Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μέγας Βασίλειος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μέγας Βασίλειος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΩΣ ΝΟΜΙΚΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ



ag.vasileiosΙωάννη Ελ. Σιδηρά
Θεολόγου – εκκλησιαστικού ιστορικού – νομικού
 Η Αγία Μητέρα Ορθόδοξος κατ’ Ανατολάς Εκκλησία του Χρστού την 30η Ιανουαρίου εορτάζει τους τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου Θεότητος, Βασίλειον τον Μέγα, Γρηγόριον τον Θεολόγον και Ιωάννην τον Χρυσόστομον. Οι τρεις Ιεράρχες και Οικουμενικοί διδάσκαλοι υπήρξαν κατά την εποχή τους όντως Πανεπιστήμονες και πολυγραφότατοι θεολογικοί συγγραφείς. Εθεράπευσαν με την μελέτη και τα πνευματικά πονήματά τους, τόσον την εκκλησιαστική, όσον και την θύραθεν παιδεία και γι’ αυτό η πολιτεία ανεγνώρισε αυτούς ως προστάτες των γραμμάτων.
 Οι τρεις Ιεράρχες έλαβαν πλήρη και πολύπλευρη φιλοσοφική και θεολογική μόρφωση, συνάμα όμως έλαβαν γνώση και όλων των τότε γνωστών και ολοκληρωμένων επιστημών, όπως της ιατρικής, της νομικής, της ρητορικής, της αστρονομίας κ.α.
 Από τους τρεις φωστήρες Ιεράρχες, εκείνος που περισσότερο ησχολήθη με την νομική επιστήμη και ήσκησε το επάγγελμα του μαχόμενου νομικού, δικηγόρου, την Καισάρεια, διδάσκοντας παράλληλα και την ρητορική τέχνη, ήταν ο Βασίλειος, πριν βεβαίως εγκαταλείψει τα εγκόσμια και αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο Θεό. Τότε συνέγραψε τρία σημαντικά ασκητικά συγγράμματα τα οποία τιτλοφορούνται: “όροι κατά πλάτος”, “όροι κατ’ επιτομήν” και “όροι Ηθικοί”.
 Στους μεν “όρους κατά πλάτος” πραγματεύεται περί των γενικών προβλημάτων του μοναχικού βίου, του οποίου ως θεμέλιο χαρακτηρίζει την αγάπη προς τον Θεό και προς τον πλησίον. Στους δε “’όρους κατ’ επιτομήν”, αναλύονται τα γενικά προβλήματα, αλλά και τα ειδικότερα ζητήματα που αφορούν εν τοις πράγμασιν την ορθοπραξία, την εφαρμογή δηλαδή στην πράξη της ορθοδόξου διδασκαλίας της Εκκλησίας από τους μοναχούς και τις μοναχές. Πρόκειται ουσιαστικά για πρακτικές απαντήσεις, υπό την μορφή συστήματος μοναχικού τρόπου βιώσεως του αγγελομίμη του βίου, που δίδονται για κάθε ειδική περίπτωση. Τέλος, στους “όρους Ηθικούς” περιέχονται κείμενά της Αγίας Γραφής, τα οποία αναφέρονται στον πνευματικό και ηθικό βίο των Χριστιανών.
 Ο Μέγας Βασίλειος όμως, πριν από την εισαγωγή του στον Ιερό κλήρο, επειδή όπως προ αναφέραμε ήσκησε το επάγγελμα του μαχόμενου δικηγόρου και τους διδασκάλου της ρητορικής τέχνης στην Καισάρεια, συνέγραψε 99 πολύ σημαντικούς κανόνες τους οποίους επεσφράγισε και επικύρωσε δια του Β’ κανόνος αυτής η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος, η οποία συνεκλήθη το 691 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη.
 Στο παρόν άρθρο θα παραθέσουμε τους σπουδαιότερους από τους 92 κανόνες του Μεγάλου Βασιλείου. Έτσι, στον Α’ κανόνα ο Ιεράρχης δίδει με μοναδική ακρίβεια, σαφήνεια και περιεκτικότητα τους ορισμούς των μεγάλων “εκκλησιαστικών αδικημάτων”, τα οποία είναι αιρέσεις, τα εκκλησιαστικά σχίσματα και οι παρασυναγωγές εντός του εκκλησιαστικού σώματος.
 Στη συνέχεια προβαίνει δια του Η’ κανόνος του στην οριοθέτηση και διάκριση του ακούσιου και του εκούσιου φόνου. Με τα σημερινά δεδομένα του ποινικού δικαίου κάνει λόγο για την ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, την ανθρωποκτονία εξ’ αμελείας, για το σημερινό έγκλημα εκ του αποτελέσματος, για την θανατηφόρο σωματική βλάβη. Η δε αναφορά του στα “εμβρυοκτόνα δηλητήρια” συνδέεται προφανώς με τα αδικήματα της ετεραμβλώσεως και αυταμβλώσεως.
 Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι ο Μέγας Βασίλειος, συλλαμβάνει και τη σημερινή θεωρία του “Ενδεχόμενου δόλου” για τον οποίο ορίζει ότι “αν κάποιος προσφέρει σε άλλο πρόσωπο “περίεργον φάρμακον” για να τον ελκύσει σε σαρκικό έρωτα και το άτομο αυτό αποθάνει, τότε ο προσφέρων το φάρμακο, όπως λέγει, είναι υπεύθυνος για τον θάνατο του προσώπου, όπως εκείνος που διαπράττει ανθρωποκτονία εκ προθέσεως με ευθύ δόλο.
 Στο Β’ κανόνα του κάνει λόγο για τα αδικήματα της αμβλώσεως, εκτρώσεως, αλλά ακόμη και για την θεωρία της αληθούς συρροής ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως κα αμβλώσεως.
 Στο Δ’ κανόνα του ασχολείται με τους δίγαμους και τρίγαμους. Ο ίδιος όμως ακολουθεί τους παλαιούς Πατέρες της Εκκλησίας και αποδέχεται μόνο την μονογαμία, ενώ απορρίπτει με κάθε τρόπο τη διγαμία και τριγαμία. Μόνο δε σε ορισμένες περιπτώσεις κατ’ οικονομία δέχεται την διγαμία, μόνο και μόνο, για να μην χαρακτηρισθεί μοιχεία.
 Στο Ζ’ κανόνα ο Μέγας Βασίλειος αναφέρεται στις ακόλαστες και ανήθικες σαρκικές πράξεις της “αρσενοκοιτίας” και την “κτηνοβασίας”, τις οποίες εξομοιώνει με τον φόνο εκ προθέσεως. Για δε τους εν αγνοία τελέσαντες κάποια από τα ως άνω αδικήματα, λέγει ότι είναι άξιοι συγγνώμης ύστερα όμως από τριάντα έτη ειλικρινούς μετάνοιας. Εν προκειμένω, εμμέσως πλην σαφώς κάνει λόγο για την θεωρία του ποινικού δικαίου περί τις λεγομένης πραγματικής πλάνης.
 Στον Θ’ κανόνα του ο νομομαθής Ιεράρχης καταγράφει τους λόγους του διαζυγίου. Ως λόγους διαζυγίου αναγνωρίζει την πορνεία, την μοιχεία, αλλά και την διγαμία, για την οποία αναφέρεται στον ΙΒ’ κανόνα του.
 Το ιδιαιτέρως οξύ στις ημέρες μας ζήτημα της τοκογλυφίας απασχολεί και τον Μέγα Βασίλειο, ο οποίος στον ΙΔ’ κανόνα του αναφέρει ότι ο τοκογλύφος μπορεί να γίνει Ιερεύς εάν το άδικο κέρδος το δώσει στους πτωχούς. Είναι ωσάν να οριοθετεί την έννοια της εξαλείψεως του αξιοποίνου.
 Στο ΙΑ’ κανόνα του ασχολείται με το λεπτό ζήτημα του ποινικού μας δικαίου, το οποίο αφορά την δύσκολη διάκριση ανάμεσα στο αδίκημα της
θανατηφόρου σωματικής βλάβης και της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως. Τελικώς, ο Μέγας Βασίλειος καταλήγει να υπογραμμίσει ότι το όλο νομικό ζήτημα μπορεί να επιλυθεί επί τη βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, αναλόγως, βέβαια με την κρινομένη περίπτωση.
 Κατά τον ΚΑ’ κανόνα ο σεπτός Ιεράρχης ορίζει ότι εάν ένας νυμφευμένος άνδρας αμαρτήσει με άλλη νυμφευμένη γυναίκα, τότε λογίζεται ως πόρνος και τιμωρείται βαρύτερα από έναν ανύπανδρο άνδρα που πορνεύει. Καταλήγει δε στην άποψη αυτή επειδή ο ανύπανδρος αναγκάζεται προς το πορνεύειν λόγω της φυσικής επιθυμίας του, ενώ δεν χωρεί συγκατάβαση στον ύπανδρο επειδή εκείνος έχει παρηγοριά της επιθυμίας του την νόμιμη γυναίκα του.
 Πολύ σημαντικός είναι και ο ΚΒ’ κανών του Μεγάλου Βασιλείου στον οποίο γίνεται λόγος για το αδίκημα της απαγωγής. Ορίζεται δηλαδή ότι τιμωρούνται όλοι όσοι απαγάγουν γυναίκες είτε ελεύθερες, είτε “προμεμνηστευμένες”. Κατά κανόνα όμως γίνονται δεκτοί εις μετάνοια εκείνοι που αποδίδουν τις γυναίκες αυτές στους άνδρες ή τους γονείς τους. Αν πάλι οι τελευταίοι επιθυμούν να τις δώσουν στους πρώην απαγωγείς τους, τότε το “συνοικέσιον” θεμελιούται. Στον δε ΚΓ’ κανόνα εισάγεται η απαγόρευση να μην πανδρεύεται κάποιος της αποθανούσας γυναικός του την αδελφή, όπως το ίδιο πρέπει να ισχύει και για την χήρα γυναίκα η οποία δεν πρέπει να πανδρεύεται τον αδελφό του αποθανόντος ανδρός αυτής.
 Στον ΛΓ’ κανόνα εμμέσως αναφέρεται στο ποινικό αδίκημα της “Εκθέσεως” σε κίνδυνο ζωής, δια το οποίο φέρει ως παράδειγμα την εγκατάλειψη του βρέφους από την μητέρα του επί της οδός αμέσως μετά την γέννηση του.
 Ο ΛΗ’ κανών του Ιεράρχου αναφερόμενος στο αδίκημα της εκούσιας απαγωγής ορίζει ότι οι γυναίκες, που παρά την αντίθετη γνώμη των γονέων τους ακολουθούν τον άνδρα που αγαπούν, θεωρούνται ως πόρνες, ενώ εάν δώσουν την συγκατάθεση τους οι γονείς τους, τότε αναγνωρίζεται ως νόμιμη η έγγαμη συμβίωση τους.
 Ο Μέγας Βασίλειος ως σύγχρονος, θα λέγαμε, ποινικολόγος, κάνει λόγο στον ΜΓ’ κανόνα του για την υπέρβαση των ορίων της άμυνας, την οποία δεν συγχωρεί ως πράξη όταν είναι δυσανάλογα υπερβολική ως προς την επίθεση που δέχεται ο αμυνόμενος, ο οποίος τιμωρείται με ελαττωμένη ποινή.
 Ο ΝΖ’ κανών ορίζει ότι εκείνος που προκαλεί ακούσιο φόνο, πρέπει να απέχει επί 10 έτη από το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Αυτό δε ο κανών πρέπει να τύχει ιδιαιτέρας προσοχής από τους κληρικούς μας που οδηγούν αυτοκίνητο, αφού κινδυνεύουν ανά πάσα ώρα και στιγμή να προκαλέσουν ακούσιο φόνο, οπότε είναι πολύ δύσκολη, βάσει των ιερών κανόνων της Εκκλησίας, η άσκηση των ιερατικών τους καθηκόντων. Παρά ταύτα, ο Μέγας Βασίλειος δέχεται ως ελαφρυντικό την έμπρακτη μετάνοια του προκαλέσαντος τον ακούσιο φόνο.
 Επί πνευματικών ακραιφνώς ζητημάτων ο σοφός ιεράρχης ορίζει ότι ο επίορκος πρέπει για 10 έτη, να παραμένει ακοινώνητος. Την ίδια δε ποινή επιβάλλει ο ΞΣΤ’ κανών και στον τυμβωρύχο. Ο δε ΞΖ’ κανών επιλαμβάνεται του ζητήματος της αιμομιξίας μεταξύ των αδελφών, την οποία χαρακτηρίζει απερίφραστα ως έγκλημα. Θεωρεί επίσης ότι “αδελφομιξία” υφίσταται και στην περίπτωση των ετεροθαλών αδελφών. Την ίδια μάλιστα ποινική αντιμετώπιση εφαρμόζει ο ιερός πατήρ και σε εκείνους που έχουν ερωτικές σχέσεις με την μητριά τους.
 Ως προς τα λεγόμενα από την νομική επιστήμη “κωλύματα του γάμου”, ο Μέγας Βασίλειος ορίζει ότι απαγορεύεται ο γάμο συγγενούς εξ’ αίματος μέχρι και του δεύτερου βαθμού του ενός των συζύγων και του δεύτερου βαθμού του άλλου συζύγου. Το δε κώλυμα του το υφίσταται και μετά την λύση η ακύρωση του γάμου, αλλά δεν χαρακτηρίζεται ως μοιχεία εάν τυχόν συμβεί.
 Ο Μέγας Βασίλειος στον ΠΑ’ κανόνα ορίζει ότι εκείνος που αρνήθησαν την εις Χριστόν πίστη τους “εξ’ ανάγκης και εκ βασάνων φρικτών” μπορούν κα πρέπει ν’ αντιμετωπισθούν από την Εκκλησία με περισσότερη επιείκεια και πνεύμα συγχωρήσεως. Ενώ είναι ασυγχώρητοι και παντελώς εκτός του εκκλησιαστικού σώματος όλοι όσοι άνευ ανάγκης ή μαρτυρίου, αλλά εξ’ ιδιοτέλειας και αδιαφορίας περί την πίστη  του Ιησού Χριστού, επρόδωσαν την πίστη τους και έγιναν αρνησίθρησκοι και επίορκοι.
 Στον 90ο κανόνα του ο Μέγας Βασίλειος αναφέρεται στο ιδιαίτερο εκκλησιαστικό αδίκημα της σιμωνίας (φιλαργυρία των κληρικών). Ενώ επαινεί και εξυμνεί την αφιλαργυρία και την ανιδιοτέλεια των ιερέων, οι οποίοι τελούν τα μυστήρια της Εκκλησίας χωρίς να απαιτούν από τους πιστούς χρήματα για να επιτελέσουν τα μυστηριακά και ιερατικά τους καθήκοντα. Γι’ αυτό θεωρεί μέγα αμάρτημα την φιλαργυρία, την δε σιμωνία των κληρικών χαρακτηρίζει ως ειδωλολατρεία και βαρεία εκτροπή. 
 Από όσα παραπάνω εκθέσαμε, νομίζουμε ότι φανερούται η νομική κατάρτιση και συγκρότηση του αγίου ανδρός, ο οποίος χωρίς υπερβολή υπήρξε ένας “σύγχρονος” ποινικολόγος και αστικολόγος που μέχρι και σήμερα οι κοσμικοί και εκκλησιαστικοί του κανόνες έχουν εφαρμογή στο ποινικό και αστικό μας δίκαιο. Τέτοιους λοιπόν πανεπιστήμονες φωστήρες και οικουμενικούς διδασκάλους τιμούμε και δοξολογούν σήμερα μαθητές, φοιτητές, δάσκαλοι και καθηγητές της εκπαιδευτικής κοινότητας της χώρας μας. Είναι δε γεγονός ότι απετέλεσαν και οι τρεις την ενσαρκωμένη κοσμική σοφία και επιστήμη, αλλά κυρίως τα αδιάψευστα στόματα της θεολογίας και θεογνωσίας, της ορθοδοξίας και της ορθοπραξίας. Έθεσαν την γνώση τούτου του κόσμου και την επιστήμη στην υπηρεσία της Εκκλησίας και των συνανθρώπων τους. Γι’ αυτό υπήρξαν μέγιστοι θεολόγοι και μέγιστοι άνθρωποι, που δια της ακτίστου ενέργειας του Παναγίου πνεύματος κατέκτησαν και κυρίως βίωσαν προσωπικά και εμπειρικά την άνωθεν δοθείσα σ’ αυτούς θεία σοφία.
 Τέτοιους δασκάλους θέλουμε και σήμερα προκειμένου και η νεολαία μας να έχει πρότυπα γνήσια για να μιμηθεί και να βρει μια πυξίδα ορθοπορείας στον σύγχρονο κόσμο των τρελών αντιθέσεων, των ατέρμονων αναζητήσεων και των απραγματοποίητων ονείρων. Χρόνια πολλά, σε όλους εκείνους που καλλιεργούν το πνεύμα και αναζητούν βήμα-βήμα την θεογνωσία και τον άνωθεν φωτισμό της τρισηλίου θεότητος.  

