Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Άγγελος Αγγελακόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Άγγελος Αγγελακόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Ἡ ἀσκητική μέθοδος στήν Ὀρθοδοξία καὶ οἱ οἰκουμενικοί διάλογοι Μέρος Γ΄. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος

Ἡ ἀσκητική μέθοδος στήν Ὀρθοδοξία καὶ οἱ οἰκουμενικοί διάλογοι. Μέρος Γ΄.*

Πρωτοπρ. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος ἐφημ. Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Νέας Καλλιπόλεως Πειραιῶς

Ἐν Πειραιεῖ 20-11-2013
Ἡ ἄσκηση δέν περιφρονεῖ τό σῶμα. 

«Ἡ ἀληθινή ἄσκηση καμμία σχέση δέν ἔχει πρός τήν πλατωνική ἤ μανιχαϊκή περιφρόνηση τῆς ὕλης ἤ τοῦ σώματος. Οἱ Χριστιανοί ἀσκητές ἀσκοῦνται, ὄχι διότι περιφρονοῦν τό σῶμα, ἀλλά διότι θέλουν νά τό καταστήσουν πειθήνιο ὄργανο τῆς ψυχῆς. Κατά τόν μζ' (47ο) Ἱερό Κανόνα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, οἱ βδελυσσόμενοι (ὅσοι περιφρονοῦν μέ μίσος) τόν γάμο, ἀποστρεφόμενοι τόν οἶνο καί τήν κτίση τοῦ Θεοῦ, μεμιασμένη (μολυσμένη) εἶναι λέγοντες, δέν μπορούν νά γίνουν ἀποδεκτοί στήν Ἐκκλησία χωρίς νά βαπτισθοῦν. Ἄς μήν ἰσχυρίζονται δέ ὅτι ἔχουν βαπτισθεῖ στό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐφ' ὅσον θεωροῦν τόν Θεό ποιητή τοῦ κακοῦ καί καθίστανται ἐφάμιλλοι πρός τόν Μαρκίωνα καί τούς λοιπούς αἱρετικούς[1]…».
Ἡ ἄσκηση ἔχει ἐσχατολογικό χαρακτήρα.

«Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας εἶναι δυνατόν νά χαρακτηρισθεῖ ἐκτός τῶν ἄλλων καί ὡς Ἐκκλησία ἀσκήσεως. Αὐτό μαρτυροῦν οἱ πολλές καί μακρές περίοδοι νηστείας, οἱ μακρές ἀκολουθίες καί ἡ κατ’ αὐτές ὀρθοστασία (τά παλαιά στασίδια δέν ἔδιναν, ὡς γνωστόν, τήν δυνατότητα ἀναπαυτικοῦ καθίσματος), τά αὐστηρά ἐπιτίμια πρός τούς ἁμαρτάνοντας, ὁ σεβασμός τῶν κοσμικῶν πρός τούς αὐστηρούς μοναχούς καί ἀσκητές, οἱ ἀγρυπνίες, οἱ μέ ταλαιπωρία ὁδοιπορίες καί ταξίδια πρός ἱερούς τόπους (προσκυνήματα) κ.τ.ὅ.
Εἶναι ἀδιανόητο γιά ἕνα δυτικό Χριστιανό νά νηστεύσει ἤ νά μείνει στήν Ἐκκλησία τρεῖς ἤ πέντε ὧρες, ὅπως μένουμε οἱ Ὀρθόδοξοι κατά τίς μακρές ἀκολουθίες καί ἰδίως τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Εἶναι ἀντιθέτως σύνηθες στούς αἱρετικούς Διαμαρτυρομένους (προτεστάντες) νά κοινωνοῦν, ἀφοῦ προηγουμένως ἔχουν φάει τό πλούσιο πρωϊνό τους. Οἱ αἱρετικοί παπικοί κατήργησαν τελευταίως στήν Ἀμερική καί αὐτή τήν σκιώδη νηστεία τῆς Παρασκευῆς.
Τό θαυμαστό σ’αὐτά εἶναι ὅτι τό ἀσκητικό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας μας συνδυάζεται μέ τό ἐσχατολογικό πνεῦμα τῆς προγεύσεως τῆς χαρᾶς τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς Ἀναστάσεως καί τῆς ἀγάπης. Ἡ ἄσκηση τῶν Ὀρθοδόξων εἶναι χαροποιός ἄσκηση, ὅπως καί τό πένθος μᾶς εἶναι χαροποιό πένθος[2]…».

Εἶναι δυνατός ὁ συγχρονισμός τῆς ἀσκήσεως;

«Πράγματι ὁ ἀσκητισμός εἶναι κάτι τό ἀκατανόητο γιά τόν σύγχρονο ἄνθρωπο, τοῦ ὁποίου ἡ συνείδηση ἔχει ἐκκοσμικευθεῖ ἀπό τήν ἐπίδραση τῆς ἀθέου κουλτούρας, μέσα στήν ὁποία ζεῖ. Τά ἰδεώδη της κουλτούρας αὐτῆς εἶναι ἡ ἐπιτυχία, ἡ εὐημερία, ἡ ἀπόλαυση, τό σέξ, ἡ αὐτάρκεια. Ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτίας ἔχει ἐπίσης σχεδόν χαθεῖ. Ἁμαρτία δέν εἶναι πλέον ἡ παράβαση τοῦ ἠθικοῦ νόμου, ἀλλά ἡ μή παράβασή του, ὅταν ἐμποδίζεται ἀπ’ αὐτόν ὁ ἄνθρωπος νά ἱκανοποιήσει τίς μή ἰκανοποιηθεῖσες ἀπωθημένες ὀρέξεις του. Αὐτό διδάσκει ὁ Φρόϋντ καί ἐπί τῆς ἀρχῆς αὐτῆς θεμελιώνεται ἡ φροϋδικῆ ψυχανάλυση καί τό στύλ τῆς ζωῆς, πού διαμορφώνεται ἀπό αὐτήν…
 Μέσα σ’ ἕνα στό σύνολό του παράλογο καί μηδενιστικό κόσμο τί νόημα μπορεῖ νά ἔχει ἡ ἄσκηση; Πολλοί θεολόγοι στό ἐξωτερικό ἀπάντησαν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νά κενωθεῖ, νά χάσει τόν ἑαυτό της, γιά νά κερδίσει τόν κόσμο. Ἔτσι, κήρυξαν ὅτι ὁ Θεός πέθανε («θεολογία τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ»), ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι ἱστορικό γεγονός καί ὅτι τό Εὐαγγέλιο δέν ἔχει σταθερές ἠθικές ἀπαιτήσεις (περιπτωσιακή ἠθική). Ἀλλά, αὐτό δέν εἶναι κένωση, εἶναι πτώση καί μεταβολή τῆς Ἐκκλησίας σέ κόσμο. Εἶναι συσχηματισμός μέ τόν κόσμο. Ἐάν ἡ Ἐκκλησία ἔπαυε νά εἶναι ἀσκητική, θά πρόδιδε τόν Κύριό της, ὁ Ὁποῖος ἔτσι τήν θέλησε, θά πρόδιδε ἐπίσης τόν ἄνθρωπο, διότι χωρίς τήν ἄσκηση εἶναι ἀδύνατη ἡ θέωσή του...». Ἑπομένως, δέν πρέπει νά παρουσιάζουμε ἕνα εὔκολο χριστιανισμό, ἀποστερημένο τοῦ ἀσκητικοῦ χαρακτήρα, γιά νά κερδίσουμε τούς συγχρόνους ἀνθρώπους καί μάλιστα τούς νέους.
«Ἀλλά, ὑπάρχει, καί τό δεύτερο ἐρώτημα :

Εἶναι ἐπιτρεπτός ὁ συγχρονισμός καί ἡ προσαρμογή τῆς ἀσκήσεως στίς ἀνάγκες καί τήν ψυχοσωματική κατάσταση καί ἀντοχή τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου;

Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ ἀνθεκτικότητα τοῦ ἀνθρώπου στόν πόνο, τίς στερήσεις, τίς σκληραγωγίες ἔχει σήμερα αἰσθητῶς μειωθεῖ παρά ἤ ἴσως καί λόγω τῆς ὑπό τῆς ἰατρικῆς παρατάσεως τῆς ζωῆς. Οἱ συνθῆκες διαβιώσεως (ὁ θόρυβος τῶν μεγαλουπόλεων, οἱ ταχύτητες τῶν συγκοινωνιακῶν μέσων, ὁ ταχύς ρυθμός τῆς ζωῆς, ἡ ἀνασφάλεια καί ὁ φόβος) κάνουν τόν ἄνθρωπο ὑπερευαίσθητο, νευρικό, ἑτοιμόρροπο. Λόγοι ποιμαντικῆς διακρίσεως καί φιλανθρωπίας ἐπιτρέπουν καί ἴσως ἐπιβάλλουν κάποια προσαρμογή τῆς ἀσκήσεως, ὑπό τόν ὄρο ὅτι ἡ ἄσκηση δέν θά καταντήσει ἕνα εἶδος καταπραϋντικοῦ, ἀλλά θά διατηρήσει τόν χαρακτήρα τῆς στερήσεως, τοῦ ἀγῶνος, τῆς ἀποταγῆς τοῦ ἰδίου θελήματος καί τῆς θυσίας…».

Ἡ ἀγωγή τῆς ἀσκήσεως

«Ὑπάρχει τέλος τό ἐρώτημα τῆς ἀγωγῆς τῆς ἀσκήσεως. Πῶς δηλ. ὁ πιστός θά μάθει νά ἀσκεῖται.
Ἡ καλύτερη ἀγωγή ἀσκήσεως εἶναι ἡ ἔνταξη τοῦ πιστοῦ στήν ζωή καί τήν λατρεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία παιδαγωγεῖ τά τέκνα της μέ σοφία καί στοργή στήν ἄσκηση. Οἱ ἐντός τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους σοφῶς κατανεμημένες νηστεῖες, οἱ κατανυκτικές ἀκολουθίες, ὅπως τά Μεγάλα Ἀπόδειπνα, οἱ Χαιρετισμοί, οἱ ἐνδιαμέσως τῶν νηστειῶν πανευφρόσυνες ἑορτές (τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κ.λπ.), ἐμπνέουν, διευκολύνουν καί στηρίζουν τόν ἀσκούμενο Χριστιανό.
Τό πρόβλημα εἶναι πῶς ὅλα αὐτά θά διοχετευθοῦν ποιμαντικῶς στόν λαό. Παλαιότερα, σχολεῖο τῆς ἀσκήσεως ἦταν ἡ ὀρθόδοξη χριστιανική οἰκογένεια. Ἐκεῖ μάθαινε τό παιδί τήν νηστεία, τήν ἐγκράτεια, τίς καλές καί ἅγιες παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας καί γι' αὐτό μποροῦσε, ὅταν ἔφθανε ἡ ἡλικία τῆς ἐξάψεως τῶν παθῶν, νά συγκροτεῖται καί νά ἐγκρατεύεται.
Σήμερα πού ἡ οἰκογένεια ἐν πολλοῖς δέν εἶναι χριστιανική, πρέπει νά διδάσκουμε συστηματικῶς τίς ἅγιες αὐτές παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας στά Κατηχητικά Σχολεῖα, στά κηρύγματα καί σέ κάθε ποιμαντική εὐκαιρία.
Στήν ἐποχή αὐτή τῆς ἀποστασίας, τοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ καί τῆς συγχύσεως, ἐμεῖς ἄς κηρύξουμε μέ ταπεινοφροσύνη καί πίστη τό κήρυγμα τῆς ἐν μετάνοια, ἐγκρατεία καί ἀσκήσει ἐπιστροφῆς στόν Πατέρα καί Πλάστη μας.
Ἡ ἀναβίωση στήν Ἐκκλησία τοῦ ἀσκητικοῦ ἰδεώδους θά ἀποτελέσει τό σπουδαιότερο μέσο, ἀλλά καί καρπό τῆς ἐν Ἁγίω Πνεύματι ἀνακαινίσεώς της. Θά δώσει, ἐπίσης, νέα ὤθηση καί δραστηριοποίηση στό ποιμαντικό καί Ἱεραποστολικό της ἔργο, τό ὁποῖο μποροῦν νά ἀναλάβουν μόνο ἄνθρωποι αὐταπαρνήσεως καί θυσίας.
Εἶναι χαρακτηριστικό τό κατανυκτικό στιχηρό τοῦ ἑσπερινοῦ της Κυριακῆς της Τυρινῆς, τό ὁποῖο συνοψίζει τήν ὀρθόδοξη θεολογία τῆς ἀσκήσεως : «Τόν τῆς Νηστείας καιρόν, φαιδρῶς ἀπαρξώμεθα, πρός ἀγώνας πνευματικούς ἑαυτούς ὑποβάλλοντες· ἀγνίσωμεν τήν ψυχήν, τήν σάρκα καθάρωμεν˙ νηστεύσωμεν ὥσπερ ἐν ταῖς βρώμασιν ἐκ παντός πάθους, τάς ἀρετᾶς τρυφῶντες τοῦ πνεύματος· ἐν αἶς διατελοῦντες πόθω, ἀξιωθείημεν πάντες, κατιδεῖν τό πάνσεπτον Πάθος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, καί τό Ἅγιον Πάσχα, πνευματικῶς ἐναγαλλιώμενοι». 
Δηλ. ἄς ἀρχίσουμε μέ εὐχαρίστηση καί πνευματική χαρά τόν καιρό τῆς νηστείας τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς πρίν ἀπό τό Πάσχα, ἀφοῦ ὑποβάλλουμε τούς ἑαυτούς μας σέ πνευματικούς ἀγῶνες. Ἄς ἀγνίσουμε ἀπό τούς ρύπους τῆς ἁμαρτίας τήν ψυχή μας ὁ καθένας καί ἄς καθαρίσουμε, ἐπίσης, καί τό σῶμα μας. Ἄς νηστεύσουμε ἀπό κάθε πάθος, ὅπως νηστεύουμε ἀπό τά ὑλικά φαγητά καί ποτά, ἀφοῦ εὐχαρίστως μετέχουμε καθαρτικά στίς ἀρετές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μέσα σ’ αὐτές τίς ἀρετές, ἀφοῦ διατελέσουμε καί ἐντρυφήσουμε μέ θεῖο πόθο καί ἔρωτα θεϊκό, μακάρι νά ἀξιωθοῦμε ὅλοι νά δοῦμε, νά φθάσουμε, νά μετάσχουμε στό πάνσεπτο Πάθος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ καί στό Ἅγιο Πάσχα, ἔχοντας χαρά καί ἀγαλλίαση καί εὐφροσύνη πνευματικῶς».

