
Πίσω από το πραγματικό και το φανταστικό, υπάρχει ένα Αξίωμα που καθορίζει τα όρια αυτών των εννοιών, μια μη ελεγχόμενη από εμάς δύναμη. Στην ταινία του Κέντζι Μιζογκούτσι Ουγκέτσου Μονογκατάρι που στα iαπωνικά σημαίνει Η χλωμή όψη της σελήνης μετά τη βροχή,μπορώ να εντοπίσω αυτή τη δύναμη στη σφαίρα της αιώνιας σύζευξης του Κακού με το Καλό, εκεί όπου η μοίρα των ανθρώπων προδιαγράφεται, εκεί όπου η τύχη του καθενός πλέον ετεροπροσδιορίζεται.
Ο σκηνοθέτης, αναπλάθοντας έναν ιαπωνικό μύθο - που μερικοί τον συνέκριναν με την καθ' ημάς Οδύσσεια - οδηγεί τους ήρωες της ταινίας του ως την καταστροφή, αναδεικνύοντας τις συνέπειες της απομάκρυνσής μας από την οντότητά μας. Το φινάλε της ταινίας είναι ακριβώς αυτή η έκθεση των δεινών μας, είναι η ανταμοιβή μας για την Ύβρι, είναι η Κόλαση των χριστιανικών θεωριών. Ο μύθος της ταινίας αναπλάθεται σε όλους τους πολιτισμούς και τις θρησκείες, σε όλα τα φιλοσοφικά συστήματα και οικονομικο-κοινωνικές δοξασίες.
Σε αυτή την ερμηνεία κατέληγα όσες φορές έβλεπα την ταινία, ακόμη και σήμερα που την ξαναβλέπω. Γεννάται αίφνης το ερώτημα: ένας τόσο υποστατικός μύθος δεν δίδαξε ποτέ τις κοινωνίες; Δεν απέτρεψε την αενάως επαναλαμβανόμενη αυτοκαταστροφή τους; Γιατί ο καθένας μας, αντικρύζοντας τον εαυτό του αιχμάλωτο δυνάμων που απελευθέρωσε από μέσα του - ίσως κατόπιν μιας αθέσμου συμβουλής - αναζητεί συνεργούς στη φθορά του και ποτέ λύτρωση στους θρήνους του; Γιατί δεν μπορεί να δεί ότι οι δυνάμεις που παλεύουν στ' αλώνια-πέρα από εμάς-απελευθερώθηκαν από μέσα μας, πετάχθηκαν σαν ένα ασήκωτο φορτίο, που τώρα ανεξέλεγκτα στοιχειώνουν το μέλλον μας;
Μύθοι, στιβαγμένοι στη συλλογική μνήμη κοινωνιών, στοιχειώνουν ξαφνικά και απρόσμενα, σύμφωνα με μια ακαθόριστη συχνότητα, ζωντανεύουν ως τέρατα μιας κολάσεως. Μόνο που στις περισσότερες φορές, και πάλι, η Ύβρις επαναλαμβάνεται, αυτή τη φορά φέρουσα τον μανδύα της Άγνοιας.
Η ταινία: Η ιστορία τοποθετείται στη μεσαιωνική Ιαπωνία, μια εποχή εμφυλίων συρράξεων και κοινωνικών ανακατατάξεων. Είναι η εποχή του εμφυλίου τόσο μεταξύ των φεουδαρχών Βορά και Νότου, όσο και μεταξύ των φεουδαρχών και των λαϊκών στρωμάτων, που καταπιεζόμενα, αρνούνταν να πληρώσουν φόρους, να επιστρατεύονται ως Νίντζα στις μονάδες των, ή διώκονταν ως ιδιαίτερες Βουδιστικές αιρέσεις και κατέφευγαν στα βουνά, κάτω από την προστασία των λεγόμενων Ασκητών του Βουνού. Σε έναν τέτοιο κοινωνικό περίγυρο ανθούσαν όλες οι κοινωνικές και πολιτικές πρακτικές που συναντάμε και σήμερα. Άρνηση υπακοής, άρνηση πληρωμής, επαναστατικές πράξεις αναδιανομής του πλούτου.