http://www.enromiosini.gr/arthrografia/%CE%BF-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B1%CF%83-%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%83-%CF%89%CF%83-%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%83-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CF%89/

Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΠΕΡΙ ΠΛΟΥΤΟΥ ΚΑΙ ΠΛΕΟΝΕΞΙΑΣ

AG BASILEIOSΙωάννη Ελ. Σιδηρά

Θεολόγου – εκκλησιαστικού ιστορικού – νομικού



Διαχρονική η Κοινωνική Διδασκαλία του Αγίου Βασιλείου και άκρως επίκαιρη σε περίοδο οικονομικής κρίσεως.



Ο  αοίδιμος Μεγάλος Πανεπιστημιακός Καθηγητής, κορυφαίος των Πατρολόγων, Παναγιώτης Χρήστου αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η κοινωνική διδασκαλία του Μεγάλου Βασιλείου κατέχει εξέχουσα θέση στην καθόλου διδασκαλία του, όπως άλλωστε αξιόλογος υπήρξε και η κοινωνική δράση αυτού στην εν γένει εκκλησιαστική-κοινωνική-ποιμαντική  δραστηριότητά του.

Σχεδόν το μεγαλύτερο μέρος του συγγραφικού του έργου διαπνέεται από πλούσιο κοινωνικό φρόνημα και ιδιαίτερα μάλιστα ενδιαφέρον παρουσιάζουν από  της πλευράς αυτής οι ομιλίες του περί πλούτου και πλεονεξίας.

Οι ομιλίες αυτές, εκ των οποίων τμήματα δημοσιεύουμε στο παρόν άρθρο μας, θα πρέπει  να εκφωνήθηκαν κατά το έτος 368 μ.Χ., πριν δηλαδή από 16 ολόκληρους αιώνες, για να παρακινηθούν οι σκληροκάρδιοι και άπληστοι πλούσιοι και συνακόλουθα να αναδειχθούν φιλάδελφοι, κοινωνικά αλληλέγγυοι και ευμετάδοτοι προς τις ποικίλες ανάγκες των πενεστέρων τάξεων, οι οποίες του ενσκήψαντος κατά την περίοδο εκείνη λιμού και της ξηρασίας εδοκιμάζοντο δεινώς από την έλλειψη τροφίμων.

Ο Μέγας  Βασίλειος αντιμετωπίζοντας το όλο θέμα του πλούτου μέσα στο πλαίσιο των ποιμαντικών του φροντίδων για τις πνευματικές και υλικές ανάγκες του ποιμνίου του διατυπώνει ως κορυφαίος Θεολόγος, Θεόφρων Πατήρ της Εκκλησίας και ευαίσθητος Επίσκοπος τις αξιοπρόσεκτες περί του πλούτου κοινωνικές ιδέες του, οι οποίες και κατά την θεωρητική σύλληψη και κατά την πρακτική εφαρμογή τους παραμένουν ακόμη και σήμερα αξεπέραστες.

Το κείμενο της Θεοπνεύστου ομιλίας του Μεγάλου Βασιλείου, που τέμνει την κατάσταση της σύγχρονης υλιστικής και καταναλωτικής εποχής μας, έχει ως εξής:

«…Διότι νά, η προσταγή του Κυρίου σε αποδεικνύει ότι απέχεις πάρα πολύ μακριά από την αληθινή αγάπη. Διότι εάν αυτό που διαβεβαίωσες ήταν αληθινό, ότι δηλαδή, από τα νειάτα σου ετήρησες την εντολή της αγάπης και έδωσες στον καθένα τόσο όσο και στον εαυτό σου, τότε από πού προέρχεται αυτή η χρηματική περιουσία; Διότι η ικανοποίηση των αναγκών των πτωχών καταναλώνει τον πλούτο, όταν δηλαδή ο καθένας μεν δέχεται ολίγα για την ικανοποίηση των αναγκών του, όλοι όμως μαζί μοιράζονται τα υπάρχοντα που ξοδεύονται για όλους.

Ώστε αυτός που αγαπά  τον πλησίον ωσάν τον εαυτό του δεν κατέχει τίποτε περισσότερο από τον πλησίον. Αλλ’ όμως φαίνεσαι να έχεις πολλά κτήματα. Από πού αυτά; Από πού αλλού παρά από του ότι είναι φανερό ότι επροτιμούσες την δική σου απόλαυση από την παρηγοριά των πολλών.

Όσο λοιπόν υπερέχεις κατά τον πλούτο, τόσο υστερείς κατά την αγάπη. Διότι προ πολλού θα είχες σκεφθεί να απομακρύνεις τα χρήματα, εάν είχες αγαπήσει τον πλησίον. Τώρα δε τα χρήματα είναι συνδεδεμένα μαζί σου περισσότερο από τα μέλη του σώματος και ο χωρισμός από αυτά, σε λυπεί  σαν τον ακρωτηριασμό των χρησιμότερων μελών.

Διότι εάν είχες ενδύσει τον γυμνό, εάν είχες δώσει τον άρτο σου σ’ αυτόν  που πεινά, εάν η πόρτα σου είχε ανοιχθεί σε κάθε ξένο, εάν είχες γίνει πατέρας των ορφανών, εάν συνέπασχες με κάθε αδύνατο, για ποια χρήματα τώρα θα εδοκίμαζες λύπη; Καθόλου δεν θα δυσκολευόσουν να διαθέσεις τα υπόλοιπα, εάν από πολλού είχες σκεφθεί να τα μοιράζεις στους ενδεείς…

Αλλά τι τον  χρειάζεσαι τον πλούτο; Θα ενδυθείς με ένδυμα;  Δύο πήχεις σου αρκούν λοιπόν για τον χιτωνίσκο και η ένδυση ενός ιματίου θα καλύψει ολόκληρη την ανάγκη των ενδυμάτων. Μήπως θα ξοδεύσεις τον πλούτο στην διατροφή; Ένας άρτος είναι αρκετός για να γεμίσεις την κοιλιά σου. Γιατί λοιπόν λυπάσαι; Σαν τι στερείσαι; Την δόξα του πλούτου; Αλλά εάν δεν αναζητήσεις την επίγεια δόξα, θα εύρεις εκείνη που είναι πραγματική και λαμπρά, αφού σε προάγει στην Βασιλεία των Ουρανών.

Το να έχεις απλώς τον πλούτο είναι πράγμα που αγαπάς, έστω και δεν προκύπτει κανένα όφελος απ’ αυτόν. Εξάλλου, το ότι είναι ανόητη η φροντίδα για άχρηστα πράγματα, είναι σε όλους γνωστό.

Ίσως σου φανεί παράδοξο αυτό που σκοπεύω να σου ειπώ, πλην όμως απ’ όλα το πιο αληθινό. Όταν ο πλούτος  σκορπίζεται, κατά τον τρόπο που ο Κύριος παραγγέλλει, είναι φυσικό να παραμένει, όταν όμως φυλάσσεται είναι φυσικό να αποξενώνεται. Εάν τον φυλάσσεις, δεν θα τον έχεις, εάν τον σκορπίσεις, δεν θα τον απωλέσεις…

Αλλ΄ όμως ο πλούτος… υποβάλλει στους πλουσίους άπειρες αφορμές για δαπάνη, ώστε τα περιττά και τα άχρηστα  να θεωρούνται ως σπουδαία και τίποτε να μην είναι αρκετό για την εφευρετικότητα των εξόδων…. Άκου λοιπόν ποιοι είναι οι κανονισμοί αυτών. Να είναι, λέγει, άλλος μεν πλούτος για χρήση, άλλος για απόθεμα, και αυτός που εξυπηρετεί τις ανάγκες να ξεπερνά το όριο των απαραίτητων πραγμάτων. Αυτός  να υπάρχει για τις πολυτέλειες των σπιτιών και εκείνος να εξυπηρετεί τις κοσμικές επιδείξεις… Όταν όμως ο πλούτος που διαμοιράζεται σε άπειρες ανάγκες περισσεύει, παραχώνεται στη γη και φυλάσσεται σε μέρη μυστικά…. Είναι μεν απρόβλεπτο το μέλλον εάν έλθει προς την ανάγκη του χρυσού, δεν είναι όμως άδηλος η ζημία από την απανθρωπιά της συμπεριφοράς. Διότι αφού δεν μπόρεσες να ξοδεύσεις τον πλούτο στις απειράριθμες επινοήσεις, τότε τον απέκρυψες στη γή…. Τέτοιοι είναι αυτοί που καταδέχονται να κάνουν όλα τ΄ άλλα, αλλά αντιτίθενται στην απομάκρυνση των υπαρχόντων.

Γνωρίζω ότι πολλοί νηστεύουν, προσεύχονται, στενάζουν, φανερώνουν όλη την ανέξοδη ευλάβεια, δεν αφήνουν όμως ένα οβολό σ΄ αυτούς που θλίβονται. Ποιο το όφελός τους από την λοιπή αρετή; Διότι δεν τους δέχεται η Βασιλεία των Ουρανών….

Η καρδιά σου, πλεονέκτη, ωσάν σε ζυγαριά ζυγίζεται, αν κλίνει προς την αληθινή ζωή ή προς την προσωρινή απόλαυση. Διότι αρμόζει αυτοί που σκέπτονται συνετά να θεωρούν την χρήση του πλούτου οικονομική και όχι απολαυστική, και όταν τον αποχωρίζονται να χαίρουν, ωσάν να αποχωρίζονται από ξένα, αλλά να μη δυσανασχετούν, ωσάν να εκπίπτουν από οικεία….

Εσύ όμως με το να δίδεις χρυσό και να αποκτάς άλογα δεν λυπάσαι, με το να πωλείς δε πράγματα φθαρτά και να αγοράζεις την Ουράνια Βασιλεία, δακρύζεις και αρνείσαι αυτόν που ζητά και δεν συγκατατίθεσαι να δώσεις, με το να εφευρίσκεις χίλιες δυό προφάσεις για έξοδα.

Τι θα αποκριθείς στον Κριτή, εσύ που ενδύεις τους τοίχους και δεν ενδύεις άνθρωπο; Που στολίζεις τα άλογα, αλλά περιφρονείς τον αδελφό σου που είναι δίπλα σου και είναι γυμνός; Που καταμουχλιάζεις το σιτάρι και δεν τρέφεις αυτούς που πεινούν; Που παραχώνεις τον χρυσό και καταφρονείς τον καταπιεζόμενο;….

Διότι αυτοί που αγαπούν το χρυσάφι χαίρουν να είναι δεμένοι με χειροπέδες, μόνον εάν το δέσιμο είναι από χρυσό…. Όταν λοιπόν ο πλούτος από τον άνδρα και την γυναίκα, που ο ένας συναγωνίζεται τον άλλον στις επινοήσεις των ματαίων, διασπαθίζεται σε τόσα πολλά πράγματα, είναι εύλογο να μη μένει καιρός να ενδιαφερθούν για άλλους….

Να είσαι μεγαλόψυχος. Οι μικροί και οι μεγάλοι τοίχοι εκπληρώνουν την ίδια ανάγκη. Όταν εισέλθω σε σπίτι ανδρός ξιπασμένου και νεόπλουτου και το ιδώ να είναι στολισμένο με ποικίλα άνθη ξέρω πολύ καλά ότι αυτός τίποτε από τα βλεπόμενα δεν κατέχει ως πολυτιμώτερο, αλλά καλλωπίζει τα άψυχα και έχει αστόλιστη την ψυχή.