Σκοπός συγγραφῆς

Ζητοῦμε συγγνώμη, διότι δέν πρωτοτυποῦμε στό θεολογικό αὐτό δοκίμιο, δέν γράφουμε κάτι τό ἐντυπωσιακό, φαινομενικό, γιά νά κολακεύσουμε ἐγωιστικά τούς ἀναγνῶστες μας. Σκοπός μας εἶναι, πρῶτον, νά ξυπνήσουμε πνευματικῶς πρῶτα ἐμεῖς, πού γράφουμε ὄλ’αὐτά, καί νά ἀκολουθοῦμε ταπεινῶς, υἱϊκῶς καί εὐσεβάστως τήν Ἁγία Γραφή, τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, τούς ἁγίους Προφῆτες, Ἀποστόλους, Μάρτυρες, Δικαίους, Μοναχούς, Ὁμολογητές, ὅλους δηλ. τούς ἁγίους Πατέρες καί τίς Τοπικές καί τίς ἐννέα Ἅγιες καί Οἰκουμενικές Συνόδους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.
Δεύτερον, γράφουμε ὄλ’αὐτά, γιά νά εὐαγγελισθοῦμε τήν εἰρήνη, τήν ἀλήθεια, τήν ἀγάπη καί τήν ἐλευθερία τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ σέ ὅσους καλοπροαιρέτως ποθοῦν καί ἀναζητοῦν τήν πραγματική ἀλήθεια καί ἑνότητα ἐν Χριστῷ καί ἐν τή Ἐκκλησία.


[1] νγ΄ Ἁγίων Ἀποστόλων καί ιγ΄ ΣΤ΄
[2] ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑÏΤΗΣ, Κλίμαξ, Λόγος ζ΄ (7ος), ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς 1999, σσ. 140-156.


* Τὸ Μέρος Α΄ ἐδῶ
* Τὸ Μέρος Β΄ ἐδῶ

* Τὸ Μέρος Δ΄ ἐδῶ

http://anavaseis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_2412.html

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Αποστολική Εκκλησία, Αποστολική πίστη, Αποστολική διαδοχή. Πρωτοπρ. Άγγελος Αγγελακόπουλος

Αποστολική Εκκλησία, Αποστολική πίστη, Αποστολική διαδοχή

Πρωτοπρ. Άγγελος Αγγελακόπουλος εφημέριος Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς

Εν Πειραιεί 29-06-2013
Εορτάζουμε σήμερα τήν σύναξη των αγίων ενδόξων καί πανευφήμων Δώδεκα Αποστόλων καί γι’αυτό προτάσσουμε και προβάλλουμε ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι η Αποστολική Εκκλησία. Ως Ορθόδοξοι πιστεύουμε, σύμφωνα μέ τό Σύμβολο Πίστεως της Νικαίας-Κων/λεως (381), «εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν καί Αποστολικήν Εκκλησίαν». Κατά τήν αδιάκοπη δογματική συνείδηση του πληρώματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, δηλ. κατά τήν αυτοσυνειδησία της, η Μία αυτή, Αγία, Καθολική καί Αποστολική Εκκλησία είναι αποκλειστικώς και μόνον η Ορθόδοξος Εκκλησία, και καμμία άλλη αίρεση ή θρησκεία.
Τί σημαίνει, όμως, ότι η Εκκλησία μας είναι Αποστολική; Σημαίνει δύο πράγματα. Ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία κατέχει α) τήν Αποστολική Πίστη καί β) τήν Αποστολική Διαδοχή. Τί είναι Αποστολική Πίστη καί τί Αποστολική Διαδοχή;
Α) Αποστολική Πίστη.
Αποστολική πίστη είναι η πίστη, που μας παρέδωσαν ως παρακαταθήκη οι άγιοι ένδοξοι Απόστολοι, την οποία κληρονόμησαν από τον ίδιο τον Θεάνθρωπο Χριστό, ως αυτήκοοι και αυτόπτες του ιδίου του Θεού Λόγου. Επομένως, η αποστολική πίστη είναι η πίστη του Χριστού και κατ’επέκτασιν είναι η πίστη της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Σύμφωνα με τον καθηγητή της Δογματικής του ΑΠΘ κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη[1], «η πίστη αυτή της Εκκλησίας είναι θεόπνευστη και αδιαπραγμάτευτη. Η ένταξη καί η παραμονή στό μυστηριακό Σώμα του Χριστού, τήν Εκκλησία, δέν είναι απροϋπόθετη. Προϋποθέτει οπωσδήποτε τήν άνευ όρων αποδοχή καί ομολογία της Αποστολικής πίστεως, όπως αυτή ερμηνεύθηκε καί οριοθετήθηκε από τίς αποφάσεις των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Έτσι, λοιπόν, όταν κάποιος πιστός, ανεξαρτήτως της θεσμικής θέσεως πού κατέχει στό Σώμα της Εκκλησίας (απλός πιστός, μοναχός, ιερεύς, αρχιμανδρίτης, επίσκοπος, μητροπολίτης, πατριάρχης), ή σύνολα πιστών, ανεξαρτήτως του αριθμού τους (τοπικές Εκκλησίες, σύνοδοι) παραβιάσουν εκ πεποιθήσεως τήν οριοθετημένη πίστη της Εκκλησίας, αποκόπτονται από τό Σώμα της. Καί αν είναι σ’οποιοδήποτε ιερατικό αξίωμα, καθαιρούνται, ενώ οι λαϊκοί αφορίζονται, όπως προκύπτει από τά Πρακτικά των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων. Αυτό σημαίνει ότι δέν μπορούν στό εξής νά μετέχουν καί νά κοινωνούν στά ιερά μυστήρια της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Επομένως, είναι προφανές ότι συλλήβδην όλοι οι αιρετικοί (Παπικοί, Προτεστάντες, Μονοφυσίτες) καί όλοι οι ετερόδοξοι (Μουσουλμάνοι, Ιουδαίοι) έχουν εκπέσει από τήν Αποστολική πίστη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, επειδή οι αιρέσεις καί οι ετεροδοξίες τους ανατρέπουν πλήρως τήν Αποστολική πίστη της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Β) Αποστολική διαδοχή.
Μέ τήν Αποστολική πίστη συνδέεται αδιαίρετα καί η Αποστολική διαδοχή. Η Αποστολική διαδοχή έχει ουσιαστικό περιεχόμενο μόνο μέσα στό Σώμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας καί προϋποθέτει οπωσδήποτε τήν Αποστολική πίστη.
Λέγοντας Αποστολική διαδοχή εννοούμε τήν αδιάκοπη συνέχεια της ηγεσίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας από τους αγίους Αποστόλους. Η συνέχεια αυτή έχει χαρισματικό χαρακτήρα καί διασφαλίζεται μέ τή μετάδοση της πνευματικής εξουσίας των αγίους Αποστόλων στούς Επισκόπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας καί δι’αυτών στούς ιερείς. Ουσιαστικά, λέγοντας Αποστολική διαδοχή εννοούμε πρωτίστως τήν διαδοχή της Αποστολικής πίστεως καί έπειτα τήν διαδοχή των πατριαρχικών, αρχιεπισκοπικών, μητροπολιτικών και επισκοπικών θρόνων καί όχι τήν διαδοχή των θρόνων χωρίς τήν διαδοχή της Αποστολικής πίστεως.
Ο τρόπος μεταδόσεως της πνευματικής, αποστολικής εξουσίας στούς Επισκόπους γίνεται μέ τήν χειροτονία. Αν, επομένως, κάποιος Επίσκοπος έχει λάβει μέ κανονικό, εκκλησιαστικό τρόπο τήν χειροτονία του καί στή συνέχεια βρεθεί εκτός Εκκλησίας, εξαιτίας της εσφαλμένης πίστεώς του, παύει ουσιαστικά νά έχει καί τήν Αποστολική διαδοχή, αφού αυτή έχει νόημα μόνο μέσα στό μυστηριακό Σώμα του Χριστού, τήν Ορθόδοξη Εκκλησία.
Κατά συνέπεια, αν κάποιος Επίσκοπος ή καί ολόκληρη Τοπική Εκκλησία, ανεξαρτήτως αριθμού μελών, εκπέσουν από τήν πίστη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως αυτή εκφράστηκε αλαθήτως στίς Άγιες και Οικουμενικές Συνόδους, παύουν νά έχουν οι ίδιοι τήν Αποστολική διαδοχή, επειδή βρίσκονται ήδη εκτός Εκκλησίας. Καί αφού διακόπτεται η Αποστολική διαδοχή, ουσιαστικά δέν μπορεί νά γίνεται λόγος γιά κατοχή ή γιά συνέχεια της Αποστολικής διαδοχής στούς εκπεσόντες από την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Μέ βάση, λοιπόν, τά παραπάνω όλοι οι αιρετικοί (Παπικοί, Προτεστάντες, Μονοφυσίτες) καί οι ετερόδοξοι (Μουσουλμάνοι, Ιουδαίοι) στερούνται τήν Αποστολική διαδοχή, επειδή, στερηθέντες τήν Αποστολική πίστη, εξέπεσαν από την Ορθόδοξο Εκκλησία. Κατά συνέπεια, λόγος γιά Αποστολική διαδοχή εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας, είναι λόγος ατεκμηρίωτος επιστημονικά και θεολογικά, είναι δηλ. λόγος αθεολόγητος και μάλλον οικουμενιστικός.
Μέ τήν Αποστολική διαδοχή συνδέεται καί η ιερωσύνη. Η ιερωσύνη προϋποθέτει τήν αδιάκοπη συνέχειά της από τούς αγίους Αποστόλους, προϋποθέτει δηλ. τήν Αποστολική διαδοχή. Πρωτίστως, όμως, η ιερωσύνη προϋποθέτει τόν Θεάνθρωπο Χριστό ως ιερουργό στό μυστηριακό Σώμα Του, τήν Ορθόδοξο Εκκλησία. Σέ τελευταία ανάλυση, η ιερωσύνη του Χριστού υφίσταται στήν Ορθόδοξο Εκκλησία καί παρέχεται από τόν ίδιο τόν Χριστό διά της Εκκλησίας Του καί γιά τήν Εκκλησία Του. Αυτονομημένη ιερωσύνη καί αυτονομημένα από τήν Εκκλησία μυστήρια δέν μπορούν νά υπάρχουν. 
Η ιερωσύνη, όπως άλλωστε καί όλα τά ιερά μυστήρια, αποτελεί λειτουργική φανέρωση της Εκκλησίας. Η Εκκλησία «σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις», κατά τόν άγιο Νικόλαο Καβάσιλα. Αυτό σημαίνει ότι, γιά νά υπάρχουν μυστήρια, πρέπει προηγουμένως νά υπάρχει η Εκκλησία. Τά μυστήρια είναι σάν τά κλαδιά ενός δένδρου. Ζωντανά κλαδιά, πού ανθούν καί καρποφορούν, μπορούν νά υπάρχουν μόνο όταν αυτά είναι οργανική προέκταση του δένδρου, όταν δηλ. είναι οντολογικά συνδεδεμένα μέ τόν κορμό του δένδρου.
Επομένως, είναι θεολογικά ακατανόητο νά υποστηρίζεται από οικουμενιστικούς κύκλους ότι οι αιρετικοί καί οι ετερόδοξοι έχουν έστω καί ένα μυστήριο, π.χ. τό βάπτισμα. Τό θεμελιώδες ερώτημα, που πρέπει νά τίθεται εδώ, είναι : Ποιός ιερούργησε τό μυστήριο; Πού βρήκε τήν ιερωσύνη ο ιερουργός; Ποιός του έδωσε τήν ιερωσύνη, αφού αυτή τήν παρέχει μόνο η Ορθόδοξος Εκκλησία; Πού βρέθηκε η Εκκλησία στούς αιρετικούς καί ετεροδόξους, αφού αυτοί, λόγω της εσφαλμένης δογματικής πίστεώς τους, εξέπεσαν από τήν Ορθόδοξο Εκκλησία»;
Εν κατακλείδι, αυτό, πού πρέπει νά μείνει στό νου μας καί πρέπει νά τονίσουμε, είναι τό εξής˙ ότι μόνο η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική καί Αποστολική Εκκλησία καί ότι μόνο αυτή κατέχει τόσο τήν Αποστολική πίστη, όσο καί τήν Αποστολική διαδοχή, όπως επίσης καί τήν ιερωσύνη καί τά ιερά μυστήρια. Οι αιρετικοί καί οι ετερόδοξοι, λόγω παραχάραξης της πίστεως, δέν κατέχουν ούτε τήν Αποστολική πίστη, ούτε τήν Αποστολική διαδοχή καί ακολούθως ούτε ιερωσύνη ούτε μυστήρια έχουν.


[1] Δ.ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ, «Είναι οι ετερόδοξοι μέλη της Εκκλησίας»;  Εν Συνειδήσει, Οικουμενισμός, Ιστορική και κριτική προσέγγιση, έκδ. Ι. Μ. Μεγάλου Μετεώρου, Άγια Μετέωρα (Ιούνιος 2009) 78-83.
 
