Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας
Άγιοι του Θεού πρεσβεύετε υπέρ ημών !
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πνευματικά Θέματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πνευματικά Θέματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Ιουλίου 2010

Η Αγάπη ! Το άθλημα των αθλημάτων !

...
Ο Θεός μας είναι αγάπη ! «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί» , μας πληροφόρησε ο μαθητής της αγάπης, ο ευαγγελιστής άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος. Και ακριβώς επειδή είναι αγάπη, μας αγάπησε με υπεράπειρη αγάπη, ένα ξεχείλισμα θεϊκής αγαθότητας. Μέσα δε στην έκρηξη της αγάπης του για μας τα πλάσματά του, έγινε και άνθρωπος και ανέβηκε επάνω στο Σταυρό. Από αγάπη σαρκώθηκε και από υπερβολή αγάπης σταυρώθηκε.

Και ακριβώς επειδή είναι αγάπη, γι’ αυτό ζητάει από μας τους πιστούς να είμαστε και εμείς άνθρωποι αγάπης. Ζητάει να έχουμε την αγάπη πρώτη επιδίωξή μας, βασίλισσα των αρετών.

Όλες οι αρετές, και η αγάπη βέβαια, που είναι η κορυφαία αρετή, έχουν δοθεί στον άνθρωπο από τη γέννησή του. Διότι είναι έμφυτες στον καθένα οι αρετές. Γι’ αυτό και τις έχουν όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι, οποιασδήποτε θρησκείας, οποιουδήποτε έθνους και φυλής και χρώματος, άνδρες και γυναίκες. Γι’ αυτό κατά φυσικό τρόπο αγαπάμε τους γονείς μας και όλους αυτούς που θεωρούμε δικούς μας ανθρώπους. Το ίδιο έμφυτη είναι και η αγάπη που αναπτύσσεται μεταξύ φίλων και αναμφιβόλως η χιλιοτραγουδημένη συζυγική αγάπη.

Τα όρια ωστόσο αυτών των ειδών της αγάπης είναι περιορισμένα και η διάρκειά τους επισφαλής. Η αγάπη που προέρχεται από την καρδιά του ανθρώπου είναι εφήμερη. Σήμερα πολύ συχνά οι αγαπώμενοι δίνουν όρκους αιώνιας αφοσίωσης και κατόπιν σταδιακά αρχίζουν να παγώνουν και να χωρίζουν μισούμενοι και αλληλοϋβριζόμενοι.

Η αληθινή αγάπη του Ευαγγελίου όμως είναι κάτι άλλο, είναι άλλης ποιότητος, και στον ύψιστο βαθμό της μας ξεπερνάει απείρως. Μας ξεπερνάει, διότι είναι υπερφυσική, είναι θείας ποιότητος. Δεν αποτελεί ανθρώπινο κατόρθωμα, αλλά είναι έργο της θείας Χάριτος· γι’ αυτό και δεν έχει ούτε όρους ούτε όρια. Ούτε βέβαια κάνει διάκριση συγγενών, φίλων, γνωστών, ομοεθνών, θρησκείας, φύλου, ιδεολογίας κ.τ.λ.. Είναι αγάπη μόνιμη και αναφαίρετη και δεν εξαρτάται από την ανταπόκριση του αγαπωμένου προσώπου. Στον ύψιστο δε βαθμό της, αυτόν που κατακτούν οι άγιοι, είναι «καύσις καρδίας υπέρ πάσης της κτίσεως» (αββάς Ισαάκ πα΄), αυτό που έλεγε ο απόστολος Παύλος ότι θα προτιμούσε να πάει ο ίδιος στην κόλαση, αρκεί να σώζονταν οι συμπατριώτες του Εβραίοι (Ρωμ. θ΄ 3).

