Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Παύλος Δημητρακόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Παύλος Δημητρακόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Θλιβερὲς διαπιστώσεις Μητροπόλεως Πειραιῶς γιά τό φλέγον θέμα τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, Διαχριστιανικοῦ καὶ Διαθρησκειακοῦ

Ἐν Πειραιεῖ τῇ 7ῃ Ὀκτωβρίου 2013

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ
Θλιβερὲς διαπιστώσεις

Δύο ἱστορικῆς σημασίας ἐπιστολές, κατὰ τὴν ἐκτίμηση πολλῶν, ἔγραψε καὶἀπέστειλε ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Σεραφεὶμ στὸ πρόσφατο παρελθόν. Ἐπιστολὲς, ποὺ προκάλεσαν πανελλήνια αἴσθηση καὶ εὐρύτατο σχολιασμὸ ἀπὸ πολλούς, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς. 
Ἡ πρώτη ἐγράφη τὸν παρελθόντα Μάϊο πρὸς τὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερώνυμο Β΄καὶ τὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ θέμα τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, στὴν ὁποία ὁ Σεβασμιώτατος ἐπισημαίνει τὴν ἐπείγουσα ἀναγκαιότητα συγκλήσεως τοπικῆς Συνόδου γιὰ τὴν ἄμεση καταδίκη της καθὼς καὶὅσων τὴν προωθοῦν: «Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ἐκφράζοντες τὴν ἀγωνία μας, ἀπευθυνόμεθα πρός Σας,…ἰκετευτικῶς καὶ ταπεινῶς παροτρύνοντας καὶ προτείνοντας, ὅπως ἐμεῖς,…ἀναλάβωμεν τὰς εὐθύνας μας ἔναντι Αὐτοῦ καὶ τοῦ πιστοῦ λαοῦ Του καὶ ἀρθῶμεν στὸ ὕψος τῶν περιστάσεων καὶ συγκαλέσωμε Τοπικὴ Σύνοδο, ἡ   ὁποία καθηκόντως ὀφείλει νὰ προχωρήσει στὴν ἐπίσημο συνοδικὴ καταδίκη της εἰρημένης κακοδοξίας καὶ δεινῆς αἱρέσεως».
Ἕνα θέμα καυτὸ, ἐπίκαιρο, φλέγον, πρώτης προτεραιότητος, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπίλυση καὶ ἡ συνοδικὴ ἀντιμετώπιση, χρονίζει δυστυχῶς ἐδῶ καὶ ἑκατὸ χρόνια. Ἕνα θέμα μεγίστης ἐπισκοπικῆς εὐθύνης, τὸ ὁποῖο θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε ἀπασχολήσει πρὸ πολλοῦ τούς ἱεράρχες μας, ἀφοῦ ἡ παναίρεση αὐτὴ ὁλοένα καὶ περισσότερο ἑξαπλοῦται ἐν εἴδει ἐπιδημικῆς νόσου, προξενοῦσα μεγίστη διάβρωση καὶ φθορὰ στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. 
Ἕνα θέμα γιὰ τὸ ὁποῖο Πανορθόδοξα Συνέδρια καὶ Ἡμερίδες ἔχουν διοργανωθῆ, βιβλία καὶ φυλλάδια ἔχουν γραφῆ, ὅπως τὸ ἱστορικὸ κείμενο τῆς Συνάξεως Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν «Ὁμολογία πίστεως κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», ἀποτειχίσεις μέρους τοῦ πιστοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἔχουν σημειωθῆ. Ἕνα θέμα τὸ ὁποῖο, χάρις στὴν ἐπιστολὴ τοῦ Σεβασμιωτάτου, τίθεται πλέον ἐπισήμως σὲ ἐπίπεδο Ἱεραρχίας. 
Ὡστόσο ἡ Ἱεραρχία μας, ὅπως ἦταν δυστυχῶς ἀναμενόμενο, σὲ πεῖσμα ὅλων των ἀνωτέρω, ἐξακολουθεῖ τὴν ἐκκωφαντικὴ σιωπή Της. Οὔτε καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ συγκλονιστικὴ στὸ περιεχόμενό της ἐπιστολὴ τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας ἴσχυσε δυστυχῶς νὰ ἐπιδράση στὸ νοῦ καὶ τὶς καρδιὲς τῆς πλειονότητος τῶν ἱεραρχῶν μας, προκειμένου νὰ πράξουν τὸ αὐτονόητο καθῆκον των. Ἔχουν ἤδη παρέλθει ἕξι μῆνες ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἐπιστολῆς καὶ ὁ ἅγιος Πειραιῶς οὐδεμία ἐπίσημη συνοδικὴ ἀπάντηση ἔλαβε μέχρι σήμερα. 
Τὸ δὲ τραγικότερο εἶναι, ὅτι ἐλάχιστοι ἱεράρχες μέχρι σήμερα ἔσπευσαν νὰ ἐπιδοκιμάσουν δημοσίως καὶ νὰ ἐκφράσουν ἐπισήμως τὴν σύμφωνη γνώμη τους γιὰ τὴν ἀναγκαιότητα συγκλήσεως συνόδου. Μὲ θλίψη καὶ ἀπογοήτευση πληροφορηθήκαμε, ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ δὲν πρόκειται νὰ ἀπασχολήσει τὴν Ἱεραρχία κατὰ τὴν ἐτήσια τακτική της συνεδρία τοῦὈκτωβρίου. Παραμερίζεται λοιπὸν τὸ καυτὸ καὶ φλέγον, τὸ κολοσσιαίων διαστάσεων, «τὸ ἐκρηκτικό, τὸ διαιρετικὸ τοῦ ποιμνίου, τὸ διαβρωτικό της Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ ζωῆς» θέμα τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, Διαχριστιανικοῦ καὶ Διαθρησκειακοῦ, τὴν ὁποία αἵρεση σύγχρονοι Πατέρες καὶ ἅγιοι Γέροντες, ὅπως ὁἅγιος Ἰουστίνος ὁ Πόποβιτς χαρακτήρισαν ὡς τὴν χειρότερη ἐκκλησιολογικὴ αἵρεση ὅλων των αἰώνων. 
Ἄφατη θλίψη καὶ ὀδύνη, ἀλλὰ καὶ δικαία ὀργὴ καὶ ἀγανάκτηση συνέχουν τὶς καρδιὲς τοῦ πιστοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Τί ἀπολογία θὰ δώσωμε στὸν Θεὸ ἐν ἡμέρα κρίσεως ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ βήματός Του γιὰ τὴν ἀδιαφορία, τὴν ἐγκληματική μας ἀμέλεια; Γιὰ τὸν βαρύτατο σκανδαλισμὸ τῶν πιστῶν; Γιὰ τὴν καταπάτηση τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ὅπως τοῦ 37ου Ἀποστολικοῦ, ὁ ὁποῖος ὁρίζει: «Δεύτερον τοῦ ἔτους Σύνοδος γινέσθω τῶν ἐπισκόπων καὶ ἀνακρινέτωσαν ἀλλήλως τὰ δόγματα τῆς εὐσεβείας καὶ τὰς ἐμπιπτούσας ἐκκλησιαστικάς ἀντιλογίας διαλυέτωσαν…» .  Τί ἀπολογία θὰ δώσωμε γιὰ τὴν ἔνοχη σιωπή μας, τὴν ὁποία μάλιστα ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς χαρακτηρίζει ὡς τρίτο εἶδος ἀθεΐας; «τρίτον δὲ ἐστὶν εἶδος οὗ πόρρω τῆς ἀνωτέρω πονηρᾶς ξυνωρίδος, τὸ παραιτεῖσθαι τί λέγειν τῶν δεδογμένων περὶ Θεοῦ» .
***
    Καὶ ἐρχόμεθα στὴν δεύτερη ἐπιστολὴ τοῦ Σεβασμιωτάτου πρὸς τὸν Παναγιώτατον Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο. Μιὰ βαρυσήμαντη ἐκτενέστατη ἐπιστολὴἀντι-οἰκουμενιστικοὺ χαρακτῆρος, στὴν ὁποία τὰ θιγόμενα θέματα, βαθείαν ἐσωτερικὴν σχέσιν ἔχοντα μεταξύ των, παραπέμπουν ὅλα σὲ ἕνα κοινὸ παρονομαστή, τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. 
Στὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ ὁ Σεβασμιώτατος, σὲ καιροὺς πνευματικῆς ἀφασίας καὶ ἐπισκοπικῆς ἀδρανείας, πρώτον μὲν ἐπισημαίνει «ἀδήριτη τὴν ἀνάγκη συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου μὲ τὴν συμμετοχὴἁπάντων των Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν, Ἀρχιεπισκόπων, Μητροπολιτῶν καὶ Ἐπισκόπων καὶ λαϊκῶν θεολόγων, ἡὁποία θὰ ἔχει μέγα χρέος καὶ πρώτιστο καθῆκον νὰ καταδικάσει τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὑπὸ τὸ φῶς τῆς Ἁγιογραφικῆς, Ἁγιοπατερικῆς καὶ Ἱεροκανονικὴς διδαχῆς καὶ παραδόσεως…»
Στὴ συνέχεια, σχολιάζων τὰ πραχθέντα καὶ λεχθέντα τοῦ Παναγιωτάτου στὸ Μιλάνο καὶ στὴν Κωνσταντινούπολη μὲ ἀφορμὴ τὸν ἑορτασμὸ τῶν 1700 ἐτῶν ἀπὸ τὴν ὑπογραφὴ τοῦ«Διατάγματος τῶν Μεδιολάνων», καθὼς καὶ τὴν ἐπακολουθήσασα ἐπίσκεψή του στὴν Τσεχία καὶ Σλοβακία, ἀφ’ ἑνὸς μὲν θέτει ὁρισμένα καυτὰ ἐρωτήματα πρὸς Αὐτόν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου καταλογίζει σ’ Αὐτὸν εὐθύνες γιὰ λόγους καὶ πράξεις του.