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/06/blog-post_7401.html

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Ο αντιπαπικός Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και το φιλοπαπικό παράληρημα των οικουμενιστών. Πρωτοπρ. Άγγελος Αγγελακόπουλος



Ο αντιπαπικός Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και το φιλοπαπικό παράληρημα των οικουμενιστών

Πρωτοπρ. π. Άγγελος Αγγελακόπουλος εφημέριος Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς

Εν Πειραιεί 26-3-2013
Πολύ εύστοχα και θεόπνευστα η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική, Ορθόδοξος Εκκλησία μας προβάλει την Β΄ Κυριακή των Νηστειών, για δεύτερη φορά την μορφή του εν αγίοις Πατρός ημών Γρηγορίου του Παλαμά αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, του κήρυκος της Χάριτος και θεατού του ακτίστου Φωτός. Πρώτη φορά η μνήμη του, η κοίμησή του εορτάζεται στις 14 Νοεμβρίου.
Την τοποθέτησε, μάλιστα, μετά την Κυριακή της Ορθοδοξίας, γιατί, κατά κάποιο τρόπο, αυτή η Κυριακή είναι η δεύτερη Κυριακή της Ορθοδοξίας. Και εάν θέλαμε πολύ περιληπτικά να διευκρινίσουμε για ποιόν λόγο η Εκκλησία μας τοποθέτησε αυτή την δεύτερη Κυριακή της Ορθοδοξίας, μπορούμε να πούμε ότι την προηγουμένη Κυριακή, την Κυριακή της Ορθοδοξίας, η Εκκλησία μας απέφυγε τον κίνδυνο του εξανατολισμού, δηλ. των αιρέσεων από την Ανατολή, από ιουδαϊκές και ισλαμικές επιρροές.
Είναι γνωστό ότι η αίρεση της εικονομαχίας είχε τις ρίζες της στον Ισλαμισμό και τον Ιουδαϊσμό, οι οποίες είναι ανεικονικές θρησκείες, δηλ. δεν έχουν εικόνες. Και αυτή τη μανία τους εναντίον των αγίων εικόνων προσπάθησαν να την περάσουν και μέσα στην πίστη μας, την αγία Ορθοδοξία.
Όμως, οι άγιοι Πατέρες, αγωνιζόμενοι εναντίον των χριστιανοκατηγόρων εικονομάχων, το απέτρεψαν αυτό και έτσι αποφεύχθηκε ο εξανατολισμός της Ορθοδοξίας, δηλ. το να μας παρασύρει η Ανατολή, οι Μουσουλμάνοι και οι Εβραίοι.
Με την δεύτερη Κυριακή της Ορθοδοξίας και με τους ησυχαστικές συνόδους του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά τον 14ο αιώ., οι οποίες αποτελούν την Θ΄ Οικουμενική Σύνοδο, αποφεύχθηκε τώρα όχι ο εξανατολισμός, αλλά ο εκδυτικισμός, ο εκλατινισμός, η φραγκοποίηση της Ορθοδοξίας, τον οποίο εκπροσωπούσε ο εκ της Δύσεως ερχόμενος, επηρμένος, υπερήφανος, αιρετικός και αναθεματισμένος από την Εκκλησία μας, διά του Συνοδικού της Ορθοδοξίας, Βαρλαάμ ο Καλαβρός.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο οποίος μαζί με τον Μ. Φώτιο Κων/λεως και τον άγιο Μάρκο Εφέσου τον Ευγενικό αποτελούν τους νέους τρεις Ιεράρχες, τους ονομαζομένους αντίπαπες και παπομάστιγες, ήλεγξε σφοδρότατα και αυστηρότατα στο πρόσωπο του Βαρλαάμ την παναίρεση του Παπισμού και όλες τις καινοτομίες, τους νεωτερισμούς, τις παραχαράξεις, τις διαστρεβλώσεις και αιρέσεις της Δύσεως επί της άπαξ παραδοθείσης πίστεως. Γι’αυτό καί μέχρι τις ημέρες μας οι αιρετικοί Λατίνοι αποστρέφονται και μισούν τον άγιο Γρηγόριο˙ δεν τον θεωρούν άγιο, αλλά αντιθέτως «αιρετικό»!!! Φρίττουν και τρέμουν μόνο στο άκουσμα του αγίου ονόματός του!

Στο έργο του «Λόγος αποδεικτικός περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος» λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς˙ «Πάλιν ο δεινός και αρχέκακος όφις την εαυτού κεφαλήν καθ’ημών διαίρων, υποψυθιρίζει τα της αληθείας αντίθετα»[1]. «Πάλι ο πρωταίτιος του κακού όφις, ο  διάβολος, σηκώνοντας την κεφαλή του εναντίον μας, υποψυθιρίζει τα αντίθετα προς την αλήθεία».
Και παρακάτω, αφού λέει ότι αυτός ο διάβολος είναι, που παρεκίνησε τους Αρείους, τους Απολλιναρίους, τους Ευνομοίους και Μακεδονίους και πολλούς ετέρους αιρετικούς, «ούτος τοίνυν ο νοητός και διά τούτο μάλλον επάρατος όφις, το πρώτον και μέσον και τελευταίον κακόν», «αυτός, λοιπόν, ο νοερός και γι’αυτό περισσότερο καταραμένος διάβολος, που είναι το πρώτο και μεσαίο και το τελευταίο κακό», «μηδαμώς επιλελησμένος της οικείας κακοτεχνίας», «δεν ξέχασε καθόλου την κακοτεχνία του, το κακό έργο του», «διά των αυτώ πειθηνίων Λατίνων, περί Θεου καινάς εισφέρει φωνάς»[2], «με τους λατίνους, που είναι πειθήνια όργανά του, εισαγάγει καινούργιες φωνές σχετικά με τον Θεό».
Ήδη ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέει αυτό, που αργότερα θα πει ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ότι ο πάπας είναι αντίχριστος. «Τον πάπα να καταράσθε, γιατί αυτός θα είναι η αιτία όλων των κακών (της Ορθοδόξου πίστεως)».

Στη συνέχεια ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αναφερόμενος στην βλάσφημη διδασκαλία του Παπισμού περί της και εκ του Υιού εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, του Filioque, λέει˙  «Ην ουν άρα των διακιοτάτων μηδέ λόγου αξιούν υμάς, ει μη του προστιθέναι τω ιερώ συμβόλω παύσησθε˙ της δε παρ’ημών προσθήκης παρ’ υμών εκβεβλημένης πρότερον, έπειτα ζητείν, ει και εκ του Υιού ή ουχί και εκ του Υιού το Πνεύμα το Άγιον, και το αναφανέν τοις θεοφόροις συνδοκούν κυρούν»[3].
«Δικαιότατο βεβαίως θα ήταν να μην σας αξιώσουμε ούτε συζητήσεως, αν δεν σταματήσετε να προσθέτετε στο ιερό σύμβολο. Όταν η προσθήκη σας αφαιρεθεί πρώτα από’σας, έπειτα να συζητήσουμε, εάν το Άγιον Πνεύμα προέρχεται και εκ του Υιού ή όχι και εκ του Υιού, και να επικυρώσουμε ό,τι φανεί ότι συμφωνεί με την γνώμη των θεοφόρων πατέρων».
Ποτέ, λοιπόν, δεν θα σας δεχθούμε σε κοινωνία τους λατίνους, τούς παπικούς, μέχρις ότου σταματήσετε να λέτε ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού. Μέχρις ότου εξακολουθείτε να έχετε το Filioque, να λέτε δηλ. ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού, και να έχετε αλλοιώσει την διδασκαλία του Χριστού και των αγίων και Οικουμενικών Συνόδων, δεν θα σας δεχθούμε σε εκκλησιαστική κοινωνία.
Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, λοιπόν, προϋπόθεση του διαλόγου με τους λατίνους είναι η αφαίρεση εκ μέρους τους της παράνομης προσθήκης του Filioque από το Σύμβολο της Πίστεως. Σε άλλο σημείο ξεκαθαρίζει ο άγιος Γρηγόριος ότι πίσω από την προσθήκη Filioque, κρύβεται μια καινή εκκλησιολογική αρχή, δηλ. «η του περιόντος πάπα περιωπή»[4], δηλ. το εωσφορικό πρωτείο και το αλάθητο, το να νομοθετεί αυτός μόνος σαν άλλος θεός επί γης ό,τι αυτός κρίνει σωστό, διαστρεβλώνοντας, διαστρέφοντας, παραμελώντας και περιθωριοποιώντας ακόμη και τα ίδια τα λόγια του Χριστού.  

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς καταδίκασε, με την Θ΄ Οικουμενική Σύνοδο[5], τις παπικές αιρέσεις περί κτιστών ενεργειών του Θεού και περί κτιστού Θαβωρίου Φωτός, διδάσκοντας ότι ο Θεός έχει ουσία και ενέργειες, οι οποίες είναι και οι δύο άκτιστες. Η άκτιστη ουσία του Θεού είναι αμέθεκτη, ενώ οι άκτιστες ενέργειές Του είναι μεθεκτές. Παραλλήλως, το Θαβώριον Φως, το Φως της Μεταμορφώσεως είναι Φως της Θεότητος και συνεπώς άκτιστο.
Πολύ χαρακτηριστικός είναι ο λόγος του αγίου Γρηγορίου, ο οποίος στην «προς τον ευλαβέστατον μοναχόν κυρ Διονύσιον»[6] επιστολή του γράφει ότι το τρίτο είδος της αθεΐας είναι η σιωπή περί των δογμάτων, απορρίπτοντας έτσι κάθε είδος εφησυχασμού και σιωπής εν καιρώ κινδυνευούσης της πίστεως.
Και ενώ θα περίμενε κανείς οι ταγοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας να εκμεταλλευθούν αυτόν τον αντιαιρετικό πατερικό θησαυρό και να αποδοθούν σε ομοίους αγώνες, ακολουθώντας ταπεινά τα βήματα, που χάραξαν οι άγιοι πατέρες, όπως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, και να οδηγήσουν τους αιρετικούς σε μετάνοια, επιστροφή και εγκεντρισμό στην αγία Ορθοδοξία, δυστυχώς μια αθεολόγητη ομάδα πατριαρχών, αρχιεπισκόπων, αρχιερέων και λαϊκών «θεολόγων» όχι μόνο μεριμνά και τυρβάζει περί πολλά άλλα, αλλά πράττει τα εκ διαμέτρου αντίθετα προς όσα εντέλλεται ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, οι άγιοι Απόστολοι, οι άγιοι Πατέρες, η Αγία Γραφή, οι Ιεροί Κανόνες και γενικά η ιερά παράδοση της Εκκλησίας μας.
Όλοι μας έχουμε καταστεί μάρτυρες αυτής της αποστασίας των τελευταίων ετών, παρακολουθώντας τις συνεχώς πυκνούμενες επισκέψεις μεταξύ αιρετικών και Ορθοδόξων, τους εναγκαλισμούς, τις συμπροσευχές, την αναγνώριση των αιρέσεων ως δήθεν «Εκκλησιών», την υπογραφή κοινών αντορθοδόξων κειμένων και άλλες παρόμοιες αντορθόδοξες ενέργειες, με αποκορύφωση το απαράμιλλο φιλοπαπικό παραλήρημα των οικουμενιστών πατριαρχών, αρχιεπισκόπων και αρχιερέων με αφορμή την εκλογή και «ενθρόνιση» του νέου πάπα Φραγκίσκου στις 19 Μαρτίου του 2013.

Καθόλου τυχαίο δεν φαίνεται να είναι το γεγονός ότι ο νυν Πάπας επέλεξε το όνομα του «αγίου», κατά τους παπικούς και όχι κατά τους Ορθοδόξους, Φραγκίσκου της Ασίζης. Για όσους γνωρίζουν, η Ασίζη είναι ο τόπος όπου γίνονται οι πανθρησκειακές συναντήσεις. Ο πάπας Ιωάννης Παύλος Β' τόλμησε να συγκαλέσει την Α' εν Ασίζη πανθρησκειακή σύνοδο (1986), όπου συμπροσευχήθηκαν στον ίδιο ψεύτικο Θεό όλοι οι εκεί συμπαραστάντες ετερόθρησκοι και ετερόδοξοι. 
Το Βατικανό και τον πάπα ακολούθησαν στη συνέχεια το λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και δικοί μας εκκλησιαστικοί ηγέτες. Η πιο πρόσφατη ήταν η πανθρησκειακή συνάντηση της Ασίζης τον Οκτώβριο του 2010, που συνεκάλεσε ο πρώην πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄, στην οποία συμμετείχε συμπροσευχόμενος και ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος. Επομένως, και ο νυν πάπας Φραγκίσκος τάσσεται υπέρ του διαχριστιανικού και διαθρησκειακού Οικουμενισμού και της Πανθρησκείας.  

Ὅπως ἀπεκάλυψε ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, «ὁ καταληψίας τοῦ πρεσβυγενοῦς Θρόνου τῆς παλαιᾶς Ρώμης κ. Φραγκίσκος εἷναι ἐκλεκτός τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ντέϊβιντ Ροκφέλερ, ἱδρυτοῦ τοῦ Μουσείου Ροκφέλερ τοῦ Τέλ-Ἀβίβ, πού κατ’ ἔτος «δωρίζει» εἰς ἡμᾶς τά κατασκευασμένα ντοκυμαντέρς μέ τά χαλκευμένα καί ψευδῆ στοιχεῖα περί τοῦ Θεανθρωπίνου προσώπου τοῦ ἀληθοῦς Μεσσίου Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἱδρυτοῦ τῆς τριμεροῦς ἐπιτροπῆς, εἰς τόν ὁποῖον ἐπεδόθη καί τό «δακτύλιον τοῦ ἁλιέως» ὡς δῆθεν διαδόχου τοῦ δῆθεν «πρίγκηπος» τοῦ κολεγίου τῶν Ἀποστόλων, Ἀποστόλου Πέτρου»[7].
Δηλ. ο «ταπεινός, απλός, υπηρέτης των πτωχῶν και κοινωνικός» κ. Φραγκίσκος δέχεται ότι είναι διάδοχος του Απ. Πέτρου και επιμένει αμετανοήτως στο εωσφορικό πρωτείο του. Επίσης, ο κ. Φραγκίσκος το 2012 στο Μπουένος Άιρες (Αργεντινή) ως ο τότε Παπικός Αρχιεπίσκοπος Χόρχε Μάριο Μπεργκόλιο συμμετείχε στον εορτασμό του Χανουκά (Hanukkah)[8].