Αυτή η αγάπη είναι το υπέρτατο άθλημα όλων των αθλημάτων του κόσμου. Και βέβαια δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Δεν την αποκτάει κανείς κατά τρόπο μαγικό, μετέχοντας απλώς στη ζωή της Εκκλησίας και ζώντας μια ζωή χριστιανική, όπως την ονομάζουμε. Η αληθινή αγάπη του Ευαγγελίου είναι θάνατος. «Κραταιά ὡς θάνατος ἀγάπη» (Άσμα η΄ 6). Είναι αγάπη πάσχουσα και μάλιστα πάσχουσα σε υπέρτατο βαθμό. Απαιτεί σταύρωση του ανθρώπου επί αοράτου σταυρού. Λίγοι, πολύ λίγοι, φθάνουν στα ύψιστα επίπεδά της. Γι’ αυτό και είναι εντελώς ακατόρθωτη με ανθρώπινες μόνο προσπάθειες. Αυτή επιτυγχάνεται μόνο με τη συνεργασία του ανθρώπου και του Θεού. Είναι χάρις και δωρεά του Θεού που προσφέρεται στις δεκτικές ψυχές. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει συγκεκριμένη μέθοδος αποκτήσεώς της. Κανένα δώρο δεν αποκτάται με μεθόδους, διότι τότε παύει να είναι δώρο. Η απόκτηση αυτής της χάριτος είναι έκπληξη! Διότι στην ουσία απόκτησή της σημαίνει συμβίωση και ένωση μετά του Θεού. Μην τυχόν λοιπόν νομίζουμε ότι κατέχουμε την αληθινή αγάπη απλώς επειδή ζούσε μέσα στην Εκκλησία. Γνωρίζουμε ασφαλώς ότι υπάρχει, την μελετούμε ενσαρκωμένη στη ζωή των αγίων, την βλέπουμε ίσως σε ελάχιστες, πολύ σπάνιες περιπτώσεις και σε σημερινούς αγιασμένους ανθρώπους. Αλλά μέχρις εκεί.

Κι όμως η αγάπη είναι εντολή, η κορυφαία εντολή, και είμαστε υποχρεωμένοι να την εφαρμόζουμε. Δεν είναι προαιρετική η εφαρμογή της. Δεν αγαπάμε, μόνο όταν και αν το θελήσουμε. Στη χριστιανική μας πίστη δεν υπάρχει το αν. όποιος και αν είναι ο άλλος, είμαστε υποχρεωμένοι να τον αγαπήσουμε. Η αγάπη στο Ευαγγέλιο δεν είναι προαιρετική, είναι υποχρεωτική. Η αγάπη είναι εντολή, και είναι η κορυφαία εντολή, η εντολή των εντολών. Και μάλιστα εντολή αγάπης και των εχθρών: «Ἀγαπάτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν» (Ματθ. ε΄ 44)! Η αγάπη του Ευαγγελίου είναι νόμος! Και με βάση αυτόν τον νόμο πρόκειται να κριθούμε. Γι’ αυτό και είναι υποχρεωτική η εφαρμογή του. Εφόσον βέβαια επιθυμούμε να σωθούμε…

Αγάπη και προς τους εχθρούς! Ασύλληπτο μεγαλείο και απίστευτη δύναμη!

Κανείς εκτός του Χριστού δεν τόλμησε να ζητήσει κάτι παρόμοιο. Όχι μόνο δεν σκέφθηκε να το προτείνει κανείς προ Χριστού, αλλά και μετά Χριστόν δεν τόλμησε κανείς ούτε καν να το επαναλάβει. Πολύ περισσότερο δεν θα τολμούσε να το θέσει ως εντολή και μάλιστα ως την κορυφαία εντολή. Γι’ αυτό το Ευαγγέλιο θα παραμείνει πάντοτε το πιο τολμηρό και επίκαιρο κείμενο απ’ ό,τι έχει ποτέ γραφεί ή πρόκειται να γραφεί πάνω στη γη.

Και οι άνθρωποι της αληθινής αγάπης του Χριστού οι τολμηρότεροι άνθρωποι! Άλλοι θεοί πάνω στη γη!
.
Πηγή : Χριστιανική Φοιτητική Δράση

.

Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

Ειναι πάντα κοντά μας ο Θεός !