Πες μου, ποια περισσότερη ανάγκη παρέχουν τα αργυρένια κρεβάτια και τα αργυρένια τραπέζια, τα ελεφάντινα καθίσματα και τα ελεφάντινα αμάξια, ώστε ο πλούτος εξ αιτίας  αυτών να μη προσφέρεται στους φτωχούς αν και είναι αναρίθμητοι και στέκονται έξω από την πόρτα και εκβάλλουν κάθε είδους λυπητεράς φωνής;

Εσύ δε αρνείσαι  να δώσεις, με το να λέγεις ότι είναι αδύνατον να επαρκέσεις σ΄αυτούς που επαιτούν. Και με την γλώσσα μεν ορκίζεσαι, ελέγχεσαι δε από το χέρι. Διότι το χέρι σου που δεν ομιλεί, αλλά περιαστράπτει  από την πέτρα του δαχτυλιδιού, διαλαλεί την ψευδολογία σου. Πόσους θα μπορούσε να απαλλάξει από τα χρέη ένα δικό σου δαχτυλίδι; Πόσα σπίτια που καταστρέφονται να ανορθώσει; Μία ιματιοθήκη σου μπορεί να ενδύσει ολόκληρο λαό που τρεμουλιάζει. Αλλ΄ ανέχεσαι να διώξεις άπρακτο τον πτωχό, χωρίς να φοβάσαι την δικαιοσύνη της ανταποδόσεως από τον Κριτή. Δεν ελέησες, δεν θα ελεηθείς. Δεν άνοιξες την πόρτα, θα εκδιωχθείς από την Βασιλεία. Δεν έδωσες το ψωμί, δεν θα λάβεις την αιώνια ζωή. Αλλά λέγεις πτωχό τον εαυτό σου. Και εγώ συμφωνώ. Διότι ο πτωχός είναι αυτός που στερείται από πολλά. Και εσάς η αχόρταγη επιθυμία Σας κάνει να στερείσθε από πολλά…. Οι νεόπλουτοι, αφού αποκτήσουν πολλά, επιθυμούν περισσότερα, τρέφοντες την ασθένεια με αυτό που πάντοτε προστίθεται  και καταντά η φροντίδα τους στο αντίθετο. Διότι δεν τους ευφραίνουν τα παρόντα αν και είναι τόσα πολλά, όσον τους λείπουν τα ελλείποντα, όσα βέβαια αυτοί υποθέτουν ότι τους λείπουν, ώστε πάντοτε η  ψυχή να λιώνει από τις φροντίδες, εφόσον επιδιώκουν περισσότερα. Ενώ αυτοί πρέπει να ευφραίνονται και να είναι ευχαριστημένοι, επειδή είναι τόσο πολλοί εύποροι, αυτοί όμως δυσφορούν και θλίβονται, διότι είναι κατώτεροι από ένα ή δύο υπερπλούσιους. Όταν φθάσουν αυτόν τον πλούσιο, αμέσως αγωνίζονται να εξισωθούν με τον πλουσιότερο. Και όταν και αυτόν τον φθάσουν, τότε μεταφέρουν την φροντίδα στον άλλον….

Ο πλεονέκτης είναι κακός γείτονας στην πόλη, κακός και στην εξοχή. Η θάλασσα γνωρίζει τα σύνορά της και η νύχτα δεν παραβιάζει την παλαιά οροθεσία. Ο πλεονέκτης όμως δεν σέβεται τον χρόνο, δεν γνωρίζει σύνορα, δεν ανέχεται την σειρά της διαδοχής, αλλά μιμείται την ορμητικότητα της φωτιάς. Όλα τα αρπάζει, σε όλα εξαπλώνεται… όλα υποκύπτουν στην τυραννία, όλα από φόβο ζαρώνουν στην καταδυνάστευση, ώστε ο καθένας από αυτούς που έχουν αδικηθεί, έχει κάθε λόγο να μη επιχειρεί να πάθει χειρότερο κακό παρά να ζητήσει ικανοποίηση δι΄όσα έπαθε. Οδηγεί τα ζευγάρια βοδιών, οργώνει, σπέρνει, θερίζει αυτά που δεν του ανήκουν. Εάν αντιμιλήσεις, ακολουθούν τα κτυπήματα. Εάν οδύρεσαι, σε καταγγέλλει ότι τον εξύβρισες, ότι είσαι υπό δίκην και θα πας στην φυλακή. Οι συκοφάντες είναι έτοιμοι να θέσουν σε κίνδυνο την ζωή σου…

Έχεις τόσα και τόσα πλέθρα καλλιεργησίμου γης, άλλα τόσα φυτευμένα  βουνά, πεδιάδες, κοιλάδες, ποταμούς, λιβάδια. Τι λοιπόν θα συμβεί ύστερα απ΄ όλα αυτά; Δεν σε περιμένουν τρεις πήχεις όλοι- όλοι; Δεν θα είναι αρκετόν το βάρος ολίγων πετρών για να φυλαχθεί  η δυστυχής σάρκα; Για ποιόν κοπιάζεις; Για ποιον αδικείς; Γιατί με τα χέρια σου μαζεύεις ακαρπία; Μακάρι να μαζεύεις ακαρπία και όχι υλικό για το αιώνιο πύρ. Δεν θα απαλλαγείς από την μέθη αυτή; Δεν θα υγιαίνουν τα λογικά σου; Δεν θα συνέλθεις; Δεν θα φέρεις στα μάτια σου το Δικαστήριο του Χριστού; Τι θα απολογηθείς όταν θα σε έχουν περικυκλώσει οι αδικημένοι και θα σε κατηγορούν στον δίκαιο Κριτή; Τι θα κάμεις λοιπόν; Ποιούς συνηγόρους θα πληρώσεις; Ποιούς  μάρτυρες θα προσκομίσεις; Πώς θα ξεγελάσεις τον δικαστή που δεν εξαπατάται; Δεν παρίσταται δικηγόρος εκεί, δεν υπάρχει επιχειρηματολογία που να μπορεί να υποκλέψει την αλήθεια από τον δικαστή.

Δεν συνοδεύουν οι κόλακες, ούτε τα χρήματα, ούτε το μέγεθος του αξιώματος. Μόνος χωρίς φίλους, χωρίς βοηθούς, χωρίς συνήγορο, αναπολόγητος, ντροπιασμένος θα οδηγηθείς, σκυθρωπός, κατηφής, ολομόναχος, δειλός. Διότι όπου και αν περιφέρεις το βλέμμα σου θα δεις καθαρές τις εικόνες των κακών έργων. Από τη μία τα δάκρυα του ορφανού, από την άλλη τους στεναγμούς της χήρας, απ΄ αλλού τους γρονθοκοπημένους από εσένα πτωχούς, τους υπηρέτες που καταξέσχισες τις σάρκες, τους γείτονες που εξόργιζες. Όλα θα ξεσηκωθούν εναντίον σου. Ο πονηρός χορός των κακών σου πράξεων θα σε περιστοιχίζει. Διότι όπως η σκιά στο σώμα έτσι και οι αμαρτίες συνοδεύουν την ψυχή και εξεικονίζουν ολοκάθαρα τις πράξεις. Γι΄ αυτό εκεί δεν χωρεί άρνηση, αλλά βουβαίνεται το στόμα και μάλιστα το αδιάντροπο. Διότι τα ίδια πράγματα του καθενός, χωρίς να εκβάλλουν φωνή, αλλά εμφανιζόμενα όπως ακριβώς έχουν διαπραχθεί από εμάς, καταθέτουν ως μάρτυρες…

…Ποιος ελυπήθη ο θάνατος για τα πλούτη του; Ποιος λυτρώθηκε από την αρρώστια εξ αιτίας των χρημάτων του; Ως πότε ο χρυσός θα είναι η αγχόνη των ψυχών, το αγκίστρι του θανάτου, το δόλωμα της αμαρτίας; Ως πότε ο πλούτος θα είναι η αιτία του πολέμου για τον οποίο κατασκευάζονται τα όπλα και ακονίζονται τα ξίφη; Εξαιτίας αυτού οι συγγενείς παραγκωνίζουν την συγγένεια, οι αδελφοί σε φονική διάθεση υποβλέπει ο ένας τον άλλον. Εξαιτίας του πλούτου οι ερημιές φιλοξενούν τους φονιάδες, η θάλασσα τους πειρατές, οι  πόλεις τους συκοφάντες. Ποιος είναι ο πατέρας του ψεύδους; Ποιος ο δημιουργός της πλαστογραφίας; Ποιος εγέννησε την ψευδορκία; Δεν είναι ο πλούτος; Δεν είναι η μέριμνα γι΄αυτόν.

            Τι κάνετε άνθρωποι; Τι λέτε; Αφού τα απολαύσω σε ολόκληρη την ζωή μου μετά τον θάνατο θα κάμω κληρονόμους της περιουσίας μου τους φτωχούς; Αφού τους καταστήσω κατόχους των δικών μου μέσω γραμμάτων και διαθηκών. Όταν πια δεν θα ευρίσκεσαι ανάμεσα στους ανθρώπους, τότε θα γίνεις φιλάνθρωπός; Όταν θα σε αντικρύσω νεκρό, τότε θα σε ονομάσω φιλάδελφο; Ενώ κείσαι στον τάφο και έχεις διαλυθεί στο χώμα, έγινες άφθονος και μεγαλόκαρδος στις δαπάνες; …

            Όσο ζούσες την ζωή σου πολυτελώς και ο πλούτος σου εχύνετο τριγύρω σου, δεν καταδεχόσουν ούτε καν να ρίξεις μία ματιάς στους πτωχούς, τώρα που είσαι πεθαμένος, ποια λοιπόν είναι η ενέργεια; Ποιος μισθός για εργασία σου οφείλεται; Δείξε τα έργα και ζήτησε τις ανταμοιβές.                 
 http://www.enromiosini.gr/arthrografia/%CE%BF-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B1%CF%83-%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%83-%CF%89%CF%83-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%83-%CE%B4%CE%B9%CE%B4%CE%B1%CF%83/

