Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας
Άγιοι του Θεού πρεσβεύετε υπέρ ημών !
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δεσποτικές Εορτές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δεσποτικές Εορτές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

Συνάντηση !!!

 
 
 
Η γιορτή της Υπαπαντής μας προβάλλει το περιστατικό της συνάντησης του Συμεών με το μικρό Ιησού. Η λέξη Υπαπαντή σημαίνει συνάντηση. Ο Συμεών περίμενε αυτή τη συνάντηση για να πει μετά το «νυν απολύεις», παραδίδοντας τον εαυτό του στο θέλημα του Κυρίου του για το χρόνο που θ’ αναχωρούσε από αυτόν τον κόσμο.

Η παρουσία του Ιησού, ως βρέφος, στο ναό με τη Θεοτόκο Μητέρα Του και το δίκαιο Ιωσήφ για να προσφέρουν θυσία ως Ιουδαίοι, έδωσε τη δυνατότητα στο γέροντα Συμεών και στην ηλικιωμένη Άννα να συναντήσουν το Θεάνθρωπο Κύριο και να προφητεύσουν. Ο μεν Συμεών ότι θα γίνει αιτία να καταστραφούν ή να σωθούν πολλοί Ισραηλίτες, αφού θα είναι «σημείον αντιλεγόμενον», η δε Άννα ότι αυτός είναι ο Λυτρωτής που περιμένει ο λαός.

Η γιορτή αυτή θεωρείται και θεομητορική, αφού ψάλλονται υπέροχοι ύμνοι στη Θεοτόκο που πήγε στο ναό, επειδή έκλεισαν σαράντα μέρες από τη γέννα της, και Δεσποτική, επειδή ο Δεσπότης Χριστός ως βρέφος προσφέρεται στο Θεό κατά την Ιουδαϊκή συνήθεια.

Βέβαια, μια τέτοια συνήθεια μπορεί να μην έχει να πει κάτι σε μας σήμερα, δύο χιλιάδες χρόνια μετά, - αν και γίνεται και από μας κατά το σαραντισμό του βρέφους με τη μητέρα του. Θεωρώντας όμως την Υπαπαντή ως συνάντηση έχει κάτι ουσιαστικό να πει.

Για όσους θέλουν να συναντήσουν το Χριστό ως πρόσωπο και να ζήσουν την αμοιβαία σχέση της αγάπης, υπάρχει ο τρόπος και ο τόπος που μπορούν να το πετύχουν. Όχι ως ατομικό κατόρθωμα ούτε μ’ έναν τρόπο για όλους.

Η συνάντηση γίνεται στο χώρο της καρδιάς, όταν αδειάσει από τις υπερβολικές και μάταιες μέριμνες, κι όταν στο βάθος υπάρχει η επιθυμία για τέτοια συνάντηση. Τότε Εκείνος, που πρώτος ποθεί την επιθυμία μας, θα έλθει με τρόπο που γίνεται κατανοητός, γιατί είναι προσωπικός.

Στη συνέχεια, είναι αναγκαίο να κατανοηθεί η συνάντηση με το Χριστό ως συνάντηση με τους ανθρώπους, για να είναι αληθινή. Γι’ αυτό η Εκκλησία διασώζει τη γνησιότητα της Θεανθρώπινης σχέσης και αναπτύσσει την αγάπη που ωριμάζει και τελειοποιεί το πρόσωπο. Στην Εκκλησία δηλαδή δεν συναντούμε το Χριστό μόνο αλλά διά μέσου Του και το συνάνθρωπό μας.

Υπάρχουν, ασφαλώς, συναντήσεις ψεύτικες και γνήσιες. Οι πρώτες είναι τυπικές και οι δεύτερες ουσιαστικές. Οι τυπικές συναντήσεις κουράζουν, οι ουσιαστικές συναντήσεις χαροποιούν.

Το πώς θα πραγματοποιηθεί μια συνάντηση και ποιά αποτελέσματα θα φέρει, δεν εξαρτάται από τον ένα. Η αμοιβαία επιθυμία για ουσιαστική συνάντηση αυξάνει την ελπίδα. Στη συνέχεια, για να γίνει   η καρδιακή συνάντηση χρειάζεται υπομονή, ταπείνωση, προσευχή και θέληση.

Στη μοναξιασμένη κοινωνία μας η όντως συνάντηση με το Χριστό και τον άνθρωπο θα δώσει νόημα ζωής, πληρότητα της ύπαρξής μας, χαρά του προσώπου μας. Όσο και να πονούν οι αποτυχημένες προσπάθειες, αξίζει να το παλεύουμε όσο ζούμε, αφού η συνάντηση ως κοινωνία προσώπων γίνεται πρόγευση ζωής αιωνίου.
 
π. Ανδρέας Αγαθοκλέους
Ιερό Ησυχαστήριο Αγίας Τριάδας - Λυθροδόντα
 
 
 

Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Η Μεταμόρφωση Του Κυρίου !

 
 
Ποιά περίοδο του έτους έγινε η μεταμόρφωση του Χριστού και γιατί εορτάζεται στις 6 Αυγούστου από την εκκλησία μας;
Η Μεταμόρφωση του Χριστού επάνω στο όρος Θαβώρ έγινε λίγο προ του Πάθους Του, και συγκεκριμένα σαράντα ημέρες πριν πάθει και σταυρωθεί. Άλλωστε, ο σκοπός της Μεταμορφώσεως ήταν να στηριχθούν οι Μαθητές στην πίστη ότι αυτός είναι ο Υιός του Θεού και να μη κλονισθούν για όσα θα έβλεπαν τις ημέρες εκείνες. Στα τροπάρια της Εκκλησίας φαίνεται αυτή η αλήθεια.Σε ένα ψά...λλουμε: «Προ του τιμίου σταυρού σου και του πάθους, λαβών ους προέκρινας των ιερών μαθητών προς το Θαβώριον Δέσποτα, ανήλθες όρος».
Και στο Κοντάκιο της εορτής λέγεται: «…ίνα όταν σε ίδωσιν σταυρούμενον το μεν πάθος νοήσωσιν εκούσιον τω δε κόσμω κηρύξωσιν ότι συ υπάρχεις αληθώς του Πατρός το απαύγασμα».
Επομένως, κανονικά η Μεταμόρφωση του Χριστού έπρεπε να εορτάζεται τον μήνα Μάρτιο, ανάλογα με το πότε εορτάζεται κάθε χρόνο το Πάσχα. Επειδή, όμως, ο χρόνος αυτός συμπίπτει με την περίοδο της Τεσσαρακοστής και δεν θα μπορούσε να εορτασθεί πανηγυρικά, γι’ αυτό η εορτή μεταφέρθηκε την 6ην Αυγούστου. Η ημερομηνία αυτή δεν είναι τυχαία, αφού προηγείται σαράντα ημέρες από την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβίου), η οποία είναι σαν την Μ. Παρασκευή.
 Ουσιαστικά όταν κάνουμε λόγο για Μεταμόρφωση εννοούμε ότι έδειξε την δόξα της θεότητός Του, που την κρατούσε αφανή στο φαινόμενο σώμα, επειδή οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να την αντικρύσουν.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος θα πει ότι ο Χριστός δεν έδειξε ολόκληρη την θεότητα, αλλά μια μικρή ενέργειά της. Και αυτό ο έκανε αφ’ ενός μεν για να πληροφορήσει για το ποια είναι η θεϊκή δόξα της Βασιλείας, αφ’ ετέρου δε από φιλανθρωπία, ώστε να μη χάσουν και την ζωή τους ακόμη, βλέποντας ολόκληρη την δόξα της θεότητος. Γι’ αυτό, το μυστήριο της Μεταμορφώσεως είναι και αποκάλυψη της Βασιλείας, αλλά και έκφραση της αγάπης και της φιλανθρωπίας του Θεού.
 
+ + +
 

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Αναλήψεως !

...

Ὁ Κύριος “ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν του Θεοῦ”. Τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου ειναι τὸ ὁρατὸ σημεῖο τῆς συμφιλίωσης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ τοῦ δοξασμοῦ τῆς ἀνθρώπινης φύσης.
Ἡ καταλλαγὴ αὐτὴ καὶ ὁ δοξασμὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπιτεύχθηκε μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ -μὲ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἕνωσε τὴν ἀνθρώπινη φύση μὲ τὴ θεία Τοῦ φύση ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀχωρίστως καὶ ἀδιαιρέτως- τὸ ἐπὶ γὴς ἔργο Του, τὰ ἑκούσια Του Πάθη, τὴν ἔνδοξη Ἀνάστασή Του.
Οἱ πολλαπλὲς ἐμφανίσεις τοῦ Θεανθρώπου, μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του, σκοπὸ εἶχαν νὰ πείσουν τοὺς Μαθητές Του ὅτι, ὄντως, ἀναστήθηκε καὶ νὰ χαρίσει σὲ αὐτοὺς τὴν εἰρήνη, τὴ χαρὰ καὶ τὸ φῶς τῆς ἀνεσπέρου αὐτῆς ἡμέρας. Στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (1:3), o ἀναστημένoς Ἰησοῦς ἐμφανιζόταν στoυς Μαθητὲς Τoυ καὶ τoυς «δίδασκε τὰ περὶ τῆς Βασιλείας τoυ Θεoὺ γιὰ σαράντα ἡμέρες».
Τὴν Πέμπτη της ἕκτης ἐβδoμάδας ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση Τoυ, o Χριστός, ἀφoὺ εὐλόγησε τoυς μαθητὲς Τoυ, ἀναλήφθηκε στoυς Οὐρανοὺς (Λoυκ. 24, 50-51), στὴν περιoχὴ τῆς Βηθανίας, ἔτσι ὥστε τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς νὰ ἐπιστρέψει ἐν Ἁγίω Πνεύματι, γιὰ νὰ συνεχίσει, ὡς Ἐκκλησία πλέον, τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἐν Ἁγίω Πνεύματι σωματικὴ παρουσία του Κυρίου ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχει συνεχῶς, μέχρι τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου, στὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὅπου οἱ πιστοὶ μποροῦν νὰ ἑνωθοῦν μαζί Του. Ὁ Ἄπ. Παῦλος μᾶς ὑπενθυμίζει μὲ τὸ λόγο του, ὅτι «ἔπειτα ἠμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίω ἐσόμεθα.» (Ἃ΄ Θέσ. 4: 17).
Τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναλήψεως ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ βασικότερα δόγματα τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ἀναφέρεται στo Συμβoλo τῆς Πίστεως।


( Πηγή:www.churchofcyprus.org Δρ Ἑλένη Ρωσσίδου-Κουτσοῦ, Φιλόλογος-Βυζαντινολόγος)


Τὸ Ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς

,
Ἀνελήφθης ἐν δόξη, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἠμῶν,
χαροποιήσας τοὺς μαθητᾶς
τὴ ἐπαγγελία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
βεβαιωθέντων αὐτῶν διὰ τῆς εὐλογίας,
ὅτι σὺ εἰ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ λυτρωτὴς τοῦ κόσμου.
,

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Η Υπαπαντή Του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού

...
Σύμφωνα με την Ιουδαϊκή παράδοση, η μητέρα που θα έφερνε στον κόσμο αγόρι ήταν ακάθαρτη για 40 ημέρες από την γέννησή του (80 εάν το παιδί είναι κορίτσι). Μετά την συμπλήρωση των ημερών του καθαρισμού, προσερχόταν στον Ναό, όπου προσέφερε «αμνόν ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα και νεοσσόν περιστεράς η τρυγόνα περί αμαρτίας επί την θύραν της Σκηνής του Μαρτυρίου προς τον ιερέα».
Η οικονομικά αδύνατη γυναίκα θα μπορούσε να προσφέρει αντ’ αυτών «δύο τρυγόνας η δύο νεοσσούς περιστερών, μίαν εις ολοκαύτωμα και μίαν περί αμαρτίας, και εξιλάσεται περί αυτής ο ιερέας και καθαρισθήσεται». Έτσι λοιπόν και η Θεοτόκος, ακολουθώντας τον Μωσαϊκό νόμο, «ότε επλήσθησαν αι ημέραι του καθαρισμού» πήγε στο Ναό «του δούναι θυσίαν κατά το ειρημένον εν τω νόμω κυρίου, ζεύγος τρυγόνων η δύο νοσσούς περιστερών». Η έμφαση όμως που δίνει ο Ευαγγελιστής είναι στο γεγονός της συνάντησης, της «απάντησης» του Συμεώνος και της προφήτιδος Αννας με τον Ιησού Χριστό, έμφαση η οποία αντικατοπτρίζεται και στο περιεχόμενο, αλλά και στον (τελικό) τίτλο της εορτής.