...
Πόσες φορές! Πόσες φορές τα μαύρα σύννεφα της λύπης σκοτεινιάζουν τον ορίζοντα της ψυχής μας! Πόσες φορές το πρόσωπο σκυθρωπάζει και τα δάκρυα του πόνου καυτά κυλούν από τα μάτια μας!
Πάλι δύσκολα τα πράγματα. Πάλι στενά όλα. Τίποτε δεν πάει καλά. Δεν μας βοηθούν οι δικοί μας. Μας ξέχασε και ο Θεός! Και καλά κάνει. Τέτοιοι που είμαστε, τέτοια μας πρέπουν...
Είμαστε αδύνατοι οι άνθρωποι και όταν παρουσιασθεί κάποια δοκιμασία, τέτοιες μαύρες σκέψεις αρχίζουν να βασανίζουν το νου και να ταλαιπωρούν την ψυχή μας. Εύκολα τα χάνουμε τότε και απογοητευόμαστε. Είναι και ο ανυποχώρητος εχθρός μας, ο διάβολος, που πάντοτε εκμεταλλεύεται τέτοιες περιστάσεις και ρίχνει τα βέλη του τα “πεπυρωμένα”, παρουσιάζει τα πράγματα πολύ χειρότερα απ’ ότι είναι, απελπίζει την ψυχή και ζαλίζει το νου με την ιδέα ότι ο Θεός μας ξέχασε, δεν υπάρχει Θεός για μας.
Μήπως όμως πολλές φορές παθαίνουμε ό,τι και οι δύο μαθητές του Κυρίου, που το απόγευμα της ημέρας της Αναστάσεως οδοιπορούσαν από τα Ιεροσόλυμα προς ένα χωριό, σε απόσταση περίπου δύο ωρών, με το όνομα Εμμαούς; (βλ. Λουκ. κδ' 13-35).
Είχαν ζήσει όλα τα γεγονότα που συγκλόνισαν τα Ιεροσόλυμα εκείνες τις ημέρες, τις δίκες του Κυρίου ενώπιον των αρχιερέων και του Πιλάτου, τα φρικτά παθήματα, τη σταύρωση και την ταφή του. Κάποιες παράξενες ειδήσεις που άρχισαν να κυκλοφορούν τελευταία, ότι ο Χριστός ζει, δεν τις υπολόγισαν πολύ, δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι ήταν αληθινές. Ήταν απογοητευμένοι από την έκβαση των γεγονότων, είχαν χάσει τις ελπίδες τους και οι ψυχές τους είχαν βυθισθεί σε πέλαγος θλίψεως.
Και τότε “ο Ιησούς εγγίσας συνεπορεύετο αυτοίς”. Τους πλησίασε και άρχισε να βαδίζει στο δρόμο μαζί τους. Τι συμβαίνει; Τι συζητάτε μεταξύ σας “και εστέ σκυθρωποί;” Γιατί αυτή η κατήφεια και η απελπισία στα πρόσωπα σας; Και εκείνοι άρχισαν να εξηγούν, να διηγούνται όσα συνέβησαν εκείνες τις ημέρες στα Ιεροσόλυμα, που κατατάραξαν τις ψυχές τους.
Ήταν σκυθρωποί διότι έχασαν τον Διδάσκαλο. Και Εκείνος ήταν ανάμεσα τους!
Μιλούσαν με πόνο για την απουσία του σ' Αυτόν που ήταν παρών εκεί μπροστά τους.
Έκλαιγαν για τον θάνατο Εκείνου που συνέτριψε τον θάνατο αναστάς εκ νεκρών.
Πόσο θα θέλαμε να ήμαστε εκεί κοντά τους κάπου και να τους φωνάζαμε δυνατά να ξυπνήσουν: Άγιοι άνθρωποι του Θεού, μαθητές του Κυρίου, ανοίξτε τα μάτια σας να δείτε, ότι Αυτός που θάψατε νεκρό, είναι μπροστά σας ζωντανός, Αυτός που θεωρείτε απόντα είναι παρών ανάμεσα μας. Δεν σας ξέχασε, δεν σας αφήνει μόνους σας να σβήνετε στον πόνο. Είναι κοντά σας και σας μιλά. Γι’ αυτό και αισθάνεστε να παρηγορείται η καρδιά σας. Γι’ αυτό νιώθετε να υποχωρεί ο πόνος σας, να φεύγουν τα σύννεφα απ' την ψυχή σας και ένας ήλιος λάμπει τώρα καθαρός και ολοφώτεινος μπροστά σας και βάλσαμο παρηγοριάς ρίχνει στο βάθος της καρδιάς σας.