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ


agvasileioskaisareiasΥπό
Σεβ/τάτου Μητροπολίτου Αντινόης
κ. κ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ
Ο Βασίλειος Καισαρείας, γνωστότερος ως Μέγας Βασίλειος (μεταξύ 329 και 333 – 379), υπήρξε Πατέρας της Εκκλησίας, Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας, κορυφαίος θεολόγος του 4ου αιώνα και ένας από τους Τρεις Ιεράρχες, που θεωρούνται προστάτες της παιδείας.
Η ζωή του:  Γεννήθηκε στα 330 στη Νεοκαισάρεια της Καππαδοκίας. Ο πατέρας του Βασίλειος ασκούσε το επάγγελμα του καθηγητή ρητορικής στη Νεοκαισάρεια και η μητέρα του Εμμέλεια ήταν απόγονος οικογένειας Ρωμαίων αξιωματούχων (ο πατέρας της είχε πεθάνει ως Χριστιανός μάρτυρας). Στην οικογένεια εκτός από το Βασίλειο υπήρχαν άλλα οκτώ ή εννέα παιδιά. Μεταξύ αυτών, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο Ναυκράτιος που έγινε ασκητής και θαυματουργός Άγιος, η Μακρίνα (Οσία Μακρίνα) και ο Πέτρος, Επίσκοπος Σεβαστείας, ενώ κάποιο φαίνεται να πέθανε σε βρεφική ηλικία.
Όντας φιλάσθενος από μικρός, ο Βασίλειος μεταφέρθηκε από τη γιαγιά του Μακρίνα στο κτήμα των Αννήσων κοντά στον ποταμό Ίρι, όπου ανατράφηκε από αυτήν μέχρι το θάνατό της και μετέπειτα από την πρωτότοκη αδερφή του Μακρίνα η οποία επηρέασε καθοριστικά τον μικρό Βασίλειο να στραφεί στην Χριστιανική πίστη. Την εγκύκλια παιδεία έλαβε από τον πατέρα του ενώ μετά την εκδημία του (γύρω στα 345) μετέβη στην Καισάρεια. Κατόπιν η ανάγκη του για περαιτέρω μόρφωση τον έφερε στην Κωνσταντινούπολη, όπου φοίτησε κοντά στο γνωστό δάσκαλο της εποχής Λιβάνιο και επακόλουθα στην Αθήνα (352).
Στην Αθήνα γνωρίστηκε με το Γρηγόριο από την Καππαδοκία (τον μετέπειτα Γρηγόριο το Θεολόγο) αναπτύσσοντας μία μεγάλη φιλία, εγγράφηκε στη σχολή του Χριστιανού φιλοσόφου Προαιρεσίου και παρακολούθησε τη διδασκαλία του καθώς και τη διδασκαλία άλλων φιλοσόφων όπως ο Ιμέριος.
Επέστρεψε στην πατρίδα του το καλοκαίρι του 356, εγκαταστάθηκε στην Καισάρεια και, συνεχίζοντας την παράδοση του πατέρα του, έγινε καθηγητής της ρητορικής. Το 358, επηρεασμένος από το θάνατο του αδερφού του μοναχού Ναυκρατίου, βαπτίζεται Χριστιανός, πιθανόν από τον επίσκοπο Διάνιο, και αποφασίζει να αφιερώσει τον εαυτό του στην ασκητική πολιτεία. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους ξεκινά ένα οδοιπορικό σε γνωστά κέντρα ασκητισμού της Ανατολής, επιθυμώντας την ανεύρεση κατάλληλου τόπου διαμονής. Επέστρεψε το 359 στον Πόντο και για μικρό χρονικό διάστημα διέμεινε στην Αριανζό, κοντά στο φίλο του Γρηγόριο.
Τον Ιανουάριο του 360 φαίνεται να συμμετείχε, ως παρατηρητής εντεταλμένος από τον επίσκοπο Διάνιο, στην αρειανική Σύνοδο, που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη, για την έριδα μεταξύ Ομοουσιανών και Ομοιανών. Μετά την υπογραφή, από μέρους του Διανίου, του συμβόλου των Ομοιανών, ο Βασίλειος απογοητευμένος αποσύρθηκε στο ησυχαστήριο της αδερφής του εγκαινιάζοντας τη μνημειώδη αλληλογραφία του με το Γρηγόριο.
Το καλοκαίρι του 364 ο Ευσέβιος Καισαρείας τον χειροτόνησε πρεσβύτερο. Η μεγάλη δραστηριότητα και η μόρφωση του Βασιλείου προκάλεσαν τα ζηλόφθονα αισθήματα του Ευσεβίου γεγονός που οδήγησε τον πρώτο, για ακόμα μία φορά, να επιστρέψει στην πατρίδα του. Η μεσολάβηση, όμως, του Γρηγορίου επιφέρει εξομάλυνση των σχέσεων και την επιστροφή του Βασιλείου στην Καισάρεια. Μετά το θάνατο του Ευσεβίου, με τη συνδρομή του Ευσεβίου επισκόπου Σαμοσάτων και του Γρηγορίου επισκόπου Ναζιανζού, εκλέγεται διάδοχός του στην επισκοπική έδρα της Καισάρειας και αναλαμβάνει συν τω χρόνω, λόγω του κύρους της προσωπικότητάς του, την εξαρχία της Αρχιεπισκοπής του Πόντου.
Στον εκκλησιαστικό τομέα, ως επίσκοπος πλέον, ο Βασίλειος αντιμετώπισε την προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ουάλη να επιβάλει τον Ομοιανισμό (ρεύμα του Αρειανισμού), όντας σε επιστολική επικοινωνία με το Μέγα Αθανάσιο, Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τον Πάπα Ρώμης Δάμασο. Στην περιφέρεια της ποιμαντικής του ευθύνης είχε να αντιμετωπίσει την έντονη παρουσία του αρειανικού στοιχείου και άλλων χριστιανικών, μη ορθόδοξων, ομολογιών. Σε αυτό τον τομέα έδρασε και ως επίσκοπος, δηλαδή οργανωτικά, αλλά και με την αντιρρητική του γραμματεία. Μέσα από τις επιστολές του φαίνονται οι προσπάθειες που κατέβαλε για την ανάδειξη άξιων κληρικών στο ιερατείο, την καταπολέμηση της σιμωνίας των επισκόπων, την πιστή εφαρμογή των ιερών κανόνων από τους πιστούς καθώς και η ποιμαντική μέριμνα, που επέδειξε έναντι των αποκομμένων και περιθωριοποιημένων μελών της Εκκλησίας. Η όλη του δραστηριότητα επιφέρει τη βαθμιαία αναγνώρισή του ως κοινού έξαρχου ολόκληρου του ασιατικού θέματος της Αυτοκρατορίας.
Στην οικουμενική Εκκλησία ο Βασίλειος αναλαμβάνει τα πνευματικά ηνία από το Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος βαθμιαία αποσύρεται από την ενεργό δράση λόγω γήρατος. Εργάζεται για την επικράτηση των ορθόδοξων χριστιανικών αρχών και υπερασπίζεται το δογματικό προσανατολισμό της Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας. Προσπαθεί να βρίσκεται σε αλληλενέργεια με τα ορθόδοξα πατριαρχεία και ουσιαστικά υποκαθιστά και αντικαθιστά την αρειανίζουσα ιεραρχία του πολιτικού κέντρου της Αυτοκρατορίας. Σε αυτή την προσπάθεια συναντά την αδιάφορη ή προκατειλημμένη στάση των άλλων πατριαρχείων, γεγονός, που παρά την απογοήτευση που του επιφέρει δεν τον καταβάλει στη συνέχιση του αγώνα του.
Έργο ζωής και σημαντικό σταθμό στην πορεία του, αποτελεί η ίδρυση και λειτουργία ενός κοινωνικού φιλανθρωπικού συστήματος, του Πτωχοκομείου ή Βασιλειάδας. Εκεί διοχετεύει όλη την ποιμαντική του ευαισθησία, καθιστώντας την πρότυπο κέντρου περίθαλψης και φροντίδας των ασθενέστερων κοινωνικά ατόμων. Ουσιαστικά η Βασιλειάδα υπήρξε ένας πρότυπος οίκος για τη φροντίδα των ξένων, την ιατρική περίθαλψη των φτωχών άρρωστων και την επαγγελματική κατάρτιση των ανειδίκευτων. Καθίσταται η μήτρα ομοειδών οργανισμών που δημιουργήθηκαν σε άλλες επισκοπές και στάθηκε η σταθερή υπενθύμιση στους πλουσίους του προνομίου τους να διαθέτουν τον πλούτο τους με έναν αληθινά χριστιανικό τρόπο.
Καταπονημένος από την ευρεία δράση που ανέπτυξε σε πολλούς τομείς της χριστιανικής μαρτυρίας καθώς και την ασκητική ζωή, την οποία ακολουθούσε, ο Βασίλειος πεθαίνει την 1 Ιανουαρίου του 379 σε ηλικία 50 ετών. Ο θάνατός του βυθίζει στο πένθος όχι μόνο το ποίμνιό του αλλά και όλο το χριστιανικό κόσμο της Ανατολής. Στην κηδεία του συμμετέχουν Ιουδαίοι, πιστοί της εθνικής θρησκείας και ένα πλήθος ανομοιογενούς θρησκευτικής και εθνικής απόχρωσης. Η παρακαταθήκη του υπήρξε το τεράστιο σε μέγεθος και σημασία θεολογικό – δογματικό του έργο μαζί με τη συμβολή του στη λειτουργική και την πρωτότυπη ανθρωπιστική του δράση.
Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία την 1η Ιανουαρίου ενώ από το 1081 ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως – Νέας Ρώμης Ιωάννης Μαυρόπους (ο από Ευχαΐτων) θέσπισε έναν κοινό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Ιωάννη Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου, στις 30 Ιανουαρίου ως προστατών των γραμμάτων και της παιδείας. Η Αγγλικανική και η Καθολική εκκλησία τιμούν την μνήμη του στις 2 Ιανουαρίου, ενώ η Λουθηρανική και η Επισκοπελιανή, στις 14 Ιουνίου.
To Έργο του Μεγάλου Βασιλείου:  Ο Μέγας Βασίλειος είναι ένας από τους σημαντικότερους δογματικούς θεολόγους του Χαλκηδόνιου Χριστιανισμού με σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη του Τριαδολογικού δόγματος. Διακήρυξε την ενότητα της Αγίας Τριάδας ως μιας ουσίας και προχώρησε στον προσδιορισμό του υποστατικού διαχωρισμού των Προσώπων της. Κάθε υπόσταση διακρίνεται από ορισμένους τρόπους ύπαρξης και μεμονωμένα χαρακτηριστικά (ιδιώματα): ο Πατέρας είναι αγέννητος, ο Υιός γεννηθείς αχρόνως και το Άγιο Πνεύμα εκπορευτό διά του Πατρός. Η μόνη προτεραιότητα του Πατέρα είναι λογική, μη χρονική και δεν ενέχει καμία ανωτερότητα.
Στο έργο τόνισε επίσης τη σημασία της διάκρισης μεταξύ ουσίας και ενεργειών του Θεού. Μεταξύ του άκτιστου Θεού και του κτιστού κόσμου υπάρχει οντολογικό χάσμα, που αποκλείει την κατ’ ουσία κοινωνία και σχέση μεταξύ τους. Ο Θεός καθίσταται αντιληπτός στον κόσμο διά των ενεργειών του. Το ότι ο κόσμος διατηρείται στο “είναι” οφείλεται στη δημιουργική, συνεκτική και ζωοποιό ενέργεια του Θεού.
Ο Βασίλειος υπήρξε θαυμαστής του μεγάλου αλεξανδρινού φιλοσόφου Ωριγένη αλλά στο ερμηνευτικό του έργο απορρίπτει την αλληγορική μέθοδο και πλησιάζει προς την αντιοχειανή σχολή. Ερμηνεύει χρησιμοποιώντας το κείμενο ως αφορμή έκθεσης των προσωπικών του θέσεων.
Κεφαλαιώδης ήταν και η συμβολή του στην αξιολόγηση της θύραθεν παιδείας μέσα στη χριστιανική Εκκλησία. Μελετητής ο ίδιος και γνώστης της ελληνικής φιλοσοφίας, τη χρησιμοποιεί ως όργανο επεξεργασίας και διατύπωσης των θεολογικών του αντιλήψεων. Η φιλοσοφία, κατά το Βασίλειο, πρέπει να μελετάται υπό το νέο χριστιανικό πρίσμα. Δεν απορρίπτει τη μελέτη των κλασσικών γραμμάτων, αντίθετα προτρέπει στη χρήση τους ως ένδυμα της χριστιανικής θρησκευτικής διδασκαλίας.
Στον τομέα του μοναχισμού ανέλαβε δράση θέτοντάς τον υπό τον έλεγχο της εκκλησιαστικής ηγεσίας και εισήγαγε την ομολογία της αφιέρωσης στο Θεό και της ένταξης στην αδελφότητα, η οποία προέβλεπε αγαμία, υπακοή και ακτημοσύνη. Επίσης έθεσε την αυθαίρετη πνευματικότητα του μοναχισμού στη σταθερή βάση της Αγίας Γραφής και τοποθέτησε τους μοναχούς στη γραμμή του κοινού βίου και της οργανωμένης δράσης.
Πλούσιο είναι και το νομικό του έργο το οποίο βρίσκουμε συγκεντρωμένο κυρίως στις επιστολές του προς τον Αμφιλόχιο Ικονίου, από τις οποίες προήλθαν οι 85 κανόνες που, αφού επικυρώθηκαν από τη Σύνοδο εν Τρούλω στα τέλη του 7ου αιώνα (691/2), αποτελούν ως σήμερα, ως συστατικό στοιχείο των νομοκανονικών συλλογών, βασικό βοήθημα του εκκλησιαστικού δικαίου. Το ίδιο ισχύει και για ένα άλλο νομικό του έργο, τους λεγόμενους «μοναχικούς κανόνες» διατάξεις που αφορούν την οργάνωση των μονών και τη διαβίωση των μοναχών. Οι καμόνες αυτοί δεν επικυρώθηκαν ποτε. Η έλλειψη ωστόσο συνοδικής επικύρωσης δεν επηρέασε, λόγω του κύρους του συντάκτη, την εφαρμογή τους στην πράξη. Ενδεικτικό της μεγάλης εκτίμησης στο έργο του Μ.Βασιλείου που έτρεφαν οι ερμηνευτές των δικαιϊκών πηγών όχι μόνο του χώρου της Εκκλησίας αλλά και της Πολιτείας, αποδεικνύεται από την συχνή παραπομπή των κανόνων του στα σχόλια των Βασιλικών, της τελευταίας δηλαδή επίσημης κωδικοποιήσεως που πραγματοποιήθηκε κατ΄εντολήν του Λέοντος ΣΤ’ του Σοφού στα τέλη του 9ου αιώνα.[2] Ιδιαίτερα αισθητή είναι η επίδραση του Μ. Βασιλείου στο Οικογενειακό Δίκαιο, όπου πρώτος έθεσε με κατηγορηματικότητα το όριο των τριών επιτρεπόμενων γάμων, που απετέλεσε μέχρι το 1982 πολιτειακό δίκαιο και εξακολουθεί ακόμη να ισχύει επί του θρησκευτικού γάμου.
Συγγραφικό έργο:  Τα έργα του κατατάσσονται σε τέσσερεις κατηγορίες:
  • Δογματικά συγγράμματα.
  • Ασκητικά συγγράμματα.
  • Ομιλίες.
  • Επιστολές.
  • http://www.enromiosini.gr/orthodoxi-latreia/%CE%BF-%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%83-%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%83-%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CF%83/

Εσύ έκοψες κομμάτι στον Άγιο Βασίλη; Παραμύθι για μικρούς και μεγάλους. Toυ Δ. Αδαμίδη

