Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεωτερικότητα κ Ορθοδοξία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεωτερικότητα κ Ορθοδοξία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ




 του Παπαγεωργίου Κων/νου
  θεολόγου/εκπαιδευτικού





         

Ο ζων θεός της Αποκαλύψεως και η σχολαστική μέθοδος

      «Πίστις ηγείσθω των περί θεού λόγων πίστις και μη απόδειξις’. Πίστις η υπέρ τας λογικάς μεθόδους την ψυχήν εις συγκατάθεσιν έλκουσα ‘πίστις ουχ η γεωμετρικαίς ανάγκαις, αλλ’ η ταις του Πνεύματος ενεργείαις εγγινομένη... Εκ του θαύματος αναγκαία η παραδοχή της θεότητος του» Μονογενούς τοις ορώσιν εγένετο. Τι αναγκαστικώτερον εις συγκατάθεσιν; προτάσεων πλοκαί το συμπέρασμα ακόλουθον εαυταίς εφελκόμεναι ή θαύμα τοσούτον εναργώς ορώμενον, πάσαν ανθρώπου δύναμιν υπερβαίνον;

(Μ. Βασίλειος, Mg 30 104 Β)

   Η διαφοροποίηση από την Αγιοπατερική Μέθοδο Θεογνωσίας άρχισε στη Δύση με τον Ιερό Αυγουστίνο. Στις «Εξομολογήσεις» του έχουν εναποτεθεί, μέσω της προσωπικής του εμπειρίας, τα στάδια της πορείας που χρειάζεται να ακολουθηθεί για να «κατακτηθεί» η Πίστη. Ο Αυγουστίνος σ’ αυτό του το βιβλίο διδάσκει σε όλους τους μεταγενέστερους, μέχρι και τον 14ο αιώνα « πώς να μετανοήσουν, πώς να στοχαστούν, πώς να αναζητήσουν το θεό » (  Franco Alessio, Ιστορία της Μεσαιωνικής Φιλοσοφίας εκδ. Τραυλός, σελ. 44 ). Επίσης ο Αυγουστίνος είναι εκείνος , που θα επιδράσει αποφασιστικά στη διαμόρφωση εκείνου που ονομάστηκε « Μεσαιωνική Θεοκρατική Θεωρία » : « ο Αγιος Παύλος είπε μία μόνο φράση , αλλά ο Ιερός Αυγουστίνος διατύπωνε συνεχώς τη διδασκαλία, η οποία επικύρωνε και ενίσχυε την εξής απαράβατη αρχή : κάθε εξουσία πηγάζει από το θεό » (ο.π. σελ. 44 ).
   Τα έργα του Αυγουστίνου τροφοδοτούν το Μεσαίωνα με τρία θεμελιακά στοιχεία, αποφασιστικού χαρακτήρα για την «φυσιογνωμία» μιας ολόκληρης Ιστορικής Περιόδου στη Δύση. Αυτά τα στοιχεία είναι, με τη διατύπωση του Franco Alessio, τα εξής  : 1. η ιδέα της Παιδείας, 2. μια Διδασκαλία αδιαμφισβήτητη ( Doctrina ) και 3. μια συνολική και πολυδιάστατη ιδέα, που περιβάλλει την έννοια της Φιλοσοφίας. Δυνάμει του πρώτου στοιχείου ( της ιδέας της Παιδείας ), θεωρείται νόμιμη η ενσωμάτωση της Αρχαίας Σοφίας στο σύστημα Πίστεως των Χριστιανών : οι Αρχαίοι είχαν την Παιδεία ως αγαθό, αλλά κατά τον Αυγουστίνο ήταν «άδικη» αυτή η κτήση. Τώρα όμως οι Χριστιανοί οφείλουν να ενσωματώσουν την Παιδεία στην Αλήθεια που προέρχεται από το θεό.
   Εδώ, σ’ αυτή τη θέση, μπορούμε να διακρίνουμε κάποια ουσιαστική αλλαγή , αλλοιωτική της Κατηχητικής Πράξης της Αρχέγονης Εκκλησίας : στα στάδια πνευματικής «αύξησης» του πιστού, προσαρμόζεται η προσωπική σύνθεση του Αυγουστίνου, σύνθεση αποτελούμενη από Νεοπλατωνικά, Μανιχαϊκά και Ορθόδοξα στοιχεία. Τοιουτοτρόπως προστίθεται στην Πατερική Παράδοση η λογική κατανόηση των δογμάτων ( των εξ Αποκαλύψεως Αληθειών ) και παράγεται μια νέα Μέθοδος του «θεολογείν» ( μέθοδος  Στοχαστική – Φιλοσοφική ) η οποία έκτοτε σφραγίζει την Δυτική Παράδοση.
  « Οι Φραγκολατίνοι επεδόθησαν σοβαρώς εις την προσπάθειαν αυτήν  ( προσπάθεια λογικής επεξεργασίας των δογμάτων ) και ούτω εδημιούργησαν Σχολαστικήν Θεολογικήν Παράδοσιν, την οποίαν ανεκήρυξαν ανωτέραν της Πατερικής Παραδόσεως πριν την δημιουργήσουν και θεωρείται ούτως υπό των Δυτικών μέχρι σήμερον » ( π. Ιωαννου Ρωμανίδου, Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Α, σελ. 108 ).
   Διαφορετική στα λόγια αλλά ταυτόσημη στα νοήματα, αυτή είναι η διδασκαλία του Πλατωνισμού και του Νεοπλατωνισμού, που βρίσκεται πολύ κοντά στην χριστιανική Πίστη κατά τον Αγιο Αυγουστίνο : έτσι διαβάζει λ.χ. τη φράση του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου «στην αρχή ήταν ο Λόγος και ο Λόγος βρισκόταν κοντά στον θεό και ήταν θεός ο Λόγος» και την εκλαμβάνει ως ταυτόσημη με τη διδασκαλία των Νεοπλατωνικών, την οποία γνώριζε ήδη αρκετά καλά, αφού είχε περάσει από τις τάξεις τους. Γι’ αυτό και συνιστά και στους άλλους «κατάλαβε για να πιστέψης, πίστεψε για να καταλάβεις» : η ζωή ( η θρησκευτική ) και η σκέψη ( η Φιλοσοφική ) εισδύουν τώρα η μία μέσα στην άλλη. « η θρησκευτική πίστη δεν υποκαθιστά τη νόηση, η πιστή υποταγή ( Fides ) στην auctoritas δεν αποκλείει την κατανόηση και εμβάθυνση, και τέλος η θρησκευτική βεβαιότητα δεν αποκλείει το «φιλοσοφείν»  ( Franco Alessio, Ιστορία της Μεσαιωνικής Φιλοσοφίας, εκδ. Τραυλός, σελ. 47 )
  Αυτά είναι ουσιαστικά στοιχεία της «Αυγουστίνειας» παράδοσης, τα οποία σχεδόν επιγραμματικά αναφέρουμε εδώ, ως απολύτως απαραίτητα για την κατανόηση των προϋποθέσεων επί των οποίων οικοδομήθηκε η Σχολαστική – Ορθολογική θεολογία, η οποία αποτελεί και την «Οδύσσεια» της Δυτικής Χριστιανοσύνης ακόμη και σήμερα, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Ένα από τα πιο σοβαρά επακόλουθα της εισαγωγής σχολαστικών μεθόδων στην ερμηνεία της Πίστεως ήταν το «διαζύγιο» Δόγματος και Ηθους, το οποίο παρήγαγε, αφ’ ενός μεν εκλογίκευση των υπερφυών αληθειών, αφ’ ετέρου δε μείωση του ευαγγελίου σε ένα είδος Ηθικής, που δεν ήταν δύσκολο σταδιακά να αυτονομηθεί. Ο «ηθικός Ιησούς», φορέας του μηνύματος της αγάπης  λ.χ. υπήρξε ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά ερμηνευτικά συμπεράσματα της Φιλελεύθερης Προτεσταντικής θεολογίας, όπου ήδη είχε συρρικνωθεί  το «της ευσεβείας μυστήριον», με τη χρήση της επιστημονικής  «ιστορικοκριτικής» μεθόδου.