Παραθέτουμε ὁρισμένα χαρακτηριστικὰ ἀποσπάσματα τῆς ἐπιστολῆς: «Εἶναι πασιφανές, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὶς ὁμιλίες, ποῦἐκφώνησε ἡ Ὑμετέρα Παναγιότης στὸ Μιλάνο, ὅτι διδάσκετε καινοφανῆ, πρωτοφανῆ καὶ οἰκουμενιστικὴἐκκλησιολογία, ἡὁποία, βεβαίως, τυγχάνει ἀλλοτρία καὶ ξένη πρὸς τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία.  Ἀποδέχεσθε τὶς κακόδοξες οἰκουμενιστικὲς θεωρίες περὶ “ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν” καὶ “δύο πνευμόνων”. Ἀναγνωρίζετε τὶς αἱρετικὲς παρασυναγωγὲς τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ (Λουθηρανοί, Μεταρρυθμισμένοι) ὡς “Ἐκκλησίες” ἰσότιμες καὶ ἰσάξιες της Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἀναγνωρίζετε τὸν αἱρεσιάρχη Πάπα, τοὺς Καρδιναλίους, τοὺς Πάστορες σὰν νὰ ἔχουν ἔγκυρη ἱερωσύνη, μυστήρια καὶἀποστολικὴ διαδοχή. Χρησιμοποιεῖτε ὁμοειδῆ θεολογία καὶ γιὰ τοὺς ἀλλοθρήσκους (Μουσουλμάνους, Ραββίνους). 
Γιά Σάς, Παναγιώτατε, ὅλες οἱ παραπάνω αἱρέσεις μαζὶ μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποτελοῦν ἤδη τὴ “Μία Ἐκκλησία”, ἡ ὁποία ὅμως, στὸν παρόντα καιρὸ εἶναι διηρημένη καὶ προχωρᾶ πρὸς τὴν ἑνότητά της». «…Ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω ἀπαραδέκτων ἐξ ἐπόψεως θεολογικῆς, δογματικῆς καὶ ἐκκλησιολογικὴς δηλώσεων Ὑμῶν, Παναγιώτατε Δέσποτα, ἐπισημαίνομεν ὅτι σφάλλετε». 
«…Μετὰ ταῦτα, ἐρωτοῦμεν Ὑμᾶς, Παναγιώτατε Δέσποτα: Πῶς χρησιμοποιεῖτε τὸν ὄρο “ἀδελφὲς ἐκκλησίες”, ὅταν αὐτὸς εἶναι ἁγιοπατερικῶς ἀμάρτυρος καὶ μάλιστα πανορθοδόξως ἔχει ἀπορριφθεῖ καὶ ἀκυρωθεῖ; Διατὶ κάνετε ἐπιλεκτικὴ χρήση τῶν πανορθοδόξων ἀποφάσεων;». «Ἀναγνωρίζετε, Παναγιώτατε Δέσποτα, τὸν Παπισμὸ ὡς “Ἐκκλησία;” Εἶναι, ὅμως, “ἐκκλησία” ἢ αἵρεσις; Πλῆθος Ὀρθοδόξων Συνόδων ἔχουν καταδικάσει τὸν Παπισμὸ ὡς αἵρεση…». «Ἀναγνωρίζετε, Παναγιώτατε Δέσποτα καὶ τὸν Προτεσταντισμὸ ὡς “Ἐκκλησία”. «Ὡς φυσικὸς ἀπότοκος τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν αἱρέσεων ὡς “Ἐκκλησιῶν” ἐκ μέρους Ὑμῶν, Παναγιώτατε Δέσποτα, ἀκολουθεῖ ἡ ἀναγνώριση  ἐγκυρότητος τοῦ βαπτίσματος, τῆς ἱερωσύνης καὶ τῶν μυστηρίων τους». 
«Εἶναι φανερὸ πλέον, Παναγιώτατε Δέσποτα, ὅτι διαχέετε τὸ πνεῦμα τοῦ συγχρόνου διαχριστιανικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, γι’αὐτὸ καὶ δέχεσθε, ὀνομάζετε καὶ ἀναγνωρίζετε τὶς αἱρέσεις ὡς  “Ἐκκλησίες”, ἐρχόμενος σὲ πλήρη ἀντίθεση καὶἀντίφαση μὲ τὴν διαχρονικὴ παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». «Ταπεινῶς ἐρωτῶμεν, Παναγιώτατε Δέσποτα: Διατί, ἐνῶ  ἀποδίδετε τίτλους ἐκκλησιαστικότητος στοὺς πρόδηλα κακοδόξους αἱρετικούς, δὲν προβαίνετε στὴν μαζί τους διαμυστηριακὴ κοινωνία;» «…προσπαθεῖτε νὰ στηρίξετε τὴν παναίρεση τοῦ συγκρητιστικοῦ διαχριστιανικοῦ καὶ διαθρησκειακοὺ Οἰκουμενισμοῦ,βασιζόμενος στὴν ἀνεξιθρησκεία τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖο, ὅμως, δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ ὅσα σήμερα τεκταίνονται στὸ χῶρο τοῦ διαθρησκειακοῦ καὶ διαχριστιανικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν προβάλλει τὴν μοναδικότητα τοῦ Εὐαγγελίου, δὲν εὐνοεῖ τὸ Χριστιανισμό, ὅπως τὸν εὐνόησε τὸ “Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων” καὶ ἡ μετέπειτα ἰσαπόστολη δράση τοῦ Μ. Κωνσταντίνου». «Εἶναι ἡλίου φαεινότερον, Παναγιώτατε Δέσποτα, ὅτι Ὑμεῖς, ἐκφράζετε καὶ υἱοθετεῖτε τὴ θεωρία περὶ “διηρημένης Ἐκκλησίας”, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία, ἡ Ἐκκλησία εἶναι διηρημένη σὲ ἐπὶ μέρους “ἐκκλησίες” (ὄχι τοπικές, ἀλλ’ ὁμολογιακὲς- δογματικές, βλ. τὸ κείμενο τοῦ Porto Alegre) καὶ χρήζει ἑνώσεως. Ἡ τοιαύτη θεώρησις τοῦ θεσμοῦ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πέραν πάσης σοβαρῆς, ἔστω βασικῆς, κατανοήσεως τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας».
   
Παρῆλθον ἤδη 4 μῆνες ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἐπιστολῆς καὶ ὁ Σεβασμιώτατος, ὅπως ἦταν ἀναμενόμενον, οὐδεμία ἀπάντηση ἔλαβε ἀπὸ τὸν Παναγιώτατον. Πῶς ὅμως ἐξηγεῖται νὰ μὴν δέχεται διάλογο ὁ Παναγιώτατος μὲ τοὺς ἐντός της Ἐκκλησίας ὁμοδόξους, καθ’ ὃν χρόνον ἐμφανίζεται ὁ κατ’ ἐξοχὴν θιασώτης καὶ ὑπέρμαχος τῶν διαλόγων μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, παρὰ τὸ γεγονὸς μάλιστα ὅτι οἱ τελευταῖοι ἔχουν ἀποτελματωθῆ καὶ χρεοκοπήσει; 
Ἀντὶ ἄλλης ἀπαντήσεως περιορίστηκε νὰ κάνη μιὰ σύντομη ἀναφορὰ στὸ θέμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῶν διαλόγων, στὸν χαιρετισμό, τὸν ὁποῖον ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Μακαριώτατον Πατριάρχη Βουλγαρίας κ. Νεόφυτον, κατὰ τὴν εἰρηνικὴ ἐπίσκεψή του στὸ Φανάρι στίς 20-9-2013.

Στὶς δηλώσεις του προσπαθεῖ νὰ ἀπορρίψει, ἀνεπιτυχῶς βέβαια, τὴν κατηγορία, ὅτι κατέχεται ἀπὸ οἰκουμενιστικὲς ἀντιλήψεις. Λέγει ἐπὶ λέξει: «…Διὰ τῆς τακτικῆς ταύτης δὲν προδίδομεν τὴν Ὀρθοδοξίαν, ὡς κατηγορούμεθα, οὔτε ὑποστηρίζομεν οἰκουμενιστικάς ἀντιλήψεις, ἀλλὰ κηρύσσομεν πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους καὶ πρὸς πάντας τὴν Ὀρθόδοξον ἀλήθειαν»
Ὡστόσο ἡ διπλωματικοῦ χαρακτῆρος αὐτὴ ἀόριστη δήλωση κανέναν δὲν πείθει πλέον. Ἀκριβῶς τὸἀντίθετο συμβαίνει. Ὑπάρχει ἕνα μπαρὰζ λόγων καὶ πράξεων στὴν ἐπὶ 22 χρόνια πατριαρχική Του πρωθιεραρχία, ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὴν ἀλήθεια αὐτή. 
Εἰλικρινὰ θὰ θέλαμε πολύ, νὰ πιστεύσωμε στὴ διακήρυξή Του αὐτή. Ἀναγνωρίζοντας ἐκκλησιαστικὴ ὑπόσταση καὶ ἀποστολικὴ διαδοχὴ στὶς αἱρετικὲς προτεσταντικὲς καὶ παπικὲς κοινότητες, ἀποκαλώντας αὐτὲς «ἀδελφὲς ἐκκλησίες», κηρύσσει «πρὸς πάντας τὴν Ὀρθόδοξον ἀλήθειαν;»
Ὅταν συμπροσεύχεται μὲ αἱρετικούς, ἀλλοθρήσκους, μάγους καὶ εἰδωλολάτρες μπροστά σε ὁμοίωμά της ... «θεᾶς» Γαίας στὴ Γροιλανδία, κηρύσσει «πρὸς πάντας τὴν Ὀρθόδοξον ἀλήθειαν;»
Ὅταν προσφέρει τὸ Κοράνιο, τὸ ὁποῖο μάλιστα χαρακτηρίζει ὡς «ἅγιο», ὡς δῶρο στὸν πρόεδρο τῆς Κόκα Κόλα κ. Μουχτάρ, ἀντὶ Ἁγίας Γραφῆς, κηρύσσει  «πρὸς πάντας τὴν Ὀρθόδοξον ἀλήθειαν;». Ὅταν χαρακτηρίζει τοὺς ἁγίους Πατέρες ὡς «κληροδοτήσαντες εἰς ἠμᾶς τὴν διάσπασιν» καὶ ὡς «θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως» κηρύσσει «πρὸς πάντας τὴν Ὀρθόδοξον ἀλήθειαν;». 
Ὅταν ὑποδέχεται τὸν αἱρεσιάρχη τῆς Ρώμης Πάπα Βενέδικτο τὸν 16ο στὸ Φανάρι τὸ 2006 μὲ κωδωνοκρουσίες, θυμιατίσματα, ἀσπασμούς, λειτουργικὲς δεήσεις καὶ αἰτήσεις ὑπὲρ αὐτοῦ, «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος», πολυχρόνια, κοινὴ εὐλογία, δῶρα, ἀπαγγελία τοῦ «Πιστεύω» καὶ τοῦ «Πάτερ ἠμῶν», κηρύσσει «πρὸς πάντας τὴν Ὀρθόδοξον ἀλήθειαν;». 
Ὅταν ἰσχυρίζεται, ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δὲν ἐπιδιώκει νὰ πείση τοὺς ἄλλους περὶ συγκεκριμένης τινὸς ἀντιλήψεως τῆς ἀληθείας ἢ τῆς ἀποκαλύψεως, οὔτε ἐπιδιώκει νὰ τοὺς μεταστρέψει εἰς συγκεκριμένον τινὰ τρόπον σκέψεως», κηρύσσει «πρὸς πάντας τὴν Ὀρθόδοξον ἀλήθειαν;». Ὅταν διακηρύσσει, ὅτι «…Ρωμαιοκαθολικοὶ καὶ Ὀρθόδοξοι, Προτεστάντες καὶ Ἑβραῖοι, Μουσουλμάνοι καὶἸ νδοί, Βουδιστὲς καὶ Κομφουκιανοί, ἦλθε ὁ καιρὸς ὄχι ἁπλῶς γιὰ προσέγγιση, ἀλλὰ γιὰ μιὰ συμμαχία καὶ συλλογικὴ προσπάθεια πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς καθοδηγήσεως τοῦ κόσμου, μακράν των ψευδοπροφητῶν τοῦ ἐξτρεμισμοῦ καὶ τῆς μισαλλοδοξίας», κηρύσσει «πρὸς πάντας τὴν Ὀρθόδοξον ἀλήθειαν;»

Δὲν εἶναι δυνατὸν βέβαια νὰ ἀπαριθμηθοῦν ὅλα αὐτὰ (λόγοι καὶ ἔργα) ἕνα πρὸς ἕνα, στὰ πλαίσια ἑνὸς ἄρθρου, τὰ ὁποῖα ὡστόσο κατὰ καιροὺς ἔχουν ἐπισημανθῆ καὶ δημοσιευθῆ μὲ ἄρθρα καὶ μελέτες στὸν ἔντυπο καὶ ἠλεκτρονικὸ τύπο. Τέτοιου εἴδους διπλωματικοὶ ἑλιγμοὶ δὲν ὀφελοῦν, διότι ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ ἔχει πρὸ πολλοῦ ἀφυπνιστῆ καὶ εὐαισθητοποιηθῆ ἀπέναντι στὴν φοβερὴ αὐτὴ αἵρεση.
Ματαίως ἐπίσης προσπαθεῖ νὰ πείσει τὸν πιστὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, ὅτι οἱ Διαχριστιανικοὶ Διάλογοι δῆθεν «δὲν ἀποσκοποῦν, ὡς ἐγράφη καὶ ἐν Βουλγαρία καὶ ἀλλαχοῦ, εἰς τὴν δημιουργίαν ἑνὸς κοινῶς ἀποδεκτοῦ “συνονθυλεύματος” δοξασιῶν. Δηλαδή, δὲν ἐπιδιώκεται διὰ τῆς λεγομένης οἰκουμενικῆς κινήσεως ἡἀποδοχὴ μιᾶς “χριστιανικῆς συγκρητιστικῆς ὁμολογίας”, ἀλλὰ ἡ ἐμβάθυνσις εἰς τὴν Χριστιανικὴν Ὀρθόδοξον πίστιν καὶ εἰς τὴν κοινωνικὴν συνεργασίαν τῶν ἐπικαλουμένων τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ». Τὰ συμφωνηθέντα στὸ Balamand τοῦ Λιβάνου τὸ 1993 καὶ στὸ Πόρτο Ἀλέγκρε της Βραζιλίας τὸ 2006, γιὰ νὰ περιοριστούμε μόνον σ’ αὐτά, ἐπιβεβαιώνουν τὸν ἰσχυρισμὸ Του αὐτὸν ἢ μαρτυροῦν τὸἀντίθετο;
    
