Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιδεία - Πολιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιδεία - Πολιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

ΣΧΕΣΗ ΠΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΑ

   
                                                         

                                                    του π.Γεωργίου Μεταλληνού



   Η αντίθεση και κατά συνέπεια η σύγκρουση πίστης και επιστήμης συνιστά πρόβλημα μεν για τη δυτική (φραγκο-λατινική) σκέψη και ψευδοπρόβλημα για την ορθόδοξη πατερική παράδοση. Η επισήμανση αυτή θεμελιώνεται στα ιστορικά δεδομένα των δύο χώρων.

   Η διλημματική (δήθεν) σχέση "πίστη ή επιστήμη" εμφανίζεται στη Δυτική Ευρώπη το 17ο αι.. συγχρόνως με την ανάπτυξη των θετικών επιστημών. Τότε περίπου αρχίζουν και οι πρώτες ορθόδοξες τοποθετήσεις στο θέμα. Είναι δε γεγονός ότι όλες οι εξελίξεις στη Δύση γίνονται πια ερήμην της Ορθοδοξίας. Στους τελευταίους αιώνες έχει συντελεσθεί η πνευματική διαφοροποίηση της Δύσης από την Ορθόδοξη Ανατολή, πράγμα πού σημαίνει την από-ορθοδοξοποίηση και απο-εκκλησιοποίηση του δυτικού ευρωπαϊκού χώρου, με την εκφιλοσόφηση και εκνομίκευση της πίστης και τελικά τη θρησκειοποίησή της (για τις εξελίξεις αυτές βλ. Χρ. Γιανναρά. Ορθοδοξία και Δύση. Αθήνα 1992).

   Έτσι, η Ορθοδοξία μένει ιστορικά αμέτοχη στη γένεση του σημερινού δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού, ο οποίος είναι "άλλο και άλλο" σε σχέση με τον πολιτισμό της Ορθόδοξης Ανατολής. Σταθμοί στην αλλοτριωτική πορεία της Δυτικής Ευρώπης είναι: ο σχολαστικισμός (13ος αι.), ο νομιναλισμός (14ος αι.), ο ουμανισμός/αναγέννηση (15ος αι.), η μεταρρύθμιση (16ος αι.) και ο διαφωτισμός (17ος αι,). Πρόκειται για σειρά επαναστάσεων και συγχρόνως ρηγμάτων στον ιστό του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού, πού γεννήθηκε από τη διαλεκτική σχέση των ρευμάτων αυτών.

   Ο σχολαστικισμός ερείδεται γνωσιολογικά στην αποδοχή των πλατωνικών αρχετύπων ειδών (realia).Ο κόσμος μας νοείται ως απεικόνιση των υπερβατικών αρχετύπων (ρεαλισμός). Όργανο της γνώσης είναι η διάνοια-λογική. Η γνώση -και του Θεού-συντελείται με τη διείσδυση του λογικού στην ουσία των όντων. Πρόκειται για θεμελίωση της μεταφυσικής θεολόγησης, που προϋποθέτει, την analogiam entis (αναλογία του όντος),την οντολογική κατά συνέπεια σχέση Θεού και κόσμου.

   Ο νομιναλισμός (ονοματοκρατία) δέχεται, ότι τα υπερβατικά αρχέτυπα (universalia) είναι απλά ονόματα και όχι οντότητες, όπως στο ρεαλισμό. Πρόκειται για διαπάλη πλατωνισμού και αριστοτελισμού στην ευρωπαϊκή σκέψη. Ο νομιναλισμός όμως απέβη κατά κάποιο τρόπο το DNA του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ουσιαστικά στοιχεία του οποίου είναι ο δυαλισμός (φιλοσοφικά) και ο ατομισμός (ωφελιμισμός) κοινωνικά. Η ευδαιμονία θα αποβεί το βασικό αίτημα του ευρωπαίου ανθρώπου, θεμελιωμένη θεολογικά στη σχολαστική θεολογία του μεσαίωνα. Ο νομιναλισμός (δυαλισμός δηλαδή) είναι το υπόβαθρο της επιστημονικής ανάπτυξης του ευρωπαϊκού κόσμου, των θετικών δηλαδή επιστημών.

   Η "καθ' ημάς Ανατολή" (ιστορική συνέχεια της Ρωμανίας ή αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης) είχε άλλη πνευματική εξέλιξη. Στα πρόσωπα των πνευματικών ηγετών της (Αγίων) - και όσων τους ακολουθούσαν- έμεινε πιστή στην προφητική- αποστολική-πατερική παράδοση, πού βρίσκεται στους αντίποδες του σχολαστικισμού και όλων των ιστορικοπνευματικών εξελίξεων του ευρωπαϊκού χώρου. Στην Ανατολή επικρατεί πάντα ο ησυχασμός (η ραχοκοκαλιά της πατερικής παράδοσης), δηλαδή η ασκητική-εμπειρική μετοχή στην Αλήθεια, ως κοινωνία με το Άκτιστο. Διατηρείται η πίστη στη δυνατότητα ένωσης Θεού και κόσμου (άκτιστου και κτιστού), ενδοϊστορικά. Αυτό όμως σημαίνει απόρριψη κάθε είδους δυαλισμού. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο αναπτύχθηκαν οι επιστήμες στο "Βυζάντιο"/ Ρωμανία, στο βαθμό φυσικά πού αναπτύχθηκαν.

   Η επιστημονική επανάσταση του 17ου αιώνα στη Δυτική Ευρώπη συνέβαλε στη διάσταση των χώρων πίστης και γνώσης, με απόληξη την ακόλουθη αξιωματική αρχή: από τη νέα φιλοσοφία (θετική) γίνονται δεκτές μόνο οι αλήθειες πού επιβεβαιώνονται από τον ορθό λόγο, την απολυτοποιημένη πια αυθεντία της δυτικής σκέψης (νοησιαρχία). Οι αλήθειες αυτές είναι: Η ύπαρξη Θεού, ψυχής, αρετής, αθανασίας, κρίσης. Η αποδοχή τους, βέβαια, έχει χώρα μόνο στο θεϊστικό διαφωτισμό, αφού υπάρχει παράλληλα και ο αθεϊσμός, ως δομικό στοιχείο της νεώτερης σκέψης. Τα εκκλησιαστικά όμως δόγματα απορρίπτονται λογικά (π.χ. τριαδικότητα Θεού, ενσάρκωση, "εν Χριστώ" σωτηρία κ.τ.ό.). Πρόκειται για τη "φυσική" (λογική) θρησκεία, πού από πλευράς πατερικότητας όχι μόνο δεν διαφέρει από την αθεΐα, άλλ' είναι η χειρότερη μορφή της. Η απόρριψη της "πίστης" είναι λιγότερο επικίνδυνη από τη διαστρέβλωσή της.

β. Διπλή γνωσιολογία

  Ειπώθηκε όμως, ότι στην Ανατολή η αντίθεση πίστης- επιστήμης είναι ψευδοπρόβλημα. Γιατί; Διότι η γνωσιολογία στην Ανατολή προσδιορίζεται από το γνωριζόμενο "αντικείμενο", το οποίο είναι διπλό: άκτιστο και κτιστό. Άκτιστο είναι (μόνο) ο Τριαδικός Θεός, του οποίου η τριαδικότητα δεν ορίζεται μεταφυσικά, αλλά γνωρίζεται εμπειρικά. Κτιστό είναι το σύμπαν (ή τα "σύμπαντα"), στο οποίο πραγματώνεται η ύπαρξή μας. Πίστη είναι η γνώση του ακτίστου και επιστήμη είναι η γνώση του κτιστού. Πρόκειται, συνεπώς, για δύο διαφορετικές γνώσεις, κάθε μία από τις οποίες έχει τη μέθοδο και το όργανό της.

   Ο πιστός, κινούμενος στο χώρο της υπερφυσικής γνώσης ή γνώσης του ακτίστου, δεν καλείται να μάθει κάτι (μεταφυσικά) ή να αποδεχθεί κάτι (λογικά), αλλά να "πάθει" κάτι, κοινωνώντας μαζί του. Αυτό συντελείται με την ένταξη του σ’ έναν τρόπο ζωής (μέθοδος), πού οδηγεί στη θεία γνώση. Εδώ, ακριβώς, τεκμηριώνεται η αποστολή της Εκκλησίας, ως σώματος Χριστού, ο λόγος ύπαρξής της στον κόσμο. Ορθά έχει λεχθεί, ότι αν εμφανιζόταν για πρώτη φορά ο Χριστιανισμός στην εποχή μας, θα έπαιρνε τη μορφή ενός θεραπευτηρίου/νοσοκομείου για την απο-κατάσταση της λειτουργίας του ανθρώπου, ως ψυχοσωματικού όντος. Γι΄ αυτό ονομάζει την Εκκλησία ο Ι. Χρυσόστομος "ιατρείον πνευματικόν" (πνευματικό νοσοκομείο).

  Η υπερφυσική-θεολογική γνώση νοείται ορθόδοξα ως πάθος/πάθημα, ως μετοχή-κοινωνία με την υπερβατική μεν, αλλ" όχι απρόσιτη, προσωπική Αλήθεια, το Άκτιστο, και όχι, ως μάθημα. Η χριστιανική πίστη, έτσι, δεν είναι αφηρημένη (θεωρητική) παραδοχή "μεταφυσικών αληθειών", άλλ' εμπειρική θέα του "όντως Όντος", της Υπερουσίου Τριάδος. Έτσι όμως γίνεται κατανοητό, γιατί στην "Ορθοδοξία αυθεντία είναι η εμπειρία της μετοχής στο Άκτιστο, ως θέα του Άκτιστου (θέωση-δοξασμός) και όχι τα κείμενα, οι Γραφές (το δόγμα  sola scriptura είναι προτεσταντικό, δηλαδή δυτικό). Η πρόταξη των κειμένων - δείγμα θρησκειοποίησης της πίστης- οδηγεί στην ιδεολογικοποίησή τους και κατ' ούσίαν στην ειδωλοποίηση των κειμένων, δηλαδή την απολυτοποίησή τους (Funtamentalismus)με όλες τις ευνόητες συνέπειες.

   Προϋπόθεση της λειτουργίας της γνώσης του Άκτιστου για την Ορθοδοξία είναι η απόρριψη κάθε "αναλογίας" (entis ή fidei) στη συνάντηση και σχέση κτιστού-Ακτίστου. Κατά τον Ι. Δαμασκηνό, πού συνοψίζει και στο σημείο αυτό την προηγούμενη πατερική παράδοση: "Αδύνατον ευρεθήναι εν τη κτίσει εικόνα απαραλλάκτως εν εαυτή τον τρόπον της αγίας Τριάδος παραδεικνύουσαν. Το γαρ κτιστόν, και σύνθετον και ρευστόν και περιγραπτόν και σχήμα έχον και φθαρτόν, πώς σαφώς δηλώσει την πάντων τούτων απηλλαγμένην  υπερούσιον θείαν ουσίαν". (ΡG 94, 821/24).