 Η εγκατάλειψη των Ορθοδόξων Μεθόδων Θεογνωσίας «ορίζει» την κρίση και τα αδιέξοδα των Δυτικών θεολόγων οι οποίοι ως επί το πλείστον στοχάζονται πάνω στα θέματα της πίστεως έχοντας αποκοπεί από το σώμα της Ιεράς Παραδόσεως, την οποία διαφυλάσσει ακέραια η Ορθόδοξος Εκκλησία
 « Παράδοσις εστιν αρχαία και αποστολική, φεύγειν την εκ των συλλογισμών συμμαχίαν εν τοις περί θεού λόγοις, ασθενή τε ούσαν και εις ψεύδος φέρουσαν και μηδέν έτερον ή λύειν επιχειρούσαν την ισχύν του Σταυρού. Επειτα δε και ει συλλογισμοίς τα της πίστεως επιτρέψομεν , οίχεται μεν η πίστις ημών, οίχονται δε οι επί τη πίστει στέφανοι και ουκέτι θεώ αλλ’ ανθρώποις πιστεύσομεν…Πιστεύω, ουκ ερευνώ. Πιστεύω, ου διώκω το ακατάληπτον. Πιστεύω, ου μετρώ το αμέτρητον. Εάν πιστεύσω φωτίζομαι την ψυχήν. Εάν περιεργάσωμαι σκοτίζομαι τους λογισμούς. Εάν πιστεύσω καλώς ανυψούμαι προς ουρανόν. Εάν ζητήσω περιέργως καταφέρομαι εις βυθόν…Απλή τις εστι διδασκσλία το ημέτερον δόγμα, πιστώθητι. Χριστός αυτό παρέδωκεν, επλάτυναν οι απόστολοι, εκράτυναν οι διδάσκαλοι, τούτοις αρκεσθησόμεθα…Ο των Ορθοδόξων σύλλογος, συλλογισμών άνευ τη αληθεία υπείκει και άγεται…»  ( Ιωσήφ Βρυεννίου, τα ευρεθέντα, τόμ. Α¨  σελ. 86,89,92, Λειψία αψξη¨)
   Οι παραπάνω λόγοι αναφέρονται στην ορθολογιστική σπουδή του αποκεκαλυμμένου λόγου του Χριστού και όχι στη σπουδή και μελέτη της Ορθοδόξου Θεολογίας, δια της οποίας γίνεται εμβάθυνση στον πλούτο της σοφίας των Πατέρων. Διότι η Ορθόδοξος Πατερική Θεολογία υιοθετούσα την «εν τη εκκλησία» και «εν Αγίω Πνεύματι» Μέθοδο της αναπτύξεως την πατρώων δογμάτων, παρέμεινε ουσιωδώς «άτρωτη» από τον πειρασμό της εκλογικεύσεως της Πίστεως και «ανοιχτή» στις πνοές του Πνεύματος, το Οποίο οδηγεί «εις πάσαν την αλήθειαν». Ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς γράφει, πως «όλη η αληθινή γνώση εξαρτάται από το Χριστό και το Αγιο Πνεύμα. Το ευαγγελικό ρητό «χωρις εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» ( Ιωάν, 15, 5 ) ισχύει και για τη γνώση» ( Οδός Θεογνωσίας, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1992, σελ. 158 ).
   Ο ίδιος πατήρ, με διεισδυτικό τρόπο, στην διδακτορική διατριβή του με θέμα «το πρόβλημα του προσώπου και της γνώσεως», έχει εκθέσει επιμελώς την ασκητικογνωσιολογική εμπειρία, με «άξονα» τη διδασκαλία του Αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου. Το έργο αυτό του πατρός Ιουστίνου μπορούμε να το εκλάβουμε και ως «μέτρο σύγκρισης», αν θέλουμε να σταθμίσουμε επακριβώς την ορθολογιστική ( Ρωμαιοκαθολική και Προτεσταντική ) «μέθοδο» της Δύσεως με τις αδιέξοδες «θεολογίες» της, που φθάνουν μέχρι των ημερών μας. Διότι τι άλλο είναι η «θεολογία του θανάτου του θεού», η «θεολογία της απελευθέρωσης», η «θεολογία της νεωτερικότητος», η «θεολογία της εκκοσμίκευσης» και πολλά άλλα παράλληλα αυτών, παρά τρόποι θεολογικής διανόησης, των οποίων η αφετηρία εστιάζεται στο «στοχαστικώς θεολογείν», το οποίο διατρέχει όλη την πνευματική προϊστορία του Δυτικού ανθρώπου.
   Εχοντας εξέλθει ο Δυτικός άνθρωπος από την κοιτίδα της Ιεράς Παραδόσεως, επιχειρεί να ανακτήσει την Αληθινή Πνευματική του Πατρίδα ( ουσιωδώς α-λύτρωτος ) με τα φτωχά μέσα της φιλοσοφίας και της Επιστήμης. Αγνοεί το θεανθρώπινο μυστήριο της Εκκλησίας, το οποίο δεν μπορεί να γευθεί, για να αναπαυθεί έτσι στον «οίκο του Πατρός». Διότι «η του θεού γεύσις» είναι η οδός για την πραγματική επίγνωση του θεού.  Οποιες θεολογίες  πραγματεύονται τα προβλήματα του συγχρόνου ανθρώπου με τη μέθοδο της «λογοκοπίας» και «ωραιολογίας», αγνοούν πως απευθύνονται σε εμπαθείς «μεταπτωτικούς» ανθρώπους, οι οποίοι καλούνται να εκπληρώσουν την ηθική κοινωνική και προσωπική τους ανάπτυξη ( την οποία καλοπροαίρετα προβάλλουν αυτές οι θεολογίες )  έξω από το Ιστορικό Σώμα του Χριστού, την Αγία Εκκλησία. Ετσι τους «προλαβαίνει» η πολύμορφη αμαρτία  και με   σκέψη του «προς τι όλα αυτά ;» θα  βρούν ως επί το πλείστον  παρηγοριά σε  άλλα ευαγγέλια η «σεσοφισμένους μύθους» με τους οποίους είναι κατάφορτη η «Νεωτερικότητα.