Η αρχική έμφαση της εορτής ήταν κατά πάσα πιθανότητα ο καθαρισμός της Θεοτόκου. Ο πρωιμότερος τίτλος της εορτής που απαντάται είναι «εορτή καθαρσίων», όπως αναφέρεται στον πρώτο λόγο του Ησυχίου, πρεσβυτέρου Ιεροσολύμων στην Υπαπαντή. Πολύ σύντομα όμως η έμφαση μετατέθηκε στην συνάντηση, η «απάντηση» του Ιησού στο Ναό με τον Συμεών και την προφήτιδα Άννα, έμφαση η οποία αντικατοπτρίζεται και στην ομιλιτική αλλά και στην λειτουργική και υμνολογική παράδοση της εορτής, καλώντας μας σε μια «απάντηση» δική μας με τον Χριστό, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά το τρίτο στιχηρό του Μεγάλου Εσπερινού της Υπαπαντής:

Δεύτε και ημείς, άσμασι ενθέοις, Χριστώ συναντηθώμεν, και δεξώμεθα αυτόν, ου το σωτήριον, ο Συμεών εώρακεν. Ούτός εστιν, ον ο Δαυΐδ καταγγέλει· ούτός εστιν, ο εν Προφήταις λαλήσας· ο σαρκωθείς δι’ ημάς, και νόμω φθεγγόμενος. Αυτόν προσκυνήσωμεν.

Η αρχική όμως έμφαση της εορτής συνετέλεσε στο να χαρακτηρισθεί η εορτή από τους Βυζαντινούς ως Θεομητορική. O Γεώργιος Μοναχός αναφέρει χαρακτηριστικά στο Χρονικό του ότι η εορτή της Υπαπαντής «ουκ εστιν εναριθμούμενη ταις δεσποτικαίς εορταίς».
Η αρχαιότερη πηγή πληροφοριών για την εορτή της Υπαπαντής είναι το οδοιπορικό της Εθερίας. Σύμφωνα λοιπόν με αυτό, η εορτή εορταζόταν 40 ημέρες μετά τα Επιφάνεια, δηλαδή στις 14 Φεβρουαρίου, χωρίς όμως να μας αναφέρει το όνομα της εορτής. Μας πληροφορεί ότι η σύναξη ελάμβανε χώρα στη ροτόντα της Αναστάσεως, και συγκρίνει την επισημότητα της εορτής με αυτή του Πάσχα. Της κάνει εντύπωση το γεγονός ότι κήρυτταν όλοι οι πρεσβύτεροι και τελευταίος ο επίσκοπος, όλοι ερμηνεύοντας την σχετική Ευαγγελική περικοπή. Επειδή αναφέρει τα γεγονότα και τα πρόσωπα της Ευαγγελικής περικοπής, είναι σαφές ότι το χωρίο στο οποίο αναφέρεται είναι το Λουκά 2:22-40. Μετά ακολουθούσε η Θεία Ευχαριστία.

Το Αρμενικό Λεξιονάριο (αρχές 5ου αιώνα), πολύτιμη πηγή πληροφοριών για την λειτουργική πράξη των Ιεροσολύμων, αναφέρει ότι «14 Φεβρουαρίου, τεσσαρακοστή ημέρα από της Γεννήσεως του Κυρίου ημων Ιησού Χριστού» η σύναξη ελάμβανε χώρα στη Βασιλική του Μ. Κων/νου, και τα αναγνώσματα της ημέρας ήταν: Ψαλμός 97:3, Αποστολικό Ανάγνωσμα προς Γαλάτας 3:24-29, Αλληλούια Ψαλμός 95:2, Ευαγγέλιον κατά Λουκά 2:22-40. Από την ίδια εποχή σώζονται και τρεις ομιλίες στην Υπαπαντή του Ησυχίου, πρεσβυτέρου στην εκκλησία των Ιεροσολύμων (†μετά το 451). Οι τρεις αυτές ομιλίες όχι μόνο επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της εορτής στα Ιεροσόλυμα, αλλά είναι και τα πρώτα αδιάσειστα ομιλητικά παραδείγματα σχετικά με την εορτή που μας έχουν σωθεί.

Στο Γεωργιανό Λεξιονάριο (5ος-8ος αιώνας) μας δίδονται τα αναγνώσματα της ημέρας, τα οποία συμπεριλαμβάνουν και αναγνώσματα της Παλαιάς Διαθήκης, που ακόμη διαβάζονταν εντός της Θείας Λειτουργίας:

Ψαλμός 97:3, στίχος 2
Παροιμίες 23:11-18
Σοφία Σολωμόντος 4:8-12
Ησαΐας 19:1-4
Προς Γαλάτας 3:24
Αλληλούια, Ψαλμός 44:11-12
Ευαγγέλιον κατά Λουκάν 2:22:40.

Βλέπουμε λοιπόν ότι οι πρωιμότερες περιγραφές της εορτής της Υπαπαντής προέρχονται από τα Ιεροσόλυμα, υποδεικνύοντας τα Ιεροσόλυμα ως τόπο συστάσεως της εορτής. Ο Σεβήρος, επίσκοπος Αντιοχείας από το 513 έως το 518, το επιβεβαιώνει. Στην ομιλία 125, η οποία εκφωνήθηκε το έτος 518, αναφέρει ότι η Υπαπαντή εορτάζεται όχι μόνο στα Ιεροσόλυμα, αλλά και σε όλη την Παλαιστίνη, ότι ως εορτή δεν είναι αρχαία αλλά συστάθηκε σχετικά πρόσφατα στα Ιεροσόλυμα, και ότι η εορτή αυτή ήταν άγνωστη στην Αντιόχεια και εισήχθη πρόσφατα από τα Ιεροσόλυμα. Προσπάθεια να εισαχθεί η εορτή της Υπαπαντής στην Αντιόχεια είχε γίνει και πιο παλιά, όταν ήταν εκεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αλλά φαίνεται ότι αυτή η προσπάθεια ήταν ανεπιτυχής. Σώζεται ομιλία στην Υπαπαντή που αποδίδεται στον Γρηγόριο τον Νύσσης, η οποία εάν είναι αυθεντική, τότε έχουμε μαρτυρία ότι η Υπαπαντή εορταζόταν στην Καππαδοκία στο τέλος του 4ου αιώνος.

Πρώτες ενδείξεις για τον εορτασμό της Υπαπαντής στην Κωνσταντινούπολη έχουμε από τον 6ο αιώνα, και όλες συνδέουν την εξάπλωσή της με τον Ιουστινιανό. Σύμφωνα με την Χρονογραφία του Θεοφάνη, το έτος 534, επί βασιλείας Ιουστινιανού, «η Υπαπαντή του Κυρίου έλαβεν αρχήν επιτελείσθαι εν τω Βυζαντίω τη δευτέρα του Φεβρουαρίου μηνός»,62 δηλαδή η εορτή της Υπαπαντής ορίσθηκε επί Ιουστινιανού να εορτάζεται στην Κωνσταντινούλοπη στις 2 Φεβρουαρίου. Δεν σημαίνει όμως αυτό ότι τότε εισήχθη η εορτή. Σύμφωνα με το Χρονικό του Γεωργίου Μοναχού, κατά την διάρκεια της βασιλείας του Ιουστινιανού «και η Υπαπαντή μετηνέχθη και έλαβεν αρχήν εορτάζεσθαι Φεβρουαρίω μηνί εις την β’, γενομένην πρότερον τη ιδ’ του αυτού μηνός, ήτις ουκ εστιν εναριθμούμενη ταις δεσποτικαίς εορταίς».

Η εορτή λοιπόν προϋπήρχε, και η αναφορά αυτή δεν αντικατοπτρίζει την εισαγωγή της εορτής της Υπαπαντής στην Κων/πολη, αλλά την μεταφορά του εορτασμού της την χρονιά εκείνη, κατ’ εντολήν του Ιουστινιανού, από τις 14 Φεβρουαρίου στις 2 του ιδίου μήνα, εναρμονίζοντας ημερολογιακά την εορτή της Υπαπαντής με την νέα εορτή της Γεννήσεως του Χριστού στις 25 Δεκεμβρίου.
Είναι βεβαίως πιθανό ο Ιουστινιανός να συνέβαλε και στην περαιτέρω εξάπλωση της εορτής. Σώζεται μάλιστα σε γεωργιανή μετάφραση ένα γράμμα του Ιουστινιανού προς τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ του έτους 560, όπου υποστηρίζει την αλλαγή της ημερομηνίας της Υπαπαντής από τις 14 στις 2 Φεβρουαρίου.

Η μεταφορά αυτή της εορτής της Υπαπαντής στις 2 Φεβρουαρίου πιθανότατα συνδέεται και με την συγγραφή του κοντακίου της Υπαπαντής από τον Ρωμανό το Μελωδό. Λείψανα του κοντακίου αυτού είναι ακόμη εν χρήσει στην σημερινή λειτουργική πράξη:
Το πρώτο προοίμιο του κοντακίου του Ρωμάνου στην Υπαπαντή, «Χορός αγγελικός, εκπληττέσθω το θαύμα…», είναι το πρώτο κάθισμα του όρθρου της εορτής και το τρίτο προοίμιο του κοντακίου του Ρωμανού στην Υπαπαντή, «Ο μήτραν παρθενικήν αγιάσας …», είναι το χρησιμοποιούμενο σήμερα ως κοντάκιο της εορτής.
Φαίνεται όμως ότι η νέα ημερομηνία της εορτής στις 2 Φεβρουαρίου άργησε να γίνει αποδεκτή από τον λαό, και έτσι η εορτή συνέχισε για μερικά χρόνια να τελείται στις 14 Φεβρουαρίου, τουλάχιστον ως και το έτος 602, όπου έχουμε σχετική μαρτυρία. Αναλύoντας και εξετάζοντας χρονολογικά τα γεγονότα της επανάστασης εναντίον του αυτοκράτορος Μαυρικίου το έτος 602, o M. Higgins υποστηρίζει ότι εκείνο το έτος η εορτή της Υπαπαντής εορταζόταν ακόμα στις 14 Φεβρουαρίου, και ως εκ τούτου υποθέτει ότι η εορτή της Γέννησης του Χριστού ήταν στις 6 Ιανουαρίου.