   Μετά από αυτά γίνεται φανερό, γιατί η παιδεία (σχολική) και η φιλοσοφία, ειδικότερα, δεν συνιστούν στην πατερική παράδοση προϋπόθεση της θεογνωσίας. Δίπλα στον πανεπιστήμονα Μέγα Βασίλειο (+379) τιμάται ως Μέγας ο άσοφος (κατά κόσμο), άλλ' εξίσου κάτοχος της "άνω" (θείας) σοφίας (γνώσης του Ακτίστου), Αντώνιος (+350). Παρέκκλιση (οδυνηρή για τη Δύση) στο σημείο αυτό συνιστά ο Ι. Αυγουστίνος (+430), αγνοώντας τη γραφική και πατερική γνωσιολογία και νεοπλατωνικός στην ουσία. Με το αξίωμα του "credo, ut intelligam" (πιστεύω, για να κατανοήσω) έθεσε την αρχή, ότι με την πίστη οδηγείται ο άνθρωπος στη λογική σύλληψη της Αποκάλυψης. Έτσι όμως δίνεται προτεραιότητα στη διάνοια, που εκλαμβάνεται ως γνωστικό όργανο τόσο στη φυσική, όσο και στην υπερφυσική γνώση. Ο Θεός νοείται ως "αντικείμενο" γνωστικό, πού "συλλαμβάνεται," από τη διάνοια του ανθρώπου, όπως συλλαμβάνεται το φυσικό γνωστικό αντικείμενο της. Μετά τον Αυγουστίνο το επόμενο βήμα (με την παρέμβαση του Θωμά Ακινάτη, +1274), θα κάνει ο Καρτέσιος (+1650) με το δικό του αξίωμα: cogito, ergo sum (σκέπτομαι, αρά υπάρχω), με το οποίο διακηρύσσεται η διάνοια ως κύριο συστατικό της ύπαρξης.

γ. 0ι δύο γνώσεις

   Η άρση της (φαινομενικής) αντινομίας στο χώρο της γνωσιολογίας επιτυγχάνεται αγιογραφικά-πατερικά με τη σαφή διάκριση δύο γνώσεων/σοφιών, της "θείας" ή "άνω" και της "κάτω" ή "θύραθεν". Η πρώτη είναι υπερφυσική, ενώ η δεύτερη η φυσική γνώση, πού ανταποκρίνεται στη σαφή διάκριση Ακτίστου και κτιστού, Θεού και κτίσης. Οι δύο αυτές γνώσεις απαιτούν και δύο γνωστικές μεθόδους.

   Μέθοδος της θειας σοφίας-γνώσης είναι η καρδιακή κοινωνία του ανθρώπου με το Άκτιστο, η οποία συντελείται με την παρουσία της άκτιστης ενέργειας του Τριαδικού Θεού μέσα στην καρδιά. Μέθοδος της ενδοκοσμικής σοφίας-γνώσης είναι η επιστήμη, η οποία λειτουργεί με την άσκηση της διανοητικής/λογικής δύναμης του ανθρώπου. Ορθόδοξα οι δύο γνώσεις και οι μέθοδοι τους ιεραρχούνται.

   Η μέθοδος της υπερφυσικής γνωσιολογίας ονομάζεται στην Ορθόδοξη παράδοση η σ υ χ α σ μ ό ς και ταυτίζεται με τη νήψη-κάθαρση της καρδιάς. Ο ησυχασμός ταυτίζεται με την Ορθοδοξία. Ορθοδοξία έξω από την ησυχαστική πράξη είναι πατερικά αδιανόητη. Ο ησυχασμός στην ουσία του είναι ασκητική-θεραπευτική αγωγή, κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη για την αναζωπύρηση της νοερής λειτουργίας μέσα στην καρδιά. Πρέπει εδώ να σημειωθεί, ότι η μέθοδος του ησυχασμού ως θεραπευτική αγωγή είναι καθαρά επιστημονική-θετική. Γι' αυτό και η θεολογία υπό τις ορθές προϋποθέσεις, ανήκει στις θετικές επιστήμες (π. Ι. Ρωμανίδης).

   Η κατάταξη της πανεπιστημιακά, από το 12ο αι. στις θεωρητικές επιστήμες, οφείλεται στη μεταβολή της θεολογίας στη Δύση σε μεταφυσική. Όσοι, συνεπώς, ανατολικοί απορρίπτουν τη θεολογία, φανερώνουν τον εκδυτικισμό τους, διότι στην ουσία καταδικάζουν και απορρίπτουν ένα παραμόρφωμα (καρικατούρα), πού εκλαμβάνεται ως θεολογία. Ποια όμως είναι πατερικά η θεολογική λειτουργία; Ήδη στην Αγία Γραφή υπάρχει η διάκριση πνεύματος (του ανθρώπου) και διανοίας (λόγου). Το πνεύμα (πρβλ. "πνευματικός" άνθρωπος) πατερικά ονομάζεται νους για τη διάκρισή του από το (άγιο) Πνεύμα. Το πνεύμα, ο νους, είναι ο "οφθαλμός της ψυχής" (πρβλ. Ματθ. 6.22 έ.).



   Πτώση, χριστιανικά, θεωρείται η αδρανοποίηση της λειτουργίας του νου, ο οποίος στη φυσική του κατάσταση βρίσκεται μέσα στην καρδιά και είναι πλήρης χάριτος (άκτιστης ενέργειας) και λέγεται γι' αυτό "ναός Θεού", διότι το Πνεύμα του Θεού προσεύχεται αδιάλειπτα μέσα σ' αυτόν ("αέναη μνήμη" του Θεού). Αυτή είναι η αρχή της θέωσης (δοξασμού). (Για τη σημασία αυτών των όρων και τη λειτουργία τους στην Ορθόδοξη παράδοση βλ. το σπουδαίο βιβλίο του π. Ιεροθέου Βλάχου - Μητροπ. Ναυπάκτου- Μικρά είσοδος στην ορθόδοξη πνευματικότητα, Αθήνα 1992.)

   "Νοερή λειτουργία" ονομάζεται η λειτουργία του νου μέσα στην καρδιά και είναι η πνευματική λειτουργία της καρδιάς, παράλληλα με τη φυσική της λειτουργία (αντλία αίματος). (Ειδική ανάλυση όλων αυτών βλ. στο Συμβουλευτικό Εγχειρίδιο του άγ. Νικοδήμου του Αγιορείτη, στο βιβλίο του π. Ιεροθέου Βλάχου, Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Έδεσσα 1986 και στην εισαγωγή του βιβλίου του π. Ιω. Ρωμανίδη, Το προπατορικό αμάρτημα, Αθήνα 1989).

   "Νοερή λειτουργία" είναι ένα μνημονικό σύστημα, πού υπάρχει παράλληλα με το κυτταρικό και το εγκεφαλικό. Τα δύο τελευταία είναι γνωστά και ανιχνεύσιμα από την ανθρώπινη επιστήμη, το πρώτο όμως δεν μπορεί να το συλλάβει. Όταν φθάσει ο άνθρωπος στο φωτισμό του αγίου Πνεύματος (ναός Θεού), μεταβάλλεται η ‘'ψιλή''- εξωτερική πίστη (πιστότητα στο λόγο του Θεού) σε "ενδιάθετη "- εσωτερική βεβαιότητα, αφού ο Θεός (ή άκτιστη Ενέργειά Του) οράται (θεοπτία). Τότε μεταβάλλεται και η ιδιοτελής αγάπη σε ανιδιοτελή και γίνεται, δυνατή η δόμηση αληθινών κοινωνικών σχέσεων, ερειδομένων στην ανιδιοτελή αμοιβαιότητα (θυσία για τον άλλο) και όχι στην ιδιοτελή διεκδίκηση "ατομικών δικαιωμάτων", κατά το πνεύμα της δυτικοευρωπαϊκής κοινωνίας.

  Έτσι κατανοούνται κάποια σημαντικά συνακόλουθα:
  Κατ' αρχάς, ότι ο Χριστιανισμός στην αυθεντικότητα του είναι υπέρβαση της θρησκείας και κάθε έννοιας θρησκευτικής καθηκοντολογίας. Η Ορθοδοξία, εξάλλου, δεν μπορεί να νοηθεί ως αποδοχή κάποιων αρχών-αληθειών, άνωθεν επιβαλλομένων. Αυτή είναι η μη ορθόδοξη εκδοχή των δογμάτων (απόλυτες αρχές-αλήθειες επιβαλλόμενες). Τα νοήματα στην Ορθοδοξία ελέγχονται με την εμπειρική επακρίβωσή τους (παρατήρηση-πείραμα). Ο διαλεκτικός-νοησιαρχικός στοχασμός περί θεολογίας, όπως και ο δογματισμός, είναι ξένα στην αυθεντική ορθόδοξη παράδοση.

   Γι' αυτό ελέχθη, ότι η Ορθοδοξία είναι κάτι αντίστοιχο προς τις θετικές επιστήμες. Διότι και σ' αυτήν η προτεραιότητα δεν δίνεται στα κείμενα-βιβλία, αλλά στην παρατήρηση και το πείραμα. Πείραμα είναι η διαδικασία της νήψης (πνευματική ζωή) και παρατήρηση η θέα, δια του φωτισμού και του δοξασμού (θέωσης).Ο επιστήμων-καθηγητής της γνώσης του Ακτίστου είναι στην Ορθόδοξη παράδοση ο Γέροντας-πνευματικός καθηγητής (πρβλ. τη φράση "καθηγητής της ερήμου" για τους μεγάλους ασκητές). Η καταγραφή της γνώσης -και στις δύο περιπτώσεις- προϋποθέτει την εμπειρική γνώση του φαινομένου. Στο σημείο δε αυτό θεμελιώνεται, η ορθοδοξοπατερική ερμηνευτική. Οι Άγιοι, (άνδρες και γυναίκες) γίνονται ερμηνευτές αυθεντικοί της Γραφής (δηλαδή των εμπειριών των Προφητών και των Αποστόλων), διότι είναι εξίσου με αυτούς "θεόπνευστοι", μέτοχοι των ίδιων με αυτούς εμπειριών. Το ίδιο και στο χώρο της επιστήμης, μονό ο ειδικός κατανοεί τις έρευνες άλλων ειδικών του ίδιου χώρου. Η αποδοχή των πορισμάτων ενός επιστημονικού κλάδου από τους μη ειδικούς (=τούς μη δυναμένους να ελέγξουν πειραματικά την ερευνά των ειδικών) γίνεται με βάση την εμπιστοσύνη στην αξιοπιστία των ειδικών.

  Διαφορετικά δεν θα μπορούσε να υπάρξει πρόοδος στην επιστήμη. Το ίδιο συμβαίνει και στην "επιστήμη" της πίστης. Με την ίδια εμπιστοσύνη γίνεται και εκεί δεκτή η εμπειρική γνώση των Αγίων (Προφητών, Αποστόλων, Πατέρων και Μητέρων όλων των αιώνων). Με βάση αυτή την αποδείξιμη εμπειρία, λειτουργούν η αγιοπατερική παράδοση και οι Σύνοδοι (οικουμενικές) της Εκκλησίας. Χωρίς "θεουμένους" (θεόπτες) δεν υπάρχει οικουμενική σύνοδος. Από αυτή τη σχέση προκύπτει η (ορθόδοξη) σημασία του δόγματος. Η ορθόδοξη πίστη είναι τόσο δογματική όσο και η επιστήμη.

