πράγματος που κάνουν, όμως έχουν ένα σκοπό και κάθε τι που κάνουν τους φέρνει πιο κοντά σε αυτό που αγαπούν.


12. Δεν έχουν κανένα πρόβλημα να πουν «όχι»

Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία· αν δεν μπορείς να πεις «όχι», είσαι υποψήφιο θύμα εκμετάλλευσης. Οι άλλοι θα σε έχουν για χαλάκι της εξώπορτας και κανείς δε θα ζητάει τη γνώμη σου – ούτε θα τη λαμβάνουν σοβαρά υπόψη όταν τη δίνεις από μόνος σου. Το να λες «όχι» υπενθυμίζει στους άλλους ότι είσαι ανεξάρτητος, ότι έχεις όρια και ότι δεν μπορούν να σε ελέγξουν στα πάντα.


13. Δεν «αμελούν» να δίνουν ένα χέρι βοήθειας

Η δικαιολογία «δεν μπορώ» δεν στέκει, όταν έχουμε να κάνουμε με τη συμπόνια και τη συμπαράσταση. Μερικές φορές δεν χρειάζεται να έχουμε χρήματα για να βοηθήσουμε κάποιον· λίγος από τον χρόνο μας, η συμπάθειά μας και η προσοχή μας μπορεί να είναι αρκετά. Κάποιοι άνθρωποι επιλέγουν να παραβλέπουν τα πράγματα που τους συνδέουν με τους άλλους. Οι ψυχικά ώριμοι άνθρωποι εκτιμούν τη Ζωή σε όλες της τις μορφές, εκφάνσεις και εκδηλώσεις και είναι περισσότερο πρόθυμοι να βοηθήσουν άλλους που βρίσκονται σε χειρότερη κατάσταση.


14. Δεν αισθάνονται την ανάγκη να «ταιριάξουν»

Όσο πιο ώριμος είναι κάποιος ψυχικά, τόσο λιγότερο αισθάνεται την ανάγκη να ταιριάξει με άλλους ανθρώπους, ομάδες ή καταστάσεις και τόσο περισσότερο ανεξάρτητος γίνεται. Ή, για να χρησιμοποιήσουμε τη φράση του Χόρχε Μπουκάι, τόσο περισσότερο «αυτοεξαρτώμενος» γίνεται, με την έννοια ότι εξαρτάται όλο και περισσότερο από τον ίδιο τον εαυτό του και δεν εξαρτάται από το με ποιον είναι. Το πρώτο στάδιο της διαδρομής που ακολουθεί η σκέψη και τα συναισθήματα των ώριμων ψυχικά ανθρώπων ξεκινάει από τη συνεχή, επίμονη (και επίπονη μερικές φορές, λόγω ξεβολέματος ή απομυθοποίησης καταστάσεων και προσώπων), προσπάθεια αυτογνωσίας, το «γνώθι σ’ αυτόν» του Σωκράτη, δηλαδή από το «ποιος είμαι». Από το ποιος είμαι, με ειλικρίνεια και υπευθυνότητα προκύπτει το δεύτερο στάδιο του σκεπτικού μας, το «τι (θα έπρεπε να) κάνω». Αυτό που θα αναφέρω είναι υπεραπλούστευση, αλλά το χρησιμοποιώ για παράδειγμα: ο ζωγράφος ζωγραφίζει, ο συγγραφέας γράφει, ο αθλητής αθλείται, ο λεμονοστύφτης στύβει λεμόνια. Αυτό εφαρμόζεται αντίστοιχα σε όλες τις εκδηλώσεις του ανθρώπου, από τις προσωπικές, μέχρι τις σεξουαλικές, τις επαγγελματικές, τις κοινωνικές, τα χόμπι κτλ. . Το τι κάνω, με τη σειρά του, μέρα με τη μέρα χτίζει το τρίτο στάδιο και με οδηγεί από μόνο του στο «πού πάω». Στη συνέχεια, πάνω στη διαδρομή που χαράσσεται με βάση το πού πάω, έρχομαι σε επαφή με συνοδοιπόρους των οποίων αυτό το κομμάτι της διαδρομής τους συμπίπτει με τη δική μου (πρόσκαιρα ή μακροχρόνια) και με τους οποίους μπορώ (ή και όχι, ό,τι διαλέξω) να αναπτύξω σχέσεις, οπότε προκύπτει το τέταρτο και τελευταίο βήμα, το «με ποιον είμαι» που λέγαμε στην αρχή.

Οι ώριμοι και έμπειροι συναισθηματικά άνθρωποι γνωρίζουν τη σειρά των βημάτων και επανεξετάζουν τον εαυτό τους συνεχώς. Η σειρά πρέπει να είναι πάντα από τα προηγούμενα προς τα επόμενα, όχι αντίστροφα. Το κάθε ένα επόμενο στάδιο (θα έπρεπε να) είναι αποτέλεσμα όλων των προηγούμενων σταδίων. Για παράδειγμα, το τι κάνω δεν (θα έπρεπε να) καθορίζει το ποιος είμαι –  το ποιος είμαι (πρέπει να) καθορίζει το τι κάνω· το με ποιον είμαι δεν (θα έπρεπε να) καθορίζει το προς τα πού πάω –  το προς τα πού πάω (πρέπει να) καθορίζει με ποιον θα είμαι. Το θέμα αυτό συσχετίζεται άμεσα με το περιεχόμενο που δίνουμε στην έννοια «ελευθερία», καθώς και τις συνέπειες της ελευθερίας. Η ελευθερία μάς ολοκληρώνει οντολογικά ως ανθρώπους, αλλά ταυτόχρονα μάς φορτώνει με ευθύνες και υπευθυνότητες, γι’ αυτό οι περισσότεροι επιθυμούν ολόθερμα να πιστεύουν ότι δεν είναι ελεύθεροι· αλλιώς δεν θα είχαν κανένα άλλοθι για το ότι δεν αναλαμβάνουν δράση για να αλλάξουν την κατάστασή τους (αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για τα αποτελέσματα των δράσεών τους). Από την άλλη, αν παραδέχονταν ότι ήταν ελεύθεροι, δεν θα είχαν κανέναν άλλον να του φορτώσουν (μεταβιβάσουν) τις δικές τους ευθύνες για το τι κάνουν τώρα, πού πάνε τώρα και με ποιον είναι τώρα.


15. Δεν ξεχνούν ότι η «ευτυχία» είναι «στάση ζωής»

Τελευταίο και ίσως σημαντικότερο, οι ψυχικά ώριμοι και ψαγμένοι άνθρωποι κατανοούν την ανθρώπινη φύση και κατάσταση. Καταλαβαίνουν τον ρόλο που παίζει ο εγκέφαλός μας και τη δύναμη που έχει η ίδια η δική μας αντίληψη των πραγμάτων πάνω στο σώμα και το νου μας, και από βιολογικής και από ψυχολογικής πλευράς. Κατανοούν ότι τα συναισθήματα είναι αντιδράσεις· αντιδράσεις όχι απέναντι στα γεγονότα αυτά καθαυτά, αλλά αντιδράσεις στη δική μας αντίληψη των γεγονότων. Με άλλα λόγια, οι αντιδράσεις μας δεν αντανακλούν την πραγματικότητα· αντανακλούν την ερμηνεία που εμείς οι ίδιοι δίνουμε στην πραγματικότητα (φυσική, κοινωνική ή όποια άλλη). Χαρακτηριστικές περιπτώσεις, σε ό,τι αφορά τη «φυσική πραγματικότητα», είναι εκείνες που θίγονται στο άρθρο μας «Φυσικές αισθήσεις – Ο θόρυβος ενός δέντρου που πέφτει».Αν κάποιος το κατανοήσει αυτό βαθιά, θα είναι σε θέση να διαχειριστεί πολύ καλύτερα τα συναισθήματά του και, αλλάζοντας τη στάση του, να αλλάξει την κατάστασή του και, σε τελική ανάλυση, την ευχαρίστηση που παίρνει από τη ζωή του.

Δευτέρα 8 Μαΐου 2017

Ο νέος βολεμένος άνθρωπος


Ενας τύπος ανθρώπου που ευδοκιμεί σήμερα, ανάμεσα σε πολλούς άλλους που έχει διαμορφώσει η εφταετία των μνημονίων, είναι αυτός του βολεμένου, δεξιού ή αριστερού πλέον δεν έχει καμία σημασία. Εχει τη δουλίτσα του, το σπιτάκι του, το αυτοκινητάκι του και λέει ότι καλά είναι εκεί, αδιαφορεί πά' να πει για τους πάσχοντες και τους απεγνωσμένους, για τους χιλιάδες επαίτες που συναντούμε σε κάθε βήμα μας.
Εχει πάψει πια να αναζητεί νέες μορφές πολιτικής δράσης, που πιθανώς θα έβγαζαν από το αδιέξοδο τη χώρα. Αρκείται στο κλασικό μοτίβο τού ποιος κατέχει την εξουσία· ε, με αυτόν θα πορευτεί και ας είναι ο εξουσιάζων ένας μικρός τύραννος.
Οχυρωμένος συνήθως πίσω από την ιδεολογία του, η οποία έχει συγκροτήσει την κοσμοεικόνα του, έχει πάψει να ακούει ή να συνομιλεί ή να νοιάζεται για τις δυσμενείς για τους πολλούς εξελίξεις γύρω του. Αρνείται εναλλακτικές λύσεις και τη βαθιά υπαρξιακή - φιλοσοφική - πολιτική έννοια της αλληλεγγύης και σχεδόν ειρωνεύεται όσους προσπαθούν να ζήσουν «εκ των ενόντων» ή αναζητούν κάτι πιο ίσο, πιο ανθρώπινο για τις κοινωνίες.
Δεν ταράσσεται. Δεν του περισσεύουν δάκρυα. Δεν συμπάσχει. Εύκολα απαξιώνει «ιερά πρόσωπα» που εκφράζουν διαφορετική από τη δική του άποψη. Δεν γνωρίζει το μέτρον. Αγνοεί την ευγένεια. Πηγαίνει σε πολιτιστικές εκδηλώσεις, βάρβαρον, όμως, έχων ψυχή. Είναι ενήμερος περί τα «κοσμικά» (και τα αθλητικά βεβαίως - φτωχέ Ξενοφάνη...)
Ομιλεί χυδαία, θεωρώντας ο καψερός ότι μιλάει λαϊκά (μπορεί να σου πετάξει και στα μούτρα ότι «δεν υπάρχει χυδαία γλώσσα, υπάρχουν χυδαίοι άνθρωποι»).
Εύκολα μετατρέπει μια συλλογική «επιτυχία» σε προσωπική (του)· κοκορεύεται και αυτοεπαινείται χωρίς ενδοιασμό. Α, πλειστάκις (πάντοτε, εννοείται) αυτοχαρακτηρίζεται αριστερός. Τον μπαγάσα· αδυνατεί να κατανοήσει ότι εξευτελίζει την ίδια την Αριστερά και όσους έχουν πραγματικά πονέσει γι' αυτήν. (Ποια Αριστερά, και μ.... Την εξουσία να διατηρήσουμε πάση θυσία - όσοι διαφωνούν είναι πολύ αριστεροί, άρα ανεδαφικοί ή, ακόμη ακόμη, δεξιοί).
Ο βολεμένος απαντά σε όλες τις κοινωνικές τάξεις, σε όλες, μάλλον, τις πολιτικές φατρίες - ακόμη κι ένας αχθοφόρος ονειρεύεται έναν ή πολλούς υφισταμένους του. Εντάξει, δεν είναι γέννημα θρέμμα της κρίσης (πάντοτε υπήρχε), απλώς τώρα οράται και μέσα στην Αριστερά - κι έτσι μάθαμε ότι το ηθικό της πλεονέκτημα ήταν ένας συγκεκαλυμμένος τρόπος της μνησικακίας και της αδυναμίας για κατάληψη της εξουσίας.
Θα πει κανείς, λειψή είναι η παιδεία μας, έτσι είναι οι άνθρωποι - μπα; Και η γλώσσα; Ο πολιτισμός; Η αλληλεγγύη; Καλά, τώρα. Ρομαντισμοί παλιάς κοπής, θα πει ο επικρατών νέος τύπος του βολεμένου, πιο επικίνδυνος ίσως τύπος και από τον κόλακα και τον ρουφιάνο. (Μην ταυτίσουμε τις τρεις έννοιες - θα αδικηθούν μερικοί «αφελείς» που δεν ξέρουν πού πάν' τα τέσσερα).

Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

Ταξίδι στον Άδη (ένα κείμενο για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο)

Βασίλης Ραφαηλίδης
Το παρακάτω κείμενο περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο.eranistis.net/wordpress
Σκηνή από το ‘Ταξίδι στα Κήθυρα’
Ταξίδι στον Άδη
του Βασίλη Ραφαηλίδη
Το Ταξίδι στα Κύθηρα είναι ένα ταξίδι που δεν γίνεται· γιατί τα Κύθηρα δεν υπάρχουν. Περισσότερο από γεωγραφικός, τα Κύθηρα είναι ο μυθικός χώρος της «άφατης ευτυχίας» του Antoine Watteau και της «δύσκολης επιτυχίας» του Charles Baudelaire Η «Επιβίβαση για τα Κύθηρα», το πιο διάσημο ζωγραφιστό πλοίο που «ναυπήγησε» με το χρωστήρα του ο Watteau για τις ανάγκες των «ερωτικών γιορτών» του, τούτη την πιο ψηλή κορφή του ροκοκό, δεν ήταν κι αυτή παρά μία απ’ τις πολλές γιορτές της καλπαστικά ανερχόμενης γαλλικής αστικής τάξης των αρχών του 18ου αιώνα. Από το 1717 που εκτέθηκε για πρώτη φορά τούτος ο -κυριολεκτικά και μεταφορικά- μυθικός πίνακας, μέχρι το 1789, μας χωρίζουν μόλις 72 χρόνια. Είναι τα χρόνια που οι fetes galantes του Watteau θ’ αρχίσουν να γίνονται μονότονες, έτσι όπως επαναλαμβάνονται μονότονα στους κήπους και τα πάρκα, και θα ετοιμαστούν να εκτοπίσουν απ’ τα ανάκτορα του Κεραμεικού, περνώντας από τη Βαστίλη, τις βασιλικές «ερωτικές γιορτές». O Watteau είχε όλο το δικαίωμα να είναι κωμικά αισιόδοξος: η αστική τάξη δεν έχει καταλάβει ακόμα την εξουσία κι είναι ζωηρή και ευδιάθετη, γιατί ονειρεύεται από τώρα την επιβίβασή της για τα Κύθηρα.
Όμως, στα μέσα του 19ου αιώνα, ο Baudelaire, που πόθησε όσο κανείς το ονειρεμένο ταξίδι, θα διαπιστώσει πως όλα τα πλοία για τα Κύθηρα έχουν βουλιάξει. Το «Κάλεσμα σε ταξίδι» δεν είναι παρά το ειρωνικό ποιητικό «διάβασμα» του διάσημου πίνακα του Watteau, που τον γνώριζε καλά τούτος ο σπουδαίος τεχνοκρίτης και ποιητής, ο πρώτος που κατάλαβε πως τα Κύθηρα δεν υπάρχουν παρά μόνον ως συνώνυμο της ουτοπίας. Και γι’ αυτό συνιστούσε, για αντιστάθμισμα, «να είμαστε συνεχώς μεθυσμένοι από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, κατά την προτίμησή μας», χωρίς, παρ’ όλα αυτά, να ξεκολλάει απ’ το ταραγμένο μυαλό του το μεγάλο όνειρο που επέβαλε ο Watteau και που γρήγορα ξεθώριασε: «Όλα εκεί τάξη και ηδονή – χλιδή, γαλήνη, καλλονή» O «παρακμίας» Baudelaire θα επιχειρήσει το δικό του ταξίδι στα Κύθηρα μέσα απ’ το όπιο, εγκαινιάζοντας έτσι μια καινούργια εποχή στα ποιητικά «ταξίδια», που συνεχίζεται. Βρισκόμαστε ήδη πολύ μακριά απ’ το 1789, κι ακόμα πιο μακριά απ’ το 1717, τη χρονιά που ο Watteau έφερε στα Κύθηρα, με το περίφημο καράβι του, πάνω από σαράντα Έρωτες, οι οποίοι περιβάλλουν από παντού τους πανευτυχείς ταξιδευτές. (Οι μελετητές απέδειξαν πως η «Επιβίβαση για τα Κύθηρα» έχει λανθασμένο τίτλο· γιατί πρόκειται σίγουρα για αποβίβαση κι όχι για επιβίβαση. Κάπου τα μπέρδεψε ο Watteau μέσα στον ενθουσιασμό του, αλλά αυτό έχει πολύ μικρή σημασία: είτε πρόκειται για ταξίδι που θα γίνει, είτε για ταξίδι που έγινε, το σημαντικό είναι πως ο Watteau δεν αμφιβάλλει για τη σκοπιμότητα και την επιτυχία του ταξιδιού.)

Watteau, Προσκύνημα στα Κήθυρα (1717)

Το ταξίδι στα Κύθηρα το επιχείρησαν δύο Γάλλοι – καθένας με τον τρόπο του και τα μέσα της δικής του τέχνης. Το ίδιο ταξίδι, αλλά, αυτή τη φορά, απ’ την Ελλάδα στην Ελλάδα, θα το σχεδιάσει, αλλά δεν θα το κάνει, γιατί, όπως είπαμε, τα Κύθηρα δεν υπάρχουν, ένας έλληνας κινηματογραφιστής, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, που γνωρίζει τους Γάλλους καλά και τους Έλληνες καλύτερα.
Τώρα πια, αυτοί που ονειρεύτηκαν ένα ταξίδι στην Ελλάδα, είναι οι Έλληνες, που αναρωτιούνται πού βρίσκεται αυτή η μυθική χώρα: Είναι σίγουρο πως η χώρα στην οποία ζούμε είναι η Ελλάδα; Κι αν είναι η Ζουλουλάνδη με ψευδώνυμο; Αν τα Κύθηρα, κατά τους γεωγράφους, είναι νήσος ελληνική, κι αν τα Κύθηρα, κατά τους ποιητές, είναι μόνο μύθος, τότε μια Ελλάδα με μυθικά Κύθηρα είναι κι αυτή, κατά πάσα πιθανότητα, μια χώρα μυθική· δηλαδή ανύπαρκτη.
Κι έτσι, εντελώς ξαφνικά, στον Watteau και στον Baudelaire έρχεται να κάνει παρέα ο Borges, με τους αντιστρέψιμους, λαβυρινθώδεις χώρους του, όπου ποτέ δεν μπορείς να διακρίνεις τα όρια του πραγματικού και του φανταστικού. (Άλλωστε, δεν έχουν καμιά σοβαρή σημασία αυτά τα όρια…) Μήπως, λοιπόν, στην ταινία του Αγγελόπουλου, τα Κύθηρα είναι υπαρκτά, ακριβώς γιατί είναι μυθικά; Η ελληνική Ιστορία είναι τόσο σπαρακτικά υπαρκτή εδώ, τόσο απίστευτα υπαρκτή, ώστε ακριβώς τούτο το απίστευτο είναι που τη μεταθέτει αυτόματα στην περιοχή του μύθου.
Λοιπόν, ένα ταξίδι στα Κύθηρα είναι τώρα πια ένα ταξίδι στον Άδη, που την είσοδό του συνεχίζουν να τη φυλάν οι Κέρβεροι. Το Ταξίδι στα Κύθηρα του Αγγελόπουλου σε καλεί σε μια κάθοδο στον Άδη της Ελληνικής Ιστορίας, όπου βρίσκονται ενταφιασμένα όλα τα «ελληνικά ιδανικά». Βέβαια, κανείς δεν είναι υποχρεωμένος ν’ ακολουθήσει την ποιητική περιήγηση σε τούτο τον «ου- τόπο». Ωστόσο, αυτό το ταξίδι στο μύθο διά της Ιστορίας και στην Ιστορία διά του μύθου μπορεί να έχει ένα πολύ πρακτικό αποτέλεσμα: να σου μάθει να διακρίνεις το μυθικό από το πραγματικό, έτσι ώστε, όταν λες: «Ζήτω η Ελλάς!», να ξέρεις, τουλάχιστον, περί ποίου πράγματος ομιλείς, διότι παρά πολύ συχνά συμβαίνει να απευθύνουμε την ευχή «να ζήσει» σ’ ένα πτώμα. Είπαμε πως στο Ταξίδι στα Κύθηρα δεν γίνεται κανένα ταξίδι στα Κύθηρα. Γίνεται, όμως, ένα φοβερό ταξίδι στην ελληνική Ιστορία. Και πριν αντιμετωπίσουμε τούτη την ιστορική ταινία (ιστορική, με τη διπλή έννοια: αναφέρεται στην Ιστορία και εγγράφεται από τώρα στην ιστορία του κινηματογράφου), πρέπει να δούμε τους γεωπολιτικούς όρους που κάνουν τούτο το ταξίδι ιστορικά ανέφικτο και κινηματογραφικά παράδοξο. Φυσικά, τα λίγα που θα πούμε παρακάτω, δεν αποτελούν προϋπόθεση για να κατανοήσει κανείς την ταινία· γιατί, όπως πάντα στον Αγγελόπουλο, η Ιστορία δεν υπάρχει ως παράθεση περιστατικών, αλλά ως στοχασμός πάνω σε ιστορικά γεγονότα, τα οποία έχουν γίνει μυθικά για τις ανάγκες μιας μυθοπλασίας που βρίσκεται πολύ μακριά απ’ το ρεαλισμό, αλλά όχι κι απ’ την πραγματικότητα. Ο Αγγελόπουλος δεν ήταν ποτέ ρεαλιστής με την τρέχουσα έννοια – ούτε καν στην Αναπαράσταση.