Στην Κωνσταντινούπολη η εορτή της Υπαπαντής τελούνταν με μεγαλοπρέπεια και με την παρουσία του αυτοκράτορος. Την παραμονή ο εσπερινός γινόταν στο ναό της Παναγίας «εν τοις Χαλκοπρατείοις», όπου γινόταν και ο όρθρος ανήμερα της εορτής. Από εκεί με λιτανεία κατευθύνονταν κλήρος και λαός, μέσω του Φόρου, στον ναό της Παναγίας «εν Βλαχερναίς» όπου ελάμβανε χώρα η Θ. Λειτουργία παρουσία του αυτοκράτορος. Το γεγονός ότι η Θ. Λειτουργία ανήμερα της Υπαπαντής γινόταν στην Παναγία «εν Βλαχερναίς» δηλώνει ότι παρ’ όλο που η εορτή έχει Δεσποτικό χαρακτήρα, λογιζόταν ως Θεομητορική από τους Βυζαντινούς, αφού όλες οι εορτής της Παναγίας εορτάζονταν είτε στο ναό της Παναγίας «εν τοις Χαλκοπρατείοις»73 είτε στο ναό «εν Βλαχερναίς».
Τα αναγνώσματα της εορτής της Υπαπαντής του Κυρίου παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία. Στο ασματικό τυπικό βλέπουμε διαφοροποίηση όχι μόνο από τα Ιεροσόλυμα σε σχέση με την επιλογή των αναγνωσμάτων, αλλά και διαφοροποίηση μεταξύ του Προφητολογίου και του Τυπικού της Μεγάλης Εκκλησίας, όπως και μεταξύ των Στουδιτικών και Σαββαϊτικών λειτουργικών παραδόσεων.

Στη σημερινή χρήση επικράτησαν τα αναγνώσματα Εξ. 12:51, Ησ. 6:1, και Ησ. 19:1 στον εσπερινό, προκείμενο: Λουκ. 1:46-47, στιχ. 1:48 Εβρ. 7:7, αλληλούια: Λουκ 2:29-30, στ. 2:31-32 και Λουκά 2:22 στην Λειτουργία.
Η «μνήμη του αγίου και δικαίου Συμεών του δεξαμένου εν αγκάλαις τον Κύριον, και Άννης της προφήτιδος» στις 3 Φεβρουαρίου αναφέρεται για πρώτη φορά στο Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας, και θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί αυτή η εορτή ως «σύναξις», ακολουθώντας το πρότυπο παρομοίων εορτών «προς τιμήν και εορτασμόν ιερών προσώπων, τα οποία κατά την μεγάλην εορτήν της προηγουμένης υπούργησαν, δηλ. έλαβαν ενεργόν μέρος εις το θείον γεγονός, το οποίον εωρτάσθη κατ’ αυτήν.

Στα Στουδιτικά τυπικά παραλείπεται η μνεία στην προφήτιδα Άννα, αλλά εμφανίζεται απόδοση της εορτής. Στο Τυπικό της Ευεργέτιδος έχουμε αναφορά ότι η εορτή «ει μεν τύχη έξω της εβδομάδος της τυροφάγου … εορτάζεται μετά των αγίων ημέρας ε » ενώ στο Τυπικό της Μονής του Σωτήρος, η εορτή αποκτά οκτάβα και η απόδοση είναι στις 9 Φεβρουαρίου: «Εν ταύτη ουν τη ημέρα αποδιδούμεν την εορτήν. … Και ούτως μεν τελείται το οκταήμερον της εορτής». Ο αριθμός των μεθέορτων ημερών βέβαια εξαρτάται και από την ημερομηνία έναρξης της Μ. Τεσσαρακοστής.
Επίσης, αντίφωνα εμφανίζονται στα Στουδιτικά τυπικά, αλλά με εφύμνιο «Σώσον ημάς Υιέ Θεού, ο εκ Παρθένου τεχθείς» καταδεικνύοντας την στενή σχέση της εορτής της Υπαπαντής με τα Χριστούγεννα.
Αντίφωνα:

1. Αγαθόν το εξομολογείσθαι κτλ.
Ταις πρεσβείαις…
2. Ο Κύριος εβασίλευσεν κτλ.
Σώσον ημάς Υιέ Θεού, ο εκ Παρθένου τεχθείς…
3. Δεύτε αγαλλιασώμεθα κτλ.
Χαίρε Κεχαριτωμένη…

Στο τυπικό της Μονής του Αγίου Σάββα ορίζονται τυπικά, αλλά αντίφωνα εμφανίζονται πάλι στα τυπικά του Κωνσταντίνου και Βιολάκη, όμως με τους εν χρήσει σήμερα στίχους και εφύμνιο:
Παρατηρούμε επίσης ότι τα τυπικά του Κωνσταντίνου και Βιολάκη ορίζουν στο Εξαιρέτως το «Θεοτόκε η ελπίς…». Αυτό γιατί στον όρθρο στην θ’ ωδή ορίζουν να ψάλλονται τα μεγαλυνάρια («Ακατάλητόν εστι…»), τα οποία και παρέχονται. Τα μεγαλυνάρια όμως αυτά είναι μια πολύ πρόσφατη προσθήκη, αφού στο τυπικό του Αγίου Σάββα, στα απορρούμενα, ορίζεται ότι «εν τη εννάτη στιχολογείται η τιμιωτέρα».

Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο του λειτουργικού εορτασμού της Υπαπαντής είναι η απαντώμενη στις πηγές χρήση κεριών. Για παράδειγμα, στον βίο του Αγίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου (†529) αναφέρεται ότι η Ικελία, κάτω από την οποία μαθήτευσε, εισήγαγε την χρήση κεριών στην εορτή της Υπαπαντής: «Η μακαρία Ικελία πάσαν ευσεβείας οδόν εξασκήσασα κατέδειξεν εν πρώτοις μετά κηρίων γίνεσθαι την υπαπάντησιν του σωτήρος ημών Θεού.» Δεν είναι όμως αυτή η μοναδική μαρτυρία. Από την περιοχή των Ιεροσολύμων και πάλι σώζεται ομιλία στην Υπαπαντή η οποία αποδίδεται στον Κύριλλο Ιεροσολύμων. Στο τέλος της ομιλίας προτρέπει ο Άγιος Κύριλλος τους πιστούς: «Ούτως σήμερον φαιδροί φαιδρώς τας λαμπάδας κοσμήσωμεν· ούτως, ως υιοί φωτός, τους κηρούς τω φωτί τω αληθινώ Χριστώ προσάγωμεν».

Αλλη σχετική μαρτυρία, αγνώστου όμως προελεύσεως και εποχής, είναι η εισαγωγή της ομιλιτικής διασκευής του σχετικού τμήματος του υπομνήματος του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Εκεί, αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι «…και επειδή πάντες προθύμως συνήλθετε, της φαιδρότητος της Δεσποτικής εορτής εις τούτο συναθροισάσης μετά φαιδρών των λαμπάδων, φαιδρώς πανηγυρίσωμεν…». Το στοιχείο αυτό, δηλαδή οι αναφορές στην χρήση κεριών, μαζί και με άλλα στοιχεία, οδήγησαν τον Μ. Connell να εξετάσει την σοβαρή πιθανότητα να ήταν η εορτή της Υπαπαντής ημέρα βαπτισματική. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το αρχαίο όνομα της εορτής στην Γεωργιανή λειτουργική παράδοση ήταν «lamproba» δηλαδή εορτή των φανών, και ότι στα Σαββαϊτικά τυπικά υπάρχει μνεία χρήσης κεριών στην εορτή: «εις δε την εννάτην, δίδονται κηρία τοις αδελφοίς».
.
του Πρεσβυτέρου Στεφάνου Αλεξόπουλου
.
Αναδημοσίευση από :
.
.
.

Παρασκευή 6 Αυγούστου 2010

Η Μεταμόρφωση Του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού

...
Η Μεταμόρφωση του Χριστού επάνω στο όρος Θαβώρ έγινε λίγο προ του Πάθους Του, και συγκεκριμένα σαράντα ημέρες πριν πάθει και σταυρωθεί. Άλλωστε, ο σκοπός της Μεταμορφώσεως ήταν να στηριχθούν οι Μαθητές στην πίστη ότι αυτός είναι ο Υιός του Θεού και να μη κλονισθούν για όσα θα έβλεπαν τις ημέρες εκείνες. Στα τροπάρια της Εκκλησίας φαίνεται αυτή η αλήθεια.Σε ένα ψάλλουμε: «Προ του τιμίου σταυρού σου και του πάθους, λαβών ους προέκρινας των ιερών μαθητών προς το Θαβώριον Δέσποτα, ανήλθες όρος». Και στο Κοντάκιο της εορτής λέγεται: «...ίνα όταν σε ίδωσιν σταυρούμενον το μεν πάθος νοήσωσιν εκούσιον τω δε κόσμω κηρύξωσιν ότι συ υπάρχεις αληθώς του Πατρός το απαύγασμα».
Επομένως, κανονικά η Μεταμόρφωση του Χριστού έπρεπε να εορτάζεται τον μήνα Μάρτιο, ανάλογα με το πότε εορτάζεται κάθε χρόνο το Πάσχα. Επειδή, όμως, ο χρόνος αυτός συμπίπτει με την περίοδο της Τεσσαρακοστής και δεν θα μπορούσε να εορτασθεί πανηγυρικά, γι' αυτό η εορτή μεταφέρθηκε την 6ην Αυγούστου. Η ημερομηνία αυτή δεν είναι τυχαία, αφού προηγείται σαράντα ημέρες από την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβίου), η οποία είναι σαν την Μ. Παρασκευή.
Τα γεγονότα της εορτής διασώζονται και από τους τρεις λεγομένους συνοπτικούς Ευαγγελιστές, γιατί η Μεταμόρφωση αποτελεί κεντρικό γεγονός στην ζωή του Χριστού και περικλείει πολλά θεολογικά μηνύματα. (Ματθ. ιζ', 1-8, Μαρκ. θ', 2-8, Λουκ. θ', 28-36).[...]