   Και όσοι κάνουν λόγο για "προκατάληψη" στο χώρο της πίστης, δεν θα πρέπει να λησμονούν το λόγο του Marc Bloch, ότι και κάθε επιστημονική ερευνά είναι εξ αρχής "προκατειλημμένη", διότι διαφορετικά δεν θα ήταν δυνατή η έρευνα. Το ίδιο και η πίστη.

   Η Ορθοδοξία, κάνοντας διάκριση των δύο γνώσεων (σοφιών), των μεθόδων και των οργάνων τους, αποφεύγει κάθε σύγχυση μεταξύ τους, αλλά και κάθε σύγκρουση. Μόνο εκεί, οπού έχουν χαθεί οι προϋποθέσεις και η ουσία του Χριστιανισμού, μένει ανοικτός ο δρόμος προς τη σύγχυση και τη σύγκρουση. Ορθόδοξα όμως λειτουργούν και κάποιες "παράλογες" αναλογίες, όπως λ.χ. η δυνατότητα να είναι κανείς κορυφή επιστημονικά και νήπιος πνευματικά (στη Θεία γνώση). Ή το αντίστροφο· να είναι μέγας στη Θεία γνώση και τελείως αγράμματος στην ανθρώπινη σοφία (Μ. Αντώνιος κ.α.). Τίποτε δεν αποκλείει όμως τη δυνατότητα κατοχής και των δύο σοφιών-γνώσεων, όπως συμβαίνει στους Μεγάλους Πατέρες (και Μητέρες) της Εκκλησίας. Αυτό ψάλλει η Εκκλησία (25 Νοεμβρίου) για τη μεγάλη μαθηματικό του 3ου αι. αγία Αικατερίνη, τη "σοφή", ως κάτοχο και των δύο γνώσεων: "Την εκ Θεού σοφίαν λαβούσα παιδιόθεν η Μάρτυς, και την έξω καλώς σοφίαν πάσαν μεμάθηκε...".

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ





                                                            Α

      Ο Πολιτισμός του Διαφωτισμού ως πολιτισμός της ελευθερίας, της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αν θέλει να έχει μέλλον, πρέπει να γίνει δεκτικός στη συμβολή που μπορεί να προσφέρει η μνήμη του Θεού (Gottesgedachtnis) της χριστιανικής βιβλικής παράδοσης, «η οποία ακόμη σήμερα επιτρέπει να γίνεται λόγος για ανθρωπιά και αλληλεγγύη, για καταπίεση και απελευθέρωση καθώς και για διαμαρτυρία ενάντια σε κάθε αδικία που ακούγεται μέχρι τον ουρανό».  Αυτά είναι τα λόγια του Johann Baptist Metz, τα οποία απηύθυνε στους φιλοσόφους (ανάμεσά τους και ο Habermas)  στα πλαίσια μιας διαμάχης σχετικής με «το μέλλον του Διαφωτισμού».
      (Rosino Gibellini, η θεολογία του 20ου αιώνα, εκδ. Αρτος Ζωής , εισαγωγή ).

      Δυτικοί Θεολόγοι/ ερμηνευτές, έχοντας επιμείνει στο κοινωνικό - πολιτικό νόημα της ευαγγελικής Πίστεως, το χρησιμοποιούν ως «όπλο» μπροστά στους φιλοσόφους του Διαφωτισμού, για να αποδείξουν τις Βιβλικές ρίζες του συγχρόνου πολιτισμού (χωρίς ενδεχομένως, να υποβιβάζουν τη συνολική σημασία της χαρμόσυνης αγγελίας, που προϋποθέτει αναγνώριση του Θεανθρώπινου Μυστηρίου). Στην εποχή μας η πίστη που κάποτε νίκησε τον κόσμο είναι υποχρεωμένη σε αμυντική στάση. Άλλες είναι οι δυνάμεις που έχουν υποσχεθεί να φέρουν πάσης φύσεως αλλαγές: πολιτικές, κοινωνικές, κοσμοθεωρητικές κ.α. Όμως αυτός ο «καινούργιος κόσμος», από το Διαφωτισμό/ την Αναγέννηση και εντεύθεν είναι συνέχεια των βιβλικών του προϋποθέσεων, τις οποίες οφείλει να επανεξετάσει κριτικά, αν θέλει να επιβιώσει. Αυτό ισχυρίζονται οι Δυτικοί θεολόγοι.
     
    Η Δυτική Εκκλησία κάποτε άρχισε να χάνει τον κόσμο (στις αρχές της Νεωτερικότητας), τον οποίο σήμερα επιχειρεί να επανακτήσει. Οι θεολογίες της, ιδιαίτερα εκείνες της δεκαετίας του '60 και εντεύθεν, πρέπει να γίνουν κατανοητές στην ιστορική τους βάση. Προϋποθέτουν όλο το φάσμα των σχέσεων εκκλησίας - κόσμου στη Δύση, από τον πρώιμο  Μεσαίωνα μέχρι και σήμερα. Ορθόδοξοι θεολόγοι της περιωπής ενός π.Ιουστίνου Πόποβιτς, ενός π.Αλεξάνδρου Σμέμαν, ενός π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ ή ενός π.Δημητρίου Staniloae, έχουν αφηγηθεί διεισδυτικά και περιεκτικά την περιπέτεια της θεολογίας στη Δύση, τα κύρια γνωρίσματά της, καθώς και τα πλαίσια μέσα στα οποία αναπτύχθηκε αυτή η θεολογία, προσφέροντας πολύτιμη συμβολή στην κατανόησή της.

   Η παρούσα εργασία έχει ως πρωταρχικό στόχο να «συμπυκνώσει» ορισμένες  κριτικές των παρεκκλίσεων της Δυτικής θεολογίας στο φως των Ορθοδόξων Πατέρων και θα είναι χρήσιμη σε όλους εκείνους που ενδιαφέρονται να μάθουν αιώνιες αλήθειες για τον Κόσμο, τον Άνθρωπο, την Κοινωνία κ' την Ιστορία, ως πυξίδα προσανατολισμού, σε ένα περιβάλλον που μεταβάλλεται διαρκώς, περιβάλλον όπου δεν είναι άνευ νοήματος η χριστιανική ελπίδα.







                                                             Β

      Η πορεία της θεολογίας είναι, ως γνωστόν, κατορθωτή δυνάμει των λόγων εκείνων, που ήδη έχουν «κατατεθεί» στην εκκλησία ως φανέρωση του ίδιου του Θεού / Αποκάλυψη. Μπορούμε να μιλάμε για το Θεό, επειδή πρώτα εκείνος μας έχει κάνει γνωστό τον εαυτό του και το θέλημά του. Μιλάμε λαμβάνοντας υπ' όψιν τις μαρτυρίες της θείας Γραφής, τις οποίες όμως η σύγχρονη ( Προτεσταντική ) ιστορικοφιλολογική κριτική έχει υποβάλει σε εκτεταμένη έρευνα. Δεν μπορεί κανείς , βέβαια να αρνηθεί τη νομιμότητα αυτής της έρευνας , με το δεδομένο ότι προβαίνει σε «αποκάθαρση» ( μέσω των ανάλογων μεθόδων ) των πηγών της Αποκαλύψεως, το πλαίσιο σχηματισμού των κειμένων, το γλωσσικό / πολιτισμικό υπόβαθρο «υποδοχής» του λόγου του Θεού και άλλα παρόμοια.
     
     Χρειάζεται, ωστόσο, και κάτι άλλο, πιο σημαντικό, για να λειτουργήσει η Αποκάλυψη προς την κατεύθυνση του σκοπού για τον οποίο και μας εδόθη γραπτώς : διότι η Αγ. Γραφή δεν είναι απλώς ένα κείμενο ( συλλογή κειμένων – κανόνας ), που ο ανθρώπινος λόγος μπορεί να ερευνά με ιστορικές ή φιλολογικές μεθόδους. Είναι, όπως λένε οι Αγιοι Πατέρες,  πρόσκληση του Θεού προς την ανθρωπότητα για καινούργια ζωή. Χρειάζεται επομένως να λειτουργήσει η Γραφή σαν ένα είδος «επιστολών, προς την ανθρωπότητα», που δείχνουν προς τον «ουρανό» (κατά τον Άγιο Ιω. τον Χρυσόστομο) (Και ο στόχος αυτός «υλοποιείται» με τη μετοχή / συμμετοχή στη Νέα Κοινωνία που εγκαινίασε ο Χριστός «εν μέσω ημών» -. ενσωμάτωση στην εκκλησία, που προεκτείνει το έργο του στο χρόνο ).

      Έτσι η ορθόδοξος θεολογία, ριζωμένη στην Ιερή  παράδοση, «αρθρώνει» τη φωνή της με τη δύναμη του Ίδιου του Λόγου, που έρχεται κάθε φορά να υπομνηματίσει τα λόγια Του, με νέους τρόπους, «δεκτικούς» στο εκάστοτε περιβάλλον. Ο Παράκλητος οδηγεί τους γνήσιους θεολόγους «εις πάσαν την αλήθειαν». Αλλά για να γίνεται κάτι τέτοιο, υπονοείται ότι η αλήθεια έχει χαριστεί σ' εμάς ως δώρο / ως Ενυπόστατο Πρόσωπο ως «οδός και ζωή». Κατά ταύτα «αντικείμενο» της θεολογίας είναι ο λόγος του Θεού, η «θεία ερμηνευτική», «εν Αγίω Πνεύματι».

     Σύγχρονα ρεύματα του προτεσταντισμού, όπως η λεγόμενη «διαλεκτική θεολογία» του Karl Barth, μετά από μία μακρυά πορεία φιλελευθερισμού, βρήκαν επί τέλους το «χαμένο κέντρο», που για την ορθόδοξο σκέψη και εμπειρία ουδέποτε είχε χαθεί. Και δεν είχε χαθεί, διότι μία «ιερή αλυσίδα» συνέδεε τους Αγίους Πατέρες, όταν κάθε φορά επιχειρούσαν να αναπτύξουν ορισμένη πλευρά της Αποκαλύψεως, στοχεύοντας να αναδείξουν την «υπαρξιακή» / σωτηριολογική της υφή : ο θεός μας αποκάλυψε, λένε ( π.χ. Αγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός – «έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως» ) όσα είναι απαραίτητα για τη σωτηρία και δεν πρέπει να ζητάμε τίποτα επί πλέον, ούτε να καινοτομούμε αυθαιρέτως πάνω στα Ιερά κείμενα ( η με αφορμή τις απορίες,τις οποίες μας γεννούν τα Ιερά κείμενα ).

      Η απόπειρα ερμηνείας των θείων λόγων μόνο με το νου / τη διάνοια, οδηγεί σε περιπέτειες τη θεολογία. Και οι περιπέτειες αυτές εντείνονται από τη συμπόρευση με την κοσμική (α-φώτιστη) διανόηση, που στην εποχή της Νεωτερικότητας εκφράζεται ως ορθός λόγος. Το ζητούμενο είναι να υπάρξει σήμερα και ένας «διαφωτισμός του ορθού λόγου» εκ μέρους της ορθοδόξου θεολογίας, ως κύριο καθήκον της μπροστά στα α-διέξοδα της οργάνωσης της ατομικής και κοινωνικής ζωής «άνευ του Λόγου» (δηλαδή άνευ του Θεανθρώπου, κατά τον π. Ιουστίνο Πόποβιτς). Διότι ο νεώτερος Ευρωπαϊκός πολιτισμός είναι ουσιαστικά εκ-σάρκωση του Θεανθρώπου, μείωσή του σε Αρειανικές κατηγορίες σκέψης (Χριστός= κτίσμα, Θεωμένος άνθρωπος) (ορθός λόγος= κριτήριο πάσης αληθείας κοσμικής, υπαρκτικής, ιστορικής, κοινωνικής) κ.α.
     