Γ.
η μεταπατερική θεολογία : παράγωγο Δυτικών νοοτροπιών

  Η λεγόμενη Μεταπατερική Θεολογία ( ως αίτημα ) αποτελεί μέρος της κρίσης του σύγχρονου θεολογικού κόσμου. Οι εισηγητές της θαυμάζουν ίσως τις πρωτοβουλίες των ετεροδόξων θεολόγων και επιθυμούν να τις αντιγράψει και η ορθόδοξος θεολογία. Ζητείται συνεπώς ( εάν ερμηνεύουμε σωστά τις προθέσεις των εισηγητών  - θεολόγων ) ένα άνοιγμα της Ορθοδόξου Θεολογίας στα κοινωνικά- πολιτισμικά  και υπαρξιακά – πνευματικά δεδομένα της συγχρόνου εποχής, με τα οποία η εκκλησία οφείλει να έλθει σε διάλογο. Και τούτο πρέπει να γίνει, έτσι ισχυρίζονται, αφού μέχρι τώρα η Ορθόδοξος Εκκλησία «αδυνατεί να κατανοήσει ότι στο παγκόσμιο θεολογικό στερέωμα τα ιδανικά της νεωτερικότητας, και η εξ αυτής απορρέουσα ιδέα της κοινωνικής αλλαγής έπαψαν προ πολλού να θεωρούνται ως ρήξη ή επανάσταση εναντίον της θεϊκής τάξεως, αλλά ως αποτέλεσμα της δράσης του θεού» ( K. Raiser, το μέλλον του οικουμενισμού, ΕΚΟ 10, θεσσαλονίκη, 1995, σελ. 79 εξ. - Από το βιβλίο «Ορθοδοξία και Νεωτερικότητα», Ινδικτος, Αθήναι, 2007 ).

    Οι ραγδαίες αλλαγές σε πολλές όψεις του σύγχρονου κόσμου, με την προϊούσα εκκοσμίκευση και τη μαζική εγκατάλειψη της Πίστεως  ( όπου οι Ηθικές αξιώσεις του Ευαγγελίου συγκρατούν κάπως κοινωνική ζωή με την «χρησιμότητά» τους ) θα πρέπει να αντιμετωπισθούν ως «πρόκληση», για την Ορθόδοξία. Συνεπώς , το επιχείρημα είναι, γιατί να μη μπορεί να αναληφθεί το δημιουργικό έργο της αρθρώσεως μετα-πατερικής θεολογίας σε συνάφεια με τη Νεωτερικότητα, αφού και οι Αγιοι Πατέρες έκαναν στην εποχή τους ένα ανάλογο έργο, προσλαμβάνοντας την πολιτισμική σάρκα της εποχής τους και μεταμορφώνοντάς της «εν θεώ». Εάν το ερώτημα έχει διατυπωθεί σωστά, εκ πρώτης όψεως φαίνεται εύλογο, αφού η θεολογία πάντοτε γινόταν αντιληπτή ως «κριτική συνείδηση» της Εκκλησίας, στην άσκηση του ποιμαντικού της έργου.
Εχομε όμως την αίσθηση ότι ο διάλογος της Ορθοδοξίας με τη Νεωτερικότητα Δεν δύναται να συνεισφέρη  κάτι το ανάλογο με την μεταμόρφωση του Ελληνιστικού πολιτισμού « εν τω θεώ ». Εντελώς διαφορετικά, είναι απόπειρα αλλοιώσεως της Πίστεως διά της εξαλείψεως των στοιχείων εκείνων, τα οποία την καθιστούν «ασύμμετρη» με το πνεύμα της εποχής. Είναι κατά κάποιο τρόπο μια «άλλη ανάγνωση» του ευαγγελίου, με σύγχρονους όρους, επανέκφραση των περιεχομένων του, ώστε να γίνουν αποδεκτά από τη εκκοσμικευμένη συνείδηση του ανθρώπου της εποχής μας. Με λίγα λόγια  είναι απόπειρα να προσαρμοσθεί το Ευαγγέλιο στον κόσμο και όχι ο κόσμος στο Ευαγγέλιο. Κάτι τέτοιο όμως ήταν εντελώς αδιανόητο για τους Πατέρες. Αυτοί προσέλαβαν τον κόσμο ( φιλοσοφία , γλώσσα, ήθη, έθιμα, κατηγορίες σκέψης, νοοτροπίες κ.λ.π. ) εναρμονίζοντάς τον με το πνεύμα της Βασιλείας του Θεού ( της θεϊκής τάξης ) οι δε σύγχρονοι θεολόγοι θέλουν να προσαρμόσουν το σύστημα της πίστεως εντός της εκκοσμικευμένης εσχατολογίας τους.  Χρησιμοποιούν τη λέξη Εσχατολογία  ( αναμονή της Βασιλείας του θεού ) στην έντασή της με την Ιστορία, αλλά μέσα σε τελείως διαφορετική προοπτική από εκείνη των Αγίων Πατέρων.
Γράφει λ.χ. ο Rosino Gibellini, σχετικά με τα αίτια της εμφανίσεως της «πολιτικής θεολογίας», πως στον Moltmann «η Εκκλησία και ο Χριστιανισμός εμφανίζονται κοινωνικώς περιθωριοποιημένοι στη σύγχρονη κοινωνία, ως θρησκευτικό γεγονός. Ο Χριστιανισμός έχει απολέσει οριστικά τον πρωταρχικό ρόλο της «θρησκείας της κοινωνίας», cultus publicus, που κατείχε από την εποχή του Κωνσταντίνου μέχρι τα μέσα κσι πλέον του περασμένου αιώνα» ( Rosino Gibellini, η Θεολογία του 20ου αιώνα, εκδ. Αρτος Ζωής, σελ. 352 ) . Για να επανέλθει ο Χριστιανισμός στο προσκήνιο χρειάζεται η άρθρωση μιας θεολογίας, η οποία θα χρησιμοποιεί ως «εργαλείο» την ιστορικοκοινωνική ανάλυση, για να εμβαθύνει στα προβλήματα του παρόντος, ώστε οι χριστιανικές κοινότητες να εξέλθουν από την απομόνωσή τους και να αναλάβουν ενεργό δράση στο πολιτικοκοινωνικό πεδίο, από το οποίο τις έχει απωθήσει η Νεωτερικότητα. Η λεγόμενη «θεολογία του ‘60», ήταν μάλιστα εκείνη που κατήγγειλε την προ αυτής θεολογία ως δέσμια του «Δυτικού τρόπου σκέψης», αιχμάλωτη του Σχολαστικισμού, με πρόγραμμα τη απαλλαγή από τις αρνητικές συνθήκες του συγχρόνου Πολιτισμού.
      Με κριτήριο το παράδειγμα αυτό των Δυτικών θεολόγων, βλέπουν πολλοί στην παραγωγή των Πατέρων και στη σύνθεση που επεχείρησαν, μια μονόπλευρη διανοητική δραστηριότητα, όπως είναι αυτή των Ορθολογιστών Προτεσταντών θεολόγων απέναντι στα κοινωνικά και πνευματικά ρεύματα του δικού τους πολιτισμικού χώρου, Γι’ αυτό και χρειάζεται να υπενθυμίζουμε εμφαντικά, πως οι Πατέρες της Ανατολικής Εκκλησίας είδαν στη Φιλοσοφία λ.χ. ( Πλατωνική, Αριστοτελική, Στωϊκή, Νεοπλατωνική ) μόνον το «γλωσσικό περίβλημα» της Αποκαλύψεως, δογματίσαντες θεοπρεπώς, «αλιευτικώς» : αφού έλαβαν τη Σοφία από το Θεό, όσα προηγουμένως είπαν άνθρωποι απλοί και αγράμματοι ( οι Απόστολοι ) τα είπαν αυτοί με διαφορετικά λόγια , που έγιναν το «σύστημα της πίστεως» των Ορθοδόξων. H Νεωτερικότητα όμως, όπως και η εκκοσμίκευση- παράλληλα φαινόμενα- αποτελούν γεγονότα, που ξεπήδησαν από την ίδια την Ιστορική σάρκα του Δυτικού Χριστιανισμού, ως υλιστική εσχατολογία- μετασχηματισμός του οράματος της Βασιλείας του θεού, οπότε ζητείται από τους εκεί θεολόγους να «επενδύσουν» με βιβλικές κατηγορίες αυτή την υλιστική εσχατολογία.
      Με τα λόγια πάλι του Rosino Gibellini ( που σχολιάζει εν προκειμένω τη «θεολογία της ελπίδας» του Moltmann ) « στην Πατερική Αρχαιότητα ο χριστιανισμός κληρονόμησε τους σπερματικούς λόγους της αλήθειας τη κλασικής σκέψης και στο Μεσαίωνα η Φιλοσοφία υπηρέτησε ως ancilla τη θεολογία. Η σύγχρονη σκέψη, αντιθέτως, από το έργο Παιδαγώγιση του ανθρώπινου είδους του Lessing και μετά, απαίτησε να κληρονομήσει υπό τη μορφή της λογικής αλήθειας τις αλήθειες της αποκάλυψης» ( ο.π. σελ. 359 )