Ασφαλώς οι δύο μαθητές του Κυρίου, όταν θα έφερναν στη μνήμη τους αργότερα το γεγονός, θα απορούσαν με τον εαυτό τους: Πως δεν Τον καταλάβαμε τότε; Γιατί να δυσκολευθούμε να Τον αναγνωρίσουμε, αφού “η καρδία ημών καιομένη ην εν ημίν”, καθώς μας μιλούσε στο δρόμο και ένιωθε στα βάθη της η ψυχή μας ότι δεν ήταν ένας απλός συνοδοιπόρος Εκείνος, ότι δεν μπορούσε να ήταν άλλος παρά ο αναστημένος Χριστός;
Πόσες φορές παθαίνουμε τα ίδια και μείς! Μας ξέχασε ο Θεός, λέμε, ενώ ο Θεός είναι δίπλα μας! Όχι βέβαια για να παρακολουθεί αδιάφορος τη δυσκολία μας. Είναι δίπλα μας και μας φροντίζει, μας μιλά, μας ενισχύει και παρηγορεί και δίνει δύναμη ν' αντέχουμε στη δυσκολία, στη θλίψη που μας ταλαιπωρεί.
Είναι δίπλα μας, αλλά δεν “διηνοίχθησαν” ακόμη οι οφθαλμοί μας. Δεν βλέπουμε συνεπώς καθαρά την πραγματικότητα. Η ομίχλη της δυσπιστίας μειώνει την ορατότητα, θολώνει τους ορίζοντες και πνίγει τις ελπίδες της ψυχής μας. Δεν βλέπουμε τότε ούτε τον Θεό που στοργικά παρακολουθεί και δυναμικά επεμβαίνει, ούτε τον διάβολο που πάντοτε πολεμεί και με πανουργία παρεμβαίνει.
Όταν όμως ανοίξουν τα μάτια μας, όταν το φως της πίστεως φωτίζει τους δρόμους μας, βλέπουμε τον Θεό κοντά μας και τότε που Εκείνος γίνεται “άφαντος” για τους σωματικούς μας οφθαλμούς.
Αυτό συνέβη με τους δύο μαθητές του Κυρίου που πορεύονταν στην κώμη Εμμαούς. Όταν στο τραπέζι τους ο Κύριος ευλόγησε τον άρτο, τον έκοψε και τον προσέφερε, άνοιξαν τα μάτια τους “και επέγνωσαν αυτόν”. Τον αναγνώρισαν. Αυτός όμως την ώρα εκείνη “άφαντος εγένετο άπ' αυτών”. Χάθηκε από μπροστά τους. Αλλά η αιφνίδια αυτή εξαφάνιση δεν τους απογοήτευσε. Έτρεξαν αμέσως στα Ιεροσόλυμα να πουν στους άλλους μαθητές ότι ο Κύριος ζει, ότι ανέστη εκ νεκρών και Τον είδαν με τα μάτια τους και Τον άκουσαν και μίλησαν μαζί του.
Και μείς κάποτε τον είδαμε τον Θεό. Αισθανθήκαμε την παρουσία του κοντά μας, την παντοδύναμη προστασία και τη θαυμαστή πρόνοια και επέμβαση του στη ζωή μας. Αν κατόπιν τα πράγματα δυσκόλεψαν, δεν σημαίνει αυτό ότι ο Θεός μας ξέχασε και έπαυσε πια να υπάρχει για μας.
Δεν είναι νεκρός ο Θεός μας, αδελφέ. Είναι Θεός ζωντανός, αληθινός, αθάνατος. Που πάντοτε, είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι, βρίσκεται κοντά μας, έτοιμος να βοηθήσει, να ενισχύσει, να στηρίξει την ταλαιπωρημένη μας ψυχή.
Γι' αυτό ποτέ μην κουραστείς από τον κόπο και τις δυσκολίες της ζωής. Ποτέ μην αφήσεις την ψυχή σου ν' απελπισθεί και να λυγίσει κάτω από το βάρος των θλίψεων.
Ποτέ μην πεις: με ξέχασε ο Θεός.
Δεν μπορεί ποτέ να μας ξεχάσει ο Θεός. Είναι πάντα κοντά μας ο Θεός. Γιατί είναι Θεός αγάπης, πατέρας στοργικός.

( περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”, 1 Οκτωβρίου 2008 )
.

Τετάρτη 2 Ιουνίου 2010

Η Απουσία Του Θεού !

....
Μ’ αυτή την έννοια της αλήθειας πρέπει να παραδεχτούμε πως ο Θεός μπορεί και να είναι απών. Αυτή η απουσία φυσικά είναι υποκειμενική, αφού ο Θεός είναι πάντα παρών για τον καθένα μας. Μπορεί εν τούτοις να μείνει αόρατος και δυσνόητος, να μας διαφεύγει. Όταν ο Θεός δε μας προσφέρεται, όταν δεν είμαστε σε θέση να νοιώσουμε την παρουσία Του, τότε πρέπει να βρούμε τη δύναμη να περιμένουμε με δέος και σεβασμό.

Υπάρχει όμως κι άλλο ένα στοιχείο σ’ αυτή την υποκειμενική απουσία του Θεού. Μια σχέση τότε μόνο μπορεί να είναι αληθινή όταν συντελείται σε κλίμα αμοιβαίας ελευθερίας.

Συχνά νοιώθουμε πως δεν έχουμε παρά να αρχίσουμε να προσευχόμαστε, για να υποχρεώσουμε τον Θεό να μας φανερωθεί· να Τον αναγκάσουμε να μας ακούσει, να μας επιτρέψει να νιώσουμε την παρουσία Του, να μας βεβαιώσει ότι μας ακούει. Αν ήταν έτσι, η σχέση δε θα ήταν ελεύθερη, θα ήταν μηχανική, δε θα είχε χαρά και αυθορμητισμό. Θα προϋπέθετε επιπλέον ότι βρισκόμαστε πάντοτε στην κατάλληλη φόρμα να δούμε το Θεό.

Ο Αλφόνσος Σατωμπριάν σε ένα σημαντικό βιβλίο του περί προσευχής με τίτλο La Réponse du Seigneur (Η απάντηση του Κυρίου), μας λέει πως η αισθητή απουσία του Θεού προέρχεται συνήθως από τη δική μας τύφλωση. Θα ήθελα να εξηγήσω αυτή τη φράση με ένα παράδειγμα.

Ήρθε μια μέρα να με δει κάποιος, ένας άνθρωπος που έψαχνε να βρει τον Θεό επί χρόνια. Μου είπε κλαίγοντας: «Πάτερ, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τον Θεό. Δείξε μου τον Θεό!». Του απάντησα πως δεν ήμουν σε θέση να του Τον δείξω, όμως δε νομίζω πως και ο ίδιος ήταν σε κατάσταση να Τον βρει έτσι κι αλλιώς. Απορημένος με ρώτησε γιατί. Και εγώ τότε του έθεσα ένα ερώτημα που συχνά θέτω σε όσους έρχονται να με συμβουλευτούν: «Υπάρχει κάποιο χωρίο της Αγίας Γραφής που μιλάει στην καρδιά σου -το πιο πολύτιμο χωρίο που έχεις βρει;». «Ναι -μου απάντησε-, η ιστορία της πόρνης στο 8ο κεφάλαιο του Ιωάννη».Τον ξαναρώτησα: «Πού τοποθετείς τον εαυτό σου σε αυτή την ιστορία; αισθάνεσαι σαν να είσαι η γυναίκα που έχει συνειδητοποιήσει το αμάρτημά της και βρίσκεται ενώπιον της κρίσης των ανθρώπων, εν γνώσει της ότι η κρίση τους θα είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για αυτήν; Ή ταυτίζεσαι με τον Χριστό που τα καταλαβαίνει όλα και θα τη συγχωρήσει, δίνοντάς της έτσι την ευκαιρία να ζήσει από εδώ και μπρος μια νέα ζωή; Ή σαν τους Αποστόλους, περιμένεις και ελπίζεις σε κάποια απάντηση που θα είναι απαλλακτική; Μήπως είσαι ένας από το πλήθος, ένας από τους γέροντες που γνώριζαν ότι οι ίδιοι δεν ήταν αναμάρτητοι, και γι’ αυτό αποσύρθηκαν πρώτοι από το λιθοβολισμό; Ή από τους νεότερους που κάποια στιγμή συνειδητοποίησαν ότι και αυτοί δεν ήταν αναμάρτητοι και πέταξαν κατά μέρος τις πέτρες του λιθοβολισμού; Εσύ με ποιόν ταυτίζεσαι μέσα σε αυτή τη δραματική σκηνή;

Σκέφτηκε για λίγο και μετά μου απάντησε: «Είμαι ο μόνος Ιουδαίος που δε θα έφευγα χωρίς να λιθοβολήσω τη γυναίκα». «Να, λοιπόν», του είπα, «έχεις την απάντησή σου. Δεν μπορείς να δεις το Θεό, ο οποίος για σένα είναι ένας τέλειος άγνωστος».

Δεν υπάρχει εδώ, αλήθεια, κάποια ομοιότητα με όσα ο καθένας μας έχει γνωρίσει; Δεν υπάρχει μέσα στον καθένα μας μια αντίσταση κατά του Θεού, μια άρνηση του Θεού; Ζητώντας Τον δε ζητούμε στην πραγματικότητα ένα Θεό όμοιο με μας, ένα Θεό που να μας βολεύει; Και δεν είμαστε έτοιμοι να απορρίψουμε τον αληθινό Θεό μόλις τον βρούμε;