 Στὴν προσπάθειά Του νὰ δικαιώσει τοὺς Διαλόγους ὁ Παναγιώτατος ἐπιχειρεῖ νὰ τοὺς θεμελιώσει πατερικῶς, ἐπικαλούμενος τοὺς ἁγίους Ἰωάννην τῆς Κλίμακος καὶ Ἰωάννην τὸν Χρυσόστομον. Λέγει ὁ πρῶτος ἐξ’ αὐτῶν: «Ἐν τοῖς μὲν κακοθελῶς ἠμὶν μαχομένοις ἀπίστοις, ἢ κακοπίστοις, μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παυσώμεθα. Ἐν δὲ τοῖς τὴν ἀλήθειαν μαθεῖν βουλομένοις, τὸ καλὸν ποιοῦντες, ἕως αἰῶνος μὴ ἐκκακῶμεν. Πλήν, καὶ πρὸς στηριγμὸν ἠμῶν τῆς καρδίας ἐν ἀμφοτέροις χρησώμεθα» (Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄, περὶ διακρίσεως, 2,11). 
Ἐδῶ ὁ ἅγιος οὐδόλως δογματίζει ἀτέρμονες διαλόγους μὲ τοὺς αἱρετικούς. Ἀπεναντίας σαφέστατα διευκρινίζει τοὺς ὅρους καὶ τὶς προϋποθέσεις τοῦ διαλόγου, ἐρχόμενος σὲ πλήρη συμφωνία μὲ τὴν παραγγελία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στὴν πρὸς Τίτον ἐπιστολὴ του (Τίτ.3,10). 
Ὅταν εὐρισκόμεθα πρὸ αἱρετικῶν καὶ ἀθέων («ἀπίστοις ἢ κακοπίστοις»), οἱὁποῖοι δὲν ἔχουν τὴν καλὴ διάθεση καὶ θέληση («κακοθελῶς»), νὰ γνωρίσουν τὴν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ ἀντίθετα μάλιστα ἐναντιώνονται μὲ πεῖσμα («μαχομένοις ἠμὶν») καὶἐπιμένουν στὴν πλάνη τους, τότε ὀφείλομε μετὰἀπὸ μία πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν, νὰ σταματήσωμε τὸν διάλογο («μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παυσώμεθα»). Μόνον ὅταν διαπιστώνουμε διάθεση μαθητείας («τοῖς τὴν ἀλήθειαν μαθεῖν βουλομένοις»), ἃς εἴμαστε ἀκούραστοι στὸ νὰ κάνουμε τὸ καλὸ ἀκατάπαυστα («το καλὸν ποιοῦντες, ἕως αἰῶνος μὴἐκκακῶμεν»). 
Τί συμβαίνει λοιπὸν μὲ τοὺς «κακοπίστους» καὶ αἱρετικοὺς Παπικοὺς καὶ Προτεστάντες; Ἔδειξαν μέχρι τώρα κάποια διάθεση μαθητείας καὶ ἀποδοχῆς τῆς ἀλήθειας τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, στοὺς μέχρι τώρα γενομένους διαλόγους; Καμμία ἀπολύτως.Ὄχι μόνο σημάδια ἐπιστροφῆς καὶ προσεγγίσεως πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία δὲν διαπιστώθηκαν, ἀλλὰ τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο. Μὲ κάθε τρόπο καὶ μέσον, θεμιτὸ καὶ ἀθέμιτο, μὲ τὴν διπλωματία, μὲ τὸν προσηλυτισμὸ καὶ τὴν Οὐνία, μὲ τὸ πρόσχημα τῆς ἀγάπης (διάλογος τῆς ἀγάπης), μὲ τὴν βία (σταυροφορίες, φραγκοκρατία, γενοκτονία τῶν Σέρβων τὸ 1941, βομβαρδισμοὶ στὴ Σερβία τὸ 1999 κ.λ.π.), καὶ μὲ τοὺς ἐπὶ αἰῶνες μέχρι τώρα γενομένους θεολογικοὺς  διαλόγους, προσπάθησαν  νὰ προσελκύσουν στὶς πλάνες τους τοὺς Ὀρθοδόξους μὲ σκοπὸ νὰἐξαφανίσουν, ἢ δυνατόν, τὴν Ὀρθοδοξία. Παραθέτει ἐπίσης ὁ Παναγιώτατος μία φράση τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: «Ὁ Θεὸς ἀεὶ μεθ’ ἠμῶν διαλέγεται». Δὲν διευκρινίζει ὅμως, ποῦ ὁ ἅγιος εἶπε αὐτὴ τὴν φράση, ὥστε ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα νὰ προσδιορίσουμε τὸ πραγματικὸ νόημά της.
    Περαίνοντες, υἱϊκῶς παρακαλοῦμεν τὸν Παναγιώτατον γιὰ ἀλλαγὴ πορείας πλεύσεως μὲ ἀμετάκλητη στροφὴ πρὸς τὴν ἁγιοπατερικὴ μας παράδοση, ἡ ὁποία θὰ ἐπισφραγισθῆ μὲ τὴν σύγκληση Πανορθοδόξου Συνόδου, ἡ ὁποία θὰ καταδικάσει τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Πράγμα τὸ ὁποῖον εὐχόμεθα ἀπὸ καρδίας!
Ἐκ τοῦ Γραφείου Αἱρέσεων καὶ Παραθρησκειῶν.
ὑπεύθυνος
Ἀρχ. Παῦλος Δημητρακόπουλος.
Ὁ Γραμματέας
κ. Λάμπρος Σκόντζος, Θεολόγος

Διαβάστε σχετικά:

Απειλεί ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος όσους πολεμούν την παναίρεση του Οικουμενισμού. Ιωάννη Τάτση θεολόγου

 

http://anavaseis.blogspot.gr/2013/10/blog-post_1063.html

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

Θεολογικὸ σχόλιο στὸ ἄρθρο τοῦ Μεγ. Πρωτοπρ. τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου κ. Γεωργίου Τσέτση μὲ τίτλο «Ἡ ἄγνωστη στὴν Ἑλλάδα πλευρὰ τῆς Οἰκουμενικῆς κίνησης»


᾿Εν Πειραιεῖ τῇ 18ῃ Ἀπριλίου 2013

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν
Θεολογικὸ σχόλιο στὸ ἄρθρο τοῦ Μεγ. Πρωτοπρ. τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου κ. Γεωργίου Τσέτση μὲ τίτλο «Ἡ ἄγνωστη στὴν Ἑλλάδα πλευρὰ τῆς Οἰκουμενικῆς κίνησης»

Μὲ μεγάλη ἔκπληξη εἴδαμε δημοσιευμένη στὸ διαδίκτυο ἄρθρο τοῦ Μεγ. Πρωτοπρ. π. Γεωργίου Τσέτση, στὸ ὁποῖο σχολιάζει, στὴν οὐσία λογοκρίνει, τὴν ἐγκύκλιο τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιῶς κ. Σεραφεὶμ ἐπὶ τῇ εὐκαιρία τῆς Κυριακῆς της Ὀρθοδοξίας.
Ἐπειδὴ τὸ ἄρθρο τοῦ ὡς ἄνω κληρικοῦ ἀδικεῖ τὴν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο τῆς ἐγκυκλίου τοῦ Σεβασμιωτάτου, θεωρήσαμε ἀναγκαῖο, νὰ προχωρήσουμε στὸν σχολιασμό, ποὺ ἐπακολουθεῖ, ὄχι γιατί ἐλπίζουμε νὰ πείσουμε τὸν συγγραφέα σὲ κάποιες ἀλήθειες, ἀλλὰ κυρίως γιὰ νὰ διαφωτίσουμε τοὺς ἀναγνῶστες ἐκείνους, ποὺ ἔτυχε νὰ διαβάσουν τὸ ἄρθρο του καὶ προβληματίστηκαν πάνω στοὺς ἰσχυρισμούς του.
Κατ’ ἀρχὴν ὁ π. Γεώργιος ἀμφισβητεῖ ὁποιαδήποτε σχέση συνεργασίας καὶ συμπορεύσεως μεταξύ του Σιωνισμοῦ (καὶ τοῦ ἐκτελεστικοῦ βραχίονός του, τῆς Μασωνίας) μὲ τὸν Οἰκουμενισμό.
Ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ Σεβασμιωτάτου ὅτι «ὑπάρχει ἕνα προκαθορισμένο σχέδιο ἑνώσεως», τὸ ὁποῖο προωθεῖ ἡ Μασωνία καὶ ὁ Διεθνὴς Σιωνισμὸς καὶ τὸ ὁποῖο ἀποσκοπεῖ στὴν ἕνωση ὅλων των ἁπανταχοῦ της γῆς ὁμολογιῶν καὶ θρησκειῶν σὲ μιὰ «πανθρησκεία μὲ ἀρχηγὸ τὸν αἱρεσιάρχη Πάπα τῆς Ρώμης ὁ ὁποῖος θὰ παραδώσει τὴν παγκόσμια ἐξουσία στὸν Ἀντίχριστο» εἶναι κατὰ τὸν συγγραφέα «τραβηγμένος ἀπὸ τὰ μαλλιά».
Τὸ ὡς ἄνω σχέδιο ἑνώσεως εἶναι ἕνα «παράδοξο καὶ ξενίζον μακιαβελικὸ σχέδιο», ἀποτελεῖ δὲ «σενάριο», μὴ ἔχον ἐρείσματα ἀπὸ ἔγκυρες πηγές. Παρὰ κάτω προσθέτει, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς «ὅτι πίσω ἀπὸ κάθε οἰκουμενιστικὴ ἐνέργεια βρίσκεται ὁ δάκτυλος τοῦ Σιωνισμοῦ» εἶναι «ἕωλος». Ἀπόδειξις οἱ μύδροι «ποὺ ἐκτοξεύουν, ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1950 ἤδη, διάφορα Σιωνιστικὰ κέντρα κατὰ τοῦ ΠΣΕ…».

Κατ’ ἀρχὴν διαφεύγει τῆς προσοχῆς τοῦ π. Γεωργίου τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ὡς ἄνω ἐγκύκλιος δὲν ἀποτελεῖ ἐπιστημονικὴ διατριβή, ὥστε νὰ ὑπάρχη ἡ ἀναγκαιότης παραπομπῶν σὲ πηγές, ἀλλὰ ἔχει σκοπὸ καθαρὰ ποιμαντικό, ἀποβλέπει δηλαδὴ στὴν ἐνημέρωση καὶ πνευματικὴ οἰκοδομὴ τοῦ πιστοῦ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας του.
Αὐτὸ καθόλου δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν ὑπάρχουν οἱ πηγὲς καὶ ὅτι  οἱ ἰσχυρισμοὶ αὐτοὶ ἀποτελοῦν  «σενάριο», ἀποκύημα  φαντασίας. Μεταξὺ Σιωνισμοῦ καὶ Οἰκουμενισμοῦ ὑπάρχει στενώτατη σχέσις καὶ παράλληλη πορεία. Καὶ τοῦτο διότι, ὅπως θὰ ἀποδειχθῆ στὴ συνέχεια, οἱ ἐπιδιώξεις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, (Διαχριστανικοῦ καὶ Διαθρησκειακοῦ) ἐξυπηρετοῦν ἄριστα τα σχέδια τοῦ Διεθνοῦς Σιωνισμοῦ.
Ὅπως ἀποκαλύπτουν οἱ ἴδιοι οἱ Σιωνιστὲς στὰ «Πρωτόκολλα τῶν Σοφῶν τῆς Σιών»: «Δὲν θὰ ἀναγνωρίσωμεν», γράφουν, «τὴν ὕπαρξιν ἄλλης θρησκείας πλὴν τοῦ ἑνὸς θεοῦ ἠμῶν, μὲ τὸν ὁποῖον ἡ εἱμαρμένη μας εἶναι συνδεδεμένη…Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ὀφείλομεν νὰ καταστρέψωμεν πᾶσαν πίστιν» (Πρωτόκολλα κεφ. ΙΔ΄).
Σὲ ἄλλο σημεῖο γράφουν: «Ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων θὰ εἶναι ὁ ἀληθὴς πάπας τῆς οἰκουμένης, ὁ πατριάρχης τῆς Διεθνοῦς Ἐκκλησίας» (Πρωτόκολλα κεφ. ΙΖ΄). Πολὺ εὔστοχα παρατηρεῖ ὁ ἀείμνηστος π. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος: «Ἀλλὰ δι’ αὐτὴν τὴν ‘Διεθνῆ Ἐκκλησίαν’, ὡς γνωστὸν ἀγωνίζεται καὶ ὁ Οἰκουμενισμός. Διότι μὲ τὸ ἑνωτικὸ πρόβλημα, ποὺ ἔχει δημιουργήσει, προχωρεῖ ἀκάθεκτα στὴν καταστροφὴ τῆς πίστεως, στὴν ἐκθεμελίωση τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τὴν δημιουργίαν μιᾶς ‘παγκοσμίου Ἐκκλησίας’ καὶ μιᾶς παγκοσμίου θρησκείας».[1]

Πιὸ συγκεκριμένα ὁ Οἰκουμενισμὸς ἐπιδιώκει τὴν σύγκλιση ὅλων των χριστιανικῶν ὁμολογιῶν καὶ τῶν μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν, σὲ πρῶτο στάδιο σὲ διαχριστιανικὸ ἐπίπεδο καὶ κατόπιν σὲ διαθρησκειακό, μὲ ἀπώτερο σκοπὸ τὴν δημιουργία μιᾶς πανθρησκείας.
Ἡ σύγκλισις αὐτὴ βλέπουμε ἤδη, νὰ πραγματοποιεῖται στὶς μέρες μας μὲ τὶς συμπροσευχές, τοὺς Διαχριστιανικοὺς καὶ Διαθρησκειακοὺς Διαλόγους, μὲ τὸν ὑπερτονισμὸ τῆς ἀγάπης καὶ τὴν ὑποβάθμιση τῶν δογματικῶν διαφορῶν, τὴν ἀνοικοδόμηση πανθρησκειακῶν ναῶν (ὅπως αὐτὸς ποὺ πρόκειται νὰ ἀνοικοδομηθῆ προσεχῶς στὸ Βερολίνο), μὲ τὴν προώθηση κοινῆς συνεργασίας καὶ ἀλληλεγγύης μεταξὺ ὁμολογιῶν καὶ θρησκειῶν γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση παγκοσμίων κοινωνικῶν προβλημάτων, τὴν προώθηση τῆς παγκοσμίου εἰρήνης κ.λ.π.