     Στα όρια του ορθού λόγου δεν υπάρχει δυνατότητα διείσδυσης στα Θεανθρωποκοσμικά μυστήρια, τα οποία γίνονται νοητά μόνο «εν πίστει». «με την πίστη κατανοούμε ότι το σύμπαν το έφτιαξε ο Θεός με το λόγο του, ώστε τα ορατά να έχουν γίνει από τα αόρατα» (προς Εβραίους, ΙΑ', 3). Ολόκληρο το ΙΑ' Κεφάλαιο της προς Εβραίους Επιστολής τι άλλο είναι παρά μία εμβάθυνση στο μυστήριο της πίστεως, δοσμένο με παραδείγματα: «θέα» της Ιστορίας ως διαρκούς κίνησης προς τα άνω, κίνησης προς την ουράνια πόλη, την οποία αναζητούσαν οι  προπάτορες της πίστεως, αλλά  δεν απόλαυσαν ακόμη τα αγαθά της,  «ίνα μη χωρίς ημών τελειωθώσιν». Κόσμος / Φύση, Ιστορία / Κοινωνία συνεπώς για την χριστιανική «κοσμοθεωρία» δεν είναι Απόλυτα Μεγέθη. Βρίσκονται σε διαρκή κίνηση προς τα Έσχατα. Απόλυτο Μέγεθος είναι μόνο η Βασιλεία του Θεού.
     
     Αυτή την αλήθεια την  ανακάλυψε εσχάτως ( Δεκαετία του ’60 ) η «Θεολογία της Ελπίδας» του Jürgen Moltmann, Θεολογία που τονίζει την Εσχατολογική διάσταση του Ευαγγελίου. Διότι η Βασιλεία των ουρανών «ήγγικεν» με την είσοδο του θείου Λόγου στον Κόσμο. Εγκαινιάστηκε εδώ, ως εκκλησία, για να αναμορφώση / ανακαινίση τον κόσμο και όχι να απορροφηθεί από αυτόν. Έτσι η «ένταση» μεταξύ εκκλησίας και κόσμου θα «χρωματίζει» την Ιστορία, θα υπενθυμίζει τον έσχατο στόχο σε κάθε άτομο, που δέχεται το Χριστό ως «το φως το αληθινόν, το φωτίζον και αγιάζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον».

      Η διανόηση / στοχασμός έξω από τα πλαίσια της Αποκαλυφθείσης Αληθείας αυτοαναπαράγεται με «στειρότητα» (κατά του P. Evdokimov) γιατί εργάζεται με μόνη τη Λογική (τον ορθό λόγο). Δεν τρέφεται από τις Ζωτικές πηγές, που μεταμορφώνουν τον όλο άνθρωπο (και το νου του), τοποθετώντας τον στο «κλίμα» της θείας Ζωής, όπου όλα τα ανθρωποκοσμικά μυστήρια βρίσκουν τη λύση τους. Είναι ακριβώς, η απώλεια της παραδόσεως (ως δύναμης ζωής) που στερεί την προτεσταντική Θεολογία από αυτή την ευρύτητα θέασης και την προσαρμόζει στη «σύγχρονη κοσμοθεωρία».  Ο Δυτικός άνθρωπος είναι κατ' εξοχήν ο άνθρωπος της Λογικής. Και προσπαθεί εναγωνίως να απαντήσει συνολικά στα προβλήματα της ζωής και του θανάτου, έχοντας περιορισθεί σε ένα πολύ φτωχό όργανο (κατά τους πατέρες), το Νου.
     
    Ως άνθρωπος της Λογικής - του ορθού λόγου βρίσκεται σε μία άλλη σφαίρα, όπου Θεός, ψυχή / αθανασία, ηθικές ποιότητες κ' νόημα της Ζωής, αποκλείονται ως «κανονιστικά μεγέθη» στην κοινωνικο/ πολιτιστική πραγματικότητα ή ερμηνεύονται διαφορετικά, κατά τις προϋποθέσεις του καθενός. Ετσι ο ορθολογισμός «στεγνώνει» πρώτα τις καρδιές και έπειτα «στεγνώνει» και την κοινωνία. Η μεταφορά αυτή μας κάνει, ίσως, να φτάνουμε στην καρδιά του ορθόδοξου Κοινωνισμού, ο οποίος απορρέει  από μία άλλη παράδοση. την παράδοση της «καινής κτίσεως», που συνεχίζει μέσα στο χρόνο την Αρχέτυπη Εκκλησία και διατηρείται ορατά λ.χ. στον κοινοβιακό Μοναχισμό ή σε άλλα « Ζωντανά κύτταρα»-ενορίες, απανταχού της γης.

      Μέσα σε έναν σύγχρονο πολιτισμό ατομικών δικαιωμάτων χωρίς  ηθική ευθύνη (όπου η ελευθερία μπορεί να γίνει και ελευθερία προς το κακό, το γνωρίζουμε ήδη αρκετά καλά) η Αρχέτυπη Πρωτοχριστιανική εκκλησία μπορεί να θεωρηθεί ως κανονιστικό παράδειγμα, για έναν Ορθόδοξο Κοινωνισμό με σύγχρονο πρόσωπο (αφού η Ιστορία της Εκκλησίας είναι «ανεπίστροφη» και δεν δικαιολογεί τεχνητές επαναλήψεις). Δεν μπορούμε λ.χ., όπως λέγει ο π. Alexander Schmemann  να επιστρέψουμε σ' αυτήν την ιδιαίτερη χάρη του αρχικού χριστιανισμού, όπου ήσαν «άπαντα κοινά» (ακόμη και τα υλικά αγαθά) και όλοι είχαν μία καρδιά και ένα νου. Μπορούμε όμως να πετύχουμε κοινότητες αλληλεγγύης, ικανές να δώσουν τη Μαρτυρία τους στο σύγχρονο κόσμο, με πειστικότητα και δυναμισμό. 

      Ένας ορθόδοξος κοινωνισμός  εμπνέεται από  την εικόνα του Φιλάνθρωπου πατέρα, που νοιάζεται για όλα τα παιδιά του, ιδιαίτερα για όσα έχουν πάρει το δρόμο της εξορίας προς τη «χώρα της αμαρτίας». Μ' αυτό τον τρόπο υπερβαίνεται ο Μονάρχης - Θεός των λογικοκρατούμενων θεολογιών (του σχολαστικισμού / Μεσαίωνας), που βρίσκεται στην καρδιά της ανταρσίας του σύγχρονου Δυτικού ανθρώπου, ο οποίος ζητεί το νόημα της ζωής σε πεπερασμένα κοσμικά στοιχεία (ή και στη λατρεία του κόσμου ως Θεού / εκκοσμίκευση).

      Η σύγχρονη θεολογία στη Δύση συνειδητοποιώντας τη χρεωκοπία του Δυτικού τρόπου σκέψεως ( που κατάγεται από τον Σχολαστικισμό )προσπαθεί να απαλλαγεί από την αιχμαλωσία της, αλλά πέφτει σε ένα άλλο άκρο. Δεν έχουμε παρά να μνημονεύσουμε εδώ τη «θεολογία της Εκκοσμίκευσης», τη «Θεολογία του Κοσμικού Ευαγγελίου» (Paul van Buren), τη «θεολογία του θανάτου του Θεού» (Altizer - Hamilton) ή την «εκκοσμικευμένη πόλη» (secular city του Harvey Cox).

   Αυτές οι θεολογίες αναζητούν να δικαιώσουν την πυκνότητα του επίγειου, την εγκόσμια δράση, προτείνοντας όμως άλλο ευαγγέλιο: «ο Χριστιανός είναι εκείνος που σε όλα ανακατεύεται» ή «να προσεύχεσαι, θα πει να διαβάζεις την εφημερίδα σου», θα μας συμβουλέψουν οι εισηγητές των παραπάνω «θεολογιών», στην πιο ριζοσπαστική του μορφή. Από τη «θεολογία του '60» απορρέουν τα σημαντικότερα ρεύματα σκέψης / δράσης τόσο στο Ρωμαιοκαθολικό, όσο και στον Προτεσταντικό κόσμο των τελευταίων Δεκαετιών. Ρεύματα εκφραζόμενα ως «θεολογία της απελευθέρωσης», «φεμινιστική θεολογία», «Μαύρη θεολογία», «οικουμενική θεολογία».
      (Rusino Gibellini, η θεολογία του 20ου αιώνα).
     
    Υπάρχει βέβαια εδώ μια γιγαντιαία προσπάθεια «εναγκαλισμού» του ανθρώπου και των προβλημάτων του (φτώχεια, αδικία, ρατσισμός, καταπίεση), όπου ο Θεός προβάλλεται ως ελευθερωτής, ως εγγυητής ενός καλύτερου μέλλοντος, περισσότερο ανθρώπινου / λυτρωτικά βιώσιμου. Γι' αυτό ακριβώς τα ρεύματα αυτά μπορούμε να τα εντάξουμε στο ευρύ πεδίο της «ανάκτησης του κόσμου» από τη Δυτική Εκκλησία,. κόσμου που για συγκεκριμένους ιστορικούς και θεολογικούς λόγους είχε υποπέσει στην αρμοδιότητα άλλων «φορέων αλλαγής», μη-θρησκευτικού τύπου. Στα πλαίσια των σχέσεων εκκλησίας και κόσμου ορθώνεται και η πολιτική θεολογία (στο χρονικό διάστημα 1968-72) στην Ευρώπη, με ορόσημα την προγραμματική διακήρυξη του Johann Baptist Metz, στο διεθνές θεολογικό συνέδριο του Τορόντο (Καναδάς, 20-24 Αυγούστου 1967). Όραμα της Πολιτικής θεολογίας υπήρξε η άρση της απομόνωσης των Δυτικών εκκλησιών από το χώρο του ιστορικού/κοινωνικού γίγνεσθαι.
     
     Πριν όμως αναλύσουμε τις προσπάθειες ανάκτησης του «χαμένου εδάφους», ας επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε εν συντομία τις αιτίες της απώλειας του κόσμου από την Δυτική εκκλησία, σε όλη τη διαδρομή της Νεωτερικότητας και σε συνάφεια με τις σχολαστικές μεταμορφώσεις της Μεσαιωνικής Εποχής, στην οποία είχε ήδη εγκαταλειφθεί το όραμα της Βασιλείας του Θεού, χάριν του οράματος της «Βασιλείας του πάπα».
     
