(Έπἰ τῇ μνήμη Ἁγίου Ἀθανασίου, Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας, τοῦ Μεγάλου).
Στὶς 18 Ἰανουαρίου Ἐκκλησία μας τιμᾷ καὶ γεραίρει τὴ μνήμη ἑνός Στύλου της, ὅπως τὸν χαρακτηρίζει, τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας, τοῦ Μεγάλου. Καὶ πραγματικά, πρόκειται γιὰ ἕναν Μέγα Ἰεράρχη καὶ Οἰκουμενικὸ Διδάσκαλο, ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζει τὴν Ἐκκλησία μὲ τὰ θεῖα δόγματα ποὺ ἀνέπτυξε διὰ τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
Γεννήθηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια ἀπὸ εὐσεβεστάτους γονεῖς, οἱ ὁποῖοι τὸν γαλούχησαν μὲ τὰ ἄχραντα νάματα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, καὶ τοῦ μετέδωσαν ἀκριβῶς τὴν παρακαταθήκη τῶν Ἁγίων Πατέρων περὶ τῆς Μοναδικότητος αὐτῆς τῆς πίστεως. Ἀπὸ πολὺ μικρὸς διέφερε ἀπὸ τὰ παιδιὰ τῆς ἡλικίας του στὴν φρόνηση, στὴν σύνεση καὶ ἐν γένει στὶς ἐν Χριστῷ ἀρετές, γεγονὸς ποὺ διέγνωσε ὁ οἱκεῖος Ἱεράρχης, ὁ ἐπίσης Μεγάλος Πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος Ἀλεξανδρείας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τὸν θέσει ὑπὸ τὴν προστασία του καὶ νὰ φροντίσει τόσο γιὰ τὴν θύραθεν ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἐν Χριστῷ ἀγωγή του, δηλαδή γιὰ νὰ μάθει τὰ ἱερὰ γράμματα. Ὁ ἴδιος Ἅγιος Πατριάρχης τὸν χειροθέτησε ἀναγνώστη, ὑποδιάκονο, καὶ στὴ συνέχεια τὸν χειροτόνησε διάκονο. Ἐξαιτίας τόσο τῆς μεγάλης τοῦ ἀρετῆς, τῆς ἀκριβοῦς γνώσεως τῶν Ὀρθοδόξων δογμάτων, ἀλλὰ καὶ τοῦ ὁμολογιακοῦ καὶ ἀσυμβίβαστου φρονήματος ποὺ εἶχε στὰ ζητήματα τῆς πίστεως, διάκονος ὤν, παρευρέθηκε στὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας τὸ 325 μ.Χ. ὡς Ἀρχιδιάκονος τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου, Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας, ὅπου μὲ θάρρος ὑπεραμύνθηκε τοῦ Ὁμοουσίου τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν Θεὸν Πατέρα, δηλαδὴ ὅτι τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι Θεὸς ἀληθινός, καὶ ἔτσι κατήσχυνε τὸν Ἄρειο καὶ τὶς βλασφημίες του ποὺ ἀμφισβητοῦσε τὴν ὠς ἄνω Ἀλήθεια. Ἀμέσως μετὰ τὴν κοίμησι τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου χειροτονεῖται καὶ ἐνθρονίζεται Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας. Ἀπὸ τότε καὶ γιὰ 40 περίπου χρόνια ἡ
ζωὴ τοῦ Ἀγίου θὰ εἶναι γεμάτη διωγμούς, συκοφαντίες, ἐξορίες, ἀπὸ ὄχι ἕναν ἄλλὰ τρεῖς αὐτοκράτορες, τὸν Κωνστάντιο, τὸν Ἰουλιανὸ τὸν Παραβάτη, ἀπὸ τὸν Οὐάλεντα, ἀπὸ τοπικοὺς ἡγεμόνες καὶ ἀπὸ ψευδοσυνόδους τῶν αἱρετικῶν ἀρειανοφρόνων, οἱ ὁποῖοι παρ’ ὅλη τὴν συνοδικὴ καταδίκη τους, χρησιμοποιώντας τὴν κοσμικὴ ἐξουσία, κινοῦσαν διωγμοὺς ἐναντίον τῶν Ὀρθοδόξων μὲ κύριο στόχο τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, ὁ ὁποῖος μόνος κρατοῦσε ἀπαραχάρακτον τὴν Διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν μετέπειτα Ἁγίων Πατέρων, καθὼς αὐτὸς ἀντιμετώπισε συστηματικὰ τὴν αἵρεση τοῦ Ἀρείου, μὲ λόγους καὶ συγγράμματα, ποὺ ἔγραφε ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν ἐξορία καὶ ἀπὸ τὰ μέρη ποὺ κρυβόταν, μὲ τὰ ὁποὶα τροφοδοτοῦσε τὸν Ὀρθόδοξο λαό, ὥστε νὰ ἀναδειχτεῖ πραγματικὸς ἡγέτης τῆς Ἐκκλησίας, ἁγόμενος ὑπὸ τοῦ ἐν αὐτῷ κατοικοῦντος Ἁγίου Πνεύματος. Πέρασε πολλὰ χρόνια τῆς ζωῆς του σε ὑπόγεια, ἀπομονωμένος σὲ σπίτια, ὅπου πιστοὶ τὸν ἔκρυβαν, ἀκόμη καὶ σὲ ξεροπήγαδα καὶ ὄντως «ἐν ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς». Γνώρισε πολλὲς φορὲς τὴν ἐπανενθρόνιση ἀλλὰ καὶ τὴν ἐξορία, ὄμως ὁ λαὸς καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν Πατριαρχῶν καὶ Ἱεραρχῶν τῆς Α΄ Οἰκουμενικὴς Συνόδου ἦταν στὸ πλευρό του, καὶ μάλιστα πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἐμαρτύρησαν οὕτως ὥστε νὰ μὴν τὸν καταδώσουν στοὺς διῶκτες.
Τὸ νὰ ὁμιλήσει κανεὶς γιὰ τὶς ἀρετὲς τοῦ Μεγάλου Πατρός, καθίσταται ἰδιαίτερα δύσκολο, εἰδικὰ