Είμαστε προετοιμασμένοι να βρούμε το Θεό όπως είναι, ακόμα και αν η συνάντηση καταλήξει σε καταδίκη μας και η ανατροπή όλων των αξιών που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχαμε σε υπόληψη; Μήπως η απουσία του Θεού από τη ζωή μας και από τις προσευχές μας δεν οφείλεται συχνά στο γεγονός ότι εμφανιζόμαστε σαν άγνωστοι συχνά σε Αυτόν, που αν κάποτε βρισκόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του δε θα Τον προσέχαμε ή δε θα Τον αναγνωρίζαμε; Κάτι τέτοιο δε συνέβαινε και όταν ο Χριστός περπατούσε στους δρόμους της Ιουδαίας και της Γαλιλαίας; Πόσοι από τους σύγχρονούς Του δεν Τον συνάντησαν, δεν πέρασαν από δίπλα Του χωρίς να Τον γνωρίσουν ή ακόμα να υποπτευθούν ότι είχε κάτι ξεχωριστό επάνω Του; Κάπως έτσι δεν Τον είδαν τα πλήθη στο δρόμο προς τον Γολγοθά; Σαν έναν εγκληματία, σαν κάποιο που είχε ταράξει τη δημόσια τάξη και τίποτε άλλο; Κάπως έτσι δε σκεπτόμαστε τον Θεό, ακόμα και είμαστε σε θέση να νιώσουμε κάπως την παρουσία Του; Και μήπως δεν τον αποφεύγουμε γιατί καταλαβαίνουμε πως θα ταράξει και τις δικές μας ζωές, θα κλονίσει τις αξίες μας;

Με αυτές τις συνθήκες δεν μπορούμε να περιμένουμε να Τον συναντήσουμε στην προσευχή μας. Για να το θέσω πιο ωμά, θα έπρεπε να ευχαριστούμε το Θεό με όλη μας την καρδιά που δεν μας παρουσιάζεται σε κάτι τέτοιες στιγμές, που δεν είμαστε έτοιμοι, αφού Τον αμφισβητούμε όχι όπως ο Ιώβ, αλλά όπως ο κακός ληστής στο σταυρό. Μια τέτοια συνάντηση θα ήταν δικαστήριο και καταδίκη για μας. Πρέπει να μάθουμε να κατανοούμε αυτή Του την απουσία και να κρίνουμε τους εαυτούς μας, μια και δε μας κρίνει ο Θεός.

Άλλη μια ιστορία θα μας ερμηνεύσει μια άλλη πλευρά της απουσίας του Θεού. Πριν λίγα χρόνια μια νέα κοπέλα που έπασχε από ανίατη ασθένεια μου έγραφε: «Πόσο ευγνώμων είμαι στο Θεό για την αρρώστια μου. Καθώς αδυνατίζει το σώμα μου, το νιώθω να γίνεται όλο και πιο διάφανο στις ενέργειες του Θεού». Της απάντησα: «Να ευχαριστείς το Θεό γι’ αυτό που σου έχει δώσει, αλλά μην περιμένεις να κρατήσει αυτή η κατάσταση. Θα έρθει η ώρα που αυτό το αδυνάτισμα του κορμιού σου θα πάψει να σε κάνει να αισθάνεσαι πνευματική. Και τότε θα πρέπει να εξαρτάσαι από τη Χάρη και μόνο».

Λίγους μήνες αργότερα μου ξανάγραψε: «Έχω τόσο εξασθενήσει, που δεν έχω πια τη δύναμη να τρέξω να ακουμπήσω στο Θεό. Το μόνο που μου μένει είναι να σιωπώ, να παραδίδω τον εαυτό μου ελπίζοντας ότι ο Θεός θα έρθει προς εμένα». Και πρόσθεσε αυτό που πρέπει να προσέξουμε από όλη αυτή την ιστορία: «Προσευχηθείτε στο Θεό να μου χαρίσει το κουράγιο να μην προσπαθήσω ποτέ να κατασκευάσω μια ψεύτικη παρουσία για να γεμίσω το τρομερό κενό που αφήνει η απουσία Του».

Νομίζω πως οι δύο αυτές ιστορίες δεν χρειάζονται σχόλια. Είναι βασικό να στηριζόμαστε στον Θεό. Δεν πρέπει να στηριζόμαστε στις δικές μας δυνάμεις, ούτε πάλι να στηριζόμαστε στις αδυναμίες μας. Μια συνάντηση με το Θεό είναι μια πράξη ελευθερίας στην οποία ο Θεός έχει τον έλεγχο. Και μόνο όταν είμαστε ταπεινοί, και συγχρόνως αρχίζουμε να αγαπάμε τον Θεό, είναι που μπορούμε να υπομένουμε ή ακόμα και να επωφελούμαστε από την απουσία Του.