  Επομένως πως θα μπορούσαμε  να κατανοήσουμε τον προτεινόμενο διάλογο με τη Νεωτερικότητα ; Πως τον αποτιμά η θεολογική συνείδηση των Ορθοδόξων, αφού όντως η Νεωτερικότητα αποτελεί την αναγκαία «συνθήκη» της ζωής μας, το πολιτισμικό μας περιβάλλον ; ( Μήπως και οι ίδιοι οι κληρικοί μας ή οι θεολόγοι μας δεν ζουν σ’ αυτό το πλαίσιο, το οποίο και τους καθορίζει ;  δεν απολαμβάνουν και αυτοί τις κατακτήσεις της Νεωτερικότητας, ως τις μικρότατες λεπτομέρειες της ζωής τους  ;) Μήπως η εκκοσμίκευση δεν είναι γεγονός και για τους ίδιους τους Χριστιανούς ; Ο πατήρ Αλέξανδρος Σμέμαν, ο κορυφαίος αυτός θεολόγος της Ρωσικής Διασποράς, απαντά σε ένα από τα πιο πολύτιμα για το θέμα μας έργα του ως εξής :
   « Η αληθινή καινοτομία της σημερινής Δυτικής κατάστασης δε βρίσκεται στην «εκκοσμίκευση» ως την αυτονόμηση του κόσμου από την εξουσία της Εκκλησίας ούτε ακόμη στην «εκκοσμίκευση» ως την αυτονόμηση της κουλτούρας από τις «θρησκευτικές αξίες». Βρίσκεται αρκετά παράδοξα, στην πρόσφατη αποδοχή από τη Χριστιανική Δύση ή τουλάχιστον τη Δυτική θεολογία, αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε υλιστική εσχατολογία του σύγχρονου υλιστικού κόσμου……Από τις Μεσαιωνικές θρησκευτικές ομάδες και τις «αναβιώσεις» τους , από την Αναγέννηση, το Διαφωτισμό, τον Ορθολογισμό, το Ρομαντισμό μέχρι τις κοινωνικές και πολιτικές ουτοπίες του δεκάτου ενάτου αιώνα, η ιδέα της Βασιλείας του θεού βρισκόταν στο κέντρο του εκκοσμικευμένου μυαλού…..Μια εκκοσμικευμένη εσχατολογία, μια πίστη στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να εκπληρώσει τα όνειρα και τις φιλοδοξίες του , μια εμπιστοσύνη στην «ιστορία», τη «δικαιοσύνη», την «ελευθερία» και άλλα ψευδοαπόλυτα – αυτή ήταν και αυτή είναι η κοσμική πίστη του εκκοσμικευμένου ανθρώπου. Μια πίστη που επιβιώνει κατά θαυματουργικό τρόπο και ξεπερνά οποιοδήποτε κύμα απογοήτευσης και ανάνηψης από την αυταπάτη που το κτυπά σε λίγο-πολύ κανονικά διαστήματα »( π. Alexander Schmemann, η Αποστολή της Εκκλησίας……. Εκδ. Ακρίτας, σελ. 79,80 )
Ισως πρέπει να αποτιμήσουμε την εισήγηση άρθρωσης μεταπατερικής θεολογίας, σαν έν «πρόγραμμα» εμπνεόμενο από τη λογική της «εκκοσμικευμένης εσχατολογίας» της Δύσης , με την λανθασμένη στάση της απέναντι του κόσμου – μια κοσμολογία, που την υιοθέτησε λανθανόντως και μεγάλο μέρος των θεολόγων μας, ως συμβατή με το Πατερικό Πνεύμα. Διότι οι Δυτικοί αποδέχονται ήδη αυτή την εσχατολογία, με τους δικούς της όρους, ως κριτήριο δηλ. της ίδιας της Χριστιανικής Πίστης και Πράξης , ως «όρο αναφοράς» κάθε χριστιανικής ανανέωσης , ως έγκυρο πλαίσιο και περιεχόμενο της Χριστιανικής εσχατολογίας, κατά τις εκτιμήσεις ενός π.Αλεξάνδρου Σμέμαν, του οποίου η εμπειρία για το σύγχρονο κόσμο δεν πρέπει να λογίζεται ευκαταφρόνητη.
Υπάρχει συνεπώς μια τάση που στηρίζεται «όχι σε κάποιο ενδιαφέρον για την πρωτοχριστιανική εσχατολογία, στην οποία το έσχατον ήταν η υπερβατική Βασιλεία του θεού και όχι ο κόσμος,, αλλά στην επιθυμία να βρεθεί μια κοινή γλώσσα με τον εκκοσμικευμένο κόσμο». Αυτά γράφει για το όλο εγχείρημα ο π. Αλέξανδρος , και επιλέγει πως « η μανία που υπάρχει για «σχέση» και «ανάμειξη» , η απίστευτη ανακάλυψη της κοινωνικής και πολιτικής «ριζοσπαστικότητας» του Χριστού, η ενθουσιώδης «επαναθεώρηση» του Χριστιανισμού μέσα στις κατηγορίες σκέψης των κοσμικών ουτοπικών ιδεολογιών, όλα αυτά δείχνουν πως η χριστιανική Δύση ενώ στην αρχή είχε «εκκοσμικεύσει» τον κόσμο χάριν ενός τελείως υπερβατικού θεού, τώρα είναι έτοιμη να προδώσει αυτό το ίδιο το υπερβατικό περιεχόμενο του Χριστιανισμού» ( π. Alexander Schmemann, η Αποστολή της Εκκλησίας…….εκδ. Ακρίτας, σελ. 81 )
Μέχρι τώρα, είναι αλήθεια, πως η Ορθοδοξία δεν μετέσχε ενεργά στα όσα διαδραματίζονται στη Δύση, παρότι παρακολουθεί με ένταση και ενδιαφέρον όχι μόνο τη συνεχιζόμενη αποστασία, αλλά και τις κοπιώδεις προσπάθειες των Δυτικών θεολόγων να διασώσουν μια χριστιανική βιβλική παράδοση « η οποία ακόμη σήμερα επιτρέπει να γίνεται λόγος για ανθρωπιά και αλληλεγγύη, για καταπίεση και απελευθέρωση, καθώς και για διαμαρτυρία ενάντια σε μια αδικία που ακούγεται μέχρι τον ουρανό» ( από την εισαγωγή του Rosino Gibellini, στο βιβλίο του με τίτλο «η θεολογία του 20ου αιώνα», εκδ. Αρτος Ζωής, Αθήνα 2002, σελ. 14 ). Όμως οι θεολόγοι της Δύσης ,οφείλουμε να υπομνήσουμε, εργάζονται πάνω στο έδαφος μιας παράδοσης, διαφοροποιημένης από την Πατερική και ίσως αδυνατούν να συλλάβουν το εύρος και το βάθος μιας θεολογίας, της οποίας οι ρίζες βρίσκονται στον ουρανό και της οποίας η Αλήθεια για την «εν Χριστώ ανακαίνιση των πάντων» δεν δύναται να προσαρμοστεί στις κοσμικές ουτοπίες. Η αρχή γίνεται πάντοτε από το Θεό Πατέρα και τον Ενυπόστατο Λόγο Του. Και εδώ ισχύει το «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν».