Μια φορά κι’ ένα καιρό  ο Άγιος Βασίλης έφτασε σε μια μεγάλη πολιτεία. Κατέβηκε από το ελκυθρό του, έβγαλε τα εορταστικά αγιοβασιλιάτικα ρούχα και φόρεσε ένα τρύπιο πουκάμισο και ένα μισοσκισμένο παντελόνι.  Προχώρησε και χτύπησε το κουδούνι στο πρώτο σπίτι που είδε.
«Καλησπέρα καλοί μου άνθρωποι, πεινάω και κρυώνω. Μήπως έχετε λίγο ψωμί να φάω, ένα τσάι να πιω και μια ζεστή γωνιά για να κοιμηθώ;»
«Φύγε γέρο», του είπανε. «Δεν έχουμε ούτε αρκετό ψωμί, ούτε τσάι, ούτε ζέστη».
Ο Άγιος συνέχισε παρακάτω:
«Φύγε, φτωχοί είμαστε κι’  εμείς, δεν έχουμε… υπάρχει οικονομική κρίση»
Πόρτα – πόρτα ο Άγιος φτάνει σ’ ένα πλουσιόσπιτο. Αθανάσιος Παμπλουτίδης τραπεζίτης, έγραφε στο κουδούνι. Από τα τζάμια είδε ο Άγιος κόσμο πολύ να τρώει, να πίνει και να χορεύει.
«Φύγε τεμπέλη γέρο. Δεν έχουμε να σου δώσουμε, οι τράπεζες έχουν πρόβλημα ρευστότητας.»
Στο μεταξύ ο γέρος Άγιος Βασίλης κουράστηκε από σπίτι σε σπίτι και άρχισε να κρυώνει, να πεινάει και να ζαλίζετε. Τότε βλέπει το σπίτι του άρχοντα της πολιτείας: «Αντώνιος Αρχηγόπουλος». Προχωράει λίγα μέτρα, αλλά στην είσοδο τον σταματάει η φρουρά του άρχοντα: «Που πας γέρο; Απαγορεύεται, εδώ μένει ο άρχοντάς μας». Εξαντλημένος ο Άγιος λέει με τρεμάμενη φωνή: «Ήρθα, παιδάκι μου,  να ζητήσω μια χάρη στον άρχοντα. Λίγο ψωμί γιατί πεινάω, μια γωνιά να ζεσταθώ, ένα φάρμακο γιατί το κεφάλι μου πονάει και ζαλίζομαι». Η φρουρά σπρώχνει τον γέρο, που λίγο έλλειψε να σωριαστεί στο χιόνι, «φύγε δεν έχει χάρες, έχουμε χρέη πολλά, να πας να δουλέψεις, να φρόντιζες να μην έτρωγες τα λεφτά σου χαραμοφάη γέρο». Την ώρα που από μέσα ακουγόταν η μουσική «Santa Claus is coming to town” ο ξεπαγιασμένος γέρος ψέλλισε «μα ψάχνω δουλειά εδώ και χρόνια, κανείς δεν με θέλει στην ηλικία μου…»
Αποκαμωμένος φτάνει σε μια παράγκα φτιαγμένη από λαμαρίνες και χαρτόνια. Με μεγάλη προσπάθεια κατορθώνει να χτυπήσει την πόρτα. «Καλέ γέρο, τι κάνεις με τόσο κρύο έξω στο χιόνι; Θα ξεπαγιάσεις. Έλα μέσα να ζεσταθείς και να ξεκουραστείς. Μπορεί να μην έχουμε ηλεκτρικό ρεύμα, μας τόκοψαν, να μην έχουμε ξύλα για τη σόμπα, αλλά έχουμε μια χοντρή κουβέρτα για να τυλιχτείς…».
Και αφού ο γέρος ζεστάθηκε, του πρόσφεραν μισή φέτα ψωμί με λάδι και αλάτι. «Φάε, δυστυχώς δεν έχω περισσότερο, τα λίγα λεφτά που έβγαλα με τη γυναίκα μου αυτή τη βδομάδα τα χρησιμοποιήσαμε για να φτιάξουμε τη βασιλόπιττα, είναι πρωτοχρονιά!»
Μεσάνυχτα ακριβώς μαζεύτηκε όλη η οικογένεια να κόψει τη βασιλόπιττα. «το πρώτο κομμάτι για τον γέρο, το δεύτερο για το παιδί, το τρίτο για τη γυναίκα και το τέταρτο για τον Άη Βασίλη» είπε ο νοικοκύρης.
Μα μου έκοψες κομμάτι!! είπε ο γέρος και φσουτ εξαφανίστηκε…
Έτσι ο φτωχός νοικοκύρης και η οικογένειά του πέρασαν καλά εκείνη τη χρονιά, με την ευλογία του Άγιου, γιατί ήξεραν ότι πάνω από το άτομο είναι ο άνθρωπος, ότι μόνο όποιος στη φουρτούνα στέκεται όρθιος και αλληλέγγυος με τους άλλους, και αγωνίζεται μαζί τους (χωρίς εγωισμούς και μοιρολατρίες) υπάρχει περίπτωση να σωθεί και να βγει στη μπουνάτσα.
Όρθιοι λοιπόν και αλληλέγγυοι! Καλό Αγώνα λοιπόν!! Καλή Χρονιά!
Δημήτρης Αδαμίδης

http://www.xanthipress.gr/esi-ekopses-kommati-ston-agio-vasili-paramithi-gia-mikrous-ke-megalous-toi-d-adamidi/

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας. 1 Ἰανουαρίου



Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας

«... τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας». Μὲ τὴ φράση αὐτή, τὸ ἀπολυτίκιο, ἀπόλυτα ἐπιτυχημένα, τονίζει τὴν κοινωνικὴ προσφορὰ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, ποὺ μὲ τὴ θεία διδασκαλία του στόλισε μὲ ἀρετὲς τὰ ἤθη καὶ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων.
Ὁ Μέγας αὐτὸς πατέρας καὶ διδάσκαλος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας γεννήθηκε τὸ 329, κατ' ἄλλους τὸ 330 μ.Χ. στὴ Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου, σύμφωνα μὲ τὰ γραφόμενα τοῦ φίλου του Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Τὰ δὲ ἐγκυκλοπαιδικὰ λεξικὰ ἀναφέρουν σὰν πατρίδα τοῦ Μ. Βασιλείου τὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας.

Οἱ γονεῖς του Βασίλειος (καὶ αὐτός), ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου καὶ Ἐμμέλεια, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Καππαδοκία, ἂν καὶ κατὰ κόσμον εὐγενεῖς καὶ πλούσιοι, εἶχαν συγχρόνως καὶ ἀκμαιότατο χριστιανικὸ φρόνημα.
Αὐτοὶ μάλιστα ἔθεσαν καὶ τὶς πρῶτες -καθοριστικῆς σημασίας-πνευματικὲς βάσεις τοῦ Ἁγίου. Μὲ ἐφόδιο αὐτὴ τὴ χριστιανικὴ ἀνατροφή, ὁ Βασίλειος ἀρχίζει μιὰ καταπληκτικὴ ἀνοδικὴ πνευματικὴ πορεία.
Ἔχοντας τὰ χαρίσματα τῆς εὐστροφίας καὶ τῆς μνήμης, κατακτᾶ σχεδὸν ὅλες τὶς ἐπιστῆμες τῆς ἐποχῆς του. Καὶ τὸ σπουδαιότερο, κατακτᾶ τὴ θεία θεωρία τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ τὴν κάνει ἀμέσως πράξη μὲ τὴν αὐστηρὴ ἀσκητικὴ ζωή του. Ἂς ἀναφέρουμε ὅμως, περιληπτικά, τὴν πορεία τῶν δραστηριοτήτων του.
Μετὰ τὶς πρῶτες του σπουδὲς στὴν Καισάρεια καὶ κατόπιν στὸ Βυζάντιο, ἐπισκέφθηκε, νεαρὸς ἀκόμα, τὴν Ἀθήνα, ὅπου ἐπὶ τέσσερᾳ χρόνια συμπλήρωσε τὶς σπουδές του, σπουδάζοντας φιλοσοφία, ρητορική, γραμματική, ἀστρονομία καὶ ἰατρική, ἔχοντας συμφοιτητές του τὸν Γρηγόριο τὸν Ναζιανζηνὸ (τὸν θεολόγο) καὶ τὸν Ἰουλιανὸ τὸν Παραβάτη.
Ἀπὸ τὴν Ἀθήνα ἐπέστρεψε στὴν Καισάρεια καὶ δίδασκε τὴν ρητορικὴ τέχνη. Ἀποφάσισε ὅμως, νὰ ἀκολουθήσει τὴ μοναχικὴ ζωὴ καὶ γι' αὐτὸ πῆγε στὰ κέντρα τοῦ ἀσκητισμοῦ, γιὰ νὰ διδαχθεῖ τά τῆς μοναχικῆς πολιτείας στὴν Αἴγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία καὶ Μεσοποταμία.
Ὅταν ἐπέστρεψε, ἀποσύρθηκε σὲ μιὰ Μονὴ τοῦ Πόντου, ἀφοῦ ἔγινε μοναχός, καὶ ἀσκήθηκε ἐκεῖ μὲ κάθε αὐστηρότητα γιὰ πέντε χρόνια (357-362). Ἤδη τέλεια καταρτισμένος στὴν Ὀρθόδοξη Πίστη, χειροτονήθηκε διάκονος καὶ πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Καισαρείας Εὐσέβιο.
Ὁ ὑποδειγματικὸς τρόπος τῆς πνευματικῆς ἐργασίας του δὲν ἀργεῖ νὰ τὸν ἀνεβάσει στὸ θρόνο τῆς ἀρχιερωσύνης, διαδεχόμενος τὸν Εὐσέβιο στὴν ἐπισκοπή τῆς Καισαρείας (370). Μὲ σταθερότητα καὶ γενναῖο φρόνημα, ὡς ἀρχιερέας ἔκανε πολλοὺς ἀγῶνες γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη.

Μὲ τοὺς ὀρθόδοξους λόγους ποὺ συνέγραψε, κατακεραύνωσε τὰ φρονήματα τῶν κακοδόξων. Στοὺς ἀγῶνες του κατὰ τοῦ Ἀρειανισμοῦ ἀναδείχτηκε ἀδαμάντινος, οὔτε οἱ βασιλικὲς κολακεῖες τοῦ Οὐάλεντα (364-378), ποὺ πῆγε αὐτοπροσώπως στὴν Καισάρεια γιὰ νὰ τὸν μεταστρέψει στὸν Ἀρειανισμό, οὔτε οἱ ἀπειλὲς τοῦ Μόδεστου μπόρεσαν νὰ κάμψουν τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα τοῦ Ἁγίου.
Ὑπεράσπισε μὲ θάρρος τὴν Ὀρθοδοξία, καταπλήσσοντας τὸν βασιλιὰ καὶ τοὺς Ἀρειανούς. Ἀκόμα, ἀγωνίστηκε κατὰ τῆς ἠθικῆς σήψεως καὶ ἐπέφερε σοφὲς μεταρρυθμίσεις στὸ μοναχισμό.
Ἡ δὲ ὑπόλοιπη ποιμαντορικὴ δράση του, ὑπῆρξε ἀπαράμιλλη, κτίζοντας τὴν περίφημη "Βασιλειάδα", συγκρότημα μὲ εὐαγῆ Ἱδρύματα, ὅπως φτωχοκομεῖο κ.ἄ., ὅπου βρῆκαν τροφὴ καὶ περίθαλψη χιλιάδες πάσχοντες κάθε ἡλικίας, γένους καὶ φυλῆς.

Νὰ ἀναφέρουμε ἐπίσης ὅτι ὁ Μ. Βασίλειος, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἔργων του, ἔγραψε καὶ Θεία Λειτουργία, πού, μετὰ τὴν ἐπικράτηση αὐτῆς τῆς συντομότερης τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τελεῖται 10 φορὲς τὸ χρόνο: τὴν 1η Ἰανουαρίου (ὅπου γιορτάζεται καὶ ἡ μνήμη του), τὶς πρῶτες πέντε Κυριακές τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, τὶς παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Θεοφανείων, τὴν Μ. Πέμπτη καὶ τὸ Μ. Σάββατο.
Στὰ 49 του χρόνια ὁ Μέγας Βασίλειος, ἐξαιτίας τῆς ἀσθενικῆς κράσεώς του καὶ τῆς αὐστηρῆς ἀσκητικῆς ζωῆς του (ὁρισμένες πηγὲς λένε ἀπὸ βαριὰ ἀρρώστια τοῦ ἥπατος ἢ τῶν νεφρῶν), τὴν 1η Ἰανουαρίου τοῦ 378 ἢ κατ' ἄλλους τὸ 379, ἐγκαταλείπει τὸ φθαρτὸ καὶ μάταιο αὐτὸ κόσμο, ἀφήνοντας παρακαταθήκη καὶ Ἱερὴ κληρονομιὰ στὴν ἀνθρωπότητα ἕνα τεράστιο πνευματικὸ ἔργο.

Ἀπολυτίκιον

Εἰς πᾶσαν τήν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου, ὡς δεξαμένην τόν λόγον σου· δι’ οὗ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας, τήν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας, τά τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας. Βασίλειον ἱεράτευμα, πάτερ Ὅσιε· πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


Ἀπό τό βιβλίο:
Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθοδοξίας
Χρήστου Δ. Τσολακίδη
Ἐκδόσεις: Χ. Δ. Τσολακίδη


Αναδημοσίευση από Αναβάσεις

Ὁμιλίες π. Ἀθανασίου Μυτιληναίου εἰς τήν 1ην τοῦ νέου ἔτους



1. Τό τέλος τοῦ 20ου αἰῶνος – Τό τέλος τῆς Β΄ χιλιετίας ἀπό Χριστοῦ Γεννήσεως – Ἕνας ἀπολογισμός
Ὁμιλία π. Ἀθανασίου Μυτιληναίου εἰς τήν 1ην τοῦ νέου ἔτους
Ἡ ὁμιλία πραγματοποιήθηκε στίς 01-01-2000


Γιά νά κατεβάσετε καί νά ἀποθηκεύσετε τήν ὁμιλία πατῆστε ἐδῶ (δεξί κλίκ, 'Ἀποθήκευση προορισμοῦ ὡς, ἤ Ἀποθήκευση δεσμοῦ ὡς)


2. Ἡ θεολογία τῆς Ἱστορίας
Ὁμιλία π. Ἀθανασίου Μυτιληναίου επί τῷ νέῳ ἔτει
Ἡ ὁμιλία πραγματοποιήθηκε στίς 01-01-2001


Γιά νά κατεβάσετε καί νά ἀποθηκεύσετε τήν ὁμιλία πατῆστε ἐδῶ (δεξί κλίκ, 'Ἀποθήκευση προορισμοῦ ὡς, ἤ Ἀποθήκευση δεσμοῦ ὡς)


3. Ἡ προσωπικότητα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου
Ὁμιλία π. Ἀθανασίου Μυτιληναίου εἰς τήν Μνήμη Μεγάλου Βασιλείου
Ἡ ὁμιλία πραγματοποιήθηκε στίς 01-01-2002


Γιά νά κατεβάσετε καί νά ἀποθηκεύσετε τήν ὁμιλία πατῆστε ἐδῶ (δεξί κλίκ, 'Ἀποθήκευση προορισμοῦ ὡς, ἤ Ἀποθήκευση δεσμοῦ ὡς)
Πηγή ἀρχείων arnion.gr

Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Agios Vasileios 01
Ο Άγιος Βασίλειος, γεννημένος το 330μ.Χ. στη Νεοκαισάρεια του Πόντου από γονείς ευγενείς με δυνατό χριστιανικό φρόνημα, έμελλε να γίνει Μέγας πνευματικός διδάσκαλος και κορυφαίος θεολόγος και Πατέρας της Εκκλησίας, αφού η χριστιανική του ανατροφή και η πνευματική του πορεία τον οδήγησαν στην Θεία θεωρεία του Αγίου Ευαγγελίου, και στην αυστηρή ασκητική ζωή, παράλληλα με το ποιμαντικό, παιδαγωγικό και φιλανθρωπικό του έργο.
Ο πατέρας του Βασίλειος ήταν καθηγητής ρητορικής στη Νεοκαισάρεια και η μητέρα του Εμμέλεια απόγονος οικογένειας Ρωμαίων αξιωματούχων. Στην οικογένεια εκτός από το Βασίλειο υπήρχαν άλλα οκτώ παιδιά. Μεταξύ αυτών, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο Όσιος Ναυκράτιος ασκητής και θαυματουργός, η Οσία Μακρίνα και ο Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Σεβαστείας.
Τα πρώτα γράμματα, τού τα δίδαξε ο πατέρας του. Συνέχισε τις σπουδές του στην Καισαρεία της Καππαδοκίας, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα. Εκεί σπούδασε γεωμετρία, αστρονομία, φιλοσοφία, ιατρική, ρητορική και γραμματική. Οι σπουδές του διήρκησαν τεσσεράμισι χρόνια. Η ασκητική του ζωή ξεκίνησε ήδη από τα χρόνια όπου φοιτούσε στην Αθήνα. Ο σοφός δάσκαλος του Εύβουλος εντυπωσιασμένος από την αυστηρή νηστεία, του Άγίου, και μετά την παραίνεση του, λέγεται ότι έγινε Χριστιανός.
Συμφοιτητές του ήταν και δύο νέοι που έμελλε να διαδραματίσουν σπουδαίο ρόλο στην ιστορία. Ο ένας, φωτεινό ο Άγιος και Μέγας Πατέρας της Εκκλησίας ο Θεολόγος Γρηγόριος και ο άλλος μελανό στον αντίποδα, προδότης του Ιησού, ειδωλολάτρης και διώκτης των Χριστιανών, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης. Κατά την διάρκεια αυτών των ετών, ο Άγιος Βασίλειος και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ανέπτυξαν μεγάλη και ισχυρή φιλία. Ταυτόχρονα με τις σπουδές τους, είχαν ιεραποστολική δράση. Διοργάνωναν χριστιανικές συγκεντρώσεις, στις οποίες ανέλυαν θρησκευτικά ζητήματα. Ίδρυσαν επίσης και τον πρώτο φοιτητικό χριστιανικό σύλλογο.
Επέστρεψε στην Καισαρεία το καλοκαίρι του 356μ.Χ. και συνεχίζοντας την παράδοση του πατέρα του, έγινε καθηγητής της ρητορικής. Το 358 μ.Χ. επηρεασμένος από το θάνατο του αδερφού του μοναχού Ναυκρατίου, καθώς και με την παρότρυνση της αδερφής του Μακρίνας, βαπτίζεται Χριστιανός, και αποφασίζει να αφιερώσει τον εαυτό του στην ασκητική πολιτεία. Αποσύρθηκε λοιπόν σε ένα κτήμα της οικογενείας του στον Πόντο. Χαρακτηριστικό της μεγαλοψυχίας του είναι, ότι μετά την βάπτιση του δώρισε στους φτωχούς και στην εκκλησία το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους ξεκινά ένα οδοιπορικό σε γνωστά κέντρα ασκητισμού της Ανατολής, Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία, επιθυμώντας να συναντήσει πολλούς ασκητές και μοναχούς για να γνωρίσει τον τρόπο ζωής τους. Όταν γύρισε στο Πόντο από το ταξίδι αυτό, μοίρασε και την υπόλοιπη περιουσία του και αποσύρθηκε στο κτήμα του επιθυμώντας να ζήσει πλέον ως μοναχός. Εκεί έγραψε τους: «Κανονισμούς δια τον Μοναχικόν βίον», κανόνες που ρυθμίζουν την ζωή στα μοναστήρια μέχρι τις μέρες μας. Με την υψηλή του κατάρτιση στην Ορθόδοξη Πίστη και τον ασκητικό, θαυμαστό του βίο, η φήμη του Αγίου Βασιλείου εξαπλώθηκε με τον καιρό σε όλη την Καππαδοκία. Έτσι και ο Μητροπολίτης της Καισαρείας Ευσέβιος πραγματοποιώντας την Θεία Βούληση αλλά και αυτή των χριστιανών της περιοχής, χειροτόνησε το 364 μ.Χ. τον Άγιο Βασίλειο πρεσβύτερο. Το 370 μ.Χ., μετά τον θάνατο του Ευσεβίου και σε ηλικία 41 ετών, τον διαδέχθηκε ο Άγιος Βασίλειος στην επισκοπική έδρα, με τη συνδρομή τού Ευσεβίου επισκόπου Σαμοσάτων και του Γρηγορίου επισκόπου Ναζιανζού. Επίσκοπος πλέον, ο Άγιος Βασίλειος αντιμετώπισε την προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ουάλη να επιβάλει τον Ομοιανισμό (ρεύμα του Αρειανισμού), επικοινωνώντας μέσω επιστολών με τον Μέγα Αθανάσιο, Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τον Πάπα Ρώμης Δάμασο. Στον τόπο του ,στην περιφέρεια της δικής του ποιμαντικής ευθύνης είχε να αντιμετωπίσει την έντονη παρουσία του αρειανικού στοιχείου και άλλων κακοδοξιών. Από τις επιστολές του φαίνονται οι προσπάθειες που κατέβαλε για την καταπολέμηση της σιμωνίας των επισκόπων, για την ανάδειξη άξιων κληρικών στο ιερατείο, καθώς και για την πιστή εφαρμογή των ιερών κανόνων από όλους τους πιστούς και φανερώνεται επίσης η ποιμαντική φροντίδα στα αποκομμένα και περιθωριοποιημένα μέλη της Εκκλησίας.
Στην οικουμενική Εκκλησία ο Μέγας Βασίλειος ουσιαστικά αναλαμβάνει τα πνευματικά ηνία από το Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος γηραιός πλέον, αποσύρεται από την ενεργό δράση. Εργάζεται συνεχώς για την επικράτηση των ορθόδοξων χριστιανικών αρχών και υπερασπίζεται με σθένος το δογματικό προσανατολισμό της Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας.
Agios Vasileios 02
Ο Άγιος Βασίλειος, βοηθούσε πάντοτε τους αδικημένους και κουρασμένους, τους πεινασμένους και τους αρρώστους, ανεξάρτητα από το γένος, τη φυλή και το θρήσκευμα. Έτσι το όραμά του το έκανε πραγματικότητα ιδρύοντας ένα πρότυπο και για τις μέρες μας κοινωνικό και φιλανθρωπικό σύστημα, τη «Βασιλειάδα». Ένα ίδρυμα που λειτουργούσε νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο και ξενώνας για την φροντίδα και ιατρική περίθαλψη των φτωχών αρρώστων και ξένων. Τις υπηρεσίες του τις πρόσφερε το ίδρυμα δωρεάν σε όποιον τις είχε ανάγκη. Το προσωπικό του ιδρύματος αυτού ήταν εθελοντές που προσφέρανε την εργασία για το καλό του κοινωνικού συνόλου. Ήταν ένα πρότυπο και σε άλλες επισκοπές και στους πλουσίους ένα μάθημα να διαθέτουν τον πλούτο τους με ένα αληθινά χριστιανικό τρόπο. Πραγματικά είναι άξιο θαυμασμού η έμπνευση που είχε ο Άγιος Βασίλειος ,τον 4ο αιώνα μ.Χ. να ιδρύσει και να λειτουργήσει ένα τέτοιο ίδρυμα – πρότυπο.
Καταπονημένος από την μεγάλη δράση που ανέπτυξε σε τόσους πολλούς τομείς ,εναντίον των διαφόρων κακοδοξιών και ειδικά της αιρέσεως του Αρειανισμού, μη διστάζοντας πολλές φορές να αντιταχθεί με την εκάστοτε πολιτική εξουσία, με όπλα του την πίστη και την προσευχή, με τα κηρύγματα και τους λόγους του, με τα πολλά ασκητικά και παιδαγωγικά συγγράμματα, καθώς και την ασκητική ζωή του ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας παραδίδει το πνεύμα στο Θεό την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ. σε ηλικία 49 ετών. Ο θάνατός του βυθίζει στο πένθος όχι μόνο το ποίμνιό του αλλά και όλο το χριστιανικό κόσμο της Ανατολής. Στην κηδεία του συμμετέχει και ένα πλήθος ανομοιογενές από άποψη θρησκευτικής και εθνικής διαφοροποιήσεως. Το υψηλής σημασίας θεολογικό και δογματικό του έργο καθώς και η λειτουργική και πρωτότυπη ανθρωπιστική του δράση, είναι η μεγάλη παρακαταθήκη που μας άφησε. Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία την 1ην Ιανουαρίου. Από το 1081μ.Χ. ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως – Νέας Ρώμης Ιωάννης Μαυρόπους (ο από Ευχαΐτων) θέσπισε έναν κοινό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Ιωάννη του Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου, στις 30 Ιανουαρίου, ως προστατών των γραμμάτων και της παιδείας.
Με σοφία, στο απολυτίκιο του αναφέρεται η φράση «… τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας…». Και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, στον Επιτάφιο για τον καλό και Μέγα φίλο του Άγιο Βασίλειο, αποδίδει σ’ αυτόν, με την ποιητική και βαθιά στοχαστική ματιά του, το χαρακτηρισμό «παιδαγωγός της νεότητος»
Ο Μ. Βασίλειος, εκτός των άλλων θαυμάσιων και Θείας εμπνεύσεως έργων του, έγραψε και την εκτενή και κατανυκτική Θεία Λειτουργία, που, μετά την επικράτηση της συντομότερης Θείας Λειτουργίας του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τελείται 10 φορές το χρόνο:
  • την 1η Ιανουαρίου (όπου γιορτάζεται και η μνήμη του),
  • τις πρώτες πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής,
  • τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων,
  • την Μ. Πέμπτη και το Μ. Σάββατο.
Λίγα θαυμαστά γεγονότα από τον βίο του Αγίου
Ιουλιανός ο Παραβάτης
Agios Vasileios 03
Όταν ο Ιουλιανός ο παραβάτης, ο ασεβής και διώκτης των Χριστιανών, θέλησε να πάει στην Περσία να πολεμήσει πέρασε κοντά από την Καισαρεία. Ο Άγιος Βασίλειος γνωρίζοντας τον από την Αθήνα όπου ήταν συμφοιτητές πήγε μαζί με τον λαό να τον τιμήσει. Ο Ιουλιανός απαίτησε να του δωρίσει, αφού ο Άγιος δεν είχε τίποτε άλλο, τρεις από τους κριθαρένιους άρτους του. Ο Άγιος το έκανε και ο Ιουλιανός διέταξε τους υπηρέτες να ανταμείψουν τη δωρεά και να δώσουν χόρτο από το λειβάδι. Ο Άγιος Βασίλειος βλέποντας την καταφρόνηση του βασιλιά του είπε «εμείς, βασιλιά ότι μας ζήτησες από κείνο που τρώμε σου το προσφέραμε κι εσύ μας αντάμειψες από κείνο που τρως». Τότε ο Ιουλιανός θύμωσε πάρα πολύ και απείλησε, ότι όταν θα επιστρέψει από την Περσία νικητής, θα κάψει την πόλη και τον λαό θα τους πάρει δούλους. Όσο για τον ίδιο τον Άγιο Βασίλειο θα τον ανταμείψει όπως πρέπει.
Ο Άγιος Βασίλειος όταν πήγε στην πόλη ζήτησε από το λαό να μαζέψουν ότι πολύτιμο είχαν και να το αποθηκεύσουν κάπου έως ότου επιστρέψει ο φιλοχρήματος Ιουλιανός για να του το προσφέρουν. Ίσως κι έτσι κατευνάσουν την οργή του.
Όταν έμαθε ότι επιστρέφει ο άφρων βασιλιάς, ο Άγιος Βασίλειος ζήτησε από τους πολίτες να προσευχηθούν και να νηστεύσουν τρεις μέρες. Μετά όλοι μαζί ανέβηκαν στο δίδυμον όρος της Καισαρείας όπου στη μια από τις δύο κορυφές ήταν ο ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου. Εκεί προσευχόμενος ο Άγιος είδε σε οπτασία, μια μεγάλη ουράνια στρατιά, να κυκλώνει το όρος και στη μέση να κάθεται σε θρόνο μια γυναίκα (η Παναγία) και να δοξάζεται, η οποία γυναίκα είπε στους αγγέλους να της φέρουν τον Μερκούριο για να φονεύσει τον Ιουλιανό, τον εχθρό του υιού της. Έπειτα είδε τον Μάρτυρα Μερκούριο να φθάνει οπλισμένος μπροστά στην βασίλισσα των Αγγέλων κι όταν εκείνη τον πρόσταξε αυτός να φεύγει γρήγορα. Κατόπιν προσκάλεσε τον Άγιο Βασίλειο και του έδωσε ένα βιβλίο που ήταν γραμμένη όλη η δημιουργία της κτίσεως κι έπειτα του ανθρώπου. Στην αρχή του βιβλίου ήταν η επιγραφή «Είπε» και στο τέλος του βιβλίου εκεί που έγραφε για την πλάση του ανθρώπου ήταν η επιγραφή «Τέλος». Μόλις είδε την οπτασία αυτή ο Άγιος ξύπνησε.
Το νόημα της οπτασίας του βιβλίου, ήταν ότι ο Άγιος Βασίλειος έγραψε, όντως, ερμηνεία στην Εξαήμερον του Μωϋσέως στην οποία διηγείται, πως ο Θεός εποίησε τον ουρανό, την γη, τον ήλιο, την σελήνη, τη θάλασσα, τα ζώα και όλα τα αισθητά κτίσματα. Όταν όμως, έμελλε να γράψει και για την έβδομη ημέρα κατά την οποία ο Θεός έπλασε τον Αδάμ και την Εύα, τότε ο Μέγας αυτός Άγιος άφησε την τελευταία του πνοή στη γη και πήγε στους ουρανούς να συναντήσει τον Κύριον του που με δύναμη αγάπησε και που γι’ Αυτόν μέσα σε πολύ σύντομο διάστημα που έζησε έπραξε τόσα πολλά και τόσο μεγάλα. Το έργο του συμπλήρωσε κατόπιν ο αδελφός του ο Άγιος Γρηγόριος ο Αρχιεπίσκοπος Νύσσης, που έγραψε για την έβδομη ημέρα της πλάσεως του ανθρώπου.
Όταν ο Άγιος είδε την οπτασία, πήγε στην πόλη με μερικούς κληρικούς, στο Ναό του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Μερκουρίου, όπου μη βρίσκοντας το λείψανο του Αγίου και τα όπλα του που φυλάσσονταν στον Ναό έναν αιώνα αφότου μαρτύρησε επί της βασιλείας του Βαλεριανού και Βαλερίου, κατάλαβε τι είχε συμβεί κι έτρεξε αμέσως στο λαό να τους ειδοποιήσει ότι ο άφρων Ιουλιανός φονεύθηκε.
Βλέποντας το θαύμα οι Χριστιανοί και την παρρησία του Αγίου Βασιλείου δεν θέλησαν να πάρουν πίσω την περιουσία που είχαν αποθηκεύσει για τον τύραννο Ιουλιανό. Ο Άγιος όμως αφού τους επαίνεσε για την πράξη τους, το ένα τρίτο του ποσού τους το έδωσε και τα υπόλοιπο ποσό το διέθεσε για να κτίσουν πτωχοτροφεία, ξενοδοχεία, νοσοκομεία, γηροτροφεία και ορφανοτροφεία.