Η λέξη μεταμόρφωση δηλώνει την αλλαγή της μορφής. Δηλαδή σε μια συγκεκριμένη στιγμή ο Χριστός αποκάλυψε αυτό που κρυπτόταν, φανέρωσε την δόξα της θεότητος, με την οποία ήταν ενωμένη η ανθρώπινη φύση από την στιγμή της συλλήψεως στην κοιλία της Θεοτόκου. Ο Χριστός με την μεγάλη Του φιλανθρωπία κάλυπτε αυτό που είχε πάντοτε, ώστε να μη «καούν» οι Μαθητές, λόγω της ακαταλληλότητός τους, επειδή δεν είχαν ακόμη προετοιμασθεί.
Ο Χριστός εκείνη την ώρα μεταμορφώθηκε, «ουχ ο ουκ ην προσλαβόμενος, ουδέ εις όπερ ουκ ην μεταβαλόμενος, αλλ' όπερ ην τοις οικείους μαθηταίς εκφαινόμενος» (αγ. Ιωάννης Δαμασκηνός). Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός δεν προσέλαβε κάτι που δεν είχε, ούτε μεταβλήθηκε σε κάτι που δεν ήταν, αλλά φανέρωσε στους Μαθητές Του αυτό που ήταν. Ουσιαστικά όταν κάνουμε λόγο για Μεταμόρφωση εννοούμε ότι έδειξε την δόξα της θεότητός Του, που την κρατούσε αφανή στο φαινόμενο σώμα, επειδή οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να την αντικρύσουν.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος θα πει ότι ο Χριστός δεν έδειξε ολόκληρη την θεότητα, αλλά μια μικρή ενέργειά της. Και αυτό ο έκανε αφ' ενός μεν για να πληροφορήσει για το ποια είναι η θεϊκή δόξα της Βασιλείας, αφ' ετέρου δε από φιλανθρωπία, ώστε να μη χάσουν και την ζωή τους ακόμη, βλέποντας ολόκληρη την δόξα της θεότητος. Γι' αυτό, το μυστήριο της Μεταμορφώσεως είναι και αποκάλυψη της Βασιλείας, αλλά και έκφραση της αγάπης και της φιλανθρωπίας του Θεού.
Γίνεται λόγος στα λειτουργικά κείμενα ότι κατά την Μεταμόρφωση ο Χριστός θεούργησε την ανθρώπινη φύση που προσέλαβε. Αυτό, όμως, λέγεται με μια ορισμένη έννοια και δεν σημαίνει ότι τότε μόνο θεουργήθηκε η ανθρώπινη φύση. Κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό η ανθρώπινη φύση θεουργήθηκε, δηλαδή θεώθηκε, από την υποστατική ένωση και κοινωνία με τον Θεό Λόγο, που έγινε από την στιγμή της συλλήψεώς Του στην κοιλία της Θεοτόκου, την ημέρα του Ευαγγελισμού. Τότε, η θεότητα θέωσε την ανθρώπινη φύση, ενώ η ανθρώπινη φύση θεώθηκε (άγ. Γρηγόριος Θεολόγος). Κατά την Μεταμόρφωση του Χριστού φανερώθηκε στους Μαθητάς αυτή η θεουργηθείσα ανθρώπινη φύση από την πρόσληψή της από τον Θεό Λόγο. Προηγουμένως ήταν άγνωστη, τώρα έγινε φανερά. Με αυτήν την έννοια γίνεται λόγος σε μερικά τροπάρια για θεουργία της ανθρώπινης φύσεως κατά την Μεταμόρφωση.
Αυτό ακριβώς το γεγονός μάς οδηγεί στην άποψη ότι στο Θαβώρ δεν έχουμε μόνο Μεταμόρφωση, αποκάλυψη του Χριστού, αφού πραγματικά τότε έδειξε μερικές ακτίνες της θεότητός Του, αλλά και μεταμόρφωση των Μαθητών. Οι Μαθητές αξιώθηκαν να δουν την θεουργία της ανθρώπινης φύσης του Χριστού, ακριβώς γιατί μεταμορφώθηκαν αυτοί οι ίδιοι. Οι Πατέρες κάνουν λόγο για εναλλαγή των Μαθητών. «Ενηλλάγησαν ουν και ούτω την την εναλλαγήν είδον» (άγ. Γρηγόριος Παλαμάς). Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει εναλλαγή, Μεταμόρφωση του Χριστού, αλλά αυτό έγινε γνωστό, γιατί υπήρξε και εναλλαγή, μεταμόρφωση των Μαθητών.
Η μεταμόρφωση των Μαθητών έγινε σε όλη τους την ψυχοσωματική ύπαρξη. Οι Μαθητές δεν είδαν το θειό φως μόνο με τον νου τους, που είναι ο οφθαλμός της ψυχής, αλλά και με αυτές τις σωματικές αισθήσεις, οι οποίες όμως προηγουμένως δυναμώθηκαν από την άκτιστη ενέργεια του Θεού και μεταμορφώθηκαν για να τον δουν. Οι σωματικοί οφθαλμοί είναι τυφλοί ως προς το φως του Θεού, επειδή οι οφθαλμοί του ανθρώπου είναι κτιστοί και δεν μπορούν ναδουν το άκτιστο Φως. Γι' αυτό και αλλοιώθηκαν από την ενέργεια του Θεού και αξιώθηκαν να δουν την δόξα του Θεού (άγ. Γρηγόριος Παλαμάς).

Από το βιβλίο «Οι Δεσποτικές Εορτές»
Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιεροθέου
.

Πέμπτη 13 Μαΐου 2010

Η Ανάληψη Του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού

.......

1.-. Σάν γλυκύς συνοδοιπόρος τοῦ ἀνθρώπινου βίου ὁ προφήτης Δαβίδ βρίσκεται σέ ὅλους τούς δρόμους τῆς ζωῆς καί ἀναστρέφεται πρόσφορα μέ ὅλες τίς πνευματικές ἡλικίες καί εἶναι κοντά σέ κάθε παράταξη πού προκόβει. Παίζει μέ ὅσους νηπιάζουν, ὅπως θέλει ὁ Θεός, μέ τούς ἄνδρες συναγωνίζεται, παιδαγωγεῖ τή νεότητα, ὑποστηρίζει τά γηρατειά, γίνεται στούς πάντες τά πάντα. Γίνεται τό ὅπλο τῶν στρατιωτῶν, ὁ προπονητής τῶν ἀθλητῶν, ἡ παλαίστρα ὅσων γυμνάζονται, τό στεφάνι τῶν νικητῶν, ἡ χαρά τοῦ τραπεζιοῦ, ἡ παρηγοριά στίς κηδεῖες. Δέν ὑπάρχει τίποτε ἀπό τή ζωή μας πού νά εἶναι ἀμέτοχο ἀπό αὐτή τή χάρη. Ποιά δυνατή προσευχή γίνεται, πού δέν ἔχει σχέση μ᾿ αὐτή ὁ Δαβίδ; Ποιά εὐφροσύνη γιορτῆς δοκιμάζομε χωρίς νά τή χαροποιεῖ ὁ Δαβίδ; Αὐτό μποροῦμε νά τό διαπιστώσομε καί τώρα· ὅτι δηλαδή, ἐνῶ καί γι᾿ ἄλλους λόγους εἶναι μεγάλη ἡ ἑορτή, ὁ προφήτης μέ τή συνεισφορά του τήν ἔκανε μεγαλύτερη, συνεισφέροντας πρόσφορα σ᾿ αὐτήν τήν εὐφροσύνη ἀπό τούς ψαλμούς. Στόν ἕνα ψαλμό σέ προτρέπει νά γίνεις πρόβατο πού τό ποιμαίνει ὁ Θεός καί δέ στερεῖται ἀπό κανένα ἀγαθό· καί χόρτο νά βοσκήσει καί νερό νά πιεῖ καί τροφή καί μάντρα καί δρόμος καί ὁδηγία καί τά πάντα γίνεται ὁ καλός ποιμένας (Ἰω. 10, 2-4· 11), ἐπιμερίζοντας κατάλληλα τή χάρη του σέ κάθε ἀνάγκη.

2.-. Μέ ὅλα αὐτά διδάσκει τήν Ἐκκλησία, ὅτι πρέπει νά γίνεις πρῶτα πρόβατο τοῦ καλοῦ ποιμένα ὁδηγούμενο μέ τήν ὀρθή κατήχηση στίς θεῖες βοσκές καί πηγές τῶν διδαγμάτων γιά νά συνταφεῖς μαζί του μέ τό βάπτισμα στό θάνατο (Ρωμ. 6, 3-4) καί νά μή φοβηθεῖς αὐτόν τό θάνατο· γιατί αὐτός δέν εἶναι θάνατος, ἀλλά σκιά καί ἀποτύπωμα θανάτου. Γιατί λέει· «ἄν βαδίσω μέσα ἀπό τή σκία τοῦ θανάτου δέ θά τό φοβηθῶ αὐτό ὡς κάτι κακό, γιατί ἐσύ εἶσαι μαζί μου» (Ψαλμ. 22, 4). Ἔπειτα ἀπό αὐτά, ἀφοῦ παρηγόρησε μέ τή βακτηρία τοῦ Πνεύματος (γιατί ὁ Παράκλητος εἶναι τό Πνεῦμα), παραθέτει τό μυστικό τραπέζι πού ἑτοιμάστηκε κατ᾿ ἀντίθεση μέ τό τραπέζι τῶν δαιμόνων. Γιατί ἐκεῖνοι ἦταν πού καταβασάνισαν μέ τήν εἰδωλολατρία τή ζωή τῶν ἀνθρώπων, ἐνῶ ἀντίθετή τους εἶναι ἡ τράπεζα τοῦ Πνεύματος. Ἔπειτα ἀρωματίζει τήν κεφαλή μέ τό ἔλαιο τοῦ Πνεύματος καί προσφέροντάς του κρασί πού εὐφραίνει τήν καρδιά (Ψαλμ. 103, 15), προξενεῖ στήν ψυχή τή νηφάλια ἐκείνη μέθη, προσηλώνοντας τούς λογισμούς ἀπό τά πρόσκαιρα στό ἀΐδιο. Γιατί, ὅποιος δοκίμασε τή μέθη αὐτή, ἀνταλλάσσει τή βραχύτητα τοῦ θανάτου μέ τήν αἰωνιότητα, παρατείνοντας τή διαμονή του σέ μάκρος ἡμερῶν μέσα στόν οἶκο τοῦ Θεοῦ.