Πίσω ἀπὸ τὰ γεγονότα αὐτὰ κρύπτονται ἐμφανεῖς καὶ ἀφανεῖς κύκλοι τοῦ Διεθνοῦς Σιωνιστικοῦ Συστήματος, ποὺ στοχεύουν στὴν ἐνοποίηση σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο της πολιτικῆς, τῆς οἰκονομικῆς καὶ πνευματικῆς ζωῆς τῆς ἀνθρωπότητος. Τὸ δὲ ΠΣΕ ἱδρύθηκε ἀκριβῶς τὴν ἴδια ἐκείνη χρονικὴ περίοδο, ὅταν μπῆκαν οἱ βάσεις γι’ αὐτὴ τὴν ἰσοπέδωση.
Ἐὰν λοιπὸν τὰ ἴδια τὰ γεγονότα κραυγάζουν ἀπὸ μόνα τους, «τί χρείαν ἔχομεν μαρτύρων», ἢ ἄλλων μαρτυριῶν ἀπὸ ἄλλες πηγές; Τὸ φαινόμενο αὐτὸ τοῦ δογματικοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ μὲ στόχο τὴν ἐπίτευξη μιᾶς παγκόσμιας θρησκείας εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν, τὰ ὁποῖα ὡστόσο μποροῦν, νὰ διακρίνουν μόνον ὅσοι ἔχουν καθαρούς τούς ψυχικούς των ὀφθαλμούς, μόνον ὅσοι ἔχουν ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὴν σκοτεινὴ καὶ ἀποπνικτικὴ ἀτμόσφαιρα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Ἐὰν στὸ παρελθὸν ὑπῆρξαν ἀντιπαραθέσεις καὶ «μύδροι» ἀπὸ διάφορα Σιωνιστικὰ κέντρα κατὰ τοῦ ΠΣΕ γιὰ διάφορους λόγους, αὐτὸ δὲν ἀναιρεῖ τὴν παράλληλη πορεία καὶ συμπόρευση τῶν δύο αὐτῶν ὀργανισμῶν, τουλάχιστον σὲ θρησκευτικὸ ἐπίπεδο. Οἱ ἀντιπαραθέσεις παρατηρήθηκαν σὲ θέματα πολιτικῆς φύσεως, τὰ ὁποῖα βέβαια δὲν πρόκειται νὰ μᾶς ἀπασχολήσουν, διότι ξεφεύγουν ἀπὸ τὰ ὅρια καὶ τὸν σκοπὸ αὐτοῦ του ἄρθρου.

Στὴ συνέχεια ὁ π. Γεώργιος σχολιάζει τὴν φράση τῆς ἐγκυκλίου: «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος πάντοτε ἀντιστέκεται σταθερά, ἀταλάντευτα καὶ ἀκλόνητα στὸν Οἰκουμενισμὸ καὶ ἀποτελεῖ ἰσχυρὸ ἀντιοικουμενιστικὸ προπύργιο». Πιστεύει, ὅτι ὁ παρὰ πάνω «ἀφορισμὸς εἶναι ὑπερβολικὸς» καὶ «ἀναληθής».
Καὶ τοῦτο διότι «ἡ ἱστορία καταδεικνύει ὅτι ἡ Ἁγιωτάτη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὄχι μόνο δὲν ἀντέστη στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση, καθὼς διατείνεται ἡ Ἐγκύκλιος, ἀλλὰ τουναντίον, μὲ τὴν συμβολὴ κορυφαίων κληρικῶν καὶ λαϊκῶν στελεχῶν της, ὅπως οἱ Ἀρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Παπαδόπουλος…, εἶχε ἐνεργὸ συμμετοχὴ σ’ αὐτήν, ἀπὸ τὶς πρῶτες ἤδη μέρες τῆς ἐμφανίσεώς της στὸ ἐκκλησιαστικὸ προσκήνιο τὴν δεκαετία τοῦ 1920.
Καὶ ἀργότερα, τὸ 1948, ὑπῆρξε μαζὶ μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ἕνα ἀπὸ τὰ τρία Ὀρθόδοξα ἰδρυτικὰ μέλη τοῦ ΠΣΕ». Παρὰ κάτω προσθέτει, ὅτι «ἐπρόκειτο (καὶ πρόκειται) γιὰ μιὰ συνειδητὴ συμμετοχὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος σὲ ἕνα διάλογο ὁ ὁποῖος στοχεύει στὴν προσέγγιση τῶν Χριστιανῶν, στὴν ἄμβλυνση τῶν θεολογικῶν καὶ ἐκκλησιολογικῶν διαφορῶν τους, καὶ στὴν προώθηση τῆς Χριστιανικῆς Ἑνότητος».

Δὲν ἀμφισβητοῦμε βέβαια τὴν συμμετοχὴ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα μνημονεύει ἐδῶ ὁ π. Γεώργιος στοὺς Διαλὸγοὺς μὲ τὶς Προτεσταντικὲς Ὁμολογίες στὰ πλαίσια τοῦ ΠΣΕ. Ὡστόσο ἀγνοεῖ ἢ θέλει νὰ ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι μόνον οἱ Ἱεράρχες, ποὺ συγκροτοῦν τὸ σῶμα τῆς Ἱεραρχίας, οὔτε μόνον οἱ ἀκαδημαϊκοὶ διδάσκαλοι, τοὺς ὁποίους μνημονεύει στὸ ἄρθρο του. Εἶναι ἐπίσης καὶ ὁ ὑπόλοιπος κλῆρος καὶ ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ.
Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ ἀντίστασις, γιὰ τὴν ὁποία κάνει λόγο ἡ Ἐγκύκλιος, χωρὶς βέβαια νὰ παραθεωροῦνται καὶ περιπτώσεις Ἱεραρχῶν καὶ ἀρχιεπισκόπων, ποὺ ἀντετάχθησαν καὶ ἐπολέμησαν καὶ συνεχίζουν νὰ πολεμοῦν μέχρι σήμερα, τὸν Οἰκουμενισμό. Θὰ παραθέσουμε ὀλίγα μόνον, ἀντιπροσωπευτικῶς, στοιχεῖα καὶ τεκμήρια αὐτῆς τῆς ἀντιστάσεως καὶ τοῦ ἀγῶνος, ποὺ ἀποδεικνύουν τοῦ λόγου τὸ ἀληθές.

Αὐτὴ καθ’ ἐαυτὴν ἡ ἔνταξις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὸ ΠΣΕ συνάντησε ἰσχυρὲς ἀντιδράσεις ἀπὸ κορυφαίους ἀκαδημαϊκοὺς διδασκάλους, ὅπως ὁ ἀεί- μνηστος καθηγητὴς τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Κων. Μουρατίδης, ὁ ὁποῖος σχετικὰ μὲ τὸ θέμα αὐτὸ παρατηρεῖ:
«Ἡ ἀλλόκοτος καὶ τερατώδης καὶ καταλυτική της ὀρθοδόξου κανονικῆς τάξεως καὶ Ἱερᾶς Παραδόσεως συμμετοχὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τὸ Παγκόσμιον Συνοθύλευμα τῶν Αἱρέσεων συνιστᾶ τὴν μεγίστην παγίδα τοῦ Ἀντικειμένου ἐν τῇ ἱστορία τῆς στρατευομένης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, πρὸς διάβρωσιν καὶ ἀποσύνθεσιν τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας… Αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ γεγονὸς τῆς συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸ συνοθύλευμα τῶν αἱρέσεων τοῦ ΠΣΕ προσκρούει ‘α πριόρι’ καὶ ἐξ’ ἀπόψεως ἀρχῆς εἰς τεράστια καὶ τούτ’ αὐτὸ ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια, προερχόμενα ἐξ’ αὐτῆς τῆς φύσεως καὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς Ἐκκλησίας, ὡς τῆς μιᾶς, ἁγίας καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας».[2]

Ἐπίσης ὁ ὁμότιμος καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ ΑΠΘ πρώτ. π. Θεόδωρος Ζήσης, ἐπισημαίνει; «…Οὔτε ἔπρεπε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ νὰ μετάσχουμε, οὔτε τώρα ἀμετανοήτως νὰ συνεχίζουμε νὰ μετέχουμε τοῦ ΠΣΕ καὶ τῶν ἄλλων οἰκουμενιστικῶν θεσμῶν καὶ διαλόγων, γιατί αὐτὴ ἡ συμμετοχὴ μας ἀκυρώνει τὸ Εὐαγγέλιο, προσβάλλει τοὺς μάρτυρες, διαφω- νεῖ μὲ τοὺς ἁγίους Πατέρες, ἀποτελεῖ πρωτοφανῆ καινοτομία στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ἀνὰ τοὺς αἰῶνες καὶ εἶναι μέρος τοῦ παιχνιδιοῦ τῆς Βαβυλῶνος τῆς μεγάλης».[3] 

Πέραν αὐτῶν μνημονεύουμε κορυφαῖες πνευματικὲς προσωπικότητες τοῦ 20ου αἰῶνος, ποὺ ἀγωνίστηκαν κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως τὸν ἀείμνηστο Ἀρχιεπί- σκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Χρυσόστομο τὸν Β΄ (Χατζησταύρου), ὁ ὁποῖος προέβαλε σθεναρὴ ἀντίσταση στὰ ἰσοπεδωτικὰ ἀνοίγματα τοῦ τότε Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρου καὶ πιὸ συγκεκριμένα στὴν προσπάθεια τοῦ τελευταίου, νὰ ἐπιβάλη τετελεσμένα γεγονότα στὴν Β΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη τῆς Ρόδου (1963).
Τὸν ἀείμνηστο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κυρὸ Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος μὲ συνοδικὴ ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπέρριψε τὶς προδοτικὲς γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ἀποφάσεις τοῦ Balamand τo 1993 στὸ Διάλογο μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς.
Τὸν ἀεὶμνηστο Μητροπολίτη Φλωρίνης κυρό Αὐγουστίνο, μὲ τὴν πολύπλευρη κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ δράση του καὶ τὸ μνημειῶδες ἔργο του «Προδοσία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως» καὶ τοὺς ἀειμνήστους ὁμολογητὲς Ἱεράρχες Παραμυθίας κυρό Παῦλο καὶ Ἐλευθερουπόλεως κυρό Ἀμβρόσιο, οἱ ὁποῖοι μαζὶ μὲ τὸν πρώην Φλωρίνης κυρό Αὐγουστίνο διέκοψαν γιὰ ἕνα διάστημα τὸ μνημόσυνο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρου μὲ ἀφορμὴ τὴν ἀντικανονικὴ ἄρση τῶν ἀναθεμάτων.

Τὸν Ἀρχ. π. Χαράλαμπο Βασιλόπουλο, ἱδρυτὴ τῆς Π.Ο.Ε. καὶ τῆς μαχητικῆς ἐφημερίδος «Ὀρθόδοξος Τύπος» καὶ συγγραφέα τοῦ ἔργου «Ὁ Οἰκουμενισμὸς χωρὶς μάσκα», τὸν Ἀρχ. π. Ἐπιφάνιο Θεοδωρόπουλο μὲ τὸ ἐξ’ ἴσου σημαντικὸ ἔργο του «Τὰ δύο ἄκρα, Οἰκουμενισμὸς καὶ Ζηλωτισμός», τὸν ἀείμνηστο συγγραφέα καὶ λογοτέχνη Φώτη Κόντογλου, μὲ τὰ εὐστοχώτατα κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἄρθρα του ὅπως το: «Ἀγαπισμὸς καὶ Οἰκουμενιστικοὶ Διάλογοι», τὸν ὁμότιμο καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. κ. Στέργιο Σάκκο κ.α.

Ἀπὸ τοὺς ἔτι ἐπιζῶντες ἀναφέρουμε τοὺς ἀρχιερεῖς, Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, Κυθήρων κ. Σεραφείμ, Ναυπάκτου κ. Ἰερόθεο, Γόρτυνος καὶ Μεγαλουπόλεως κ. Ἱερεμία, τὸν ὁμότιμο καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν πρωτ. π. Γεώργιο Μεταλληνό, συγγραφέα τοῦ ἔργου «Οἱ διάλογοι χωρὶς προσωπεῖο», τὸν κ. Δημήτριο Τσελλεγγίδη, καθηγητὴ τῆς Δογματικῆς της Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. μὲ τὶς εὐστοχώτατες παρεμβάσεις του στὸ διάτρητο κείμενο τῆς Ραβέννας, τὸν ἀδὶκως ἀφορισθέντα κ. Νικόλαο Σωτηρόπουλο, καθὼς ἐπίσης καὶ μιὰ πλειάδα καθηγουμένων Ἱερῶν Μονῶν, κληρικῶν, μοναχῶν καὶ μοναζουσῶν τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ συγκροτοῦν τὴν λεγόμενη «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν». Στὴν παράταξη κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ πρέπει ἐπίσης νὰ συγκαταριθμήσουμε τὰ μέλη τῶν Χριστιανικῶν Ἀδελφοτήτων «Σταυρὸς» καὶ «Σωτήρ».