Ουάλης
Agios Vasileios 04
Μετά τον Ιουλιανό τον παραβάτη, βασίλευσε ο θεοσεβής Ιοβιανός μόνο για ένα χρόνο και κατόπιν τη βασιλεία παρέλαβαν ο Ουαλεντιανός και ο αδελφός του Ουάλης που ήταν αιρετικός, οπαδός του Αρειανισμού και διώκτης των Ορθοδόξων Χριστιανών. Ο Ουάλης αφού πήρε με το μέρος του όλους τους επισκόπους, θέλησε να κάμψει και τον Μέγα Βασίλειο που έμαθε ότι ήταν ανένδοτος. Έστειλε δύο δικούς του ανθρώπους, οι οποίοι με απειλές προσπάθησαν να αποδεχθεί ο Άγιος τις αιρετικές και βλάσφημες δοξασίες του Αρείου. Ο ένας, μάλιστα ο άρχοντας Μόδεστος αφού γύρισε άπραγος στον βασιλιά του είπε ότι, ευκολότερο είναι να μαλακώσει κανείς το σίδηρο παρά την γνώμη του Βασιλείου. Ακούγοντας αυτά ο βασιλιάς Ουάλης θέλησε να πάει ο ίδιος στον Μέγα Βασίλειο. Αυτό και έκανε. Ήταν η μεγάλη εορτή των Θεοφανείων, όταν έφθασε ο βασιλιάς στον Ναό. Εκεί είδε την τάξη και την ησυχία των Χριστιανών που παρακολουθούσαν, τον Άγιο Βασίλειο να τους διδάσκει, σεμνός, απέριττος, με λόγο δυνατό, γεμάτο σοφία και χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο βασιλιάς έδειξε να μετανιώνει κι αφού μίλησε με τον Άγιο, έφυγε.
Οι Αρειανοί Αρχιερείς, όμως και πάλι μετέβαλαν τη γνώμη του βασιλιά και τον έπεισαν να εξορίσει τον Άγιο. Όρισε τότε ο βασιλιάς να συντάξουν ένα κείμενο με την απόφαση της εξορίας του Αγίου. ‘Ομως, βλέποντας ότι το χέρι εκείνου που θα έγραφε την απόφαση της εξορίας, ξεράθηκε και το ίδιο του το παιδί αρρώστησε βαριά, κάλεσε τον Άγιο να προσευχηθεί. Και κείνος μόνο που είδε το παιδί το ίασε. Και τον Μόδεστο, ακόμη γιάτρευσε που και κείνος κινδύνευε να πεθάνει. Αυτά είδε ο βασιλιάς και γύρισε στο θρόνο του.
Ο βασιλιάς Ουάλης αργότερα, θέλησε να χωρίσει την επαρχία της Καππαδοκίας σε δύο επαρχίες, με έδρα την Καισάρεια στη μία και τα Τύανα στην άλλη. Οι επίσκοποι αιρετικοί όπως ήταν βρήκαν ευκαιρία, γιατί συνέχεια φιλονικούσαν με τον Άγιο Βασίλειο να χωρίσουν και τις Μητροπόλεις σε δύο, ορίζοντας δικό τους Μητροπολίτη στα Τύανα. Τότε ο Άγιος με ταπείνωση τους είπε ότι η Εκκλησία δεν έχει υποχρέωση να ακολουθεί την βασιλεία, αλλά η βασιλεία την Εκκλησία, ούτε είναι πρέπον να χωρίζουν οι Μητροπολίτες, οι μιμητές του Χριστού επειδή χώρισαν οι έπαρχοι. Δεν τον άκουσαν όμως οι επίσκοποι και όρισαν Μητροπολίτη Τυάνων κάποιον Άνθιμον. Κι όχι μόνο αυτό αλλά έκλεψαν και κάποια κτήματα του Ναού του Αγίου Ορέστου που ήταν στη δικαιοδοσία του Αγίου Βασιλείου. Ο Άγιος ως μιμητής Χριστού, ειρήνευσε και αρκέσθηκε στην επαρχία της Καισαρείας. Βλέποντας ο Θεός την υπομονή του, σύντομα τιμώρησε τον Μητροπολίτη Τυάνων Άνθιμον και ενώθηκαν και πάλι οι επαρχίες. Τότε είναι καθώς λένε ότι χειροτόνησε ο Άγιος Βασίλειος τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο Επίσκοπο στα Σάσιμα.
Αργότερα πάλι, με περίσσιο θράσος οι Αρειανοί επίσκοποι και με την άδεια του βασιλιά Ουάλη εκδίωξαν τον Ορθόδοξο Αρχιερέα της Νίκαιας και τους Χριστιανούς της πόλης και κατέλαβαν τον Μητροπολιτικό Ναό. Τότε έδρασε γι’ άλλη μια φορά ο Μέγας αυτός Άγιος της Εκκλησίας μας και αφού πήρε την άδεια του βασιλιά να διευθετήσει όπως αυτός ήθελε με τον τρόπο του, αρκεί να είναι δίκαιος και για τα δύο μέρη, έφθασε στη Νίκαια και είπε να σφραγίσουν τον Ναό και οι Ορθόδοξοι και οι Αρειανοί και αφού προσευχηθούν πρώτα οι οπαδοί του Αρείου, εάν ανοίξουν οι πύλες να πάρουν αυτοί τον Ναό, εάν όμως όχι να προσευχηθούν οι Ορθόδοξοι και εάν ανοίξουν οι πύλες να τους δοθεί και πάλι ο Ναός εάν όχι να πάει στους Αρειανούς. Συμφώνησαν όλοι και περισσότερο οι Αρειανοί αφού πλεονεκτούσαν στη περίπτωση που δεν άνοιγαν οι πύλες. Έτσι κι έγινε. Προσευχήθηκαν πρώτα οι Αρειανοί, για τρεις ημέρες. Πώς να τους ακούσει ο Υιός του Θεού, όταν αυτοί τον υβρίζουν; Οι πύλες και βέβαια έμειναν κλειστές. Μετά προσευχήθηκαν οι Ορθόδοξοι με τον Άγιο Βασίλειο στο Ναό του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Διομήδους, που ήταν κοντά στον Μητροπολιτικό Ναό. Κατόπιν ο Άγιος Βασίλειος με όλο το πλήθος των Ορθοδόξων Χριστιανών πήγαν στο Μητροπολιτικό Ναό και όταν ακούσθηκε ο Μέγας Βασίλειος να λέει «Ευλογητός ο Θεός των Χριστιανών εις τους αιώνας των αιώνων», έσπασαν οι μοχλοί και οι κλειδαριές και οι πύλες άνοιξαν. Μετά από αυτό το θαύμα ο Ναός επανήλθε στους Ορθοδόξους και πολλοί από τους πιστούς του Αρείου έγιναν Ορθόδοξοι.
Όσιος Εφραίμ ο Σύρος
Agios Vasileios 05
Μαθαίνοντας ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος, τα θαύματα του Αγίου Βασιλείου, παρακάλεσε τον Θεό να του αποκαλύψει ποιος είναι ο Άγιος. Είδε τότε στήλη πυρός που έφθανε μέχρι τον ουρανό και άκουσε μια φωνή να λέει «Εφραίμ, Εφραίμ, καθώς την πυρίνην ταύτην στήλην, τοιούτος είναι ο Μέγας Βασίλειος». Τότε γρήγορα έφυγε από την έρημο παίρνοντας μαζί του ένα διερμηνέα που να μιλάει την Ελληνική και Συριακή γλώσσα και πήγε να βρει τον Άγιο Βασίλειο. Έφθασε την ημέρα της εορτής των Θεοφανείων, όταν την ώρα εκείνη λειτουργούσε ο Μέγας Βασίλειος και βλέποντας ο Όσιος Εφραίμ τα λαμπρά και πολύτιμα άμφια τα οποία φορούσε ο Άγιος Βασίλειος, θέλησε να φύγει γιατί νόμιζε ότι μάταια πήγε. Τότε έστειλε, ο Άγιος Βασίλειος ένα διάκονο να βρει στη δυτική πύλη τον Όσιο Εφραίμ και να τον φέρει στο ιερό. Ο Όσιος δεν θέλησε να πάει λέγοντας στον διάκονο, ότι μάλλον πλανήθηκε ο Αρχιερέας, γιατί αυτοί είναι ξένοι. Έστειλε πάλι τον διάκονο ο Άγιος Βασίλειος λέγοντας του να του πει «Κύριε Εφραίμ, ελθέ εις το Άγιον Βήμα, διότι σε καλεί ο Αρχιεπίσκοπος». Κατάλαβε έτσι ο Όσιος ότι στήλη πυρός ήταν ο Μέγας Βασίλειος και πήγε στο Άγιο Βήμα και αφού τον ασπάσθηκε συνομίλησε μαζί του για πνευματικά θέματα και θεία νοήματα.
Μια χάρη σου ζητώ, Άγιε Δέσποτα του είπε μέσω του διερμηνέα του ο Όσιος εφραίμ, να προσευχηθείς στον Κύριο μας να μου χαρίσει το Πανάγιο Πνεύμα την δύναμη να μιλήσω Ελληνικά. Προσευχήθηκε ο Άγιος Βασίλειος μαζί με τον Όσιο Εφραίμ και να το θαύμα. Ο Όσιος πραγματικά μίλησε Ελληνικά. Κατόπιν ο Άγιος Βασίλειος εχειροτόνησε τον Όσιο Εφραίμ Ιερέα και τον διερμηνέα του Διάκονο.
Μιμητής Χριστού
Agios Vasileios 06
Όταν κάποτε παρατήρησε τον τοπικό άρχοντα για μία αδικία που έκανε σε μια χήρα γυναίκα, κι αφού ο άρχοντας δεν συμμορφώθηκε, αναγκάσθηκε ο Άγιος να του πει, ότι όπως έμενε ασυγκίνητος στις εκκλήσεις αυτής της αδικημένης γυναίκας έτσι κάποιοι θα μένουν ασυγκίνητοι όταν αυτός ο ίδιος θα έχει την ανάγκη τους. Έτσι έγινε όταν ο βασιλιάς του έδειξε την οργή του, οδηγώντας τον σιδηροδέσμιο οι στρατιώτες του στις πόλεις για να πληρώσει τις αδικίες που είχε κάνει. Τότε κατάλαβε την πρόρρηση του αγίου και παρακάλεσε τον Άγιο Βασίλειο και τον Θεό να τον λυπηθεί. Ο αμνησίκακος Άγιος προσευχόμενος στον Θεό και μόνο με την ευχή του ηρέμησε το βασιλιά και μετά από έξι μέρες αφ’ ότου ο δυστυχής άρχοντας παρακάλεσε τον Άγιο Βασίλειο έφθασε γράμμα από το βασιλιά όπου τον ελευθέρωνε. Μ’ αυτό τον τρόπο συνετίσθηκε ο άρχοντας κι αναγνώρισε την καλωσύνη του Αγίου τον οποίο κι ευχαρίσθησε. Και στη γυναίκα που είχε αδικήσει έδωσε διπλάσιο το ποσό.
Προς το τέλος της επίγειας πορείας του, καθώς μετέβαινε στην Εκκλησία, μία αμαρτωλή γυναίκα έπεσε στα πόδια του ρίχνοντας ένα γράμμα στο οποίο έγραψε τις αμαρτίες της, γιατί ντρεπόταν η ίδια να τις ξεστομίσει και κλαίγοντας παρακαλούσε τον Άγιο να το διαβάσει και να συγχωρήσει τις αμαρτίες της. Ο Άγιος την παρηγόρησε, και είπε ότι μόνο ο Κύριος συγχωρεί τις αμαρτίες μας. Φιλεύσπλαχνος, όπως ήταν, κρατούσε το γράμμα σ’ όλη τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Στο τέλος κάλεσε τη γυναίκα και της επέστρεψε το γράμμα. Εκείνη μόλις το άνοιξε δεν βρήκε τίποτε γραμμένο, παρά μόνο ένα σημείο όπου αναφέρει ένα θανάσιμο αμάρτημά της. Κλαίγοντας πάλι τον παρακαλούσε να την λυπηθεί και να προσευχηθεί και πάλι στο Θεό να τη συγχωρήσει. Ο Άγιος Βασίλειος τότε της είπε να πάει αμέσως στην έρημο να βρει τον Όσιο Εφραίμ και να δεηθεί αυτός, στον Θεό για το αμάρτημα της. Η γυναίκα χωρίς να χρονοτριβήσει με την ευχή του Αγίου πήγε αμέσως στην έρημο. Εκεί βρήκε τον Όσιο Εφραίμ κι αφού του διηγήθηκε την ιστορία της, τον παρακάλεσε θερμά.
Ο Όσιος όμως της αρνήθηκε, λέγοντας της να πάει στον Άγιο Βασίλειο όπου οι δικές του δεήσεις έσβησαν τις αμαρτίες της έτσι αυτός πάλι μπορεί να δεηθεί στον Κύριο και για τη μία αμαρτία που έμεινε. Να το κάνει σύντομα όμως γιατί ο Άγιος σε λίγο πεθαίνει. Εκείνη μόλις το άκουσε έφυγε τρέχοντας να προλάβει ζωντανό τον Άγιο. Όταν έφθασε, όμως η δύστυχη βρήκε το φέρετρο του και πλήθος κόσμου πάνω του. Έκλαιγε και φώναζε, ρίχνοντας το γράμμα στα πόδια του Αγίου είπε σε όλους την ιστορία. Κλαίγοντας έλεγε ότι ο Άγιος μπορούσε να δεηθεί και γι’ αυτή την αμαρτία αλλά την έστειλε σε άλλον. Ένας Ιερέας τότε θέλησε να δει στο γράμμα για ποια αμαρτία μιλούσε η γυναίκα. Και τότε να το θαύμα. Δεν υπήρχε στο γράμμα τίποτε γραμμένο.
Κατά την τελευταία μέρα πάλι της ζωής του ο Άγιος και Μέγας Βασίλειος έκανε Χριστιανό τον Εβραίο γιατρό και φίλο του Ιωσήφ καθώς και όλη του την οικογένεια με θαυμαστό τρόπο. Αφού ο γιατρός τον επισκέφθηκε, ρώτησε ο Άγιος να του πει πόσες ώρες του μένουν. Αυτός πιάνοντας τον σφυγμό του, του είπε ότι μένουν λίγες ώρες, κι ότι στη δύση του ηλίου θα πεθάνει. Ο Άγιος τότε του είπε ότι αν ζήσει μέχρι την επόμενη ημέρα τι θα κάνει. Ο Ιωσήφ του είπε ότι αν συμβεί κάτι τέτοιο να πεθάνει ο ίδιος. Καλά το λες του είπε ο Άγιος να πεθάνεις την αμαρτία και να ζήσεις εν Χριστώ. Δέχθηκε ο Ιωσήφ γιατί ήταν αδύνατο με τους φυσικούς νόμους να συνέβαινε κάτι τέτοιο. Όταν έφυγε ο Εβραίος, προσευχήθηκε ο Άγιος Βασίλειος στον Θεό να του παρατείνει τη ζωή και για να δώσει την πραγματική ζωή στο φίλο του Ιωσήφ και στην οικογένεια του και για να προλάβει να έρθει εκείνη η δυστυχισμένη γυναίκα, που έστειλε στην έρημο στον Όσιο Εφραίμ. Ο Θεός άκουσε τη δέηση του αγαπημένου δούλου του. Την επόμενη ημέρα το πρωΐ ζήτησε να του φέρουν τον Εβραίο γιατρό. Εκείνος αμέσως πήγε στο σπίτι του Αγίου νομίζοντας ότι θα τον βρει νεκρό. Βλέποντας όμως ότι ο Άγιος Βασίλειος ήταν ζωντανός χωρίς καν σφυγμό και ζωή στις φλέβες του έπεσε στα πόδια του κι αναγνώρισε τον αληθινό Θεό και Σωτήρα Ιησού Χριστό. Σε λίγο ο ίδιος ο Άγιος βάπτισε τον Ιωσήφ με το όνομα Ιωάννη και όλη του την οικογένεια.
Γύρω στις δέκα ρώτησε πάλι ο Άγιος τον φίλο του «Κύριε Ιωάννη πότε θα πεθάνω;» κι εκείνος του απάντησε «όταν ορίσεις εσύ Δέσποτα»
Η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου
Agios Vasileios 07Κατανοώντας ο Άγιος Βασίλειος τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί και στον κλήρο και στο λαό, να παρακολουθήσουν την μακρά Θεία Λειτουργία και τις ευχές προς τον Θεό, στην όλη ακολουθία του Αγίου Ιακώβου του αδελφοθέου, παρακάλεσε τον Κύριο με νηστεία και προσευχή να του φανερώσει τον τρόπο να βοηθήσει τους πιστούς. Ο τρόπος, θαυμαστός, όπως μόνο σε έναν Μεγάλο διδάσκαλο, Πατέρα και Άγιο της Εκκλησίας θα ταίριαζε. Σε οπτασία, λοιπόν, είδε ο Άγιος, ο σοφότατος Βασίλειος, τον Κύριο με τους Αποστόλους, να τελεί την Θεία Μυσταγωγία, λέγοντας τις ευχές όχι όπως ακριβώς είναι γραμμένες στη Θεία λειτουργία του αδελφοθέου Ιακώβου, αλλά συντετμημένες με τέτοιο τρόπο, όπως τις συνέθεσε κατόπιν ο Άγιος στη Θεία Λειτουργία του.
Vasilopita
πολυτίκιον το γίου Βασιλείου – χος α’
Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου, ὡς δεξαμένην τὸν λόγον σου, δι’ οὗ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας, τὴν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας, τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας, Βασίλειον Ἱεράτευμα, Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Αναδημοσίευση κειμένου από: impantokratoros.gr