3.-. Ἀφοῦ μᾶς χάρισε αὐτά μέ τόν ἕνα ψαλμό, διεγείρει τήν ψυχή μέ τόν ἑπόμενο σέ μεγαλύτερη καί τελειότερη χαρά καί, ἄν νομίζεις, ἄς σοῦ παραθέσομε, περιορίζοντας σέ λίγα, καί τούτου τό νόημα. «Κτῆμα τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ γῆ καί ὅλο τό πλήρωμά της» (Ψαλμ. 23, 1). Γιατί παραξενεύεσαι, ἄνθρωπε, ἄν ὁ Θεός μας παρουσιάστηκε στή γῆ καί συναναστράφηκε μέ τούς ἀνθρώπους; Ἡ γῆ εἶναι κτῆμα δικό του ἀφοῦ εἶναι καί δημιούργημά του. Δέν εἶναι ἑπομένως παράδοξο οὔτε ἔξω ἀπό τό πρέπον νά ἔρθει ὁ Κύριος στά δικά του (Ἰω. 1, 11). Δέν πηγαίνει σ᾿ ἕνα ξένο κόσμο, ἀλλά στόν κόσμο πού συγκρότησε ὁ ἴδιος, θεμελιώνοντας τή γῆ ἐπάνω στά νερά καί κάνοντάς την κατάλληλη γιά τό πέρασμα τῶν ποταμῶν. Γιά ποιόν λόγον λοιπόν φανερώθηκε; Γιά νά σέ βγάλει ἀπό τά βάραθρα τῆς ἁμαρτίας καί νά σέ ὁδηγήσει στό ὄρος τῆς βασιλείας, χρησιμοποιώντας ὡς ὄχημα τήν ἐνάρετη πολιτεία. Γιατί δέν εἶναι δυνατό ν᾿ ἀνεβεῖ κανένας σ᾿ ἐκεῖνο τό βουνό, ἄν δέν τόν συνοδεύουν οἱ ἀρετές· πρέπει νά γίνει καθαρός στά ἔργα καί νά μήν τόν ρυπαίνει καμιά πονηρή πράξη, νά εἶναι καθαρός στήν καρδιά καί νά μήν ὁδηγεῖ τήν ψυχή του σέ τίποτα τό μάταιο οὔτε νά ἐξυφαίνει κανένα δόλο κατά τοῦ διπλανοῦ του. Αὐτῆς τῆς ἀνάβασης ἔπαθλο εἶναι ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ, σ᾿ αὐτόν δίνει ὁ Κύριος τήν ἐλεημοσύνη πού ἐπιφυλάσσει· «αὐτή εἶναι ἡ γενεά ἐκείνων πού τόν ζητοῦν καί ἀνεβαίνουν ψηλά μέ τήν ἀρετή» καί «ζητοῦν τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἰακώβ» (Ψαλμ. 23, 6).

4.-. Ἡ συνέχεια τοῦ ψαλμοῦ εἶναι ἴσως ὑψηλότερη κι ἀπό τήν ἴδια τήν εὐαγγελική διδασκαλία. Γιατί τό Εὐαγγέλιο διηγήθηκε τή ζωή καί τή συναναστροφή τοῦ Κυρίου ἐπάνω στή γῆ, ἐνῶ ὁ οὐράνιος αὐτός προφήτης, βγαίνοντας ἔξω ἀπό τόν ἑαυτό του, γιά νά μήν τόν βαραίνει τό σκαφίδι τοῦ σώματος κι ἀφοῦ ἀναμίχθηκε μέ τίς ὑπερκόσμιες δυνάμεις, μᾶς ἐκθέτει τά λόγια ἐκείνων, πού, βαδίζοντας μπροστά στήν πομπή τοῦ Κυρίου κατά τήν κάθοδό του, διατάζουν ν᾿ ἀνοίξουν τίς πόρτες οἱ ἄγγελοι, πού περιπολοῦν τή γῆ καί τούς ἔχει ἀνατεθεῖ ἡ φύλαξη τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, λέγοντας· «ἀνοῖξτε τίς πύλες σας, ἄρχοντες, καί σεῖς πύλες αἰώνιες διαπλατωθεῖτε καί θά εἰσέλθει ὁ βασιλιάς τῆς δόξας» ( Ψαλμ. 23, 7). Καί ἐπειδή σέ ὁτιδήποτε εἰσέλθει αὐτός πού περιέχει τό πᾶν φέρνει τόν ἑαυτό του στά μέτρα ἐκείνου πού τόν δέχεται (γιατί δέ γίνεται μόνο ἄνθρωπος εἰσερχόμενος στούς ἀνθρώπους, ἀλλά κατ᾿ ἀκολουθίαν καί στούς ἀγγέλους ὅταν βρεθεῖ κατεβάζει τόν ἑαυτό του στή φύση ἐκείνων), γι᾿ αὐτό ἔχουν ἀνάγκη οἱ φύλακες τῶν πυλῶν ἀπό ἐκεῖνον πού θά τούς δείξει «ποιός εἶναι αὐτός ὁ βασιλιάς τῆς δόξας» (Ψαλμ. 23, 8). Γι᾿ αὐτό ὑποδεικνύουν σ᾿ αὐτούς τόν κραταιό καί ἰσχυρό δημιουργό καί ἀκαταγώνιστο στόν πόλεμο, πού πρόκειται νά συγκρουστεῖ μέ ἐκεῖνον πού αἰχμαλώτισε τήν ἀνθρώπινη φύση (Ρωμ. 7, 23. Ἑβρ. 2, 14) καί νά ἐξουδετερώσει αὐτόν πού ἔχει τή δύναμη τοῦ θανάτου (Α´ Κορ. 15, 26), ὥστε, ἀφοῦ ἀφανιστεῖ ὁ ἔσχατος ἐχθρός, νά ἀνακληθοῦν οἱ ἄνθρωποι στήν ἐλευθερία καί τήν εἰρήνη.

5.-. Πάλι λέει τούς ἴδιους λόγους (γιατί ὁλοκληρώθηκε πιά τό μυστήριο τοῦ θανάτου καί πραγματοποιήθηκε ἡ νίκη κατά τῶν ἐχθρῶν καί ὑψώθηκε τό ἐναντίον τους τρόπαιο, ὁ σταυρός, καί πάλι «ἀνέβηκε ψηλά αὐτός πού αἰχμαλώτισε πολλούς αἰχμαλώτους, αὐτός πού ἔδωσε τή ζωή καί τή βασιλεία, αὐτά τά ἀγαθά δῶρα στούς ἀνθρώπους» (Ψαλμ. 67, 19), καί πρέπει ν᾿ ἀνοίξουν πάλι γι᾿ αὐτόν οἱ ὑψηλές πύλες. Παίρνουν μέρος στήν προπομπή οἱ δικοί μας φύλακες καί διατάζουν νά τοῦ ἀνοιχτοῦν οἱ ὑψηλές πύλες, γιά νά δοξαστεῖ πάλι σ᾿ αὐτές. Τούς εἶναι ὅμως ἄγνωστος αὐτός πού φόρεσε τή βρώμικη στολή τῆς δικῆς μας ζωῆς, πού οἱ λεκέδες τῶν ρουχῶν του εἶναι ἀπό τό ληνό τῶν ἀνθρώπινων κακῶν (Βλ. Ἡσ. 63, 2). Γι᾿ αὐτό ἀπευθύνουν σ᾿ ἐκείνους πού συνιστοῦν τήν προπομπή αὐτή τήν ἐρώτηση· «ποιός εἶναι αὐτός ὁ βασιλιάς τῆς δόξας; » (Ψαλμ. 23, 10). Δέ δίνεται ὅμως ἀκόμα ἡ ἀπάντηση, «ὁ κραταιός καί ἰσχυρός στόν πόλεμο» (Ψαλμ. 23, 8. 23, 10), ἀλλά «ὁ Κύριος τῶν δυνάμεων», πού ἔχει τήν ἐξουσία τοῦ παντός, πού ἕνωσε στό πρόσωπό του τά πάντα (Ἐφ. 1, 10), αὐτός πού εἶναι ὁ πρῶτος ἀπό ὅλα (Κολ. 1, 18), πού ἀποκατέστησε τά πάντα στήν πρώτη τους μορφή (Πράξ. 3, 21), «Αὐτός εἶναι ὁ Βασιλιάς τῆς δόξας» (Ψαλμ. 23, 10). Βλέπετε πόσο γλυκύτερη μᾶς κάνει ὁ Δαβίδ τήν ἑορτή, ἀναμιγνύοντας τή χάρη τῶν ψαλμῶν του στή χαρά τῆς Ἐκκλησίας.

6.-. Ἄς μιμηθοῦμε λοιπόν κι ἐμεῖς τόν προφήτη, σ᾿ ἐκεῖνα πού εἶναι δυνατό νά ἐπιτύχομε τή μίμησή του, στήν ἀγάπη πρός τό Θεό, στήν πραότητα τῆς ζωῆς, στή μακροθυμία σ᾿ ὅποιους μᾶς μισοῦν, γιά νά γίνει ἡ διδασκαλία τοῦ προφήτη χειραγωγία πρός τήν κατά Θεόν πολιτεία στό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Άγιος Γρηγόριος Νύσσης

Αναδημοσίευση από :
http://www.imkby.gr/
http://serafeimtousarof.blogspot.com/2010/05/blog-post_2271.html
.