Watteau, Αναχώρηση για τα Κήθυρα (1717)

Το Ταξίδι στα Κύθηρα, λοιπόν, είναι ένα ταξίδι στην πίσω μεριά της ελληνικής Ιστορίας, τη συνήθως αόρατη για τους ιστοριοδίφες που συλλέγουν ιστορικά γεγονότα, με την ίδια (περίπου) έννοια που άλλοι συλλέγουν γραμματόσημα. O Αγγελόπουλος δεν είναι συλλέκτης γραμματοσήμων, κολλημένων πάνω στο σελιλόιντ. Είναι ένας άνθρωπος που ζει βαθιά την ιστορία του τόπου του. Γι’ αυτό και οι «ιστορικές» ταινίες του (Μέρες του ’36, Ο θίασος, Οι κυνηγοί, O Μεγαλέξαντρος, Ταξίδι στα Κύθηρα) φαίνονται τόσο απομακρυσμένες απ’ τη μεθοδολογία των ιστορικών εγχειριδίων και των επιστημονικών ιστορικών συγγραμμάτων, παρ’ όλο που δεν τους λείπει (κάθε άλλο, μάλιστα) η αυστηρή ιστορική τεκμηρίωση που λανθάνει πίσω απ’ το αισθητικό γεγονός και το υποβαστάζει με σιγουριά, χωρίς να το διαβρώνει. Οι ταινίες του Αγγελόπουλου είναι το πληρέστερο υπόδειγμα που γνωρίζουμε για την προσέγγιση της Ιστορίας από μια τέχνη που αρνείται (γιατί είναι εμπαιγμός) την αναπαράσταση παρωχημένων γεγονότων τα οποία δεν κατέγραψε «εν τω γίγνεσθαι» μια εκεί παρούσα κάμερα.
Δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως, στην Αναπαράσταση, δε γίνεται τελικά η δικαστική αναπαράσταση του εγκλήματος – κι αυτό, για να μην μπει η κάμερα απατηλά στη θέση του αυτόπτη μάρτυρα. Άλλωστε, εκτός απ’ την περίπτωση της αυτοκτονίας του Μισίμα μπροστά στην τηλεοπτική κάμερα, ποτέ κανείς αυτόχειρας ή εγκληματίας δεν κάλεσε το κινηματογραφικό συνεργείο να παραστεί αδιάψευστος μάρτυρας στην πράξη του. Αυτό, το συνηθίζουν μόνο οι «επίσημοι». Η Ιστορία, ωστόσο, συνεχίζει να γράφεται πίσω απ’ τις δεξιώσεις, πίσω απ’ τα επιβεβλημένα διπλωματικά χαμόγελα. Αυτή την πίσω μεριά τής Ιστορίας προσπαθεί να «πιάσει» ο Αγγελόπουλος, και γι’ αυτή την πίσω μεριά της Ιστορίας δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν αδιάψευστα τεκμήρια. Το γεγονός, όμως, πως δεν έχουμε δει την πίσω μεριά της Σελήνης, δε σημαίνει και πως δεν υπάρχει. Πριν ακολουθήσουμε τον Αγγελόπουλο στο ταξίδι του στην πίσω μεριά της Ιστορίας της Ελλάδας των 35 τελευταίων ετών, καλό θα ήταν να ρίξουμε μια βιαστική ματιά στη συνοψίζουσα συμβολικά την ιστορία της Ελλάδας ιστορία της νήσου Κύθηρα, γνωστής και με το λαϊκό της όνομα Τσιρίγο. Τα Κύθηρα βρίσκονται στο νοτιότατο άκρο της Πελοποννήσου, Ν.Δ. του ακρωτηρίου Μαλέα. Κι ωστόσο, διοικητικά ανήκουν στην Αττική! Τούτο το γαιοδιοικητικό παράδοξο έρχεται να μπολιαστεί σ’ ένα δεύτερο: τα Κύθηρα, ως μορφολογία, ανήκουν στις Κυκλάδες. Κι ωστόσο, είναι το έκτο νησί των Ιονίων νήσων (το έβδομο είναι τα ακόμα πιο μακρινά Αντικύθηρα). Λοιπόν; Τα Κύθηρα ανήκουν στα Ιόνια νησιά; Ή ανήκουν στην Λακωνία; Τα Κύθηρα ανήκουν όπου τα τοποθετήσεις με μια απόφαση ή μια διοικητική πράξη. Τα Κύθηρα ανήκουν παντού… εκτός από τον εαυτό τους – όπως και η Ελλάδα. Τα Κύθηρα είναι ένας ου-τόπος (μια ουτοπία) με τόσο μπερδεμένη ιστορία, που κανείς ιστορικός δεν τα κατάφερε να την ξεμπερδέψει με επάρκεια, όπως και την «κυθήρεια» ελληνική Ιστορία.

Watteau, Αναχωρώντας για τα Κήθυρα (1709-1710)

Τα Κύθηρα υπήρξαν φοινικική αποικία, μινωική αποικία, μυκηναϊκή αποικία, σπαρτιατική αποικία, αθηναϊκή αποικία. Κι αργότερα, φράγκικη αποικία, βενετσιάνικη αποικία, τουρκική αποικία, γαλλική αποικία και, τέλος, αγγλική αποικία. Νεοελληνική αποικία γίνονται το 1863. Μ’ άλλα λόγια, τα Κύθηρα είναι η Αποικία, η σχεδόν πλατωνική Ιδέα της Αποικίας. Να γιατί πάντα ονειρεύονταν τα Κύθηρα Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι: ήταν ένας τόπος βολικός, καθότι αδέσποτος – όπως η Ελλάδα. Μάλιστα, από τότε που οι Φοίνικες έφεραν στα Κύθηρα τη Θεά Αστάρτη, που εκεί πολιτογραφήθηκε Ελληνίδα και βαφτίστηκε Αφροδίτη, και κυρίως από τότε που κτίστηκε εκεί ο περιλάλητος ναός της Ουράνιας Αφροδίτης, όλος ο κόσμος έμαθε πως στα Κύθηρα προσφέρονται ηδονές σε μια ατελείωτη ποικιλία. Συνεπώς, ένα ταξίδι στα Κύθηρα ήταν ένα ταξίδι στο πιο πυκνό κέντρο της ηδονικής ευδαιμονίας που το ονειρεύονταν επίμονα οι ποιητές, τουλάχιστον οι πριν απ’ τον 19ο αιώνα, γιατί, αργότερα, τα πράγματα δυσκόλεψαν, ακόμα και για τους ποιητές.
Για τους Αδελφούς Goncourt, η «Επιβίβαση για τα Κύθηρα» του Antoine Watteau «είναι ο έρωτας, αλλά ένας έρωτας ποιητικός, ένας έρωτας που ονειρεύεται και στοχάζεται, ένας έρωτας μοντέρνος, με τις νοσταλγίες του και τη γιρλάντα της μελαγχολίας του». Περίπου το ίδιο είναι και το Ταξίδι στα Κύθηρα του Αγγελόπουλου: ένας περιπλεγμένος με την Ιστορία και από την Ιστορία έρωτας δύο γέρων -ονειρικός, στοχαστικός, νοσταλγικός, μελαγχολικός. Τούτος ο έρωτας έχει ανάγκη από έναν τόπο για να σταθεί. Και η Ελλάδα δεν είναι πια τόπος ούτε να στέκεσαι, ούτε να ονειρεύεσαι, ούτε να ερωτεύεσαι. Η Ελλάδα, όπως και τα Κύθηρα, είναι ένας τόπος όπου οι μύθοι ευδοκιμούν πάντα, και οι άνθρωποι δυστυχούν πάντα.
Η Ελλάδα είναι σαν ένας κύκλος με πολλές περιμέτρους και κανένα κέντρο. Ένας τέτοιος κύκλος λέγεται φαύλος. Οι κυρίως ειπείν Έλληνες κατοικούσαν ή κατοικούν στην περίμετρο: Ιωνία (είναι συνεχείς οι αναφορές του Αγγελόπουλου στην Ιωνία), Πόντος, Παραδουνάβιες, Κύπρος, Οδησσός, Αίγυπτος, Τασκένδη, και σήμερα Γερμανία, ΗΠΑ, Αυστραλία, Καναδάς κ.λπ. Η «μητρόπολη» είναι ένας φανταστικός χώρος, και οι κατοικούντες σ’ αυτήν Έλληνες αισθάνονται οι μισοί μέτοικοι και οι άλλοι μισοί άποικοι στην ίδια τους την πατρίδα, που είναι σε κατάσταση μόνιμης εσωτερικής κατοχής απ’ τα όρνια.
Δεν είναι μόνο το ταξικό μίσος που χωρίζει τους ιθαγενείς Έλληνες σε «στρατόπεδα», είναι και η αταβιστική αίσθηση πως αυτό το χώμα δεν είναι καθόλου «δικό τους και δικό μας», όπως επιμένει να λέει αφελέστατα και ανιστόρητα το νεοπατριωτικόν ασμάτιον· είναι χώμα που ανήκει σε μια ξένη γη προς κατάκτηση: το κάθε άλλο παρά δίκαιο μοίρασμα των τούρκικων τσιφλικιών, που άρχισε το 1830, δεν ολοκληρώθηκε ακόμα, και το «πνεύμα του ουέστ», στη νοτιοβαλκανική του παραλλαγή, είναι πάντα ζωντανό εδώ. Οι Κλέφτες, που ήρθαν απ’ αλλού, έγιναν Ληστές από το 1840 μέχρι το 1940, συνεχίζοντας έτσι έναν απελευθερωτικό αγώνα που δεν τελείωσε. Βρισκόμαστε πάντα υπό την εσωτερική κατοχή των Κοτζαμπάσηδων. (Για τους Ληστές, τους Κοτζαμπάσηδες και το μεγάλο ελληνικό όραμα μιας αποτελεσματικής απελευθέρωσης, βλ. Μεγαλέξαντρο).
Οι παλιοί Κλέφτες (που νομιμοποιήθηκαν χάρη στην αίσια έκβαση του αγώνα τους) και οι κατοπινοί Ληστές (που νομιμοποιήθηκαν μόνο στη λαϊκή συνείδηση και τη λαϊκή παραφιλολογία) μετεξελίχθηκαν ιστορικά σε «ληστοσυμμορίτες» ή «κομμουνιστοσυμμορίτες» ή, απλά, «συμμορίτες» που συνεχίζουν και σήμερα να δρουν τρομοκρατικά, καθώς ήρθαν και σφηνώθηκαν άκρως ενοχλητικά μέσα στα όνειρα για ευδαιμονία που δημιούργησε στους Κοτζαμπάσηδες το Σχέδιο Μarshall, οικονομική συνέπεια του πολιτικού Σχεδίου Τruman (βλ. και Κυνηγούς).