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Η παραποίηση του Μεγάλου Θεολόγου και Πατρός της Εκκλησίας Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας. Πρωτοπρ. Άγγελος Αγγελακόπουλος

Η παραποίηση του Μεγάλου Θεολόγου και Πατρός της Εκκλησίας Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας
Πρωτοπρ. Άγγελος Αγγελακόπουλος30-12-2012 εφημέριος Ιερού Παρεκκλησίου Αγίου Ιωάννου Προδρόμου Χατζηκυριακείου Ιδρύματος Πειραιώς

Εν Πειραιεί 30-12-2012
Τήν1η Ιανουαρίου μαζί με την Περιτομή του Χριστού εορτάζουμε καί τήν μνήμη του εν αγίοις πατρός ημών Βασιλείου, αρχιεπισκόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας του Μεγάλου και Ουρανοφάντορος.
Ο Μέγας Βασίλειος ήκμασε κατά τούς χρόνους του βασιλέως Ουάλεντος τό 364 μ.Χ., πρός τόν οποίο μέ παρρησία ομολόγησε τήν ορθόδοξη πίστη καί τόν ήλεγξε, επειδή έπεσε στήν κακοδοξία των Αρειανών καί μέ άγριο καί θηριώδη τρόπο κακοποιούσε καί πολεμούσε τίς Εκκλησίες των Ορθοδόξων.
Αυτός, λοιπόν, από μέν τόν πατέρα του ήταν Μαυροθαλασσίτης, από δέ τήν μητέρα του ήταν Καππαδόκης, δηλαδή από τήν λεγομένη Καραμανία. Όσον αφορά τούς λόγους καί τήν παιδεία υπερέβαλε όχι μόνο τούς ελλογίμους του καιρού του, αλλά ακόμη καί τούς παλαιούς φιλοσόφους, διότι,αφού διήλθε κάθε είδος παιδείας, σέ κάθε μία από αυτή απέκτησε καί τήν εξουσία καί τή νίκη. Επίσης, ήσκησε καί τήν πρακτική φιλοσοφία καί μέ τήν πράξη ανέβηκε καί στήν θεωρία των όντων˙ καί από αυτή ανέβηκε καί στόν θρόνο της αρχιερωσύνης.
Όταν έγινε αρχιερεύς έδωσε πολλούς αγώνες ο μακάριος γιά τήν ορθόδοξη πίστη, διότι μέ τήν σταθερότητα καί γενναιότητα του φρονήματός του κατέπληξε τόν έπαρχο Μόδεστο. Μέ τούς ορθοδόξους λόγους, πού συνέγραψε, κατεβρόντησε τά φρονήματα των κακοδόξων, ρύθμισε τήν κατάσταση των ηθών, θεμελίωσε τίς γενικές αρχές καί ρύθμισε τήν πρακτική ζωή του ορθοδόξου μοναχισμού. Ανίδρυσε την γνωστή Βασιλειάδα.
Έγραψε τήν γνωστή σέ όλους μας Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, η οποία τελείται δέκα φορές τό χρόνο, δίδαξε τήν ασκητική φιλοσοφία,σαφήνισε τήν γνώση των όντων καί, γιά νά συντέμνουμε τόν λόγο, αφού οδήγησε ο άγιος τήν λογική ποίμνη του Χριστού στήν σωτηρία μέ τήν αρετή, εξεδήμησε πρός Κύριον σέ ηλικία μόλις 49 ετών (330-379 μ.Χ.).

Ο Μέγας Βασίλειος ήταν κατά τόν χαρακτήρα του σώματος πολύ ψηλός, ξηρός καί ολιγόσαρκος˙ ήταν μελανός στό πρόσωπο, τό οποίο είχε σύμμικτο καί μέ ωχρότητα. Ήταν μακρομύτης, είχε στρογγυλά φρύδια καί τό δέρμα πάνω από τά φρύδια τό είχε συμμαζεμένο˙ έμοιαζε μέ συλλογιζόμενο άνθρωπο, πού πρόσεχε πολύ τόν εαυτό του. Τό πρόσωπό του τό είχε λίγο ζαρωμένο μέ λίγες χαρακές.
Είχε μακρυές τίς παρειές καί τούς μήνιγγες γεμάτους από τρίχες γυρισμένες σέ σχήμα κύκλου. Φαινόταν στήν επιφάνεια ότι είχε κουρεμένες τίς τρίχες˙ τό γένι του είχε αρκετά μακρύ καί τίς τρίχες αναμεμιγμένες, δηλαδή μαύρες μαζί μέ άσπρες[1].

Τά όσα αναφέρθηκαν παραπάνω γιά τόν ουρανοφάντορα του Χριστού, τόν ένσαρκο άγγελο,τόν Μέγα Βασίλειο καταδεικνύουν τήν μεγάλη αλλοτρίωση καί ακόμη μεγαλύτερη διαστρέβλωση, πού έχει επιφέρει τό κοσμικό καί ουμανιστικό πνεύμα της Δύσεως σέ όλο τόν κόσμο, σχετικά μέ τήν αγιασμένη μορφή του Μεγάλου Βασιλείου.
Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της συγχύσεως, πού επικρατεί στόν δυτικό κόσμο γιά τόν Μέγα Βασίλειο, είναι καί μιά σφιγμομέτρηση, πού έγινε μέσα στίς εορτές, από δημοσιογράφους στήν άθεη Γαλλία, κατά τήν οποία ρωτούσαν τά παιδιά˙ «ποιό είναι τό πραγματικό όνομα του Μεγάλου Βασιλείου; Santa Claus, Pere-Noël ή Saint Nicolas»; Τά παιδιά, βέβαια, χωρίς νά γνωρίζουν τήν αλήθεια,έδιναν τίς δικές τους απαντήσεις.

Είναι θλιβερή καί εξοργιστική η εικόνα, πού προβάλλουν τά ποικίλα οικονομικά συμφέροντα,παρουσιάζοντας τόν Άγιο σέ οικτρές γελοιογραφίες ως διαφημιστή των πλέον ευτελών προϊόντων της ανθρώπινης βιομηχανίας.
Ο Άγιος παρουσιάζεται χοντρός,γελαστός, κρατώντας καί διαφημίζοντας ξυριστικές διάφορα προϊόντα (λεπίδες, αρωματικά σαπούνια, καπνοσύριγγες, κινητά κ.ά). Ω άθλιε κόσμε, πού θέλεις νά καταβιβάσεις τούς Αγίους από τό ύψος της αγιότητάς τους καί νά τούς μεταβάλεις σέ πλασιέ των προϊόντων σου!
Σύμφωνα με τον ομότιμο καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ,αιδεσιμολογιώτατο πρωτοπρεσβύτερο π.Θεόδωρο Ζήση[2],«ο παραποιημένος αυτός Αγιοβασίλης μαζί μέ τό χριστουγεννιάτικο δένδρο αποτελούν τό ξενόφερτο εορταστικό δίδυμο, τήν ξενόφερτη δυάδα, πού κατέκλυσε τήν ελληνική αγορά καί τά ελληνικά σπίτια.
Ο εισαγόμενος αυτός Αγιοβασίλης, τήν εμφάνιση του οποίου τελειοποίησαν στά εργαστήριά τους οι διαφημιστές της Coca-Cola καί είναι πανταχού παρών κατά τό εορταστικό δωδεκαήμερο, δέν έχει σχέση από πλευράς εμφανίσεως καί συμπεριφοράς μέ τόν αληθινό Άγιο Βασίλειο, τόν αρχιεπίσκοπο Καισαρείας της Καππαδοκίας, τόν Μεγάλο Άγιο, Πατέρα καί Θεολόγο της Εκκλησίας.
Αυτός ήταν ασκητής, λιτοδίαιτος,μέ καλογερική ασκητική εμφάνιση καί κουβαλούσε ως δώρα, κατά τήν λαϊκή παράδοση, στό ασκητικό τρίχινο σακκίδιό του αγαθά παιδείας, ‘χαρτί καί καλαμάρι’, καί όχι καταναλωτικά υλικά αγαθά, τρόφιμα καί παιχνίδια.

Τό πιό εξωφρενικό, όμως, γιά τόν ανόητο καί παράλογο μιμητισμό πολλών Νεοελλήνων είναι ότι ο χονδρουλός, εισαγόμενος από τήν Ευρώπη, Άγιος δέν είναι ο Άγιος Βασίλειος, αλλά ο Άγιος Νικόλαος των Δυτικών (Saint Nicolas =Santa Claus), ο οποίος, επειδή οι Ευρωπαίοι εορτάζουν από πολύ νωρίς τά Χριστούγεννα, από τίς αρχές Δεκεμβρίου,πού είναι καί η εορτή του (6 Δεκεμβρίου), λόγω της γνωστής απλοχεριάς καί φιλανθρωπίας του, επεκτείνει τήν αγαθοποιό δράση του μέχρι τά Χριστούγεννα,διανέμοντας δώρα σέ όλους, είναι ο Pere-Noël, ο πατέρας των Χριστουγέννων.
Τά Χριστούγεννα σταματά η δράση του Αγίου Νικολάου στή Δύση. Εμείς τόν πήραμε,του αλλάξαμε όνομα καί τόν βάλαμε νά φυγαδεύσει καί νά διώξει τόν δικό μας Αγιο Βασίλειο, του οποίου έκλεψε τό όνομα καί παραμόρφωσε τήν εμφάνιση καί τήν συμπεριφορά του».


[1] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, τ. Γ΄, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 2002, σσ. 9-13.
[2] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, Τό χριστουγεννιάτικο δένδρο˙ ξενόφερτο καί αντιχριστιανικό, Σειρά‘Καιρός’ θέματα εκκλησιαστικής επικαιρότητος 15,
Θεσσαλονίκη2000, σσ. 11-12.