    Θα μιλήσουμε για δύο διαδοχικές χρονικά «πτώσεις» (όπου η πρώτη αποτελεί αιτία της δεύτερης) με γνώμονα τις σχετικές αναλύσεις ορθοδόξων θεολόγων, προς «διαφώτιση» του συγχρόνου αδιεξόδου αλλά και γονιμοποίηση των προσπαθειών της Δύσης από το πνεύμα της Ορθοδόξου Ανατολής. Το πνεύμα της Βασιλείας του Θεού, που είναι ταυτοχρόνως παρούσα και ερχόμενη στη Λειτουργική και Μυστηριακή Ζωή της.













                                                               Γ

      Θα χρειαζόταν πολύς χώρος για να εκτεθεί αναλυτικά η σταδιακή απομόνωση της Δυτικής εκκλησίας από το χώρο του Ιστορικού / Κοινωνικού γίγνεσθαι. Απομόνωση την οποία επιθυμεί σήμερα να ξεπεράσει, ώστε να επανακτήσει τον κόσμο. Βέβαια η μία όψη του ζητήματος, ορθοδόξως είναι κατανοητή: ο κόσμος (ως ανθρώπινη κοινωνία / συνείδηση, νοούμενος) είναι ελεύθερος να αποδεχθεί το Χριστό, ως σωτήρα του. Καμμία βία δεν γνωρίζει το ευαγγέλιο, εκτός από εκείνη των βιαστών που θέλουν να κατακτήσουν τη θεία Βασιλεία (την «εντός ημών βασιλεία» και όχι την κοσμική, προφανώς). Εάν ο κόσμος δεν αποδεχτεί ελεύθερα το Χριστό και εγκαταστήσει στη θέση του ποικίλα είδωλα: (πολιτική, οικονομία, τεχνική, αυτοπραγμάτωση, φυλετική επιβολή κ.λ.π.), έχουμε το μυστήριο της Αποστασίας εφαρμοσμένο στην πράξη, μέσα  από διάφορες μορφές Αυτόνομου Πολιτισμού.

    Εξ ου και η ανάγκη σωτηρίας του σύγχρονου ανθρώπου με εκκοσμικευμένη μορφή ως επιδίωξη «ενδοκοσμικής πληρότητας», με την Οικονομία (Marx), την ψυχανάλυση (Frend) την ανύψωση που προσφέρει η θέληση της δυνάμεως (Nreiztsche), τη Νέα Γνώση των Αποκρυφιοτικών ομάδων και αναρίθμητες άλλες δυνάμεις, που δεν αντιπροσωπεύουν τίποτε περισσότερο από την Απολυτοποίηση του Σχετικού ( «του ειδώλου») κάτω από διαφορετικές μορφές κάθε φορά. Μετά από αυτές τις διευκρινίσεις μπορούμε να ρωτήσουμε : ποιόν ακριβώς κόσμο θέλει να επανακτήσει η Δυτική εκκλησία; Και με ποιά μέθοδο θα το κάνει αυτό ;  Τι συνέβη επί τέλους και ο κόσμος χάθηκε για την εκκλησία, αφού Κύριός του είναι ο Δημιουργός Θεός, τον οποίο αυτή εξακολουθεί να ευαγγελίζεται;

    Ορθόδοξοι Θεολόγοι του αναστήματος ενός Alexander Schmemann, εξηγούν πως στο φως της βιβλικής θεώρησης, που  αποκαλύπτει  τη Δημιουργία και αναγγέλει την  Αναδημιουργία (της κτίσης θεωρούμενης ως «πέρασμα» προς τη Βασιλεία), ο κόσμος, η Ιστορία και η κοινωνία δεν είναι Απόλυτα Μεγέθη. Έγιναν ωστόσο, Απόλυτα Μεγέθη στην έκπτωση τους απο την Εσχατολογική Διάσταση (μείωσης της δράσης του Αγ. Πνεύματος που ανακαινίζει την κτίση)- στα πλαίσια του κοσμικού οράματος του παπισμού. Οράματος που ήθελε το χριστό να έχει έναν αντιπρόσωπο επί της Γης (Vicarius Christi) . Αντιπρόσωπο που θα χειρίζεται όλες τις υποθέσεις του κόσμου, κυριαρχώντας πάνω σ' αυτόν. Αυτό το έργο έφερε σε πέρας ένας κλήρος διαστρεβλωμένος στο Ιερατικό / λειτουργικό αξίωμα του, αφού δεν ήταν υποχρεωμένος να έχει ηθική δέσμευση: Έτσι χρησιμοποίησε την Πολιτική και το Χρήμα ως μέσον/ αξίωση επιβολής.
 
 Αυτή είναι η πρώτη έκπτωση από την εσχατολογική προοπτική (προοπτική ελευθερίας από τα «στοιχεία του κόσμου τούτου») την οποία Ορθοδόξως φανερώνει η Λειτουργική και Μυστηριακή Ζωή, στα όρια της «καινής κτίσης»,  που εγκαινίασε ο Χριστός επί της Γης. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία σε όλη τη διάρκεια των Μέσων Χρόνων προσπάθησε να οργανώσει τον εκπεσμένο ( μη - εισέτι - ανακαινισμένο) κόσμο, δια της εποπτείας σε όλες τις περιοχές της υλικής και Πνευματικής Ζωής (εδώ ανήκει και η «αρμοδιότητα» της να θέτει φραγμούς στην Επιστημονική Γνώση - Ιερά Εξέταση κ.λ.π. ). Είναι το αμάρτημα που ταλαιπώρησε τη Δύση για πολλούς αιώνες, εγκαθιστώντας την στάση /  στασιμότητα στις κοινωνικές δομές. Αλλά δεν μπορεί να κυριαρχήσεις σε έναν έκπτωτο κόσμο, να επιβάλεις το καλό με τη βία, χωρίς τραγικά αποτελέσματα. Δεν θα είναι, έτσι, ένας κόσμος που ασφυκτιά, ένας κόσμος που μαραίνεται ανεπανόρθωτα, όπως λέγει ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς στην κριτική του κατά του Βατικανισμού ;


Ο Δυτικός μεσαίωνας είναι μια εποχή Θεοκρατίας, όπου και η ίδια η βιβλική εικόνα του Θεού έχει παραμορφωθεί. Γιατί είναι η εικόνα ενός Θεού - Μονάρχη, που επιτηρεί την «ηθική τάξη» των υπηκόων του, προξενώντας τους φόβο (η κόλαση ως «παιδαγωγικό μέσο»). Παράλληλα βαδίζει και ο Σχολαστικισμός, που εισάγει φιλοσοφικές κατηγορίες (Αριστοτελικές) στην  θεολογία, που ανάβλυσε από τον Σταυρό και τον τάφο του Χριστού. Και την εκ-τρέπει τελικά σε θεολογία των εννοιών (λογικά διαθρωμένη) που υποβιβάζει το Μυστήριο του Θεού και του Ανθρώπου στην αμοιβαία τους σχέση, κάνοντας την πίστη από «περιπέτεια ελευθερίας»   ( όπως λέγει ο clement olivier) σε περιπέτεια «αναγκαίας συνθήκης»:  άρα ο Θεός μπορεί να αποδειχθεί / η νόηση μπορεί να τον συλλάβει. Αυτός, όμως, είναι ο Θεός των λογικοκρατούμενων Θεολογιών, και όχι ο Άπειρος και Ανερμήνευτος Θεός των Ορθόδοξων πατέρων, που σεβάστηκαν την Υπερβατικότητά του, συλλογιζόμενοι Θεοπρεπώς την Αποκάλυψη.

Διότι το μυστήριο της Ελευθερίας βαίνει παράλληλα με το μυστήριο του Σταυρού, αφού ο Χριστός αρνήθηκε να κατέβει από εκεί, όπως του ζητούσαν οι σταυρωτές του, προκειμένου να πιστέψουν :«ει υιός ει του θεού, καταβάτω νυν από του σταυρού». Ο Χριστός όμως όχι μόνο δεν κατέβηκε από το σταυρό, αλλά και μετά την Ανάστασή του φανερώθηκε «εν ετέρα μορφή» μόνο σε εκείνους που τον αγαπούσαν. Η σχολαστική Θεολογία υποβιβάζοντας το Θεανθρώπινο Μυστήριο, «έδειξε» έναν θεό κατανοητό στον άνθρωπο, μπαίνοντας στην υπηρεσία μιας εκκλησίας, που θέλει να ελέγχει τα πάντα από ένα οργανωτικό Κέντρο, αλλοιώνοντας τη μορφή του Ουράνιου Πατέρα. Εκείνου του οποίου η Αυθεντία «λύγισε» από αγάπη προς τον άνθρωπο, του φιλόστοργου πατέρα που έστειλε το γιο του να αναζητήσει και να επαναφέρει το χαμένο πρόβατο στην «μάνδρα» του.

   Έτσι, μέσα στην ολοκληρωτική αντιστροφή των κριτηρίων, η κόλαση χρησιμοποιείται ως μέσον σωφρονισμού, σαν να την είχε φτιάξει ο ίδιος ο Θεός, για να στείλει εκεί τους «απείθαρχους». Είναι μια ιδέα- πηγή  σκανδάλου για τους θεωρητικούς του σύγχρονου α- θεϊσμού. Η σταδιακή απώλεια της Θέας του κόσμου και του ανθρώπου «εν τω θεώ» έμελλε να δημιουργήσει κοσμογονικές αντιδράσεις. Όλες οι εκρήξεις (διαδοχικές ή παράλληλες) του Διαφωτισμού και του Ουμανισμού (στροφή στο κλασσικό ιδεώδες Ελλάδα / Ρώμη) δεν είναι τίποτε άλλο από απόπειρας αποκατάστασης της αξιοπρέπειας του ανθρώπου (δικαιώματα – άτομο) και της δημιουργικότητας του (απέναντι σε έναν θεό που τον αλλοτρίωνε).
   
   Όπως εξηγεί σχετικά ο Alexander Schmemann, ο Δυτικός άνθρωπος πολεμώντας τη μια Αυθεντία έπεφτε στη συνέχεια σε μια άλλη Αυθεντία, σε έναν αγώνα χωρίς τέλος. Αιτία αυτού του γεγονότος είναι το πρωταρχικό σφάλμα της θεώρησης του Θεού ως Αυθεντίας ( η Ετερότητα που σε απολιθώνει) η παραγνώριση του ουσιώδες στοιχείου της ελευθερίας με την οποίο  ο Χριστός μας έχει ελευθερώσει. Ο ζυγός του Παπισμού και του Σχολαστικισμού αποτέλεσε την κύρια πηγή τροφοδότησης των νεωτερικών αθεϊσμών, σε όλη τους την έκταση: ανθρωποθεϊσμός ( Fenerbach), διαλεκτικός υλισμός (Marx), Νιτσεϊκός Μηδενισμός (θεός – η ηθική που δολοφονεί τη ζωή), Υπαρξισμός (θεός= άρνηση ελευθερίας του ανθρώπου), Θετικισμός (αληθές= ότι υποπίπτει στις αισθήσεις): όλη η εγκυκλοπαίδεια της αθεϊστικής κριτικής περιλαμβάνει θέσεις (η μάλλον αντιθέσεις) σχηματισμένες όχι σε έναν «άδειο ορίζοντα», αλλά σε σχέση με μια «δομημένη» θεο-ανθρωπολογία βιβλικο – χριστιανικής προέλευσης, αλλά μεταφυσικής έμπνευσης.