Ορθώς έχει λεχθεί ότι «το κοινωνικό πρόγραμμα της Εκκλησίας είναι η Αγία Τριάδα». Σε μία τόσο συμπυκνωμένη φράση βρίσκεται όλη η αλήθεια για το πώς ένας Ορθόδοξος βλέπει ( ή πρέπει να βλέπει ) την αποστολή του «εντός» της κοινωνίας και του πολιτισμού. Η αρχή γίνεται πρώτα στο εσωτερικό του ανθρώπου και έπειτα αλλάζει και τον κόσμο γύρω του, τους θεσμούς , τα ήθη, τις νοοτροπίες κ.ο.κ. Όλα αυτά βέβαια έχουν επανειλημμένα τονισθεί από τους Ορθοδόξους θεολόγους και στο παρελθόν και σήμερα. Το διαρκώς ζητούμενο είναι η Ορθοπραξία. Τοιουτοτρόπως το αληθινό πρόβλημα δεν είναι η άρθρωση κάποιας μεταπατερικής θεολογίας, για να πλησιάσει τον κόσμο η Εκκλησία, αλλά το κατά πόσον οι χριστιανοί φανερώνουν την ιδιότητά τους «εν έργω» στο ούτως ή άλλως εκκοσμικευμένο πλέον περιβάλλον τους. Εδώ το ερώτημα καθίσταται αμείλικτο, καθώς στις Παγκοσμιοποιημένες συνθήκες μας, η αντίσταση στο ρεύμα της αποστασίας ( όσο κι’ αν οι Δυτικοί θεολόγοι ισχυρίζονται ότι η Νεωτερικότητα δεν είναι τώρα αντιμέτωπη με τη θεϊκή τάξη ) παίρνει κατακλυσμιαίες διαστάσεις. Βέβαια ο κόσμος δεν παύει να αποτελεί πεδίο ιεραποστολής, ούτε η Εκκλησία την Μοναδική όντως κοινωνία όπου διασώζεται το ανθρώπινο πρόσωπο.
Για να γίνεται όμως κάτι τέτοιο ( να διασώζεται το ανθρώπινο πρόσωπο ) απαιτείται μια διαφορετική θέα και εμπειρία του ίδιου του κόσμου. Ένα κοσμοείδωλο, το οποίο  ο π.Αλέξανδρος Σμέμαν ονομάζει εσχατολογικό, «όχι με την έννοια που δίνουν στον όρο τα βαθειά εκδυτικισμένα συστήματα της μεταπατερικής θεολογίας»,αλλά όπως «το συναντά κανείς σ΄ολόκληρη την εμπειρία της Εκκλησίας και κυρίως στη λειτουργική της εμπειρία και στην αδιάσπαστη πνευματική της παράδοση»   ( η Αποστολή της Εκκλησίας…….σελ. 82 ). Για να εκπληρώνουν την κοσμική τους και κάθε άλλη «λειτουργία», η Εκκλησία και ο Χριστιανός πρέπει να είναι ταυτόχρονα εκτός του κόσμου, χωρίς αυτό να σημαίνει αδιαφορία για τον κόσμο , αλλά μια θετική στάση, που υποδηλώνει κατάδυση και συμμετοχή στη Βασιλεία του Θεού.
Τα μεταπατερικά συστήματα θεολογίας αλλοιώνουν και στρεβλώνουν την πνευματική και λειτουργική παράδοση, αποφαίνεται ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν. Το ίδιο κάνει όμως και ο «νομιναλισμός», ο οποίος έχει επικρατήσει στο χώρο της Εκκλησίας, με τη λατρεία των μορφών : «εγκλωβίζουν» το περιεχόμενο και συσκοτίζουν τη θέα της πραγματικότητος την οποία εκφράζουν ( ο π. Γεώργιος Φλορόφσκι για να περιγράψει το ίδιο φαινόμενο χρησιμοποίησε τον όρο «ψευδομόρφωση» ).  Αυτός είναι, όπως θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί, και ένας εκ των λόγων, για τους οποίους η Ορθοδοξία φαντάζει προσκολλημένη στο παρελθόν ( συντήρηση ), ναρκισσευόμενη σέκτα, «άσχετη» με τα «σύγχρονα προβλήματα» ( που είναι τόσο αρχαία όσο και ο άνθρωπος )  και εν τέλει, για ορισμένους, ανασταλτικός παράγοντας της προόδου και της ανάπτυξης - με τα μάτια προσηλωμένα πάντοτε στον ουρανό.
Το αν και κατά πόσον η Ορθόδοξος Εκκλησία δύναται να ξεπεράση τα εμπόδια, που βρίσκονται στον ίδιο τον «εσωτερικό της χώρο» είναι ένα ερώτημα, η απάντηση του οποίου σχετίζεται με την θέληση της αυθεντικής βίωσης της Παράδοσης από τα ίδια τα μέλη της και κάτι τέτοιο συνιστά από μόνο του «πνευματική επανάσταση», την μόνη δυνατή να πληρώσει την «πείνα και δίψα» για το Απόλυτο, η οποία διψα κρύβεται πίσω από όλες τις ρομαντικά αφελείς εξεγέρσεις κατά «συστημάτων» και «θεσμών», πίσω από κάθε αγώνα για «απελευθέρωση» και πίσω από κάθε ουτοπία και «οραμα ζωής», που ο κάθε άνθρωπος έχει επινοήσει για τον εαυτό του ή την κοινωνία. Γιατί η Ορθοδοξία ριζώνει στη Βασιλεία του Θεού , για την οποία εύχεται αδιάκοπα στη λειτουργική της προσευχή : «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».














Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ


 Η ΙΕΡΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ Η ΜΕΘΟΔΟΣ  ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

 «Ο δε Παράκλητος, το πνεύμα το Άγιον, ο πέμψει ο πατήρ εν τω ονόματί μου, εκείνος υμάς διδάξει πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα α είπον υμίν» ( Ιωανν. ιδ’, 26).
Η  Πατερική Θεολογία, ως  «ανάπτυξη πατρώων δογμάτων», είναι έργο του Παρακλήτου. Είναι προέκταση και «αύξηση» της προφητικής και Αποστολικής παραδόσεως. Η Ιερή  Παράδοση δεν είναι  κάτι «επί πλέον» των ανθρωπίνων παραδόσεων, μια παράδοση  που δύναται να σχετικοποιηθεί και να «προσαρμοστει» στο πνεύμα μιας άλλης εποχής, διότι η καταγωγή της ριζώνει στη θεία ζωή.  Είναι πρώτιστα μια μορφή ζωής «εν θεώ», την οποία η Εκκλησία συνεχίζει μέσα στο χρόνο, υπο την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος..
Ο π.Γεώργιος Φλορόφσκυ γράφει πως : «ο Χριστιαμισμός δεν είναι μία διδασκαλία, που θα μπορούσε κανείς να αποκτήσει μετά μίαν ωρισμένην εξωτερικής φύσεως εκπαίδευσιν, αλλά ζωή, εις την οποίαν πρέπει να μετάσχωμεν ουσιωδώς και είναι δυνατόν να την αποκτήσωμεν μόνον αν πράγματι γεννηθώμεν από την Πηγήν της ζωής» ( Ανατομία Προβλημάτων της Πίστεως, εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, σελ. 101 ).
        Η Ιερή Παράδοση με την θεόθεν καταγωγή της είναι προυπόθεση για την διατήρηση και ανάπτυξη όχι απλώς κάποιας μορφής ζωής, αλλά της «ανακαινισμένης ζωής». Το γεγονός ότι ο Λόγος προσέλαβε σάρκα και έζησε σε ένα συγκεκριμένο Ιστορικό κοινωνικό περιβάλλον, ομίλησε τη γλώσσα των ανθρώπων, τους οποίους και «συνανεστράφη» μαρτυρεί την είσοδο της θείας ζωής μέσα στον χρόνο. Η είσοδος της θείας ζωής στον χρόνο και την Ιστορία συνεπάγεται και την κλήση για μια νέ ύπαρξη, το πέρασμα σε μια άλλη πραγματικότητα διά  της πίστεως (και της εμπράκτου απαντήσεως της ποικιλόμορφης αμαρτίας). Αλλά για να υπάρξη πίστη πρέπει να προηγηθεί το κήρυγμα «άρα η πίστη εξ ακοής, η δε ακοή δια ρήματος Θεού» (Ρωμ. β’, 17). Το προφητικό και αποστολικό κήρυγμα αποτελεί με αυτόν τον τρόπο τη βάση και το θεμέλιο επί του οποίου οικοδομείται η «εν Χριστώ ζωή». Στην «αύξηση» της Ι. παραδόσεως έχουμε συνέργεια του Αγίου Πνεύματος μετά των θείων Πατέρων, των οποίων ο γλωσσικός και φιλοσοφικός εξοπλισμός ουδέποτε αυτονομήθηκε ,ώστε να δημιουργήσει ένα ακόμη Φιλοσοφικό Συστημα, στο οποίο κατά κάποιο τρόπο να «προσαρμόζεται» η Πίστη.

     Η παράδοση των Αγίων Πατέρων, ως Αυθεντία,  δεν είναι συντηρητισμός, με τη σημασία που δίνουμε σήμερα σ’ αυτή τη λέξη, υπο την επίδραση της «Διαφωτιστικής» Δυτικής Λογικής. Διότι η εκδοχή γενικά της παράδοσης ως «συντήρησης» δεν είναι άσχετη με το πνεύμα του Διαφωτισμού ( Aufklrarung ), o οποίος υπέβαλε σε ριζοσπαστική κριτική όχι μόνο τα δόγματα της Εκκλησίας, αλλά και κάθε πεποίθηση ή «σύστημα πεποιθήσεων», ερχόμενο από το παρελθόν. Η Μέθοδος της συμφωνίας με τον ορθό λόγο ( δηλαδή τον ανθρώπινο λόγο, αποκατεστημένο στην καθαρότητά του ) προσδιόρισε αποφασιστικά τη γέννηση αυτού που ονομάστηκε Νεωτερικότητα και προσδιορίζει μέχρι και σήμερα τις Δυτικές Κοινωνίες.
    Η Δύση ( πρώτα με τον Παπικό Δεσποτισμό και έπειτα ) με τον Προτεσταντικό Ορθολογισμό, αποστατώντας από το Πνεύμα των Πατέρων ( τουτέστιν την Ιερά Παράδοση ),  προ πολλού αναζητεί αλλού τη «σωτηρία» της. Μαρτυρία αυτού του γεγονότος είναι τα επιφαινόμενα του σύγχρονου Πολιτισμού, τα οποία «πολλαχώς» ήδη έχουν ερμηνευθεί. Στην ελληνική μετάφραση του βιβλίου του Frank Schaeffer «χορεύοντας μόνος» (αναζητώντας την Ορθόδοξη πίστη στον αιώνα των ψεύτικων θρησκειών), ο π. Γεώργιος Καψάνης προλογίζοντας, επισημαίνει πως «ο άνθρωπος στη Δύση είναι ανέστιος. Οικοδόμησε έναν πολιτισμό, που όμως δεν είναι το πατρικό του σπίτι. Με τη φιλοσοφία, την τεχνολογία, την πολιτική και την οικονομία προσπάθησε να αυτοπροσδιοριστεί, να αυτοθεωθεί, όμως δεν έχει ακόμη αναπαυθεί. Ο άνθρωπος στην Δύση δεν έχει κατανοήσει ότι του λείπει η Εκκλησία. Είναι πρόθυμος να θεραπεύσει την ανεστιότητά του καταφεύγοντας σε θρησκευτρικά σχήματα της Ανατολής, στο Ισλάμ, στο Βουδισμό, στον Ινδουισμό, ή καλλιεργώντας τον θρησκευτικό συγκρητισμό. Αλλά μέχρι σήμερα δεν κατάφερε να επιστρέψει στην πατρική του εστία».
     Η Φιλοσοφία της Δύσης λόγου χάριν, κρινόμενη ορθοδόξως, είναι αποτέλεσμα «αυτοπροσδιορισμού» στην περιοχή της Γνώσεως. Βασική της βεβαιότητα - αφετηρία το «cogito ergo sum» ( σκέπτομαι άρα υπάρχω )  του Descartes. Oπως λέγει ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς   , η Φιλοσοφία ως παράδοση διερεύνησης του προβλήματος της γνώσεως, από τον αφελή ρεαλισμό μέχρι τον ακραίο ιδεαλισμό, κινείται μέσα στα όρια του πρώτου σταδίου της γνώσεως ( του «σωματικού» ή «σαρκικού» ), το οποίο περιγράφεται από τον Άγιο Ισαάκ το Σύρο στα ασκητικά του έργα. Στο στάδιο αυτό ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει τίποτε περισσότερο από ό,τι τον περιβάλλει, δεν μπορεί να αναχθεί στα «υπερ αίσθησιν», διότι τούτο γίνεται μόνο με τα φτερά της Πίστεως και τις Μεθόδους Θεογνωσίας, που μας έχουν παραδοθεί από την νηπτική και ασκητική Παράδοση ( την Βιβλική και Πατερική ) : άσκηση, προσευχή, αγώνας κατά των παθών κ.λ.π.