Σκηνή από το ‘Ταξίδι στα Κήθυρα’, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος

Το πόσο αναίσχυντοι ήταν οι Κοτζαμπάσηδες με παπιγιόν ή χωρίς, μας το έδειξε ο Αγγελόπουλος με εκπληκτική ενάργεια και σαφήνεια στις Μέρες του ’36, όπου οι πραγματικοί συμμορίτες (χωρίς εισαγωγικά) προετοιμάζουν την «ευταξία» του Μεταξά, με αφορμή τις «αταξίες» του Ευταξία, που δεν είχε καταλάβει πως άλλο πράγμα είναι το αγγουράκι κι άλλο το κολοκυθάκι, με συνέπεια να μπερδευτούν πρόωρα τα λαχανικά στη ρώσικη (δηλαδή εγγλέζικη) σαλάτα που ήδη ετοίμαζαν οι Κοτζαμπάσηδες στην κουζίνα τους, γνωστή και με το ψευδώνυμο «Κοινοβούλιο».
Στο Θίασο, όλος ο θίασος της ελληνικής Ιστορίας βρίσκεται επί σκηνής. Τελικά, όμως, την παράσταση κλέβουν στην κυριολεξία οι Κοτζαμπάσηδες, κυρίως χάρη στην καλή σκηνοθεσία τού Scobie. Εδώ, δυστυχώς, οι «συμμορίτες» αυτοπεριορίζονται σε έξοχα σατιρικά άσματα, του τύπου «Το βρακί του Σκόμπι / είναι κόμποι κόμποι.», «επαναστατική» διασκευή ενός μπούγκι-μπούγκι του Glenn Miller. Αν, λοιπόν, το Δεκέμβρη τραγουδούσαν λιγότερο και πολεμούσαν περισσότερο (με τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ που κρατήθηκαν εκτός Αθηνών), σίγουρα ο Αγγελόπουλος δε θα γύριζε το Ταξίδι στα Κύθηρα. Κι εκείνο το ιστορικό κέρδος θα ήταν μια μεγάλη απώλεια για τον κινηματογράφο. Λοιπόν, ουδέν κακόν αμιγές καλού – αν και, εδώ, το «καλόν» είναι τάξεως αισθητικής και όχι πολιτικής, πράγμα που θα το προτιμούσαμε, φυσικά. Γι’ αυτό, όμως, είναι η τέχνη: να μας παρηγορεί για μια απώλεια μ’ ένα κέρδος. Και οι κερδισμένοι, κατά κανόνα, δεν κάνουν τέχνη. Περιορίζονται στο να τρώνε τα κέρδη τους και, στην περίπτωση που μας απασχολεί, τα κονδύλια του Σχεδίου Marshall.
Λοιπόν, τούτη η χώρα κατοικείται μονίμως από «Έλληνες» και Έλληνες: για τη Δεξιά, Έλληνες είναι όσοι δήλωσαν τέτοιοι και όσοι έκαναν μια «δήλωση μετανοίας» για τον πρότερο αμαρτωλό ανθελληνικό τους βίο. Για την Αριστερά, Έλληνες είναι όσοι κατοικούν σ’ αυτή τη χώρα κι όσοι έχουν δικαίωμα να κατοικήσουν στο κράτος που έφτιαξαν οι Κλέφτες (και οι Αρματωλοί, που κι αυτοί επίσης ήταν Κλέφτες, αλλά αρχικά υπό την προστασία των Τούρκων, οι οποίοι αργότερα την απέσυραν, γιατί οι Αρματωλοί αποδείχθηκαν τελικά «μη νομιμόφρονες», καλή ώρα σαν κάποιους στρατιώτες του λεγόμενου «εθνικού στρατού», που βαρέθηκαν τη διατεταγμένη εθνικοφροσύνη και πέρασαν στο απέναντι χαράκωμα, όπου δεν πολεμούσες γιατί σε διέταζαν, αλλά γιατί το ήθελες).
O γερο-Σπύρος (Μάνος Κατράκης) είναι ένας (με «δεξιά» ορολογία) μη Έλληνας που ζει στην Τασκένδη απ’ το 1949· δηλαδή, ένας Έλληνας της περιφέρειας (ή του περιθωρίου, αν προτιμάτε έναν όρο με ασαφές νόημα), ο οποίος, όταν έρχεται με άδεια στην Ελλάδα, διαπιστώνει ότι η Ελλάδα δεν υπάρχει· υπάρχουν μόνο τα ουδέτερα διεθνή ύδατα και, πάνω σ’ αυτά, μια σχεδία που φέρει (είναι γι’ αυτόν φέρετρο) το σαρκίο του και τ’ όνειρό του σ’ έναν ου-τόπο που, κάτω από ομαλές συνθήκες, θα μπορούσε να είναι η πατρίδα του.

Σκηνή από το ‘Ταξίδι στα Κήθυρα’

O Σπύρος είναι ένας Βασιλιάς Ληρ που έχει χάσει το βασίλειό του στον εμφύλιο πόλεμο, ένας Δον Κιχώτης που πίστεψε πως το δόρυ είναι όπλο αποτελεσματικό στη μάχη με τον ανεμόμυλο της Ιστορίας, κι ένας Οδυσσέας που γυρίζει σπίτι του μετά από τριάντα τόσα χρόνια, για να βρει μια ονειροπόλα Πηνελόπη (Ντόρα Βολανάκη) κι έναν συγχυσμένο Τηλέμαχο (Giulio Brogi). Όμως, οι μνηστήρες έχουν ξεπουλήσει προ πολλού την Ιθάκη του, με συνέπεια, ένα ταξίδι που θα μπορούσε να είναι ταξίδι επιστροφής στην Ιθάκη, να καταλήξει σε ταξίδι στα Κύθηρα· δηλαδή, στον Μεγάλο Μύθο μιας πεθαμένης «ευτυχίας για όλους» που ενταφιάστηκε το 1949 στο κοιμητήρι του χωριού του – κι όλων των χωριών της Ελλάδας. Η Ιθάκη δεν υπάρχει πια – όπως στην Οδύσσεια του Καζαντζάκη.
Όμως, στο Ταξίδι στα Κύθηρα, τούτη την αντι-Οδύσσεια, ο Οδυσσέας δε φεύγει γιατί το θέλει· τον διώχνουν. Το έπος είναι ανέφικτο στον καιρό μας. Όλοι οι ήρωες έχουν πεθάνει, κι όσοι ζουν ακόμα, είναι ανεπιθύμητοι στον τόπο απ’ όπου αντλούσαν τη δύναμή τους. Το Ταξίδι στα Κύθηρα είναι μια ελεγεία για τον χαμένο στον ωκεανό Οδυσσέα, που δεν πρόκειται να ξαναβγεί στη στεριά, γιατί δεν υπάρχει πια η στεριά. Υπάρχουν μόνο τα Κύθηρα· δηλαδή ο μύθος της ευτυχίας που ονειρεύτηκε ο Watteau σε μια περίοδο μεγάλης ακμής της αστικής τάξης, η οποία εδώ, στην Ελλάδα, γνώρισε τις fetes galantes όψιμα και χάρη σε «δάνεια» που συνεχίζονται.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι μια ξένη χώρα για όλους: για τους «δεξιούς», γιατί δεν τα κατάφεραν ποτέ ν’ αποκτήσουν «εθνική» συνείδηση (δεν απέκτησαν καν συνείδηση), αφού εθνική συνείδηση δεν δημιουργείται με Σχέδια Marshall· και για τους «αριστερούς», γιατί μόνο τα δύο τελευταία χρόνια άρχισαν να μη νιώθουν μέτοικοι με προσωρινό διαβατήριο (όποιος ήθελε, μπορούσε να τους πάρει) στην ίδια τους την πατρίδα. Η Ελλάδα συνεχίζει να είναι «μια χώρα για εγκατάσταση», όπου, προς το παρόν, όλα είναι προσωρινά και αβέβαια. Πρέπει, συνεπώς, κάποτε να κατακτήσουμε την Ελλάδα, για να βρούμε μια πατρίδα εμείς οι Έλληνες. Αποκλείεται να ζούμε και να πεθαίνουμε μονίμως πάνω σε μια σχεδία που πλέει στα διεθνή ύδατα. Το ταξίδι στα Κύθηρα πρέπει να γίνει οπωσδήποτε, όσα πλοία κι αν βουλιάξουν καθ’ οδόν. Η ουτοπία είναι για να τη ζούμε. Και τα Κύθηρα υπάρχουν στο χάρτη· πρέπει, λοιπόν, να υπάρξουν και στη ζωή μας.
Το Ταξίδι στα Κύθηρα, όπως και οι άλλες ταινίες του Αγγελόπουλου, είναι μια ταινία που ψάχνει για τις εθνικές μας ρίζες, αλλά όχι στο Βυζάντιο (ο Αγγελόπουλος δεν είναι αστείο πρόσωπο). Ψάχνει για τις εθνικές μας ρίζες σε χάρτη πρόσφατης χαρτογράφησης όπου σημειώνεται η λέξη «Ελλάς» όχι όπως αρμόζει σε «σωστούς» χάρτες, και η λέξη «Έλλην», το ιδεολογικό και εννοιολογικό περιεχόμενο της οποίας πρέπει να προσδιοριστεί με σαφήνεια. Πριν, λοιπόν, μάθουμε τι σημαίνει «Ελλάς» (τα θούρια δεν έχουν να μας μάθουν τίποτα επί του προκειμένου), πρέπει να μάθουμε τι σημαίνει «Έλλην».
Ο γερο-Σπύρος ο αντάρτης, ο εξόριστος, ο πεισματάρης, ο ρομαντικός, ο απούλητος, ο γερο-Σπύρος που συνεχίζει ν’ αντιστέκεται σε μια εποχή γενικευμένης παθητικότητας, ο γερο-Σπύρος που αρνείται να «πουλήσει το χιόνι» για να γίνει χιονοδρομικό κέντρο στο χωριό του, ο γερο-Σπύρος που συνεχίζει να είναι «επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη» (διάβαζε: για το ιδιωτικό πορτοφόλι), ο γερο-Σπύρος που ξαναβρίσκει στα παλιά λημέρια του τις παλιές συνθήκες παρανομίας (δεν ξέχασε τη «γλώσσα των παρανόμων»), ο γερο-Σπύρος που συνεχίζει να χορεύει μέσα στα νεκροταφεία και να λέει μια «καλημέρα» στους πεθαμένους συντρόφους, ο γερο- Σπύρος, ο σπόρος απ’ όπου ίσως κάποτε φυτρώσουν κι άλλα δέντρα στην άκρη του νεκροταφείου, ο γερο-Σπύρος ο ανεπιθύμητος στην πατρίδα του, είναι ο ΕΛΛΗΝΑΣ.