Αὐτό, τό ὁποῖο πρέπει νά ἐπισημανθεῖ, εἶναι ὅτι οὐσιαστικῶς ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν συνεχάρη τόν νέο πάπα Φραγκίσκο ἐπί τῆ ἐκλογῆ του, οὔτε ἐκπροσωπήθηκε στήν «ἐνθρόνισή» του, ἀπό πλευρᾶς κυρίως τῶν ἐπιλεγέντων ἐκπροσώπων. 
Παρ’ όλο που εστάλησαν επιστολές συγχαρητηρίων για την εκλογή του (Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, Πατριάρχης Αλεξανδρείας κ. Θεόδωρος, Πατριάρχης Αντιοχείας κ. Ιωάννης, Πατριάρχης Μόσχας κ. Κύριλλος, Πατριάρχης Σερβίας κ. Ειρηναίος, Πατριάρχης Ρουμανίας κ. Δανιήλ, Μακ. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ. Χρυσόστομος, Μακ. Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος Β΄)[9], μέσω των οποίων όλως διόλου αθεολογήτως εκλήθη ο αιρεσιάρχης πάπας «αγαπητός αδελφός και αγιώτατος επίσκοπος Ρώμης», στον οποίο εδόθη ο «άγιος ασπασμός εν Χριστώ», η εκπεσούσα Ρώμη εκλήθη «Αποστολική Έδρα και αποστολικός θρόνος», η αίρεση του Παπισμού εκλήθη «Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και αδελφή εκκλησία», με την οποία θα πρέπει να υπάρξει «κοινή χριστιανική μαρτυρία στον κόσμο» και «προαγωγή του διαλόγου υπέρ της ενώσεως των δύο Εκκλησιών». 
Παρ’όλο που στην «ενθρόνιση» παρέστη σέ ἐπίπεδο ἐπισκόπων ἡ γνωστή ὁμάδα τῶν σχεδόν αμετανοήτων οικουμενιστῶν ἱεραρχῶν (Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, ο οποίος παρεκτράπη για μια ακόμη φορά σε θέματα πίστεως, σημειώνοντας μια ακόμη θλιβερότατη πρωτειά, διότι για πρώτη φορά στην ιστορία μετά το σχίσμα του 1054 παραβρέθηκε Οικουμενικός Πατριάρχης σε «ενθρόνιση» πάπα[10], και ο οποίος συμμετείχε συμπροσευχόμενος στην παπική «λειτουργία», έδωσε τον λειτουργικό ασπασμό της αγάπης στον πάπα, ανεχόμενος και σιωπώντας στην απροκάλυπτη παρουσία Ουνίτου διακόνου, ο οποίος διάβασε το Ευαγγέλιο στα ελληνικά, Σεβ. Μητρ. Περγάμου κ. Ἰωάννης Ζηζιούλας, ο οποίος ασπάσθηκε το χέρι του πάπα Φραγκίσκου[11], παίρνοντας την «ευλογία» του ή μάλλον την αλογία του, για να συνεχίσει να επιτελεί το οικουμενιστικό του έργο, Σεβ. Μητρ. Μπουένος Άιρες κ. Ταράσιος, Σεβ. Μητρ. Ιταλίας κ. Γεννάδιος Σεβ. Μητρ. Γαλλίας κ. Εμμανουήλ, Σεβ. Μητρ. Ζιμπάμπουε και Αγκόλας κ. Σεραφείμ (Πατριαρχείο Αλεξανδρείας), Σεβ. Μητρ. Βολοκολάμσκ κ. Ιλαρίων Αλφέγιεφ (Πατριαρχείο Μόσχας), Σεβ. Μητρ. Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας κ. Αμφιλόχιος (Πατριαρχείο Σερβίας), Σεβ. Μητρ. Κόρτσεν Ιωάννης (Εκκλησία της Αλβανίας), Σεβ. Μητρ. Μπορίσπολ κ. Αντώνιος, (Καγκελάριος της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας), Σεβ. Μητρ. Θεοδοσίας και Κερτς κ. Πλάτων, Σεβ. Μητρ. Κύκκου κ. Νικηφόρος, Σεβ. Μητρ. Ταμασού κ. Ησαΐας (Εκκλησία Κύπρου), Σεβ. Μητρ. Κορίνθου κ. Διονύσιος (Εκκλησία της Ελλάδος) )[12], οι οποίοι του προσέφεραν δώρα και ασπασμούς και χειροφιλήματα και υποκλίσεις και καλά λόγια, εντούτοις η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Ορθόδοξος Εκκλησία του Χριστού δεν ήταν παρούσα, αλλά απουσίαζε, δεν συνεχάρη, αλλά λυπήθηκε. 
Κι αυτό, γιατί τό κοινό γνώρισμα ὅλων των παραπάνω πατριαρχών, αρχιεπισκόπων και αρχιερέων είναι ὅτι είναι ὑποστηρικτές καί στυλοβάτες τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. 
Εἶναι, λοιπόν, δυνατόν νά ἐμφανίζεται αὐτή ἡ ὁμάδα τῶν πατριαρχών, αρχιεπισκόπων και αρχιερέων ὅτι ἐκπροσωπεῖ τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Πατέρων, τούς ὁποίους ἀσεβῶς καί γυμνῇ τῇ κεφαλῇ καταργοῦν με τήν μεταπατερική αἵρεση καί μέ τόν διαχριστιανικό καί διαθρησκειακό συγκρητιστικό Οικουμενισμό[13];

Επιπροσθέτως, ποιός ἐξουσιοδότησε τους ανωτέρω πατριάρχες, αρχιεπισκόπους και αρχιερείς να μεταβούν στη Ρώμη και να προβούν στις παραπάνω απαράδεκτες ενέργειες; Ποιά πανορθόδοξη σύνοδος ενέκρινε την προσευχητική συμμετοχή τους στον πανθρησκειακό συρφετό του Βατικανού; 
Βεβαίως καμμία. Μήπως είχαν την συγκατάθεση του πληρώματος της Εκκλησίας, του πιστού και δογματικά ευαίσθητου λαού του Θεού; Βεβαίως όχι. Επομένως, όλα τα ανωτέρω έγιναν αντικανονικώς και μονομερώς, διότι δεν ήταν έκφραση βουλήσεως όλων των Πατριαρχείων και των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών ούτε του λαού του Θεού.
Πολύ δε περισσότερο δεν ήταν έκφραση βουλήσεως των Ιεραρχιών των κατά τόπους Συνόδων των Πατριαρχείων και Αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Αλλά, και αυτή ακόμη η βούληση των Ιεραρχιών των κατά τόπους Συνόδων δεν πρέπει να είναι αυθαίρετη. Θα έπρεπε οι Ιεραρχίες των Εκκλησιών, πριν πάρουν μια τέτοια απόφαση, να εξετάσουν, εάν ήρθησαν τα αίτια, που καθιστούν τον Παπισμό αιρετική παρασυναγωγή και τον Πάπα αιρεσιάρχη.
Εάν δηλαδή οι αιρετικοί παπικοί αποκήρυξαν τις αιρετικές τους διδασκαλίες, ιδίως το Filioque, το πρωτείο εξουσίας, το αλάθητο του Πάπα και την δαιμονική και επάρατη Ουνία, και επανήλθαν στην Ορθόδοξο πίστη, πράγμα που δεν συμβαίνει. Τέλος, μια τέτοια απόφαση θα έπρεπε να είναι κατά πάντα σύμφωνη με την εν γένει Ιεροκανονική και Αγιοπατερική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εάν ίσχυαν οι παραπάνω προϋποθέσεις, τότε και μόνον τότε ας είχαν κοινωνία με τον πάπα Ρώμης.

Το ενσυνείδητο ορθόδοξο πλήρωμα της Εκκλησίας μας λυπάται βαθύτατα, αγωνιά και οργίζεται για την καταστρατήγηση της Ορθοδόξου διδασκαλίας και θεολογίας εκ μέρους των οικουμενιστών.
Σε όλους αυτούς τους σχεδόν αμετανοήτους Οικουμενιστές απευθύνεται ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όπως απευθύνθηκε άλλοτε εν ζωή με γράμμα του προς τον πατριάρχη Αντιοχείας κυρό Ιγνάτιο, και τους απαντά : «Οι της του Χριστού Εκκλησίας, της αληθείας εισί˙ και οι μη της αληθείας όντες, ουδέ της του Χριστού Εκκλησίας εισί»[14], δηλ. «αυτοί που είναι με την Εκκλησία του Χριστού, αυτοί είναι με την αλήθεια˙ και αυτοί που δεν είναι με την αλήθεια, δεν είναι ούτε με την Εκκλησία του Χριστού».
Οι Οικουμενιστές δεν είναι με την αλήθεια ούτε με την Εκκλησία του Χριστού. Παραλλήλως, το Συνοδικό της Ορθοδοξίας, μέσω των κατά Βαρλαάμ και Ακινδύνου κεφαλαίων, απευθύνεται σ΄αυτούς με ιδιαίτερη αυστηρή και σκληρή γλώσσα :  
- Βαρλαάμ Καλαβρώ, Γρηγορίω Ακινδύνω, Προχώρω Κυδώνι, Νικηφόρω Γρηγορά, Γεωργίω Λαπίθη και τοις οπαδοίς και διαδόχοις αυτών, ανάθεμα (γ΄).
- Τω κανονικώς ανυποστάτω και εκπεσόντι αιρεσιάρχη Πάπα και Πατριάρχη Παλαιάς Ρώμης Φραγκίσκω τω Α΄ και τοις αυτώ κοινωνούσι, ανάθεμα (γ΄).
Θα μπορούσαμε ποτέ να διανοηθούμε τον αντιπαπικό άγιο Γρηγόριο Παλαμά, αλλά και τους άλλους αντιπαπικούς αγίους της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, να συγχαίρουν τον αιρεσιάρχη πάπα επί τη εκλογή του, να παρίστανται στην «ενθρόνισή» του, να του προσφέρουν δώρα, να συμπροσεύχονται, να ανταλλάσουν λειτουργικό ασπασμό, να ασπάζονται το χέρι του, να τον φιλοφρονούν και να του υποκλίνονται; Ας επιλέξουμε με ποιόν θα πάμε και ποιους θα ακολουθήσουμε. Με το θηρίον ή με το εσφαγμένον Αρνίον; Με τον αντίχριστο αιρεσιάρχη πάπα και τους σχεδόν αμετανοήτους οικουμενιστές ή με τον Χριστό και τους Αγίους;

[1] ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Λόγος αποδεικτικός περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος Α΄, εκδ. Γρηγόριος Παλαμάς, Θεσ/κη 1981, ΕΠΕ 1 Πρόλογος 3-4, σ. 68.
[2] Ό. π., Πρόλογος 20-26, σ. 68.
[3] Ό. π., 4, 19-24, σ. 84.
[4] Ό. π., 4, 32, σ. 86.
[5] ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΧΡΣΤΟΦΟΡΙΔΗΣ, Οι ησυχαστικές έριδες κατά τον 14ο αιώ., Β΄ έκδ. Παρατηρητής, Θες/κη 1993.
[6] ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Επιστολή προς τον ευλαβέστατον μοναχόν κυρ Διονύσιον, ΕΠΕ 4,  404.
[7] imp.gr,  Ανακοινωθέν περί της Καταλήψεως του πρεσβυγενούς Θρόνου της Παλαιάς Ρώμης, εν Πειραιεῖ  τῇ 19ῃ Μαρτίου 2013 και Ανακοινωθέν Οι σχέσεις του Πάπα με την Δικτατορία της Αργεντινής εν Πειραιεῖ  τῇ 22α Μαρτίου 2013

[8] http://aktines.blogspot.gr/2013/03/hanukkah.html

[9] http://www.romfea.gr/patriarxeia/patriarxeia/patriarxeio-mosxas/16010-2013-03-14-19-49-26
  http://www.romfea.gr/patriarxeia/tapatriarxeia/patriarxeio-servias/16016-2013-03-15-01-07-56
  http://www.romfea.gr/ekklisies/ekklisia-tis-ellados/16023-2013-03-15-10-21-16
http://www.romfea.gr/patriarxeia/patriarxeia/patriarxeio-antioxeias/16039-2013-03-16-11-32-10                                                          
  http://www.amen.gr/article12848    http://www.amen.gr/article12861  http://www.amen.gr/article12993
[10] http://www.romfea.gr/epikairotita/16029-oikoumenikos-sxisma
[11] http://thriskeftika.blogspot.gr/2013/03/blog-post_6926.html
[12] http://www.romfea.gr/patriarxeia/patriarxeia/patriarxeio-mosxas/16077-2013-03-19-09-47-00
  http://aktines.blogspot.gr/2013/03/blog-post_538.html
  http://www.romfea.gr/oikoumeniko-patriarxeio/oikoumeniko-patriarxeio/16065-2013-03-18-14-53-03
  http://www.romfea.gr/ekklisies/ekklisia-tis-kiproy/16107-2013-03-21-07-33-13
[13] http://thriskeftika.blogspot.gr/2013/02/blog-post_7767.html
[14] ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Γράμμα προς τον Πατριάρχην Αντιοχείας Ιγνάτιον, ΕΠΕ 
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/03/blog-post_6604.html

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

«Ο Άγιος Γρηγόριος ο Ε΄ ο πρωτομάρτυς Ιεράρχης της επαναστάσεως». Πρωτοπρ. Άγγελος Αγγελακόπουλος

«Ο Άγιος Γρηγόριος ο Ε΄ ο πρωτομάρτυς Ιεράρχης της επαναστάσεως»
Ομιλία που πραγματοποιήθηκε την 25-3-2013 στην αίθουσα του Πανελληνίου Χριστιανικού Ομίλου Ορθοδόξου Ιεραποστολής Τρυγόνος 3 Άνω Κυψέλη στα πλαίσια εορταστικής εκδηλώσεως για την 25η Μαρτίου

Πρωτοπρ. Άγγελος Αγγελακόπουλος εφημέριος Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς

Σεβαστοί Πατέρες,
Αξιότιμη κυρία Πρόεδρος του Πανελληνίου Χριστιανικού Ομίλου Ορθοδόξου Ιεραποστολής και λοιπά μέλη,
Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές,

Είναι ξεχωριστή τιμή και ευλογία, που ο σήμερον συλληφθείς Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και η Κυρία Θεοτόκος, της οποίας τον Ευαγγελισμό λαμπρώς και πανηγυρικώς εορτάζουμε σήμερα, καταξιώνουν την ελαχιστότητά μας να προσφέρουμε λόγο πνευματικό και ωφέλιμο στην ευλογημένη αυτή σημερινή σύναξη, ύστερα από ιδιαίτερη και τιμητική πρόσκληση του εγνωσμένου κύρους και εμβελείας Πανελληνίου Χριστιανικού Ομίλου Ορθοδόξου Ιεραποστολής. 
Νιώθουμε ιδιαίτερη συγκίνηση και δέος και η ύπαρξή μας πλημυρίζει από χαρά και αγαλλίαση, όταν αναλογιζόμαστε ότι ο θεάρεστος αυτός Όμιλος, στον οποίο ομιλούμε σήμερα για πρώτη φορά, είχε εν ζωή και έχει από τους ουρανούς πλέον ιδρυτή, καθοδηγητή και πνευματικό προϊστάμενο τον αδίκως και αντικανονικώς εκδιωχθέντα εκ της Ιεράς αυτού Επισκοπής, μακαριστό Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων κυρό Κων/νο Σακελλαρόπουλο, τον μοναδικό, αξέχαστο και αγαπητό παππούλη μας, του οποίου σαν χθες συμπληρώθηκαν επτά χρόνια από την προς Κύριον εκδημία του (24-3-2007) και σαν σήμερα πριν επτά έτη τελέσθηκε η εξόδιος ακολουθία του (25-3-2007). 

Τα ίδια αισθήματα μάς διακατέχουν, όταν στρέφουμε το νου μας και στον πανάξιο διάδοχό του, τον σεμνό και ταπεινό ομολογητή Ιεράρχη, Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κυθήρων και Αντικηθύρων κ. κ. Σεραφείμ, του επαξίως διαποιμαίνοντος την Ιερά αυτού Μητρόπολη και πνευματικού προϊσταμένου του Πανελληνίου Χριστιανικού Ομίλου Ορθοδόξου Ιεραποστολής. Τις ευχές των προαναφερθέντων Ιεραρχών εκζητούμε για την ευόδωση της παρούσης ομιλίας.
Όπως είναι γνωστό, το θέμα, το οποίο θα αναπτύξουμε σήμερα στην αγάπη σας, είναι «Ο άγιος Γρηγόριος ο Ε΄˙ ο πρωτομάρτυς Ιεράρχης της Επαναστάσεως». Χαιρόμαστε για την επιλογή αυτού του θέματος, διότι όπως είναι γνωστό, ο παππούλης είχε ιδιαίτερη ευλάβεια, τιμή και σεβασμό στον άγιο Γρηγόριο τον Ε΄. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο παππούλης κατασκεύασε με τα ίδια του τα χέρια ανδριάντα του αγίου Γρηγορίου του Ε΄ στις κατασκηνώσεις της Αραχώβης ‘Αγία Ταβιθά’. 
Υπάρχει, επίσης, λόγος επιτακτικός, που επιβάλλει να παρουσιασθούν ο σταυρός και η δόξα του εθνομάρτυρος πατριάρχου, λόγος που συνδέεται όχι μόνο με την εθνική μας φιλοτιμία και ταυτότητα, αλλά με την ίδια την ύπαρξη του Γένους μας, του ελληνορθοδόξου πολιτισμού μας.
1. Από τον πολιτικό εκμηδενισμό στα πρόθυρα νέας αυτοκρατορίας

Ευγνώμονες εμείς προσκυνητές σήμερα της μνήμης του εθνομάρτυρος πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄, ας παρακολουθήσουμε σε σύντομη εξιστόρηση το σταυρό και τη δόξα του, για να τονώσουμε τα αντισώματα απορρίψεως, απομονώσεως των διαστροφέων της ιστορίας μας.
Γεννημένος από φτωχική οικογένεια στη Δημητσάνα της Πελοποννήσου το 1746 κατόρθωσε, λόγω της ευφυΐας του ο μικρός Γεώργιος Αγγελόπουλος - Γρηγόριος είναι το κληρικό του όνομα - να διακριθεί στα γράμματα και να υποστηριχθεί από την Εκκλησία. Φοιτά μετά από τη Δημητσάνα στα φημισμένα σχολεία της Σμύρνης, της οποίας σε λίγο θα γίνει μητροπολίτης. Το πέρασμά του από τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη θα συνδεθεί με ένα εκπαιδευτικό φούντωμα, με ίδρυση σχολείων, τυπογραφείων, συγγραφή διδακτικών βιβλίων, ενίσχυση δασκάλων και μαθητών, που δεν τολμούν ούτε οι αντικληρικό πνεύμα έχοντες Έλληνες διαφωτιστές του εξωτερικού να το αμφισβητήσουν2
Η προπαρασκευή και το ξέσπασμα της επαναστάσεως του 1821 βρίσκουν τον άγιο Γρηγόριο στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, επί κεφαλής όχι μόνον της Εκκλησίας, αλλά και του Γένους, εκκλησιαστικό και πολιτικό συγχρόνως αρχηγό των Ορθοδόξων, εθνάρχη, υπεύθυνο νομικά απέναντι του κατακτητή για ο,τιδήποτε συνέβαινε μεταξύ των υποδούλων Ρωμιών.
 Κουβαλούσε ο άγιος Γρηγόριος στο μεγάλο και υπεύθυνο αυτό λειτούργημά του μακραίωνη παράδοση, που τη θεμελίωσε ο πρώτος μετά την άλωση πατριάρχης Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος με τα προνόμια, που του παρεχώρησε ο Μωάμεθ, από θαυμασμό προς τη σοφία και την ακτινοβολία του.

Προδομένο και τότε το Γένος, το 1453, από τους δήθεν συμμάχους, τους Δυτικοευρωπαίους με επικεφαλή τον αιρεσιάρχη Πάπα της Ρώμης και τους Σλάβους με επικεφαλή τον τσάρο της Ρωσίας (παπικούς και πανσλαβιστές) και αποκοιμισμένο από τους πολιτικούς του ηγέτες, βρήκε στήριγμα και στέγη στην Εκκλησία, που το παρέλαβε κυριολεκτικά εκμηδενισμένο από τα χέρια των πολιτικών ηγετών, στο χείλος της αβύσσου και της καταστροφής3, του γιάτρεψε τις πληγές και το κατέστησε πρώτη πνευματική και οικονομική δύναμη της μεγάλης Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που κατήντησε να κυβερνάται από τους ευφυείς και δραστήριους Έλληνες Φαναριώτες, οι οποίοι δεν διέφυγαν και αυτοί τη λασπολογία στρατευμένων ιστορικών4
Ο Ελληνισμός των χρόνων του αγίου Γρηγορίου ήταν ακμαιότερος υλικά και πνευματικά του σημερινού Ελληνισμού, ο οποίος για πρώτη φορά στην ιστορία του έχει συρρικνωθεί γεωγραφικά στα όρια της μητροπολιτικής Ελλάδος, στη δυτική μόνο πλευρά του Αιγαίου πελάγους, πνευματικά δε είναι περισσότερο συρρικνωμένος, γιατί απομόνωσε και κατέστησε δυσχερή την τονωτική επίδραση της Εκκλησίας, ιδιαίτερα στις νέες γενιές.
2. Οι αποτυχίες προηγουμένων κινημάτων επιβάλλουν φρόνηση

Έχοντας, λοιπόν, την ευθύνη για τη ζωή και την ύπαρξη του Γένους ο πατριάρχης άγιος Γρηγόριος αντιμετώπισε με σπάνια σύνεση και παραδειγματικό ηρωισμό το ξέσπασμα της επαναστάσεως κατ’ αρχήν μεν στην Μολδοβλαχία με ηγέτη τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, κατόπιν δε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Πελοπόννησο, όπου μάλιστα ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, που ευλόγησε τους οπλαρχηγούς και το λάβαρο του αγώνος στην Αγία Λαύρα, ήταν δικός του προστατευόμενος και συγγενής.

Όπως ήταν φυσικό οι Τούρκοι ανησύχησαν με τις επαναστατικές αυτές κινήσεις. Πολύ περισσότερο μάλιστα, γιατί η παρουσία του Υψηλάντη ερμηνευόταν ως προστασία και υποκίνηση του κινήματος από τη Ρωσία. Διαδόθηκε ότι πρόκειται για γενικό ξεσηκωμό των Ρωμιών, στον οποίο μετείχε επίσημα και η ηγεσία, ο πατριάρχης, πράγμα που επέτρεπε στον σουλτάνο να διατάξει γενική σφαγή των Χριστιανών. Ο πατριάρχης αναμέτρησε τις ευθύνες του για τον άοπλο πληθυσμό, που θα αφηνόταν ανυπεράσπιστος στην εκδικητική μανία του όχλου και των Γενιτσάρων. 
Είχαν καταγραφή άλλωστε στην εθνική μνήμη οι φοβερές σφαγές, που ακολούθησαν μετά από αποτυχόντα προηγούμενα κινήματα, του Διονυσίου του Φιλοσόφου π.χ. στη Θεσσαλία, και πιο πρόσφατα στα Ορλωφικά στην Πελοπόννησο.
3. Δεν μοιάζει με τη Γαλλική η Ελληνική Επανάσταση

Δεν ήταν η πρώτη φορά το 1821, που ξεσηκωνόταν το σκλαβωμένο Γένος, αλλά μία από τις πολλές. Αποδεικνύει και αυτό, εναντίον των απόψεων των σημερινών διαστροφέων της ιστορίας μας, ότι οι Έλληνες δεν περίμεναν τη Γαλλική Επανάσταση, για να διδαχθούν και να εμπνευσθούν από τις αρχές της. Η επανάσταση του 1821, αποκορύφωμα σε σειρά παρομοίων εξεγέρσεων, δεν έχει σχέση με τη Γαλλική Επανάσταση. Εκεί επρόκειτο περί εμφυλίου πολέμου με κοινωνικές και πολιτικές διεκδικήσεις, ενώ εδώ περί κοινού εθνικού αγώνος των αρχόντων, του κλήρου και του λαού εναντίον ξένου και αλλοθρήσκου κατακτητού.
Η Γαλλική Επανάσταση, εμπνευσμένη από τις αρχές του αθεϊστικού Διαφωτισμού ή καλύτερα σκοταδισμού ήταν αντιχριστιανική και φανατικά αντικληρική, διότι είχε ως βασική αρχή της το να τεθούν ο Χριστός, η Εκκλησία, οι άγιοι Πατέρες, οι κληρικοί στο περιθώριο. Εκατοντάδες κληρικών και μοναχών πέρασαν από την γκιλοτίνα με την κατηγορία ότι ήσαν δήθεν μοναρχικοί, βασιλικοί5
Αντίθετα, η Ελληνική Επανάσταση, όπως το βεβαιώνουν στις απλοϊκές τους γραφές οι πρωταγωνιστές του αγώνος, οι στρατηγοί Κολοκοτρώνης και Μακρυγιάννης, αλλά και τα πολεμικά συνθήματα, είχε σαν κίνητρο πρώτα τη θρησκευτική ελευθερία, τη θρησκεία, και κατόπιν την εθνική απελευθέρωση, την πατρίδα : «Για του Χριστού την πίστη την αγία, για της πατρίδος την ελευθερία».

Είναι κατηγορηματικός για το θέμα αυτό ο γέρος του Μωριά στο λόγο του προς τους φοιτητές πάνω στην Πνύκα και είναι απορίας άξιο πώς ξεπερνούν τη γνώμη του όσοι θέλουν την Ελληνική Επανάσταση επηρεασμένη από τη Γαλλική, ταξικό και κοινωνικό κίνημα των πτωχών εναντίον των κοτζαμπάσηδων και των δεσποτάδων. Λέγει ο Κολοκοτρώνης. 
 «Η επανάστασις η ιδική μας δεν ομοιάζει με καμμιάν απ’ όσας γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης αι επαναστάσεις εναντίον των διοικήσεών των είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο εδικός μας πόλεμος ήταν ο πλέον δίκαιος. ήταν έθνος με άλλο έθνος, ήταν με ένα λαόν, όπου ποτέ δεν ηθέλησε να αναγνωρισθή ως τοιούτος, ούτε να ορκισθή, παρά μόνο ό,τι έκανε η βία. Ούτε ο σουλτάνος ηθέλησε ποτέ να θεωρήση τον ελληνικόν λαόν, αλλ’ ως σκλάβους... Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πώς δεν έχομε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μάς είπε "πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα" αλλ’ ως μία βροχή έπεσε εις όλους η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπετανέοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την επανάστασι». 

Και ο στρατηγός Μακρυγιάννης διηγείται απλοϊκά, γιατί αποφάσισε να αναμειχθεί στον αγώνα, με τη μύησή του στη Φιλική Εταιρεία. Όχι βέβαια για να κάνει κοινωνικό και ταξικό αγώνα. Αλλ’ ας ακούσουμε τον ίδιο, να διηγείται πώς τον μύησε στην Εταιρεία ο φίλος του ιερεύς . «Κατεβάζει τις εικόνες και μ’ ορκίζει και αρχινάγει να με βάλη εις το μυστήριον... Πήγα στοχάστηκα και τά’βαλα όλα ομπρός και σκοτωμόν και κιντύνους και αγώνες - θα τα πάθω δια την λευτερίαν της πατρίδος μου και της θρησκείας μου. Πήγα και του είπα . "Είμαι άξιος". Του φίλησα το χέρι, ορκίστηκα.. Και η ευχή του παπά του ευλογημένου και της πατρίδος μου και θρησκείας μου, ως την σήμερον δεν                       μ’ άφησε ο Θεός να ντροπιαστώ. Τράβηξα δεινά, πληγές και κιντύνους, όμως είμαι καλά σαν θέλει ο Θεός...». Και μετά από αυτό είναι απορίας, αλλά και δακρύων άξιον πώς βρίσκονται εκπαιδευτικοί, οι οποίοι διαστρέφουν το νόημα της επαναστάσεως6. Πώς θα αναλύσουν στα παιδιά τα κείμενα του Κολοκοτρώνη και του Μακρυγιάννη και όλες τις επίσημες διακηρύξεις του αγώνος; Ας παρουσιάσουν ένα κείμενο που να λέγει για εμφύλιο πόλεμο, για ταξικό αγώνα, για πάλη των τάξεων, για αντικληρικό πνεύμα.

Στις τάξεις των πρωτεργατών στα διάφορα κινήματα υπήρχαν τα πιο επίλεκτα στελέχη, οι κληρικοί, όπως ο Διονύσιος Φιλόσοφος, και στη συνέχεια ο παπα-Βλαχάβας, ο Παπαφλέσσας, ο Αθανάσιος Διάκος, ο καλόγερος Σαμουήλ στο Κούγκι, ο ηγούμενος με τους καλογήρους στο Αρκάδι της Κρήτης αργότερα7
Άφηναν συχνά το αγιοπότηρο, για να πιάσουν το καριοφίλι, που είναι αγιασμένο στη συνείδηση του λαού. Είναι χαρακτηριστικό επί του προκειμένου αυτό που διασώζει ο ποιητής Ι. Πολέμης σαν απάντηση κάποιας γιαγιάς προς τον εγγονό της, που απορούσε γιατί την έβλεπε κάθε βράδυ μετά τον εσπερινό, μαζί με τα εικονίσματα να θυμιατίζει και το καριοφίλι. 
Δεν αμφιβάλλουμε ότι θα βρεθούν οι γνωστοί «Ειρηνιστές», που σίγουρα δεν έχουν μεγαλύτερη ωριμότητα από του μικρού εγγονού, να κατακρίνουν την Εκκλησία, που συντηρούσε την εθνική συνείδηση και εξαγίαζε την εξέγερση εναντίον των αλλοθρήσκων. Η απάντηση της ώριμης γερόντισσας, είναι απάντηση της γηραιάς ελληνικής ιστορίας στους ανώριμους μελετητές της :
Το καριοφίλι που θωρείς
ψηλά στον τοίχο να σκουριάζη,
παιδάκι μου, μην απορείς,
αγιολιβάνι του ταιριάζει.
γιατί χωρίς αυτό, χωρίς-
χωρίς το φλογερό του στόμα
θα’μαστε σκλάβοι, σκλάβοι ακόμα.

4. Απειλείται γενική σφαγή, ιερός πόλεμος. Ο πατριάρχης αρνείται να φύγει.

Ας επανέλθουμε, όμως, στον εθνομάρτυρα πατριάρχη. Πληροφορήθηκε ότι ο σουλτάνος έδωσε εντολή στον σεϊχούλ-ισλάμη, τον Τούρκο δηλαδή πρωθιερέα, να εκδώσει φετφά, το σχετικό δηλαδή έγγραφο, με το οποίο θα κηρυσσόταν ιερός πόλεμος εναντίον των Ελλήνων, των ραγιάδων, που τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι. Η σφαγή κρεμόταν πάνω από τα κεφάλια του αμάχου πληθυσμού. Θα μπορούσε κάλλιστα ο πατριάρχης να φύγει και να σωθεί, όπως του συνιστούσαν πολλοί από τους άρχοντες και οι ξένες πρεσβείες, που πάντοτε είναι καλά ενημερωμένες. Η απάντησή του είναι το αντάξιο, το κατάλληλο προοίμιο, στις ένδοξες σελίδες ιστορίας, που σε λίγο θα γραφόταν με το μαρτυρικό του θάνατο :
«Μη με προτρέπετε εις φυγήν. μάχαιρα θα διέλθη τας ρύμας της Κωνσταντινουπόλεως και των λοιπών πόλεων των χριστιανικών επαρχιών. Υμείς επιθυμείτε, εγώ μετημφιεσμένος να καταφύγω εις πλοίον, ήτοι κλεισθείς εν οικία οιουδήποτε ευεργετικού ημίν πρέσβεως να ακούω, πώς εις τας οδούς οι δήμιοι κατακρεουργούν τον χηρεύσαντα λαόν! Ουχί. Εγώ διά τούτο είμαι πατριάρχης, όπως σώσω το έθνος μου, ουχί δε όπως δι’ εμού απολεσθή διά των χειρών των Γενιτσάρων. 
Ο θάνατός μου ίσως επιφέρει μεγαλυτέραν ωφέλειαν από την ζωήν μου. Οι ξένοι Χριστιανοί ηγεμόνες, εκπλαγέντες εκ της αδικίας του θανάτου μου, δεν θα θεωρήσωσιν αδιαφόρως, πώς η πίστις αυτών εξυβρίσθη εν τω προσώπω μου. 
Οι δε Έλληνες, οι άνδρες της μάχης θα μάχωνται μετά μεγαλυτέρας μανίας, όπερ συχνάκις δωρείται την νίκην. εις τούτο είμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ' υπομονής εις ό,τι και αν μοι συμβή. Σήμερον (Κυριακήν των Βαΐων) θα φάγωμεν ιχθύας, αλλά μετά τινας ημέρας, και ίσως κατά ταύτην την εβδομάδα, ιχθύες θα μας φάγωσι... Ναι, ας μη γίνω χλεύασμα των ζώντων. Δεν θα ανεχθώ ώστε εις τας οδούς της Οδησσού, της Κερκύρας και της Αγκώνος, διερχόμενον εν μέσω των αγυιών, να με δακτυλοδεικτούσι λέγοντες. Ιδού έρχεται ο φονεύς πατριάρχης. Αν δε το έθνος μας σωθή και θριαμβεύση, τότε πέποιθα, θα μοι αποδώση θυμίαμα επαίνου και τιμών, διότι εξεπλήρωσα το χρέος μου».

Δεν έφυγε, λοιπόν, ο ηρωικός πατριάρχης και αρνήθηκε την προσφορά των ξένων να τον φυγαδεύσουν ή να τον κρύψουν. Έμεινε ορθός να αντιμετωπίσει παλληκαρίσια την κατάσταση. να δώσει, ως καλός ποιμήν, τη ζωή του υπέρ του ποιμνίου, να προστατεύσει τον λαό από τη σφαγή. Επισκέπτεται τον σεϊχούλ-ισλάμη και του υπενθυμίζει με παρρησία τα προνόμια, που παρεχώρησε ο πορθητής. Εκείνος ζητά κάποια επίσημη διαβεβαίωση περί του ότι δεν συμμετέχει όλο το έθνος εις το κίνημα. Ο Τούρκος πρωθιερεύς, δίκαιος και φιλάνθρωπος, παίζει ο ίδιος με τη ζωή του, ψάχνοντας να βρει τρόπο να βοηθήσει τους Χριστιανούς και να μην εκδώσει τα έγγραφα, που θα κήρυσσαν ιερό πόλεμο. Συσκέπτεται ο πατριάρχης με τους προκρίτους και τους αρχιερείς και δεν δυσκολεύεται να αποφασίσει. εκδίδει τον γνωστό αφορισμό της επαναστάσεως, βέβαιος ων ότι αυτό δεν θα είχε καμμία επίπτωση στον αγώνα, διότι θα καταλάβαιναν οι ηγέτες της επαναστάσεως ότι ο αφορισμός είναι εικονικός, ότι έγινε μετά από πίεση και βία, μόνο και μόνο για να αποφευχθεί η γενική σφαγή.

5. Ο αφορισμός της Επαναστάσεως ήταν εικονικός. Η άρση του αφορισμού

Αυτός, λοιπόν, ο εικονικός της επαναστάσεως αφορισμός είναι το μεγάλο επιχείρημα των σημερινών στρατευμένων πολεμίων της Εκκλησίας κατά του αγίου Γρηγορίου. Όλοι κατάλαβαν ότι επρόκειτο περί διπλωματικού φαναριωτικού ελιγμού. ότι ο πατριάρχης άλλα πίστευε και άλλα έγραφε. Όλοι κατάλαβαν και καταλαβαίνουν, εκτός εκείνων που οι δογματικές αντιεκκλησιαστικές θέσεις της ιδεολογίας τους τούς εμποδίζουν να σκέφτονται ελεύθερα.  
Κατάλαβε αμέσως ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και δεν έλαβε καθόλου υπ’ όψιν τον αφορισμό, όπως φαίνεται από όσα έγραφε στις 19 Ιανουαρίου προς τον Κολοκοτρώνη και προς τους Σουλιώτες : «Ο μεν πατριάρχης, βιαζόμενος παρά της Πόρτας, σας στέλλει αφοριστικά και εξάρχους, παρακινώντας σας να ενωθείτε με την Πόρτα, εσείς όμως  να τα θεωρείτε ταύτα ως άκυρα, καθότι γίνονται με βία και δυναστεία και άνευ θελήσεως του πατριάρχου».
Και δεν ήταν καθόλου δύσκολο να καταλάβει όχι μόνο ο Υψηλάντης, ο έμπειρος διπλωμάτης, αλλά και ο οποιοσδήποτε, ο πλέον αγράμματος, διότι ήδη είχε περάσει στη λαϊκή σοφία η τακτική αυτή των κληρικών, όπως φαίνεται από την παροιμία : Πίσκοπος κρεμάμενος, έγραφε κι απόγραφε.
Υπάρχουν, άλλωστε, κι άλλα στοιχεία, που αποδεικνύουν τον εικονικό χαρακτήρα του αφορισμού, μπροστά στα οποία κλείνουν τα μάτια, σαν τη στρουθοκάμηλο, οι μαρξιστές ιστορικοί Κορδάτος, Σκαρίμπας, Καρανικόλας.

Σε άρθρο, που δημοσίευσε ο αείμνηστος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Περικλής Βιζουκίδης με θέμα : «Η Εκκλησία και ο ιερός αγών», αποκαλύπτει ότι «υπέγραφαν μεν ο πατριάρχης και οι συνοδικοί το αφοριστικό έγγραφο, «διότι ευρίσκοντο προ του φοβερού διλήμματος ή να αποδοκιμάσωσι και αφορίσωσι έργον άγιον και ιερόν, εις ο και αυτοί ήσαν μεμυημένοι και συνεργάται ή να απολέσωσι όχι εαυτούς, άπαγε, περί αυτών ουδείς λόγος, ως το απέδειξαν ολίγον βραδύτερον, αλλά το ταλαίπωρον έθνος, εναντίον του οποίου θα εστρέφετο, ως ηπείλει, η σουλτανική οργή και λύσσα».   Στη συνέχεια δε, κατά τον καθηγητή Βιζουκίδη, την ίδια νύκτα μετά την υπογραφή του αφορισμού, ο πατριάρχης μαζί με τους δώδεκα συνοδικούς αρχιερείς κατέβηκαν στον πατριαρχικό ναό και σε ειδική μυστική τελετή, εν μέσω λυγμών και δακρύων έλυσαν και ακύρωσαν τον αφορισμό «επευλογούντες νοερώς τα όπλα των υπέρ πίστεως και Πατρίδος αγωνιζομένων αδελφών»8.

Υπάρχει, επίσης, επιστολή του ιδίου του πατριάρχου Γρηγορίου προς το δραστήριο μέλος της φιλικής Εταιρείας, τον επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα, στην οποία του συνιστά να τηρεί απέναντι του τυράννου την διπλωματική αυτή τακτική. Το κείμενο της επιστολής, όπου φαίνεται επίσης ότι ο πατριάρχης τελούσε εν γνώσει των προετοιμασιών διά την εξέγερση, έχει ως εξής :  
«Αμφοτέρας τας τιμίας επιστολάς, διά του αγαθού πατριώτου Φούντα Γαλαξειδιώτου, ασφαλώς εδεξάμην και τους εν αυταίς τιμίους σου λόγους έγνων. Εχεμυθίας, αδελφέ, μεγίστη χρεία και προφύλαξις περί παν διάβημα. οι γαρ χρόνοι πονηροί εισί και εν τοις φιλοπατριώταις έστι και μοχθηρών ζύμη, αφ’ ης ως από ψωραλέου προβάτου φυλάττεσθε. Κακόν γαρ πολλοί μηχανώνται διά το της φιλοπλουτίας έγκλημα. Διό την αγαθήν εξελέξω μερίδα κοινολογών μοι, εμπιστευμένοις πατριώταις, τα εχε­μυθίας δεόμενα. Οι Γαλαξειδιώται, ους επιστέλλεις μοι συνεχώς, πεφροντισμένως ενεργούσι, και αφ’ ων έγνων αδύνατον αντί παντός τιμίου ουδ’ ελάχιστον λόγον έρκος οδόντων φυγείν. ου μόνον τα σα, αλλά και τα των εν Μωρέα αδελφών γράμματα κομίζουσί μοι. 
Η του Παπανδρέα πράξις πατριωτική μεν τοις γινώσκουσι τα μύχια, κατακρίνουσι δε οι μη ειδότες τον άνδρα. Κρύφα υπερασπίζου αυτόν, εν φανερώ δε άγνοιαν υποκρίνου, έστι δε ότε και επίκρινε τοις θεοσεβέσιν αδελφοίς και αλλοφύλοις. Ιδία πράυνον τον Βεζύρην λόγοις και υποσχέσεσιν, αλλά μη παραδοθήτω εις λέοντος στόμα. Άσπασον συν ταις εμαίς ευχαίς τους ανδρείους αδελφούς, προτρέπων εις κρυψίνοιαν διά τον φόβον των Ιουδαίων. Ανδρωθήτωσαν ώσπερ λέοντες και η ευλογία του Κυρίου κρατυνεί αυτούς, εγγύς δε έστι του Σωτήρος το Πάσχα. Αι ευχαί της εμής μετριότητος επί της κεφαλής σου αδελφέ μου Ησαΐα. Γεώργει ακαμάτως και όλβια γεώργια δώσει σοι ο Πανύψιστος».

Καλύτερα, όμως, από κάθε άλλον τον εικονικό και παραπλανητικό χαρακτήρα του αφοριστικού εγγράφου αντε­λήφθη η Υψηλή Πύλη, η οποία εκτός του ότι εξόρισε και τελικώς φόνευσε τον ατυχή πρωθιερέα των Τούρκων, διότι πίστεψε τους απίστους ραγιάδες, οδήγησε τελικώς μετά από πολλά μαρτύρια πολλούς αρχιερείς στον θάνατο, κορυφαίο δε και πρώτο μεταξύ αυτών τον πατριάρχη Γρηγόριο, αμέσως μετά τη λειτουργία του Πάσχα, στις 10 Απριλίου του 1821. 
Απαγχονίσθηκε στη μεσαία πύλη της εισόδου του Πατριαρχείου. Επάνω στο στήθος «ην η αιτία αυτού γεγραμμένη», κρεμάσθηκε το εκτενές καταδικαστικό έγγραφο, ο γιαφτάς, που και μόνο αρκεί να συντρίψει σε χίλια κομμάτια τις γραφίδες των στρατευμένων διαστροφέων της ιστορίας μας. 
Μεταξύ άλλων έγραφε και τα εξής : «Ο άπιστος πατριάρχης των Ελλήνων αδύνατον να θεωρηθή αλλότριος των στάσεων του έθνους του... Αλλ’ εξ αιτίας της διαφθοράς της καρδίας του, όχι μόνο δεν ειδοποίησεν, ουδ’ επαίδευσε τους απατηθέντας, αλλά καθ’ όλα τα φαινόμενα ήτο και ο ίδιος αυτός, ως αρχηγός, μυστικός συμμέτοχος της επαναστάσεως. Είμεθα πληροφορημένοι ότι εγεννήθη ο ίδιος εν Πελοποννήσω και ότι είναι συνένοχος όλων των αταξιών, όσας οι αποπλανηθέντες ραγιάδες έπραξαν κατά την επαρχίαν των Καλαβρύτων. 
Ούτος, λοιπόν, είναι αίτιος του παντελούς αφανισμού, τον οποίον μέλλουν διά της θείας βοηθείας να πάθωσιν οι αποπλανηθέντες ραγιάδες. Επειδή δε εβεβαιώθημεν πανταχόθεν περί της προδοσίας του όχι μόνον εις βλάβην της Υψηλής Πύλης, αλλά και εις όλεθρον του ιδίου έθνους του, ανάγκη ήτο να λείψη ο άνθρωπος ούτος από του προσώπου της γης και διά τούτο εκρεμάσθη προς σωφρονισμόν των άλλων». 

6. Ο απαγχονισμός του Πατριάρχου επιδρά ευνοϊκά στον αγώνα

Η σύγχυση και το μίσος του σουλτάνου τον οδήγησαν στην πράξη του απαγχονισμού του πατριάρχου, που έφερε ευνοϊκά για τον αγώνα αποτελέσματα, όπως άλλωστε είχε προβλέψει προφητικά ο ηρωικός εθνομάρτυς. Η επίσημη Ευρώπη, που κυριαρχoύνταν από τον μισελληνισμό του Μέττερνιχ και της Ιεράς Συμμαχίας, αρχίζει για πρώτη φορά να βλέπει με συμπάθεια το ελληνικό ζήτημα. Ο φιλελληνισμός φουντώνει. Οι Έλληνες αντί να καμ­φθούν και να σωφρονισθούν, ξεσηκώθηκαν και αγρίεψαν περισσότερο ζητώντας εκδίκηση, γιατί στο πρόσωπο του πατριάρχου θεώρησαν ότι ατιμάζεται και περιφρονείται το Γένος των Ορθοδόξων Ρωμιών.

7. Οι τιμές της Ρωσίας και της Ελλάδος προς το λείψανο του πατριάρχου

Μετά τον απαγχονισμό επί τρεις ημέρες έμεινε το άγιο σκήνωμα του εθνομάρτυρος στα χέρια του αγρίου όχλου και των Εβραίων, μέχρις ότου στις 13 Απριλίου το έριξαν στη θάλασσα του Κερατίου κόλπου. Το Σάββατο του Θωμά, 16 Απριλίου, ανέλπιστα προσκολλήθηκε στο πλοίο του εκ Κεφαλληνίας Νικ. Σκλάβου και μέσα στη γενική του πληρώματος συγκίνηση μεταφέρθηκε στην Οδησσό. 
Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η θαυμαστή ιστορία της αποδόσεως πρωτοφανών στο λείψανο του πατριάρχου τιμών. Ο άγιος Γρηγόριος ξεφεύγει πλέον από τα πλαίσια των ανθρωπίνων νόμων, της ανθρωπίνης εκτιμήσεως, και εισάγεται από την πρόνοια του Θεού στα άγια των αγίων του Γένους. Αντί των χλευασμών και της καταφρόνιας, που δοκίμασε ζων, απολαμβάνει τώρα νεκρός τις τιμές, που του άξιζαν.
Συνεγείρεται η Οδησσός στο άκουσμα ότι έρχεται το λείψανο του πατριάρχου. Η αυτοκρατορική Ορθόδοξη Ρωσία σε συμφωνία με το λαϊκό αίσθημα οργάνωσε την υποδοχή και τίμησε το λείψανο, όπως ταίριαζε στον οικουμενικό της Ορθοδοξίας πατριάρχη. Στην Οδησσό εξεφώνησε δύο θαυμασίους προς τον πατριάρχη λόγους, επικήδειο και μετά ένα χρόνο επιμνημόσυνο, ο μεγάλος ρήτωρ και διδάσκαλος του Γένους Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων.

Πενήντα χρόνια αργότερα, το νέο πλέον ελληνικό κράτος ενέκρινε, με απόφαση της Βουλής, αίτημα του μητροπολίτου Αθηνών Θεοφίλου, το 1871, να μεταφερθούν από τη Ρωσία τα λείψανα του πατριάρχου στην ελεύθερη πατρίδα. Πολυμελής αντιπροσωπεία, αφού επιβιβάσθηκε στο πλοίο «Βυζάντιο», έφθασε στην Οδησσό, όπου επί τη αναχωρήσει του λειψάνου επαναλήφθηκαν οι λαμπρές τελετές, που έλαβαν χώρα κατά την άφιξή του. 
Στην Αθήνα ήταν συγκινητική στο έπακρο και πάνδημη η υποδοχή. Είχαν φθάσει στον Πειραιά στις 14 Απριλίου του 1871. Οι βασιλείς, η Ιερά Σύνοδος, η κυβέρνηση, και πλήθη παραληρούντος λαού απέδωσαν τιμές και υποδέχθηκαν σε ελεύθερο έδαφος τον πρωτομάρτυρα της ελευθερίας, όπως προφητικά και πάλι είχε προβλέψει. 
Το λείψανο τοποθετήθηκε στον μητροπολιτικό ναό Αθηνών, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα, το επόμενο δε έτος επαναλήφθηκαν οι τιμητικές εκδηλώσεις, όταν έγινε η αποκάλυψη του ανδριάντα στα προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών, οπότε απήγγειλε, το συγκλονιστικό του ποίημα ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης9
Επιστέγασμα δε αυτής της τιμής ήταν η απόφαση της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία, αφού συνήλθε στις 8 Απριλίου του 1921 σε έκτακτη συνεδρία, αποφάσισε την ένταξη του Ιεράρχου Γρηγορίου στο αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας10 με αφορμή τη συμπλήρωση εκατονταετίας από του μαρτυρικού του θανάτου, ενώ το ίδιο έτος ο σοφός καθηγητής Χρ. Ανδρούτσος εξεφώνησε θαυμάσιο πανηγυρικό.

Πότε εξαφανίζεται ένα έθνος;

Δύο είναι στην μακραίωνα εκτίμηση των ιστορικών του πολιτισμού τα στοιχεία, που προαγγέλλουν την επερχόμενη καταστροφή ενός έθνους. α) η έλλειψη ικανών ηγετών και β) η αποξένωση του λαού από τα ιερά και τα όσια της φυλής. Όταν παρατηρείται το ένα από τα δύο μόνον, υπάρχει ελπίς αποφυγής του αφανισμού. 
Εμπνευσμένοι ηγέτες μπορούν και μόνοι τους, όταν δεν είναι απλοί δημαγωγοί, να εκφράσουν την εθνική αυτοσυνειδησία, να κλείσουν μέσα τους όλο το παρελθόν και να το ζωντανέψουν στις καρδιές ενός λαού, που έχει ξεχάσει την ιστορία του, έχει ισοπεδώσει τα πνευματικά του ενδιαφέροντα με τη μέριμνα της καθημερινότητας, του γλεντιού και των απολαύσεων. Αυτό δεν έκαναν οι προφήτες και οι κριτές του Ισραήλ με τον καυστικό και θαρραλέο τους λόγο, εναντίον των επιθυμιών και των θελήσεων των αρχόντων και του λαού; 
Αυτό δεν έκαναν οι μεγάλες και ηρωικές μορφές των αγίων και Πατέρων της Εκκλησίας και του Γένους, που σαν άλλοι προφήτες οδήγησαν με δριμείς ελέγχους σε αυτοσυνειδησία και επίγνωση; Όταν πάλι ο λαός βρίσκεται σε σωστή πορεία, και οι άρχοντες τον παραπλανούν, γρήγορα τους απομονώνει και τους απορρίπτει, αναδεικνύοντας μέσα από τα σπλάχνα του νέους λαοπρόβλητους και ικανούς ηγέτες. Αλλοίμονο, όμως, αν συμβεί ηγεσία και λαός να βρεθούν σε καταστροφική για το Γένος πορεία. Τότε η σωτηρία από τον Θεό μόνο πρέπει να ελπίζεται.

Το εικονοστάσι του Γένους ξηλώνεται από νέους εικονομάχους

Οι περισσότεροι από τους Ορθοδόξους Ρωμιούς σήμερα, ιδίως οι Έλληνες συμφωνούμε ότι κάτι επικίνδυνο κυοφορείται στο σώμα και πιο πολύ στο πνεύμα του πολιτισμού μας. Δεν γονιμοποιείται πλέον από υγιείς δυνάμεις ο πνευματικός μας βίος. Ξέφραγο αμπέλι η παιδεία μας ταλανίζεται από εκθεμελιωτικές και καταστροφικές δυνάμεις. 
Υβρίζεται και παραχαράσσεται η εθνική μας ιστορία, σπιλώνονται και συκοφαντούνται μεγάλες μορφές, δεν διαβάζεται πια το συναξάρι του Γένους, στην ιερή μνήμη των προγόνων μας σπάνια τελούμε μνημόσυνα. Μία αδίστακτη εικονοκλαστική κίνηση κατεβάζει από το εικονοστάσι του Γένους τις τιμημένες μορφές μαρτύρων και ηρώων. Βεβηλώνονται οι μνήμες των διδασκάλων. Ο χαρακτήρας του μαθήματος των θρησκευτικών από ορθόδοξος, κατηχητικός και ομολογιακός μεταβάλλεται σε θρησκειολογικός, πανθρησκειακός. 

Γνωστοί αιρετικοί σχεδόν αμετανόητοι μεταπατερικοί κύκλοι ζητούν τον απογαλακτισμό της Ορθοδοξίας και της Εκκλησίας από τη Ρωμιοσύνη και το Έθνος. Αυτή η ιεροσυλία και τυμβωρυχία είναι πιο βδελυρές από τις βεβηλώσεις των τάφων, γιατί προσβάλλουν και εξευτελίζουν το πνεύμα τους, μα και γιατί δεν γίνονται από αλλοεθνείς, αλλά από ομοθρήσκους γενιτσάρους.  
Και είναι όλα αυτά η de facto εφαρμογή ενός παλαιού σχεδίου εκπεφρασμένου από τα χείλη του εβραϊκής καταγωγής Αμερικανού Χένρυ Κίσσιγκερ, πρώην υπουργού Εξωτερικών των Η.Π.Α., ανθέλληνος και μισέλληνος, σχετικά με το ελληνικό έθνος και την ορθόδοξη πίστη του : «Ο ελληνικός λαός είναι δυσκολοκυβέρνητος και γι’αυτό πρέπει να τον πλήξουμε βαθειά στις πολιτιστικές του ρίζες. Τότε ίσως συνετισθεί. Εννοώ δηλ. να πλήξουμε τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα πνευματικά και ιστορικά του αποθέματα, ώστε να εξουδετερώσουμε κάθε δυνατότητά του να αναπτυχθεί, να διακριθεί, να επικρατήσει, για να μη μας παρενοχλεί στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή, σε όλη αυτή τη νευραλγική περιοχή μεγάλης στρατηγικής σημασίας για’μας, για την πολιτική των Η.Π.Α.». 
Όλ’αυτά δεν συμβαίνουν μακρυά μας. καθημερινά τα συναντούμε σε πολλές εφημερίδες και σε φθηνές εκδόσεις βιβλίων, που κατακλύζουν τα βιβλιοπωλεία. Μπαίνουν, χωρίς την άδειά μας, στα σχολικά των παιδιών μας βιβλία, αλλά χωρίς ντροπή και μέσα στα σπίτια μας με την τηλοψία, παραβιάζοντας την πανάρχαια ιερότητα της οικογενειακής εστίας, το οικογενειακό άσυλο. Και ανεχόμαστε όλους αυτούς τους βιαστές και διαφθορείς της εθνικής μας μνήμης, της εθνικής μας ταυτότητος, των ιερών και οσίων της φυλής μας, χωρίς καμμία αντίδραση.
Θα ξαναζωντανέψει το κρυφό σχολειό

Ανεχόμαστε να υβρίζεται περισσότερο των άλλων η ιερή μνήμη του κορυφαίου πρωτομάρτυρος της Εκκλησίας και του Γένους στην εθνική εξέγερση του 1821, του πατριάρχου και εθνάρχου Γρηγορίου του Ε΄. Επιχειρούν ασύστολα να πλήξουν στο πρόσωπό του την Εκκλησία, να μειώσουν την επίδρασή της, να την τοποθετήσουν, αν μπορέσουν, στο περιθώριο της πνευματικής και πολιτιστικής ζωής του έθνους, ώστε ανενόχλητοι να οικοδομήσουν τα δικά τους πολιτιστικά και πολυπολιτισμικά μοντέλα.  
Και είναι αυτή η μεθοδευμένη εναντίον της Εκκλησίας επίθεση απ’ όλους τους Κορδάτους, Κολλάτους, Καρατζαφέρηδες, Καρανικόλες και Σκαρίμπες, η μεγαλύτερη απόδειξη ότι την φοβούνται και την υπολογίζουν σαν την μόνη ικανή, συγκροτημένη και οργανωμένη, με αιώνων πείρα και θεϊκή ισχύ, δύναμη που μπορεί να σταθεί εμπόδιο στα σχέδιά τους. 
Να καλέσει το λαό σε επαγρύπνηση, να ανοίξει διάπλατα τις πόρτες της, για να καταφύγει εκεί μέσα πάλι των ελευθέρων πολιτικά Ελλήνων το δουλωμένο πνεύμα, να ξαναλειτουργήσει τα κρυφά σχολειά, για να αποδείξει στην πράξη στους ανιστόρητους ιστορικούς ότι δεν είναι θρύλος και παραμύθι το κρυφό σχολειό, όπως το παρουσιάζουν τελευταία, αλλά αναμφίβολη πραγματικότητα, που την διέσωσε η λαϊκή συνείδηση στο τραγούδι «Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ, να πηγαίνω στο σχολειό κ.τ.λ.», την έψαλε ο ποιητής μας Ιωάννης Πολέμης στο θαυμάσιο ομώνυμο ποίημά του «Απ’ έξω μαυροφόρα απελπισιά...» και την απεικόνισε ο μεγάλος μας ζωγράφος Νικ. Γύζης, στη γνωστή παράσταση του Κρυφού Σχολειού, με τους μαθητές γύρω από τον δάσκαλο Καλόγηρο.

Επισυμβαίνει μπροστά στα μάτια όλων μας ένας πνευματικός εξανδραποδισμός των νέων μας, μια μεθοδευμένη από ξένα κέντρα αποφάσεων εθνική απονεύρωση, μία γενοκτονία της μνήμης και της εθνικής ιστορίας. Σε λίγο καιρό οι νέες γενιές θα νοιώθουν ή μάλλον ήδη νιώθουν ξένες και αλλοτριωμένες από τα ιδανικά, που πυρπολούσαν μέχρι τώρα τους Έλληνες και εξασφάλιζαν την εθνική τους επιβίωση. 
Οι νέοι μας θα ετοιμάζονται σαν νέοι γενίτσαροι. Ελπίζουμε ότι με την Χάριν και το έλεος του Αγίου Τριαδικού Θεού και με την πάνδημη μετάνοια κλήρου, αρχόντων και αρχομένων γρήγορα να συνέλθουμε. Η ειλικρινής μετάνοια για τις αμαρτίες μας και η συγχώρεση όλων, ιδίως των εχθρών, καθίσταται αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε. Μόνο έτσι θα ξεκινήσει η ανάκαμψη και η υπέρβαση της κατευθυνομένης εκ της Μασονίας και του Σιωνισμού παγκοσμίου πνευματικής, ηθικής και οικονομικής κρίσεως. Αδήριτη, επίσης, είναι η ανάγκη της εκπληρώσεως του Τάματος του Έθνους, της ανεγέρσεως του μεγαλοπρεπούς Ναού του Σωτήρος, και όχι του σχεδιαζομένου μουσουλμανικού τεμένους, προς αναθέρμανση και αναζωπύρωση της Ελληνορθοδόξου ταυτότητος, ιδιοπροσωπείας και μνήμης μας.

Από’δω και στο εξής δεν πρέπει να επιτρέψουμε να ευδοκιμήσουν η ύβρη, η αγνωμοσύνη και η προδοσία. Η δόξα του εθνομάρτυ­ρος Γρηγορίου, δόξα και τιμή του ιδίου του έθνους, πρέπει να προστατευθεί από τους λασπολόγους αρνητές, γιατί έτσι προστατεύεται και η ιστορία. Είναι καιρός να αναστήσουμε την ιστορική αλήθεια, να αποκαταστήσουμε, μαζί με τους θραυσμένους ανδριάντες, τις ιερές μνήμες των μεγάλων μορφών της εθνικής μας ιστορίας.
Τελειώνουμε την σημερινή ταπεινή ομιλία μας με την προφητεία του μακαριστού αγίου Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου : «Μετά την μπόρα την δαιμονική, θα έλθει η λιακάδα η θεϊκή».
Ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας! 
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1. Αποσπάσματα από το βιβλίο Ιεράρχες-Εθνάρχες και Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ στη συνείδηση του Γένους του ομοτίμου καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, αιδεσιμολογιωτάτου πρωτοπρεσβυτέρου π. Θεοδώρου Ζήση.

2. Βλ. σχετικώς τη μελέτη της Χριστίνας Μπουλάκη-Ζήση, που αναφέρεται σε ένα συνεργάτη του πατριάρχου στα εκπαιδευτικά προγράμματα, τον Ιλαρίωνα Σιναΐτη, και δίνει συγχρόνως μία γενική εικόνα της καταστάσεως για την παιδεία. 
Ο τίτλος της μελέτης είναι. Ιλαρίων Σιναΐτης, Μητροπολίτης Τυρνόβου. Η ζωή και το έργο αυτού, Θεσσαλονίκη 1983. Πολύ καλή εικόνα για τη συμβολή της Εκκλησίας και του Γρηγορίου Ε’ στην οργάνωση της Παιδείας του Γένους δίδει ο Μ. Γεδεών, Η πνευματική κίνησις του Γένους κατά τον ιη’ και ιθ' αιώνα, Αθήνα 1976. Απογοητευτική είναι η εικόνα που δίδει η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, διότι στηρίζεται η ανάλυση στις απόψεις των «διαφωτιστών», των παλαιών και νέων οπαδών του Αδαμ. Κοραή. 
Γράφει ο Μ. Γεδεών (ενθ’ ανωτ., σελ. 292-223). «Την υπέρ των γραμμάτων και σχολείων φροντίδα και εποπτείαν ταύτην η Μ. Εκκλησία ήσκει ουχί συνιστώσα μόνον, ουχί την ίδρυσιν ευλογούσα, αλλά και παρακελευομένη προς σπουδήν των γραμμάτων και παρορμώσα προς επανίδρυσιν εκπαιδευτηρίου τινός υπό χρονικής επηρείας εις νάρκωσιν περιπεσόντος. 
Ούτως εφρόντισε περί της ανασυστάσεως της εν τω παρελθόντι αιώνι τοσούτον κλέος αραμένης αθωνιάδος ακαδημίας, τω μεν 1800 διά της εις Άγιον Όρος εξαρχικής αποστολής του επισκόπου Σταγών Παϊσίου του Θεσσαλού, προ πεντήκοντα δε σχεδόν ετών επί της πρώτης πατριαρχείας του αειμνήστου Γερμανού Δ΄ του από Δέρκων, διά γραμμάτων ιδιωτικών και επισήμων. 
Διά τοιούτων εγκυκλίων ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ ο από Σμύρνης εν τε τη δευτέρα και τη τρίτη αυτού πατριαρχεία συνεβούλευε και προέτρεπε και προς ίδρυσιν εκπαιδευτηρίων, και προς ορθήν εκπαίδευσιν, νουθετών μετά της περί αυτόν ιεράς συνόδου, όπως αποφεύγωσιν οι μαθηταί και διδάσκαλοι τας τότε επιπολαζούσας ετεροδιδασκαλίας, αποτρέπων από της μακράς σπουδής επιστημών τίνων, ας εδίδασκον άνθρωποι, η σπουδάσαντες επιπολαίως εν τη Δύσει, ή παρασυρόμενοι υπό του διασυρίζοντος ηδέως πνεύματος της μεγάλης Γαλλικής Επαναστάσεως». 
Διά τον επιθυμούντα να μελετήση τα της Τουρκοκρατίας και της συμβολής του Οικουμενικού Πατριαρχείου απαραίτητες είναι οι πολλές αμερόληπτες ιστορικές μελέτες του Τ. Γριτσοπούλου.

3.   Ανάλυση κριτική για την ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας της τότε εποχής βλ. Θ. Ζήση, Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος, Βίος-συγγράμματα-διδασκαλία, Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 186 κ.ε.

4.   Περί των Φαναριωτών γράφει με θαυμασμό ο Επαμ. Σταματιάδης, Βιογραφίαι των Ελλήνων Μεγάλων Διερμηνέων του Οθωμανικού Κράτους, Αθήνα 1865, Θεσσαλονίκη 1973, υπό Π. Πουρναρά, σελ. 14-15. «Φαναριώται! όνομα προφερόμενον σήμερον παρά τινων αγνοούντων ή μη επισταμένως μελετησάντων την πάτριον ιστορίαν μετά φρίκης! Φαναριώται! όνομα θεωρούμενον σήμερον παρά πολλών ως συνώνυμον της χαμερπείας, ιταμότητος και πάσης κακοηθείας. 
Και όμως, αν ήμεθα δίκαιοι, οφείλομεν να θαυμάσωμεν τους μεγάλους εκείνους άνδρας, οίτινες ενώ όλη η Ελλάς εκοιμάτο τον βαρύν της δουλείας και απαιδευσίας ύπνον, μόνοι αντεπροσώπευον την ελληνικήν ευφυΐαν, εκράτουν εν τη παλάμη των την τύχην αχανούς αυτοκρατορίας, εκόλαζον τας κατά των ομογενών των αγρίας ορέξεις του φανατισμού και της βαρβαρότητος, εκαλλιέργησαν τας Μούσας διά τρόπου αξιοθαυμάστου, προσέφεραν δείγματα πατριωτισμού καταπληκτικού, και διά του αίματος αυτών εξηγίασαν βίον εθνικόν και αμώμητον. 
Ίσως και μεταξύ αυτών ευρέθησάν τινες έχοντες ελλείψεις (και τις άνθρωπος ο μη έχων τοιαύτας!) αλλ’ αι ελλείψεις αύται εξαφανίζονται εν τη πληθύι των αρετών, ουδέ δύναται να μη συνομολογήση τις ότι μέρος της εθνικής της υπάρξεως οφείλει η Ελλάς εις τους λεγομένους Φαναριώτας».

5.   Δημοσιεύθηκε το 1983 στον τύπο ότι ο πάπας Παύλος ο ΣΤ΄ αποκατέστησε επί τέλους στη συνείδηση των Παπικών τα θύματα της Γαλλικής Επαναστάσεως, ανακηρύσσοντας σε οσίους και μάρτυρες πολλούς κληρικούς και μοναχούς που σφαγιάσθηκαν από τους επαναστάτες.
Συμπληρώνοντας το 2002 τα όσα το 1983 έγραφε ο π. Θεόδωρος Ζήσης για τη Γαλλική Επανάσταση παραθέτει όσα γράφει ο Russel Le­wis σε άρθρο του, που δημοσιεύθηκε στη Wall Street Journal επ’ ευκαιρία της 14ης Ιουλίου, επετείου της Γαλλικής Επαναστάσεως.

Το άρθρο είχε τίτλο «Δεν υπάρχει τίποτε να γιορτάσουμε την ημέρα της κατάληψης της Βαστίλλης». Αναδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα», Κυριακή 14 Ιουλίου 2002. Καταλήγει με τα εξής: «Πολιτικά το κύριο δημιούργημα της Επανάστασης ήταν ένα κράτος πολύ πιο απολυταρχικό από αυτό του Λουδοβίκου ΙΔ’. 
Οι αγρότες πραγματικά απηλλάγησαν από τις φεουδαρχικές οφειλές και τη δεκάτη και πολλοί από αυτούς έγιναν κύριοι της γης τους, έχασαν όμως και τα φεουδαρχικά δικαιώματά τους στο σιτηρέσιο και στον θερισμό. Οι πλουσιώτεροι αγρότες και οι κερδοσκόποι κέρδισαν, οι πιο φτωχοί αγρότες έγιναν φτωχότεροι από ποτέ. Και βέβαια όλες οιτάξεις υπέφεραν εξίσου με τις επιστρατεύσεις, που πήραν τους γιους τους για να μη γυρίσουν ποτέ πίσω ή για να γυρίσουν ανάπηροι.  
Αυτό ήταν ένα βάρος πολύ πιο τυραννικό από τα όσα είχε επιβάλει το σήμερα διασυρόμενο παλαιό καθεστώς και αναπαρήχθη από πολλά κράτη, επιταχύνοντας έτσι τον κατήφορο στον καθολικό πόλεμο. Η απεχθέστερη κληρονομιά της Γαλλικής Επανάστασης δεν ήταν ωστόσο αυτή. ήταν η αντίληψη ότι τα δύσκολα πολιτικά προβλήματα λύνονται καλύτερα διά της βίας. Στη χειρότερη μορφή της είναι η θεωρία ότι μια ενάρετη ή πεφωτισμένη ελίτ έχει το δικαίωμα -για το καλό του λαού- να επιβάλλει τις απόψεις της με την τρομοκρατία. Είναι μια κληρονομιά για την οποία μετανιώνουμε όλοι σήμερα. Καλή επέτειο!»

6.   Σε επίσημο δελτίο της ΟΛΜΕ (Μάρτης 1983) σε κύριο άρθρο με τίτλο «25 Μαρτίου 1821: εθνική λαϊκή εξέγερση» διαστρέφουν το νόημα της επαναστάσεως λέγοντας ότι «το αίτημα για εθνική ανεξαρτησία και ολοκλήρωση συνδυαζόταν στενά με το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη και αποκατάσταση των πλατιών λαϊκών μαζών, με πρωτοπορία την εξεγερμένη αγροτιά, που κύριος στόχος της ήταν η αναδιανομή της γης, τους βιοτέχνες και τους μικρεμπόρους. Εμπόδιο στα αιτήματα αυτά ήταν όχι μόνο η Τουρκική κυριαρχία, αλλά και τα ντόπια φεουδαρχικά δεσμά των κοτζαμπάσηδων, που αντιστρατεύονται οποιαδήποτε κοινωνική εξέλιξη που θα έθετε σε κίνδυνο τα προνόμιά τους. 
Οι κοτσαμπάσηδες και ο ανώτερος κλήρος στην πλειοψηφία τους είτε σύρθηκαν στην επανάσταση, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά μπροστά στο γενικό ξεσηκωμό, είτε προσχώρησαν υστερόβουλα αποβλέποντας σε μια νέα μορφή κυριαρχίας πάνω στον επαναστατημένο λαό».

7.   Από το μοναστήρι, από τον ηγούμενο μαθαίνει ο λαός το μυστικό του ξεσηκωμού, όπως τραγουδά ο ίδιος σε δημοτικό τραγούδι. Στόχος δεν είναι να διώξουν τους Κοτζαμπάσηδες και τους δεσποτάδες, αλλά τον αλλόθρησκο και αλλοεθνή κατακτητή: 
Κρυφά το λένε τα πουλιά, κρυφά το λεν τ’ αηδόνια κρυφά το λέει ο Γούμενος από την Άγια Λαύρα.
Παιδιά για μεταλάβετε, για ξεμολογηθήτε, δεν είν’ ο περσινός καιρός κι ο φετεινός χειμώνας, μας ήρθ’ η άνοιξη πικρή, το καλοκαίρι μαύρο, γιατί σηκώθη πόλεμος και πολεμούν τους Τούρκους.
Να διώξουμ’ όλη την Τουρκιά ή να χαθούμε ούλοι.

8. Περικλή Βιζουκίδη, καθηγητού Παν/μίου Θεσ/νίκης, «Η Εκκλησία και ο  ιερός άγων», εν Γρηγόριος Παλαμάς 21 (1937) 141-143.

9. Τ. Κανδηλώρου, ένθ’ ανωτ., σελ. 247-248.

10. Πολύ συγκροτημένο είναι το αγιολογικό άρθρο του Μπεκατώρου, στην Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, όπου βρίσκει κανείς τις σχετικές πληροφορίες.
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/03/blog-post_412.html