    Ο δυτικός άνθρωπος είναι δύσκολο να πεισθεί πως η μοναδική δυνατότητα ελευθερίας είναι ο Θεός / Χριστός και ο ζυγός του. Οτι η εκκλησία είναι ελευθερία και μόνον ελευθερία. Αλλά και ο Ανατολικός άνθρωπος αφομοιωμένος μέσα στη δυτική κουλτούρα (και στο μέτρο της αφομοίωσής του) έχει εσφαλμένη αντίληψη για την εκκλησία του Χριστού. Θέλει την εκκλησία ως τροχοπέδη της προόδου (αλήθεια πρόοδος προς τα πού;) και ως συντήρηση κατεστημένων δομών (όργανο του κατεστημένου). Θέλει, επίσης, την παράδοση όχι ως αφετηρία αλλαγής / εξέλιξης, αλλά ως στατικότητα / θάνατο της καινοτομίας. Εν τέλει ορίζει την εκκλησία ως οργανισμό καταπίεσης, που υποβιβάζει την ζωή αντί να την εξυψώνει ( με την σημασία της βούλησης για δημιουργία ). Αυτή η παρανόηση βρίσκεται στην «καρδιά» της σύγχρονης ανταρσίας, που επιχειρεί να οικοδομήσει την πολιτεία του Ανθρώπου σε «διάσταση» από την πολιτεία του Θεού.


                                                  Δ.

    Στο σημείο αυτό βρίσκεται, κατά του π. Alexander Schmemann Η δεύτερη πτώση του Δυτικού ανθρώπου: πεπεισμένος πως δεν μπορεί να αναπτυχθεί «εν τω θεώ», άρχισε να θέλει να αναπτύσσεται «εκτός του Θεού» η ακόμη και «εναντίον του Θεού». Δυστυχώς αυτή η ανταρσία έλαβε και το χαρακτήρα απόρριψης των θείων δογμάτων, στο όνομα της προόδου του ατόμου και της κοινωνίας. Η χριστιανική εσχατολογία εκκοσμικεύεται αποφασιστικά και δυναμικά: όχι σε ένα επέκεινα (αόριστο Μεταφυσικά), αλλά εδώ και τώρα, ο άνθρωπος οφείλει να επιχειρήσει την ολόπλευρη ανάπτυξή του. «Η φύση είναι θεός» που προμηθεύει νόμους, αρκεί να είναι  κανείς προσεκτικός στο να τους «συναγάγει» ερευνώντας συστηματικά (βλέπε ορθολογικά) τον κόσμο γύρω του. Όσο για τον ηθικό νόμο του Θεού - Δημιουργού (της βίβλου), αυτός δεν είναι παρά μια παλαιά προκατάληψη, εφαρμοσμένη με  αποτυχία στην κοινωνία.

  Η κοσμικότητα θα πει ο π. Αλ. Σμέμαν είναι η σύγχρονη θρησκεία: Σε έναν Πολιτισμό Ζωο-κεντρικό ( με θέληση για δημιουργία / ολοκλήρωση) δεν έχουν θέση οι παλαιές θρησκείες, που είναι φορτισμένες με διαφορετική κοσμοθεωρία (θρησκείες θανατο - κεντρικές). Αλλά να που η κοσμικότητα (secular) περιέχει μέσα της και την αυτοαναίρεσή της. Στις έσχατες απολήξεις της ( όταν χρειάζεται να αναμετρηθεί με τα πρώτα και έσχατα του ανθρώπου) δεν είναι παρά ένας «κόσμος άθεος» , κλειστός στον εαυτό του, κόσμος ασφυκτικού αδιεξόδου (όπως θα διαπιστώσουν μερικοί υπαρξιστές, πολλά χρόνια μετά τη βίβλο). Γιατί στο τέλος - τέλος πρέπει να ξέρει κανείς «γιατί ζει και γιατί πεθαίνει» (=νόημα). Πρέπει να δοθεί μία απάντηση σε όσους ρωτούνε γι' αυτό,  μέσα στην εκκοσμικευμένη πόλη του Harvey Cox, ( σύμφωνα  με την κριτική που του ασκήθηκε, όταν αυτός παρουσίασε τη δική του «θεολογία» στη Δεκαετία του '60. )

     Ωστόσο μπορεί κανείς να δει κριτικά την όλη προσπάθεια της Δυτικής Θεολογίας να επανακτήσει τον κόσμο, να αναμετρηθεί με τη νεωτερικότητα ή να αρθρώσει «σε κοσμική γλώσσα» το Ευαγγέλιο (Paul van Buren). Ίσως διακρίνει σ' αυτή την προσπάθεια κάποια νομιμοποίηση της «νοσταλγίας θεώσεως», «εν ετέρα μορφή». Ο Δυτικός άνθρωπος δεν έχει επιστρέψει ακόμα στο Πατρικό του σπίτι. Θέλει «νόημα και πληρότητα» σε έναν κόσμο αποϊερωμένο και σε έναν πολιτισμό χωρίς Θεό, αυτόνομο και αυτάρκη. Η ορθόδοξη θεολογία οφείλει να παρακολουθεί με ενδιαφέρον αυτές τις προσπάθειες να δείχνει την αστοχία τους ή να τις «πληρώνει» με τη δική της καθολική Θέα της ζωής «εν πίστει».
  
    Και τούτο διότι ορθόδοξη θεολογία  έχει «αρθρωθεί» πάνω στο Τριαδικό και Χριστολογικό δόγμα ( με όλη τη θεόπνευστη ερμηνεία του από τους Αγίους Πατέρες ), ως στέρεα βάση για την αλήθεια που απελευθερώνει πραγματικά. Την αλήθεια που προχωρά από τα Μυστήρια του ενός και τριαδικού Θεού για να φωτίσει τα μυστήρια του ανθρώπου και του προορισμού του, εντός του κόσμου, της Ιστορίας και της Κοινωνίας. Η ορθόδοξος Θεολογία, ως μυστήριο παραδεδομένο στην εκκλησία από τους Αγίους Πατέρες μετά τις αλλεπάλληλες νίκες κατά της αίρεσης και της πλάνης, κατέστη όχημα ενός θεανθρώπινου πολιτισμού, που άρχισε να εμποτίζει όλες τις πλευρές της ατομικής και κοινωνικής ζωής στη Χριστιανική Ανατολή. Έτσι ένας Νικόλαος Καβάσιλος κατορθώνει να αντιπαραθέσει στον άνθρωπο του Ουμανισμού (Ανθρωπισμού) τον «εν Χριστώ» άνθρωπο της ορθοδοξίας.

   Το να θέλει να θεωθεί κανείς «εκτός του Θεού» συνιστά το κατ' εξοχήν αμάρτημα του Δυτικού Πολιτισμού. Αλλά εμείς, καθώς φαίνεται, δεν έχουμε ακόμη εκτιμήσει (ούτε καν γνωρίσει) το θησαυρό που κατέχουμε και την αξία του, στην υπηρεσία μιας Οικουμενικής Αποστολής. Βλέπουμε στην Ορθοδοξία μόνο συντήρηση και στασιμότητα, προσκόλληση στο παρελθόν ή ανικανότητα διαλόγου με τη Νεωτερικότητα, (ως στάση ζωής και νόημα βίου). Πρωτεύει συνεπώς ένα ουσιώδες καθήκον σήμερα , το καθήκον της επίγνωσης, ότι η ορθοδοξία (ως όρος και ως περιεχόμενο), όχι μόνο δεν είναι οπισθοδρόμηση και συντηρητισμός, αλλά νέα ζωή «εν πνεύματι και αληθεία» (συντηρητικοί είναι μόνο οι Γραμματείς και Φαρισαίοι / οι άνθρωποι του νόμου) ικανή να διαποτίσει με νόημα την ατομική και συλλογική μας ύπαρξη (συν- ύπαρξη). Ικανή εν τέλει να αναμετρηθεί με τον ηθικό μηδενισμό και την απαξίωση των θεσμών, μέσα στην πλημμυρίδα μιας υποδουλωτικής εποχής (υποδουλωτικής πνευματικά) για την ανθρωπότητα, όπως είναι αυτή που έρχεται (ή ήδη έχει έρθει).



                                                      Ε.

 Ιστορικοί λόγοι συνέτειναν στην αντίληψη της ορθοδοξίας, ως στασιμότητας / συντήρησης. Δεν λείπει και η αδυναμία προσαρμογής της στη βιομηχανική και μετά - βιομηχανική κοινωνία. Διότι, μεθοδολογικά, η εκκλησία είχε κατορθώσει «εν μέρει» να καταστεί σάρκα ενός προβιομηχανικού πολιτισμού (σε Δύση και Ανατολή) δεμένου με τη Γη και την Πατριά, εξορκίζοντας τις αρχαίες λατρείες και απαλλάσσοντας τες από το ειδωλολατρικό τους  «περίβλημα».  Σήμερα, όμως, είναι υποχρεωμένη να επιβιώνει σε έναν εντελώς καινούργιο κόσμο, ( ως παλαιά αλήθεια ), υποχρεωμένη να επιβεβαιώνει τη «χρησιμότητα» της στην κάλυψη «πνευματικών αναγκών».  Διχασμένη, έτσι, η ορθοδοξία ανάμεσα στην παράδοση και τον εκσυγχρονισμό, απολογούμενη για την αξία των Θησαυρών της (που δεν είναι πλέον «κλειδωμένοι» στις καρδιές, ούτε καν των πιστών) αντιμετωπίζει τεράστιες δυσκολίες σ' έναν πολιτισμό της Αποτελεσματικότητας, ο οποίος έχει «διαποτίσει» τους ανθρώπους με νέα κοσμοείδωλα / νέες αξίες. Αιτούμενο είναι σήμερα όχι η διάλυσή της «εντός» των νέων μορφών πολιτισμού, όσο η γονιμοποίηση αυτών των μορφών με Πνεύμα και Ζωή, δια της στροφής στις πατερικές και βιβλικές κατηγορίες σκέψης.

 Συνοψίζοντας τη «σωτηριολογία» της Ορθ. Εκκλησίας σε μια μόνο πρόταση, μπορούμε να πούμε ότι: η σωτηρία και η θέωση, ως κύριοι στόχοι της Χριστιανικής Ζωής εξαρτώνται από τη συμφωνία της θέλησης του ανθρώπου με τη θέληση του Θεού, δεδομένου ότι ένα άτομο μπορεί να επιλέξει το αγαθό θέλημα του θεού μόνο ελεύθερα. Αν κάνει αυτή την επιλογή με τη βία, τότε χάνει την ηθική αξία της. Ωστόσο παρά το γεγονός ότι αυτές οι ιδέες είχαν αναπτυχθεί στη Χριστιανική Θεολογία ήδη στους πρώτους αιώνες της πρώτης χιλιετίας, στην Κοινωνικοπολιτική Ζωή των Χριστιανικών λαών η αφομοίωση τους έλαβε χώρα σε συνθήκες σοβαρών συγκρούσεων και συζητήσεων.