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2009

Η Μεταμόρφωσις Του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού

.
Ὁ Κύριος λίγο πρὸ τοῦ πάθους Του, μὲ ἕνα ἐξαιρετικὰ λαμπρὸ γεγονός, τὴν θεία Μεταμόρφωση, ἀπεκάλυψε τὴν δόξα τῆς Θεότητός Του.
Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος περιγράφει τὴν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου ὡς ἑξῆς: Ὕστερα ἀπὸ ἕξι ἡμέρες, παίρνει ὁ Ἰησοῦς τὸν Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη καὶ τοὺς ἀνεβάζει σὲ ἕνα ὑψηλὸ βουνό. Μεταμορφώθηκε ἐνώπιόν τους καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπό Του ὅπως ὁ ἥλιος, ἐνῷ τὰ ἐνδύματά Του ἔγιναν λευκὰ ὅπως τὸ φῶς. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἐμφανίσθηκαν ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, νὰ συνομιλοῦν μαζί Του. Τότε ὁ Ἀπόστολος Πέτρος εἶπε στὸν Ἰησοῦ: «Κύριε, καλὸ εἶναι νὰ μείνουμε ἐδῶ. Ἂν θέλεις ἂς κάνουμε ἐδῶ τρεῖς σκηνές, μία γιὰ σένα, μία γιὰ τὸν Μωϋσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία». Ἐνῷ δὲ αὐτὸς μιλοῦσε, ἕνα σύννεφο φωτεινὸ τοὺς σκέπασε καὶ μία φωνὴ ἀπὸ τὸ σύννεφο ἔλεγε: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στὸν ὁποῖο εὐαρεστοῦμαι. Σ᾿ Αὐτὸν νὰ ὑπακούετε».
Ἡ λέξη μεταμορφώνομαι, σημαίνει: Παίρνω ἄλλη μορφή. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὅμως μεταμορφώθηκε, ὄχι παίρνοντας ἄλλη μορφή, ἀλλὰ ἀποκαλύπτοντας στοὺς Μαθητές του ὅ,τι ἦταν, ἀφοῦ τοὺς ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ ἀπὸ πνευματικὰ τυφλούς τους κατέστησε βλέποντας. Όπως λέγει ἕνας ὕμνος τῆς ἑορτῆς: «Σήμερα ὁ Χριστός, καθὼς ἔλαμψε στὸ ὅρος Θαβώρ, ἔδειξε στοὺς τρεῖς Μαθητὲς ἀμυδρὰ τὸν χαρακτήρα τῆς Θεότητός Του.
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος σημειώνει τὴν αἰτία γιὰ τὴν ὁποία ἀπεκάλυψε ἀμυδρὰ τὴν δόξα τῆς Θεότητος: Τοὺς ἔδειξε, λέγει, τὴν ἀθέατη δόξα τῆς Θεότητος ὄχι ὅση ἦταν στὴν πραγματικότητα, ἀλλὰ ὅση μποροῦσαν νὰ ἰδοῦν οἱ Μαθητές. Δὲν τὴν ἀπεκάλυψε σὲ ὅλο τὸ μεγαλεῖο της, ὥστε νὰ μὴν ἀποθάνουν βλέποντάς την.
Καὶ οἱ τρεῖς Εὐαγγελιστὲς ποὺ ἀναφέρουν τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως γράφουν ὅτι τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἔλαμψε ὅπως ὁ ἥλιος. Αὐτὸ τὸ γράφουν, ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὄχι γιὰ νὰ θεωρήσουμε ὡς αἰσθητὸ τὸ Φῶς ποὺ ἀκτινοβολοῦσε ὁ Χριστός, ἀλλὰ γιὰ νὰ καταλάβουμε ὅτι αὐτὸ ποὺ εἶναι ὁ φυσικὸς ἥλιος γιὰ ὅσους ζοῦνε αἰσθητὰ καὶ βλέπουν μὲ τὰ αἰσθητὰ μάτια, αὐτὸ εἶναι ὁ Χριστὸς γιὰ ὅσους ζοῦνε πνευματικὰ καὶ βλέπουν διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Παρατηρεῖ ἀκόμη ὁ μέγας αὐτὸς Θεολόγος τοῦ Θαβωρίου Φωτὸς ὅτι ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ, ἔλαβε χώρα τὴν ὥρα ποὺ ὁ Κύριος προσευχόταν. Αὐτὸ ἔγινε γιὰ νὰ καταλάβουμε ὅτι πρόξενος τῆς μακαρίας ἐκείνης θέας εἶναι ἡ προσευχή, καὶ ὅτι πλησιάζοντας τὸν Θεὸ διὰ τῆς προσευχῆς, ἀξιωνόμαστε νὰ δοῦμε τὴν λαμπρότητα τοῦ ἀκτίστου Φωτός. Ὁ Χριστὸς προσευχόμενος στὸ ὅρος Θαβὼρ ὑποδεικνύει πὼς θὰ ἔλθει στοὺς Ἁγίους ἡ λαμπρότητα τοῦ Θεοῦ.
Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου ἔγινε ἕξι ἡμέρες ὕστερα ἀπὸ τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴν δόξα τοῦ Πατρὸς Toυ καὶ τὴν ἔλευση τῆς Βασιλείας τoυ Θεοῦ. Εἶχε εἰπεῖ ὁ Χριστός: Ὑπάρχουν μερικοὶ ἀπὸ αὐτoὺς ποὺ βρίσκονται ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἀποθάνουν, μέχρις ὅτου νὰ ἰδοῦν τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ νὰ ἔρχεται μὲ δύναμη.
Ὁ λόγος αὐτὸς ἀφοροῦσε τοὺς τρεῖς Μαθητὲς ποὺ ὁ Κύριος πῆρε μαζί Του στὸ Θαβώρ, οἱ ὁποῖοι βλέποντας τὸν μεταμορφωθέντα Χριστό, εἶδαν στὴν πραγματικότητα τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγει ὅτι καθὼς εἶναι παντοῦ ὁ Βασιλεὺς Χριστός, ἔτσι εἶναι παντοῦ καὶ ἡ Βασιλεία Του. Ὥστε τὸ νὰ ἔρχεται ἡ Βασιλεία Του δὲν σημαίνει ὅτι φθάνει ἀπὸ ἀλλοῦ, ἀλλὰ ὅτι φανερώνεται μὲ τὴν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὴ δὲ ἡ δύναμη δὲν δίδεται σὲ ὁποιονδήποτε, ἀλλὰ μόνο σὲ ὅσους βρίσκονται μαζὶ μὲ τὸν Κύριο καὶ στηρίζονται δυνατὰ στὴν πίστη πρὸς Αὐτόν.
Καθὼς ἑορτάζουμε τὴν ἁγία ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως, ἡ Ἐκκλησία μᾶς προσκαλεῖ: «Ἐλάτε νὰ ἀνεβοῦμε νοητὰ διὰ τῆς πρακτικῆς ἀρετῆς στὸ ὅρος τὸ ἅγιο. Ἃς σταθοῦμε ἐπάνω σ᾿ αὐτὸ ὡσὰν νὰ εἴμαστε στὴν πόλη τοῦ ζῶντος Θεοῦ καὶ ἂς ἰδοῦμε μὲ τὴν νοερὴ ὅραση τὴν μία Τριαδικὴ Θεότητα, ἡ ὁποία ἀπαστράπτει στὸν Μονογενῆ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ἃς ἀνεβοῦμε στὸ ὅρος τοῦ Κυρίου γιὰ νὰ ἰδοῦμε τὴν δόξα τῆς Μεταμορφώσεώς Του».
Καὶ ὁ μέγας ἡσυχαστὴς Γρηγόριος μᾶς προτρέπει, ἀφοῦ κατανοήσουμε τὸ μυστήριό της Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου, νὰ βαδίσουμε πρὸς τὴν λάμψη τοῦ θείου Φωτός. Ἀφοῦ ἀγαπήσουμε τὸ κάλλος τῆς ἀναλλοίωτης θείας δόξης, νὰ καθαρίσουμε τὴν διάνοια ἀπὸ τοὺς γήινους μολυσμούς, περιφρονώντας τὶς πρόσκαιρες ἡδονὲς ποὺ προξενοῦν τὴν αἰώνια ὀδύνη.
Κατὰ τὴν στιγμὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου ὁ Πατήρ μας προέτρεψε νὰ ὑπακοῦμε καὶ νὰ πειθαρχοῦμε στὰ λόγια τοῦ ἀγαπητοῦ Του Υἱοῦ. Ἔτσι θὰ κάνουμε τοὺς ἑαυτούς μας ἄξιους κοινωνοὺς τοῦ ἀκτίστου Φωτὸς τῆς Μεταμορφώσεως καὶ μετόχους τῆς οὐρανίου Βασιλείας.
.

Γρηγόριος Ἱερομόναχος

.

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2009

Ο άλλος Παράκλητος

«Πεντηκοστήν ἑορτάζομεν καί Πνεύματος ἐπιδημίαν, καί προθεσμίαν ἐπαγγελίας καί ελπίδος συμπλήρωσιν», ψάλλει ο υμνογράφος της Εκκλησίας μας στο πρώτο στιχηρό του Εσπερινού της εορτής της Πεντηκοστής. Ο λόγος αυτός είναι κατά γράμμα επανάληψη φράσεως του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου από τον λόγο του «Εις τήν Πεντηκοστήν».
Σύμφωνα με τον Θεολόγο Πατέρα την ημέρα αυτή, πεντηκοστή μετά την αγία Ανάσταση του Σωτήρος Χριστού, που έγινε η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος, ήλθε ο χρόνος εκπληρώσεως της υποσχέσεως. Τότε έγινε εκπλήρωση εκείνου στο οποίο είχαμε ελπίσει. Η εκπλήρωση της υποσχέσεως που έδωσε ο Κύριος Ιησούς στους αγίους Αποστόλους και δι’ αυτών σε όλους τους πιστούς του, λίγο πριν από το σεπτό Πάθος του για να τους παρηγορήσει. Τους είπε: Όταν σεις με αγαπάτε και τηρείτε τις εντολές μου, εγώ θα παρακαλέσω τον Πατέρα και άλλον βοηθό και οδηγό και παρηγορητή θα σας δώσει για να μείνει μαζί σας αιωνίως. Θα σας δώσει το Πνεύμα, που φανερώνει και διδάσκει στις καλοδιάθετες ψυχές την αλήθεια (Ιω. ιδ’ [14] 16-17). Την ίδια υπόσχεση επανέλαβε και λίγο πριν από την ένδοξη Ανάληψή του λέγοντάς τους: Ιδού εγώ αποστέλλω σε σας την υπόσχεση που σας υποσχέθηκε ο Πατέρας μου, δηλαδή το Άγιον Πνεύμα, το Οποίο προανήγγειλαν οι Προφήτες ότι θα δοθεί «εἰς πᾶσαν σάρκα» (Λουκ. κδ’ [24] 49).
Με την κάθοδο λοιπόν του Αγίου Πνεύματος εκπληρώθηκε η υπόσχεση του Κυρίου. Γιατί όμως ονομάζει το Άγιον Πνεύμα «άλλον παράκλητον», άλλο παρηγορητή; Διότι και ο ίδιος ο Κύριος ονομάζεται Παράκλητος. Έτσι Τον αποκαλεί ο ευαγγελιστής Ιωάννης γράφοντας: Αγαπητά μου παιδιά, αν κάποιος αμαρτήσει από αδυναμία, δεν πρέπει να απελπισθεί. Έχουμε μεσίτη και συνήγορο, ο οποίος με πολλή συμπάθεια και τέλεια γνώση και πείρα συνηγορεί υπέρ ημών των αμαρτωλών ανθρώπων μπροστά στο θρόνο του Θεού (βλ. Α΄ Ιω. β΄ 1).
Γι’ αυτό άλλωστε, παρατηρεί ο άγιος Γρηγόριος Θεολόγος, το Άγιον Πνεύμα ήλθε μετά τον Χριστό για να μη μας λείπει ο παρηγορητής μετά την αναχώρηση του Κυρίου στους ουρανούς. Ονομάζεται δε «άλλος», το οποίον όμως δεν σημαίνει διαφορετικός, αλλά δηλώνει την ισοτιμία μεταξύ Χριστού και Αγίου Πνεύματος. Εδώ το «άλλος» σημαίνει ένα άλλο πρόσωπο απόλυτα όμοιο με εμένα, το Χριστό. Η ονομασία αυτή χαρακτηρίζει συγκυριότητα και όχι υποτίμηση. Ήλθε δε με τη μορφή των γλωσσών, συνεχίζει ο άγιος Γρηγόριος, λόγω της συγγένειάς του προς τον Λόγο, τον Κύριο Ιησού. Ήλθε στο υπερώο, δηλαδή σ’ όσους βρίσκονταν σε πνευματική ανάταση (βλ. Πράξ. α’ 13). Άλλωστε και ο ίδιος ο Ιησούς στο υπερώο έκανε κοινωνούς του μυστηρίου τους μαθητές του που επρόκειτο να υπηρετήσουν ανώτερα πράγματα1.
1 Βλ. Γρηγ. Θεολόγου, Λόγ. 41, Εις την Πεντηκοστήν, 12, ΕΠΕ 5, 138

