Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΛΟΓΩΝΤΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΛΟΓΩΝΤΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2024

Νά ἔρχεται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ...

Λέει ὁ ἅγιος Σωφρόνιος: «Ὁ Θεός δέν βιάζει τή θέλησή μας, ἀλλά οὔτε εἶναι δυνατόν νά ἐπιβάλουμε σ᾿ αὐτόν μέ τή βία νά κάνει ὁτιδήποτε».

Αὐτό εἶναι! Νά ἔρχεται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ σιγά-σιγά, καί ἐσύ νά μένεις στήν ταπείνωση καί στήν ὑπακοή καί νά προχωρᾶς. Ἐνῶ, ὅταν ἐκβιάζεις τά πράγματα, ὅταν ἔχεις τή γνώμη ὅτι ἐσύ εἶσαι τό κάτι ἄλλο καί θά βάλεις κάτω τόν ἑαυτό σου καί θά τόν πιέσεις, θά ἀποτύχεις ὁπωσδήποτε.
Ἐσύ νά κάνεις τό καθῆκον σου ἁπλά, ταπεινά, ἔχοντας ἐμπιστοσύνη στόν Χριστό, καί ὁ Χριστός θά σέ ὁδηγήσει σιγά-σιγά. Δέν θά ἀφήσει νά ἔχεις πνεῦμα ὑπερηφανείας, ἀλλά ὅλο καί περισσότερο θά ἁπλώνεται ταπείνωση μέσα σου, θά γλυκαίνει ἡ καρδιά σου καί θά ἀρχίσεις νά ἔχεις αἰσθητή κοινωνία μέ τόν Χριστό, πού αὐτό εἶναι ἄλλο πράγμα!
«Ὅπως πάει νά κοιμηθεῖ κανείς καί δέν συνειδητοποιεῖ τήν ὥρα πού ἔρχεται ὁ ὕπνος, ἔτσι ἔρχεται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ στήν ψυχή», λέει πάλι ὁ ἅγιος.
 
π. Συμεών Κραγιόπουλος
 

Σάββατο 9 Ιουνίου 2018

«Το γεγονός των υπάκουων ψαράδων…»



«Ο Πέτρος άφησε και το σπίτι του και τη γυναίκα του. Ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης άφησαν το σπίτι και τον πατέρα τους. Κι όλοι τους τον ακολούθησαν. Για ποιο λόγο να στενοχωρηθούν; Δεν είχαν αγωνιστεί όλη νύχτα άσκοπα; Εκείνος που μπορεί να κάνει τα πάντα, θα μπορούσε να θρέψει κι αυτούς και τις οικογένειές τους. Εκείνος που στολίζει τα κρίνα του αγρού και τα κάνει πιο θαυμαστά ακόμα κι από το βασιλιά Σολομώντα, ο ίδιος θα φροντίσει και για το δικό τους ντύσιμο. Η τροφή και το ντύσιμο είναι το ελάχιστο που έχουν να φροντίσουν. Εδώ ο Κύριος τους καλεί στο μέγιστο: στη βασιλεία του Θεού. Όταν μπορεί να τους δώσει το μέγιστο, είναι δυνατό να μην μπορέσει να τους δώσει το ελάχιστο; Ο ίδιος ο απόστολος Πέτρος έγραψε αργότερα: “πάσαν την μέριμναν υμών επιρρίψαντες επ' αυτόν, ότι αυτώ μέλλει περί υμών” (Α Πέτρ. ε, 7).

Τί σημαίνει τώρα το γεγονός των υπάκουων ψαράδων, που τράβηξαν τα πλοιάριά τους στην ακτή, τα εγκατέλειψαν, όπως κι οτιδήποτε άλλο κατείχαν κι ακολούθησαν το Χριστό; Πως ο άνθρωπος που είναι προικισμένος από το Θεό, όταν προχωρεί στα βαθιά, εγκαταλείπει το σώμα με τα πάθη του, καθώς και κάθε εφάμαρτο δεσμό με το οποίο ήταν δεμένος ως τότε, εγκαταλείπει δηλαδή τα πάντα. Εγκαταλείπει όχι μόνο το σώμα και τους δεσμούς του, αλλ’ ακόμα και το παλιό πνεύμα του με όλες τις ιδέες του. Και τότε ακολουθεί Εκείνον που ντύνει όσους καλεί με το νέο ένδυμα της σωτηρίας, που καλεί πάντα τους υπάκουους πιστούς στα πνευματικά βάθη».

