Μακρόνησος
2012. Τριγύρω παντού ερείπια. Γκρεμισμένοι πέτρινοι τοίχοι, σακατεμένα τούβλινα
τοιχάκια, κολωνάκια από μπετόν. Ατέλειωτοι σωροί από κατεστραμμένα οικοδομικά
υλικά που είχαν αποτυπωμένα πάνω τους τα σημάδια της φθοράς του χρόνου, μα και
σημάδια πόνου, φρίκης, θανάτου. Σήκωνα τα τούβλα, τα έσφιγγα στα χέρια μου,
έτριβα τα υπολείμματα της σαθρής λάσπης που παράσερνε το ελαφρύ αεράκι. Όταν η
αγωνία για να βγει το μεροκάματο, έχει γίνει ένα με το πετσί σου τόσα χρόνια,
το μυαλό σου φτάνει στους εξόριστους συναδέλφους οικοδόμους την ώρα που έχτιζαν
αυτά τα τούβλα. Όταν ο ιδρώτας χώνονταν στα μάτια και πλημμύριζε το κορμί. Όταν
αναμετρούνταν με τον βοριά, με τον καύσωνα, τη βροχή, την παγωνιά. Με το μυστρί
και το σφυρί στο χέρι. Όταν τη δουλειά
και την κούραση της μέρας συνόδευε το μαστίγιο, το ρόπαλο, ο πόνος, η
ψυχολογική βία, το αίμα.