Ὁ νέος ἱερομάρτυρας Αὐγουστῖνος τῆς Καλούνγκα
Μέρος Β΄
Ἡγουμένου Δαμασκηνοῦ Orlosky
Ως ἐπίσκοπος στὴν πόλι Ivanovo ὁ ἱεράρχης Αὐγουστῖνος ζοῦσε μαζὶ μὲ τὶς δύο του κόρες, τὴ νοσοκόμα τους τὴν Ἀνυσία Efimovna καὶ τὸν ὑποδιάκονό του Μπόρης Semenov.
Ὅποιος γνώριζε τὸν ἐπίσκοπο Αὐγουστῖνο τὴν ἐποχὴ ἐκείνη θὰ περιέγραφε τὴν ζωή του μὲ τὶς ἑξῆς λέξεις· ἀγάπη, ταπείνωσι, ὑπομονὴ καὶ ἐλεημοσύνη πρὸς τὸν πλησίον του. Ὁ ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος εἶχε ὅλες αὐτὲς τὶς ἀρετές.
Ἂν καὶ κατεῖχε ὑψηλὴ θέσι, ταπείνωνε τὸν ἑαυτό του σὲ ὅλους, ἀκόμα καὶ μπροστὰ στοὺς πτωχούς, καὶ ἐνῷ εἶχε τὴ δυνατότητα νὰ ζήσῃ μιὰ ζωὴ ἀπολαμβάνοντας ὅλες τὶς ἀνέσεις —παρ᾽ ὅλη τὴ δυσκολία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης— ἀρκοῦνταν μόνο στὰ ροῦχα ποὺ φοροῦσε.
Ὅταν εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ φάῃ ἐκλεκτὸ φαγητό, ἀκόμα κι ἂν ἦταν νηστήσιμο, διάλεγε πάντα τὸ πιὸ λιτὸ καὶ τὸ λιγώτερο σὲ ποσότητα. Ἦταν μοναχὸς ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα τῆς κουρᾶς του καὶ σήκωσε τὸ σταυρὸ τῆς συνεχοῦς περιπλανήσεώς του ἀπὸ φυλακὴ σὲ φυλακὴ καὶ ἀπὸ ἐξορία σὲ ἐξορία μὲ γαλήνη καὶ ἀταραξία.