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Τρίτη 13 Ιουνίου 2017

«Οι άνθρωποι μπορούν να ξανασταθούν στα πόδια τους…»



«Η πηγή της χριστιανικής υπομονής δεν βρίσκεται στην αδιαφορία προς το κακό, αλλά όσο παράξενο και αν φαίνεται, στο ενεργητικό αίσθημα εμπιστοσύνης προς τους ανθρώπους. Ανεξάρτητα από το πόσο πέφτουν οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από το πόσο προδίδουν ό,τι καλύτερο υπάρχει μέσα τους, ο Χριστιανισμός τους καλεί να πιστέψουν πως η ουσιαστική ύπαρξη του ανθρώπου δεν συνίσταται από το κακό και την πτώση. Πιστεύει πως οι άνθρωποι μπορούν για άλλη μια φορά να ξανασταθούν στα πόδια τους, πως μπορούν να επιστρέψουν στη λαμπερή τους ουσία... Στο τέλος υπομονή είναι η πίστη στη δύναμη του καλού…».

π. Αλέξανδρος Σμέμαν, «Εορτολόγιο», Ακρίτας, Αθήνα 1997, σ. 130.

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2016

«Σχόλιο για την κατήχηση της Ορθοδοξίας»



Του Χρυσόστομου Σταμούλη,
Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Υπάρχει σήμερα κατήχηση στο χώρο της Εκκλησίας;

Η πρώτη εικόνα που έρχεται αμέσως στη σκέψη, όταν τίθεται το θέμα της ύπαρξης Ορθόδοξης Κατήχησης, σήμερα, είναι αυτή της έρημης χώρας και αναδεικνύει το μείζον πρόβλημα της απουσίας κατήχησης στο χώρο της Ορθοδοξίας. Θα ήταν αφελές ή υποκριτικό στην αρχή του 21ου αιώνα, ενώπιον της νέας κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής πραγματικότητας να υποστηρίξει κανείς ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο λειτουργείται η κατήχηση στο χώρο της Εκκλησίας.

Πολύ σωστά έχει τονιστεί ότι: «Ο σύγχρονος ορθόδοξος χριστιανός στην Ελλάδα –αν όχι και στην ελληνική διασπορά– κατά κανόνα νηπιοβαπτισμένος και κατά παράδοση ακατήχητος, ζει συντροφιά με την άγνοια της σωζούσης πίστεως και πεθαίνει παραδομένος σε κάποιες συγκεχυμένες και αόριστες ελπίδες που τις έχει στηρίξει σε μια –  κάποια εμπειρική θρησκοληψία, όταν αυτή δεν έχει καλυφθεί από αντιδραστικό αθεϊστικό αρνητισμό, που πότε – πότε παίρνει και το χρώμα του αντικληρικού μίσους ή της ψυχοτραυματικής πικρίας»[2]. Και σε άλλο κείμενο, άλλου συγγραφέα σημειώνονται τα εξής: «Έχουμε πεισθεί πια ότι ο λαός μας έχει ανάγκη κατηχήσεως. Είναι θλιβερό, είναι πολύ θλιβερό το γεγονός ότι ο λαός μας αγνοεί τον λόγο του Θεού, αγνοεί τα ωραία της πίστεώς μας… Πόσο είναι αλήθεια αυτό που λέχθηκε ότι η Ορθοδοξία σήμερα πάσχει από βερμπαλισμό και σχιζοφρένεια! Και πόσο αλήθεια είναι αυτό που είπε ο Spurgeon, προτεστάντης μεν στην πίστη, αλλά βαθειά επηρεασμένος από τον δικό μας Χρυσόστομο, ότι το καλύτερο έργο που έχουν να κάνουν μερικοί ιεροκήρυκες είναι να κλείσουν το στόμα τους!».[3]

Πρόκειται για διαπιστώσεις και περιγραφές που στοχεύουν το κέντρο, την καρδιά του προβλήματος και αναδεικνύουν την ανάγκη κοινωνίας αυτής της αυτοσυνειδησίας, εάν και εφόσον η διάθεση λειτουργίας της κατήχησης είναι ειλικρινής και εξάπαντος όχι κίνηση εντυπωσιασμού και εκπλήρωσης αρρωστημένου καθήκοντος.