Σκηνή από το ‘Ταξίδι στα Κήθυρα’

Όμως, στην Ελλάδα υπάρχουν πάντα «κυνηγοί» που κυνηγούν στα χιόνια. Τα χιόνια, όμως, δεν είναι για πούλημα – το ξέρουμε ήδη. Είναι για να κρύβουν μέσα τους το όνειρο, που συνεχώς θα το βρίσκουν μπροστά τους οι απόγονοι των Κοτζαμπάσηδων, κάθε φορά που βγαίνουν για κυνήγι. Σε κάθε λακκούβα όπου θα ’λιωνε το χιόνι, θα αποκαλυπτόταν πάντα το μυστηριώδες πτώμα του Αντάρτη, ίσα ίσα για να διατηρείται ο πανικός, αλλά και η Ελπίδα. Το «φάντασμα» του Βελουχιώτη πλανάται παντού. Και τούτο το «φάντασμα» είναι πραγματικό όσο τίποτα.
Οι τωρινοί κυνηγοί (οι «Αρχές») δε βρήκαν κανένα πτώμα στα χιόνια· γιατί στο Ταξίδι στα Κύθηρα δεν υπάρχουν ούτε πτώματα, ούτε χιόνια.
Υπάρχει μόνο νερό· κι ένας ζωντανός άνθρωπος, ο Σπύρος, που έρχεται απ’ τον ωκεανό και ξαναγυρίζει στον ωκεανό. Ο ωκεανός για τον Σπύρο δεν είναι τάφος· είναι λίκνο. Ίσως σε μια άλλη ταινία του Αγγελόπουλου, το πτώμα να το βρουν ψαράδες. Ο Σπύρος της ταινίας Ταξίδι στα Κύθηρα και ο αντάρτης τής ταινίας Οι κυνηγοί είναι δύο εκδοχές του ίδιου μύθου· μόνο που, τώρα, ο μύθος είναι σοβαρός και πένθιμος, όπως ταιριάζει στο θάνατο κάθε παλικαριού.
Και στο θάνατο κάθε «προοπτικής»· γιατί στην ταινία διασταυρώνονται συνεχώς δύο θάνατοι: ένας βιολογικός και ιστορικός, που επίκειται και «βοηθιέται» απ’ τις «Αρχές», κι ένας συμβολικός, που έχει ήδη τελεστεί: ο γιος του Σπύρου, ο Αλέξανδρος, είναι ο Αλέξανδρος του τελευταίου πλάνου του Μεγαλέξαντρου, που έφυγε από κείνη την ταινία για να βρει καταφύγιο σε τούτη. Είναι, ακόμα, το ορφανό παιδάκι της Αναπαράστασης που, καθώς μεγάλωσε, έγινε σκηνοθέτης.
Μα πώς να ’σαι δημιουργός μέσα σε μια χώρα που δεν υπάρχει παρά μόνο για τους Κοτζαμπάσηδες και τους κολαούζους τους; Τι σημαίνει να δημιουργείς για τους Έλληνες, όταν αυτοί, όντας ξένοι οι ίδιοι, σε θεωρούν ξένο στον ίδιο σου τον τόπο, που εσύ, ωστόσο, τον ξέρεις και τον αγαπάς όσο λίγοι; Επί του βαρβαρικού προκειμένου, οι λύσεις είναι δύο: ή παίρνεις των ομματιών σου και γίνεσαι κι εσύ περιφερειακός, όπως τόσοι άξιοι σε τούτον τον ου-τόπο, ή δίνεις εδώ, στον τόπο σου, τον αγώνα σου μέχρι τέλους, έτοιμος να δεχτείς μια μοίρα ανάλογη μ’ αυτήν του Σπύρου.
O Αλέξανδρος (δηλαδή ο Αγγελόπουλος) διάλεξε τη δεύτερη λύση: σε πείσμα όλων των ηλιθίων, θεωρεί τα Κύθηρα υπαρκτά, και το ταξίδι σ’ αυτά, εφικτό. Όλοι οι κυνηγοί (κι ένας διάολος ξέρει πόσοι τον κυνηγούν) δε θα καταφέρουν να στραγγαλίσουν το δικό του όραμα· γιατί ένας «σκηνοθέτης σε κρίση», που καταφέρνει να εντάξει την προσωπική του κρίση στην «εθνική κρίση», σίγουρα είναι ένας μεγάλος σκηνοθέτης. Δεν είναι καθόλου εύκολο να ενώσεις τις δύο συνιστώσες, την ιστορική και την υπαρξιακή, σε μία συνισταμένη. Και δε νομίζουμε πως υπάρχει ανάλογο στην παγκόσμια ιστορία του κινηματογράφου. Να ελπίσουμε πως θα βρεθούν πολλοί σ’ αυτόν τον ου-τόπο, που θα καταλάβουν πως εδώ έχουμε να κάνουμε με την πρώτη εθνική ελληνική ταινία; Θα ’θελα πολύ να είμαι αισιόδοξος· γιατί κι εγώ πιστεύω πως ένα ταξίδι στα Κύθηρα είναι πάντα εφικτό στο μέλλον.
Κινηματογραφικά Θέματα, τόμος 2, Αιγόκερως, Αθήνα 1985

Σάββατο 25 Μαρτίου 2017

μαλάκα μου, άδραξε τη γαμημένη μέρα



Carpe fuckin’ diem         sanejoker


Υπάρχει εκείνος ο χιμαιρικός αφορισμός, εκείνος που λατρέψαμε απ’ τα χείλη του δικού μας Οράτιου, του oh-captain-my-captain Ρόμπιν Ουίλιαμς:
Carpe diem, seize the day, άδραξε την ημέρα, ζήσε το σήμερα σαν να ‘ναι η τελευταία σου μέρα, YOLO!
Το πιστέψαμε όταν ήμασταν νέοι, το πράξαμε και το φωνάξαμε κάποιες μέρες, ειδικά σε στιγμές γλεντιού και αναπάντεχης ευτυχίας, το νιώσαμε όταν κάναμε τις μικρές μας επαναστάσεις, όταν παραιτηθήκαμε μεγαλειωδώς απ’ τη βαρετή δουλειά ή την τοξική σχέση, όταν αγοράσαμε ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για κάπου, φωνάζοντας: Πουτάνα όλα!
Εκείνο το εκρηκτικό carpe diem της πρώτης νεότητας.
Δεν είσαι νέος αν δεν τα ‘χεις κάνει πουτάνα-όλα μια φορά (και δυο και τρεις). Δεν λογίζεσαι ως άνθρωπος με συναίσθημα αν δεν έχεις τρελαθεί κάποτε, αν δεν έχεις αφήσει το σίγουρο και βαρετό για κάτι αβέβαιο μα νόστιμο, αλαλάζοντας: Α γαμηθείτε όλοι σας!
Θα μπορούσε να υπάρχει ένα τεστ, απ’ αυτά που βάζουν στα facebook ή απ’ αυτά που ρωτάει ο μπαρμπα-Πέτρος στις πύλες του Παραδείσου, για να δει αν θα σ’ αφήσει να μπεις ή θα σε στείλει στο limbo (αυτό είναι ένα βαρετό μέρος, σαν αίθουσα αναμονής οδοντίατρου ανάμεσα στην κόλαση και στον παράδεισο. Και κρατάει αιώνια).
QUIZ: Πόσες φορές τα κάνατε πουτάνα-όλα στη ζωή σας:
Ποτέ
Μία φορά
Δύο φορές
Πολλές φορές
Δεν θυμάμαι – Δεν απαντώ
Κι η επόμενη ερώτηση, ίσως η πιο σημαντική, θα ήταν: Πότε ήταν η τελευταία φορά που τα κάνατε πουτάνα-όλα;
~~
Ίσως να φανεί παράξενο στους νεότερους, αλλά καθώς περνάνε τα χρόνια τόσο μειώνονται οι πιθανότητες εμφάνισης αυτής της «τρέλας».
Η σχιζοφρένεια, λένε οι ψυχίατροι, εμφανίζεται ανάμεσα στα 20 και στα 30. Μετά μπορεί να πάθεις κατάθλιψη, κρίσεις άγχους-πανικού κι άλλα διάφορα, αργότερα αλτσχάιμερ, αλλά τη σχιζοφρένεια τη γλίτωσες.
Με τον ίδιο τρόπο οι άνθρωποι τρελαίνονται και τα κάνουν πουτάνα-όλα μέχρι περίπου τα τριάντα-φεύγα. Όχι ότι μετά δεν συμβαίνει, αλλά μειώνονται δραματικά οι πιθανότητες εμφάνισης τέτοιων yolo-επεισοδίων.
Με μια μικρή seize the day αναζωπύρωση στα σαράντα για τις γυναίκες και στα σαράντα πέντε για τους άντρες, αλλά και πάλι σπάνια πρόκειται για δραματικές καταστάσεις (κυρίως είναι μόνο βαμμένα κόκκινα μαλλιά και ύστατη σεξουαλική απελευθέρωση, παλιμπαιδισμοί και γερορόκ συγκροτήματα, μοιχείες και αθλητικά παπούτσια για δρόμους μεγάλων αποστάσεων).
~~
Κάποιος έγραφε ότι κάθε σαραντάρης ανήκει στην οικογένεια του και στο κράτος. Δεν έχει δικαίωμα να τρελαθεί, να τα κάνει πουτάνα-όλα. Πρέπει να δουλέψει για να μεγαλώσει τα παιδιά του, πρέπει να δουλέψει για να πληρώσει τους φόρους και τους λογαριασμούς.
Περιορίζει τα carpe diem του στις ελεύθερες ώρες, που συνήθως δεν είναι πολλές μες στη βδομάδα, και πριν αδράξει τη μέρα πρέπει να κανονίσει το πρόγραμμα του, να το ταιριάξει μ’ εκείνο του/της συντρόφου του, ν’ αφαιρέσει τις υποχρεώσεις των παιδιών, να προσθέσει τις δυνητικές δυσκολίες, να πολλαπλασιάσει με το κλάσμα των υπολειπόμενων χρημάτων, να διαιρέσει με τις επισυναπτόμενες ατυχίες, να υπολογίσει την τετραγωνική ρίζα κάθε κοινωνικής υποχρέωσης και να υψώσει στο τετράγωνο το θυμικό της ημέρας.
Αυτό που απομένει δεν μοιάζει καθόλου με το seize the day του φίλτατου Ουίλιαμς κι Οράτιου. Συνήθως ακούγεται περισσότερο σαν: «Να κάτσω για ένα λεπτό μόνος. Να μην κάνω τίποτα, να μην ακούω κανέναν. Για ένα λεπτό!»
~~
Η επανάσταση τελειώνει λίγο μετά τα τριάντα, στην καλύτερη περίπτωση. Τελειώνει όταν δεν μπορείς να είσαι όπως θες να είσαι, γιατί πρέπει να είσαι έτσι όπως πρέπει να είσαι.
Χώνεσαι ως τ’ αυτιά μες στη κατάσταση (πες τη και ρουτίνα αν θες) που σου παρέχει το φαγητό και τις διακοπές σου. Οι μικρές αποδράσεις σου γίνονται τα νέα YOLO. Πέντε μέρες κάτεργο για μισή μέρα μεθύσι κι έναν κυριακάτικο καφέ. Έντεκα μήνες κάτεργο για δέκα μέρες στη θάλασσα. Και πρέπει να λες κι ευχαριστώ αν σου τυχαίνει.
Καινούριο πλυντήριο (και στεγνωτήριο, τυχερέ;) Βραστήρας και ποτήρια απ’ το ΙΚΕΑ. Smart phone που είναι πιο έξυπνο από σένα αφού το κοιτάς όλη την ώρα, και tablet για το παιδί, για ν’ απασχολείται όσο κοιτάς το facebook.
Διακανονισμός για το αέριο και τη ΔΕΗ (είχαμε κρύο χειμώνα φέτος) και καλαμαράκια (κατεψυγμένα) τηγανητά στην ταβέρνα την Καθαρά Δευτέρα. YOLO!
~~
Κι ύστερα πέφτεις να κοιμηθείς. Κι όταν ξυπνάς… Στην καλύτερη περίπτωση δεν προλαβαίνεις να θυμηθείς τα όνειρα σου. Ή τα θυμάσαι και σε κάνουν να τσαντίζεσαι.
Και ξυπνάς και βλαστημάς και συνεχίζεις. Βλαστημάς που ζεις, βρίζεις που ξύπνησες, αλλά αυτό δεν σου φαίνεται παράξενο, είναι μέρος της ζωής σου.
Βρίζεις που ξύπνησες; Βλαστημάς που είσαι ζωντανός;
Κάτι κάνεις λάθος, δεν μπορεί, κάτι κάνουμε λάθος. Προτού αλλάξεις τον κόσμο, προτού σ’ αλλάξει ο κόσμος, βρες τι δεν σ’ αρέσει στη ζωή σου, τι δεν σ’ αρέσει στον κόσμο. Ξεκίνα με τον εαυτό σου. Χωρίς yolo και carpe diem και seize the day και τους άλλους αφορισμούς.
Γιατί τελικά, κι ίσως λίγο πριν το τέλος, τόσο τελικά, ίσως τότε, τελικά, πέρα απ’ τις ρυτίδες τα περιττά κιλά και τις υποχρεώσεις, πέρα απ’ την κούραση και τ’ ανεκπλήρωτα όνειρα, μετά τους έρωτες που δεν έζησες έτσι όπως θα ήθελες και τα ταξίδια που δεν έκανες, μετά απ’ όλα εκείνα που περιμένεις και περίμενες να κάνουν τα παιδιά σου στ’ όνομα σου, μετά απ’ όλα όσα δεν πέτυχαν κι όλα όσα δεν προσπάθησες καν, μετά κι απ’ αυτά που κυνήγησες κι όσα άφησες να φύγουν, μετά από κάθε yolo και carpe diem και άδραξε τη μέρα που δεν κράτησαν, υπάρχεις εσύ, μπρος στον καθρέφτη, πιο γερασμένος από κάθε άλλη φορά, πιο κουρασμένος απ’ όσο αντέχεις, λίγο πριν το τέλος της παράστασης, και κοιτάς, και χαμογελάς με το φαφούτικο στόμα σου, και λες, ήσυχα, χωρίς εξάρσεις: «Yolo μαλάκα μου, άδραξε τη γαμημένη μέρα.»
Και λίγο πριν τα τινάξεις κάνεις κάτι που ποτέ δεν περίμενες, ούτε κανείς άλλος το περίμενε, ότι θα κάνεις.