( Αντωνίου Σουρόζ, Θέλει τόλμη η προσευχή, Εκδ. Ακρίτας)
.

Πέμπτη 20 Μαΐου 2010

Πίστη και Φόβος !

......
Φόβος ! Κάτι που όλοι έχουμε δοκιμάσει. Ένα δυσάρεστο συναίσθημα, μια εσωτερική κατάσταση δύσκολη, που σφίγγει την ψυχή μας, την ταλαιπωρεί και κάνει τη ζωή μας πικρή.

Ο φόβος προέρχεται πάντοτε από την αίσθηση ενός κινδύνου, υπολογίζουμε ότι μπορεί να αποτύχουμε σε μια προσπάθειά μας που την θεωρούμε σημαντική για την καλή πορεία της ζωής μας, και κυριαρχεί μέσα μας ο φόβος. Βλέπουμε πως οι συνεργάτες μας, οι φίλοι, εκείνοι που τους θεωρούσαμε στηρίγματα στη ζωή μας, δεν στέκονται με πραγματική αγάπη και ειλικρινές ενδιαφέρον κοντά μας, μας αφήνουν μόνους στις δυσκολίες, και πάλι φόβος μας καταλαμβάνει. Τι θα κάνουμε μόνοι μας; Διαπιστώνουμε ότι η κατάσταση στην παρτίδα μας ή και γενικότερα σ’ όλο τον κόσμο εμπνέει πολλές ανησυχίες, και φόβοι ταλαιπωρούν την ψυχή μας για το μέλλον.

Αλλά και το φυσικό κακό μπορεί πολύ να μας φοβίζει. Βλέπουμε να ανάβει μια φωτιά, να ανεβαίνουν οι φλόγες ψηλά, να καίγεται ένα δάσος. Καταστροφή! Και όταν η φωτιά πλησιάζει τα σπίτια, όταν κινδυνεύουν οι περιουσίες των ανθρώπων, όταν κινδυνεύει πολύ περισσότερο η ζωή τους, τότε και ο φόβος μας γίνεται μεγαλύτερος.

Γίνεται σεισμός, σείεται η γη, τρέμει τότε και η καρδιά μας. Και αν βρισκόμαστε μέσα στο σπίτι μας και ακούμε τους τριγμούς, τότε ο φόβος γίνεται τρόμος, γίνεται πανικός!

Φόβος και μπροστά στην αρρώστια. Όταν μάλιστα η αρρώστια είναι βαριά, αν έχει επώδυνες θεραπείες, αν αποδεικνύεται ανίατη ή ακούμε πως είναι και θανατηφόρα… Φόβος και τότε, φόβος πολύ μεγαλύτερος, φόβος θανάτου.

Μπορεί κανείς να αισθανθεί ότι ξαφνικά όλα γκρεμίζονται, χάνονται όλα. Ο άνθρωπος μένει μόνος, αβοήθητος, ανήμπορος να αντιδράσει, χωρίς να ξέρει από πού να πιασθεί. Ο φόβος τότε γίνεται άγχος και αγωνία, μελαγχολία και απελπισία, πανικός, αδημονία, ασφυξία ψυχής!

Είναι φανερό ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα μόνος του στη ζωή. Κάποτε θα λυγίσει. Θα σπάσει. Θα νικηθεί. Έσχατος εχθρός, φοβερός και ολέθριος, ο θάνατος!

Είμαστε αδύνατοι οι άνθρωποι. Στην ώρα τη δύσκολη έχουμε ανάγκη από κάποιον πολύ δυνατότερό μας, κάποιον που να μπορεί να κάνει όσα εμείς οι μικροί δεν φθάνουμε να κάνουμε για να κρατηθούμε και να νικήσουμε στη ζωή. Όταν ο αρχισυνάγωγος Ιάειρος έτρεξε στον Κύριο Ιησού Χριστό να παρακαλέσει για τη βαρύτατα ασθενή κόρη του, είχε κάποιες ελπίδες. Ο Διδάσκαλος, που έδειχνε τόση αγάπη στους πονεμένους και θαυματουργούσε για χάρη τους, κάτι ίσως μπορούσε να κάνει και γι’ αυτόν. Όταν όμως ήλθαν οι απεσταλμένοι από το σπίτι του και του είπαν να μην ταλαιπωρεί τον Διδάσκαλο, διότι η κόρη του πέθανε, ο δυστυχής πατέρας κινδύνευσε να καταρρεύσει. Χάθηκαν και οι τελευταίες του ελπίδες.