Ἐπισημαίνουμε ἐπίσης τὸ γεγονός, ὅτι τὸν ἀρχικὸ ἐνθουσιασμὸ μεγάλων Ὀρθο- δόξων Θεολόγων, ποὺ ἐκπροσώπησαν τὴν Ὀρθοδοξία στὸ ΠΣΕ, γιὰ τὴν ἐνδεχόμενη δυνατότητα Ὀρθοδόξου μαρτυρίας, ἄρχισε σιγὰ σιγά, νὰ διαδέχεται δισταγμός, ἀπογοήτευσις καὶ ἐπιφυλακτικότης.
Ὅσοι ἐξ αὐτῶν ἐτόλμησαν νὰ ἐκφράσουν τὴν διαφωνία τους μὲ τὴν οἰκουμενιστικὴ γραμμὴ τοῦ Φαναρίου, ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τοὺς διαλόγους, ἢ παραιτήθηκαν ἀπὸ μόνοι τους. Ὅπως σημειώνει ὁ καθηγητὴς π. Γεώργιος Μεταλληνός: «Ἡ παραίτηση τοῦ (καθηγητοῦ) Ἰω. Καρμίρη καὶ ἄλλων καθηγητῶν (Μ. Φαράντος, Στυλ. Παπαδόπουλος κ.α.) ἀπὸ τοὺς διαλόγους, ἀλλὰ καὶ ἡ στάση πολλῶν καθηγητῶν ἀπέναντί τους λέγουν πολλά».[4] 
Ὁ καθηγητὴς τῆς Πατρολογίας κ. Στυλ. Παπαδόπουλος (Μοναχός Γεράσιμος) ἐπισημαίνει μὲ ἀπογοήτευση: «Οἱ διάλογοι αὐτονόητοι, ἀναποτελεσματικοὶ καὶ προβληματικοί».[5]   Σὲ ἄλλο σημεῖο τῶν διαπιστώσεών του σχετικὰ μὲ τοὺς διαλόγους παρατηρεῖ: «Δὲν συνέβη μέχρι σήμερα κάποια Ὁμολογία, νὰ ἐγκαταλείψη στοιχεῖο τῆς διδασκαλίας της ὡς ἀποτέλεσμα τῶν Διαλόγων…Κάποιες ἴσως δευτερεύουσες πρακτικὲς πλευρὲς δυνατὸν νὰ δέχθηκαν οἱ ἑταῖροι μας  νὰ ἀλλάξουν. Ποτὲ στοιχεῖο τῆς διδασκαλίας τους».[6] 

Ὁ καθηγητὴς Παν. Τρεμπέλας τὸ 1971 ἐσχολίαζε: «Ἡ ὑπὸ τοὺς σημερινοὺς ὅρους  συμμετοχὴ μας εἰς τὸ ΠΣΕ εἶναι ὅλως ἀπαράδεκτος. Ἐὰν δὲν ἐξασφαλιστεῖ, καθ’ οὕς ὅρους αὐτὸς ὁ ἅγιος Χαλκηδόνος καθώρισε, τὸ νὰ φέρωσιν αἳ ἐνέργειαι καὶ ἀποφάσεις τοῦ συμβουλίου τούτου ἐμφανῆ οὐχὶ τὴν Προτεσταντικὴν ἀλλὰ τὴν Ὀρθόδοξον σφραγίδα ἐνδείκνυται νὰ ἀποχωρίσωμεν».[7] 

Παρόμοιες εἶναι οἱ διαπιστώσεις π. Γεωρ. Μεταλληνού: «Ἀντὶ ἡ Ὀρθοδοξία νὰ ἐπηρεάζει σωτηριολογικὰ τὸν μὴ Ὀρθόδοξο κόσμο, ἐφθάσαμε στὴν ἀποδοχὴ στὴν πράξη τῆς ‘βαπτισματικῆς Θεολογίας’, τῆς ‘Θεολογίας τῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν’ (πρβλ. συμφωνίας Balamand 1993), τῆς ‘κοινῆς διακονίας’ τῆς ‘διευρυμένης Ἐκκλησίας’ καὶ τοῦ ‘πολιτιστικοῦ πλουραλισμοῦ’, ὅπως ὀρθότατα ἔχει ἐπισημανθεῖ…
Ὁ Οἰκουμενισμὸς σ’ ὅλες τὶς διαστάσεις καὶ ἐκδοχὲς του ἔχει ἀποβεῖ ἀληθινὴ βαβυλώνιος αἰχμαλωσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ ὅλων των τοπικῶν ἡγεσιῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μὲ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, ποὺ δέχονται ὅμως ἀφόρητη πίεση. Ἡ καύχηση καὶ ὁ αὐτοθαυμασμὸς τῶν οἰκουμενιστῶν μας γιὰ μιὰ δῆθεν νέα ἐποχή, ποὺ ἄνοιξε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μὲ τὶς πατριαρχικὲς ἐγκυκλίους τῶν ἐτῶν 1902, 1904, καὶ 1920, δὲν δικαιώνονται, διότι ‘αὐτὸ ποὺ κατορθώθηκε εἶναι νὰ νομιμοποιήσουμε τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ’».[8]

Ἀποκαλυπτικὲς ὅσο καὶ ὀδυνηρὲς εἶναι ἐπίσης οἱ διαπιστώσεις τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση: «Ἡ ὑπερπεντηκονταετὴς παρουσία τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν στὸ ΠΣΕ, μέσα στὴν πανσπερμία, στὸ πλῆθος καὶ στὴν θεολογικὴ ἀναρχία καὶ σύγχυση τῶν Προτεσταντικῶν Ὁμολογιῶν, συνδεόμενη οὕτως ἢ ἄλλως στὴν πράξη, παρὰ τὶς ἀντίθετες διακηρύξεις, μὲ ἐκκλησιολογικὲς παραχωρήσεις, συμβιβασμοὺς καὶ ὑποχωρήσεις, δὲν ἦταν δυνατὸν ἀθροιστικὰ καὶ οὐσιαστικὰ νὰ ἔχει τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσδοκώμενη καρποφορία.
Ἐξαφανιστήκαμε, χαθήκαμε οἱ Ὀρθόδοξοι ἀριθμητικά, δὲν εἴχαμε καμιὰ δυνατότητα μὲ τὸν ἐλάχιστο ἀριθμὸ ψήφων, ποὺ διαθέταμε, νὰ ἐπηρεάσουμε τὶς συζητήσεις καὶ τὶς ἀποφάσεις…Νομιμοποιήσαμε ἐκκλησιολογικὰ μὲ τὴν παρουσία μας τὶς ποικίλες προτεσταντικὲς ὁμάδες καὶ παραφυάδες ὡς «ἐκκλησίες», καὶ ὁδηγήσαμε σὲ εὐτελισμὸ καὶ ξεγύμνωμα τὴν ‘νύμφην Χριστοῦ’, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ὁ Χριστὸς ἔχυσε τὸ πανάγιον αὐτοῦ αἷμα, τὴν ἐδόξασε καὶ τὴν λάμπρυνε ὑπὲρ τὸν ἥλιον».[9] 
Σχετικὰ μὲ τὸν μακαριστὸ καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. πρωτ. π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, τὸν ὁποῖον μνημονεύει στὸν κατάλογο τῶν ὀνομάτων, ποὺ παραθέτει ὁ π. Γεώργιος, σημειώνουμε, ὅτι ἐπειδὴ ἄσκησε ἔντονη κριτικὴ στὶς προδοτικὲς γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ἀποφάσεις τοῦ Balamand, ἐπιτιμήθηκε αὐστηρὰ ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ ἀπειλήθηκε ἐμμέσως, πλὴν σαφῶς, μὲ καθαίρεση.
Ἐπίσης ὁ π. Γεώργιος κάνει λόγον γιὰ «μιὰ συνειδητὴ συμμετοχὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος σὲ ἕνα διάλογο, ὁ ὁποῖος στοχεύει στὴν προσέγγιση τῶν Χριστιανῶν, στὴν ἄμβλυνση τῶν θεολογικῶν καὶ ἐκκλησιολογικῶν διαφορῶν τους καὶ στὴν προώθηση τῆς Χριστιανικῆς Ἑνότητος».
Ποιὰ ὅμως προσέγγιση ἔγινε ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια, δηλαδὴ μετὰ ἀπὸ 65 χρόνια ἐπισήμου Διαλόγου; Ποιὰ πρόοδος ἐπιτεὺ- χθηκε, ἐπ’ ὠφελεία τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ὀρθοδοξίας; Μπορεῖ νὰ μᾶς ἀναφέρει ἔστω καὶ μία ἀπὸ τὶς πολυάριθμες ὁμάδες τοῦ ΠΣΕ, ἢ ἔστω καὶ ἕνα πρόσωπο, πού συμμετέχει σ’ αὐτό, νὰ ἀσπάστηκε τὴν Ὀρθοδοξία;
Δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα τέτοιο παράδειγμα λόγω τῶν σχετικῶν δεσμευτικῶν ἀποφάσεων τοῦ ΠΣΕ.[10] 
Ἐπίσης πιστεύει, ὅτι ἡ προσέγγιση μεταξύ των Χριστιανῶν καὶ ἡ προώθηση τῆς Χριστιανικῆς Ἑνότητος μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθῆ μὲ τὴν «ἄμβλυνση τῶν θεολογικῶν καὶ ἐκκλησιολογικῶν διαφορῶν», δηλαδὴ μὲ ἀμοιβαῖες ὑποχωρήσεις στὰ δόγματα τῆς πίστεως.
Ἡ ἀντίληψη αὐτή, εὐρύτατα διαδεδομένη μεταξύ των οἰκουμενιστῶν, ποὺ ἀπηχεῖ οὐσιαστικὰ τὴν αἱρετικὴ οἰκουμενιστικὴ θεωρία τοῦ Δογματικοῦ Μινιμαλισμοῦ, εἶναι πέρα γιὰ πέρα ξένη πρὸς τὴν δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ τὴν ἐκκλησιαστική της αὐτοσυνειδησία, ὅτι αὐτὴ καὶ μόνη ἀποτελεῖ τὴν Μία Ἁγία, Καθολική, καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, κατέχουσα πάσαν τὴν ἀλήθειαν.
Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ δεχθῆ κανένα συμβιβασμὸ καὶ ὑποχώρηση, δηλαδὴ ἀθέτηση στὰ δόγματα τῆς πίστεώς της. Ἡ οἰκουμενιστικοῦ τύπου ἑνότητα, τὴν ὁποία ὁραματίζεται ὁ π. Γεώργιος, εἶναι μιὰ ἐπιφανειακὴ, ἐπικοινωνιακού, μᾶλλον οὐμανιστικοῦ, χαρακτῆρος ἑνότητα, ποὺ δὲν θὰ εἶναι πραγματικὴ ἐν ἀληθεία ἑνότητα στὴν Ὀρθόδοξο πίστη, ἀλλὰ συγκόλληση ἑτεροκλήτων στοιχείων, ποὺ μὲ τοὺς πρώτους κραδασμοὺς θὰ διαλυθοῦν εἰς τὰ ἐξ’ ὧν συνετέθησαν.