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

ΟΙ ΙΠΠΟΤΕΣ ΤΩΝ ΟΡΕΩΝ


[…] Η ληστεία ως κοινωνικό φαινόμενο συναντάται παγκόσμια και πανάρχαια. Αναφορές γίνονται και στην ελληνική μυθολογία, όπου «στο ταξίδι του Θησέα από τις Κεγχρεές στην Αθήνα, θα συναντήσει τους ληστές Σίνιν Πιτυοκάμπτη, Σκύρωνα και Προκρούστη».
Στη βαλκανική χερσόνησο, η ληστρική παράδοση είναι κοινή και ενιαία για όλες τις φυλές που κατοικούν σε αυτή. Ένα ιδεώδες πρότυπο, που χαρακτηρίζει διαχρονικά όλους τους λαούς της, είναι η μορφή του «ευγενούς ληστή». Αποτελεί ουσιαστικά την παραλλαγή του «Ρομπέν των Δασών» και εκφράζεται μέσα από πάμπολλα τραγούδια και παραμύθια. Στα Βαλκάνια η λέξη που χρησιμοποιείται για να εκφράσει αυτό το τύπο ληστή είναι ο όρος «χαϊντούκος» (hajduk ή hajdut) και συναντάται σε όλες τις περιοχές.
Ο χαϊντούκος, είναι στα μάτια των κατοίκων, ο ήρωας που από τα απάτητα καραούλια εφορμά και ληστεύει τους φοροεισπράκτορες, τα καραβάνια και τις στρατιωτικές περιπόλους της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Παράλληλα, στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, διαμορφώνεται η αντίληψη που ταυτίζει τη ληστεία των εκπροσώπων της εξουσίας ως μια ηρωική πράξη. Έτσι, το αλβανικό εθιμικό δίκαιο θεωρεί το προϊόν μιας ληστείας νόμιμο και αδιαμφισβήτητο, εάν αποκτήθηκε με το όπλο στο χέρι, από κάποιον ισχυρό και πράξη επαίσχυντη αν ο ιδιοκτήτης είναι φτωχός.