   Θα ερμηνεύσουμε τώρα τις σχέσεις της Ορθοδοξίας με την Κοινωνία και την  Πολιτική, ανατρέχοντας σε ένα κείμενο/ ομιλία του Πατριάρχη Μόσχας και Πάσης Ρωσίας κ. Κυρίλλου (εισήγηση στη θεολογική συνδιάσκεψη «η εσχατολογική διδασκαλία της εκκλησίας», Μόσχα, 14 Νοε 2005) ώστε να μπορούμε να ξεχωρίζουμε τι ακριβώς έχει συμβεί  ιστορικά και τι μπορεί να γίνει σήμερα, στο πλαίσιο της «εξόδου» της εκκλησίας στο προσκήνιο της κοινωνίας και των Θεσμών.























Ξεκινώντας από τον 4ο αιώνα στη δημόσια ζωή εδραιώνεται η πεποίθηση ότι η ηθική τελειότητα του ανθρώπου μπορεί να επιτευχθεί με πολιτικά μέσα. Κατά πάσα πιθανότητα, αυτό συνδεόταν με μια αισιόδοξη αντίληψη για τις δυνατότητες των επίγειων θεσμών στη διόρθωση της ανθρώπινης ψυχής. Για παράδειγμα, ο μακάριος Αυγουστίνος, ο οποίος στην επισκοπή του ηγήθηκε του αγώνα κατά του σχίσματος των δονατιστών, έγραψε: « Ενέδωσα στα γεγονότα. Οι επίσκοποι με πολιόρκησαν με παραδείγματα, άρχισαν να δείχνουν όχι μόνο μεμονωμένα άτομα, αλλά και ολόκληρες πόλεις, στις οποίες προηγουμένως κυριαρχούσε ο δονατισμός και τώρα βασιλεύει η Ορθοδοξία. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτο από την άποψη αυτή είναι το ότι η πόλη μου, οι κάτοικοι της οποίας προηγουμένως ήταν κυρίως δονατιστές, τώρα υπό την επίδραση του αυτοκράτορα μετεστράφησαν στην Ορθοδοξία και με τόσο μίσος φέρονται προς τους δονατιστές, ώστε είναι αδύνατο και να διανοηθεί κανείς ότι κάποτε ήταν πόλη δονατιστών».

  Αυτή η περίπτωση χρήσης της πολιτικής εξουσίας για την αντιμετώπιση του δονατισμού απεικονίζει καλά την αντίληψη που κυριαρχούσε εκείνη την εποχή τόσο στη Δύση, όσο και στην Ανατολή σχετικά με τον ρόλο των κρατικών μοχλών στην εδραίωση της ηθικής.

  Θα εξετάσουμε εν συντομία ποιά εξέλιξη είχε αυτή η αντίληψη στη Δυτική Ευρώπη, διότι οι μορφές της εκκλησιαστικο-κοινωνικής ζωής που εμφανίστηκαν εδώ στη συνέχεια έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εμφάνιση και τον σχηματισμό των ιδεών που υπογραμμίζουν τη σημασία της ανθρώπινης ελευθερίας. Μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στα τέλη του 5ου αιώνα η Εκκλησία της Ρώμης έμεινε η μόνη συνεκτική οργάνωση στον «μετα-ρωμαϊκό» χώρο, η οποία διατηρούσε τη συνέχεια με την προηγούμενη μεγάλη κρατική οργάνωση. Εντός των συνθηκών πολιτικής αταξίας, που επικρατούσαν στην πρώην Δυτική Αυτοκρατορία για αρκετούς αιώνες, η Εκκλησία της Ρώμης ανέλαβε σταδιακά τις λειτουργίες του κρατικού θεσμού. Αυτό οδήγησε τελικά στη δημιουργία του παπικού κράτους τον 8ο αιώνα και στην εμφάνιση μιάς ιδεολογίας που δικαιολογούσε την υπεροχή της εκκλησιαστικής αρχής σε πολιτικά θέματα, η οποία έγινε γνωστή ως η θεωρία «των δύο ξιφών».

Η Εκκλησία της Ρώμης άρχισε να οργανώνει την εσωτερική ζωή της με τη βοήθεια μηχανισμών κρατικού εξαναγκασμού: να επιβάλλει φόρους, να διεκδικεί τα δικαιώματα της με τη βία ενώπιον των κοσμικών αρχών, να διεξάγει κατακτητικές εκστρατείες, να ρυθμίζει την ιδιωτική ζωή του ποιμνίου της με τη βοήθεια επίγειων μηχανισμών. Τον 12ο αιώνα εμφανίζεται η Ιερά Εξέταση, η οποία τον 16ο αιώνα μεταβάλλεται σε εκκαθαριστικό εργαλείο του αγώνα κατά της ετεροδοξίας.

   Οι εκπρόσωποι της Αναγέννησης, του Διαφωτισμού και αργότερα οι επαναστάτες ηγέτες προέβαλλαν την ιδέα της ελευθερίας με κοσμική μορφή, αποδίδοντάς της αντιεκκλησιαστικό και αντιχριστιανικό χαρακτήρα, επειδή πίστευαν ότι η Καθολική Εκκλησία αποτελεί στήριγμα καθεστώτων που θεωρούνταν τυραννικά. Εάν η Μεταρρύθμιση παρέμεινε στο πεδίο των χριστιανικών αξιών, οι επακόλουθες κινήσεις υπέρ της ελευθερίας , κατά κανόνα απέρριψαν το σημαντικό μέρος του χριστιανικού μηνύματος περί ελευθερίας - την ηθική ευθύνη ενώπιον του Θεού. Ως αποτέλεσμα προέκυψε η πτώση στο άλλο ακρο στήν απολυτοποίηση της ατομικής ελευθερίας του ανθρώπου.


Στην ανατολή διαμορφώθηκε διαφορετικός από τον δυτικό κανόνας σχέσεων Εκκλησίας - κράτους, ο οποίος ήταν περισσότερο σύμφωνος με την αγιοπατερική αντίληψη περί ανθρώπου. Διακήρυξη αυτής της προσέγγισης ήταν η έκτη Νεαρά του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, η οποία προέκυψε ως αποτέλεσμα της κωδικοποίησης του ρωμαϊκού δικαίου, που πραγματοποιήθηκε από αυτόν τον αυτοκράτορα στα μέσα του 6ου αιώνα. Στο έγγραφο αυτό η βασιλεία και η ιεροσύνη αντιμετωπίζονται ως δύο ισότιμα δώρα Θεού. Η δήλωση αυτή καθόλου δεν αφήνει περιθώριο για τη διαμάχη, εξαιτίας της οποίας για αιώνες σπαρασσόταν η Δύση σχετικά με το ποιός είναι ανώτερος, η Εκκλησία ή το κράτος, και ποιός σε ποιόν πρέπει να υπακούσει. Στην Ανατολή είχε διατυπωθεί η ιδέα της ισορροπίας μεταξύ των δύο θεσμών. Σύμφωνα με την έκτη Νεαρά το καθήκον του κράτους συνίσταται στην πραγμάτωση του νόμου του Θεού στη δημόσια ζωή και στην υπεράσπιση της πίστης.

    Η εκκλησία είναι υπεύθυνη για τα πνευματικά ζητήματα και υποστηρίζει το κράτος στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Έτσι, προϋπετίθετο κάποιος βαθμός αυτονομίας τόσο της Εκκλησίας, όσο και του κράτους, αλλά ταυτόχρονα και η αμοιβαία υποστήριξή τους. Στο Βυζάντιο ο πατριάρχης είχε το ειδικό δικαίωμα της μεσιτείας, δηλαδή της συνηγορίας μπροστά στις αρχές υπέρ ανθρώπων που δεν είχαν δικαιώματα. Βέβαια, στην ιστορία του Βυζαντίου ήταν διαφορετικές οι καταστάσεις. Δεν διακινδύνευε ο κάθε πατριάρχης ή εκκλησιαστικός παράγων να αρχίσει διάλογο με τον αυτοκράτορα ή κάποιο ισχυρό αξιωματούχο. Επιπλέον, είναι δύσκολο να βρεθεί μιά εποχή, κατά την οποία το ιδανικό των αρμονικών σχέσεων μεταξύ Εκκλησίας και κράτους να είχε πραγματοποιηθεί πλήρως. Ωστόσο, ο ίδιος ο κανόνας αυτής της εξισορρόπησης της κρατικής εξουσίας με το εκκλησιαστικό κύρος υπήρχε πάντοτε στο Βυζάντιο.

   Με την υιοθέτηση του χριστιανισμού το μεσαιωνικό κράτος των Σλάβων και η Ρωσία προσανατολίστηκαν προς το βυζαντινό μοντέλο σχέσεων Εκκλησίας - κράτους. Όπως και στο Βυζάντιο, έτσι και στο μεσαιωνικό κράτος των Σλάβων συνέβαιναν πραγματικές εθνικές τραγωδίες, όταν το πολιτικό ή πνευματικό κέντρο προσπαθούσε να υποτάξει την άλλη πλευρά. Αρκεί να θυμηθούμε τον Ιβάν τον Τρομερό και την προσπάθειά του να υποτάξει την Εκκλησία στην εξουσία του ηγεμόνα και τη δράση του Πατριάρχη Νίκωνα, η οποία στόχευε στην υπερβολική έξαρση του ρόλου της Εκκλησίας και του προκαθημένου της στην πολιτική ζωή της χώρας. Και η μία και η άλλη μετατράπησαν σε συμφορά και για την Εκκλησία και για την κοινωνία.

   Ωστόσο, αυτές ήταν παραβιάσεις του κανόνα της συμφωνίας, οι οποίες σχετίζονταν με ιστορικές προσωπικότητες, αλλά όχι με την άρνηση του κανόνα από την ίδια την Ρωσία. Ριζική ανατροπή στη ζωή του λαού έλαβε χώρα ακριβώς όταν πραγματοποιήθηκε η απόρριψη των αρχών αυτού του κανόνα στις αρχές του 18ου αιώνα και ο δανεισμός του προτεσταντικού μοντέλου σχέσεων Εκκλησίας - κράτους, το οποίο υπέταξε την Εκκλησία στο κράτος. Από τότε εμφανίζεται και μεγαλώνει το ρήγμα μεταξύ Εκκλησίας και κοινωνίας, Εκκλησίας και πολιτικής ελίτ. Το κράτος, που έχει χάσει το αντίβαρο του στο πρόσωπο της ανεξάρτητης Εκκλησίας, βαθμιαία δημιουργεί διαπλεκόμενους μηχανισμούς καταναγκασμού και ρύθμισης, οι οποίοι καταπνίγουν την ελευθερία του προσώπου.

   Μεταφέροντας ξένα πρότυπα σχέσεων Εκκλησίας - κράτους στο έδαφος της,( τηρουμένων των αναλογιών , αυτό ισχύει και στην Ελλάδα ) η Ρωσία δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την εξάπλωση των ίδιων  ελαττωμάτων της δημόσιας ζωής, τα οποία ήταν χαρακτηριστικά γιά τη Δυτική Ευρώπη. Απολύτως φυσικά, ακολούθως στη Ρωσία εισχωρούν διαφωτιστικές και επαναστατικές ιδέες που απολυτοποιούν την ελευθερία του ατόμου. Τον 20ο αιώνα τόσο στη Δύση, όσο και στη Ρωσία, λαμβάνει χώρα η περαιτέρω ανάπτυξη του φιλελευθερισμού και μάλιστα προς μιά πολύ επικίνδυνη κατεύθυνση, η οποία μειώνει την ιδέα της ελευθερίας αποκλειστικά στην ελευθερία της επιλογής και συνεπώς και στην επιλογή υπέρ του κακού.