Ο ιαπωνικός κινηματογράφος στη μεγάλη του απογείωση αναζήτησε σε αυτές τις εποχές αστείρευτες πηγές έμπνευσης. Έτσι και ο Μιζογκούτσι στα πρόσωπα των δύο ηρώων του. Ένας αγγειοπλάστης και ο γαμπρός του εγκαταλείπουν την ταπεινή οικογενειακή ζωή του χωριού για να πραγματώσουν τα μεγαλεπήβολα σχέδιά τους στην πόλη. Ένα λυρικό οδοιπορικό στην ανθρώπινη ματαιοδοξία, στην απατηλή φύση της ευημερίας ξεκινά. Ο πόλεμος κάνει καλό στις δουλειές θα αναφωνήσει με μικροπρεπές χαμόγελο ο μετέπειτα σαμουράϊ. Έτσι, οι δύο χωρικοί ξεκινούν το μεγάλο ταξίδι για να πιάσουν την καλή, εγκαταλείποντας τις οικογένειές των στο χωριό, μη υποκύπτοντας στις προσπάθειες των γυναικών τους να τους αποτρέψουν από την καταστροφική αναχώρηση.

Το όνειρό τους αρχικά φαίνεται να πραγματώνεται. Ο αγγειοπλάστης πουλώντας το εμπόρευμά του θα κερδίσει λεφτά, ο μαχητής θα διακριθεί ως σαμουράι στο πεδίο της μάχης και στις διαταγές κάποιου φεουδάρχη. Μα στη συνέχεια θα αποδειχθεί ότι όλα αυτά ήταν οι ιστοί πλανώμενων φαντασμάτων που τους είχαν τυλίξει σε μιαν άλλη πραγματικότητα. Αυτήν που τους οδηγούσε στην Ύβρι της απομάκρυνσης από τη ζωή και τη φύση, και εν τέλει, στην καταστροφή, στο τίμημα της αμετροέπειας και της αλαζονείας. Η Επιστροφή τους θα τους αποκαλύψει με δραματικό τρόπο τον αραχνούφαντο μύθο για το κυνήγι του πλούτου και της δόξας. Ο πρώτος έχει πέσει θύμα της γοητείας μιας πριγκίπισσας φαντάσματος, ενώ ο άλλος ανακαλύπτει ότι η γυναίκα του έχει γίνει πόρνη σε ένα χωριό εξαιτίας της δικής του εγκατάλειψης και των δεινών του πολέμου. Το όραμα της επιτυχίας έγινε καπνός. Και η τελική απογραφή των παθών και της μοίρας των ηρώων απεικονίζεται στην επιστροφή τους στη γή που εγκατέλειψαν. Όπου κι' εδώ πια τίποτα δεν είναι δικό τους…
Η ταινία υμνήθηκε και αξιολογήθηκε ως μία από τις σημαντικότερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου. Εκείνο όμως για το οποίο πρέπει να υμνηθεί περισσότερο είναι η διαχρονικότητά της. Η διαχρονικότητα είναι που κρίνει το μέγεθος ενός δημιουργού και ενός έργου, που, χωρίς εττικέτες και τυμπανοκρουσίες, "απολαμβάνει" την ενσωμάτωσή του στο ατομικό και κοινωνικό μας γίγνεσθαι.
Δείτε μερικές σκηνές εδώ:
σαν επίλογος εις μνήμην:
Θόδωρος Αγγελόπουλος 1935-2012
"Μα οι μόνες συγκεκριμένες επιρροές που αναγνωρίζω, είναι του Μιζογκούτσι, για τη χρήση του χρόνου και του χώρου εκτός πεδίου".
(από το επίσημο site http://www.theoangelopoulos.gr)