Στον ελλαδικό χώρο, λίγο καιρό μετά τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους, αρκετοί ληστές διεκδίκησαν αναγνώριση και ένταξη στους νέους θεσμούς. Αλλά ούτε οι προσδοκίες τους εκπληρώθηκαν ούτε το κράτος έδειξε προθυμία ενσωμάτωσής τους. Η φιλοδοξία της αντιβασιλείας να δημιουργήσει τακτικό στρατό, αποκλείοντας απ’ αυτό εκείνους που πραγματικά διεξήγαγαν την «επανάσταση», μαζί με το διάταγμα για τη διάλυσή τους αποτέλεσαν την κυριότερη αφορμή για την συνέχιση και εξάπλωση της ληστείας. Και βέβαια, πέρα απ’ όλα αυτά, υπήρχαν και άλλες αιτίες όπως ο κομματισμός, ο χρηματισμός των δημοτικών αρχόντων, η υποχρεωτική τετραετής θητεία. Είναι η εποχή που εκδηλώνεται πληθώρα ανταρσιών στην επαρχία από ένοπλους ληστές και απλούς χωρικούς ενάντια στην κεντρική εξουσία, όταν οι αποφάσεις της δεν είναι αρεστές. Οι σχέσεις των ληστών με τις τοπικές κοινωνίες και κυρίως τις νομαδικές ήταν παραδοσιακά πολύ καλές, διατηρώντας στενούς δεσμούς αλληλοβοήθειας και κάλυψης. Επί πλέον, όσο ο τοπικός πληθυσμός αντιλαμβάνεται το κράτος ως απειλή της αυτονομίας του τόσο περισσότερο προστατεύει τους ληστές, οι οποίοι καταλαμβάνουν τη θέση του δικαιοφόρου και κοινωνικού ληστή. Έχουν το δικό τους «δίκαιο» και τους δικούς τους «νόμους».
«Οι ληστές κατεξευτέλιζαν κάθε τρεις και λίγο τους νόμους και τους νομοθέτες, τα εκτελεστικά τους όργανα, δηλαδή τους χωροφύλακες, αλλά και αυτό το ίδιο το κράτος. Γι’ αυτό και οι «εικοσιπεντάρηδες» ή «σακαράκες» ή «καραβανάδες» ή «σταυρωτήδες» ή «σπαθάδες», όπως αποκαλούσαν τους χωροφύλακες, με τη πρώτη ευκαιρία και για να δικαιολογήσουν τις αποτυχίες τους, εκτός από το γενικότερο και ισοπεδωτικό μέτρο της εκτόπισης ολόκληρων χωριών, βασάνιζαν για ψύλλου πήδημα τους χωρικούς και τους κτηνοτρόφους και γενικά τους ανήμπορους να αντιδράσουν κατοίκους της υπαίθρου χώρας, χτυπώντας τους μέχρι να ματώσουν με το βούρδουλα», γράφει ο Β. Τζανακάρης στο βιβλίο του, «Τα παληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν».
Αυτή η μορφή ληστείας συνεχίζεται μέχρι και τη δεκαετία του ’30, όπου σταδιακά εξαλείφεται και λόγω των οργανωμένων κατασταλτικών πρακτικών από το κράτος, αλλά και λόγω της μετεξέλιξης της δομής της κοινωνίας. Ο αστικός τρόπος ζωής και αλλοτρίωσης είχε επιδράσει καταλυτικά. Οι τελευταίοι ληστές που έγιναν γνωστοί από τη δράση τους ήταν οι: Θωμάς Γκαντάρας ή Καντάρας, Φώτης Γιαγκούλας, Περικλής Παπαγεωργίου, Πάντος και Λεωνίδας Μπαμπάνης, Τάκης και Κώστας Κουμπής και πολλοί άλλοι. Ενώ οι περιοχές που είχαν σημαντική ληστρική δράση ήταν: Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία, Ήπειρος και Δυτική Μακεδονία.
Ο Θωμάς Γκαντάρας πρωτοξεκίνησε τη δράση του το 1918 αλλά μετά από ένα χρόνο συλλαμβάνεται και φυλακίζεται στις φυλακές της Λάρισας. Στις 21 Νοέμβρη 1921 δραπετεύει και συνεχίζει τη δράση του απαγάγοντας τον γιο του εκατομμυριούχου Τσιοκάνου.
Οι απαγωγές αποτελούσαν συνηθισμένη πρακτική των ληστών για την απόσπαση λύτρων με γνωστότερη την απαγωγή των βρετανών αξιωματούχων στο Δήλεσι από την ομάδα του Τάκου Αρβανιτάκη. Θεωρείται ότι ο Καντάρας είχε σκοτώσει σε συμπλοκές παραπάνω από δέκα μπάτσους, ενώ ο Παπαγεωργίου που ήταν στενός φίλος του και συνοδοιπόρος έτρεφε άσβεστο μίσος κατά των χωροφυλάκων, για τους οποίους μιλούσε πάντοτε με αποστροφή.
Ένας εξ ίσου σημαντικός ληστής της περιοχής Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας υπήρξε ο Φ. Γιαγκούλας με σημαντική δράση και μέχρι τέλους ανυπότακτος. Βοηθούσε και εκείνος οικονομικά το ντόπιο πληθυσμό, ενώ παράλληλα πραγματοποιούσε και διάφορες αγαθοεργίες. Κάποια στιγμή είχε σκοτώσει τον παπά και τον πρόεδρο ενός χωριού, γιατί έφαγαν τα χρήματα που τους είχε δώσει για να χτίσουν εκκλησία και να επισκευάσουν το σχολείο της κοινότητας. Οι συμπλοκές με τους χωροφύλακες ήταν συχνές και αιματηρές, ενώ το κράτος είχε προχωρήσει και στην ίδρυση ταγμάτων κεφαλοκυνηγών των ληστών της υπαίθρου. Μάλιστα, σε μια συμπλοκή, ο μοίραρχος Πετράκης, νομίζοντας ότι σκότωσε τον Γιαγκούλα αναφώνησε: «Το σκότωσα το σκυλί, χτυπάτε αλύπητα τους άλλους», για να πάρει την απάντηση από τον λήσταρχο: «Μου έκλασες τα αρχίδια, κύριε μοίραρχε».
Υπολογίζεται ότι το Φεβρουάριο του 1930 ήταν επικηρυγμένοι 88 ληστές, μερικοί από τους οποίους είχαν καταφύγει στο εξωτερικό. Τα ποσά των επικηρύξεων τις περισσότερες φορές ήταν υψηλά και σε αρκετές περιπτώσεις αποτελεσματικά για τους καταδιωκτικούς μηχανισμούς. Η ρουφιανιά σε αρκετές περιπτώσεις συντελούνταν «εκ των έσω». Η σημαντικότερη από αυτές ήταν του Γρ. Γκόρτσου που κατέδωσε τον Γιαγκούλα και τους αδελφούς Μπαμπάνη. Τον Σεπτέμβρη του 1925 του είχαν εμπιστευθεί κάτι επιστολές για να τις μεταφέρει στους αδελφούς Ραπταίους, αλλά αυτός πήγε και τις παρέδωσε στη χωροφυλακή της Κατερίνης και μαζί με αυτές και τα κρησφύγετά τους. Έτσι συλλαμβάνονται και δολοφονούνται οι Γιαγκούλας και Πάντος Μπαμπάνης ενώ ο αδελφός του Λεωνίδας παρ’ ότι συλλαμβάνεται κατορθώνει να αποδράσει.
Ο ληστής Λεωνίδας Μπαμπάνης θεωρούνταν «γάτος των αποδράσεων» λόγω της ικανότητας του να ξεφεύγει με αιλουροειδή τρόπο μέσα από χαράδρες και γκρεμούς. Μετά την τελευταία του απόδραση προετοίμαζε τον τρόπο που θα εκδικηθεί τον καταδότη Γκόρτσο. Τελικά στις 15 Φλεβάρη του 1928 θα εισβάλει στη πόλη της Κατερίνης και θα επιτεθεί στο σπίτι του ρουφιάνου, χωρίς όμως να καταφέρει να τον απαγάγει ή εκτελέσει όπως ήταν ο στόχος του.
Τα μεσάνυχτα της 10ης Απριλίου 1924 θα πραγματοποιηθεί η μεγάλη ληστεία της αμαξοστοιχίας Αθήνας-Θεσσαλονίκης από δεκαπέντε περίπου ληστές (Κάτζουρας, Παπάς, Σακελλαρίου, Τσολιάς κ.α.). Επιβάτες της αμαξοστοιχίας ήταν οι υπουργοί Βαλαλάς και Πάζης, δικαστικοί αντιπρόσωποι και στρατιωτικοί. Στο τελευταίο βαγόνι υπήρχαν σάκοι γεμάτοι χρήματα για να χρησιμοποιηθούν ποικιλοτρόπως για το επικείμενο δημοψήφισμα για «βασιλεία ή μη» της 13ης Απριλίου. Λίγο πριν τη Λάρισα, λοιπόν, στο χωριό Δοξαράς ο μηχανοδηγός σταματάει, όταν ένα κόκκινο φως προβάλει μπροστά του. Άμεσα μπουκάρουν στο τρένο οι ληστές και φωνάζουν: «Εμείς τον έναν θέλουμε!» εννοώντας τον υπουργό Εννόμου Τάξεως Θεόδωρο Πάγκαλο που κανονικά θα επέβαινε στο τρένο εάν τη τελευταία στιγμή δεν είχε αναβάλει το ταξίδι του. Παρ’ όλ’ αυτά, αποσπούν από υπουργούς, επιχειρηματίες (Γουλανδρής) και λοιπούς επιβάτες το μυθικό για την εποχή ποσό του 1.000.000 δραχμών. Τους περισσότερους απλούς επιβάτες ούτε που τους άγγιξαν ενώ αποχωρώντας δήλωσαν: «Κοιτάχτε να ψηφίσετε δημοκρατία για να μας δώσουν αμνηστία». Η Δημοκρατία, φυσικά, θα τους εκτελέσει στις 31 Μαρτίου 1925…
Στην Κρήτη, γνωστός για την δράση του, και χαρακτηρισμένος ως αντιεξουσιαστής, ήταν ο Λάμπρος Μπαρμπούνης. Αντιτάχθηκε ένοπλα κατά της στρατολογίας του από την προσωρινή κυβέρνηση Βενιζέλου, συμπαρασύροντας και άλλους που αρνούνταν τη στράτευση. Αντιμαχόταν με σθένος τόσο τους βενιζελικούς όσο και τους βασιλικούς μαζί με πολλούς συντρόφους του. Είναι εκείνος που θα επιτεθεί στις φυλακές του Ιτζεδίν και θα αποφυλακίσει 138 βαρυποινίτες, μεταξύ αυτών και τον γνωστό ληστή από τη Σάμο Κωνσταντίνο Γιαγιά. Ο Μπαρμπούνης θα δολοφονηθεί στην οδό Ερμού της Αθήνας το 1925.
Οι αδελφοί Γιαγιάδες δρούσαν στη Σάμο πραγματοποιώντας παραπάνω από 80 εξεγέρσεις, άλλες εναντίον του τούρκου δυνάστη και άλλες εναντίον των κατά καιρούς ηγεμόνων της. Γράφουν χαρακτηριστικά: «Δεν τα ξέραμε τα χάλια του ελεύθερου ελληνικού λαού. Όταν το 1914, ’15, ’16 και πέρα τα γνωρίσαμε σαν εκτοπισμένοι από τη Σάμο στη Λιβαδειά και σ’ άλλα μέρη, τότε είδαμε την κακομοιριά του και τους χωριάτες, πηγαίνοντας στη πόλη να περπατούν ξυπόλυτοι και να κρατούν στο χέρι ή στη μέση τα παπούτσια τους για να μην λιώσουν γρήγορα… Δεν γνωρίζαμε την πραγματική κατάσταση που βασίλευε και διαφέντευε τη ζωή του λαού, που θα φαινόταν πως θα τη διόρθωνε ο στρατιωτικός σύνδεσμος και ο εκ Κρήτης πολιτευτής που τον έφερε…»
Κλείνοντας, χρειάζεται να επισημάνουμε και πάλι πως η εξιδανίκευση των «ιπποτών των ορέων» ή αλλιώς των «Ρομπέν των δασών» του ελλαδικού χώρου έχει σχέση κυρίως με το ότι «κτυπούσαν» τους «πάνω». Πίσω όμως από την ηρωοποίηση υπάρχει πάντα και μια άλλη πραγματικότητα, αυτή της «χωσιάς», η αποκομιδή προσωπικών ωφελημάτων, το βόλεμα, το γλείψιμο της εξουσίας, η υπηρέτηση σκοπιμοτήτων της μιας ή της άλλης πολιτικής παράταξης, η προδοσία, η ένταξη στα «αποσπάσματα» έναντι ανταλλαγμάτων με συνηθέστερο την αμνηστία και άλλες απεχθείς πρακτικές. Η διάβρωση και η διάχυση των εξουσιαστικών αντιλήψεων και πρακτικών συμπορεύονταν και πολλές φορές αντικαθιστούσαν ή αντικαθίσταντο από τις αντιεξουσιαστικές σε μια διαρκή αλληλουχία. Στις σημερινές συνθήκες κυριαρχίας τα χαρακτηριστικά που επικρατούν σ’ αυτό το «χώρο» είναι μακράν των κοινωνικών χαρακτηριστικών που αφέθηκαν σαν παρακαταθήκη από τους κοινωνικούς ληστές. […]
Από τους πολλούς κοινωνικούς ληστές που έδρασαν στην ύπαιθρο στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο, είχαν μια αξιοπρεπή και αντικρατίστικη στάση αρνούμενοι να συμβιβαστούν στις διαταγές του ελληνικού κράτους. Μπορεί η κυβέρνηση Βενιζέλου να κατόρθωσε να σβήσει τη «ληστοκρατία» της υπαίθρου, αλλά οι νωπές μνήμες και εμπειρίες αναβίωσαν και μπήκαν στην πράξη μετά την Ιταλογερμανική κατάληψη του ελλαδικού χώρου. Μπορεί αυτό το αυθόρμητο και ανυπότακτο πνεύμα να εγκλωβίστηκε μέσα από τις εξουσιαστικές δομές του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ αλλά δεν έσβησε. Ακόμα κι όταν δόθηκε πεσκέσι στους κρατιστές, δεν λύγισε αλλά ορθώθηκε https://anarchypress.wordpress.com/2016/10/07/%ce%bf%ce%b9-%ce%b9%cf%80%cf%80%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%83-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%bf%cf%81%ce%b5%cf%89%ce%bd/ξανά κόντρα στα γούστα και σχέδια εχθρών και «φίλων».
Η μνήμη και η παράδοση όλων αυτών των σημαντικών για την διατήρηση της κοινωνικής ανυπότακτης στάσης και δράσης γεγονότων που ακούει στο όνομα «ληστοκρατία» παραμένει ανεξίτηλη και αναλλοίωτη μέχρι σήμερα, μέσα από τα ληστρικά τραγούδια και παραμύθια του κόσμου με λέξεις όπως
«Ανυπότακτοι», «Απροσκύνητοι», «Άσκυφτοι»…Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Να ανακτήσουμε το ζωτικό μας χώρο

Να ανακτήσουμε το ζωτικό μας χώρο: Ή αυτοί ή εμείς!