Στὴ συνέχεια ὁ π. Γεώργιος παρουσιάζει μία ἄγνωστη «πτυχὴ τῆς σχέσεως τῆς (Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος) πρὸς τὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση, μάλιστα δὲ πρὸς τὸ ΠΣΕ. Ἐκείνη ποὺ ἀφορᾶ στὴν Διακονία καὶ τὴν κοινωνικὴ πρόνοια».
Κάνει λόγο γιὰ τὴν «ἀνάπτυξη τῆς πτηνοτροφίας στὴν Ἤπειρο», γιὰ τὴν «γεωργική, κτηνοτροφική, μελισσοκομικὴ ἀνάπτυξη τῶν Κυθήρων καὶ ποικίλλα προγράμματα τουριστικῆς ἀναπτύξεως, ὁδοποιίας, ἀναδασώσεως, ὑδρεύσεως καὶ ἠλεκτροδοτήσεως πολλῶν χωριῶν τοῦ νησιοῦ αὐτοῦ», τὰ ὁποῖα «ὑλοποίηθηκαν ἀπὸ κλιμάκιο τοῦ ΠΣΕ…», ἐπίσης γιὰ τὰ «δύο τυπογραφεῖα τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας, ἐπὶ ἀρχιεπισκοπείας Σπυρίδωνος τὸ 1951 καὶ Σεραφεὶμ τὸ 1981», τὰ ὁποῖα «εἶχαν συσταθεῖ μὲ τὴν συνδρομὴ τοῦ ΠΣΕ» κ.λ.π.
Γενικῶς παρουσιάζει μιὰ «περίληψη τοῦ τεράστιου ποιμαντικοῦ, κοινωνικοῦ, ἀναπτυξιακοῦ καὶ ἀνθρωπιστικοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖο πραγματώθηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος σὲ συνεργασία μὲ τὸ ΠΣΕ».
Τὸ ὅτι πράγματι ἔγιναν ὅλα αὐτὰ δὲν τὰ ἀμφισβητοῦμε. Ὅμως δὲν ἀγνοοῦμε ἐπίσης τὸν δόλιο προσηλυτισμὸ καὶ τὴν προπαγάνδα ποὺ ἄσκησαν ἐδῶ καὶ αἰῶνες τώρα στὴν Ἑλλάδα καὶ συνεχίζουν νὰ ἀσκοῦν μέχρι σήμερα οἱ Προτεσταντικὲς Ὁμολογίες, ποὺ σήμερα ἀποτελοῦν μέλη τοῦ ΠΣΕ.
Ὁ Προτεσταντισμὸς διὰ τοῦ ΠΣΕ προσέφερε μὲν ὑλικὴ βοήθεια, ὁδήγησε ὅμως στὴν ἀπώλεια μέσω τοῦ προσηλυτισμοῦ πλεῖστες ὅσες ψυχές, ἐκμεταλλευόμενη τὴν ἀνέχεια καὶ τὴν φτώχεια τοῦ λαοῦ μας. Σὲ τί ὠφελοῦν ὅμως τὰ ἔργα κοινωνικῆς ἀναπτύξεως καὶ φιλανθρωπικῆς προνοίας, ὅταν τὸ πνευματικὸ κόστος αὐτῶν τῶν ἔργων εἶναι ἡ ἀπώλεια ψυχῶν, γιὰ τὶς ὁποῖες ὁ Χριστὸς ἔχυσε τὸ αἷμα του;
Σὲ τί θὰ ὠφελοῦσε τὸν ἑλληνικὸ λαό, ἀν μὲ παρόμοια ἔργα γινόταν ἡ πιὸ πλούσια χώρα τῆς Εὐρώπης, ἔχανε ὅμως τὴν Ὀρθόδοξη πίστη του καὶ ἄρα καὶ τὴν σωτηρία του καὶ μεταβαλλόταν σὲ χώρα, ὅπου θὰ κυριαρχοῦσε ὁ Προτεσταντισμός; «Τί γὰρ ὠφελεῖ- ται ἄνθρωπος ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδίση τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ  ζημιωθῆ;» (Ματ. 16,26).
Ποιᾶς μορφῆς κοινωνία καὶ συνεργασία μπορεῖ νὰ ὑπάρξη μεταξύ τοῦ φωτὸς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ σκότους τῆς αἱρέσεως; Καμμία ἀσφαλῶς, καθὼς μᾶς βεβαιώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες ἀπίστοις. Τὶς γὰρ μετοχὴ δικαιοσύνη καὶ ἀνομία; Τὶς δὲ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος;» (Β΄Κορ.6,14).

Οἱ ἅγιοι Πατέρες μας οὐδέποτε διενοήθησαν, νὰ καθιερώσουν ὁποιασδήποτε μορ- φῆς συνεργασία μὲ τοὺς αἱρετικούς, προκειμένου νὰ ἐπιτύχουν κάποια ὑλικὰ ὀφέλη, ἀφοῦ μετὰ τὸν ἀφορισμό τους καὶ τὴν συνοδικὴ ἀποκοπή τους ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, δὲν εἶχαν πλέον καμμία ἐπικοινωνία μαζί τους.
Ἑπομένως ἡ «χέρι-χέρι συνεργασία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ τὸ ΠΣΕ, ὅπως καὶ μὲ ἄλλους φορεῖς τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως» δὲν δικαιώνεται οὔτε ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, οὔτε ἀπὸ τὴν Πατερική μας Παράδοση. Καὶ μόνον τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ π. Γεώργιος κρίνει τὴν σχέση τοῦ ΠΣΕ μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μὲ κοινωνικὰ  καὶ ὄχι μὲ ἐκκλησιολογικὰ κριτήρια, ὅπως βέβαια θὰ ἔπρεπε, δείχνει τὴν χρεοκοπία τοῦ ΠΣΕ καὶ τῶν μέχρι τώρα γενομένων Διαλόγων καὶ τὴν ἀδυναμία του, νὰ ἐπιτύχει τοὺς σκοποὺς γιὰ τοὺς ὁποίους ἱδρύθηκε.
Ἐκ του Γραφείου Αἱρέσεων και Παραθρησκειῶν
 Ὁ Ὑπεύθυνος   Ἀρχ. Παῦλος Δημητρακόπουλος
Ὁ Γραμματέας  Λάμπρος Σκόντζος


[1] Αρχ. Χαραλάμπους Βασιλοπούλου, Ο Οικουμενισμός χωρίς μάσκα, Εκδ. «Ορθοδόξου Τύπου», Αθήναι 1995, σελ. 107-108.
[2] Κων. Μουρατίδου, Καθηγητού Θεολ. Σχολής  Πανεπιστημίου Αθηνών, Οικουμενική Κίνησις, Ο σύγχρονος μέγας πειρασμός της Ορθοδοξίας, Εκδ. «Ορθοδόξου Τύπου», Αθήναι 1972, σ. 18-19.
[3] Πρωτ. Θεοδώρου Ζήση, ομοτίμου καθ. Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ, Δικαιολογείται η συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Π.Σ.Ε.;, Πρακτικά Διορθοδόξου Επιστημονικού Συνεδρίου, Οικουμενισμός, Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις, Εκδ. «Θεοδρομία», Θεσσαλονίκη 2008, Τομ. Α΄, σελ. 490.
[4] Πρωτ. Γ. Μεταλληνού, Οικουμενικό Πατριαρχείο και Οικουμενισμός, Πρακτικά Διορθοδόξου Επιστημονικού Συνεδρίου: Οικουμενισμός, Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις, Τομ. Α΄, Εκδ. Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη 2008,σελ . 245-246
[5] Παρά Γεωρ. Μεταλληνώ, Οικουμενικό Πατριαρχείο …ο.π. σελ. 247,  υποσημείωση 65.
[6] Παρά Ιω. Κορναράκη, Ο μύθος της Ορθοδόξου μαρτυρίας εις τους διαλόγους με αλλοδόξους, εφήμ. «Ορθ. Τύπος» , φ. 1670, 22.12.2006.
[7] Παν. Τρεμπέλα, Επί της Οικουμενικής κινήσεως και των θεολογικών διαλόγων ημιεπίσημα έγγραφα, εκδ. Αδελφότητος Θεολόγων «ο Σωτήρ», Αθήναι 1972, σελ. 46.
[8] Πρωτ. Γεωρ. Μεταλληνού, Οικουμενικό Πατριαρχείο…ο.π. σελ. 248-249
[9] Πρωτ. Θεοδώρου Ζήση, Ομοτίμου Καθ. Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ, Τα όρια της Εκκλησίας Οικουμενισμός και Παπισμός, Εκδ. «Τέρτιος», Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 74-75
[10] Βλέπε το κείμενο της Γ΄ Γενικής Συνελεύσεως του ΠΣΕ στο Νέο Δελχί το 1961, που καταδικάζει τον προσηλυτισμό μεταξύ των «Εκκλησιών»-μελών του ΠΣΕ: «Christian Witness, Proselytism and Religious Liberty in the Setting of the World Council of Churches».
 http://anavaseis.blogspot.gr/2013/04/blog-post_8541.html

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Η Κυριακή της Ορθοδοξίας και η σύγχρονη αίρεση του Οικουμενισμού. Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Η Κυριακή της Ορθοδοξίας και η σύγχρονη αίρεση του Οικουμενισμού

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου Πρ. Ιερού Ναού Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης Πειραιώς 