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (όπως αναφέρει ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης) παρατηρεί ότι το Άγιον Πνεύμα ονομάστηκε «Παράκλητος», διότι παρηγορεί τους ανθρώπους. Μας παρηγορεί «οὐχ ὡς δεύτερον Θεοῦ, ἀλλ’ ὡς Θεός»· διότι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Θεού είναι το να παρηγορεί.
Επομένως το Άγιον Πνεύμα είναι Παράκλητος, διότι ως Θεός δέχεται τις παρακλήσεις και τα αιτήματά μας. Αλλά και διότι μας παρηγορεί με τη Χάρη του σε κάθε θλίψη και περίσταση. Μας βοηθεί να υπερνικήσουμε τις αδυναμίες και τα πάθη μας. Η δε παρηγορία που μας προσφέρει είναι συνεχής, αφού μένει μαζί μας «εἰς τόν αἰῶνα» (Ιω. ιδ’ [14] 16). Χάρις σ’ Αυτό έχουμε μόνιμη και αιώνια κοινωνία με τον Θεό Πατέρα «ἐν τῷ Χριστῷ».
Μας παρηγορεί, διότι παρακαλεί υπέρ ημών τον Θεό Πατέρα. Διότι μας χαρίζει τον άγιο φωτισμό του, ώστε να γνωρίσουμε τη σωστική αλήθεια. Διότι μας προτρέπει να βαδίζουμε την οδό της κατά Χριστόν αρετής, αλλά και μας ενισχύει στη δύσκολη αυτή πορεία της αγιότητος. Διότι χωρίς τη ζωοποιό δύναμή του δεν μπορεί να υπάρξει πνευματική ζωή. Όταν σκηνώσει στην ψυχή μας, την καθαρίζει από κάθε αμαρτωλό μολυσμό, τη λαμπρύνει και την αναπαύει από τους βασανιστικούς ελέγχους της αμαρτίας. Μας παρηγορεί, διότι μας ενισχύει και μας στηρίζει στην ώρα των φυσικών και ηθικών αδυναμιών μας. Μας διδάσκει ακόμη και πώς πρέπει να προσευχόμαστε και τι πρέπει να ζητούμε την ώρα της προσευχής μας (Ρωμ. η΄ 26), ώστε να αντλούμε παράκληση από τον θρόνο της Χάριτος.
Δίκαια λοιπόν ο απόστολος Παύλος μας συμβουλεύει να μη λυπούμε το Άγιον Πνεύμα (Εφ. δ΄ 30). Άλλωστε σφραγιστήκαμε και σημαδευτήκαμε από το Άγιον Πνεύμα ως δικοί του κατά την ώρα του ιερού Μυστηρίου του Χρίσματος, ώστε να αξιωθούμε, εάν βεβαίως φυλάξουμε τη σφραγίδα αυτή, να συγκαταριθμηθούμε κατά την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας μαζί με όσους θα τύχουν της απολυτρώσεως. Εάν λυπούμε το Άγιον Πνεύμα με τις αμαρτίες μας, το κάνουμε εχθρό μας, όπως έπαθαν οι Ιουδαίοι: Απείθησαν και παρόργισαν το Πνεύμα του Θεού το Άγιο. Και αυτό μετεστράφη. Εκείνος που τόσο πολύ τους αγάπησε προηγουμένως, έγινε εχθρός τους! (Ησ. ξγ΄ [63] 10).
Ας προσφέρουμε λοιπόν στο Άγιον Πνεύμα «τιμήν καί δόξαν» μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό, όχι μόνο με τα χείλη, αλλά κυρίως και προπαντός με την αγία ζωή μας. Και ας Το παρακαλούμε θερμά όχι απλώς να μένει μαζί μας, αλλά να κατοικεί μόνιμα μέσα μας, με την ωραία προσευχή: «Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας (…), ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἡμῖν καί καθάρισον ἡμᾶς ἀπό πᾶσης κηλῖδος καί σῶσον, ἀγαθέ, τάς ψυχάς ἡμῶν».

Πηγή : Χριστιανική Φοιτητική Δράση
.

Πέμπτη 28 Μαΐου 2009

Της Αναλήψεως

.
« Ὁ Κύριος ἀνελήφθη εἰς οὐρανούς, ἵνα πέμψῃ τὸν Παράκλητον τῶ κόσμω, οἱ οὐρανοὶ ἡτοίμασαν τὸν θρόνον αὐτοῦ, νεφέλαι τὴν ἐπίβασιν αὐτοῦ, Ἄγγελοι θαυμάζουσιν, ἄνθρωπον ὁρῶντες ὑπεράνω αὐτῶν, ὁ Πατὴρ ἐκδέχεται, ὃν ἐν κόλποις ἔχει συναϊδιον, Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον κελεύει πᾶσι τοὶς Ἀγγέλοις αὐτοῦ, Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ἡμῶν, Πάντα τὰ ἔθνη κροτήσατε χείρας. ὅτι ἀνέβη Χριστός, ὅπου ἣν τὸ πρότερον».
Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός μετά την λαμπροφόρο Ανάστασή Του από τους νεκρούς, δεν εγκατέλειψε αμέσως τον κόσμο, αλλά συνέχισε για σαράντα ημέρες να εμφανίζεται στους μαθητές Του (Πράξ.1,3). Αυτές οι μεταναστάσιμες εμφανίσεις Του προς αυτούς είχαν πολύ μεγάλη σημασία. Έπρεπε οι πρώην δύσπιστοι και φοβισμένοι μαθητές να βιώσουν το γεγονός της Αναστάσεως του Διδασκάλου τους και να αποβάλλουν κάθε δισταγμό και ψήγμα απιστίας για Εκείνον.
Την τεσσαρακοστή λοιπόν ημέρα, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Λουκά, ο Κύριος τους μαθητές του «εξήγαγε έξω έως τη Βηθανία», στο όρος των Έλαιών όπου συνήθως προσηύχετο. «Και αφού σήκωσε τα χέρια του, τους ευλόγησε». (Λουκά 24,50) και «ευλογώντας τους, εχωρίσθηκε απ' αυτούς και εφέρετο πρός τα πάνω, στον ουρανό» μέχρι που τον έχασαν από τα μάτια τους. Και μετά αφού Τον προσκύνησαν επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ με χαρά μεγάλη και έμεναν συνεχώς στο ναό υμνολογώντας και δοξολογώντας το Θεό.
Ο ευαγγελιστής Μάρκος, περιγράφοντας πιο λακωνικά το θαυμαστό και συνάμα συγκινητικό γεγονός, αναφέρει πως μετά από την ρητή αποστολή των μαθητών σε ολόκληρο τον κόσμο κηρύττοντας και βαπτίζοντας τα έθνη, «ανελήφθη εις τον ουρανόν και εκάθισεν εκ δεξιών του Θεού. Εκείνοι δε εξελθόντες εκήρυξαν πανταχού, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων» (Μαρκ.16,19-20).
Αυτή η ευλογία είναι πια η αρχή της Πεντηκοστής. Ο Κύριος ανέρχεται για να μας στείλει το παράκλητο Πνεύμα, όπως λέγει το τροπάριο της εορτής: «Ανυψώθηκες στη δόξα, Χριστέ Θεέ μας, αφού χαροποίησες τους μαθητές σου με την επαγγελία του Αγίου Πνεύματος και βεβαιώθηκαν από την ευλογία σου».
Η Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί αναμφίβολα το θριαμβευτικό πέρας της επί γης παρουσίας Του και του απολυτρωτικού έργου Του. «Ανελήφθη εν δόξη» για να επιβεβαιώσει την θεία ιδιότητά Του στους παριστάμενους μαθητές Του. Για να τους στηρίξει περισσότερο στον τιτάνιο πραγματικά αγώνα, που Εκείνος τους ανάθεσε, δηλαδή τη συνέχιση του σωτηριώδους έργου Του για το ανθρώπινο γένος.
Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ανήλθε στους ουρανούς, αλλά δεν εγκατέλειψε το ανθρώπινο γένος, για το οποίο έχυσε το τίμιο Αίμα Του. Μπορεί να κάθισε στα δεξιά του Θεού στους ένδοξους ουρανούς, όμως η παρουσία Του εκτείνεται ως τη γη και ως τα έσχατα της δημιουργίας. Άφησε στη γη την Εκκλησία Του, η οποία είναι το ίδιο το αναστημένο, αφθαρτοποιημένο και θεωμένο σώμα Του, για να είναι το μέσον της σωτηρίας όλων των ανθρωπίνων προσώπων, που θέλουν να σωθούν. Νοητή ψυχή του σώματός Του είναι ο Θεός Παράκλητος, «το Πνεύμα της αλήθείας» (Ιωάν. 15,26), ο Οποίος επεδήμησε κατά την αγία ημέρα της Πεντηκοστής σε αυτό, για να παραμείνει ως τη συντέλεια του κόσμου.
Η σωτηρία συντελείται με την οργανική συσσωμάτωση των πιστών στο θεανδρικό Σώμα του Χριστού. Αυτό εννοούσε, όταν υποσχόταν στους μαθητές Του: «ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ.28,20).
Απολυτίκιον Ἦχος δ'
«Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, χαροποιήσας τοὺς Μαθητάς, τὴ ἐπαγγελία τοῦ ἁγίου Πνεύματος, βεβαιωθέντων αὐτῶν διὰ τῆς εὐλογίας, ὅτι σὺ εἰ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ λυτρωτὴς τοῦ κόσμου».

«Ο ίδιος ο Κύριος λέει: «συμφέρει υμίν ίνα εγώ απέλθω ... και εγώ ερωτήσω τον Πατέρα και άλλον Παράκλητον δώσει υμίν» (Ιωάν. 14,16). Έτσι η Ανάληψη του Χριστού είναι η κατ' εξοχήν επίκληση, γιατί είναι θεία• ο Υιός παρακαλεί τον Πατέρα να στείλη το Άγιο Πνεύμα και, εις απάντηση αυτής της παρακλήσεως, ο Πατήρ στέλνει το Πνεύμα και πραγματοποιεί την Πεντηκοστή. Η ολοκληρωμένη αυτή θεώρηση των οικονομιών δεν ελαττώνει καθόλου τον κεντρικό χαρακτήρα του απολυτρωτικού έργου του Χριστού, της θυσίας του Αμνού, αλλά προσδιορίζει την προοδευτική τάξη των γεγονότων και δείχνει τον Υιό και το Πνεύμα, καθένα ιδιαίτερα στην προσωπική Του μεγαλοπρέπεια και διάσταση, καθένα στην υπηρεσία του άλλου σε μια αμοιβαία λειτουργία που συμπίπτει με τη Βασιλεία του Πατρός».
Paul Evdokimov
Ευαγγελική περικοπή (Ιωαν. 24: 36-53)
«36 Ταῦτα δὲ αὐτῶν λαλούντων αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἔστη ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν. 37 πτοηθέντες δὲ καὶ ἔμφοβοι γενόμενοι ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν. 38 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τί τεταραγμένοι ἐστέ, καὶ διατί διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 39 ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγώ εἰμι· ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα. 40 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐπέδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας. 41 ἔτι δὲ ἀπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς καὶ θαυμαζόντων εἶπεν αὐτοῖς· Ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε; 42 οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου, 43 καὶ λαβὼν ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν. 44 εἶπε δὲ αὐτοῖς· Οὗτοι οἱ λόγοι οὓς ἐλάλησα πρὸς ὑμᾶς ἔτι ὢν σὺν ὑμῖν, ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωϋσέως καὶ προφήταις καὶ ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ. 45 τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς, 46 καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὅτι Οὕτω γέγραπται καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, 47 καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ. 48 ὑμεῖς δέ ἐστε μάρτυρες τούτων. 49 καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ' ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους. 50 Ἐξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς. 51 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ' αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. 52 καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης, 53 καὶ ἦσαν διὰ παντὸς ἐν τῷ ἱερῷ αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν. Ἀμήν».
Αποστολικόν Ανάγνωσμα (Πραξ. 1: 1-12)
«1 Τὸν μὲν πρῶτον λόγον ἐποιησάμην περὶ πάντων, ὦ Θεόφιλε, ὧν ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν 2 ἄχρι ἧς ἡμέρας ἐντειλάμενος τοῖς ἀποστόλοις διὰ Πνεύματος ἁγίου οὓς ἐξελέξατο ἀνελήφθη· 3 οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι' ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. 4 καὶ συναλιζόμενος παρήγγειλεν αὐτοῖς ἀπὸ Ἱεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου· 5 ὅτι Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ οὐ μετὰ πολλὰς ταύτας ἡμέρας. 6 οἱ μὲν οὖν συνελθόντες ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ; 7 εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Οὐχ ὑμῶν ἐστι γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ, 8 ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ' ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μου μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. 9 καὶ ταῦτα εἰπὼν βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. 10 καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανὸν πορευομένου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, 11 οἳ καὶ εἶπον· Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ'ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανὸν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν. 12 Τότε ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ ὄρους τοῦ καλουμένου ἐλαιῶνος, ὅ ἐστιν ἐγγὺς Ἱερουσαλὴμ, σαββάτου ἔχον ὁδόν.».
.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