   Αυτό οδηγεί στη ριζική απόρριψη της κανονιστικής σημασίας της παράδοσης, κυρίως της θρησκευτικής, και στην απολυτοποίηση του δικαιώματος του ατόμου να καθορίσει τι είναι καλό και τι κακό. Στην πράξη, αυτή η απολυτοποίηση πήρε τη μορφή του ηθικού και αξιολογικού σχετικισμού, ο οποίος βρήκε την εναργέστερη έκφραση του στα αυταρχικά καθεστώτα του 20ου αιώνα, στα οποία τη θέση του προσώπου κατέλαβαν το πολιτικό κόμμα και ο ηγέτης του, και στον μεταμοντέρνο ατομικισμό, όπου η ελευθερία του προσώπου από τους ηθικούς κανόνες της παράδοσης άρχισε να υποστηρίζεται σε νομοθετικό επίπεδο.

   Σήμερα περισσότερο από ποτέ γίνεται λόγος για την  ελευθερία. Όμως, ακριβώς σήμερα βρίσκονται σε εξέλιξη διεργασίες που αποτελούν απειλή για την προσωπική ελευθερία του ανθρώπου. Θεωρώντας την ελευθερία ως υψηλή αξία, τα κράτη και η διεθνής κοινότητα εισάγουν στη νομοθεσία τέτοιους κοινωνικοπολιτικούς κανόνες, που είναι αντίθετοι με τους κανόνες της ζωής του πιστού ανθρώπου, ο οποίος ανήκει σε παραδοσιακές θρησκείες. Από τη μία πλευρά, κανείς δεν καταπατά την ιδιωτική ζωή του ανθρώπου, αλλά σε κοινωνικό επίπεδο όλο και συχνότερα τον αναγκάζουν να αποδεχτεί ως κανόνα ζωής καταστάσεις του. Σε σύντομο χρονικό διάστημα αυτό μπορεί να οδηγήσει στο ότι ο χριστιανός ή άλλος πιστός δεν θα μπορεί να καταλάβει πολλές σημαίνουσες θέσεις και να αναπτύξει πολλών ειδών δραστηριότητες, διότι θα απαιτούνται από αυτόν πράγματα που δεν μπορεί να κάνει χωρίς να προδώσει την πίστη του και να διαπράξει αμαρτία.

   Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της εξέλιξης που μπορεί να έχει αυτό το σενάριο πρόσφατα παρουσιάστηκε σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απέρριψε την υποψηφιότητα του Ιταλού πολιτικού Ρόκκο Μπουτιλιόνε γιά τη θέση του Επιτρόπου Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εξαιτίας της μη αποδοχής από αυτόν της ομοφυλοφιλίας ως κανόνα διαπροσωπικών σχέσεων. Μιά ακόμη περίπτωση αφορά τον πρώην δήμαρχο της Νέας Υόρκης κ. Τζουλιάνι. Διατυπώνοντας τη θέση του σχετικά με τις αμβλώσεις, όταν ακόμη ήταν δήμαρχος της αμερικανικής μεγαλούπολης, είπε ότι ως χριστιανός τάσσεται κατά των αμβλώσεων, αλλά ως δήμαρχος είναι αναγκασμένος να τις υποστηρίξει, γιατί αυτή είναι η θέληση της πλειοψηφίας των κατοίκων της πόλης.

    Πως θα ενεργήσει ο χριστιανός στον δημόσιο τομέα, αν απαιτούν από αυτόν ως πρόσωπο που κατέχει τη μια ή την άλλη θέση σε κυβερνητικές δομές, σε επιχειρηματικές και κοινωνικές οργανώσεις, πράξεις που δεν συνάδουν με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του; Η διαδικασία εμφάνισης παρόμοιων κανόνων επηρεάζουν πολλές χώρες του κόσμου. Τέτοια βήματα επιχειρούνται και σε διεθνές επίπεδο. Αν σήμερα κάποιοι κανονισμοί θεσπίστηκαν στις δυτικές χώρες, αύριο η αποδοχή και η εφαρμογή τους θα απαιτηθεί από τη Ρωσία και άλλες χώρες, στις οποίες η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία εκπληρώνει την αποστολή της.

     Ένα άλλο πρόβλημα της σημερινής εποχής είναι ότι αναπτύσσεται σταδιακά ο μηχανισμός ελέγχου επί των δραστηριοτήτων του ατόμου τόσο σε εθνικό, όσο και σε διεθνές επίπεδο. Εισάγονται νέες μέθοδοι ταυτοποίησης, οι οποίες περιλαμβάνουν τη συλλογή και αποθήκευση δεδομένων σχετικά με τα ατομικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου, την κατανάλωση και το εισόδημά του. Αυτό οφείλεται στην επιθυμία να διακοπεί η παράνομη  μετανάστευση, η εγκληματική δραστηριότητα, η τρομοκρατία και να ρυθμιστεί η είσπραξη των φόρων. Με λίγα λόγια, η ανάπτυξη των μέσων ελέγχου στον τομέα αυτό καλείται να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των νομικών απαιτήσεων.
      Αλλά στα πλαίσια της εισαγωγής στη διεθνή και εθνική νομοθεσία κανόνων αντίθετων με τους ηθικούς κανόνες, στους θρησκευόμενους ανθρώπους δημιουργείται το απολύτως νομοτελειακό ερώτημα: «Άραγε, μια ωραία μέρα αυτά τα μέσα ελέγχου δεν θα χρησιμοποιηθούν για τον έλεγχο της εκτέλεσης των κανόνων αυτών;» Κι αν σήμερα ο άνθρωπος μπορεί να εκφράσει τη διαφωνία του με τους κανόνες της νομοθεσίας που έρχονται σε αντίθεση με την πίστη του, αύριο θα ελέγχεται για την εκτέλεση τους με τη βοήθεια την πίστη του, αύριο θα ελέγχεται για την εκτέλεσή τους με τη βοήθεια αυτών των στοιχείων και του τελειοποιημένου συστήματος ελέγχου.
      Κατανοώντας όλα αυτά τα προβλήματα και τη σοβαρότητα τους για το μέλλον του χριστιανισμού και της Εκκλησίας, η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως μαρτυρούν οι «Αρχές του κοινωνικού δόγματος», πιστεύει ότι οι χριστιανοί, παρ' όλα αυτά, δεν πρέπει να αποσυρθούν στον κύκλο τους. Σε αυτή την περίπτωση, μιά τέτοια απομόνωση δεν θα συμβάλει στην αποστολή της Εκκλησίας, η οποία έχει κληθεί από τον Σωτήρα να κηρύξει τον Λόγο του Θεού στο πρόσωπο όλης της γης. Η διέξοδος φαίνεται στο να συνεχίσει η Εκκλησία να είναι παρούσα στον σύγχρονο κόσμο και να δίνει μαρτυρία για τις θέσεις της.

     Ωστόσο, είναι σαφές ότι τα μέλη της θα πρέπει να έχουν επίγνωση της διαφορετικότητας τους σε σχέση με τον κόσμο, στον οποίο ζουν και εργάζονται. Συνεπής σε αυτή τη λογική, η Ρωσική Εκκλησία οικοδομεί ενεργά τις σχέσεις της με το κράτος, την κοινωνία, τους διεθνείς οργανισμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, το Συμβούλιο της Ευρώπης, τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και άλλους.
    Δύο χιλιετίες χριστιανικής ιστορίας μαρτυρούν ότι οι συγκρούσεις και διενέξεις που έλαβαν χώρα στην κοινωνικοπολιτική σφαίρα των χριστιανικών λαών βρίσκονταν εντός του πλαισίου των χριστιανικών αξιών, αν και κάποιες φορές οι υποστηρικτές της μιας πλευράς έχαναν ή και αρνούνταν τον δεσμό τους με τον χριστιανισμό. Η ελευθερία και η ηθική αποτελούν δύο κατηγορίες της αγιοπατερικής ανθρωπολογίας. Αλλά εξίσου σημαντικό είναι το ότι στην αγιοπατερική έννοια αυτές οι δύο κατηγορίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Η απολυτοποίηση της μια από αυτές τις κατηγορίες εις βάρος της άλλης οδηγεί αναπόφευκτα σε δημόσιες τραγωδίες.
       Το κήρυγμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας σήμερα συνίσταται στο να στηρίξουμε την αλληλεξάρτηση και την αλληλοσύνδεση αυτών των δύο κατηγοριών σύμφωνα με το πνεύμα της αγιοπατερικής θεολογίας. Πράγματι, τα δικαιώματα του ανθρώπου στη ζωή, τη δίκαιη δίκη, την εργασία και άλλα αποτελούν σημαντικά στοιχεία της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, διότι βασίζονται σε χριστιανικές ιδέες. Όμως, εξίσου σημαντική είναι η τήρηση των ηθικών αρχών και το να λαμβάνονται προσεκτικά υπ' όψιν κατά τη θέσπιση νόμων και τη διαμόρφωση πολιτικής. Για τη μεταφορά αυτού του μηνύματος στον σύγχρονο κόσμο η Ορθόδοξη Εκκλησία μπορεί να στηριχθεί σε έναν αρκετά μεγάλο συνασπισμό, αποτελούμενο από τις παραδοσιακές χριστιανικές Εκκλησίες, τις παραδοσιακές θρησκείες και τα συντηρητικά κοινωνικά κινήματα.
       Εν κατακλείδι θα ήθελα να μιλήσω για τη σημασία που έχει η ηθική επιλογή της σύγχρονης ανθρωπότητας για το μέλλον του κόσμου. Η επιλογή του ανθρώπου έχει πάντα εσχατολογική προοπτική, γιατί από το αν αυτός πορεύεται στη οδό της ζωής ή του θανάτου εξαρτώνται η πορεία της ανθρώπινης ιστορίας και το τέλος της. Από την Αποκάλυψη γνωρίζουμε ότι στο τέλος της ανθρώπινης ιστορίας θα βασιλεύσει ο Αντίχριστος και ότι η εγκαθίδρυση της βασιλείας του θα γίνει εφικτή μόνο επειδή οι άνθρωποι θα προτιμήσουν το κακό από το καλό. Καθένας από μας, όταν επιλέγει το πρώτο, φέρνει πιό κοντά την άφιξη του Αντίχριστου, ενώ , όταν παραμένει πιστός στο καλό, δεν του επιτρέπει να βασιλεύσει.
     Αναμφισβήτητα, το στεφάνι της ανθρώπινης ιστορίας δεν θα είναι η βασιλεία του Αντίχριστου, αλλά η ένδοξη Παρουσία του Χριστού και η καθολική ανάσταση των νεκρών. Η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού θα είναι η εκπλήρωση των ελπίδων όλων, όσων στη ζωή τους προσπάθησαν να κάνουν το καλό και να αποφύγουν το κακό, όσων επέλεγαν το θέλημα του Θεού και δεν έκαναν το θέλημα  του  διαβόλου, όσων δεν καταχράστηκαν την ελευθερία τους, αλλά τη χρησιμοποίησαν κατά τον προορισμό της, δηλαδή συνεργαζόμενοι με το αγαθό θέλημα του Θεού.