Του Στέλιου Ελληνιάδη
Λέμε για τους ανθρώπους ότι είναι καλοπερασάκηδες, με την κακή έννοια. Ότι συσσωρεύουν χρήματα και τα ξοδεύουν για αυτοκίνητα, ταξίδια και εξοχικά, που σημαίνει ότι είναι λάτρεις της ιδιοκτησίας, της επίδειξης και της αδιαφορίας για το διπλανό τους. Αλλά γενικεύοντας δεν έχουμε πάντα δίκιο ή, εν πάση περιπτώσει, συχνά δεν βλέπουμε αυτή την κατάσταση πραγμάτων κι από άλλες σκοπιές που μπορεί είτε να κάνουν ακόμα αυστηρότερη την κριτική μας ή να τη σχετικοποιήσουν και να την απαλύνουν. Το σκεφτόμουν έντονα αυτό καθώς άκουγα τον Δημήτρη Πουλικάκο, πάνω από ένα τσάι με κονιάκ στην πλατεία Βικτωρίας, να μου λέει ότι λείπει από τους ανθρώπους ο ζωτικός χώρος. Κι όμως, αυτή η σημαντική διαπίστωση συνήθως δεν υπεισέρχεται στους παράγοντες που διαμορφώνουν την κρίση μας για τον τρόπο που ζουν πολλοί συμπολίτες μας οι οποίοι δεν ανήκουν στην μειοψηφούσα τάξη που διασφαλίζει απεριόριστο χώρο για τον εαυτό της και στριμώχνει τη μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων στον ελάχιστο. Όταν ήμασταν παιδιά, είχαμε γειτονιές που ήταν ζωντανές. Είχαμε αλάνες για να κυνηγιόμαστε, να παίζουμε μπάλα ή να κάνουμε ποδήλατο. Τα μισά οικόπεδα ήταν άχτιστα κι όταν θέλαμε μεγαλύτερη άπλα πηγαίναμε στον τεράστιο ελεύθερο χώρο μπροστά στη Σχολή Ευελπίδων, πάνω από το Πεδίο του Άρεως ή ανεβαίναμε στα νταμάρια, στα Τουρκοβούνια, που ξεκινούσαν από το Πολύγωνο, περνούσαν πάνω από την Άνω Κυψέλη και το Ψυχικό, προσπερνούσαν το Γαλάτσι, που είχε ακόμα κήπους, καλλιέργειες και πρόβατα, κι έφταναν μέχρι το τέλος της Φιλοθέης. Ο ζωτικός μας χώρος εκτεινόταν σε όλες τις γύρω κατοικημένες περιοχές που είχαν μονοκατοικίες και άδεια οικόπεδα. Τα λιγοστά αυτοκίνητα επέτρεπαν να κάνουμε ακίνδυνα ποδήλατο και πατίνι και με το λεωφορείο φτάναμε γρήγορα στο Φάληρο για μια βουτιά στο Σαρωνικό που δεν είχε ακόμα γίνει βούρκος. Μέσα στο διαμέρισμα ζούσαμε λίγες μόνο ώρες. Το πρωί στο Η΄ Γυμνάσιο με την απέραντη αυλή του και το βράδυ στους θερινούς σινεμάδες, κάτω από τα αστέρια. Δεν μας έπνιγε ακόμα η πόλη… Και μετά; Ο ζωτικός μας χώρος περιοριζόταν ραγδαία. Όλα τα οικόπεδα έγιναν πολυκατοικίες και όλοι οι θερινοί κινηματογράφοι γκαράζ και σουπερμάρκετ, χτίστηκαν τα νταμάρια και όλο το βουνό κατακλύστηκε από τσιμεντένια μεγαθήρια που καταπλάκωσαν τους στενούς δρόμους εξαφανίζοντας όχι μόνο το χώρο διαβίωσής μας επί γης, αλλά εμποδίζοντας και την επαφή μας με τον ανοιχτό ουρανό. Πού να δεις αστέρια πια στα Πατήσια ή το Παγκράτι, με τις πολυκατοικίες και τις λάμπες να φτιάχνουν ένα αδιαπέραστο τοίχος ανάμεσα σε μας και τους γαλαξίες. Και μετά-μετά, ήρθαν οι ατελείωτες ώρες δουλειάς, ήρθε και η τηλεόραση, το βίντεο και το DVD, και η ελευθερία μας περιορίστηκε στα στενότατα όρια του διαμερίσματος, ενός ή δύο, άντε το πολύ τριών δωματίων, που έγινε το κελί μας, με κάποιες ανέσεις για να μην παραπονιόμαστε και να προσαρμοζόμαστε πιο εύκολα στη φυλακή μας. Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, χωρίς να καταλαβαίνουμε τι παθαίναμε, χάναμε το ζωτικό μας χώρο. Και μαζί με το ζωτικό χώρο χάναμε και τους ανθρώπους, τους φίλους και τους γείτονες. Κι όταν ήρθε και ο φόβος και η ανασφάλεια που δημιουργεί η ένταση του ανταγωνισμού, η διεύρυνση της ανισότητας, η πτώση των αξιών, η πολυκοσμία, η καχυποψία και η εγκληματικότητα, ο ζωτικός μας χώρος στένεψε ακόμα πιο πολύ. Κλειστήκαμε περισσότερο μέσα προσπαθώντας να εξωραΐσουμε την κλεισούρα μας, με ό,τι καταναλωτικό ναρκωτικό, χρήσιμο ή άχρηστο, μας πλασάρει η βιομηχανία του θεάματος-ακροάματος που είναι το μακρύ χέρι του εμπορευματοποιημένου τρόπου ζωής. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήρθε και η έκρηξη της τεχνολογίας που πέτυχε το ακραία αντιφατικό: να περιορίσει δραματικά το ζωτικό χώρο του καθενός πολλαπλασιάζοντας τα μέσα και την ευχέρεια επικοινωνίας! Ζωντανές σχέσεις Ζωτικός χώρος δεν είναι μόνο οι τόποι με εύκολη και ελεύθερη πρόσβαση, που είναι γύρω-γύρω, που ζούμε καθημερινά μέσα τους, αλλά είναι και οι ανθρώπινες σχέσεις, οι φιλίες και οι συναναστροφές, που επίσης χάθηκαν μέσα στον ωκεανό των πολυώροφων κτιρίων και αποθαρρύνθηκαν από τις αναπτυξιακές πολιτικές του ατομισμού και του ωχαδερφισμού, που μας παρέσυραν στη μοναξιά, την απομόνωση και τον αποκλεισμό, συχνά με δέλεαρ, χάδι και μεθύσι καταναλωτικό. Κι έτσι, μέσα σε μερικές δεκαετίες, άλλοι άνθρωποι πέσανε στην κατάθλιψη και την εσωστρέφεια, κάποιοι έγιναν ανθρωποφοβικοί, άλλοι βούτηξαν στα υποκατάστατα και μερικοί εκθείασαν αυτό τον ατομισμό και την εσωστρέφεια σαν μοντερνισμό και ανεξαρτησία. Αυτός, όμως, ο χαμένος ζωτικός χώρος, ανθρωπογενής και περιβαλλοντικός, έσπρωξε τους πολίτες στην αναζήτηση αναπλήρωσης, στη συσσώρευση χρημάτων και καταναλωτικών προϊόντων ή στην αναζήτηση χώρων ελευθερίας έξω και μακριά από τα διαμερίσματα, σ’ ένα αυθαίρετο στη Λούτσα και την Κινέτα ή στην ανακαίνιση του πατρικού σπιτιού στο χωριό. Ο νεοπλουτισμός, με ό,τι αυτός συνεπάγεται, ενίσχυσε την τάση για αναζήτηση περισσότερου ζωτικού χώρου, αλλά δεν ήταν η αιτία που την γέννησε. Οι περισσότεροι πολίτες, που προέρχονταν από την απεραντοσύνη της υπαίθρου ή από τις παλιές γειτονιές των πόλεων που είχαν πολλές ανάσες, δεν βολεύτηκαν ποτέ στην τεχνητή άνεση των διαμερισμάτων τους. Μπορεί να μην συνειδητοποιούσαν τι τους έφταιγε, αλλά ποτέ δεν ήταν πραγματικά και ανόθευτα ευτυχισμένοι, παρ’ όλο που είχαν γλυτώσει από τους υλικούς και κοινωνικούς περιορισμούς της αγροτικής ή της πρωτοβιομηχανικής ζωής. Ο ζωτικός χώρος ποτέ δεν μπόρεσε να αντικατασταθεί από κάτι καλύτερο. Γι’ αυτό, τώρα που μας πτώχευσαν, που μας έκοψαν ή περιόρισαν πολλές από τις ανέσεις και τα αντίδοτα, τα οποία έκαναν αποδεκτό έως επιθυμητό το σύγχρονο λαϊφστάιλ , όπως την ακριβή διασκέδαση, τη μόδα, τα ταξίδια και το shopping, ή έκαναν δύσκολη έως αδύνατη την απόκτηση και συντήρηση των αυτοκινήτων, των εξοχικών και των άλλων απαραίτητων κατευναστικών «ουσιών», η έλλειψη του ζωτικού χώρου γίνεται ανυπόφορη. Γιατί, αφού μας αφαίρεσαν από καιρό το ζωτικό μας χώρο, τώρα προσπαθούν, εκτός από τα απολύτως χρειώδη, να μας αρπάξουν και τα υποκατάστατά του. Και να μας αφήσουν να μαραζώνουμε μέσα στα κλειδαμπαρωμένα διαμερίσματα, χωρίς λεφτά, χωρίς δουλειές, χωρίς φιλίες, χωρίς διαφυγές, μερικούς και χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, με φόβο, ανασφάλεια και απαισιοδοξία. Για να μας καταληστέψουν, για να λεηλατήσουν τη χώρα μας, για να μας κάνουν υποτελείς, νεοαποικιοκρατικά. Εδώ που φτάσαμε, εδώ που μας φτάσανε, καμία αλλαγή, καμία βελτίωση της ζωής μας, καμία ανάκτηση των ελάχιστων αναγκαίων δεν μπορεί να γίνει εάν αυτός ο τρόπος ζωής και σκέψης δεν αλλάξει, εάν δεν ανατρέψουμε και εκδιώξουμε αυτούς που μεθόδευσαν για ίδιο όφελος αυτή την παγίδευση, εάν δεν ξεσηκωθούμε διεκδικώντας εκ νέου τον αναγκαίο για όλους μας ζωτικό χώρο, σε επίπεδο φυσικού και αστικού περιβάλλοντος, αλλά και, εξίσου σημαντικό, σε επίπεδο ανθρωπίνων σχέσεων και σε επίπεδο ελευθερίας του πνεύματος. Κι αυτό πρέπει να το κάνουμε όλοι μαζί, το γρηγορότερο δυνατό, με σθένος και αποφασιστικότητα, προτού μας πάρουν και τον τελευταίο αέρα που μας απομένει, προτού, πέρα από τη φτώχεια που μας επιβάλουν, μας οδηγήσουν όλους στην υποταγή, την απόγνωση και την τρέλα. Κι αυτό είναι το πιο λογικό που μπορώ να σκεφτώ.
Δρόμος της Αριστεράς
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες