Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλαιά Διαθήκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλαιά Διαθήκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

ΤΟ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ


batosΤΟ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ


Εἰρήνης Ἀρτέμη, Θεολόγου-Φιλολόγου
MA Θεολογίας, Phd θεολογίας

Κατά τή διδασκαλία τοῦ Ἰσιδώρου τοῦ Πηλουσιώτη καί τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας
Ο Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης δέν κάνει ἰδιαίτερη μνεία γιά τό ἀποκαλυπτικό ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν ΠΔ Ἀντίθετα ὁ Κύριλλος ἀναφέρεται ἐκτενῶς στό θέμα αὐτό. Γιά τό λόγο αὐτό στό κεφάλαιο αὐτό κύρια πηγή μας θά ἀποτελέσει τό ἔργο τοῦ πατριάρχη Ἀλεξανδρείας. Ἐξάλλου γιά ἄλλη μία φορά θά πρέπει νά ἐπισημανθεῖ ὅτι δέν ἀσχολήθηκαν καί οἱ δύο Πατέρες ἐξίσου ἐκτενῶς μέ δογματικά θέματα. Ὁ Ἰσίδωρος συνέγραψε τίς ἐπιστολές του μέ σκοπό κυρίως ἠθικοπαιδαγωγικό, γιά νά βοηθήσει τούς παραλῆπτες του νά ζήσουν ἐν νουθεσίᾳ Κυρίου. Ἀντίθετα ὁ Κύριλλος ἀσχολεῖται διεξοδικά μέ τίς δογματικές ἀλήθειες καί τήν καταπολέμηση τῶν διαφόρων αἱρετικῶν διδασκαλιῶν.
Ὁ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας θεωρεῖ ὅτι στό βιβλίο τῆς Γενέσεως ὁ Μωυσῆς διακήρυξε ὅτι ὁ Θεός βρίσκεται πάνω ἀπό κάθε δημιούργημα, ἀφοῦ Αὐτός οἰκοδόμησε τό σύμπαν «δι᾽ Υἱοῦ ἐν Πνεύματι»[1]. Ὅταν ἡ γῆ ἦταν ἀόρατη καὶ ἀκατασκεύαστη καὶ πάνω στὴν ἄβυσσο ὑπῆρχε σκότος, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα αἰωροῦνταν πάνω ἀπὸ τὰ ὕδατα καὶ ἔπνεε πνοή ζωῆς στὴν ἄβυσσο[2]. Τό Πνεῦμα, κατά συνέπεια, καθιστᾶ αἰσθητή τήν παρουσία Του ἐπάνω ἀπό τήν ἀρχική κατάσταση τῆς δημιουργίας ὡς δυναμική δημιουργική ἀρχή. Ὁλόκληρη ἡ διαδικασία τῆς δημιουργίας συντελεῖται ὄχι μόνο μέ τή σύμπραξη τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ ἀλλά καί τοῦ Πνεύματος. Μέ τόν τρόπο αὐτό τίθεται σέ ἐφαρμογή τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ νά ὁδηγήσει τά δημιουργήματα ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη. Ἔτσι ὁ Θεός θραύει τή σιωπή τῆς αἰωνιότητας καί ἡ Σοφία Του ἀποκαλύπτεται[3]. Γίνεται ἀντιληπτό, ἑπομένως, ὅτι ἡ ἀποστολή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἰδιαίτερα σημαντική στήν οἰκοδομή τῆς ὁρατῆς δημιουργίας ὡς δυναμική καί δημιουργική ἀρχή. Ἡ συμμετοχή του στή δημιουργία τοῦ σύμπαντος ἐγγυᾶται τήν τελειότητα τῶν κτισμάτων, κατά τόν ἱερό Πατέρα τῆς Ἀλεξανδρείας: «πᾶσα γὰρ ἡ τελειότης τοῖς πεποιημένοις διὰ τοῦ πνεύματος»[4]. Καί σέ ἄλλο σημεῖο ἀναφέρει: «στερεοῖ τὸ πνεῦμα τοὺς οὐρανοὺς καὶ δυναμοῖ τὴν κτίσιν»[5].
Ἔμμεσα τό Πνεῦμα ἀποκαλύπτεται στό Μωυσῆ. Μέ τή βοήθεια τοῦ Πνεύματος αὐτός θά μιλήσει, χρησιμοποιώντας ἀνθρωπομορφικές ἐκφράσεις[6], γιά τή δημιουργία τοῦ κόσμου, θά ἄρει τό κάλυμμα τῆς ἄγνοιας πού σκεπάζει τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπινων ὄντων καί θά τούς χαράξει τούς νόμους τούς θείους, ἐνῶ ταυτόχρονα θά τούς παιδαγωγήσει ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι: «περιαιρεῖται τὸ κάλυμμα. Ὁ δὲ Κύριος τὸ πνεῦμά ἐστιν: «οὗ δὲ πνεῦμα Κυρίου, ἐλευθερία». Πρότερον τοίνυν εἰς τὴν καρδίαν αὐτῆς λαλήσειν ἐπαγγέλλεται, τοὺς θείους αὐτοῖς ἐγχαράττοντος νόμους καὶ παιδαγωγίαν τὴν ἄνωθεν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»[7]. Στή συνέχεια ὁ ἱερὸς Πατὴρ τῆς Ἀλεξάνδρειας σημειώνει ὅτι τύπος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποτελοῦσε στὴν ΠΔ τὸ ἔλαιο, μὲ τὸ ὁποῖο χρίονταν οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ προφῆτες καί τὸ ὁποῖο ἔπρεπε νὰ εἶναι «ἄτρυγον καὶ καθαρὸν»[8].
Ὁ Κύριλλος ὁμιλεῖ γιά τή φανέρωση τοῦ Πνεύματος στήν ΠΔ Ἐκεῖνο ἀποκαλύπτει τά τοῦ Θεοῦ φωτίζοντας τό Μωυσῆ[9], τούς προφῆτες καί τούς ἁγίους ἄνδρες, γιά νά καταστήσουν φανερό στούς ἀνθρώπους καί κυρίως στό λαό τοῦ Ἰσραήλ τήν ὕπαρξη τοῦ ἑνός Θεοῦ, τήν κατανόησή Του μέ διάφορα σύμβολα καί τήν προτύπωση τοῦ μυστηρίου τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ἡ ΠΔ δέν ἀποτελεῖ ἀποκλειστικά τήν ἱστορία τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ. Σέ αὐτήν καταγράφονται ἐπιλεκτικά τά βασικά γεγονότα πού σχετίζονται, ἄμεσα ἤ ἔμμεσα, μέ τήν παρέμβαση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ στήν πορεία τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, μέσω τοῦ ὁποίου θά προετοιμαζόταν ὁλόκληρος ὁ κόσμος νά ὑποδεχθεῖ τόν ἐνανθρωπήσαντα Λόγο τοῦ Θεοῦ Πατρός. Ἡ ΠΔ, λοιπόν, ἀποτελεῖ τό θεμέλιο λίθο τῆς κατανοήσεως τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Οἰκονομίας πού λαμβάνει χώρα στήν ΚΔ.
Ὁ ρόλος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατά τό μακρύ αὐτό χρονικό διάστημα τῆς ΠΔ, εἶναι βέβαια μυστικός καί κρυμμένος, ὡστόσο κατ᾽ ἐξοχήν οὐσιαστικός καί ἀποτελεσματικός. Καί τοῦτο, ὄχι μόνο στό πλαίσιο τοῦ ἔργου τῆς θείας Οἰκονομίας, στήν ἱερή, δηλαδή, ἱστορία, ἀλλά καί ἔξω ἀπό αὐτή, στήν κοσμική καί καθημερινή διάσταση τῆς ζωῆς τῶν μεταπτωτικῶν ἀνθρώπων. Γιά παράδειγμα, ἡ ἀπελευθέρωση τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ ἀπό τή δουλεία τῆς Αἰγύπτου καί ἡ ἐγκατάστασή του στή γῆ τῆς Ἐπαγγελίας[10] ἔχουν ἄμεση σχέση μέ τήν προσωπική δραστηριότητα τοῦ πνεύματος τοῦ Κυρίου, τό ὁποῖο ἀναλαμβάνει τό ρόλο αὐτό. Ἔτσι ὁ Κύριλλος σημειώνει χαρακτηριστικά: «Κύριος τὸ πνεῦμά ἐστιν, ἐνεργεῖ γὰρ διὰ τοῦ ὁμοουσίου πνεύματος»[11].
Ὁ Μωυσῆς μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκει ὁ ἱερός Κύριλλος, ἀποκαλύπτει τό νόμο τοῦ Θεοῦ στὸν ἐκλεκτὸ λαό τοῦ Ἰσραήλ. Ὁ νόμος ἦταν ἀτελής, γιά νά κατανοήσουν ὅσα ἐπρόκειτο νά συμβοῦν μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τέλειος ὅμως, γιά νά παιδαγωγηθεῖ ὁ νοῦς τῶν Ἰσραηλιτῶν στό γράμμα τοῦ Θεοῦ, ὥστε ἀργότερα νά βρίσκονται σέ θέση οἱ ἑπόμενες γενιές νά ἀποδεχθοῦν τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ καί νά διεισδύσουν πνευματικά σ᾽ αὐτό: «…ὅτι τέλειός τε ὁμοῦ καὶ ἀτελὴς ὁ νόμος. Καὶ τέλειος μέν, εἰ νοοῖτο πνευματικῶς, λαλεῖ γὰρ ἡμῖν τοῦ Χριστοῦ μυστήριον, ἀτελὴς δὲ αὖ εἰ μέχρις ἴοι τοῦ γράμματος τῶν παιδαγωγουμένων ὁ νοῦς» [12]. Ἡ ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος φωτίζει καί ἐνδυναμώνει τούς ἱερούς ἄνδρες, προφῆτες, κριτές, βασιλεῖς, συγγραφεῖς, ἀφενός γιά νά βρεθοῦν πνευματικά ὀχυρωμένοι ἔναντι ὁποιασδήποτε πλάνης, καί ἀφετέρου νά ἔχουν τή δυνατότητα τῆς ὀρθῆς κατανοήσεως τῆς σημασίας καί τῶν νοημάτων και τῶν γεγονότων τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ στήν κτίση καί στήν ἱστορία. Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά ὑπογραμμίσουμε ὅτι κάθε Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος συνεισφέρει μέ διαφορετικό τρόπο στήν ἀποκάλυψη καί κατανόηση τῆς θείας ἀλήθειας ἀπό τόν ἄνθρωπο κάθε ἐποχῆς. Ἡ ἀλήθεια εἶναι μία ἀλλά τό κάθε Πρόσωπο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ προσφέρει τήν πρισματική ἑκάστοτε πλευρά τῆς ἀλήθειας αὐτῆς.
Τό Πνεῦμα[13] ὁδηγεῖ στή γνώση τῆς πληρότητας τῆς ἄφραστης Τριαδικῆς θεότητας[14] καί συνεισφέρει στή φανέρωση τοῦ γεγονότος τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ δευτέρου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος στούς «ἀρχαίους» καί τούς «νομικούς» μέσω «τῶν προφητικῶν παιδευμάτων»[15]. Μέ τούς χαρακτηρισμούς «ἀρχαῖοι» καί «νομικοί» ἐννοεῖ τούς προπάτορες τῶν Ἰσραηλιτῶν καί τούς διάφορους ἑρμηνευτές τοῦ Νόμου και τῶν προφητειῶν. Ἡ χρίση τῶν βασιλέων καί τῶν ἀρχόντων, ἐκλεκτῶν στήν ἱστορία τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, γινόταν «καταχρίσει δέ καί ἐλαίῳ, τῷ νοητῷ δηλονότι καί ἁγιάζοντι, καί ὡς ἐν μεθέξει νοουμένῳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»[16].Τό χρίσμα ἀποτελεῖ τή σφραγίδα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο ἔμμεσα ἀποκαλύπτεται στό λαό τοῦ Ἰσραήλ. Δέν παρέχει μόνο τό χάρισμα τῆς προφητείας ὡς μία ἁπλή δύναμη, ἀλλά παρέχει τή δυνατότητα στό χριόμενο νά καταστεῖ κάτοχος τῆς θείας ἀλήθειας καί τῆς ἀγαθότητας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Στήν ἐποχή τῆς ΠΔ τό τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐπιδαψιλεύει στούς προφῆτες φωτισμό τῆς διανοίας τους, γιά νά μποροῦν νά διεισδύσουν στό βάθος τῆς θεόπνευστης Γραφῆς καί νά κατανοήσουν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ: «διὰ τοῦ Πνεύματος, καὶ τὸν παρ᾽ αὐτοῦ φωτισμόν εἰς νοῦν καὶ διάνοιαν ἐσχηκόσιν ἀμφιλαθῶς, oἳ καὶ ἐν μεθέξει γεγόνασι θείων χαρισμάτων καὶ τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς τό βάθος»[17]. Λάμπει τό Πνεῦμα μέσα τους καί τούς ἀποκαλύπτεται τό θεῖο σχέδιο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἐκεῖνοι, λοιπόν, γίνονται «μεσῖται»[18] μεταξύ τῆς θείας ἀλήθειας καί τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Μέ τόν τρόπο αὐτό διαλύεται ὁ γνόφος τῆς ἄγνοιας σχετικά μέ τόν Ἕνα καί Ἀληθινό Θεό καί τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Θείου Λόγου, πού θά πραγματοποιοῦνταν σέ κάποια χρονική στιγμή στό μέλλον: «Οἱ μακάριοι προφῆται τῇ τοῦ Πνεύματος δᾳδουχίᾳ τὸν τῆς διανοίας φαιδρύνοντες ὀφθαλμόν, οὐχὶ μόνην τῶν ἐσομένων εἰσδέχονται γνῶσιν ἀλλὰ γὰρ καὶ αὐτῶν ἔσθ᾽ ὅτε τῶν πραγμάτων τὴν θέαν οἷάπερ ἐν πίνακι γραφομένην ὁρῶντες, αὐτοί τε κατατεθήπασι, συνδιακεῖσθαί τε σφισὶν αὐτοῖς ἀναπείθουσι τοὺς ἀκροωμένους, τὰς τῶν ὁράσεων δυνάμεις διατρανοῦν εὖ μάλα σπουδάζοντες»[19]. Κατά συνέπεια ἡ προφητεία θεωρεῖται οὐσιῶδες στοιχεῖο τῆς λειτουργίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀποτελεῖ τήν ὑλοποίηση τῆς θείας βουλῆς καί τήν ἐξωτερίκευση τῶν θείων ἐνηχήσεων. Ὁ ἐμπλουτισμός τῶν πιστῶν διά τοῦ Πνεύματος, τό ὁποῖο, ὅπως προαναφέρθηκε ἐρευνᾶ «τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ»[20], καθιστᾶ τήν προφητεία οὐσιῶδες φαινόμενο τῆς δράσεως τοῦ Πνεύματος.
Τό Ἅγιο Πνεῦμα φανερώνεται φωτίζοντας τήν ἀνθρώπινη διάνοια καί ἐμπνέοντας τούς ἀνθρώπους τόσο στόν προφορικό ὅσο καί στό γραπτό λόγο, γιά νά μιλήσουν καί νά βιώσουν τή θεία Ἀποκάλυψη. Σχετικά ὁ Κύριλλος ἀναφέρει ὅτι ὁ Θεός, φωτίζοντας τόν προφήτη Ἰεζεκιήλ[21], ἀποκαλύπτει μέσω τοῦ στόματός του ὅτι εἶναι ὁ Θεός τοῦ Ἰσραήλ. Ὁ ἐκλεκτός λαός του θά καταστεῖ τό μέσο, γιά νά ἀποκαλυφθεῖ ὁ Θεός σέ ὅλα τά ἔθνη καί νά τά ἁγιάσει. Ὁ ἱερός Πατήρ, σχολιάζοντας τή φανέρωση τῆς θείας ἀλήθειας, ὑπογραμμίζει τή συγκεκριμένη ὑπόσχεση. Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἁγιάζει τούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν καί ἀποδέχονται τόν ἕνα καί μόνο ἀληθινό Θεό, γιατί «Θεὸς ἄρα τὸ Πνεῦμα, καὶ ἀλλότριον τῆς ἀνωτάτω πασῶν οὐσίας»[22]. Κατά συνέπεια τό κτιστό ἔλλογο ὄν ἀποκτᾶ ἐπίγνωση τῆς ἄκτιστης ἀλήθειας καί γίνεται μέσω αὐτῆς φανερό ὅτι ὁ Θεός δέν ἀνακαλύπτεται ἀλλά ἀποκαλύπτεται στόν ἄνθρωπο, ἡ ὕπαρξη τοῦ ὁποίου φωτίζεται ἀπό τή χάρη τοῦ Πνεύματος.
Τό ἀποκαλυπτικό ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δέν περιορίζεται μόνο στό νά ἀπομακρύνει τίς ἕωλες σκέψεις καί τήν ἀχλύ τῆς ἄγνοιας τῶν ἀνθρώπων σχετικά μέ τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ καί νά φανερώνει τό σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας, ἀλλά ἐπεκτείνεται καί στήν προφητεία γεγονότων τῆς ἱστορίας τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ· «τὰ ἐν ἐσχάτοις καιροῖς συμβησόμεθα τοῖς ἐξ Ἰσραήλ»[23], «τὸ διά φωνῆς Ἱερεμίου πρὸς τήν Ἱερουσαλήμ εὖ μάλα καὶ σοφῶς εἰρημένον «Πόνῳ καὶ μάστιγι παιδευθήσῃ»»[24]. Σύμφωνα μέ τίς προσρήσεις τοῦ προφήτη Ἱερεμία[25], ἡ χώρα τῶν Ἰουδαίων ἐπρόκειτο νά κατακτηθεῖ ἀπό τούς Βαβυλωνίους τό 587 καί τό 597 π.Χ., ὁ λαός της νά σφαγιασθεῖ, ὁ Ναός νά λεηλατηθεῖ καί οἱ ἐπιφανεῖς Ἰουδαῖοι νά συρθοῦν αἰχμάλωτοι στή Βαβυλώνα[26].
Τό Ἅγιο Πνεῦμα παρέχει τή δυνατότητα στούς προφῆτες νά καθίστανται γνῶστες τῶν γεγονότων τοῦ μέλλοντος, τά ὁποῖα νοερῶς διαδραματίζονται ἐνώπιόν τους τή στιγμή τῆς προφητείας: «προαναφαίνων αὐτοῖς διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὰ ἐσόμενα, καὶ ὡς ἤδη παρόντα μονονουχί καὶ ἐν ὄψει τιθείς»[27]. Σημειώνει, λοιπόν, ὁ ἱερός Κύριλλος ὅτι ὁ Δαβίδ γεμάτος μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα προέλεγε μέσα ἀπό τούς ψαλμούς του γιά τό εὐοίωνο μέλλον, τό ὁποῖο ἦταν πρό τῶν πυλῶν, ἄν καί τή συγκεκριμένη χρονική στιγμή ὁ ἰσραηλιτικός λαός βρισκόταν στή δίνη φοβερῶν δυσκολιῶν καί ἦταν δέσμιος ἄσχημων καταστάσεων: «…καὶ γοῦν ὁ μακάριος Δαυίδ τήν ἐπ̉ αὐτοῖς ἐσομένην ἡμερότητα προεγνωκώς διὰ τοῦ Πνεύματος, καὶ μονονουχί τῶν τῆς αἰχμαλωσίας δεσμῶν ἀνιεμένους ὁρῶν, ψάλλει καὶ φησιν· «Εὐδοκήσας Κύριε, τὴν γῆν σου, ἀπέστρεψας τὴν αἰχμαλωσίαν Ἰακώβ. ἀφῆκας τὰς ἀνομίας τῷ λαῷ σου, ἐκάλυψας πάσας τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν» »[28].
Στήν ΠΔ ὁ Θεός τῶν ὅλων[29] ἑνώνεται μέ δεσμούς ἀγάπης μέ ἐκείνους πού ἔχουν δικαιωθεῖ καί ἁγιασθεῖ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Μαρτυρία ἀδιάψευστη ἀποτελοῦν τά λόγια τοῦ προφήτη Ἀββακούμ: «Καί ἐγώ συνεπόδισα τόν Ἐφραῒμ͵ ἀνέλαβον αὐτὸν ἐπὶ τὸν βραχίονά μου͵ ἐξέτεινα αὐτοὺς ἐν δεσμοῖς ἀγαπήσεώς μου. ὁ δέ γε δεσμὸς εἰς τραχήλους ἐνθάδε νοεῖται καὶ τὸ εὐήνιον τῶν ὑποτεθεικότων αὐτῷ τὸν τῆς διανοίας αὐχένα, καὶ τὸν χρηστὸν ἀληθῶς τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν ὑποδεδυκότων ζυγόν»[30].
Ὁ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας ἑρμηνεύοντας τίς συνέπειες τῆς ἀγάπης μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τῶν φορέων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δηλαδή τῶν προφητῶν, ὑπογραμμίζει: «Ἔθος τοῖς ἁγίοις προφήταις τὴν εἰς καρδίαν καὶ νοῦν ἐπιτήρησιν, ἣν ἂν ποιοῖντο τυχόν, προενηχοῦντος αὐτοῖς τοῦ ἁγίου Πνεύματος τῶν ἐσομένων τὴν γνῶσιν, φυλακήν ἀποκαλεῖν ἤγουν ἀκοήν»[31]. Ἡ ἐπίνευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πρός τούς ἀνθρώπους ἐπικεντρώνεται στό νοῦ καί τήν καρδιά τοῦ πιστοῦ. Ἡ ἐπιδαψίλευση τοῦ θείου φωτός λαμπρύνει ὄχι μόνο τό νοῦ τοῦ πιστοῦ ἐν Χριστῷ, ἀλλά φωταγωγεῖ καί δαδουχεῖ καί τήν καρδιά του. Ὁ νοῦς διευρύνεται καί ὀξύνεται μέ τή χάρη τοῦ Πνεύματος καί μπορεῖ νά κατανοεῖ «πάντα» τά τῆς ἀληθείας. Ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου προσοικειώνεται τή φωτιστική ἐνέργεια τοῦ τρίτου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ἔτσι γίνεται δεκτική τῶν δώρων τοῦ Πνεύματος πρός τό ἔλλογο ὄν. Κατά συνέπεια στήν κατάσταση τοῦ πνευματικοῦ φωτισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐνεργό ρόλο ἔχουν τόσο ἡ καρδία ὅσο καί ὁ νοῦς, ὅπου εἶναι τό λίκνον τῶν σκέψεων καί τῶν συναισθημάτων.[32]. Τὸ Πνεῦμα φανερώνει στοὺς ἀνθρώπους κάθε ἐποχῆς μὲ τρόπο ἐμφανῆ ἢ ἀμυδρό, τὶς ἀλήθειες καὶ τὰ μυστήρια πού ἀφοροῦν στὸν Τριαδικό Θεό, τὰ ὁποῖα εἶναι ἕτοιμοι νὰ δεχθοῦν καὶ νὰ κατανοήσουν «κατὰ τὴν ἀναλογίαν τοῦ πλάτους τῆς καρδίας» καί «κατὰ τὴν προπαρασκευήν τῆς καθαρότητος»[33]. Ἔτσι ὁ θεσπέσιος Δαβίδ, ἀκτινοβολώντας ἀπό τό φωτισμό τοῦ Πνεύματος, ἀνέπεμπε μελωδίες πρός τόν Θεό λέγοντας γιά τό Σωτήρα τῆς ἀνθρωπότητας, τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό[34].
Τέλος παρατηρεῖται ὅτι ὁ Ἰσίδωρος κάνει μία πολύ μικρή ἀναφορά στό ἀποκαλυπτικό ἔργο τοῦ Πνεύματος κατά τήν ΠΔ Ἀντίθετα ἡ ἀναφορά τοῦ Κυρίλλου γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα κατά τήν ΠΔ εἶναι ἀρκετά ἱκανοποιητική. Ἐκεῖνο φωτίζει τούς θεοφόρους ἄνδρες τῆς ΠΔ καί τούς φανερώνει τά μέλλοντα. Ταυτόχρονα τό Ἅγιο Πνεῦμα φωτίζει τό Δαβίδ καί τοῦ ἀποκαλύπτει τή θεία ἀλήθεια γιά τόν ἐρχομό τοῦ Μεσσία. Ἐν κατακλείδι, μπορεῖ κάποιος νά συμπεράνει ὅτι ὁ Κύριλλος ἀναφέρεται στόν ἀποκαλυπτικό ρόλο τοῦ Πνεύματος στήν ΠΔ μέσα κυρίως ἀπό τά λόγια τῶν προφητῶν. Ἄλλωστε οἱ τελευταῖοι γίνονται δοχεῖα τοῦ Πνεύματος, μέσω τῶν ὁποίων ἡ Τρίτη Ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτει στούς ἀνθρώπους ὄχι μόνο τό θέλημα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ἀλλά καί ὅσα πρόκειται νά διαδραματιστοῦν στό μέλλον μέχρι τήν ἔλευση τοῦ Σωτήρα. Θά μποροῦσε νά λεχθεῖ ὅτι ἡ δράση τοῦ Πνεύματος κατά τήν ΠΔ ἀποτελεῖ τήν ἔμμεσα δυναμική ἀποκάλυψη τοῦ Πνεύματος στά ἔλλογα ὄντα. Ἡ ἀποκάλυψη αὐτή κατανοεῖται καλύτερα μέσα ἀπό τά γεγονότα τῆς ΚΔ καί κυρίως μετά τήν Πεντηκοστή, ὅπου τό Πνεῦμα εἰσέρχεται φανερά καί μέ δυναμικό τρόπο στήν ἀνθρώπινη ἱστορία.


[1] Κυρίλλου, Κατά Ἰουλιανοῦ, Δ΄, PG 76, 717C.
[2] Τοῦ ἰδίου, Κατά Ἰουλιανοῦ, A΄, SC 322, 2821 (=PG 76, 536A). Πρβλ. Γεν. 1, 2. Ψαλμ. 103 (104), 3 καί Ἠσ. 42, 5.
[3]Βλ. Καλαντζάκη, «Οἱ περί τοῦ Πνεύματος ἀντιλήψεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης», ΕΕΘΣΑΠΘ 2 (1992) 206. G. Barrois, The Face of Christ in the Old Testament, New York 1974, p. 56. Συναφῶς πρβλ. E. Trubetskoi, Icons: Theology in Color, New York 1973, p. 52.
[4] Κυρίλλου, Θησαυρός, ΛΔ΄, PG 75, 584D.
[5]Τοῦ ἰδίου, Περί τῆς ἁγίας καί ζωοποιοῦ Τριάδος – Κεφάλαια περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, PG 75, 1129C. Πρβλ. Ψαλμ. 32 (33), 6. 103 (104), 30. Ἠσ. 48, 16. Ἰουδίθ 16, 14. Πρβλ. Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ, Λόγος 41 – Εἰς τήν Πεντηκοστήν 14, PG 36, 448A: «Τοῦτο τὸ Πνεῦμα συνδημιουργεῖ μὲν Υἱῷ καὶ τὴν κτίσιν καὶ τὴν ἀνάστασιν. Καὶ πειθέτω σε τὸ, Τῷ Λόγῳ Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν, καὶ τῷ Πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτῶν· Πνεῦμά τε θεῖον τὸ ποιῆσάν με».
[6] Κυρίλλου, Γλαφυρά εἰς τήν Γένεσιν, Α-Ζ΄, PG 69, 13-385.
[7]Τοῦ ἰδίου, Εἰς τοὺς 12 προφήτας – Εἰς Ὠσηὲ, Β, 2, Pusey, vol. I, σ. 689-13 (=PG 71, 81D, 84A).
[8] Αὐτόθι, ΙΙΙ, 1, vol. I, σ. 36914 (=PG 73, 405A).
[9] Κυρίλλου, Κατά Ἰουλιανοῦ, A΄, SC 322, 3113 (=PG 76, 537C).
[10] Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας εἶναι ἡ χώρα, τήν ὁποία εἶχε ὑποσχεθεῖ ὁ Θεός στούς Ἑβραίους, ἡ γῆ Χαναάν. Οὐσιαστικά χαρακτηρίζεται ἡ περιοχή πού ἐκτείνεται μεταξύ τῆς Μεσογείου, τῆς Νεκρᾶς Θάλασσας, τοῦ ροῦ τοῦ Ἰορδάνη καί τοῦ Λιβάνου. Κατά τόν Ε΄ αἰώνα π.Χ. τό νότιο τμῆμα τῆς περιοχῆς αὐτῆς ὀνομαζόταν Παλαιστίνη.
[11] Κυρίλλου, Εἰς τόν προφήτην Ἠσαῒαν, V, E΄, PG 70, 1389C.
[12]Τοῦ ἰδίου, Εἰς τοὺς 12 προφήτας –Εἰς Ὠσηὲ, Β΄, 3, Pusey, vol. I, σ. 8525 (=PG 71, 105Β). Σε ἄλλο σημεῖο αὒτοῦ τοῦ ἔργου του χαρακτηριστικά ἀναφέρει «… καὶ ἐνοικοῦντα φέρειν διὰ τοῦ Πνεύματος, οἶκος δὲ αὐτοῦ ὁ νοῦς καθαρός, καὶ καρδία διεσηγμένη» Αὐτόθι, Β΄, 3, σ. 8830 (=PG 71, 109Α).
[13] Κυρίλλου, Εἰς τοὺς 12 προφήτας –Εἰς Ὠσηὲ, ΣΤ΄, 11,. Pusey, vol. I, σ. 23618 (=PG 71, 273ΒC): «Ἐπιτρέχει τῶν ἁγίων Προφητῶν ἔσθ᾽ ὅτε τὸν νοῦν ἀκριβῶς τῶν ἐσομένων ἡ γνῶσις, ἐναστράπτοντος τὸ χρῆμα αὐτοῖς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τοιγάρτοι καὶ μεταξύ τῶν ἰδίων λόγων, ἤτοι τῶν ἄνωθεν καὶ παρά Θεοῦ, τάς τινων ἔσθ᾽ ὅτε προανακεκράγασι φωνὰς…».
[14] Τοῦ ἰδίου, Κατά Ἰουλιανοῦ, A΄, SC 322, 3315-22 (=PG 76, 540ΒC): «ὡς χρὴ συνομολογεῖν ἐν ἁγίᾳ καὶ ὁμοουσίῳ Τριάδι, τὸ τῆς ἀφράστου θεότητος νοεῖσθαι πλήρωμα˙ μεμορφώμεθα δὲ ἡμεῖς πρὸς τὴν ἀληθῆ καὶ ἀκριβεστάτην εἰκόνα τοῦ Πατρὸς, τουτέστι πρὸς τὸν Υἱόν, καὶ ταῖς ἡμετέραις ψυχαῖς τὸ θεῖον αὐτοῦ κάλλος ἐνσημαίνεται διά μετοχῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
[15] Τοῦ ἰδίου, Εἰς Ὠσηὲ, Δ΄, 6, Pusey, vol. I, σ. 13823 (=PG 71, 164C).
[16] Τοῦ ἰδίου, Εἰς Ἰωήλ, Α΄, 1, Pusey, vol. I, σσ. 30227, 3031 (=PG 71, 344D).
[17] Τοῦ ἰδίου, Εἰς Ἠσαῒαν, IV, Δ΄, PG 70, 1089A. Περί τῆς ἔννοιας τοῦ Πνεύματος στήν Π. Δ. βλ. Ν. Μπρατσιώτου, Ἀνθρωπολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, 1: Ὁ ἄνθρωπος ὡς θεῖον δημιούργημα, ἐν Ἀθήναις 1967, σσ. 123 κ.ἑ.
[18] «μεσῖται πρὸς μόνους εἰσίν οἱ προφῆται τοὺς λόγους διαπορθμεύουσι γὰρ εἰς ὑμᾶς ἅπερ ἂν αὐτοῖς ἐντείλωμαι διὰ τοῦ Πνεύματος», Κυρίλλου, Εἰς Ἀμώς, Β΄, 3, Pusey, vol. I, σσ. 42225, 4231-2 (=PG 71, 460Β).
[19] Τοῦ ἰδίου, Εἰς Ἀμώς Δ΄, 9, Pusey, vol. I, σ. 5265–11 (=PG 71, 561C).
[20] Κυρίλλου, Θησαυρός, ΛΕ΄, PG 75, 653AΒ. Πρβλ. Α΄ Κορ. 2, 10-12.
[21] Κυρίλλου, Θησαυρός, ΛΔ΄, PG 75, 580AΒ. Πρβλ. Ἱερ. 23,24.
[22] Κυρίλλου, Θησαυρός, ΛΔ΄, PG 75, 580AΒ.
[23] Τοῦ ἰδίου, Εἰς Ἀββακούμ, Γ΄, 59, Pusey, vol. ΙΙ, σ. 16115 (=PG 71, 937C).
[24] Τοῦ ἰδίου, Εἰς Σοφονίαν, Β΄, 22, Pusey, vol. ΙΙ, σ. 20816-17 (=PG 71, 985Β).
[25] Τοῦ ἰδίου, Γλαφυρά εἰς τούς Ἀριθμούς, PG 69, 604C. Πρβλ. Ἱερ. 4, 31 καί 4, 1.
[26] Τό 587 π.Χ. ἡ καταστροφή ἀπό τούς Βαβυλωνίους ἦταν ὁλοκληρωτική. Ἡ Ἱερουσαλήμ παραδόθηκε στίς φλόγες καί ἄρχισε ἡ περίοδος τῆς βαβυλώνιας αἰχμαλωσίας «Κατατεθηγμένος τοίνυν ἐπ᾽ αὐτοὺς ὁ πάντα ἰσχύων Θεὸς, κατεξανέστησε τὸν Ναβουχοδονόσορ, ὃς εἷλέ τε τὴν Ἰουδαίαν, καὶ κατεμπρήσας τὰς ἐν αὐτῇ πόλεις τε καὶ κώμας προσκατέστησε τὸν Σεδεκίαν. … ὁ Ἀσσύριος κατεστράτευσε πάλιν τῆς Ἱερουσαλήμ· καὶ δὴ καὶ ἑλὼν, καὶ αὐτὸν δὲ τὸν θεῖον κατεμπρήσας ναὸν, ὑπενόστησε εἰς τὴν ἑαυτοῦ», Κυρίλλου, Εἰς Ἠσαΐαν, ΙΙΙ, Β΄, PG 70, 669D.
[27] Τοῦ ἰδίου, Εἰς Ἀββακούμ, Α, 1, Pusey, vol. ΙΙ, σ. 7015-17 (=PG 71, 848Α). Πρβλ. τοῦ ἰδίου, Εἰς Μαλαχίαν, Α, 1, Pusey, vol. ΙΙ, σ. 5488-15 (=PG 72, 280C): «ἐδέχοντο γὰρ οἱ μακάριοι προφῆται διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τῶν ἐσομένων τὴν γνῶσιν, τάς τε συμβουλὰς καὶ μὴν καὶ τὰς ἐπιπλήξεις ἐποιοῦντο πρός τινας, οὐκ ἐξ ἰδίας αὐτοὶ καρδίας, οὓς ἂν ἕλοιντο τυχὸν ἀνασπῶντες λόγους, ἢ ψευδοεποῦντες κατά τινας, διερμηνεύοντες δὲ τὰ παρὰ Θεοῦ, καὶ τοὺς ἄνωθεν τοῖς ἄλλοις καθαρῶς τε καὶ ἀμωμήτως διαπορθμεύοντες λόγους. Οὐκοῦν τῆς προφητείας τὴν λῆψιν γενέσθαι φησὶ παρὰ Κυρίου».
[28] Τοῦ ἰδίου, Εἰς Ἀββακούμ, Α, 13, Pusey, vol. ΙΙ, σσ. 8423-25, 851-3 (=PG 71, 861C).
[29]Πρβλ. τοῦ ἰδίου, Εἰς τὴν πρὸς Ρωμαίους, Pusey, vol. ΙΙΙ, σ. 23715 (=PG 74, 844C). Τοῦ ἰδίου, Γλαφυρά εἰς τήν Ἔξοδον, Β΄, PG 69, 420Α, 468C. Τοῦ ἰδίου, Εἰς τούς Ψαλμούς, (Ψαλμ. ΜΖ, ±Δ ,      ΡΙΔ)  ,    PG 69, 1064Α, 1241D, 1269Β. Τοῦ ἰδίου, Εἰς Ἠσαῒαν, IV΄, Γ΄, PG 70, 977Β καί PG 70, 1013Β. Τοῦ ἰδίου, Ἑόρτιος ‘Επιστολή, XIV, SC 434, 71715-16 (=PG 77, 717Β). κ.ἄ.
[30] Κυρίλλου, Εἰς Ἀββακούμ, Γ΄, 55, Pusey, vol. ΙΙ, σ. 1563-5 (=PG 71, 933Α).
[31] Αὐτόθι, Γ΄, 59, Pusey, vol. ΙΙ, σ. 16022-25 (=PG 71, 937Β). Πρβλ. Ἀββ. 2, 1.
[32] Κυρίλλου, Εἰς Ἰωάννην, ΧΙ, Α΄, Pusey, vol. II, σ. 6451-7 (=PG 74, 460BC): «…τῇ τοῦ Πνεύματος δᾳδουχίᾳ λελαμπρυσμένοι τὸν νοῦν, πάντα λοιπὸν δύνωνται νοεῖν, καὶ εἰ μὴ παρόντα τυχὸν διερωτῷεν αὐτὸ (=τόν Κύριον). Οὐ γάρ ὅτι δεήσονται μὲν οὐκέτι φωταγωγίας τῆς παρ̉ αὐτοῦ τὰ τοιαῦτά φησιν ὁ Σωτήρ, ἀλλ̉  ὅτι τὸ ἴδιον αὐτοῦ δεξάμενοι Πνεῦμα, καὶ ἐνοικοῦν ἔχοντες ἐν καρδίαις, ἀπροσδεᾶ παντὸς ἀγαθοῦ καὶ γνώσεως τῆς τελειωτάτης ἀνάπλεων τὴν διάνοιαν ἕξουσι». Τοῦ ἰδίου, Εἰς Σοφονίαν Α΄, 1, Pusey, vol. ΙΙ, σ. 1682-6 (=PG 71, 945Α): «ἀλλ᾽ ἦν ἀληθῶς προφήτης, τοὺς ἐκ στόματος Κυρίου διαπορθμένων λόγος, καὶ Ἁγίου μὲν ἀναπιμπλάμενος Πνεύματος, ἀναβρύων δὲ ὥσπερ πηγῆς ἀγαθῆς τῆς καρδίας αὐτά τά ἀγαθά: «ψευδηγορεῖν γάρ οὐκ οἶδε τῶν ἁγίων ἡ γλῶττα»». Τοῦ ἰδίου, Εἰς Ἠσαῒαν Ι, Α΄, PG 70,13BC καί τοῦ ἰδίου, Εἰς Ὠσηέ, III, Δ΄, Pusey, vol. Ι, σ. 9226-29 (=PG 71, 113Α).
[33] Τοῦ ἰδίου., Εἰς τούς Ψαλμούς, PG 69, 1032B. Πρβλ. Ψαλμ. 44.
[34] Κυρίλλου, Εἰς Ἠσαῒαν, V, B΄, PG 70, 1217C.

http://www.enromiosini.gr/arthrografia/%CF%84%CE%BF-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%85%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF-%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%BD%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1/

Σάββατο 21 Ιουλίου 2012

Ἡ θεολογία τῶν διηγήσεων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης περί τοῦ Προφήτου Ἠλία. Μητροπολίτης Γόρτυνος Ἰερεμίας


Ἡ θεολογία τῶν διηγήσεων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης περί τοῦ Προφήτου Ἠλία

Μητροπολίτης Γόρτυνος Ἰερεμίας
 
 Kατά πρῶτον εὐχαριστῶ τόν Ποιμενάρχην τῆς ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, τόν Παναγιώτατον Μητροπολίτην Κύριον Κύριον Ἄνθιμον, διότι μοῦ παρέσχε τήν ἄδεια νά ἔλθω στήν Ἱερά Του Μητρόπολη, διά νά μετάσχω στό θεολογικό αὐτό Συνέδριο, τό ἀφιερωμένο στήν μεγάλη προσωπικότητα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τόν προφήτη Ἠλία· ἔπειτα δέ εὐχαριστῶ καί τήν ἐπιτροπή τοῦ Συνεδρίου, διότι προσεκάλεσε καί τήν ταπεινότητά μου διά νά ὁμιλήσει εἰς αὐτό.

Πρόλογος

Ἐπειδή ὁ χρόνος τῆς ὁμιλίας εἶναι σύντομος, εἰσέρχομαι κατ᾽ εὐθεῖαν εἰς τό θέμα, στήν παρουσίαση τῆς μεγάλης μορφῆς τοῦ προφήτου Ἠλία ἀπό τίς σχετικές διηγήσεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τίς ἀφιερωμένες σ᾽ αὐτόν. Εἶναι ἀνάγκη ὅμως, ἔστω καί μέ γοργότητα, νά πῶ μερικά προλογικά διαζωγραφίζοντας πρῶτα τό χρονολογικό πλαίσιο στό ὁποῖο ἐμφανίστηκε καί ἔδρασε ὁ προφήτης.
Ἄς ἀρχίσω τό θέμα ἀπό τήν ἀρχή μέ σύντομο λόγο: Ὅταν οἱ Ἰσραηλῖτες, ἐρχόμενοι ἀπό τήν ἔρημο, εἰσέβαλαν στήν γῆ Χαναάν, βρῆκαν σ᾽ αὐτήν ἀνώτερο μέν πολιτισμό, πού δέν ἐγνώριζαν, ἀλλά μαζί μέ τόν πολιτισμό γνώρισαν καί τήν θρησκεία τῶν Χαναναίων, ἡ ὁποία ἦταν πολυθεϊστική καί ὀργιαστική. Καί ὅπως οἱ Ἰσραηλῖτες μέ τήν ἀνάμειξή τους μέ τούς Χαναναίους ἔλαβαν τά ἀγαθά τοῦ πολιτισμοῦ τους, ἔτσι ἔλαβαν κατ᾽ ἀρχάς μέν τόν τρόπο λατρείας τῶν Χαναναίων, ἔπειτα δέ προχώρησαν ἀκόμη περισσότερο καί ἀνέμειξαν καί αὐτήν τήν λατρεία τοῦ Θεοῦ τους Γιαχβέ μέ τήν λατρεία τοῦ Βάαλ καί τῶν ἄλλων χαναανιτικῶν θεοτήτων.

Ἔτσι λοιπόν δημιουργήθηκε στόν λαό τοῦ Ἰσραήλ ἕνας τύπος λατρείας τοῦ Γιαχβέ μέ χαναανιτικά στοιχεῖα, τά ὁποῖα καί συνεχῶς ἐπληθύνοντο. Δημιουργήθηκε δηλαδή σ᾽ αὐτόν μιά θρησκεία ἐντελῶς ξένη ἀπό τήν καθαρή μωσαϊκή θρησκεία, πού εἶχε λάβει ὁ Μωυσῆς στό Σινᾶ καί ἔδωσε στόν λαό. Ἄς ὀνομάσουμε αὐτόν τόν τύπο τῆς θρησκείας «λαϊκή θρησκεία».
Ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς πτώσης τῆς θρησκείας δημιουργήθηκε ζωηρή ἀντίδραση ἀπό τούς κύκλους τῶν προφητῶν, τήν ἐμφάνιση τῶν ὁποίων – κατά παρέκβαση λέγω –πρέπει νά τήν ἀποδώσουμε πολύ ἀρχαιότερον τῆς ἐποχῆς τοῦ Σαμουήλ.
Ὡς ἀντίδραση κατά τοῦ κακοῦ τῆς πτώσεως τῆς μωσαϊκῆς θρησκείας πρέπει νά χαρακτηρίσουμε καί τήν ἐνέργεια τοῦ Σαμουήλ γιά τήν ἀνάδειξη βασιλέως στό Ἰσραήλ, γιατί μέ τήν πράξη του αὐτή ὁ Σαμουήλ ἤθελε νά συσπειρώσει τόν λαό ὡς ἔθνος μέ ἰδικό του ἄρχοντα καί ἀσφαλῶς μέ ἰδική του θρησκεία, τήν θρησκεία τοῦ Γιαχβέ, ὥστε νά διαχωρίζεται ἀπό τά γείτονα εἰδωλολατρικά ἔθνη. Οἱ βασιλεῖς τοῦ Ἰσραήλ, παρά τήν καλή τους στήν ἀρχή πρόθεση νά κρατήσουν στήν χώρα καθαρή τήν θρησκεία τοῦ Γιαχβέ, ὅμως εἶδαν ἀπό τά πράγματα ὅτι δέν μποροῦν νά ἀντισταθοῦν στό ἰσχυρό ρεῦμα τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε κλίνει ἐντελῶς πρός τήν χαναανιτική θρησκεία.

Γι᾽ αὐτό καί δημιούργησαν ἕναν ἄλλο τύπο θρησκείας, τόν ὁποῖο καί ἐκπροσωποῦσαν, τήν λεγομένη «θρησκεία τῶν ἐπισήμων». Ὁ τύπος αὐτός ἦταν κάτι τό μέσον μεταξύ τῆς μωσαϊκῆς καί τῆς λαϊκῆς θρησκείας, μέ ἀπόκλιση πρός τήν μωσαϊκή θρησκεία.
Ἀλλά ὅσο παρήρχοντο τά ἔτη οἱ βασιλεῖς τοῦ Ἰσραήλ, ὅπως καί τοῦ Ἰούδα, ἔκλιναν ὁριστικῶς πρός τήν «λαϊκή θρησκεία», ἡ ὁποία καί αὐτή συνεχῶς ἐκχαναανίζετο.
Ἐν τῷ μεταξύ δυνατοί ἦσαν καί οἱ ἀγῶνες τῶν προφητῶν γιά νά ἐπαναφέρουν στόν λαό τήν καθαρή θρησκεία τοῦ Γιαχβέ. Καί στούς ἀγῶνες τους αὐτούς οἱ διάφοροι κύκλοι τῶν προφητῶν δέν ἐδίσταζαν νά ἀναμειχθοῦν καί σέ κινήματα γιά τήν ἐκδίωξη ἀπό τόν θρόνο ἀσεβῶν βασιλέων καί τήν ἀναβίβαση στόν θρόνο ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἐφαίνοντο ὅτι ἦταν ὀπαδοί τῆς καθαρᾶς μωσαϊκῆς θρησκείας.

Ὁ προφήτης Ἠλίας γενικῶς

Τόν 9ο αἰώνα, κατά τά ἔτη 875-854 π.Χ., στό βόρειο Ἰσραηλιτικό κράτος ἔχουμε βασιλέα τόν Ἀχαάβ, ὁ ὁποῖος στήν θρησκευτική του πολιτική ταυτίστηκε μέ τήν λαϊκή χαναανιτική θρησκεία. Στά χρόνια μάλιστα τοῦ βασιλέως αὐτοῦ ἡ λαϊκή θρησκεία ἐκχαναανίστηκε ἀκόμη περισσότερο καί τό ρεῦμα τοῦ συγκρητισμοῦ ἔγινε ἀκόμη ἰσχυρότερο, γιατί ὁ βασιλεύς Ἀχαάβ γιά πολιτικούς σκοπούς νυμφεύθηκε τήν θυγατέρα τοῦ βασιλέως τῶν Φοινίκων Ἐθβάαλ, τήν Ἰεζάβελ, καί χάριν αὐτῆς ἵδρυσε στήν πρωτεύουσα Σαμάρεια ναό τοῦ Βάαλ τῆς Τύρου, μεγάλων διαστάσεων ναό (Δ´ Βασ. 10,19 ἑξ.) μέ τό ἀναγκαῖο βέβαια θυσιαστήριο σ᾽ αὐτόν (Γ´ Βασ. 16,32).

Ἡ ἐπίσημη θρησκεία τοῦ ἔθνους, πού πρῶτα ἔκλινε πρός τήν μωσαϊκή, τώρα ἔλαβε πιά καθαρά τόν τύπο τῆς λαϊκῆς θρησκείας καί ἐνίσχυε μάλιστα αὐτήν.
 Σ᾽ αὐτήν τήν φοβερή ἀπό θρησκευτική ἄποψη ἐποχή τῆς μεγάλης ἀποστασίας τοῦ Ἰσραήλ ἀπό τόν Θεό παρουσιάζεται μία μεγάλη θρησκευτική προσωπικότητα, ὁ προφήτης Ἠλίας, καταγόμενος ἀπό τήν Θεσβών τῆς Γιλεάδ, χώρα πέραν τοῦ Ἰορδάνου.
Ὁ προφήτης αὐτός ἀνέλαβε σκληρό καί ἐπίμονο ἀγώνα γιά νά διαχωρίσει τόν Γιαχβέ ἀπό τόν μή ὑπάρχοντα Βάαλ καί νά ἀπαλλάξει τόν Ἰσραήλ ἀπό τόν φοβερό τότε συγκρητισμό.
 Τήν λατρεία τοῦ Γιαχβέ καί τοῦ Βάαλ συγχρόνως ὁ Ἠλίας ἐθεώρει ὡς ἀκατανόητη. Τήν ψυχή του κατέκαιε ὁ ζῆλος του γιά τόν Γιαχβέ, ζοῦσε δέ καί ἀσκητική ζωή, γι᾽ αὐτό καί φοροῦσε σάκκο καί ζώνη δερματίνη περί τήν ὀσφύν του καί ἔτρεφε μακρά κόμη (Δ´ Βασ. 1,8).
Ἡ πύρινη μορφή του διατηρήθηκε στήν ἰσραηλιτική παράδοση. Ἔτσι στόν προφήτη Μαλαχία (4,4) διαβάζουμε γιά τήν ἔλευση τοῦ προφήτου αὐτοῦ πρίν ἀπό τήν μεγάλη ἡμέρα τῆς ἐπιφανείας τοῦ Κυρίου καί τήν παράδοση μάλιστα αὐτήν τήν βρίσκουμε καί στήν Καινή Διαθήκη (Ματθ. 11,14. 17,10. Λουκ. 1,17. Ἰωάν. 1,21.25). Κατά δέ τήν σκηνή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ μαζί μέ τόν Μωυσέα ἐμφανίζεται καί ὁ προφήτης Ἠλίας (Ματθ. 17,3).

Οἱ διηγήσεις περί τοῦ προφήτου Ἠλία

Γιά τόν προφήτη Ἠλία ἔχουμε πέντε αὐτοτελεῖς διηγήσεις. Τό ὕφος τῶν διηγήσεων αὐτῶν μαρτυρεῖ καθαρά ὅτι προέρχονται ἀπό τόν λαό, ὅτι εἶναι λαϊκές στοματικές παραδόσεις. Στήν Παλαιά Διαθήκη καί μάλιστα στό βιβλίο τῆς Γενέσεως ἀπαντοῦν πολλές λαϊκές διηγήσεις.
 Φέρουν δέ οἱ διηγήσεις αὐτές αὐτά τά τρία χαρακτηριστικά: Εἶναι ἁπλές, διπλές καί αὐτοτελεῖς. Εἶναι ἁπλές καί διπλές, γιατί προέρχονται ἀπό τόν λαό, ὁ ὁποῖος μέ ἁπλότητα ἐκφράζει ἕνα συμβάν καί μάλιστα τό ποικίλλει, γι᾽ αὐτό καί εἶναι διπλές, ἀκόμη δέ καί τριπλές, οἱ διηγήσεις αὐτές.
Καί εἶναι καί αὐτοτελεῖς οἱ προφορικές βιβλικές διηγήσεις, γιατί εἶναι ἀπαρτισμένες μέ πρόλογο καί κατακλεῖδα καί, ἄν τίς ἀποκόψουμε ἀπό τό ὅλο τμῆμα τῆς Βίβλου, ὅπου εὑρίσκονται, συνδέεται ἡ πρίν ἀπό αὐτές καί μετά ἀπό αὐτές βιβλική περικοπή.
Οἱ διηγήσεις μας λοιπόν γιά τόν προφήτη Ἠλία εἶναι στοματικές παραδόσεις, ἀναφερόμενες σέ διάφορα περιστατικά τῆς ζωῆς του καί αὐτό ἑρμηνεύεται ἀπό τό ὅτι ὁ λαός δέν ἔχει τήν δύναμη νά συγκρατήσει τήν διδασκαλία ἑνός προφήτου, ἀλλά συγκρατεῖ περισσότερο συμβάντα τῆς ζωῆς του καί θαύματά του. Θά παραθέσω μέ πολλή συντομία τίς πέντε διηγήσεις τίς ἀναφερόμενες στόν προφήτη μας, σχολιάζοντας αὐτές ὅπου εἶναι δυνατόν.

Ἡ πρώτη διήγηση περί τοῦ προφήτου Ἠλία

Κατά τήν πρώτη διήγηση (Γ´ Βασ. κεφ. 17-18) ὁ Ἠλίας παρουσιάζεται στόν βασιλέα Ἀχαάβ καί τοῦ προαναγγέλλει μεγάλη ἀνομβρία, ὡς τιμωρία γιά τήν ἀποστασία ἀπό τόν Θεό. Ἡ ἀνομβρία αὐτή εἶναι ἱστορικό γεγονός καί μαρτυρεῖται καί ἀπό τόν Μένανδρο (βλ. Ἰωσ., Ἀρχ. 8,324).
 Μέ τήν ἔναρξη τοῦ λιμοῦ ὁ προφήτης, κατά διαταγή τοῦ Θεοῦ, πηγαίνει νά κρυφτεῖ στόν χείμαρρο Κερείθ, ἀνατολικά τοῦ Ἰορδάνου, ὅπου τόν διατρέφει ἕνας κόρακας. Ἀλλά θά ρωτήσουμε μαζί μέ τόν Χρυσόστομο: Πῶς καταδέχεται ὁ προφήτης τοῦ Θεοῦ νά τρέφεται ἀπό ἀκάθαρτο ζῶο; Διότι ὁ κόρακας κατά τόν νόμο τοῦ Μωυσέως εἶναι ἀκάθαρτος (Λευιτ. 11,16).
Καί ἄρα ὁ τρεφόμενος ἀπό ἀκάθαρτο γίνεται καί αὐτός ἀκάθαρτος. Ἐδῶ φαίνεται καθαρά ὅτι ὁ νόμος δέν εἶναι ἀλήθεια, ἀλλά σκιά. Φαίνεται ὅτι ὁ νόμος ἀνατρέπει τόν νόμο. Καί ὅπως λέγει χαριτωμένα ὁ Χρυσόστομος «οὔτε τό στάσιμον οὔτε τό ὄρθιον εἶχε»!
Γιατί; «Οὐ γάρ ἦν ἀλήθεια, ἀλλά σκιά». Ὁ προφήτης Ἠλίας ἔτρωγε τήν τροφή τοῦ κόρακος «οὐδέν ἀκάθαρτον τῶν ὑπό Κυρίου κτισθέντων νομίζων» (MPG 50,730)! Tό ὅτι δέ ὁ Ἠλίας ἔφυγε ἀπό τό κέντρο τοῦ Ἰσραήλ γιά νά κρυβεῖ στόν χείμαρρο Κερείθ, αὐτό μαρτυρεῖ διένεξη καί καταδίωξη τοῦ βασιλέως Ἀχαάβ ἤ τῆς βασιλίσσης Ἰεζάβελ κατά τοῦ προφήτου.
Τά ὕδατα τοῦ χειμάρρου στέρεψαν καί ὁ Ἠλίας, πάλι κατά διαταγή τοῦ Θεοῦ, πορεύεται στήν πόλη Σαρεπτά, στόν νότο τῆς Σιδῶνος, ὅπου τόν φιλοξενεῖ μία χήρα γυναίκα στόν οἶκο της, ὅπου πολλαπλασιάζει τό ἀλεύρι καί τό ἔλαιον καί ἀνασταίνει τόν θανόντα υἱό της.
 Ἀλλά τί θέλει ὁ προφήτης ἐκεῖ στήν Σιδώνα, τόσο μακρυά ἀπό τό Ἰσραήλ; Νομίζω ὅτι ἐδῶ πρέπει νά δοῦμε τήν πίστη τῶν προφητῶν στήν παγκοσμιότητα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἰσραήλ καί στά χρόνια γιά τά ὁποῖα ὁμιλοῦμε, ἀλλά περισσότερο στά μετέπειτα χρόνια, ἔκλεινε τόν Θεό σέ στενά καί περιορισμένα ὅρια, τῆς Παλαιστίνης μόνον τά ὅρια, γιατί ἐθεώρει τόν Γιαχβέ ὡς τοῦ Ἰσραήλ μόνον Θεό.
Ἀλλά βλέπουμε ἤδη ἐπί προφήτου Ἠλία ἀγώνα τῶν προφητῶν νά παρουσιάσουν τόν Θεό ὡς παγκόσμιο, γιατί ἤθελαν νά διασώσουν τήν ἔννοια τῆς παγκοσμιότητας τοῦ Θεοῦ.
 Γιατί εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ ἔννοια τῆς παγκοσμιότητας τοῦ Θεοῦ ἔσωσε τήν Ἰσραηλιτική θρησκεία, ἐπειδή ἡ πίστη ὅτι ὁ Θεός εἶναι Θεός τοῦ Ἰσραήλ μόνον, ἐσήμαινε ὅτι τοῦ Ἰσραήλ καταστρεφομένου, ἐχάνετο καί ἡ ἔννοια τοῦ Γιαχβέ.
 Μέ τό κήρυγμα ὅμως τῶν προφητῶν περί παγκοσμιότητας τοῦ Θεοῦ, καταστρεφομένου τοῦ Ἰσραήλ, δέν ἐσήμαινε αὐτό ὅτι συγκαταστρέφεται καί ὁ Γιαχβέ, γιατί ὁ Γιαχβέ εἶναι Θεός παγ- κόσμιος. Ἡ ἔννοια τῆς παγκοσμιότητος τοῦ Θεοῦ ἀναφαίνεται ζωηρά καί ὡραῖα στό βιβλίο τοῦ προφήτου Ἰωνᾶ. Ὡς πορεία λοιπόν πρός τά ἔθνη πρέπει νά δοῦμε τόν ἐρχομό τοῦ Ἠλία στά Σαρεπτά τῆς Σιδωνίας, γιά νά γευθεῖ ἐκεῖ μακρυά τόν παγκόσμιο Θεό του, διότι, ὅπως δέχεται καί ὁ Χρυσόστομος, παγκόσμιος ἦταν ὁ λιμός, γι᾽ αὐτό καί τόν ὀνομάζει «οἰκουμενικόν ναυάγιον» (MPG 50,729).
 Κατά τό τρίτο ἔτος τοῦ λιμοῦ ὁ προφήτης διατάσσεται ἀπό τόν Θεό νά παρουσιαστεῖ στόν βασιλέα Ἀχαάβ. Ἡ συνάντηση τῶν δύο ἀνδρῶν ὑπῆρξε ὁρμητική καί ἀπό τίς δύο πλευρές. Ταραγμένος ὁ βασιλεύς γιά τόν συμβάντα λιμό καί θεωρῶν ὑπαίτιον αὐτοῦ τόν Ἠλία, τοῦ εἶπε, ὅταν τόν εἶδε ἐνώπιόν του: «Καταστροφέα τοῦ Ἰσραήλ»!
Ἀλλά ὁ προφήτης Ἠλίας, πιστεύων τόν βασιλέα ὡς ὑπεύθυνον γιά τόν συμβάντα λιμό καί ἀνταποδίδων τά ἴσα, τόν ἀπεκάλεσε «διαφθορέα τοῦ Ἰσραήλ»! Τό ζήτημα πού ἀπασχολεῖ εἶναι τό ποιός εἶναι ὁ Θεός, ὁ Γιαχβέ ἤ ὁ Βάαλ; Γι᾽ αὐτό καί ὁ προφήτης Ἠλίας προτείνει τό ζήτημα αὐτό νά λυθεῖ διά θαύματος ἐπί τῆς κορυφῆς τοῦ ὄρους Καρμήλου.
Ἐγείρονται ἐκεῖ δύο θυσιαστήρια, τοῦ Βάαλ καί τοῦ Γιαχβέ. Σέ ὅποιο θυσιαστήριο πέσει φωτιά ἀπό τόν οὐρανό καί καταφάγει τά ἐπάνω αὐτῶν θύματα, ἐκείνου ὁ Θεός εἶναι ἀληθινός. Προσεύχονται οἱ ἱερεῖς τοῦ Βάαλ ἀπό τό πρωί μέχρι τό ἀπόγευμα, ἐπικαλοῦνται τό ὄνομά του, φωνάζουν, κάνουν ἐντομές στό σῶμα τους, γιά νά λυπηθεῖ ὁ Βάαλ τό χυνόμενο αἷμα τους, ἀλλά εἰς μάτην.
Δέν πίπτει πῦρ ἐξ οὐρανοῦ, διότι δέν ὑπῆρχε Βάαλ!... Τώρα θά πάρει τόν λόγο ὁ Ἠλίας, ἀλλά πρῶτα θά χύσει πολύ νερό στήν βάση τοῦ θυσιαστηρίου, γιά νά μή νομίσουν, ὅπως ἑρμηνεύει ὁ Χρυσόστομος (MPG 50,733), ὅτι εἶχε φωτιά ὁ προφήτης κάτω ἀπό τό θυσιαστήριο, ὅπως ἔκαναν οἱ εἰδωλολάτρες, καί ἀνεπήδησε λοιπόν φυσική φλόγα ἀπό ἐκεῖ.
Προσευχήθηκε ἔπειτα ὁ προφήτης Ἠλίας καί τότε κατέπεσε πῦρ ἐξ οὐρανοῦ στό θυσιαστήριο πού ἔστησε αὐτός, ὁ δέ λαός μέ ἐνθουσιασμό ἐφώναξε: «Ὁ Γιαχβέ εἶναι ὁ Θεός»! Καί στόν ἐνθουσιασμό του ὁ Ἠλίας συνέλαβε τούς ἱερεῖς καί τούς προφῆτες τοῦ Βάαλ καί τούς ἐφόνευσε παρά τόν χείμαρρο Κισών. Τό θαῦμα αὐτό τοῦ προφήτου στό Κάρμηλο ὄρος χρησιμοποιήθηκε ἀπό τούς λειτουργιολόγους ὅτι προτυπώνει τό ἱερό Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος. Μέ τό θαῦμα αὐτό ὁ προφήτης Ἠλίας ἔβαλε φωτιά στό νερό! Καί κατά τό ἱερό Βάπτισμα ὁ ἱερεύς δέεται μέ εἰδικές εὐχές νά στείλει ὁ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ τό Ἅγιό Του Πνεῦμα στό ὕδωρ τῆς κολυμβήθρας καί νά δώσει σ᾽ αὐτό τήν ἀναγεννητική Χάρη. Τό Ἅγιο Πνεῦμα ὅμως ἦλθε ὡς πῦρ ἐξ οὐρανοῦ.
Ἔτσι τό θαῦμα τοῦ προφήτου Ἠλία στό Κάρμηλο ὄρος θεωρεῖται ὡς προτύπωση τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος. Ἀπό τήν ὅλη πρώτη διήγηση ἀναδεικνύεται ἡ ἰσχυρή θρησκευτική προσωπικότητα τοῦ προφήτου Ἠλία. Παρουσιάζεται ἰσχυρός πρός τόν βασιλέα, τόν ὁποῖο ἄνευ φόβου καταγγέλλει ὡς «διαφθορέα τοῦ Ἰσραήλ», ὡς αἴτιον ἀποστασίας τοῦ λαοῦ ἀπό τόν Θεό.
 Ὁμοίως ὁ προφήτης παρουσιάζεται ὁπλισμένος μέ ὑπερφυσική δύναμη καί φέρνει μέ τήν\προσευχή του πῦρ ἐξ οὐρανοῦ στή γῆ. Παρουσιάζεται ὡς μεγάλος θαυματουργός, γιατί πολλαπλασιάζει τό λάδι καί τό ἀλεύρι τῆς χήρας καί ἀνασταίνει τό νεκρό παιδί της. Τί ἔγινε μετά τήν αἱματηρή σκηνή τοῦ Καρμήλου δέν γνωρίζουμε γιατί ἡ διήγηση σταματᾶ ἀπότομα. Ἀπό τήν δευτέρα ὅμως διήγηση περί τοῦ προφήτου μας μποροῦμε νά συμπληρώσουμε τό κενό.

Ἡ δευτέρα διήγηση περί τοῦ προφήτου Ἠλία

Ἡ δευτέρα διήγηση, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς Γ´ Βασ. κεφ. 18-19, παρουσιάζει τόν προφήτη μας νά πορεύεται, μακράν ἀπό τό βασίλειο τοῦ Ἰσραήλ, πρός τήν νοτιωτέρα πόλη τῆς Παλαιστίνη Βεερσεβά, ἐνῶ ὁ ἴδιος εἶναι κατάκοπος καί συντετριμμένος ψυχικά.
Ὁ πόνος του εἶναι ὅτι στό Ἰσραήλ κυριαρχεῖ ὁ Βάαλ, ὅτι τά ἱερά τοῦ Γιαχβέ εἶναι ἐρειπωμένα καί ὅτι οἱ προφῆτες Του καταδιώκονται. Κατάκοπος ἀπό τήν ὁδοιπορία καί ψυχικά ἐξαντλημένος ξαπλώνει κάτω ἀπό τήν σκιά ἑνός θάμνου.
Ἐκεῖ ἐξαπλωμένος λέγει τόν πόνο του στόν Θεό: «Ἀρκετά, Θεέ, πάρε τήν ψυχή μου, γιατί δέν εἶμαι ἰσχυρότερος τῶν Πατέρων μου» (Γ´ Βασ. 19,4). Ἕνας ἄγγελος τοῦ Κυρίου τόν ἐγείρει καί τόν διατάσσει νά φάγει καί νά πιεῖ, γιατί ἡ ὁδός του εἶναι ἀκόμη μακρά.
Ἀπό τήν τροφή ἐκείνη ἐνισχύεται ὁ προφήτης καί πορεύεται μόνος του διά τῆς ἐρήμου πρός τό Χωρήβ, τό ὄρος ἐκεῖνο μέ τό ὁποῖο συνεδέοντο οἱ ἀρχαῖες μωσαϊκές παραδόσεις καί στό ὁποῖο εἶχε ἀποκαλυφθεῖ τότε ὁ Γιαχβέ.
Ἡ πορεία πρός τό Χωρήβ εἶναι πορεία ἀπελπισμένου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ζητεῖ, σάν ἄλλος Μωυσῆς, νά συναντήσει τόν Γιαχβέ, γιά νά τοῦ πεῖ τόν πόνο του, γιά νά λάβει ἐνίσχυση καί παρηγορία. Φθάνοντας λοιπόν στό ὄρος Χωρήβ ὁ Μωυσῆς εἰσέρχεται σέ ἕνα σπήλαιο καί ἀναμένει τήν ἐμφάνιση τοῦ Θεοῦ.
 Ἐκσπᾶ μία τρομερή θύελλα, ἀλλά ὁ προφήτης πληροφορεῖται ὅτι «δέν εἶναι στήν θύελλα ὁ Θεός». Ἀκολουθεῖ ἕνας τρομερός σεισμός, ἀλλά καί πάλι ὁ προφήτης πληροφορεῖται ὅτι «δέν εἶναι στόν σεισμό ὁ Θεός». Πῦρ ἔπειτα παρουσιάζεται γιά νά ἀκούσει ὁ προφήτης μας πάλι τό ἴδιο, ὅτι «δέν εἶναι στό πῦρ ὁ Θεός».
Τέλος, μία ἐλαφρά αὔρα ἔπνευσε στό Χωρήβ καί πληροφορεῖται ὁ προφήτης τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στήν αὔρα. Ὅταν τό ἄκουσε αὐτό ὁ προφήτης Ἠλίας, ἐκάλυψε τό πρόσωπό του καί στήν ἐρώτηση τοῦ Θεοῦ «τί ζητεῖς ἐδῶ Ἠλία;», ὁ προφήτης ἔσπευσε νά χύσει ὅλο τόν πόνο τῆς καρδιᾶς του καί εἶπε στόν Θεό: «Καίομαι, Γιαχβέ, Θεέ Σαβαώθ, ἀπό τόν ζῆλο σου, διότι οἱ Ἰσραηλῖτες Σέ ἐγκατέλειψαν, τά θυσιαστήριά σου τά συνέτριψαν καί φόνευσαν τούς προφῆτες σου μέ τό ξίφος· ἐγώ δέ μόνος παρέμεινα καί αὐτοί ζητοῦν τήν ψυχή μου» (Γ´ Βασ. 19,14).
Ὁ Θεός, ἀπαντώντας στόν πόνο τοῦ προφήτου, ἐπαγγέλλεται νά τιμωρήσει τούς ἐχθρούς του. Ἡ τιμωρία αὐτή τῶν ἐχθρῶν ἔγινε ἔξωθεν, γιατί ἐκ τῶν ἔσω, ἐκ τοῦ ἰδίου δηλαδή τοῦ Ἰσραήλ, δέν ἦταν δυνατόν νά γίνει, ἀφοῦ, ὅπως τό εἶπε ὁ προφήτης στήν προσευχή του, ὁ λαός εἶχε ἀποστατήσει. Ὁ Θεός διατάσσει τόν προφήτη Ἠλία νά πορευθεῖ καί νά χρίσει τόν Ἀζαήλ ὡς βασιλέα τῶν Ἀραμαίων, τόν Ἰού ὡς βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ καί τόν Ἐλισσαῖο ὡς προφήτη.
Ἔτσι τελειώνει ἡ ὅλη διήγηση. Ὁ Ἀζαήλ ἐπέρχεται νικηφόρος κατά τοῦ Ἰσραήλ (Δ´ Βασ. 10,32) καί ὁ Ἰού, μέ τήν ὑποκίνηση καί σύμπραξη τοῦ προφήτου Ἐλισσαίου, ἐπαναστατεῖ κατά τοῦ βασιλέως τοῦ Ἰσραήλ Ἰωράμ, τοῦ ἐγγόνου τοῦ Ἀχαάβ, τόν φονεύει καί ἐξολοθρεύει ὁλόκληρο τόν οἶκο τοῦ Ἀχαάβ καί ἔτσι ἐκπληρώνεται ἡ ἐπαγγελία τοῦ Θεοῦ πού ἔδωσε στόν προφήτη Ἠλία.
 Ἡ διήγηση εἶναι πολύ διδακτική καί μάλιστα διδάσκει εἰδικά κατά πρῶτον τόν προφήτη Ἠλία: Ἡ ἐμφάνιση τοῦ Θεοῦ ὄχι στήν θύελλα, οὔτε στόν σεισμό, καί οὔτε στήν φωτιά, ἀλλά στήν ἐλαφρά καί γλυκειά αὔρα, θέλει πιθανῶς νά διδάξει τόν Ἠλία νά εἶναι ἠπιώτερος στόν ἀγώνα του, γιατί ἡ θρησκεία δέν ἐπιβάλλεται μέ σκληρά μέσα, ἀλλά μέ ἤπια μέσα.
 Ἀλλά τό μεγάλο πρόβλημα ἀπό τήν διήγησή μας εἶναι τό πῶς, ἐνῶ ἡ πρώτη διήγηση παρουσιάζει τόν προφήτη Ἠλία ὡς θριαμβευτή διά τοῦ θαύματος στό Κάρμηλο ὄρος καί τόν λαό ὡς ἀνακηρύξαντα τήν πίστη του στόν Γιαχβέ, πῶς τώρα στήν δευτέρα διήγηση βλέπουμε τόν προφήτη μας συντετριμμένο ψυχικά καί παραπονούμενο στόν Γιαχβέ ὅτι τά θυσιαστήριά του εἶναι ἐρειπωμένα καί ὅτι οἱ προφήτες του κατεσφάγησαν καί αὐτός ὁ ἴδιος κινδυνεύει;
Ἐδῶ, γιά νά δέσουμε τήν δεύτερη διήγηση μέ τήν πρώτη, πρέπει νά ὑποθέσουμε ὅτι στήν βιαία πράξη τοῦ προφήτου Ἠλία, τῆς σφαγῆς τῶν ἱερέων τοῦ Βάαλ, ἡ Ἰεζάβελ ἀπάντησε καί αὐτή μέ βιαία πολεμική ἐναντίον τοῦ Ἠλία καί ἐναντίον ὅλων τῶν προφητῶν τοῦ Γιαχβέ.
Ἀλλά, καί ἡ πρώτη διήγηση, ἡ ὁποία παρουσιάζει τόν Ἠλία θριαμβευτή, δέν παρουσιάζει τήν νίκη του γενική, οὔτε τήν παρουσιάζει ὡς νίκη διαρκείας, ἀλλά ὅτι μέρος μόνο τοῦ λαοῦ, μετά ἀπό τά δεινά τοῦ λιμοῦ, πίστεψε στό κήρυγμα τοῦ Ἠλία καί στόν ἐνθουσιασμό του ἐθανάτωσε μαζί μέ τόν Ἠλία τούς ἱερεῖς τοῦ Βάαλ.
Αὐτό, ὅπως ἦταν φυσικό, ἐξώργισε τήν ἀντίθετη μερίδα καί ἀνταπέδωσε τά ἴσα πρός τούς προφῆτες τοῦ Γιαχβέ. Ἔτσι λοιπόν παρουσιάζεται ὁ προφήτης Ἠλίας συντετριμμένος ψυχικά καί κατάκοπος, ὅπως μᾶς τόν παρουσιάζει ἡ δευτέρα διήγηση.

Ἡ τρίτη διήγηση περί τοῦ προφήτου Ἠλία

Μεταξύ τῶν γεγονότων πού διαλαμβάνουν οἱ δύο παραπάνω μεγάλες διηγήσεις (Γ´ Βασ. κεφ. 17-19), πρέπει νά τοποθετήσουμε τήν ἱστορία περί τοῦ θανάτου τοῦ Ναβουθαί (Γ´ Βασ. κεφ. 20), τόν ὁποῖον ἐφόνευσε ὁ Ἀχαάβ, παρακινηθείς ἀπό τήν σύζυγό του Ἰεζάβελ, γιά νά κληρονομήσει τόν ἀγρό του. Τό ἔγκλημα αὐτό τοῦ βασιλέως καί τῆς Ἰεζάβελ δέν ἦταν δυνατόν νά παραμείνει ἀπαρατήρητο ἀπό τόν Ἠλία, στήν ψυχή τοῦ ὁποίου ζεῖ ἡ καθαρά μωσαϊκή θρησκεία, κατά τήν ὁποία ὁ Θεός παριστάνεται ὡς τό ἀπόλυτο ἠθικό Ὄν.
Γι᾽ αὐτό καί ὁ προφήτης μας ἐλέγχει μέ πολλή παρρησία τόν βασιλέα, τόν ὁποῖο ἀποκαλεῖ καθαρά δολοφόνο καί τοῦ προφητεύει τήν τιμωρία: «Στόν τόπο ὅπου τά σκυλιά ἔγλειψαν τό αἷμα τοῦ Ναβουθαί, ἐκεῖ τά σκυλιά θά γλείψουν καί τό δικό σου αἷμα» (Γ´ Βασ. 20,19). Καί γιά τήν Ἰεζάβελ ὁμοίως λέγει: «Τά σκυλιά θά καταφάγουν τήν Ἰεζάβελ στήν πεδιάδα Γισραέλ» (Γ´ Βασ. 20,23), προφητεία ἡ ὁποία πλήρως ἐκπληρώθηκε ἀργότερα (Γ´ Βασ. 22,1 ἑξ. Δ´ Βασ. 9,30 ἑξ.).
 Ἀλλά, γιά τήν βαθυτέρα ἑρμηνεία καί θεολογία τοῦ ἐπεισοδίου, τήν ὁποία παρατρέχουμε ἐδῶ, λόγω στενότητος χρόνου, παραπέμπουμε στήν ἰσχυρή μελέτη τοῦ παλαιοδιαθηκολόγου καθηγητοῦ κ. Μιλτιάδου Κωνσταντίνου στό ὡραῖο του θεολογικό βιβλίο «Ρῆμα Κυρίου κραταιόν», σελ. 224-238. Πάντως τήν ἱστορία τοῦ Ναβουθαί δέν πρέπει νά θέσουμε ἐντελῶς στήν ἀρχή τῆς δράσεως τοῦ Ἠλία, διότι στήν διήγηση αὐτή διαγράφεται ἤδη ἡ ἐχθρότης μεταξύ τοῦ βασιλέως καί αὐτοῦ (Γ´ Βασ. 20,20). Ἄλλες διηγήσεις περί τοῦ Ἠλία ἐπί τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀχαάβ δέν ἔχουμε.

Ἡ τετάρτη καί ἡ πέμπτη διήγηση περί τοῦ προφήτου Ἠλία

Ἐπί τοῦ διαδόχου τοῦ Ἀχαάβ βασιλέως Ὀχοζίου (854-853 π.Χ.) συναντοῦμε τόν προφήτη ἔξω ἀπό τήν Σαμάρεια νά προλέγει στούς ἀπεσταλμένους τοῦ βασιλέως τόν θάνατό του (Δ´ Βασ. 1,2-17), διότι στήν ἀσθένειά του δέν κατέφυγε στόν Γιαχβέ, ἀλλά στόν Βάαλ.
 Ἡ τελευταία διήγηση περί τοῦ προφήτου Ἠλία, ἡ πέμπτη (Δ´ Βασ. 2,1-12), περιέχει τήν γνωστή ἀνάληψή του στόν οὐρανούς ἐπί πυρίνου ἅρματος. Δέν γνωρίζουμε πότε ἔγινε αὐτή. Πρέπει ὅμως νά τήν τοποθετήσουμε πρίν ἀπό τό 842 π.Χ., γιατί στήν ἐπανάσταση τοῦ Γεχού κατά τοῦ Ἰωράμ, ἡ ὁποία ἔγινε τό ἔτος αὐτό, δέν ἀναφέρεται ὁ Ἠλίας, ἀλλά ὁ Ἐλισσαῖος.
Σπουδαία καί τολμηρή ἑρμηνεία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου περί τοῦ προφήτου Ἠλία*

 Ὑπάρχει μία σπουδαία ὅσο καί τολμηρή ὁμιλία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου περί τοῦ προφήτου Ἠλία. Τήν παραθέτω συντόμως.
 Κατά τήν ὁμιλία αὐτή ὁ Θεός προσπάθησε πολύ νά κάνει τόν ζηλωτή προφήτη του ἐπιεικῆ καί φιλάνθρωπο, χωρίς ὅμως... νά τό πετύχει. Ἡ ὁμιλία παρουσιάζει τόν Ἠλία νά ἀπορεῖ γιά τήν ἀγάπη καί τήν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ στούς ἀποστάτες Ἰσραηλῖτες, γιατί ἔβλεπε ὅτι μέ αὐτήν δέν ἐπέρχεται ἡ διόρθωσή τους.
Πίστευε δέ ὅτι ἡ διόρθωση αὐτή τοῦ λαοῦ θά ἔλθει μέ μία τιμωρία, αὐστηρή τιμωρία ἐναντίον του. Γι᾽ αὐτό – ὅπως τό παρουσιάζει ἡ ὁμιλία τοῦ ἱεροῦ Πατρός – τόλμησε νά παρουσιαστεῖ στόν Θεό καί νά τόν «δέσει» μέ ὅρκο νά δώσει τιμωρία στούς Ἰσραηλῖτες, ὅπως τήν σκεπτόταν αὐτός, καί νά μή λύσει τήν τιμωρία αὐτή, ἄν δέν τό πεῖ ὁ ἴδιος!...
«Εἰ μή διά στόματός μου», εἶπε! Ὁ προφήτης Ἠλίας ζήτησε ἀπό τόν Θεό νά δώσει ἀνομβρία στήν γῆ γιά τρία ἔτη καί ἕξι μῆνες. Ἡ ὁμιλία παρουσιάζει τόν Θεό νά «συνέχεται», νά συμπιέζεται· ἀπό τήν μιά μεριά ἤθελε νά ἀκούσει τόν ζηλωτή του προφήτη Ἠλία, ἀλλά καί ἀπό τήν ἄλλη μεριά εὐσπλαγχνιζόταν τόν λαό γιά τό κακό τῆς ἀνομβρίας καί τῆς πείνας, πού θά τοῦ συνέβαινε.
 Γι᾽ αὐτό καί κάνει μέν τό θέλημα τοῦ Ἠλία, ἀλλά καί τόν βοηθεῖ νά γίνει φιλάνθρωπος, ὥστε σύντομα αὐτός νά τόν παρακαλέσει γιά τήν λύση τῆς τιμωρίας. Πρῶτα-πρῶτα ὁ Θεός «συγκολάζει τῷ λαῷ τόν προφήτην»!
Ἀφοῦ ὁ Ἠλίας ζήτησε ἀνομβρία γιά τόν λαό, θά ὑπαχθεῖ καί ὁ ἴδιος στήν τιμωρία αὐτή!... Φροντίζει ὅμως ἰδιαίτερα ὁ Θεός γιά τόν προφήτη του, γι᾽ αὐτό καί τόν τρέφει μυστικά καί θαυμαστά. Καί λέγομε «θαυμαστά», γιατί τόν τρέφει μέ ἕναν κόρακα, πού τοῦ πήγαινε κρέας.
Ὁ κόρακας ὅμως, σχολιάζει ὁ Χρυσόστομος, εἶναι ζῶο «μισότεκνον», γιατί δέν ἀγαπᾶ τά νεογνά του, ἀφοῦ δέν τά τρέφει.
Γι᾽ αὐτό καί ὁ ψαλμωδός Δαυΐδ παριστάνει τά μικρά τῶν κοράκων νά ἐπικαλοῦνται τόν Θεό γιά τροφή, ἀφοῦ ὁ πατέρας τους δέν τούς τήν δίνει: «Τοῖς νεοσσοῖς τῶν κοράκων τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν (τόν Θεόν)» (Ψαλμ. 146,9).

 Ὅπως ὁ κόρακας εἶναι μισότεκνος, ἔτσι καί ὁ Ἠλίας ἦταν μισότεκνος πρός τούς Ἰουδαίους ἕνεκα τῆς ἀποστασίας τους.
Ἀλλά νά τώρα πού ὁ κόρακας μεταβάλλεται καί γίνεται φιλάνθρωπος καί πηγαίνει τροφή στόν Ἠλία. Αὐτό ἦταν τό μυστικό μάθημα, πού ἤθελε ὁ Θεός νά δώσει στόν προφήτη του: Νά γίνει μεσίτης γιά τούς Ἰουδαίους, ὅπως ὁ κόρακας μετέβαλε τήν φύση του καί γίνεται μεσίτης τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ πρός αὐτόν (τόν Ἠλία) καί τοῦ πηγαίνει τροφή στόν καιρό τῆς πείνας.
Ὁ προφήτης Ἠλίας ὅμως δέν διδάχθηκε ἀπό τό μάθημα αὐτό ἤ μᾶλλον δέν θά τό ἐνόησε καί καθόλου, γι᾽ αὐτό καί ὁ Θεός τοῦ ἀφαιρεῖ τώρα τήν διατροφή του ἀπό τόν κόρακα, ὥστε νά πιεστεῖ ἀπό τήν πείνα καί νά πρεσβεύσει στόν Θεό νά λυθεῖ ἡ τιμωρία.
Ἀλλά ὁ Ἠλίας ἦταν τόσο πολύ χολωμένος γιά τήν ἀποστασία τοῦ Ἰσραήλ ἀπό τόν Θεό, ὥστε, ὄχι! Δέν ἤθελε νά παρακαλέσει γι᾽ αὐτούς πού ζοῦσαν ἀκόμη στήν ἀποστασία τους. Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ προφήτης Ἠλίας δέν διδάχθηκε ἀπό τό μάθημα τοῦ κόρακα, ἔφερε ὁ Θεός ἔτσι τά πράγματα νά διδαχθεῖ ἀπό μιά εἰδωλολάτρισσα χήρα γυναίκα.

Ἀκοῦστε: Ἡ πείνα ἔθλιβε τόν Ἠλία καί ὁ Θεός τοῦ εἶπε: «Φύγε ἀπ᾽ ἐδῶ καί πήγαινε ἔξω ἀπό τό Ἰσραήλ, στά Σαρεφθά τῆς Σιδωνίας καί ἐκεῖ θά πῶ σέ μιά χήρα ἐθνική γυναίκα νά σέ διαθρέψει». Ἀπαγορευόταν τότε ἡ ἐπικοινωνία τῶν Ἰουδαίων μέ τούς Ἐθνικούς καί γι᾽ αὐτό ὁ Θεός, ἑρμηνεύει ὁ Χρυσόστομος, εἶπε στόν Ἠλία νά πάει σέ ἐθνική γυναίκα νά τόν διαθρέψει, ὥστε νά σιχαθεῖ τήν τροφή ἀπό εἰδωλολάτρισσα καί νά μεσιτεύσει στόν Θεό νά στείλει βροχή καί νά πάψει ἡ τιμωρία τῆς πείνας. Οὔτε ὅμως καί ἀπό αὐτό ὁ Ἠλίας κάμφθηκε σέ φιλανθρωπία ὑπέρ τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλά πῆγε μακρυά στά Σαρεφθά τῆς Σιδωνίας γιά νά τραφεῖ ἐκεῖ.
 Ὁ Θεός ὅμως ἔκανε ἐκεῖ τήν χήρα γυναίκα νά τοῦ μιλήσει σκληρά, ἐνῶ μάλιστα αὐτός βρισκόταν σέ μεγάλη πείνα· καί αὐτό τό ἔκανε γιά νά πονέσει καί νά γίνει φιλάνθρωπος. Στόν πεινασμένο, λοιπόν, προφήτη ἡ χήρα ἐθνική γυναίκα τοῦ εἶπε: «Δέν ἔχω καθόλου ψωμί παρά μόνο μιά χούφτα ἀλεύρι στό πιθάρι καί λίγο λάδι στό δοχεῖο.
Θά τά ἑτοιμάσω γιά μένα καί γιά τά παιδιά μου, θά τά φᾶμε καί μετά θά πεθάνουμε» (Γ´ Βασ. 17,22). Αὐτά τά λόγια τῆς χήρας γυναίκας πρέπει νά πόνεσαν τόν Ἠλία. «Αὐτή ἡ γυναίκα – θά σκέφθηκε – ὑποφέρει περισσότερο ἀπό μένα, γιατί ἐγώ ὑποφέρω μόνος, ἐνῶ αὐτή ὑποφέρει καί μέ τά παιδιά της. Ἄς μή γίνω λοιπόν πρόξενος θανάτου στήν χήρα γυναίκα πού μέ δέχθηκε σπίτι της».

Ὅπως φαίνεται, τώρα γιά πρώτη φορά ὁ Ἠλίας ὁμιλεῖ φιλάνθρωπα. Ὅπως λέγει ὁ Χρυσόστομος «χαυνοῦται πρός τήν φωνήν (τῆς χήρας), ἄρχεται λοιπόν φιλανθρωπίας ἐν ἑαυτῷ περιφέρειν μελέτην». Τώρα ὁ Ἠλίας εὐλογεῖ τήν τροφή τῆς γυναίκας νά μή λείψει ἀπό τό σπίτι της καί τώρα γιά πρώτη φορά μιλάει γιά λύση τῆς τιμωρίας καί ὅτι ὁ Θεός θά στείλει βροχή στήν γῆ.
 Εἶπε, λοιπόν, στήν ἀπελπισμένη χήρα γυναίκα: «Τό πιθάρι μέ τό ἀλεύρι δέν θ᾽ ἀδειάσει καί τό λάδι στό δοχεῖο δέν θά λιγοστέψει, μέχρι τήν ἡμέρα πού ὁ Κύριος θά στείλει βροχή στήν γῆ» (Γ´ Βασ. 17,14).

Ἄς παρατηρήσουμε ὅμως μαζί μέ τόν Χρυσόστομο, ὅτι ἀκοῦμε μέν τόν προφήτη Ἠλία νά λέει στήν χήρα ὅτι θά ἔρθει κάποτε βροχή στή γῆ, δέν τόν ἀκοῦμε ὅμως νά προσεύχεται γι᾽ αὐτό, ὥστε νά σταματήσει γρήγορα ἡ ἀνομβρία.
Γι᾽ αὐτό ὁ Θεός βοηθεῖ τόν προφήτη του νά προοδεύσει στήν φιλανθρωπία, πού τώρα ἄρχισε νά τοῦ ἐμφανίζεται, καί κάνει νά πεθάνει τό παιδί τῆς χήρας! Αὐτό πόνεσε πολύ τήν χήρα, ἡ ὁποία καί πα- ραπονέθηκε στόν προφήτη.
Ὁ Ἠλίας τῆς ἔδωσε τήν εὐλογία στό σπίτι της νά μή λείψει ἡ τροφή ἀπ᾽ αὐτό, ἀλλά γιά τήν χήρα –ὅπως τήν παρουσιάζει νά λέει ὁ Χρυσόστομος – θά ἦταν καλύτερα νά πέθαινε μέ τό παιδί της ἀπό τήν πείνα, ὅπως τό εἶπε ἀπό τήν ἀρχή στόν προφήτη, παρά νά ζεῖ τώρα αὐτή καί νά βλέπει νεκρό τό παιδί της.
Καί ὁ προφήτης τοῦ Θεοῦ ὄχι ἁπλῶς λυπόταν, ἀλλά καί ντρεπόταν γιά τό θέαμα, ὅπως τό ὑποθέτει ὁ Χρυσόστομος. Θά σκεπτόταν: «Προτοῦ νά ἔρθω καί νά φιλοξενηθῶ ἀπό τήν γυναίκα, αὐτή ἦταν εὔτεκνος. Τώρα μέ τήν φιλοξενία μου τῆς πέθανε τό ἀγαπητό της παιδί καί αὐτή ὀδύρεται. Αὐτόν τόν μισθό ἔδωσα στήν γυναίκα γιά τήν καλή της φιλοξενία;» Σκεπτόμενος, λοιπόν, τό συμβάν καί ντρεπόμενος γι᾽ αὐτό ἄρχισε νά ἐννοεῖ ὅτι τό συμβάν δέν εἶναι φυσικό, ἀλλά προέρχεται ἀπό τόν Θεό καί ὅτι κάτι θέλει νά τοῦ πεῖ ὁ Θεός μέ αὐτό.
Ἀλλά κατάλαβε ὁ Ἠλίας τήν τέχνη καί τόν σκοπό τοῦ Θεοῦ: Ἤθελε νά τόν κάνει σπλαγχνικό πρός τόν Ἰσραήλ. Ἄς μεταφράσω τήν σχετική περικοπή ἀπό τήν ὁμιλία τοῦ Χρυσοστόμου. Ὁ ἱερός πατήρ παριστάνει τόν Ἠλία νά λέγει: «Δέν εἶναι τό συμβάν φυσικός θάνατος· εἶναι, Θεέ, ἀπό τήν δική σου τέχνη καί κατ᾽ ἀνάγκην μέ κάνεις φιλάνθρωπο.
 Ὥστε, ὅταν σοῦ πῶ, “Ἐλέησε Κύριε τό νεκρό παιδί τῆς χήρας”, θά μοῦ πεῖς καί σύ – “Ἐλέησε τό παιδί μου τόν Ἰσραήλ”. Μέ ὠθεῖς γιά φιλανθρωπία, Θεέ. Καταλαβαίνω τά τεχνάσματά σου Κύριε, γιατί ὅταν θά σοῦ πῶ ἐγώ, “Σῶσε τόπαιδί τῆς χήρας τό νεκρό”, θά μοῦ πεῖς: “Οἰκτείρησε καί σύ τόν Ἰσραήλ τόν νεκρό ἀπό τήν πείνα.
Μοῦ ζητᾶς χάρη, ἀλλά κάνε καί σύ χάρη. Λύσε τήν ἀπόφαση τοῦ λιμοῦ καί λύνω καί ἐγώ τόν θάνατο τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας”».  Τότε, λοιπόν, ὅταν εἶδε ὁ Θεός ὅτι ὁ Ἠλίας ἔγινε φιλανθρωπότερος, τότε τόν στέλνει στόν Ἀχαάβ νά τοῦ ἀναγγείλει ὅτι θά λυθεῖ ἡ τιμωρία: «Πορεύθητι – τοῦ εἶπε – καί ὄφθητι τῷ Ἀχαάβ καί δώσω ὑετόν ἐπί πρόσωπον τῆς γῆς» (Γ´ Βασ. 18,1).

 Ἄς παρατηρήσουμε ὅμως ὅτι ὁ Θεός ἔδωσε στόν προφήτη νά πεῖ αὐτά τά λόγια φιλανθρωπίας γιά τήν λύση τοῦ λιμοῦ, ὅταν καί ὁ ἴδιος ὁ προφήτης ἔγινε φιλανθρωπότερος. Καί ἄς παρατηρήσουμε ἀκόμη ὅτι δέν ἔλυσε ὁ Θεός μόνος του τόν λιμό χωρίς πρῶτα νά τό ἀναγγείλει ὁ προφήτης του, ὁ ὁποῖος καί προανήγγειλε τήν ἔναρξη τοῦ λιμοῦ.
 Τρέχει, λοιπόν, τώρα ὁ προφήτης Ἠλίας σέ ὅλη τήν χώρα καί κηρύττει τήν λύση τῆς τιμωρίας, ὅτι θά ἔρθει βροχή στήν γῆ. Ἀλλά ἐκεῖ πού πήγαινε νά κηρύξει αὐτό τό χαρμόσυνο μήνυμα, ἔβλεπε πάλι ἀσέβειες καί παραβάσεις τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί σκεπτόταν νέα τιμωρία κατά τοῦ λαοῦ. «Πάλιν τήν αὐτῶν ἀσέβειαν θεασάμενος, ἐμελέτα τινά τιμωρίαν κατ᾽ αὐτῶν ἀπόφασιν λυπηράν». Βλέποντας, λοιπόν ὁ Θεός τόν Ἠλία, λέει ὁ Χρυσόστομος, ὅτι δέν εἶναι συμπαθητικός στά ἁμαρτήματα τῶν ἀνθρώπων, τόν χωρίζει ἀπ᾽ αὐτούς, δέν τόν ἀφήνει νά κατοικήσει μαζί τους!

 Σάν νά τοῦ λέει, ὅπως τό φαντάζεται ὁ Χρυσόστομος: «Ἐγώ, ὦ Ἠλία, γνωρίζω τόν ζῆλο σου καί ἀναγνωρίζω τήν πολιτεία σου. Ὅμως, εὐσπλαγχνίζομαι τούς ἁμαρτωλούς ὅταν τιμωροῦνται πολύ. Ἀλλά ἐσύ ἐκδικεῖσαι πολύ τήν ἀσέβεια, οἱ ἄνθρωποι ὅμως συνεχῶς ἁμαρτάνουν. Σᾶς χωρίζω ἀπό τό νά συγκατοικεῖτε. Ἐσύ, ἀφοῦ δέν μπορεῖς νά ὑπομένεις τούς ἁμαρτωλούς, πήγαινε μέχρι τόν οὐρανό. Στήν γῆ θά κατέβω Ἐγώ. Ἄν ἐσύ, Ἠλία, μείνεις γιά πολύ στήν γῆ θά χαθεῖ τό ἀνθρώπινο γένος, γιατί συνεχῶς θά τούς τιμωρεῖς. Τί θά γίνει, λοιπόν; Πήγαινε, Ἠλία, μέχρι στόν οὐρανό. Δέν μπορεῖ ἡ φωτιά νά εἶναι μαζί μέ τά καλάμια! Σοῦ δίνω τήν χαρά νά συγκατοικεῖς μέ ἀναμάρτητους· μεῖνε μαζί μέ τούς χορούς τῶν ἀγγέλων. Πήγαινε, λοιπόν, πρός τόν οὐρανό. Μέ τούς ἁμαρτωλούς θά κατοικήσω ἐγώ. Ἐγώ, πού θέλω νά φέρω στόν ὦμο μου τό πλανεμένο πρόβατο. Ἐγώ πού θά πῶ σέ ὅλους τούς ἁμαρτωλούς: “Ἐλᾶτε σέ μένα ὅλοι οἱ βεβαρυμένοι”· δέν θά σᾶς κολάσω, ἀλλά “θά σᾶς ἀναπαύσω”».

 Tά ἴδια περίπου γιά τόν προφήτη Ἠλία λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος καί σέ μία του ἄλλη ὁμιλία ἀφιερωμένη σ᾽ αὐτόν (MPG 50,725-736). Λέγει δηλαδή ὅτι ὁ Θεός εἶναι φιλάνθρωπος καί ὄχι ἀπάνθρωπος καί ἤθελε ἔτσι νά κάνει καί τόν προφήτη του Ἠλία. Γι᾽ αὐτό ὁ Θεός, λέγει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, ἔδωσε τό «δεσμεῖν» καί «λύειν» στόν ἄνθρωπο ἱερέα καί ὄχι σέ ἄγγελο, διότι ὁ ἱερεύς, σάν ἄνθρωπος μέ σάρκα, θά κατανοεῖ τόν πειρασμό καί τό ἁμάρτημα τοῦ ἐξομολογουμένου πιστοῦ, ἐνῶ ὁ ἄγγελος θά τοῦ ἀπέκοπτε τήν κεφαλήν! «Εἰ γάρ ἦν ἄγγελος ἱερεύς καί ἔλαβε τινά πορνεύσαντα, εὐθύς ἀνῄρει αὐτόν, αὐτός τῷ πάθει τοῦτο οὐ συμπεπλεγμένος. Διά τοῦτο, εἰ ἔλαβε ἄγγελος τήν ἐξουσίαν τοῦ ἱερατεύειν, οὐκ ἐδίδασκεν, ἀλλ᾽ εὐθέως ἀνῄρει διά τό ἐκεῖνον μή εἶναι τοιοῦτον, εἰς ὀργήν αὐτόν ἔφερε κατά τοῦ τοιούτου. Ἀλλά διά τοῦτο ἄνθρωπος ἐπιστεύθη, εἰδώς τά πλημμελήματα ἑαυτοῦ καί ἐκ πείρας ἔχων, ἵνα συγγινώσκῃ τοῖς ἁμαρτάνουσι, καί μή κινῆται διά τῆς ὀργῆς καί μή κενῶται διά τῆς ὀργῆς ἡ Ἐκκλησία» (MPG 50,728)!

 Καί γι᾽ αὐτό μάλιστα, λέγει ὁ Χρυσόστομος, ὁ Χριστός ἐπέτρεψε ὁ Πέτρος, στόν ὁποῖο ἔδωσε τό «δεσμεῖν» καί «λύειν», νά ἁμαρτήσει μέ τήν ἄρνησή του, φοβηθείς μία ὑπηρέτρια, γιά νά εἶναι ὁ ἴδιος ἐπιεικής στούς χριστιανούς.
 Καί γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς, συνεχίζει λέγοντας ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, ἐπέτρεψε ὁ Θεός καί ὁ Ἠλίας, πρίν ἀπό τόν Πέτρο, νά πέσει στό ἴδιο ἁμάρτημα μέ αὐτόν, στό ἁμάρτημα τῆς δειλίας σέ μία γυναίκα, γιά νά γίνει καί φιλάνθρωπος ὁ ζηλωτής προφήτης του.

 Πραγματικά, ὁ Ἠλίας ἐφοβήθη τήν Ἰεζάβελ καί γι᾽ αὐτό ἔφυγε πολύ μακράν τοῦ Ἰσραήλ, στά Σαρεφθά τῆς Σιδωνίας. Καί λέγει ὡραῖα ὁ Χρυσόστομος: «Αἱ δύο ἀκροπόλεις (Ἠλίας καί Πέτρος) ὑπό γυναικός ἠλέγχθησαν· Πέτρος κόρην ἐφοβήθη καί Ἠλίας τήν Ἰεζάβελ· τοῖς αὐτοῖς περιέπεσον ἁμαρτήμασι...
Νῦν δέ ἐδείχθη Ἠλίας καί αὐτός ἁμαρτίᾳ ὑπεπτωκώς, τοῦ Θεοῦ συγχωρήσαντος καί ἐπινοοῦντος, ἵνα ἐξ ὧν αὐτός φιλανθρωπίας ἔτυχε, καί αὐτός ᾖ πρός τούς ἄλλους μή ἀπάνθρωπος» (MPG 50,734)!

Συγγνώμη διά τήν ἀργοπορία μου καί Σᾶς εὐχαριστῶ πού μέ ἀκούσατε.


* Tήν ὁμιλία τοῦ ἱεροῦ πατρός θά βρεῖ ὁ ἐνδιαφερόμενος εἰς MPG 56,583-586
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/07/blog-post_20.html

Ὁμιλία εἰς τό Συνεδριακόν Κέντρον
τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ καί Πολιτιστικοῦ Ἱδρύματος
τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης
«ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ»
τήν 7ην Ἰουνίου 2012

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

Ἡ Παλαιά Διαθήκη στήν Καινή Διαθήκη. Μάθημα 4ο (Ματθ. 1,18-19). Μητροπολίτης Γόρτυνος Ἰερεμίας

Ἡ Παλαιά Διαθήκη στήν Καινή Διαθήκη
(Σειρά μαθημάτων σέ βιβλική ὁμάδα νέων καί νεανίδων)
Μάθημα 4ο (Ματθ. 1,18-19)


Μητροπολίτης Γόρτυνος Ἰερεμίας

1. Τό θέμα τῶν συνάξεών μας, ἀγαπητοί μου φίλοι, εἶναι νά νοήσουμε ὅτι χωρίς τήν Παλαιά Διαθήκη δέν μπορεῖ νά κατανοηθεῖ ἡ Καινή Διαθήκη. Εἶναι ἀντιαιρετικό τό θέμα μας αὐτό, γιατί ἀκούγεται ἡ αἵρεση ὅτι δέν χρειάζεται ἡ Παλαιά Διαθήκη.
Εἶναι αἵρεση αὐτό καί θά ἀποδείξουμε τό κακό τῆς αἱρέσεως αὐτῆς στά μαθήματά μας ἐδῶ. Μελετοῦμε τό α´ κεφ. τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου.
Εἴδαμε στά προηγούμενα μαθήματα ὅτι μᾶς εἶναι ἀκατανόητο τό κεφάλαιο αὐτό, ἄν δέν γνωρίζουμε τήν Παλαιά Διαθήκη. Τό ἴδιο θά δοῦμε καί σήμερα συνεχίζοντας τήν μελέτη τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ.

2. Μέχρι τώρα ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος ἀπέδειξε ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Μεσσίας, ὅτι δηλαδή εἶναι ὁ Χριστός, παραθέτοντας τόν γενεαλογικό Του κατάλογο καί ἀποδεικνύοντας ἀπ᾽ αὐτόν ὅτι ὁ Ἰησοῦς κατάγεται ἀπό τήν γενεά τοῦ Δαυίδ· γιατί οἱ προφῆτες ἔλεγαν ὅτι ὁ Μεσσίας θά κατάγεται ἀπό αὐτήν τήν γενεά.
Ἀλλά οἱ ἀναγνῶστες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γνώριζαν ὅτι ὁ Μεσσίας δέν θά κατάγεται μόνο ἀπό τήν πατριά τοῦ Δαυίδ, ἀλλά ὅτι θά γεννηθεῖ καί ἀπό μητέρα παρθένο (βλ. Ἠσ. 7,14). Αὐτό ἔρχεται τώρα νά ἀποδείξει ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος στήν συνέχεια τοῦ λόγου του. Θά μᾶς μιλήσει γιά τήν παρθενική γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἕνας ὅμως πού δέν γνωρίζει Παλαιά Διαθήκη, δέν θά μπορεῖ νά καταλάβει γιατί ὁ Ματθαῖος ὁμιλεῖ τώρα γιά τό θέμα αὐτό.
Ἀρχίζει λοιπόν ὁ Εὐαγγελιστής τό θέμα του καί λέγει: «Τοῦ δέ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἦν» (1,18). Λέγοντας «γέννηση» ἐννοεῖ τήν «σύλληψη» τοῦ Ἰησοῦ, τήν παρθενική του σύλληψη. Καί λέγει στήν συνέχεια γιά τήν μνηστεία τῆς Παρθένου Μαρίας μέ τόν Ἰωσήφ: «Μνηστευθείσης γάρ τῆς μητρός αὐτοῦ τῷ Ἰωσήφ» (1,18).
Τά παρακάτω, πάλι ξαναλέγω, δέν μποροῦμε νά τά κατανοήσουμε, ἄν δέν γνωρίζουμε τήν Παλαιά Διαθήκη. Τό ρ. «μνηστεύομαι» στούς Ἑβραίους λέγεται καί γιά τόν ἁπλό ἀρραβώνα, τό «λογοθέσιο» πού λέμε, ἀλλά λέγεται καί γιά τόν κυρίως γάμο, τήν συγκατοίκηση τοῦ μνηστήρα καί τῆς
μνηστῆς.
Ὁ μνηστήρας μποροῦσε ὅποτε ἤθελε, χωρίς καμμία εἰδική τελετή, νά καλέσει τήν μνηστή του σπίτι του καί νά τήν καταστήσει γυναίκα του. Τότε ἔλεγαν ὅτι ὁ ἄνδρας «παρελάμβανε» τήν γυναίκα του ἤ καί οἱ δύο συνήρχοντο στόν ἴδιο οἶκο.
Ὅπως ὅμως μαθαίνουμε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, μποροῦσε καί ὁ ἄνδρας νά κατοικήσει στό σπίτι τῆς μνηστῆς, ὅπως ὁ Τωβίας κατοίκησε στό σπίτι τῆς νεαρῆς Σάρας.

3. Ἦταν περίοδος πού ὁ Ἰωσήφ δέν εἶχε συγκατοικήσει μέ τήν Παρθένο Μαρία («πρίν ἤ συνελθεῖν αὐτούς», στίχ. 18) – αὐτό πού οἱ Ἰουδαῖοι θά τό ἔλεγαν γάμο –καί ἔγινε φανερή ἡ ἐγκυμοσύνη τῆς Παρθένου. Ἡ ἐγκυμοσύνη της, ὅπως λέει καθαρά ὁ Εὐαγγελιστής, ἦταν «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου» (στίχ. 18). Τώρα, ἄς μήν ἐξετάσουμε τό θεολογικό θέμα, τό γιατί δηλαδή ἡ Παρθένος Μαρία μνηστεύθηκε
τόν Ἰωσήφ, γιατί τό θέμα αὐτό εἶναι ἔξω ἀπό τόν σκοπό τῆς μελέτης μας.
Ὁ σκοπός τῆς μελέτης μας εἶναι νά δείξουμε τήν ἀναγκαιότητα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γιά τήν ἑρμηνεία τῆς Καινῆς. Γενικά ὅμως λέμε ὅτι ἡ μνηστεία τῆς Παρθένου μέ τόν Ἰωσήφ δέν εἶχε σκοπό τόν γάμο μαζί του, ὅπως τό φανερώνει καθαρά ὁ λόγος της στόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ κατά τόν Εὐαγγελισμό «ἄνδρα οὐ γινώσκω» (Λουκ. 1,34), πού σημαίνει ὅτι δέν ἔχει σκοπό νά γνωρίσει ἄνδρα.

Ἡ μνηστεία τῆς Παρθένου, ὅπως ἑρμηνεύουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, μέ ἀρχή τόν ἅγιο Ἰγνάτιο τόν θεοφόρο, ἀποτελεῖ μυστήριο, ἕνα τέχνασμα τοῦ Θεοῦ, γιά νά ξεφύγει τήν προσοχή τοῦ διαβόλου ἡ παρθενική σύλληψη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θά ποῦμε ὅμως ἐδῶ μιά ὡραία καί νόστιμη ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, πού ἀναφέρεται σέ γνώση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Μέ τήν παρθενική γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξωφλήθη τό χρέος τῆς γυναίκας στόν ἄνδρα. Γιά νά γίνει ἡ γυναίκα κόπηκε ἡ πλευρά τοῦ ἄνδρα Ἀδάμ. Γεννήθηκαν πολλές γυναῖκες ἀλλά
καμμιά γυναίκα δέν βρέθηκε ἄξια νά ἐξωφλήσει τό χρέος αὐτό· ὅπως ὁ Ἀδάμ γέννησε γυναίκα χωρίς γυναίκα, ἔτσι ἔπρεπε νά βρεθεῖ μιά γυναίκα πού νά γεννήσει ἄνδρα χωρίς ἄνδρα.
Ἡ γυναίκα αὐτή εἶναι ἡ Παρθένος Μαρία. Γιά νά μήν ὑπερηφανευθεῖ ὁ Ἀδάμ, λέει ὁ Χρυσόστομος, ὅτι βλάστησε γυναίκα χωρίς γυναίκα, γι᾽ αὐτό τώρα ἡ Παρθένος Μαριάμ γεννάει ἄνδρα χωρίς ἄνδρα, γιά νά δειχθεῖ ἀπό αὐτά τά δύο ἡ ἰσοτιμία τοῦ ἄνδρα καί τῆς γυναίκας.

Διαβάζω τήν περικοπή στό κείμενο: «Ἐπειδή γάρ ἐχρεώστει τό γυναικεῖον γένος τοῖς ἀνθρώποις τήν χάριν, ὡς τοῦ Ἀδάμ ἄνευ γυναικός γυναῖκα βλαστήσαντος, διά τοῦτο σήμερον ἕτεκεν ἡ Παρθένος ἄνευ ἀνδρός, ὑπέρ τῆς Εὔας ἐκτιννύουσα τοῖς ἀνδράσι τό χρέος. Ἵνα γάρ μή μέγα φρονήσῃ ὁ Ἀδάμ, ἄνευ γυναικός γυναῖκα βλαστήσας, διά τοῦτο καί ἡ Παρθένος ἄνευ ἀνδρός ἄνδρα ἔτεκεν, ἵνα τῷ κοινῷ τοῦ θαύματος τό ὁμότιμον δείξῃ τῆς φύσεως» (Εἰς τό Γενέθλιον τοῦ Σωτῆρος, Εἰς Ἅπαντα
Ἁγίων Πατέρων Ἰω. Χρυσ. τ. 21,396Β).
Ὡραία περικοπή αὐτή, πού ξεκινᾶ ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, γιατί ὁμιλεῖ πρῶτα γιά τήν πλάση τῆς Εὔας (βλ. Γεν. 2,18 ἑξ.).

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος στήν ὁμιλία του «περί τοῦ μή δημοσιεύειν τά ἁμαρτήματα τῶν ἀδελφῶν...» λέει ὅτι τό θαῦμα τοῦ τοκετοῦ τῶν στείρων γυναικῶν τῆς Π. Διαθήκης προμήνυε τό θαῦμα τῆς γέννησης τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν Παρθένο Μαρία. Παραθέτουμε μιά περικοπή ἀπό τήν ὁμιλία αὐτή, γιατί ὁμιλεῖ ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, πού εἶναι τό θέμα μας: «Ὅταν σέ ρωτάει ὁ Ἰουδαῖος – λέγει ὁ ἱερός πατέρας – πῶς γέννησε ἡ Παρθένος, νά τόν ρωτᾶς κι ἐσύ, πῶς γέννησε ἡ γερόντισσα στεῖρα; Δυό ἐμπόδια ἦταν σ᾽ αὐτήν τήν περίπτωση, καί ἡ μεγάλη ἡλικία καί ἡ στειρότητα.
Στήν περίπτωση ὅμως τῆς Παρθένου ἕνα μόνο ἐμπόδιο ἦταν, τό ὅτι δέν γνώρισε γάμο. Προετοίμασε, λοιπόν, ἡ στεῖρα τόν δρόμο γιά τήν Παρθένο...
Γι᾽ αὐτόν τόν λόγο προηγήθηκαν οἱ στεῖρες (στήν Π. Διαθήκη), γιά νά γίνει δηλαδή πιστευτός ὁ τόκος τῆς Παρθένου». Καί παρακάτω στήν ὁμιλία αὐτή ὁ Χρυσόστομος λέγει ὅτι τό θαῦμα τῆς γέννησης στίς στεῖρες γυναῖκες τῆς Π. Διαθήκης ἔγινε γιά νά γίνει πιστευτό τό θαῦμα τῆς γέννησης ἀπό τήν Παρθένο
Μαρία.
Γι᾽ αὐτό καί ὁ Γαβριήλ ὅταν εἶπε στήν Παρθένο ὅτι θά γεννήσει τόν Μεσσία ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, γιά νά γίνει πιστευτός ὁ λόγος του, τῆς ἀνέφερε τό παράδειγμα τῆς συγγενοῦς της Ἐλισάβετ, τῆς στείρας, πού συνέλαβε υἱό στά γεράματά της (Λουκ. 1,36). Καί συμπεραίνει ὁ Χρυσόστομος: «Βλέπεις ὅτι
στεῖρα ἀναφέρεται γιά τήν Παρθένο;
Γιατί γιά ποιό λόγο τότε τῆς εἶπε γιά τόν τοκετό τῆς συγγενοῦς της; Γιά ποιό λόγο εἶπε στά γεράματά της; Γιά ποιό λόγο συμπλήρωσε πού τήν λένε στεῖρα;» (Εἰς Ἅπαντα Ἁγίων Πατέρων, Ἰω. Χρυσ.
ἔργα τ. 20, 349D-350Ε).
Σέ ἄλλη του ὁμιλία ὁ ἱερός Χρυσόστομος λέει ὅτι τό θαῦμα τῆς γέννησης τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν Παρθένο τό προμήνυσε τό θαῦμα τῆς πρώτης βλάστησης τῆς παρθένου γῆς μέ μόνο τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί ὄχι μέ σπέρματα (Ὁμιλία εἰς τόν Μακάριον Ἀβραάμ. Εἰς Ἅπαντα Ἁγίων Πατέρων Ἰω. Χρυσ. ἔργα τ. 29, 746Α ἑξ. σ. 188).

4. Ὁ Ἰωσήφ ταράχθηκε ἀπό τήν ἐγκυμοσύνη τῆς Παρθένου. Θά ὑπέθεσε ὅτι κατά τό διάστημα τῆς ἀπουσίας Της γιά τήν ἐπίσκεψή της στήν Ἐλισάβετ (Λουκ. 1,39-56) θά τῆς συνέβη ἕνας πιθανός βιασμός. Ἀποκλείουμε παντελῶς ὡς βλάσφημη τήν ἰδέα ὅτι ὁ Ἰωσήφ θά φαντάστηκε ἐνοχή τῆς Παρθένου.
Εἶχε δεῖ, εἶχε διαπιστώσει, ὡς «δίκαιος» τήν μεγάλη Της ἀρετή. Τά ὅσα λέγει τό κείμενο παρακάτω γιά τόν Ἰωσήφ εἶναι στό θέμα μας, στήν ἀναγκαιότητα δηλαδή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γιά τήν ἑρμηνεία τῆς Καινῆς. Διαβάζουμε: «Ἰωσήφ δέ ὁ ἀνήρ αὐτῆς, δίκαιος ὤν καί μή θέλων αὐτήν παραδειγματίσαι, ἐβουλήθη λάθρα ἀπολῦσαι αὐτήν» (1,19).
Κανονικά, κατά τά κρατοῦντα στήν Παλαιά Διαθήκη, ὁ Ἰωσήφ ἔπρεπε νά καταγγείλει τήν Παρθένο στούς δικαστές, γιά τήν ἐγκυμοσύνη της ὄχι ἀπό αὐτόν, καί αὐτή θά ἐτιμωρεῖτο διά λιθοβολισμοῦ γιά τό ὑποτιθέμενο λάθος Της, ὅπως ὅριζε ὁ Νόμος (βλ. Δευτ. 22,23).
Αὐτό σημαίνει τό «παραδειγματίσαι» πού λέει ὁ στίχος μας. Δέν θέλησε ὅμως νά πράξει ἔτσι ὁ
Ἰωσήφ, γιατί ἦταν «δίκαιος», δηλαδή εὐσπλαγχνικός. Γι᾽ αὐτό θέλησε «λάθρα ἀπολῦσαι αὐτήν».
Νά διαλύσει δηλαδή τόν δεσμό του μέ τήν Μαρία κρυφά, χωρίς κρίση, κατά ἕναν ἐντελῶς ἰδιωτικό τρόπο. Αὐτό δέν τό ἔλεγε ἡ Παλαιά Διαθήκη, ἀλλά τό ἐσκέφθη ὁ Ἰωσήφ ἀπό εὐσπλαγχνικότητα καί ἔκανε ὑπέρβαση τοῦ Νόμου.
Θά συνεχίσουμε τήν μελέτη μας στό ἑπόμενο μάθημά μας.

Απόσπασμα από το περιοδικό «Απλή Κατήχηση» Τεύχος Μάϊος-Ίούνιος 2011 – Ἀριθμ. 51

Γιὰ νὰ διαβάσετε περισσότερα πατῆστε:  Μητροπολίτης Γόρτυνος - Παλαιά Διαθήκη
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/07/4-118-19.html

Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

Ἡ Παλαιά Διαθήκη στήν Καινή Διαθήκη. Μάθημα 3ο (Ματθ. 1,2-17). Μητροπολίτης Γόρτυνος Ἰερεμίας

Ἡ Παλαιά Διαθήκη στήν Καινή Διαθήκη
(Σειρά μαθημάτων σέ βιβλική ὁμάδα νέων καί νεανίδων)
Μάθημα 3ο (Ματθ. 1,2-17)

Μητροπολίτης Γόρτυνος Ἰερεμίας

 1. Τά μαθήματα τῆς νέας σειρᾶς μας, ἀγαπητοί μου φίλοι, ἀναφέρονται στήν Παλαιά καί στήν Καινή Διαθήκη. Καί θέλω νά ἀποδείξω ὅτι ὑπάρχει στενή σύνδεση μεταξύ τῶν δύο αὐτῶν Διαθηκῶν, τόσο στενή, ὥστε νά μή μπορεῖ νά νοηθεῖ τό ἕνα βιβλίο χωρίς τό ἄλλο. Ἔπειτα, ἡ ἔκφραση «Παλαιά» Διαθήκη ὑπονοεῖ «Καινή» Διαθήκη καί ἡ ἔκφραση πάλι «Καινή Διαθήκη» προϋποθέτει ὑπάρχουσα
«Παλαιά» Διαθήκη.
Τόν σύνδεσμο αὐτόν τῶν δύο Διαθηκῶν τόν ἐκφράζει πολύ ὡραῖα μία περικοπή τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, πού σᾶς τήν δίδω σέ χαρτί γραμμένη, γιά νά τήν μάθετε ἀπέξω. Ἔλεγε ὁ ἱερός πατήρ στά κηρύγματά του: «Προέλαβε τήν Καινήν ἡ Παλαιά καί ἡρμήνευσε τήν Παλαιάν ἡ Καινή.

Καί πολλάκις εἶπον, ὅτι δύο Διαθῆκαι καί δύο παιδίσκαι καί δύο ἀδελφαί τόν ἕνα Δεσπότην δορυφοροῦσι. Κύριος παρά προφήταις καταγγέλλεται, Χριστός ἐν Καινῇ κηρύσσεται.
Οὐ καινά τά καινά, προέλαβε γάρ τά παλαιά. Οὐκ ἐσβέσθη τά παλαιά, ἡρμηνεύθη γάρ ἐν τῇ Καινῇ» (Ὁμιλία εἰς τό «Ἐξῆλθε δόγμα παρά Καίσαρος Αὐγούστου» καί Εἰς τήν ἀπογραφήν τῆς ἁγίας Θεοτόκου, MPG 50,796Β).

Προσέξτε, φίλοι μου, τήν πατερική αὐτή περικοπή. Προσέξτε τό «πολλάκις εἶπον», πού λέγει. Δηλαδή τήν ἀλήθεια αὐτή, τήν στενή σχέση τῶν δύο Διαθηκῶν τήν ἔθιγε συχνά στό κήρυγμά του ὁ ἅγιος Χρυσόστομος.
Γι᾽ αὐτό, ἐπειδή οἱ χριστιανοί τότε εἶχαν ἕναν τέτοιο ἱεροκήρυκα, πού τήν Καινή Διαθήκη τήν ἔλεγε συνέχεια καί ἐκπλήρωση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, δέν ἔφθαναν στό «χάλι» τῶν σημερινῶν χριστιανῶν νά λέγουν ὅτι δέν χρειάζεται ἡ Παλαιά Διαθήκη!...
Στήν μελέτη μου στά ἔργα τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου βρῆκα καί μιά ἄλλη παρόμοια ὡραία περικοπή περί τῆς στενῆς σχέσεως τῶν δύο Διαθηκῶν, τήν ὁποία θέλω νά σᾶς τήν ἀναφέρω καί αὐτή. Ὁ ἱερός πατήρ ὁμιλεῖ καί γιά τήν μορφολογική ὁμοιότητα τῶν δύο Διαθηκῶν.
Σᾶς τήν γράφω στό ἴδιο χαρτί, πού γράφω καί τήν προηγούμενη: «Ἀδελφαί γάρ αἱ δύο Διαθῆκαι, ἐξ ἑνός Πατρός τεθεῖσαι· διά τοῦτο καί συμφώνως τόν λόγον προφέρουσι· σχεδόν γάρ ἡ αὐτή εἰκών καί
ὁμοιότης ὑπάρχει.
Καί ὥσπερ ἐν ἀδελφαῖς ἐξ ἑνός πατρός γεγεννημέναις, πρόσεστι τῆς ὁμοιότητος τά ἰδιώματα, οὕτως ἐπειδή αἱ δύο Διαθῆκαι ἐξ ἑνός Πατρός ἐγεννήθησαν, πολλήν ἔχουσι τήν ἐμφέρειαν. Ἀμέλει καί ἐν τῇ Παλαιᾷ Διαθήκῃ προηγεῖται νόμος καί ἀκολουθοῦσι προφῆται, καί ἐν τῇ νέᾳ χάριτι προηγεῖται τό
Εὐαγγέλιον καί ἀκολουθοῦσιν Ἀπόστολοι» (Περί Δημιουργίας τοῦ κόσμου Ὁμιλία
Α´, γ. MPG 56,433).

2. Λέγαμε, ἀγαπητοί φίλοι, στό προηγούμενο μάθημά μας ὅτι δέν μποροῦμε νά νοήσουμε τήν Καινή Διαθήκη, ἄν δέν γνωρίζουμε τήν Παλαιά Διαθήκη. Καί ἀρχίσαμε, γιά νά ἀποδείξουμε τήν ἀλήθεια αὐτή, ἀπό τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιον.
Εἴμαστε στόν γενεαλογικό κατάλογο τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου, ἀπό τόν ὁποῖο θέλει νά ἀποδείξει ὁ Εὐαγγελιστής ὅτι ὁ Ἰησοῦς, ὁ Υἱός τῆς Παρθένου Μαρίας, κατάγεται ἀπό τήν γενεά τοῦ Δαυίδ, καί ἄρα εἶναι ὁ πραγματικός Μεσσίας, γιατί οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἔλεγαν ὅτι ὁ Μεσσίας θά
κατάγεται ἀπό τόν Δαυίδ.
Εἴδαμε στήν μελέτη μας αὐτή πόσο εἶναι ἀναγκαία ἡ γνώση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Μόνο Παλαιά Διαθήκη ἔχει τό κεφάλαιο αὐτό, γι᾽ αὐτό καί τό εἶπαν πολύ ὡραῖα ὡς συνδετικό τῶν δύο Διαθηκῶν, ὡς κεφάλαιο μεταβάσεως ἀπό τήν Παλαιά στήν Καινή Διαθήκη. Εἶναι μία συνοπτική ἱστορία
τοῦ Ἰσραήλ τό κεφάλαιο αὐτό.
Σχεδόν τελειώσαμε, γιά τόν σκοπό πού θέλουμε, τήν προηγούμενη μελέτη μας περί τοῦ γενεαλογικοῦ καταλόγου στό α´ κεφ. τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου.
Ἀλλά στήν σημερινή μας συνάντηση θέλω νά θίξω καί μερικά ἄλλα συμπληρωματικά θέματα, σχετιζόμενα μέ τόν σκοπό τῆς μελέτης μας. Γιατί τά θέματα αὐτά προϋποθέτουν τήν γνώση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

3. Γνωρίζουμε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ὅτι στούς γενεαλογικούς καταλόγους δέν ἀναφέρονταν γυναῖκες. Καί μόνο σάν ἐξαίρεση μποροῦμε νά βροῦμε στούς Ἑβραϊκούς καταλόγους ὀνόματα γυναικῶν. Στόν γενεαλογικό ὅμως κατάλογο τοῦ Ἰησοῦ, βλέπουμε ὅτι ὁ Ματθαῖος πρωτοτυπεῖ, γιατί ἀναφέρει καί ὀνόματα γυναικῶν.
Ἀλλά βλέπουμε πάλι ὅτι σέβεται τήν γραμμή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, γιατί τίς γυναῖκες πού μνημονεύει, δέν τίς μνημονεύει ὡς ἀπαραίτητες γιά τήν γενεαλογία, ἀλλά τίς μνημονεύει «τυχαῖα», ἄς τοῦ ποῦμε ἔτσι.
Αὐτό ἀκριβῶς μᾶς ἐπιτρέπει νά ἀναζητήσουμε τόν πνευματικό λόγο τῆς μνείας τῶν γυναικῶν
ἀπό τόν Ματθαῖο στόν γενεαλογικό κατάλογο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κατά πρῶτον πρέπει νά παρατηρήσουμε ὅτι, ὅπως ξέρουμε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, καί οἱ τέσσερις μνημονευόμενες γυναῖκες, Θάμαρ, Ραχάβ, Ρούθ καί Βηρσαβεέ (βλ. στίχ. 3.5.6) εἶχαν ἐθνική καταγωγή.
Ἡ ἀναφορά λοιπόν τῶν γυναικῶν αὐτῶν στόν γενεαλογικό κατάλογο τοῦ Ἰησοῦ ἀπό τόν Ματθαῖο θέλει νά ὑποδηλώσει ὅτι ὁ Μεσσίας ἀνῆκε καί στούς ἐθνικούς καί ὄχι μόνο στούς Ἰουδαίους, ὅπως τό ἤθελαν αὐτοί.
Στόν Ἰησοῦ Χριστό δέν ὑπάρχει διαφορά τοῦ Ἰουδαίου καί τοῦ Ἕλληνα (Γαλ. 3,28). Καί ἕνα ἄλλο θέλω νά πῶ, πού προϋποθέτει βέβαια γνώση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: Ἀπό τίς ἀναφερόμενες τέσσερις γυναῖκες, ἄν ἐξαιρέσουμε τήν Ρούθ, οἱ ἄλλες τρεῖς ἦταν γυναῖκες μέ ἁμαρτωλά σκάνδαλα. Ἕνας συνηθισμένος ἱστορικός θά ἀπέφευγε νά ἀναφέρει τίς γυναῖκες αὐτές ἀπό φόβο μήπως ἀμαυρωθεῖ ἡ εἰκόνα τοῦ Μεσσία, ἀλλά ὁ Ματθαῖος παρουσιάζει στό Εὐαγγέλιό του τόν Ἰησοῦ Χριστό, τόν ἀληθινό Μεσσία, νά λέγει στούς Φαρισαίους ὅτι «δέν ἦλθε νά καλέσει δικαίους ἀλλά ἁμαρτωλούς σέ μετάνοια» (9,31).
Μοῦ ἀρέσει ἐδῶ μία ὡραία περικοπή τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τήν ὁποία σᾶς παραθέτω
σέ μετάφραση. Λέγει ὁ ἱερός Πατέρας: «Γι᾽ αὐτό ἀναφέρει τήν Ρούθ καί τήν Ραάβ, ἀπό τίς ὁποῖες ἡ μιά ἦταν ἀλλόφυλη, ἡ δέ ἄλλη πόρνη, γιά νά μάθεις ὅτι ἦλθε νά σβήσει τά ἁμαρτήματά μας. Ἦλθε σάν γιατρός, ὄχι σάν δικαστής.
Ὅπως δηλαδή οἱ ἄνδρες αὐτῶν ἔλαβαν πόρνες γιά γυναῖκες τους, ἔτσι καί ὁ Θεός τήν ἀνθρώπινη φύση μας, τήν πορνεύσασα, ἕνωσε μέ τόν Ἑαυτό Του· πράγμα πού οἱ προφῆτες εἶπαν ὅτι αὐτό ἔγινε πρῶτα μέ τήν Συναγωγή. Ἀλλά ἡ Συναγωγή φάνηκε ἀγνώμων στόν Σύνοικό της· ἡ Ἐκκλησία ὅμως, ἀφοῦ ἀπαλλάχτηκε ἀπό τά ἰουδαϊκά κακά, ἔμεινε πιστή στόν νυμφίο της» (Εἰς τό κατά Ματθαῖον, Ὁμιλ. Γ´ – ΕΠΕ 9,92.13-21).
Ἔχει λοιπόν ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος εἰδικό σκοπό πού μνημονεύει ἁμαρτωλές γυναῖκες στόν γενεαλογικό κατάλογο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θέλει νά σημάνει μέ αὐτό ὅτι, ὅπως αὐτές οἱ γυναῖκες δέν ἀποκλείστηκαν τῆς τιμῆς νά εἶναι στήν γραμμή τῶν προγόνων τοῦ Μεσσία, ἔτσι καί οἱ ἄλλοι, σάν κι αὐτές ἁμαρτωλοί, δέν θά ἀποκλειστοῦν ἀπό τό Βασίλειό Του.
Θά πρέπει ὅμως νά ὑποθέσουμε ὅτι αὐτές οἱ ξένες καί ἁμαρτωλές γυναῖκες, πού μνημονεύονται ἐδῶ ἀπό τόν εὐαγγελιστή Ματθαῖο, προσχώρησαν στόν λαό τοῦ Θεοῦ καί ἔσβησαν μέ τήν μετάνοιά τους τά αἴσχη τους καί ἔζησαν ἔκτοτε τήν ζωή τους κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Πολύ πιθανόν αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού ὁ Ματθαῖος μνημονεύει μόνο αὐτές τίς γυναῖκες, ἐνῶ ἄλλες ξένες καί ἁμαρτωλές γυναῖκες, πού ἀναφέρονται στήν Παλαιά Διαθήκη, δέν τίς μνημονεύει· γιατί θά ἔδειξαν ἀμετανόητο βίο.

4. Θά θίξω ἕνα ἄλλο θέμα, σχετικό μέ τόν σκοπό τῆς μελέτης μας. Τό ἐρώτημα εἶναι, γιατί ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος παραθέτει τήν γενεαλογία τοῦ Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος δέν ἔχει καμμιά σχέση μέ τήν γέννηση τοῦ Ἰησοῦ, καί δέν παραθέτει τήν γενεαλογία τῆς Παρθένου Μαρίας, ἀπό τήν ὁποία καί μόνο γεννήθηκε κατά σάρκα ὁ Χριστός;
Ἡ ἀπάντηση προϋποθέτει γνώση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί αὐτός εἶναι ὁ σκοπός μας, τό νά ἀποδείξουμε ὅτι σέ ὅλα της ἡ Καινή Διαθήκη ἑρμηνεύεται μέ τήν Παλαιά.
Γιά τό ἐρώτημα πού θέσαμε ἀπαντῶ: Δέν μποροῦσε ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος νά ἀναφέρει τήν γενεαλογία τῆς Παρθένου Μαρίας, γιατί, ὅπως γνωρίζουμε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, ὑπῆρχε συνήθεια νά μήν παρατίθενται γενεαλογίες τῶν γυναικῶν.
Ἀλλά γνωρίζουμε πάλι ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ὅτι δέν ἐπιτρεπόταν γιά τόν ἄνδρα νά λάβει γυναίκα ἀπό ἄλλη φυλή, παρά μόνο ἀπό τήν δική του (βλ. Ἀριθμ. 36,7-9).
Ἄρα: Ἀφοῦ ὁ Ματθαῖος γενεαλογεῖ τόν μνήστορα τῆς Παρθένου Ἰωσήφ καί ἀποδεικνύει αὐτόν καταγόμενον ἀπό τήν φυλή τοῦ Δαυίδ, ἀπό τήν ἴδια λοιπόν φυλή κατάγεται καί ἡ μνηστή του Παρθένος
Μαρία.
Ἄρα, ὁ Ἰησοῦς Χριστός κατάγεται ἀπό τήν φυλή τοῦ Δαυίδ. Ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος, δηλαδή, προτιμάει ἐδῶ νά καταγράψει τόν Ἰωσήφ στόν κατάλογο καί ὄχι τήν Παρθένο, γιά νά τηρήσει τήν συνήθεια τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης – ἀφοῦ μάλιστα ἀπευθυνόταν καί πρός Ἰουδαίους – νά μήν καταγρά-
φονται οἱ γενεαλογίες τῶν γυναικῶν.
Γιά τήν Παρθένο γενεαλόγησε τόν Ἰωσήφ, γι᾽ αὐτό καί ὅταν ἔφθασε σ᾽ αὐτόν, δέν σταμάτησε ἐκεῖ, ἀλλά πρόσθεσε «τόν ἄνδρα Μαρίας» (στίχ. 16).
Στό παραπάνω θά μποροῦσε κανείς νά πεῖ, σάν ἀντίρρηση, ὅτι ὁ Ἰωσήφ δέν τήρησε τόν νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί δέν ἔλαβε λοιπόν τήν μνηστή του ἀπό τήν δική του φυλή. Ἄρα ἡ Παρθένος δέν κατάγεται ἀπό τήν φυλή τοῦ Δαυίδ.
Γιά νά μήν πεῖ ὅμως κανείς κάτι τέτοιο, προέλαβε ὁ Εὐαγγελιστής, λέγει ὁ Χρυσόστομος, καί γράφει γιά τόν Ἰωσήφ ὅτι «ἦταν δίκαιος» (στίχ. 19). Ἦταν ἐνάρετος καί ἄρα ὄχι παραβάτης τοῦ νόμου.
Ἄρα ἔλαβε τήν μνηστή του ἀπό τήν ἰδία μέ αὐτόν φυλή, τήν φυλή τοῦ Δαυίδ (βλ. Β´ Ὁμιλία εἰς τό κατά Ματθαῖον, MPG 57,28).

5. Ἐπειδή ἀναφέραμε, ἰδιαίτερα σήμερα, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, τόν μεγάλο ἑρμηνευτή τῆς Ἐκκλησίας μας, θά ἀναφέρω καί μία ἄλλη νόστιμη θεολογική καί πνευματική σκέψη του ἐπί τοῦ γενεαλογικοῦ καταλόγου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ· ἡ σκέψη αὐτή τοῦ ἱεροῦ πατρός βασίζεται ἐπί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, γι᾽ αὐτό καί τήν ἀναφέρω. Δέν φεύγω, δηλαδή, ἀπό τό θέμα μου.
Εἴπαμε ὅτι ὁ Εὐαγγελιστής γιά νά κάνει εὐκολομνημόνευτο τόν κατάλογό του τόν χωρίζει σέ
τρεῖς μεγάλες ἐποχές τῆς ἰουδαϊκῆς ἱστορίας.
Στήν πρώτη ἐποχή, ἀπό τόν Ἀβραάμ μέχρι τόν Δαυίδ, τό πολίτευμα ἦταν τό δημοκρατικό. Δέν διορθώθηκαν ὅμως οἱ Ἰσραηλῖτες ἀπό τό πολίτευμα αὐτό· παρέμειναν μέ τά πάθη τους. Ἄλλαξε
τό πολίτευμα καί ἦλθε ἡ βασιλεία. Τά ἴδια καί ἐδῶ: «Γενεαί δεκατέσσαρες»!
Ἄνθρωποι γεννιοῦνται καί ἄνθρωποι πεθαίνουν χωρίς νά βελτιώνονται πνευματικά. Ἦλθε ἔπειτα ἄλλο πολίτευμα, ἡ δικτατορία τῶν Βαβυλωνίων, τῶν Περσῶν καί τῶν Ρωμαίων. «Γενεαί δεκατέσσαρες» καί ἐδῶ.
Αὐτό διδάσκει ὅτι οἱ πολιτικές καταστάσεις δέν φέρουν τήν σωτηρία. Οὔτε ἡ δημοκρατία, οὔτε ἡ βασιλεία οὔτε ἡ δικτατορία. Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ ἀνύψωση τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται
μόνο ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό. Σᾶς διαβάζω ἀκριβῶς τόν λόγο τοῦ ἱεροῦ πατρός:
«Εἰς τρεῖς διεῖλε μερίδας τάς γενεάς ἁπάσας, δεικνύς ὅτι οὐδέ τῶν πολιτειῶν μεταβληθεισῶν ἐγένοντο βελτίους, ἀλλά καί ἀριστοκρατούμενοι καί βασιλευόμενοι καί ὀλιγαρχούμενοι, ἐν τοῖς αὐτοῖς ἦσαν κακοῖς· καί οὔτε δημαγωγῶν, οὔτε ἱερέων, οὔτε βασιλέων αὐτούς διεπόντων, ἔσχον τι πλέον εἰς ἀρετῆς λόγον» (βλ. Ὁμιλία Δ´, MPG 57, 39).

6. Ἀπό ὅλα τά ὀνόματα πού ἀναφέρονται στόν γενεαλογικό κατάλογο δύο εἶναι τά γλυκύτερα. Τά ἀναφέρω καί θά τά ἑρμηνεύσω, ἐπειδή εἶναι ὀνόματα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί σχετίζεται αὐτό μέ τό θέμα μας. Τό ἕνα ὄνομα εἶναι τό ΙΗΣΟΥΣ καί τό ἄλλο εἶναι τό ὄνομα ΜΑΡΙΑ.
(α) Τό ὄνομα Ἰησοῦς εἶναι τό προσωπικό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας. Προέρχεται ἀπό τό  («γιασά῾») πού σημαίνει ὁ «Γιαχβέ εἶναι σωτήρας».
Ἡ ὀνομασία αὐτή στόν Μεσσία ἦλθε ἀπό τόν οὐρανό, ἐκομίσθη ἀπό τόν ἄγγελο κατά τόν
Εὐαγγελισμό (Λουκ. 1,31). Ἀρχικά τό ὄνομα παρουσιάζεται μέ τήν πλατειά μορφή Wv/hy“ («Γιεχωσούα῾»). Ὅταν ὅμως ἡ Ἀραμαϊκή ἀντικατέστησε τήν Ἑβραϊκή ὡς κοινή γλώσσα τῶν Ἑβραίων, μετά τήν βαβυλώνιο αἰχμαλωσία, τό ὄνομα ἔγινε “ («Γιεσού῾α»), ἀπ᾽ ὅπου προῆλθε ἡ δική μας ὀνομασία Ἰησοῦς.
Τό “ («Γιεσού῾α»), κατά συνήθεια, δινόταν στά παιδιά τῶν Ἑβραίων καί στούς χρόνους τῆς Καινῆς Διαθήκης, σύμφωνα μέ ἑβραϊκό ἔθιμο νά ἐκλέγονται ὀνόματα πού ἔχουν θρησκευτικές ἔννοιες. Στήν Ἁγία Γραφή τό ὄνομα ἐκλέγεται μέ πολύ μεγάλη φροντίδα, γιατί δηλώνει τήν πίστη καί εὐλάβεια
τῶν γονέων, τά περιστατικά τῆς γεννήσεως ἑνός παιδιοῦ, τά προσωπικά του χαρακτηριστικά ἤ ἀναφέρεται στήν ἀποστολή του, ἰδιαίτερα ὅταν τό ὄνομα δινόταν ἀπό τόν Θεό.
Τό ὄνομα Ἰησοῦς εἶναι γεμάτο μέ ἱστορικές καί προφητικές ἀναμνήσεις. Ὅπως ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ ὁδήγησε τόν Ἰσραήλ στήν ἐπίγεια Χαναάν, ἔτσι καί ὁ Ἰησοῦς, ὁ Ἀρχηγός τῆς σωτηρίας μας, ἦρθε νά μᾶς ἀνοίξει τίς πύλες τῆς οὐράνιας Χαναάν, τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Ἀλλά ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν εἶναι μόνο ὁ «Ἀρχηγός τῆς σωτηρίας μας» (Ἑβρ. 2,10)· εἶναι καί ὁ «Ἀπόστολος καί Ἀρχιερεύς τῆς ὁμολογίας μας» (Ἑβρ. 3,1). Ὁ ἀρχιερεύς κατά τήν ἐπιστροφή ἀπό τήν βαβυλώνια αἰχμαλωσία (Β´ Ἔσδρ. 2,2) εἶχε τό ὄνομα Ἰησοῦς (Ζαχ. 3,8. 6,11-15).
Ὅπως ὁ προφήτης Ὠσηέ (τό ὄνομα Ὠσηέ γίνεται Ἰησοῦς στό Ἀριθμ. 13,17: «καί ἐπωνόμασε Μωυσῆς τόν Αὐσή υἱόν Ναυή Ἰησοῦν») ἀγάπησε μιά μοιχαλίδα γυναίκα, γιά νά τήν σώσει (Ὠσηέ κεφ. 1-3), ἔτσι καί ὁ Ἰησοῦς μας προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση, γιά νά σώσει τόν πεσμένο
στήν ἁμαρτία ἄνθρωπο.

(β) Τό ὄνομα ΜΑΡΙΑ εἶναι τό ὄνομα τῆς παρθένου Μητρός τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τό συναντοῦμε καί ὡς ΜΑΡΙΑΜ (βλ. 1,20. Λουκ. 1,30 κ.ἄ.), τό ὁποῖο πλησιάζει περισσότερο πρός τό ἑβραϊκό  («Μιργιάμ»· τό Ταργκούμ ἔχει Mariam). Τό ὄνομα Μαριάμ εἶχε καί ἡ ἀδελφή τοῦ Μωυσῆ καί τοῦ Ἀαρών, βλ. Ἐξ. 15,20.
Ἡ σημασία τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ εἶναι ἀβέβαιη· ὡς καλύτερη ἑρμηνεία δεχόμεθα τό νά συσχετίσουμε τό ὄνομα Miryam μέ τό ὄνομα hwhy («Γιαχβέ»), ὄνομα τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη. «Yahweh» ἑρμηνεύεται «Κύριος».  Καί ἡ Παναγία λοιπόν μέ τό ὄνομα Miryam ἑρμηνεύεται «Κυρία».

Τήν ἑρμηνεία αὐτή δέχεται ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης καί λέγει στόν πρόλογο τοῦ Θεοτοκαρίου του: «Ἑρμηνεύεται δέ τό ὄνομα Μαριάμ “Κυρία”· παράγεται δέ τοῦτο, κατ᾽ ἄλλους μέν ἐκ τοῦ Ἀϊά, ὅ δηλοῖ καθ᾽ Ἑβραίους Κύριος· κατά δέ Γεώργιον τόν Κορέσσιον, εἰδήμονα τῶν ἑβραϊκῶν, ἐκ τῆς ρίζης τοῦ Ἰεχωβᾶ, τοῦ τετραγραμμάτου, ἀκοινωνήτου τε πάσῃ κτίσει καί κυριωτέρου ὀνόματος τοῦ Θεοῦ· ὅ δή καί αὐτό ἡρμήνευται παρά τῶν Ἑβδομήκοντα Κύριος».

Σᾶς εὔχομαι, ἀγαπητά παιδιά, σεῖς πού παρακολουθεῖτε αὐτά τά ἁπλᾶ βιβλικά μας μαθήματα, νά ἀγαπήσετε τά δύο αὐτά ὀνόματα ΙΗΣΟΥΣ καί ΜΑΡΙΑ, νά σᾶς γίνουν τά περισσότερον ἀγαπητά ἀπό ὅλα τά ἄλλα ὀνόματα καί νά σᾶς εἶναι τά πρῶτα λόγια τήν αὐγή καί τά τελευταῖα τήν ἑσπέρα!

Γιὰ νὰ διαβάσετε περισσότερα πατῆστε:  Μητροπολίτης Γόρτυνος - Παλαιά Διαθήκη

http://anavaseis.blogspot.gr/2012/07/3-12-17.html

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2012

Ἡ Παλαιά Διαθήκη στήν Καινή Διαθήκη. Μάθημα 2ο (Ματθ. 1,2-17). Μητροπολίτης Γόρτυνος Ἰερεμίας

Ἡ Παλαιά Διαθήκη στήν Καινή Διαθήκη
(Σειρά μαθημάτων σέ βιβλική ὁμάδα νέων καί νεανίδων)
Μάθημα 2ο (Ματθ. 1,2-17) 

Μητροπολίτης Γόρτυνος Ἰερεμίας

1. Ἀπό τήν προηγούμενή μας συνάντηση, ἀγαπητοί μου φίλοι, ἀρχίσαμε μία νέα σειρά μαθημάτων. Θά ἤθελα ἰδιαίτερα νά προσέξετε τά μαθήματα αὐτά, γιατί ἀπαντοῦν σέ μιά αἵρεση πού ἀκούγεται στήν ἐποχή μας, ὅτι τάχα δέν χρειάζεται ἡ Παλαιά Διαθήκη, ὅτι εἶναι βιβλίο τῶν Ἑβραίων καί ὅτι, τέλος πάντων, ἐμεῖς ἀνήκουμε στήν Καινή Διαθήκη καί δέν πρέπει νά διαβάζουμε τήν Παλαιά.
Τήν εἶπα αἵρεση, ἀγαπητοί μου, τήν ἀντίληψη αὐτή καί μάλιστα ὅτι εἶναι παραπάνω ἀπό αἵρεση, διότι ἡ βλάσφημη αὐτή ἀντίληψη ἀπορρίπτει ὅλο τό πρῶτο τμῆμα τῆς θείας Ἀποκαλύψεως. Τό πόσο μεγάλη εἶναι ἡ πλάνη αὐτή θά φανεῖ στήν σειρά τῶν μαθημάτων μας ἐδῶ. Στά μαθήματά μας, πού παρακαλῶ νά τά παρακολουθεῖτε χωρίς ἀπουσίες, θά ἀποδείξουμε ὅτι χωρίς τήν Παλαιά Διαθήκη δέν μπορεῖ νά σταθεῖ ἡ Καινή Διαθήκη· ὅτι χωρίς τήν Παλαιά Διαθήκη δέν μποροῦμε νά νοήσουμε καθόλου τήν Καινή Διαθήκη. Τό καταλάβατε αὐτό ἀπό τό προηγούμενο μάθημα.

Ὁ 1ος στίχος τοῦ α´ κεφ. τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου, «Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ Δαυίδ, υἱοῦ Ἀβραάμ», δέν μπορεῖ καθόλου, μά καθόλου δέν μπορεῖ νά γίνει κατανοητός, ἄν δέν γνωρίζει κανείς τήν Παλαιά Διαθήκη, ὅπου ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας καλεῖται «Υἱός τοῦ Δαυίδ».
Τά εἴπαμε αὐτά διά πολλῶν στό προηγούμενο μάθημα. Προχωροῦμε σήμερα τήν μελέτη μας στό κεφάλαιο αὐτό τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου.

2. Οἱ Ἰουδαῖοι, εἴπαμε στό προηγούμενο μάθημα, γιά νά διαπιστώσουν τόν πραγματικό Μεσσία (γιατί ἐμφανίζονταν καί ψευδο-μεσσίες), κρατοῦσαν στόν ναό τους ληξιαρχικά βιβλία, ἀπ᾽ ὅπου φαινόταν, ἄν ὁ ἀκουόμενος ὡς Μεσσίας κατάγεται ἀπό τόν Δαυίδ, ὅπως τό ἔλεγαν οἱ προφῆτες. Αὐτά τά βιβλία χρησιμοποιεῖ ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος στό α´ κεφ. τοῦ Εὐαγγελίου του.
Ὁ Εὐαγγελιστής μᾶς παρουσιάζει ἕνα γενεαλογικό κατάλογο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τόν κατάλογο αὐτόν δέν μποροῦμε καθόλου νά τόν νοήσουμε, ἄν δέν γνωρίζουμε Παλαιά Διαθήκη. Αὐτό εἶναι τό θέμα τῶν μαθημάτων μας: Ἡ Παλαιά Διαθήκη στήν Καινή Διαθήκη.
Ὅτι εἶναι ἀκατανόητη ἡ Καινή Διαθήκη σέ ἐκεῖνον πού ἀπορρίπτει τήν Παλαιά Διαθήκη.

3. Ὁ γενεαλογικός κατάλογος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως μᾶς τόν παρουσιάζει ὁ Ματθαῖος, εἶναι σύντομος καί εἶναι καί εὐκολομνημόνευτος. Τέτοιους καταλόγους βρίσκουμε στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅπως π.χ. στό Β´ Ἔσδρ. 7,1.5. Αὐτός ὁ κατάλογος στό Β´ Ἔσδρ. ἦταν μιά ἐπαρκής ἀπόδειξη γιά τήν καταγωγή τοῦ Ἔσδρα ἀπό τόν Ἀαρών, σέ χρόνο πού ἄλλοι ἀποκλείστηκαν ἀπό τήν ἱερωσύνη, ἀκριβῶς γιατί δέν εἶχαν στοιχεῖα τῆς γενεαλογίας τους (βλ. Β´ Ἔσδρ. 2,62. Νεεμ. 7,64).

Γιά νά κάνει ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος εὐκολομνημόνευτο τόν κατάλογο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πού παραθέτει, τόν χωρίζει σέ τρεῖς μεγάλες ἐποχές τῆς ἰουδαϊκῆς ἱστορίας μέ ἰσάριθμες γενεές ἡ κάθε ἐποχή. Ἡ πρώτη ἐποχή εἶναι ἀπό τόν Ἀβραάμ μέχρι τήν βασιλεία τοῦ Δαυίδ· εἶναι ἡ περίοδος τῶν Πατριαρχῶν καί τῶν Κριτῶν.
Ἡ δεύτερη ἐποχή εἶναι ἀπό τόν Δαυίδ μέχρι τήν αἰχμαλωσία στήν Βαβυλώνα. Εἶναι ἡ περίοδος τῆς βασιλείας. Καί ἡ τρίτη ἐποχή στόν γενεαλογικό κατάλογο τοῦ Ματθαίου εἶναι ἀπό τήν βαβυλώνιο αἰχμαλωσία μέχρι τήν γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ ἀπολυταρχική περίοδος, δουλεία σέ ξένους δικτάτορες καί περίοδος ἁπλῶν βασιλικῶν ἀπογόνων.
Ὁρίστε, φαίνεται καθαρά! Ἄν δέν ἔχει κανείς ὑπ᾽ ὄψιν τήν ἱστορία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, δέν μπορεῖ νά νοήσει τόν γενεαλογικό κατάλογο τοῦ Ματθαίου. Χωρίς τήν Παλαιά Διαθήκη δέν νοεῖται ἡ Καινή Διαθήκη!

4. Ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος χωρίζει, εἴπαμε, τήν γενεαλογία του σέ τρεῖς σειρές, ἀπό δεκατέσσερα ὀνόματα τήν κάθε σειρά. Ὅλα δηλαδή τά ὀνόματα τοῦ καταλόγου του εἶναι 14 X 3 = 42. Ἀλλά γιατί τά ὀνόματα τῆς κάθε σειρᾶς εἶναι δεκατέσσερα;
Καί ἐδῶ πάλι γιά νά ἀπαντήσουμε, χρειάζεται νά γνωρίζουμε Παλαιά Διαθήκη. Δόθηκαν τρεῖς ἀπαντήσεις στό γιατί ὁ Ματθαῖος κάνει δεκατέσσερα τά ὀνόματα τῆς κάθε σειρᾶς τοῦ καταλόγου του· καί οἱ τρεῖς αὐτές ἀπαντήσεις εἶναι βεβαίως ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη.
(α) Στήν Παλαιά Διαθήκη τονίζεται ἐπανειλημμένως ὁ ἀριθμός ἑπτά. Βλ. Ἰησ. Ν. κεφ. 6. Ἐξ. 25,30-40.
Λευιτ. 4,6.17. 8,11 κ.ἄ. Τό δεκατέσσερα εἶναι διπλάσιο τοῦ ἑπτά. Κάνει δηλαδή ὁ εὐαγγελιστής δεκατέσσερα τά ὀνόματα τῆς κάθε σειρᾶς, γιατί θέλει νά ἐξάρει τόν ἀριθμό ἑπτά.
Δέν νομίζουμε ὅτι εἶναι σωστή ἡ ἑρμηνεία αὐτή. Γιατί, ἄν ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος ἤθελε νά τονίσει τόν ἀριθμό ἑπτά, δέν θά παρέλειπε ἀπό τόν κατάλογό του μερικά ὀνόματα (πού παραλείπει) καί θά ἔκανε ἄλλο κατάλογο μέ ἑπτά σειρές (καί ὄχι τρεῖς) καί μέ ἑπτά ὀνόματα τήν κάθε σειρά.
Ἔτσι θά τονιζόταν ὁ ἀριθμός ἑπτά, ἄν εἶχε αὐτόν τόν σκοπό ὁ Εὐαγγελιστής.
Δέν τό κάνει ὅμως αὐτό καί ἄρα δέν ἔχει ὡς σκοπό του τόν τονισμό τοῦ ἀριθμοῦ ἑπτά.

(β)Ἄλλοι εἶπαν ὅτι ὁ Εὐαγγελιστής προτιμάει τόν ἀριθμό δεκατέσσερα στήν κάθε σειρά τοῦ καταλόγου του, γιατί ὁ ἀριθμός αὐτός εἶναι ἡ ἀριθμητική ἀξία τῶν ἑβραϊκῶν γραμμάτων τοῦ ὀνόματος Δαυίδ (dwd: 4+6+4=14). Δέν φαίνεται καί αὐτή ἡ ἑρμηνεία ὡς σοβαρή.
(γ) Ὡς σωστή καί σοβαρή ἑρμηνεία στό γιατί ὁ Εὐαγγελιστής ἀναφέρει δεκατέσσερα ὀνόματα καί στίς τρεῖς σειρές τοῦ γενεαλογικοῦ του καταλόγου, εἶναι νά ποῦμε ὅτι: Κατά τήν περικοπή Α´ Παραλ. 1,1-
2,15 οἱ γενεές ἀπό τόν Ἀβραάμ μέχρι τόν Δαυίδ εἶναι πραγματικά δεκατέσσερις.
Ἐπειδή λοιπόν τόσες εἶναι οἱ γενεές τῆς πρώτης σειρᾶς, γι᾽ αὐτό καί ὁ Ματθαῖος, γιά τό ὁμοιόμορφο καί τῶν τριῶν σειρῶν, ἀριθμεῖ καί τίς γενεές τῶν ἄλλων σειρῶν ὡς δεκατέσσερις.
Εἴδατε πόσο ἀπαιτεῖται ἡ γνώση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γιά τήν ἀπάντηση στό παραπάνω ἐρώτημα;

5. Στόν κατάλογο τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου πού ἐξετάζουμε ὑπάρχει μιά δυσκολία στήν ἀρίθμηση τῶν γενεῶν, πού θέλω νά τήν θίξω, ἐπειδή ἡ λύση της ἀναφέρεται στήν Παλαιά Διαθήκη, προϋποθέτει γνώση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού εἶναι τό θέμα μας.
Τά ὀνόματα τῆς πρώτης καί τῆς δευτέρας σειρᾶς τοῦ καταλόγου τοῦ Ματθαίου εἶναι πραγματικά δεκατέσσερα. Τά ὀνόματα ὅμως τῆς τρίτης σειρᾶς, δηλαδή ἀπό τήν αἰχμαλωσία στήν Βαβυλώνα μέχρι τήν γέννηση τοῦ Χριστοῦ, δέν εἶναι δεκατέσσερα, ἀλλά εἶναι δεκατρία.
Καί γράφουμε δεκατρία γιατί ὑπολογίζουμε δυό φορές τόν Ἰεχονία: Μιά φορά στόν στίχ. 1,11, γιατί αὐτός τερματίζει τήν περίοδο τῶν Βασιλέων, καί δεύτερη φορά στόν στίχ. 1,12, στήν ἀρχή τῆς
τρίτης σειρᾶς, γιατί αὐτός ἀνοίγει τούς ἁπλούς βασιλικούς ἀπογόνους.
Ἄν ὅμως δέν ὑπολογίσουμε τόν Ἰεχονία γιά δεύτερη φορά, τότε τά ὀνόματα τῆς τρίτης σειρᾶς γίνονται δώδεκα. Ἔτσι, ὡς δώδεκα, ὑπολογίζει τά ὀνόματα ὁ ἱερός Χρυσόστομος καί ρωτάει: «Γιατί στήν τελευταία σειρά ὁ Εὐαγγελιστής ἀναφέρει δώδεκα γενεές καί λέει ὅτι εἶναι δεκατέσσερις;» (Στό κατά Ματθαῖον ὁμιλ. Δ´ –ΕΠΕ 9,108,13-15. Βλ. καί Ὁμιλία Α´ στό κατά Ματθαῖον – ΕΠΕ 9,42.9-11).

Στό ἑρμηνευτικό αὐτό πρόβλημα δόθηκαν τρεῖς ἀπαντήσεις καί βέβαια, ξαναλέγω, γιά νά ἔλθω στό θέμα μου, πρέπει νά γνωρίζει κανείς Παλαιά Διαθήκη γιά νά ἀπαντήσει.
(α) Ὑποστηρίζουν μερικοί ὅτι στό ἀρχικό κείμενο, στόν στίχ. 11, ἐκεῖ ὅπου τώρα εἶναι τό ὄνομα Ἰεχονίας, ὑπῆρχε τό ὄνομα Ἰωακείμ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πατέρας τοῦ Ἰεχονία, ἀλλά ἐξέπεσε τό ὄνομα ἀπό τό κείμενο, λόγω τοῦ ὁμοήχου Ἰωακείμ-Ἰεχονίας.
Ἡ ἑρμηνεία αὐτή φαίνεται ὡς ἱκανοποιητική, γιατί μερικά χειρόγραφα καί μεταφράσεις μνημονεύουν πραγματικά στόν στίχ. 1,11 τόν Ἰωακείμ. Ἡ λύση αὐτή λύνει καί τήν ἄλλη δυσκολία τῆς ἔκφρασης τοῦ στίχ. 11 «τούς ἀδελφούς αὐτοῦ», γιατί ὁ Ἰεχονίας δέν εἶχε ἀδελφούς.
Ἄν ὅμως ὑποθέσουμε ὅτι ἡ ἔκφραση ἀναφέρεται στόν Ἰωακείμ (τόν πατέρα τοῦ Ἰεχονία), αὐτός πραγματικά εἶχε ἀδελφούς (βλ. Α´ Παραλ. 3,15).
Δέν γίνεται ὅμως δεκτή ἡ ἑρμηνεία αὐτή ἀπό ἄλλους, γιατί ὁ Ἰωακείμ δέν ἀπήχθη στήν Βαβυλώνα αἰχμάλωτος, ὅπως προϋποθέτει ὁ στίχ. 11 γιά τόν μνημονευόμενο ἐκεῖ βασιλέα.
Κατ᾽ αὐτούς, ὁ Ματθαῖος παρέλειψε πραγματικά τό ὄνομα τοῦ Ἰωακείμ ἀπό τόν κατάλογό του καί ἡ παράλειψη αὐτή ἐξηγεῖται πιθανόν ἀπό τό ὅτι ὁ βασιλιάς αὐτός κράτησε τόν τίτλο του στήν χώρα του ἐξαρτώμενος ἀπό τόν Φαραώ τῆς Αἰγύπτου (βλ. Δ´ Βασ. 24,1 ἑξ.).

(β) Ὑποθέτουν ὅτι παραλείφθηκε ἕνα ὄνομα ἀπό τόν ἀντιγραφέα. Ἡ ὑπόθεση αὐτή ἔχει κάποια πιθανότητα, ἀφοῦ τά περισσότερα πρόσωπα τῆς τρίτης σειρᾶς εἶναι ἄγνωστα στήν ἱστορία. Τά ὑπάρχοντα ὅμως χειρόγραφα δέν ὑποστηρίζουν αὐτήν τήν ὑπόθεση.
(γ) Νομίζουμε ὅτι μία σοβαρή λύση τοῦ προβλήματος εἶναι νά προσθέσουμε στό τέλος τῆς τρίτης σειρᾶς τήν Μητέρα τοῦ Ἰησοῦ, τήν Παρθένο Μαρία, ἡ Ὁποία καί μνημονεύεται.
Δέν ἀναφέρεται μέν ἡ γενεαλογία τῆς Παρθένου, ἀλλά, ἀφοῦ ὁ Εὐαγγελιστής τήν μνημονεύει στό τέλος τοῦ καταλόγου του μέ τήν φράση «Ἰωσήφ τόν ἄνδρα Μαρίας» (1,16) τήν κατατάσσει καί αὐτή στόν κατάλογο.
Γιά τήν ἑρμηνεία αὐτή νομίζουμε ὅτι ἔχουμε τήν στήριξη τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος, στήν ἔκφραση τοῦ Εὐαγγελιστοῦ «Ἰωσήφ, τόν ἄνδρα Μαρίας», λέγει: «... Δεικνύς (ὁ Ματθαῖος) ὅτι δι᾽ ἐκείνην καί τοῦτον ἐγενεαλόγησεν» (Στό κατά Ματθαῖον ὁμιλ. Δ´ – ΕΠΕ
9,114.19).
(δ) Ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος, ὅπως εἴπαμε παραπάνω, ὑπολογίζει τά ὀνόματα τῆς τρίτης σειρᾶς τοῦ καταλόγου σέ 12, τά κάνει 14 μέ τήν ἑξῆς εὐφυεστάτη ἑρμηνεία: Ὡς πρώτη γενεά τῆς τρίτης σειρᾶς νομίζει ὅτι ὁ Εὐαγγελιστής ὑπολογίζει γενικά τόν χρόνο τῆς αἰχμαλωσίας καί ὡς 14η γενεά τόν
Ἴδιο τόν Ἰησοῦ Χριστό! «Ἐμοί ἐνταῦθα δοκεῖ καί τόν χρόνον τῆς αἰχμαλωσίας
ἐν τάξει γενεᾶς τιθέναι καί αὐτόν τόν Χριστόν πανταχόθεν συνάπτων ἡμῖν αὐτόν»
(Στό κατά Ματθαῖον ὁμιλ. Δ´ – ΕΠΕ 9,108.18-20).
Ἀλλά θά συνεχίσουμε στήν ἑπόμενη συνάντησή μας!
 http://anavaseis.blogspot.gr/2012/07/2-12-17.html

Σάββατο 14 Ιουλίου 2012

Ἡ Παλαιά Διαθήκη στήν Καινή Διαθήκη. Μάθημα 1ο (Ματθ. 1,1). Μητροπολίτης Γόρτυνος Ἰερεμίας

Ἡ Παλαιά Διαθήκη στήν Καινή Διαθήκη
(Σειρά μαθημάτων σέ βιβλική ὁμάδα νέων καί νεανίδων)
 Μάθημα 1ο (Ματθ. 1,1)

Μητροπολίτης Γόρτυνος Ἰερεμίας

Μέ τήν σημερινή μας συνάντηση, ἀγαπητοί μου φίλοι, κάνουμε ἀρχή ὀλίγων μόνο μαθημάτων, μέ τά ὁποῖα θέλω νά σᾶς ἀποδείξω ὅτι, ἄν δέν γνωρίζετε τήν Παλαιά Διαθήκη, δέν θά μπορέσετε νά κατανοήσετε τήν Καινή Διαθήκη.
Ἄρα εἶναι λάθος αὐτό πού λέγουν πολλοί στήν σημερινή μας ἐποχή, ὅτι δέν χρειάζεται ἡ Παλαιά Διαθήκη καί φτάνει ἡ Καινή.
Ἀλλά δέν μποροῦμε νά κατανοήσουμε τήν Καινή Διαθήκη χωρίς τήν Παλαιά Διαθήκη. Αὐτό θά φαίνεται κάθε φορά στά μαθήματά μας ἐδῶ. Στήν νέα αὐτή σειρά τῶν μαθημάτων θά ἔχω ὡς βάση τόν ὡραῖο λόγο τοῦ ἁγίου Αὐγουστίνου, ὅτι «ἡ Καινή Διαθήκη κρύβεται στήν Παλαιά· καί ἡ Παλαιά Διαθήκη ἀνοίγεται στήν Καινή». Ἐπειδή θεωρῶ σημαντικό τόν λόγο αὐτόν, σᾶς τόν λέγω καί ὅπως τόν εἶπε ὁ ἱερός πατέρας στήν λατινική γλώσσα καί ἀπαιτῶ νά τόν μάθετε ἀπέξω: «ΝovumTestamentum in Vetere latet, Vetus Testamentum
in Novo patet» (Αὐγουστίνου ἐρώτ. 73 στήν Ἔξοδο).

Τήν ἀλήθεια ὅτι χωρίς τήν Παλαιά Διαθήκη δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ ἡ Καινή Διαθήκη θά τήν ἀποδείξω μόνο ἀπό τό 1ο κεφ. τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου.
Αὐτό βέβαια μπορεῖ νά τό κάνει κανείς σέ ὅλο τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο καί σέ ὅλα τά βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἐπειδή εἶστε καί θεολόγοι μερικοί ἐδῶ σᾶς δίνω μία σπουδαία βιβλική ἐργασία: Νά πάρετε ἕνα-ἕνα τά βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης καί νά βρεῖτε ποῦ σ᾽ αὐτά ἀπαντῶνται χωρία ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη καί νά ἐξετάσετε γιά ποιό λόγο τά χωρία αὐτά ἀναφέρονται στόν συγκεκριμένο στίχ. τῆς Καινῆς Διαθήκης.
Στήν ἐργασία σας αὐτή μαζί μέ τά καθαρῶς παλαιοδιαθηκικά χωρία τά ἀναφερόμενα στήν Καινή Διαθήκη νά βρεῖτε καί τίς παλαιοδιαθηκικές ἔννοιες καί ἰδέες τίς ἀναφερόμενες σ᾽ αὐτήν.
Εἶναι πολύ σπουδαία ἡ ἐργασία αὐτή καί θά σᾶς δώσει τήν γνώση τῆς Βίβλου, καί τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης.
Ἐμεῖς ἐδῶ, ὅπως εἴπαμε, θά ἀποδείξουμε τήν ἀλήθεια ὅτι χωρίς τήν Παλαιά Διαθήκη δέν μποροῦμε νά νοήσουμε τήν Καινή Διαθήκη ἀπό τήν μελέτη τοῦ 1ου κεφ. τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου. Διαβάζω τόν πρῶτο στίχο:«Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ υἱοῦ Δαβίδ υἱοῦ Ἀβραάμ» (1,1).

1. Ἔτσι ἀρχίζει τό Εὐαγγέλιό του ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος θέλοντας νά περιγράψει τήν γενεαλογία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί ἡ ἴδια ἡ γενεαλογία, ἀλλά καί ἡ ἀρχή της, μᾶς φέρει στήν Παλαιά Διαθήκη. Στό πρῶτο βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, στήν Γένεση, θέλοντας ὁ ἱερός συγγραφεύς νά ἐξιστορήσει τήν δημιουργία τοῦ κόσμου, γράφει: «Αὕτη ἡ βίβλος γενέσεως (Ἑβρ. t/dl]/T, «τωλεδώθ») οὐρανοῦ
καί γῆς» (2,4).  Καί θέλοντας πάλι νά ὁμιλήσει γιά τήν γενεαλογία τοῦ Ἀδάμ λέγει ὁμοίως: «Αὕτη ἡ βίβλος γενέσεως (Ἑβρ. t/dl]/T, «τωλεδώθ») ἀνθρώπων» (5,1).
Εἶναι φανερό λοιπόν ὅτι ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος ἀρχίζοντας τό Εὐαγγέλιό του ἔχει ὑπ᾽ ὄψιν τήν Παλαιά Διαθήκη.

2. Ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος στό χωρίο πού παραθέτουμε ὀνομάζει ἀπό τήν ἀρχή τόν Ἰησοῦ «Χριστό». Καί γιά νά ἐννοήσουμε τήν ἔκφραση αὐτή πρέπει πάλι νά ἔχουμε ὑπ᾽ ὄψιν τήν Παλαιά Διαθήκη. Στά χρόνια τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὁ ἀρχιερεύς (Ἐξ. 30,30), ὁ βασιλεύς (Β´ Βασ. 5,3. Βλ. Α´ Βασ. 24,6) καί οἱ Προφῆτες ἐχρίοντο, ὅταν ἀνελάμβαναν τά ἱερά τους καθήκοντα καί ἦταν λοιπόν
καί ἐλέγοντο «χριστοί» (Λευιτ. 4,3. Α´ Βασ. 24,6. Α´ Παραλ. 16,21.22).
Ὁ ὅρος «χριστός» ἁρμόζει κυρίως στόν Μεσσία· γιατί ὁ Μεσσίας ἀφοῦ εἶναι ὁ Λυτρωτής τῆς ἀνθρωπότητος (Ἠσ. 61,1. Δαν. 9,25.26), εἶναι καί ὁ μοναδικός χρισθείς ἀπό τόν Θεό, ὡς Προφήτης (Δευτ. 18,15), ὡς Ἀρχιερεύς (Ζαχ. 6,11-14) καί ὡς Βασιλεύς (Ἠσ. 9,6.7).
Ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος παρουσιάζει ἀπό τήν ἀρχή τόν Ἰησοῦ ὡς Μεσσία, τόν Ὁποῖον ἀνέμεναν οἱ Ἰουδαῖοι καί ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα καί ἄς μή ζητοῦν λοιπόν ἄλλον. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός πράγματι εἶναι Προφήτης, γιατί ἔφερε τήν τέλεια ἀποκάλυψη· εἶναι Ἀρχιερεύς, γιατί πρόσφερε τόν Ἑαυτό Του θυσία
στόν Θεό γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας καί εἶναι Βασιλεύς, γιατί μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπό τό κράτος τοῦ Σατανᾶ καί μᾶς ἔκανε πολίτες τῆς δικῆς Του Βασιλείας.

3. Ὁ Εὐαγγελιστής στό χωρίο πού παραθέτουμε ὀνομάζει τόν Ἰησοῦ Χριστό «υἱόν Δαυίδ, υἱόν Ἀβραάμ». Πρόκειται, ὡς γνωστόν, περί τῶν δύο μεγάλων προσωπικοτήτων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τοῦ πατριάρχου Ἀβραάμ καί τοῦ βασιλέως Δαυίδ. Γιά νά νοήσουμε τόν λόγο αὐτό τοῦ Εὐαγγελιστοῦ πρέπει νά γνωρίζουμε τίς σχετικές προφητεῖες ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη.

4. Στήν Παλαιά Διαθήκη ἦταν προφητευμένο ὅτι ὁ Μεσσίας θά κατάγεται ἀπό τήν φυλή τοῦ Ἰούδα καί συγκεκριμένα ἀπό τό γένος τοῦ Δαυίδ. Ἤδη ὁ πατριάρχης Ἰακώβ εὐλογώντας τόν υἱό του Ἰούδα τοῦ εἶπε: «Οὐκ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ Ἰούδα καί ἡγούμενος ἐκ τῶν μηρῶν αὐτοῦ, ἕως ἐάν ἔλθῃ τά ἀποκείμενα αὐτῷ καί αὐτός προσδοκία ἐθνῶν» (Γεν. 49,10). Τό ἀντίστοιχο Ἑβρ. κείμενο τό τέλος τοῦ στίχ. αὐτοῦ τό ἔχει ὡς ἑξῆς: «Μέχρις ὅτου ἔλθει ὁ Σηλώ, στόν ὁποῖο θά ὑπακούουν οἱ λαοί». Τό «Σηλώ» ἀναφέρεται ἐδῶ στόν Μεσσία καί σημαίνει «ὁ ἀπεσταλμένος».
Μέ τόν λόγο του αὐτόν ὁ γέροντας Ἰακώβ προφητεύει γιά τόν υἱό του Ἰούδα ὅτι θά ἐξακολουθεῖ νά εἶναι ἄρχων μεταξύ τῶν φυλῶν μέχρι τόν χρόνο τῆς ἐλεύσεως τοῦ Μεσσία.
Τήν ἀπό τοῦ Δαυίδ προέλευση τοῦ Μεσσία προφητεύουν ἤ ὑπαινίσσονται πολλά χωρία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἀναφέρουμε μερικά:

(α) Ὁ προφήτης Ἀμώς παρουσιάζει τόν Θεό νά λέγει: «Ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀναστήσω τήν σκηνήν Δαυίδ τήν πεπτωκυῖαν καί ἀνοικοδομήσω τά πεπτωκότα αὐτῆς καί τά κατεσκαμμένα αὐτῆς ἀναστήσω καί ἀνοικοδομήσω αὐτήν καθώς αἱ ἡμέραι τοῦ αἰῶνος» (9,11).
(β) Ὁ προφήτης Ὠσηέ, ἀφοῦ προφητεύει τήν ἐρήμωση τοῦ Ἰσραήλ, τήν στέρησή του ἀπό βασιλέα καί ἀπό ἱερέα, λέγει στήν συνέχεια: «Καί μετά ταῦτα ἐπιστρέψουσιν οἱ υἱοί Ἰσραήλ καί ἐπιζητήσουσι τόν Θεόν αὐτῶν καί Δαυίδ τόν βασιλέα αὐτῶν· καί ἐκστήσονται ἐπί τῷ Κυρίῳ καί ἐπί τοῖς ἀγαθοῖς αὐτοῦ ἐπ᾽ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν» (3,5).
Στόν λόγο αὐτόν τοῦ προφήτου ἔχουμε ὑπαινιγμό τῆς ἐλεύσεως καλυτέρου μέλλοντος διά τοῦ Μεσσίου, καταγομένου ἐκ τοῦ Δαυίδ.
(γ) Ὁ προφήτης Ἠσαΐας προφητεύοντας τόν ἐρχομό τοῦ Μεσσίου λέγει: «Ἐξελεύσεται ράβδος ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαί, καί ἄνθος ἐκ τῆς ρίζης ἀναβήσεται» (11,1).
Καί τό χωρίο αὐτό προφητεύει τήν ἀπό τοῦ Δαυίδ καταγωγή τοῦ Μεσσία, γιατί ὁ Ἰεσσαί ἦταν πατέρας τοῦ Δαυίδ.
(δ) Ὁ προφήτης Μιχαίας μιλώντας γιά τήν πατρίδα τοῦ Μεσσία λέγει: «Καί σύ, Βηθλεέμ, οἶκος τοῦ Ἐφραθά, ὀλιγοστός εἶ τοῦ εἶναι ἐν χιλιάσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ μοι ἐξελεύσεται τοῦ εἶναι εἰς ἄρχοντα ἐν τῷ Ἰσραήλ καί αἱ ἔξοδοι αὐτοῦ ἀπ᾽ ἀρχῆς ἐξ ἡμερῶν αἰῶνος» (5,1). Γιά τήν ἀπό τοῦ Δαυίδ καταγωγή τοῦ Μεσσία ὁμιλεῖ καί τό χωρίο αὐτό, γιατί ἡ Βηθλεέμ ἦταν ἡ πατρίδα τοῦ Ἰεσσαί, τοῦ πατέρα τοῦ
Δαυίδ.
(ε) Ὁ προφήτης Ἰερεμίας ὁμιλώντας καί αὐτός γιά τήν ἔλευση τοῦ Μεσσία ἀπό τόν Δαυίδ λέγει: «Ἰδού ἡμέραι ἔρχονται, λέγει Κύριος, καί ἀναστήσω τῷ Δαυίδ ἀνατολήν δικαίαν, καί βασιλεύσει βασιλεύς καί συνήσει καί ποιήσει κρίμα καί δικαιοσύνην ἐπί τῆς γῆς» (Ἰερ. 23,5). Καί ὁ ἴδιος προφήτης σέ μιά ἄλλη του ὡραία προφητεία, ἡ ὁποία ὅμως ὑπάρχει μόνο στό Ἑβρ. κείμενο, λέγει: «Τάς ἡμέρας ἐκείνας καί τόν καιρόν ἐκεῖνον θά ἀναβλαστήσω στόν Δαυίδ βλαστόν δικαιοσύνης καί θά ἐκτελέσει κρίσιν καί δικαιοσύνην στήν γῆ» (33,15).
(ς) Ὁ προφήτης Ἰεζεκιήλ λέγει πάλι τήν ἑξῆς προφητεία: «Καί ἀναστήσω ἐπ᾽ αὐτούς ποιμένα ἕνα καί ποιμανεῖ αὐτούς, τόν δοῦλόν μου Δαυίδ, καί ἔσται αὐτῶν ποιμήν· καί ἐγώ Κύριος ἔσομαι αὐτοῖς εἰς Θεόν, καί Δαυίδ ἄρχων ἐν μέσῳ αὐτῶν· ἐγώ Κύριος ἐλάλησα. Καί διαθήσομαι τῷ Δαυίδ διαθήκην εἰρήνης καί ἀφανιῶ θηρία πονηρά ἀπό τῆς γῆς» (34,23-25).
Καί στήν προφητεία αὐτή ἔχουμε ὑπαινιγμό περί τοῦ Μεσσίου, προερχομένου ἐκ τοῦ Δαυίδ. Ὁμοίως ὁ ἴδιος προφήτης παρουσιάζει τόν Θεό νά λέγει: «Καί ὁ δοῦλός μου Δαυίδ ἄρχων ἐν μέσῳ αὐτῶν ἔσται ποιμήν εἷς πάντων» (37,24).
(ζ) Στό βιβλίο τῶν Ψαλμῶν ἀκοῦμε τόν Θεό νά λέγει: «Διεθέμην διαθήκην τοῖς ἐκλεκτοῖς μου, ὤμοσα Δαυίδ τῷ δούλῳ μου· ἕως τοῦ αἰῶνος ἑτοιμάσω τό σπέρμα σου καί οἰκοδομήσω εἰς γενεάν καί γενεάν τόν θρόνον σου» (88,5). Οἱ λόγοι αὐτοί τοῦ Ψαλμωδοῦ ἁρμόζουν ἀσφαλῶς στόν Μεσσία καί ὄχι στόν Δαυίδ, ὁ ὁποῖος ἀπέθανε.
Καί σέ ἄλλον ψαλμό διαβάζουμε: «Ὤμοσε Κύριος τῷ Δαυίδ ἀλήθειαν καί οὐ μή ἀθετήσει αὐτήν· ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας σου θήσομαι ἐπί τοῦ θρόνου σου» (131,11). Ἡ προφητεία αὐτή εἶναι χριστολογική. Ὁμιλεῖ γιά τήν ἀπό τοῦ Δαυίδ καταγωγή τοῦ Μεσσία. Πράγματι, ὅπως λέγει ὁ ἑρμηνευτής Θεοδώρητος «τό τέλος τῆς ὑποσχέσεως ὁ Δεσπότης Χριστός ἐβεβαίωσε, τοῦ Δαυίδ κρατύνας τήν
βασιλείαν» (MPG 80,1908).
(η) Ἄλλη προφητεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης περί τοῦ Μεσσίου καταγομένου ἐκ τοῦ Δαυίδ βλέπουμε εἰς Β´ Βασ. 7,12-16 (βλ. καί Α´ Παραλ. 17,11-14). Στήν περικοπή αὐτή ὁ Θεός ὑπόσχεται στόν Δαυίδ ὅτι μετά τόν θάνατό του θά ἀναδείξει ἀπ᾽ αὐτόν διάδοχο, κατ᾽ εὐθεῖαν ἀπόγονό του καί αὐτός θά διατηρήσει σταθερή τήν βασιλεία του, ἡ ὁποία θά εἶναι αἰώνιος: «Πιστωθήσεται ὁ οἶκος αὐτοῦ καί ἡ βασιλεία αὐτοῦ ἕως αἰῶνος ἐνώπιον ἐμοῦ καί ὁ θρόνος αὐτοῦ ἔσται ἀνωρθωμένος εἰς τόν
αἰῶνα».  Ἔχουμε ἐδῶ πάλι καθαρά προφητεία περί τοῦ Μεσσίου, καταγομένου ἐκ
τοῦ Δαυίδ.
Τέλος, λέγομε ὅτι τήν ὀνομασία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὡς «υἱοῦ τοῦ Δαυίδ» τήν συναντοῦμε σέ πολλά σημεῖα τῆς Καινῆς Διαθήκης: Ματθ. 9,27. 12,23. 15,22. 20,30 ἑξ. 21,9.15. 22,42. Μάρκ. 10,47 ἑξ. 12,35. Λουκ. 18,38 ἑξ. 20,41. Ἰωάν. 7,42. Πράξ. 2,30. 13,23. Ρωμ. 1,3. Β´ Τιμ. 2,8. Ἑβρ. 7,14. Ἀπ. 5,5. 22,16. Βλ. καί Ἰωάν. 1,45.

Ἐπειδή λοιπόν οἱ προφητεῖες ἔλεγαν ὅτι ὁ Μεσσίας θά κατάγεται ἀπό τόν Δαυίδ, γι᾽ αὐτό καί οἱ Ἰουδαῖοι κρατοῦσαν στόν ναό τους ληξιαρχικά βιβλία, στά ὁποῖα καταγράφονταν ὅλοι κατά φυλές καί οἰκογένειες (βλ. π.χ. Α´ Ἔσδρ. 5,39).
Τά βιβλία αὐτά χρησιμοποιεῖ ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος γιά νά ἀποδείξει ὅτι ὁ Ἰησοῦς, ὁ Υἱός τῆς Μαρίας, τῆς μνηστῆς τοῦ Ἰωσήφ, κατάγεται ἀπό τήν φυλή τοῦ Ἰούδα καί τήν οἰκογένεια τοῦ Δαυίδ, ὅτι δηλαδή ὁ Ἰησοῦς εἶναι «υἱός Δαυίδ» καί «υἱός Ἀβραάμ», ὅπως πίστευαν οἱ Ἰουδαῖοι τόν ἀναμενόμενο Μεσσία.
 http://anavaseis.blogspot.gr/2012/07/1-11.html