 Η γνώση του Θεού για την Ορθόδοξο Παράδοση, συνεπάγεται εγκατάλειψη των φιλοσοφικών και επιστημονικών μεθόδων και ταπεινή απόδοχή των «ενθέων» μεθόδων. Χρειάζεται το Φώς της Θείας Αποκαλύψεως, το Φώς της Ενυπόστατης Σοφίας του Θεού :    «επειδή γαρ εν τη σοφία του Θεού ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας» (Α’ Κορ. Α’ 21).
Ο κόσμος δεν γνώρισε το Θεό μέσω της σοφίας, η οποία φανερωνόταν στα έργα του, ( στη Δημιουργία ), δεν τον γνώρισε επίσης ούτε μέσω της σοφίας η οποία φανερώνεται στον ( έμφυτο ) ηθικό νόμο. Ο  Ζων Θεός εμφάνισε τον εαυτό του στους ανθρώπους «πολυμερώς και πολυτρόπως», αλλά  είναι και Εκείνος , που κανείς εκ των ανθρώπων, αφού δει το Πρόσωπό του  μπορεί να ζήσει. Το πρόσωπο του Θεού θα χρειαστεί να καλυφθεί με την ανθρώπινη σάρκα για να συνομιλήσει με τα πλάσματα του «εν τω Υιώ» και να προσφέρει την χάρη του (αφού «ο νόμος δια  Μωυσέως εδόθη, η χάρις και η αλήθεια δια Ιησού Χριστού εγένετο» ). Το πλήρωμα της αλήθειας σχετικά με το Θεό μας έγινε γνωστό μόνο δια της επιφανείας του Λόγου. Συνεπώς μόνο εντός της Εκκλησίας, του Ιστορικού σώματος του Χριστού, προσκτάται και βιούται εμπειρικώς η περί Θεού αλήθεια. Για τους «εκτός» η αλήθεια αυτή παραμένει διανοητική διατύπωση, ή συνιστά «μωρία» :  «και ο λόγος μου και το κήρυγμά μου ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ’ εν αποδείξει πνεύματος και δυνάμεως».  «Ημείς δε κηρύσσομεν Χριστόν εσταυρωμένον, Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν» (Α’ Κορ. α’, 23).
«Τα μυστήρια του Θεού», γράφει ο Αγιος Ιγνάτιος Μπιαντσανίνωφ, «που αποκαλύπτονται σε αγράμματους χριστιανούς, πολύ συχνά παραμένουν κρυμμένα για τους μορφωμένους, που περιορίζονται στη μάθηση του «γράμματος» της θεολογίας, λογαριάζοντάς την σαν μία από τις ανθρώπινες επιστήμες. Τέτοιος ακριβώς είναι ο χαρακτήρας της θεολογίας στην ετερόδοξη Δύση, τόσο την παπική όσο και την προτεσταντική» (Αγ. Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, Εργα 5, Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής , 2014, σελ. 11 ). Η Θεολογία έχει δοξολογικό και ευχαριστιακό χαρακτήρα. Η Αγία Γραφή μας δόθηκε όχι για τη δική μας δόξα, να την «μαθαίνουμε» και να την αναλύουμε εκτός της εμπειρίας της Εκκλησίας, διότι τότε πιθανόν να μετατραπεί σε ψιλή γνώση του «γράμματος», χωρίς επενέργεια στην ψυχή και γιατί όχι «δαιμόνων θεολογία», κατά την ασκητικομυστική εμπειρία των Αγίων ( αφού «δαιμόνων θεολογία η δίχα πράξεως γνώσις» ). Στις επιστολές του ο Απ. Παύλος εγγράφει τη θεολογία πρώτιστα σε δοξολογικό και ευχαριστιακό πλαίσιο:  «Ευχαριστώ τω Θεώ μου πάντοτε περί υμών επί τη χάριτι του Θεού τη δοθείση υμίν εν Χριστώ Ιησού, ότι εν παντί επλουτίσθητε εν αυτώ, εν παντί λόγω και πάση γνώσει, καθώς το μαρτύριον του Χριστού εβεβαιώθη εν υμίν, ώστε υμάς μη υστερείσθαι εν μηδενί χαρίσματι απεκδεχομένους την αποκάλυψιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Α’ Κορ. α’, ).