Η Κυριακή της Ορθοδοξίας, είναι μια ιδιαίτερα χαρμόσυνη και πανηγυρική ημέρα. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά το συναξάριο της ημέρας, η αγία μας Εκκλησία εορτάζει την «αναστήλωσιν των αγίων και σεπτών εικόνων, γενομένην παρά των αειμνήστων Αυτοκρατόρων Κωνσταντινουπόλεως, Μιχαήλ και της μητρός αυτού Θεοδώρας, επί πατριαρχείας του αγίου και ομολογητού Μεθοδίου». 
Γενικότερα όμως ως ημέρα αφιερωμένη στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας, εορτάζομε την νίκη και τον θρίαμβό της απέναντι σε κάθε αίρεση διά μέσου των αιώνων, όπως αυτή κατά τρόπο θριαμβευτικό και πανηγυρικό καταγράφεται στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας: «Οι Προφήται ως είδον, οι απόστολοι ως εδίδαξαν, η Εκκλησία ως παρέλαβεν, οι διδάσκαλοι ως εδογμάτισαν, η Οικουμένη ως συμπεφρόνηκεν, η Χάρις ως έλαμψεν, η αλήθεια ως αποδέδεικται, το ψεύδος ως απελήλαται, η σοφία ως επαρρησιάσατο, ο Χριστός ως εβράβευσεν, ούτω φρονούμεν, ούτω λαλούμεν, ούτω κηρρύσωμεν…». 
Γι’ αυτό και οι περισσότεροι ύμνοι στην ασματική ακολουθία του Τριωδίου της Κυριακής αυτής, αν προσέξουμε, έχουν πανηγυρικό και πασχάλιο χαρακτήρα: «Ουκέτι των ασεβών αιρετικών η οφρύς αίρεται, η γαρ Θεού δύναμις την Ορθοδοξίαν εκράτυνεν». Αλλά και η λιτάνευση των αγίων εικόνων, που γίνεται την ημέρα αυτή γύρω από τους ιερούς ναούς και τα μοναστήρια, όπως επίσης και τα αναθέματα, τα οποία αναγινώσκονται, όχι μόνον εναντίον των εικονομάχων αιρετικών, αλλά και κάθε αιρετικού, αισθητοποιεί ακριβώς ακόμη περισσότερο αυτή την νίκη της Ορθοδοξίας.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι η Εκκλησία ετοποθέτησε την εορτή αυτή μέσα στη νηστεία της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής και μάλιστα στην πρώτη Κυριακή αυτής. Το έκαμε αυτό για να μας διδάξη, ότι σε τίποτε δεν ωφελεί τον Χριστιανό ο αγώνας τον οποίο διεξάγει, για να νεκρώσει τα πάθη και να κάμει κτήμα του τις αρετές, αν δεν πιστεύει ορθά, αν δεν ανήκει δηλαδή στην Ορθοδόξη Εκκλησία. Έξω της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία, έστω και αν ο άνθρωπος κατωρθώσει με νηστείες και ασκητικούς αγώνες όλες τις αρετές. 
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει σ’ ένα λόγο του: «Μένε εις την Εκκλησίαν και ού προδίδοσαι από της Εκκλησίας. Εάν δε φύγης από Εκκλησίας ουκ αιτία η Εκκλησία. Εάν μεν γαρ ής έσω, ο λύκος ουκ εισέρχεται, εάν δε εξέλθης έξω, θηριάλωτος γίνη. Αλλ’ ου παρά την μάνδραν τούτο, αλλά παρά την σην μικροψυχίαν. Εκκλησίας γαρ ουδέν ίσον».[1] 
Μη φύγης, λέγει ο άγιος, από την Εκκλησία και δεν πρόκειται να προδοθής ποτέ από αυτήν. Εάν όμως φύγης, η αιτία δεν οφείλεται στην Εκκλησία. Εάν μείνης μέσα σ’ αυτήν, ο λύκος της αιρέσεως δεν τολμά να σε βλάψη, εάν δε εξέλθης, θα σε κατασπαράξη και αυτό θα οφείλεται στην ιδική σου μικροψυχία. Τίποτε δεν είναι ίσο με την Εκκλησία. 
Στο Γεροντικό αναφέρεται ένα πολύ χαριτωμένο περιστατικό, που υπογραμμίζει ακριβώς αυτή την αλήθεια: Κάποτε επισκέφθηκαν μερικοί ασκητές τον αβά Αγάθωνα, που ήταν ξακουστός για την μεγάλη διάκριση που είχε. Θέλοντας λοιπόν να τον δοκιμάσουν αν οργίζεται τον ρώτησαν: 
- "Εσύ είσαι ο Αγάθων, που λένε πως είσαι πόρνος και υπερήφανος;»
- «Ναι αδελφοί μου εγώ είμαι», απήντησε ο Γέροντας. 
Τον ρωτούν και πάλι: –«Εσύ είσαι ο Αγάθων ο φλύαρος και κατάλαλος;»
- «Ναι αδελφοί μου εγώ είμαι», είπε πάλι ο Γέροντας. 
Τον ρωτούν για τρίτη φορά: - «Εσύ είσαι ο Αγάθων ο αιρετικός;» 
Τότε ο Αγάθων αποκρίθηκε: «Όχι δεν είμαι αιρετικός». 
Οι ασκητές τον ρώτησαν να τους πεί, γιατί όσα του έλεγαν πρώτα τα παρεδέχετο για τον εαυτό του, ενώ τον λόγον αυτόν με την κατηγορία του αιρετικού δεν τον δέχθηκε. Και ο άγιος εκείνος γέροντας τους απήντησε: «τα πρώτα εμαυτώ επιγράφω. Όφελος γαρ εστί τη ψυχή μου. Το δε αιρετικός, χωρισμός εστί από του Θεού, και ου θέλω χωρισθήναι από Θεού». 
Τα πρώτα τα παραδέχομαι, διότι φέρνουν ωφέλεια στην ψυχή μου, το να δεχθώ όμως, ότι είμαι αιρετικός είναι χωρισμός από τον Θεό και εγώ δεν θέλω να χωριστώ από τον Θεό. Οι ασκητές τότε θαύμασαν την πνευματική σοφία και διάκριση του γέροντα και έφυγαν πνευματικά οικοδομημένοι.
Οι άγιοι Πατέρες, οι οποίοι αγωνίστηκαν εναντίον των αιρέσεων, έκαναν μεγάλους αγώνες για να διαφυλάξουν ανόθευτη την αλήθεια της πίστεως, όπως ο Κύριος την απεκάλυψε, όπως οι απόστολοι την εδίδαξαν και όπως η Εκκλησία την παρέλαβε. 
Αν ρίξουμε μια ματιά στην εκκλησιαστική μας ιστορία, θα διαπιστώσουμε, ότι πολλοί από αυτούς εφυλακίστηκαν, άλλοι καθαιρέθηκαν, άλλοι εδιώχθηκαν, υβρίστηκαν και συκοφαντήθηκαν, υπέμειναν βασανιστήρια και μερικοί από αυτούς εθυσίασαν την ζωή τους. 
Το γεγονός αυτό δεν είναι τυχαίο αλλά δείχνει ακριβώς πόσο μεγάλη ευασθησία είχαν και πόση σημασία έδιναν στις δογματικές αλήθειες της πίστεως. Η επιμονή τους αυτή οφείλεται στο ότι είχαν συνειδητοποιήσει, ότι έκπτωση από την αλήθεια της πίστεως, σημαίνει μετάπτωση στην κατάσταση της αιρέσεως, σημαίνει θάνατο πνευματικό και απώλεια της σωτηρίας. 
Είχαν ακόμη επισημάνει με τον πλούσιο φωτισμό της Χάριτος του αγίου Πνεύματος, που είχαν μέσα τους, ότι ακόμη και ελάχιστη απόκλιση από το ορθό δόγμα έχει καταστρεπτικές συνέπειες, σύμφωνα με τον λόγον του Κυρίου «ός εάν ουν λύση μίαν των εντολών τούτων των ελαχίστων και διδάξη ούτω τους ανθρώπους, ελάχιστος κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών» (Ματθ.5,19). 
Επίσης και ο απόστολος Παύλος στην προς Γαλάτας επιστολή του υπογραμμίζει την ίδια αλήθεια, όταν λέγει «αλλά και αν ημείς ή άγγελος εξ’ ουρανού ευαγγελίζηται υμιν παρ’ ό ευηγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω» (1,8). 
Επομένως το συμπέρασμα είναι ότι στα θέματα της πίστεως δεν χωράει συγκατάβασις, δεν χωράει οικονομία και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να προσθέσει ή να αφαιρέσει ούτε το ελάχιστο από το περιεχόμενο της πίστεως, από την μόνην σώζουσαν αλήθεια της Ορθοδοξίας. 
Οι αλήθειες της πίστεως δεν είναι απλές δογματικές προτάσεις, που διατυπώθηκαν στις Οικουμενικές συνόδους, αλλά όροι ζωής, που παραπέμπουν στο ήθος και στην ίδια την ζωή της Εκκλησίας. 
Το δόγμα είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένο με το ήθος, έτσι ώστε αλλοίωση του ενός να επιφέρει αναπόφευκτα αλλοίωση και καταστροφή και του άλλου: «Ώσπερ δόγματα πονηρά βίον ακάθαρτον εισάγειν είωθεν, ούτω και διεφθαρμένος βίος πονηρίαν δογματων πολλάκις έτεκεν»,[2] παρατηρεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. 
Το Πνεύμα το άγιον είναι Πνεύμα της αληθείας, το οποίο από την ημέρα της Πεντηκοστής εξακολουθεί να παραμένει μέχρι σήμερα μόνον εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας, επειδή ακριβώς μόνον Αυτή διετήρησε αναλοίωτο και αμετάβλητο τον θησαυρό της πίστεως, την καθιστά «στύλο και εδραίωμα της αληθείας» (Α΄Τιμ3,15), καθοδηγεί Αυτήν «εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιω.15,26), ενεργεί διά των μυστηρίων και απεργάζεται την σωτηρίαν και τον αγιασμό των πιστών μόνο μέσα στους κόλπους της.
Ωστόσο οι άγιοι Πατέρες δεν αγωνίστηκαν μόνο για την διατύπωση και διαφύλαξη των δογμάτων, των αληθειών της πίστεως. Υπήρξαν εκείνοι που πριν απ’ όλα εβίωσαν τις αλήθειες της πίστεως. Δεν είχαν μόνο την Ορθοδοξία, είχαν και την Ορθοπραξία. 
Ετήρησαν με ακρίβεια τις δεσποτικές εντολές και ευρήκαν μέσα σ’ αυτές τον Χριστό, την μόνη αλήθεια, σαν ανεκτίμητο θησαυρό, όπως ακριβώς τον ευρήκε ο Φίλιππος, για τον οποίο κάνει λόγο το ευαγγελικό ανάγνωσμα της ημέρας αυτής. 
Ο Φίλιππος από την μικρή εμπειρία που είχε αποκομίσει από την συναναστροφή του με τον Χριστό, είχε βεβαιωθεί βαθειά μέσα στην ψυχή του, ότι Αυτός είναι Εκείνος για τον οποίο ομίλησαν οι προφήτες, Αυτός είναι Εκείνος, τον οποίον επερίμεναν, ο Μεσσίας, ο Υιός του Θεού. 
Γι’ αυτό και έτρεξε αμέσως στον φίλο του τον Ναθαναήλ, για να τον καταστήση συγκοινωνό και συμμέτοχο αυτής της χαράς, αυτού του θησαυρού και του είπε: «ον έγραψε Μωϋσής εν τω Νόμω και οι προφήται, ευρήκαμεν Ιησούν τον υιόν του Ιωσήφ, τον από Ναζαρέτ» (Ιω.1,44). 
Αλλ’ ο Ναθαναήλ απορεί, έχει επιφυλάξεις: «Εκ Ναζαρέτ δύναταί τι αγαθόν είναι;». Από την Ναζαρέτ, μία κακόφημη πόλη, μπορεί να βγή τίποτε καλό; Και του απαντά ο Φίλιππος: «Έρχου και ίδε». Έλα και δες μόνος σου. Έλα να βεβαιωθείς εκ πείρας. 
Ο Φίλιππος δεν προσπαθεί να τον πείσει με επιχειρήματα και περιγραφές, διότι δεν θα φέρουν κανένα αποτέλεσμα. Μόνο με την πείρα θα βεβαιωθεί. Και όταν στη συνέχεια συναντήθηκε με τον Χριστό και βεβαιώθηκε εκ πείρας, ότι αυτός είναι ο Μεσσίας αμέσως τον ομολόγησε: «Ραββί, συ ει ο υιός του Θεού, συ ει ο βα- σιλεύς του Ισραήλ». 
Αυτήν ακριβώς την εμπειρία της προσωπικής παρουσίας του Χριστού μέσα στις ψυχές των είχαν και οι άγιοι Πατέρες και προς αυτήν καλούσαν κά- θε καλοπροαίρετον άνθρωπον. Εδίδασκαν έργω και λόγω, ότι η χριστιανική ζωή στο εσώτατο είναι της δεν είναι φιλοσοφίες και θεωρίες, δεν είναι ένα σύστημα ιδεών. Είναι εμπειρία Χριστού, είναι εμπειρία Θείας Χάριτος, εμπειρία θεώσεως.
Σήμερα που η Εκκλησία μας ευφραίνεται και πανηγυρίζει τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας και καθώς φέρνει στη μνήμη μας τους αγώνες και τις θυσίες, που έκαναν οι άγιοι Πατέρες μας, για να επιτευχθεί αυτός ο θρίαμβος, αυτή η νίκη, υπαγορεύει και υποδεικνύει παράλληλα σ’ όλους μας ένα διπλό  χρέος. 
Το πρώτο χρέος μας είναι να ανακαινίσουμε με την μετάνοια και την άσκηση την εικόνα του Θεού, που φέρουμε μέσα μας, η οποία έχει καταφθαρεί και εξαχρειωθεί από τα πάθη και τις επιθυμίες του παλαιού ανθρώπου. 
Πολύ εύστοχα παρατηρεί κάποιος εκκλησιαστικός συγγραφέας των τελευταίων αιώνων: «Πόση λογιάζετε να είναι η κατάκρισή μας και η κόλασή μας, όπου ασχημίζομεν την εικόνα του Θεού; Οπού φθείρομεν τον έσω άνθρωπον, με τες επιθυμίες της απάτης; Δεν είναι επιθυμίες απάτης οι αδικίες, όπου κάμνομεν και αι παρανομίες, η υπερηφάνεια, η κενοδοξία και αι άλλες ακαταστασίες; Τι δεν βλέπουσι τα ομμάτια άτοπον, τι δεν ακούομεν κακόν; Εως πότε να υποφέρει ο Θεός τόσην μας ακαταστασίαν, τόσον κακόν, τόσην αμαρτίαν; Πότε ελπίζεις να βαλθείς εις την στράταν της δικαιοσύνης;