Ίσως κάποιοι εδώ βέβαια να πουν ότι τα πράγματα γενικεύονται επικίνδυνα και παραθεωρούνται προσπάθειες και αγώνες ανθρώπων, ίσως αγώνες μιας ζωής. Οφείλω όμως με πλήρη ειλικρίνεια να σημειώσω ότι τα πράγματα μπορεί να είναι έτσι, είναι έτσι. Εντούτοις, στην Ορθοδοξία πρέπει να κλείσει κάποτε το θέμα των εξαιρέσεων, ο λόγος για τα μετόχια της αγάπης, και να δούμε τον κανόνα, να αναζητήσουμε την καθολική αγάπη της Εκκλησίας, στην περίπτωσή μας την Ορθόδοξη κατήχησή της.[4] Αγάπη χωρίς γνώση του προσώπου της αγάπης δεν υφίσταται, ή όπου υπάρχει αγγίζει τα όρια της μαγείας, της ειδωλολατρίας, της ιδεολογίας. Και ο Θεός της Ορθοδοξίας είναι πρόσωπο, τριάδα ομοούσιων προσώπων, που το εκκλησιαστικό πρόσωπο καλείται να γνωρίσει προσωπικά, εντός του καθολικού σώματος της Εκκλησίας.


[2] Αντ. Ρωμαίου, αρχ., Πρόλογος, Κατηχήσεις αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων, εκδ. «Ετοιμασία», Καρέας 1991, σ.7.

[3] Ι. Φούντα, αρχ., Ορθόδοξη κατήχηση, Μάνδρα Αττικής 1996, σ.7-8.

[4] Γ. Σεφέρη, «Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι
Λόγια για λόγια, κι άλλα λόγια;
Αγάπη, πού’ ναι η Εκκλησιά σου
Βαρέθηκα πια τα μετόχια».

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

«Νηστεία είναι...»



Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου*

«Νηστεία είναι η τέχνη να πεινάς και να διψάς. Η πείνα και η δίψα είναι πάντα τα σημάδια ότι μια ζώσα ύπαρξη έχει αρχίσει να φθείρεται και δεν θα επιβιώσει αν δεν λάβει απ’ έξω ενίσχυση υπό τη μορφή της τροφής. Στη χριστιανική οπτική, όμως, η πείνα και η δίψα θα μεταμορφωθούν σε αναζήτηση του ουσιώδους για τους ανθρώπους, δηλαδή της τροφής που δεν χάνεται. 
Το Ευαγγέλιο λέει ότι ο Χριστός ήρθε αντιμέτωπος με τον διάβολο στην έρημο αφού πρώτα πείνασε. Ήταν ένας πεινασμένος και διψασμένος Θεάνθρωπος αυτός που έδειξε μια νέα έξοδο από τους τρεις μείζονες θρησκευτικοπολιτικούς πειρασμούς του ανθρώπου: το ‘θαύμα’ που σκλαβώνει την ελευθερία, το ‘μυστήριο’ της αυτοεπιβεβαίωσης και την ‘εξουσία’ που υποτάσσει. Το να είσαι Χριστιανός συμπίπτει με το να πεινάς και να διψάς, δηλαδή με το να είσαι μια ανολοκλήρωτη ύπαρξη, μια ύπαρξη εν τω γίγνεσθαι, καθ’ οδόν μέχρι να στηθεί το τελικό συμπόσιο, σε εμπόλεμη κατάσταση μέχρι την Ανάσταση, πεινασμένος και διψασμένος για δικαιοσύνη. Αν δεν είμαστε σε θέση να μαρτυρήσουμε αυτή την προφητική οπτική, ό,τι θα απομείνει από τον χριστιανικό βίο θα είναι μια υπόθεση διαιτολόγων και μαγείρων. Και σε τέτοια περίπτωση, ας τ’ αφήσουμε σ’ αυτούς».

*Πηγή: «Η χριστιανική νηστεία στη μετανεωτερική κοινωνία», Σύναξη 133 (2015), σσ. 81-97 (το παράθεμα, ο επίλογος).