Στα έργα των θείων Πατέρων υπάρχει επίσης τόνος δοξολογικός. Στοχάζονται στα όρια του Μυστηρίου και όχι «περί του Μυστηρίου»:  ο ίδιος ο Λόγος έρχεται πάντοτε, μέσω των Αγίων Πατέρων( όπως λέγει ο Paul Evdokimov) να υπομνηματίσει τα ίδια του τα λόγια. Και τούτο γίνεται μόνο «εν Αγίω Πνεύματι»: έτσι παράγεται ο πλουτισμός της ορθοδόξου θεολογίας, ο οποίος ταμιεύεται στην Εκκλησία και την κατευθύνει στην «εν χρόνω» πορεία της.  Η ορθόδοξος θεολογία μπορεί να λέγει «τα καινά καινώς», να αλλάζει το γλωσσικό περίβλημα κατά τις Ιστορικο- κοινωνικές συνθήκες και συμβάσεις, δεν δύναται όμως να αλλάζει τον πυρήνα της πίστεως, τις αποκεκαλυμμένες αλήθειες, που συνιστούν διδαχή Αγίου Πνεύματος, διότι τότε  μεταπίπτει σε «άλλο Ευαγγέλιο», ανθρωπίνης επινοήσεως.
« ημίν δε ο θεός απεκάλυψε διά του Πνεύματος αυτού` το γαρ Πνεύμα πάντα ερευνά , και τα βάθη του θεού……. ημείς δε ου το πνεύμα του κόσμου ελάβομεν, αλλά το Πνεύμα το εκ του Θεού, ίνα ειδώμεν τα υπό του θεού χαρισθέντα ημίν` α και λαλούμεν ουκ εν διδακτοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις , αλλ’ εν διδακτοίς Πνεύματος Αγίου, πνευματικοίς πνευματικά συγκρίνοντες.» (Α κορ. Β’ 10-13 ). Ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς γράφει πως «μπροστά στο ανθρώπινο πνεύμα που φιλοσοφεί πάνω στο πρόβλημα του προσώπου και της γνώσεως ορθώνεται η μεγάλη αλήθεια του θαυμαστού Προσώπου του Θεανθρώπου….προς Αυτόν ρέπει μυστικά … και το ίδιο το πρόβλημα της γνώσεως , που είναι ουσιώδες μέρος του προβλήματος της προσωπικότητας» ( π. Ιουστίνου Πόποβιτς,  Οδός Θεογνωσίας,  εκδ. Γρηγόρη,  σελ. 15 ).
Κατά ταύτα η γνώσις του Θεού δεν επιτυγχάνεται με επαγωγικούς συλλογισμούς , στα μέτρα της ανθρώπινης σοφίας, διότι ο Θεός υπερέχει αυτής της γνώσεως, μη ταυτιζόμενος με κανένα σχήμα ή αναλογία «νοητικής» κατασκευής. Είναι Ακτιστος και άγνωστος ως προς τη «ουσία» Του, όπως μας εξηγούν οι Αγιοι Πατέρες,. Χρειάζεται, όμως να έχουμε επίγνωση της Μεθόδου, που μεταχειρίστηκαν, χωρίς να υποπέσουν στο σφάλμα της λογικοποιήσεως των διδαχών του Αγίου Πνεύματος, όπως έκανε η Δυτική θεολογία , με πρωτεργάτη τον Ιερό Αυγουστίνο μειώνοντας την υπερβατικότητα του θεού ( αφού μπορεί να γίνει γνωστή σε μας η Ουσία Του ) και «κοσμικοποιώντας» τον κόσμο ( απογυμνώνοντάς τον από τις Ακτιστες Θείες Ενέργειες, που τον διαπερνούν φανερώνοντας τη θεία δόξα )
Ομόφωνα όλοι οι Πατέρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας συμφωνούν πως υπάρχει μια γνώση του θεού η οποία υπερβαίνει τη συλλογιστική μέθοδο και όλη την υπόλοιπη διαλεκτική, που θέλει να υποβιβάσει το θεανθρώπινο Μυστήριο στα όρια της λογικής κατανόησης, κάνοντάς το «αντικείμενο» έρευνας –  ( «ου γαρ φέρει το μυστήριον έρευναν, πίστει μόνη τούτο πάντες δοξάζομεν» ). Ολες οι αρχαίες αιρέσεις εδώ έχουν την καταγωγή τους - στην εκλογίκευση του Μυστηρίου. Αλλά και ο σύγχρονος Αρειανισμός ( κατά τον π. Ιουστίνο Πόποβιτς ) της Δύσης, εδώ ακριβώς έχει την καταγωγή του, διότι αφορμάται από ένα Ανθρωπισμό, που έχει θέσει ως κριτήριο της αληθείας τον άνθρωπο και τον Ορθό Λόγο του ( ως «μέτρον πάντων πραγμάτων» ) :
Η κουλτούρα της Δύσης, από την άλλη πλευρά, με τα αναρίθμητα είδωλά της , τους θρησκευτικούς ή αθεΪστικούς χιλιασμούς της , τα κοινωνικά της προγράμματα, τις επαναστάσεις της, τους μηδενισμούς της κ.λ.π. είναι εν πολλοίς κουλτούρα παραγόμενη από την «εκσάρκωση» του Θεανθρώπου, μέσα από μια πορεία διαδοχικών πτώσεων, τις οποίες ετοίμασαν οι ίδιοι οι θεολόγοι : πρώτα αυτοί του Παπισμού και στη συνέχεια αυτοί του Προτεσταντισμού. Η κουλτούρα αυτή είναι «εισαγόμενη» στην Ελλάδα, αφού δεν αναπτύχθηκε οργανικά μέσα από την πολιτισμική της σάρκα. Ωστόσο την επιρρεάζει βαθειά, διαχεόμενη σε όλες τις εκφάνσεις  του βίου της, κατακτώντας ακόμη και τα μύχια της καρδιάς  του Νεοέλληνα.
   Για όλα αυτά υπάρχει πλούσια και περιεκτική βιβλιογραφία, αφού ο  Πολιτισμός της Δύσης έχει γίνει αντικείμενο λεπτομερών αναλύσεων , τις οποίες εδώ προϋποθέτουμε, αλλά από μία σκοπιά ξεχωριστή  : αυτήν των ιδιότυπων θεολογικών «αντιλήψεων», που στην απόκλισή τους από το πνεύμα των Πατέρων της Αρχαίας Εκκλησίας θεμελίωσαν έναν Μεσαιωνικό Χριστιανισμό, που κατέστη εκτός από πηγή πολιτισμικών αξιών και πηγή πολλών περιπετειών για τη θεολογία. Αυτές μάλιστα οι περιπέτειες δεν έχουν ακόμα τελειώσει, διότι κάποιο αλάνθαστο ένστικτο κρατάει τους Δυτικούς  σε συνεχή παραγωγή «θεολογιών», για να αναπληρώσουν ίσως το «έλλειμμα αληθείας» το οποίο βαρύνει ανεπιγνώστως τις οποιεσδήποτε ορθολογιστικές τους κατασκευές. ( και εδώ αναφέρονται οι δυτικοί σαν «πολιτισμικό παράδειγμα» , και όχι ως οι άνθρωποι που κατοικούν σε ορισμένο μέρος του πλανήτη μας.)
Οι λογικοκρατούμενες θεολογίες ανάγονται στον πρώιμο Μεσαίωνα, όταν ακριβώς οι Χριστιανοί σε Ανατολή και Δύση διερωτώνται για την αξία της Εθνικής Σοφίας και την αποδοχή της χρησιμότητάς της στην ανάδειξη του Μυστηρίου του Ζώντος Θεού. Τότε ακριβώς εμφανίζεται  η επιβλητική μορφή του Ιερού Αυγουστίνου.