Κάμε τούτην την Χάριν της Ορθοδοξίας, όπου έμαθες, όπου εορτάζεις. Στολίσου πράξεις αγαθές, κάμε την αρετήν βάσιν της θεωρίας. Ανάβηθι εις την επίγνωσιν του Θεού, κατάβηθι εις το βάθος της ταπεινώσεως του Χριστού μέχρι θανάτου. Μη φθείρωμεν λοιπόν με τες κακές μας πράξεις την εικόνα του Θεού, μήπως και όταν έλθη ο καιρός του μυστικού γάμου, κρούοντες και ημείς την θύραν, μας αποκριθεί ο νυμφίος  ‘ουκ οίδα υμάς’, δεν σας γνωρίζω, επειδή αλλοιωμένην έχετε την εικόνα μου με τα κακά σας έργα. Αλλά ας στρέψωμεν εις μετάνοιαν δι’ εξομολογήσεως. Ας καθαρίσωμεν τους ρύπους από τες ψυχές μας, διά να μας γνωρίσει πρωτότυπον και αρχέτυπόν μας και να μας προσκαλέσει ως γνησίας εικόνας του, εις την αιώνιον βασιλείαν του».
Το δεύτερο χρέος μας είναι να διαφυλάξωμε τον θησαυρό της Ορθοδόξου πίστεως ως κόρην οφθαλμού, ανόθευτο και αναλλοίωτο από κάθε αιρετική διδασκαλία και πλάνη. Το καθήκον αυτό είναι σήμερα περισσότερο αναγκαίο και επιτακτικό από κάθε άλλη φορά, διότι και σήμερα η Εκκλησία μας βάλλεται και πολεμείται από πολλές σύγχρονες αιρέσεις, μιά από τις οποίες, η πιό επικίνδυνη, είναι η παναίρεση του Οικουμενισμού, όπως την χαρακτήρισε μια μεγάλη οσιακή μορφή του περασμένου αιώνος, ο Σέρβος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του πανεπιστημίου του Βελιγραδίου άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς. 
Η φοβερή αυτή αίρεση, προϊόν των συγχρόνων συγκρητιστικών τάσεων θρησκευτικής ενοποιήσεως της ανθρωπότητος, ανέπτυξε μέσα στους κόλπους της διάφορες αιρετικές θεωρίες, όπως η θεωρία των κλάδων, η θεωρία της βαπτισματικής ενότητος, η θεωρία των αδελφών Εκκλησιών, η θεωρία των δύο πνευμόνων, η θεωρία της μεταπατερικής θεολογίας κ.α., οι οποίες είναι ασυμβίβαστες με την δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας  και με την διαχρονική πίστη της ότι μόνον αυτή αποτελεί την Μία, Αγία, Καθολική, και Αποστολική Εκκλησία, όπως άλλωστε ομολογούμε στο σύμβολο της Πίστεως. 
Πέραν τούτου, μέσω μιάς άλλης θεωρίας, αυτής του δογματικού μινιμαλισμού, η ακρίβεια των δογματικών αληθειών της πίστεως, για τις οποίες, όπως αναφέραμε προηγουμένως, πολλούς αγώνες και θυσίες έκαναν οι άγιοι Πατέρες μας, σμικρύνεται, σχετικοποιείται και υποβιβάζεται. 
Η επιστροφή των αιρετικών ομολογιών του Παπισμού και Προτεσταντισμού στην Ορθόδοξη πίστη και αποστολική Παράδοση, δεν θεωρείται πλέον απαραίτητη προϋπόθεση για την ένωση των Εκκλησιών. 
Οι αγώνες των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, μεγάλου Φωτίου, αγίου Μάρκου του Ευγενικού και άλλων, που αγωνίστηκαν εναντίον του Παπισμού, ακυρώνονται και αποδοκιμάζονται στην πράξη, τα αντιαιρετικά τους συγγράμματα με τα οποία κατέδειξαν τις πλάνες του Παπισμού, παραμερίζονται και υιοθετείται η καινοφανής αντίληψη, ότι οι δογματικές μας διαφορές προς αυτούς αποτελούν ποικιλλία διαφόρων παραδόσεων, ώστε να παύσουν να αποτελούν φραγμό προς την ένωση. 
Επιχειρείται έτσι μία  επιφανειακή επικοινωνιακού χαρακτήρος ενότητα, παρά τις τεράστιες δογματικές διαφορές, ώστε τελικά οι Παπικοί και οι Προτεστάντες να παρουσιάζονται ως αδελφές Εκκλησίες με Ορθόδοξη πίστη και έγκυρα μυστήρια. 
Κατ’ αυτόν τον τρόπο όμως η πλάνη της αιρέσεως γίνεται σεβαστή, τοποθετείται δίπλα στην αλήθεια ως ισότιμη και ισόκυρη με αυτήν και τελικά αναμιγ- νύεται μ’ αυτήν σε μια άμικτη μίξη. Ποιά κοινωνία όμως μπορεί να υπάρξει μεταξύ αληθείας, που είναι φώς και ψεύδους, που είναι σκότος; «Τις κοινωνία φωτί προς σκότος;», επιβεβαιώνει ο απ. Παύλος (Β΄Κορ.6,14).
Προβάλλουν ως επιχείρημα οι Οικουμενιστές την αγάπη προς τους αιρετικούς και την εξ’ αυτής απορρέουσαν ανάγκη της μαρτυρίας της Ορθοδοξίας και της μεταδόσεως του θησαυρού της πίστεώς της προς αυτούς. Η αγάπη όμως ποτέ δεν χωρίζεται από την αλήθεια, ούτε είναι δυνατόν ποτέ να στραφεί εναντίον της. Όταν ο διάλογος της αγάπης δεν συνυπάρχει με τον διάλογο της αληθείας είναι επικίνδυνη παγίδα, που οδηγεί σε συγκρητιστική αδιαφορία και απομακρύνει από την σωτηρία. 
Όπως λέγει ο άγιος Ιω. ο Χρυσόστομος «ει που την ευσέβειαν  παραβλαπτομένην ίδοις, μη προτίμα την ομόνοιαν της αληθείας, αλλ’ ίστασο γενναίως έως θανάτου…την αλήθειαν μηδαμού προδιδούς».[3] 
Δεν υπάρχει χειρότερο κακό από την στέρηση της σωτηρίας και μόνο ως έργο αγάπης δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Πολύ εύστοχα παρατηρεί ο αείμνηστος καθηγητής κ. Στέργιος Σάκκος[4]: «Δεν χωρίζεται η αγάπη από την αλήθεια. 
Ο διαχωρισμός τους, επί ζημία βεβαίως και των δύο, είναι των ημερών μας επίτευγμα. Είναι το κατόρθωμα του συγχρόνου διαχριστιανικού συγκρητισμού! Ποτέ άλλοτε η αγάπη δεν χρησιμοποιήθηκε τόσο πρόχειρα ανεύθυνα και ύπουλα εις βάρος της αλήθειας. 
Ποτέ στην ιστορία της Εκκλησίας δεν χρησιμοποιήθηκαν στις σχέσεις με τους αιρετικούς οι ανταλλαγές επισκέψεων και δώρων, οι εκατέρωθεν φιλοφρονήσεις, οι εναγκαλισμοί και οι ασπασμοί με πλήρη, ή έστω, μερική παραθεώρηση της αλήθειας…
Ποτέ η αγάπη δεν κατήργησε, ούτε υποβίβασε το δόγμα. Ποτέ δεν παραμερίσθηκε η αλήθεια χάριν μιάς κατ’ επίφασιν ειρήνης. ‘Αν η ειρήνη περιορίζεται μόνο στα λόγια είναι καταγέλαστη’, γράφει ο Μ. Βασίλειος[5], ενώ ο ευαίσθητος και πραότατος Θεολόγος Γρηγόριος διαγγέλλει: «Κρείττων γαρ επαινετός πόλεμος ειρήνης χωριζούσης Θεού. Και διά τούτο τον πραύν μαχητήν οπλίζει το πνεύμα, ως καλώς πολεμείν δυνάμενον’»[6].
Το επιχείρημα λοιπόν της αγάπης, που κατά κόρον προβλήθηκε και διατυμπανίστηκε από τους Οικουμενιστές αποδείχθηκε πλάνη και θανάσιμη παγίδα. Τούτο φάνηκε και από το ίδιο το αποτέλεσμα των μέχρι τώρα γενομένων διαλόγων. Οι μέχρι τώρα γενόμενοι διάλογοι όχι μόνον δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα, αλλά αντιθέτως οδήγησαν αναπόφευκτα σε προϊούσα φθορά και διάβρωση του Ορθοδόξου φρονήματος, σε συμβιβασμούς και ανεπίτρεπτες υποχωρήσεις στο δόγμα και στην Εκκλησιαστική μας αυτοσυνειδησία. 
Με πολύ επιπολαιότητα οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι στους Διαχριστιανικούς Διαλόγους, ανώριμοι όντες πνευματικά και μη έχοντες αγιοπνευματικές εμπειρείες, άπλωναν γέφυρες, μικρές και ανεπαρκείς, για να γεφυρώσουν τεράστια χάσματα και να εκμηδενίσουν αποστάσεις και διαφορές, πολύ σημαντικές στο δόγμα και στο ήθος των Εκκλησιών. 
Παραθεώρησαν το γεγονός, ότι η αλήθεια με την αίρεση δεν έχουν ποσοτική διαφορά. Η αίρεση δεν έχει απλώς λιγότερη αλήθεια, ώστε με κάποια προσθήκη να γίνει κι αυτή Ορθοδοξία. Η αίρεση όσο μικρή και αν φαίνεται, είναι πλάνη, είναι σκοτάδι και αμαρτία και θάνατος. Ο πνευματικός θάνατος που προξενεί η αίρεση, δεν παίρνει βελτίωση να γίνει λιγότερο θάνατος και κατόπιν ζωή. 
Έτσι φθάσαμε στο τραγικό φαινόμενο να διατυπώνονται από Ορθοδόξους εκπροσώπους και πατριάρχες, αντορθόδοξες και βλάσφημες δηλώσεις και να υπογράφονται κοινά κείμενα με τους αιρετικούς, ξένα προς την παράδοση και την δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Ο αρχικός ενθουσιασμός για την δήθεν μαρτυρία της Ορθοδοξίας προς τους ετεροδόξους δυστυχώς κατέληξε στο θλιβερό φαινόμενο, μετά από 64 χρόνια διαλόγου με τους Προτεστάντες και 32 με τους Παπικούς, να συμμαρτυρούμε με την πλάνη και να αναγνωρίζουμε τους ετεροδόξους ως αδελφές Εκκλησίες, με έγκυρα μυστήρια αι αποστολική διαδοχή. Δηλαδή, αντί εμείς να τους οδηγήσουμε στην Ορθοδοξία, μας παρέσσυραν αυτοί στην αίρεση και την πλάνη.
Ο γέρων Παΐσιος ο αγιορείτης, μεγάλη οσιακή μορφή των ημερών μας, του οποίου η αγιότης μαρτυρείται από όλους πανορθοδόξως, φωτισμένος από την Χάρη του αγίου Πνεύματος, που είχε πλούσια μέσα του, διέκρινε την ολέθρια αυτή αίρεση του Οικουμενισμού και την καταπολέμησε με όλες του τις δυνάμεις, όπως μαρτυρεί ο βιογράφος του Γέρων Ιερομ. Ισαάκ. 
Κάποτε σε μια σύναξη μοναζουσών έλεγε τα εξής: «Οικουμενισμός και Κοινή Αγορά, ένα κράτος μεγάλο, μια θρησκεία στα μέτρα τους. Αυτά είναι σχέδια διαβόλων».[7] Σε μια άλλη περίπτωση έλεγε: «Μου έκανε εντύπωση αυτό, που μου είπε ένας επίσκοπος από το Πατριαρχείο. 
Του είχα πεί: Μα τι κατάσταση είναι αυτή; Από τη μια ο Οικουμενισμός, από την άλλη ο Σιωνισμός, ο Σατανισμός…Σε λίγο θα προσκυνούμε τον διάβολο με τα δύο κέρατα αντί για τον δικέφαλο αετό. 
Σήμερα, μου λέγει, δύσκολα βρίσκεις επισκόπους σαν τον επίσκοπο Καισαρείας Παΐσιο τον Β΄. Ο Παΐσιος ο Β΄ τι έκανε; Πήγαινε στον Σουλτάνο για τα αιτήματά του με ένα σχοινί δεμένο στη μέση, αποφασισμένος δηλαδή να τον κρεμάσουν οι Τούρκοι. Σαν να έλεγε στον Σουλτάνο: Μην ψάχνεις σχοινί και χασομεράς, άμα θέλεις να με κρεμάσεις, έτοιμο το έχω το σχοινί».[8] Η παρά πάνω μαρτυρία εμφανίζει τον Γέροντα να διαμαρτύρεται σε κάποιον πατριαρχικό επίσκοπο κατά της αιρέσεως του Οικουμενισμού και να παρουσιάζει τον Οικουμενισμό και τον Σιωνισμό ως τα δύο κέρατα του διαβόλου.
Το γεγονός ότι η φοβερή αυτή αίρεση εξακολουθεί όχι μόνον να υφίσταται, παρ’ όλο που πέρασαν 100 περίπου χρόνια από της εμφανίσεώς της, αλλά και να εξαπλούται επικίνδυνα όλο και περισσότερο, υπογραμμίζει το χρέος όλων μας, κλήρου και λαού, για την αποτελεσματική καταπολέμησή της. 
Όπως και άλλοτε έχουμε επισημάνει, είναι ανάγκη ο κλήρος και ο πιστός λαός του Θεού να επαγρυπνεί και να διακρίνει τα «σημεία των καιρών» (Ματθ.16,3). Να μείνει ανυποχώρητος και ασυμβίβαστος στην υπεράσπιση της αληθείας, ανεπηρεάστος από το πνεύμα της χαλαρότητος, του εφησυχασμού και του ενδοτισμού, το οποίον κυριαρχεί σήμερα, ιδίως μεταξύ των εκκλησιαστικών μας ηγετών, εκτός από ελάχιστες επαινετές εξαιρέσεις. 
Να συνειδητοποιήσει και να ευαισθητοποιηθεί απέναντι στο σύγχρονο πολυκέφαλο θηρίο, την παναίρεση του Οικουμενισμού, που προετοιμάζει τον ερχομό της Νέας Παγκόσμιας Θρησκείας του σατανά, και που με ύπουλο τρόπο έχει διεισδύσει στα σπλάγχνα της Ορθοδοξίας και την απειλεί θανάσιμα. 
Είναι ανάγκη πρό παντός, να ενεργοποιηθεί σ’ ένα δυναμικότερο αντιαιρετικό αγώνα και να απαιτήσει από την Ιεραρχία μας να ασχοληθή με την φοβερή αυτή αίρεση και να την καταδικάση Συνοδικά, να επισημάνει τους φορείς της και να τους καλέση σε μετάνοια. Σε περίπτωση δε αμετανοησίας να τους καθαιρέση. Τέλος να διακόψη τους μέχρι τώρα γενομένους ακάρπους και επιβλαβείς διαλόγους με τους ετεροδόξους.
Καλή Σαρακοστή και καλόν αγώνα πνευματικόν.


[1] Εις Ευτρόπιον Β΄, PG 51,397.
[2] Εις το «Ου θέλω υμάς αγνοείν αδελφοί…», PG 51,252.
[3] PG 60,611.
[4] Εφ. «Ορθόδοξος Τύπος», 3 Ιουνίου 2011.
[5] Πατροφίλω επισκόπω της εν Αιγεαίς Εκκλησίας, Επιστολή ΣΝ, PG 32,932Α
[6] Λόγος Β΄ Απολογητικός της εις τον Πόντον φυγής 82, PG 35,488C.
[7] Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου Λόγοι, τομ. Β΄, Εκδ. Ιερού Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1999, σελ. 176
[8] Γέροντος Παϊσίου…,ο.π. σελ. 230-232
 http://anavaseis.blogspot.gr/2013/03/blog-post_5912.html