Τοῦ κ. Νικ. Ἰατρίδη, Ἀναθεωρητοῦ Γ´, Ταξ/χου (Δ) ἐ.ἀ, Δικηγόρου
Το πρώτο μέρος της επιστολής ΕΔΩ
Δὲν εἶναι θέμα «περισσότερου ἡρωισμοῦ» κάποιων ἀστυνομικῶν καὶ «λιγότερου ἡρωισμοῦ» τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖο «δὲν δύνανται νὰ δείξουν ὅλοι» καὶ ποὺ «...ἂν παραλάβωμε τὴν κάρτα... δὲν χάνουμε τὶς ψυχές μας, δὲν πηγαίνουμε στὴν κόλασι», ὅπως τὸ παρουσιάζετε στὸ κείμενό σας.
Οὔτε εἶναι τὸ θέμα «...νά μὴ πάθωμε πανικό, ἂν τὸ κράτος...διὰ τῆς βίας ἐπιβάλη τὴν κάρτα», ὅπως μᾶς συμβουλεύετε. Εἶναι θέμα πτώσεως τῶν πιστῶν, ποὺ θὰ τὴν ἀποδεχθοῦν, οἱανδήποτε δικαιολογία κι ἂν ἐπικαλεστοῦν.
Εἶναι θέμα «ἄρνησης τοῦ Χριστοῦ καὶ σύνταξης μὲ τὸν διάβολο», ὅπως ἐκφράζεται στὴν ἐπιστολὴ τοῦ π. Σαράντη πρὸς τὸν Μακαριώτατο (διαδικτυακὴ σελίδα 4/14).
Πτώσεως, ποὺ δυστυχῶς καὶ νὰ θέλει δὲν ἐπιδέχεται μετανοίας, ἐὰν τὴν ἀποδεχθεῖ. Ταυτοποιεῖται ὁ πιστὸς μὲ αὐτὸ ποὺ εἶναι αὐτή, μὲ τὸν ἀριθμὸ τοῦ θηρίου, χάνει τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος καὶ δὲν ξαναγιάζεται ὁ πιστὸς –ἂν μετανοήσει καὶ ἀπορρίψει τὴν ἀρχικῶς ἀποδεχθεῖσα Κάρτα– ὅπως τὸ νερὸ ὅταν μεταβληθεῖ σὲ ἀνθρώπινο οὖρο δὲν ἐπιδέχεται νέου ἁγιασμοῦ.