Η Υπαπαντή Του Κυρίου


Υπαπαντή θά πεί προϋπάντηση, (από τό ρήμα υπαπαντών, υπ>ό + απαντώ) καί έχει σχέση μέ δυό περιστατικά, πού βρίσκουν τήν εκπλήρωσή τους τήν μέρα αυτή. Τό πρώτο ήταν η νομική υποχρέωση. Κάθε Εβραίος πατέρας είχε τήν υποχρέωση από τόν Μωσαϊκό Νόμο νά προβεί στόν εξαγιασμό καί αφιέρωση τού πρωτοτόκου αρσενικού του παιδιού. Από τό βιβλίο τής Εξόδου (13, 1, 12-13) πληροφορούμαστε, ότι ο Θεός, μετά τήν θανάτωση τών πρωτοτόκων παιδιών τών Αιγυπτίων, διέταξε τούς Εβραίους νά αφιερώνουν σ' Αυτόν, "πάν άρσεν διανοίγον μήτραν". Αλλά καί όταν στήθηκε η Σκηνή τού Μαρτυρίου καί ανέλαβαν τήν ιερατική υπηρεσία της οι Λευίτες (Αριθμ. 3, 11), πάλι ο Θεός δίνει εντολή, ώστε νά διατηρηθεί ζωντανή στήν κάθε εβραϊκή καρδιά η έννοια τού δικαιώματός Του πάνω στά πρωτότοκα αγόρια νά εξαγοράζονται (Αριθμ. 18, 15-16) αντί πέντε σίκλων (σίκλος, μονάδα βάρους) από χρυσό ή άργυρο, καί αντιστοιχούσε σέ βάρος 14,5 γραμμάρια.
Ο Νόμος ακόμη όριζε, ότι η γυναίκα πού γεννούσε αρσενικό παιδί ήταν γιά επτά μέρες, μέχρι τήν περιτομή αυστηρά ακάθαρτη, καί παρέμενε ακόμη ακάθαρτη, (όχι αυστηρά) γιά άλλες τριάντα τρείς ημέρες. Στό διάστημα αυτό δέν έπρεπε νά πλησιάσει κάτι πού ήταν ιερό, αλλά ούτε καί τής ήταν επιτρεπτό νά μπεί στό χώρο τού Ναού.
Μετά τήν τεσσαρακοστή μέρα έπρεπε νά προσέλθει στό Ναό καί νά προσφέρει "αμνόν ενιαύσιον άμωμον εις ολοκαύτωμα καί νεοσσόν περιστεράς ή τρυγόνα περί αμαρτίας επί τήν θύραν τής Σκηνής τού Μαρτυρίου πρός τόν ιερέα" (Λευιτ. 12, 7-8). Ο ιερέας μέσα από τήν πράξη τής ιερουργίας προέβαινε σέ εξιλεωτική θυσία γιά τόν καθαρισμό της καί τήν αφιέρωση τού παιδιού της στό Θεό.
Αυτή τήν νομική υποχρέωση έπρεπε νά εκπληρώσει καί η Παναγία, πού μέ τή συνοδεία τού Ιωσήφ, έρχεται στά Ιεροσόλυμα κρατώντας στήν αγκαλιά τό Βρέφος της καί μαζί τούς νεοσσούς γιά τήν θυσία τού καθαρισμού. Τό γεγονός αυτό τό αναφέρει ο ευαγγελιστής Λουκάς (2, 22-25).
Ο ίδιος ευαγγελιστής παράλληλα διασώζει καί ένα άλλο περιστατικό σχετικό μέ τόν δίκαιο Συμεών, πού κατά τήν στιγμή τής εισόδου στόν περίβολο τού Ναού "προϋπάντησε" τήν Παναγία καί τό Βρέφος. Στό Συμεών είχε αποκαλυφθεί από τό 'γιο Πνεύμα, ότι δέν θά πέθαινε μέχρι νά δούν τά μάτια τόν σαρκωθέντα Θεό. "Ήν αυτώ κεχρηματισμένον υπό τού Πνεύματος τού Αγίου μή ιδείν θάνατον πρίν ή ίδη τόν Χριστόν Κυρίου" (Λουκ. 2. 26).
Η παράδοση αναφέρει σχετικά μέ τό γεγονός αυτό, ότι ο δίκαιος Συμεών αρκετά χρόνια πρίν από τήν γέννηση τού Χριστού, επιστρέφοντας στά Ιεροσόλυμα μαζί μέ άλλους νομοδιδασκάλους από κάποια αποστολή έκαναν συζήτηση πάνω σέ κάποια προφητικά κείμενα. Μεταξύ αυτών συζητήθηκε καί αυτό, πού αναφέρεται στόν Ησαία: "Ιδού η Παρθένος εν γαστρί έξει καί τέξεται Υιόν, καί καλέσεις τό όνομα αυτού Εμμανουήλ" (7, 14). Ο Συμεών, άν καί άνθρωπος μέ πολλή ευλάβεια δυσπίστησε, καί πρόβαλλε αντιρρήσεις γιά τό αδύνατο τής γεννήσεως ανθρώπου μέ παρθενογένεση.
Λέγεται ότι ενώ γίνονταν αυτή η κουβέντα, δέχθηκε από κάποιο αόρατο χέρι ένα ηχηρό ράπισμα, ενώ παράλληλα ακούστηκε μιά φωνή, πού τού έλεγε: "Καί θά δούν τά μάτια σου καί θά αγγίξουν τά χέρια τόν Χριστόν Κυρίου". Παρ' όλα αυτά η δυσπιστία δέν τόν αποχωρίστηκε καί εξακολουθούσε νά έχει τούς ενδοιασμούς του. Καί ενώ περνούσαν τό ποτάμι πού βρίσκονταν, λέγεται, ότι έβγαλε από τό χέρι του τό δακτυλίδι καί πέταξε στό νερό τού ποταμού καί είπε: "αν αυτό τό δακτυλίδι ξαναβρεθεί στά χέρια μου, τότε πράγματι θά μπορέσουν όλα αυτά νά γίνουν πραγματικότητα".
Η πορεία τής επιστροφής στά Ιεροσόλυμα συνεχίζονταν οπότε καί έφθασαν σέ κάποιο πανδοχείο ζητώντας φαγητό καί διαμονή. Ο πανδοχέας τούς πρόσφερε φαγητό από ψάρια. Καί ενώ έτρωγαν τά ψάρια, σ' εκείνο τού Συμεών βρέθηκε μέ τρόπο θαυμαστό τό δακτυλίδι, πού πρίν είχε πετάξει στά νερά τού ποταμού. Ο Συμεών γεμάτος θαυμασμό, δοξολόγησε τό Θεό γιά τό θαυμαστό σημάδι πού τού φανέρωσε, καί πεπεισμένος πιά στήν εκπλήρωση τής προφητείας τού Ησαία επιστρέφει στά Ιεροσόλυμα μέ τήν απόφαση τής παραμονής, γιά τό υπόλοιπο τής ζωής του, στόν ιερό χώρο τού Ναού αναμένοντας νά δούν τά μάτια του τήν εκπλήρωση τής προφητείας.
Στήν ηλικία τών εκατό δέκα χρόνων αξιώθηκε νά κρατήσει στήν γηραλέα του αγκαλιά τό Βρέφος Ιησού καί να ζητήσει μετά τήν "απόλυσή" του από τήν ζωή. Είναι αξιοσημείωτα τά όσα είπε δεχόμενος στήν αγκαλιά του τό Βρέφος: "νύν απολύεις τόν δούλον σου, Δέσποτα, κατά τό ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου τό σωτήριόν σου, ό ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων τών λαών, φώς εις αποκάλυψιν εθνών καί δόξαν λαού σου Ισραήλ".
Ο ευαγγελιστής ακόμη διασώζει καί μιά προφητική αποστροφή πρός τήν Παναγία Μητέρα Του, "ιδού ούτος κείται εις πτώσιν καί ανάστασιν πολλών εν τώ Ισραήλ καί εις σημείον αντιλεγόμενον, καί σού δέ αυτής τήν ψυχήν διελεύσεται ρομφαία, όπως άν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί" (Λου. 2, 32-35).
Ο δίκαιος Συμεών αξιώθηκε καί νά δεί καί νά βαστάσει τόν σαρκωθέντα Θεό. Αξιώθηκε μ' ένα τρόπο θαυμαστό νά προσεγγίσει τό μεγάλο μυστήριο τού Αιωνίου, πού μπήκε στήν διαδικασία τού χρόνου. Νά πιάσει τόν Αχώρητο, πού χώρεσε στήν παρθενική μήτρα, στήν γέρικη αγκαλιά του.
Ο Συμεών δυσπίστησε στήν προφητεία, άν δηλαδή, μπορεί ένα τέτοιο παράτολμο σχέδιο, αυτό τής σαρκώσεως τού Ασάρκου, νά πραγματοποιηθεί. Καί όμως, "όπου βούλεται Θεός, νικάται φύσεως τάξις" ο Λόγος τού Θεού κινείται από άκρα αγαθότητα καί αυτο-περιορίζεται στά όρια τής κτιστότητός μας, χαρίζοντας τήν δυνατότητα υπέρβασης τών συνεπειών τής εκπτώσεως στήν παρά φύση ζωή, στήν επάνοδο στήν κατά φύση, αλλά καί τήν υπέρ φύση ζωή μας. Στήν προσπάθεια αυτή, σταυρική πορεία, πού πρέπει νά αναλάβει ο κάθε αδελφός τού Χριστού γίνεται ο Ίδιος "υπογραμμός καί τύπος".

......


Η γιορτή της Υπαπαντής , είναι η παραδοσιακή γιορτή κάθε μητέρας .

Χρόνια πολλά σε όλες τις μητέρες .

Χρόνια πολλά σ' όλες τις μητέρες, στις μητέρες που σαν λαμπάδες αναμμένες, λιώνουν κυριολεκτικά, προκειμένου να μεγαλώσουν και να διαπαιδαγωγήσουν τα παιδιά τους σε αυτές τις δύσκολες εποχές.
Παράδειγμά τους και σκέπη τους ας είναι η μεγάλη μάννα, η Παναγιά μας.

.....

( Αναδημοσίευση από τα Ψήγματα Ορθοδοξίας )