Άκουσε τότε ξαφνικά και απρόσμενα την παρήγορη και σταθερή φωνή του Χριστού, που έδινε θάρρος και ελπίδα στην ψυχή του: «Μή φοβοῦ, μόνον πίστευε» (Μάρκ. ε’ 36).

Μια ακτίνα φωτός άστραψε ξαφνικά στο σκοτάδι που τύλιγε το νου και την καρδιά του. Πήγαν στο σπίτι και το θαύμα έγινε. Η δωδεκάχρονη νεκρή κόρη γύρισε στη ζωή! Ο πατέρας και όλοι οι δικοί του ένιωσαν ανείπωτα ευτυχείς. Οι περίφοβες ψυχές τους πλημμύρισαν από χαρά για τη νίκη του Χριστού, για το θρίαμβο της ζωής.

Πόσες φορές θα γύρισε άραγε ο νους του ευτυχισμένου πατέρα σ’ εκείνη την τραγική στιγμή που όλα χάνονταν γύρω του, που βυθιζόταν στη θλίψη και στην απελπισία, και ένας λόγος τον συγκράτησε από την τέλεια κατάρρευση! «Μή φοβοῦ, μόνον πίστευε»

Ναι, αδελφέ μου! «Μή φοβοῦ, μόνον πίστευε». Όταν νιώθεις μόνος στη ζωή, εγκαταλελειμμένος από εκείνους που είχες την ελπίδα ότι θα σε στήριζαν στη δυσκολία σου, «μή φοβοῦ, μόνον πίστευε». Πίστευε ότι υπάρχει Κάποιος που ποτέ δεν μας εγκαταλείπει, που και όταν εμείς απερίσκεπτα Τον αφήνουμε και φεύγουμε μακριά Του, Εκείνος μας καταδιώκει με το έλεός του, όχι γιατί μας έχει ανάγκη, αλλά από αγάπη, γιατί γνωρίζει ότι εμείς έχουμε απόλυτη ανάγκη της δικής του παρουσίας στη ζωή μας.

Όταν βρίσκεσαι μπροστά στο φάσμα της αποτυχίας, «μή φοβοῦ, μόνον πίστευε». Πίστευε ότι ο Θεός μπορεί να ανατρέψει όλα τα δυσάρεστα προγνωστικά, να αλλάξει ριζικά και άμεσα τις καταστάσεις, να κάνει το θαύμα που ζητάς στη ζωή σου.

Όταν η ασθένεια βαριά και ανίατη σε πλήξει, μην τα χάσεις, μη φοβηθείς. «Μόνον πίστευε». Ότι Εκείνος, «ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων», «ιάται πάσας τας νόσους», όλα μπορεί να τα θεραπεύσει και να δώσει τη δύναμη στον ασθενή και αδύνατο άνθρωπο όλα με θάρρος και ελπίδα να τα αντιμετωπίσει, και τον θάνατο μαζί Του να νικήσει. Γι’ αυτό και όταν ο θάνατος νιώθεις να πλησιάζει – θα έλθει κάποτε αναπόφευκτα και αυτό – και τότε «μή φοβοῦ, μόνον πίστευε». Πίστευε ακράδαντα στον κραταιό νικητή του θανάτου, που πέρασε και ο Ίδιος μέσα από τη σκοτεινή κοιλάδα του, αλλά ο θάνατος δεν τον άγγιξε, γιατί Αυτός είναι ο αρχηγός της ζωής, της αιωνίου και αληθινής, για κάθε πιστό ακόλουθό του.

Υπάρχει Αυτός που νικά τον θάνατο, που νικά την αιτία του θανάτου, τη δυσώδη αμαρτία, που συντρίβει τον διάβολο και όλες τις σκοτεινές δυνάμεις του, που κυβερνά τον κόσμο, που κρατεί στα παντοδύναμα χέρια του τη μικρή μας ζωή και δεν θα μας αφήσει ποτέ να χαθούμε, γιατί είναι ο άπειρος και παντοδύναμος Θεός, ο Θεός της άπειρης και ανερμήνευτης αγάπης.

Γι’ αυτό, ό,τι και να σου συμβεί, όποια δυσκολία και να συναντήσεις, μ’ όποιον πειρασμό και να χρειασθεί να πολεμήσεις, «μη φοβοῦ», αδελφέ. «Μή φοβοῦ, μόνον πίστευε».

Περιοδικό «Ο Σωτήρ», αριθ. 1996
Αναδημοσίευση από " Χριστιανική Φοιτητική Δράση "

.