Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3.11.12

Ιδιότητα του πολίτη



Ποθητή Χαντζαρούλα

Ανδρισμός, εργασιακές ταυτότητες και ιδιότητα του πολίτη στις αφηγήσεις των αλβανών μεταναστών στην Ελλάδα
Το κείμενο εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους συγκροτούνται και διαπλέκονται οι εργασιακές και έμφυλες ταυτότητες καθώς και οι αντιλήψεις για την ιδιότητα του πολίτη στις αφηγήσεις των αλβανών μεταναστών. Βασίζεται κυρίως στην εργασιακή εμπειρία των ανδρών και στο ρόλο της στη διαμόρφωση της υποκειμενικότητάς των αλβανών μεταναστών.[1]
Ο ανδρισμός αποτελεί κεντρική αναλυτική κατηγορία στη μελέτη αυτή καθώς συνιστά πεδίο εξουσίας μέσω του οποίου αρθρώνονται οι κοινωνικές ιεραρχίες αλλά και μέσω του οποίου επαναπροσδιορίστηκαν οι ανδρικές ταυτότητες των μεταναστών. Όπως παρατηρούν οι φεμινίστριες ιστορικοί ο ανδρισμός διαμορφώνεται από ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών σχέσεων αλλά αποτελεί και ο ίδιος στοιχείο διαμόρφωσής τους (Sinha 1995, 1999, Nandy 1983, Chowdury-Sengupta 1998). Η μελέτη του ανδρισμού θέτει σε κριτική τη μελέτη του φύλου ως σχέσης μεταξύ ανδρών και γυναικών και εισάγει τη διαδραστική σχέση του ανδρισμού με την τάξη, την φυλή, την σεξουαλικότητα, την θρησκεία και την εθνική ταυτότητα, αναδεικνύοντας την κεντρικότητα του ζητήματος της εξουσίας στην ιστορία του ανδρισμού.[2] Ο ανδρισμός αποτέλεσε το πεδίο πάνω στο οποίο συγκροτήθηκαν οι ιεραρχίες ανάμεσα στους έλληνες και στους αλβανούς. Η αλβανική ταυτότητα αναμετριέται και  επαναπροσδιορίζεται σε σχέση με το μοντέλο του κανονιστικού ανδρισμού στην ελληνική κοινωνία. Υπό αυτό το πρίσμα, ο ανδρισμός θα μελετηθεί ως σχέση και όχι ως μία αυτάρκης ιστορία μιας συγκεκριμένης ομάδας.

Ανδρισμός και εργασιακή ταυτότητα
Η έννοια της εργασίας κατέχει κεντρική θέση στη δημιουργία της ανδρικής ταυτότητας. Οι αφηγήσεις περιστρέφονται γύρω από τους άξονες της οδύνης και της περηφάνιας (βλ. Λαμπροπούλου 2009). Η τιμή, η αξιοπρέπεια, η σκληρή δουλειά, το να βοηθάει κανείς τους συντρόφους του, και πάνω από όλα η εντιμότητα και η καρτερικότητα και το ηθικό σθένος απέναντι στις πιο αντίξοες συνθήκες και καταστάσεις αποτελούν τα συστατικά στοιχεία της εργασιακής ηθικής των μεταναστών.[3] Παρόλο που αυτή η εργασιακή ηθική είναι γνωστή και αναγνωρίσιμη από τις μελέτες για τις σημασίες της εργασίας στην Ευρώπη του δεκάτου ενάτου αιώνα και στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου αλλά ακόμα και στη μεταπολεμική Ελλάδα όπως μας έχει δείξει η Δήμητρα Λαμπροπούλου,[4] οι μαρτυρίες των μεταναστών δείχνουν ότι η εργασιακή ηθική τους δεν χαρακτηρίζεται από μαχητικότητα και συλλογική διεκδίκηση εργασιακών δικαιωμάτων. Η ατομική αξιοπρέπεια δεν δημιουργεί δεσμούς συμφερόντων με τους συνεργάτες καθώς ο ρατσισμός αποτελεί εμπόδιο στη δημιουργία ταξικής αλληλεγγύης. 
            Η αφηγηματοποίηση της εμπειρίας της εργασίας οργανώνεται ως πορεία από τη μαθητεία στην πλήρη κατοχή της τέχνης, η οποία είναι επίσης μια πορεία ενηλικίωσης και επιβεβαίωσης του ανδρισμού.  Οι ταπεινώσεις, ο φυσικός κάματος, και η οδύνη που χαρακτηρίζουν την περίοδο της μαθητείας παραμερίζονται και αντικαθίστανται από την κατοχή της τέχνης, την ηθική ακεραιότητα του εαυτού και την πάλη με τα αφεντικά.[5]
            Το νόημα του ανδρισμού ορίζεται, διαμορφώνεται και αποδιαρθρώνεται μέσα στις εργασιακές πρακτικές. Η έννοια της ειδίκευσης αποτελεί κεντρική κατηγορία νοηματοδότησης της εργασιακής και ανδρικής ταυτότητας αλλά και πεδίο νοηματοδότησης των σχέσεων εξουσίας.[6] Η σχέση με τους εργοδότες δεν είναι μια απρόσωπη σχέση μισθωτής εργασίας αλλά μια σχέση διαπροσωπική στην οποία η συμβολική, λεκτική και ακόμα σωματική βία κατέχει κεντρική θέση. Η πρόσληψή της ως πατερναλιστική σχέση διευκολύνει στο επίπεδο της υποκειμενικότητας την απορρόφηση της βίας που ασκείται στα υποκείμενα. Οι πρώτες εμπειρίες στην εργασία όταν οι πληροφορητές δεν είχαν άδεια παραμονής και ήταν περισσότερο εξαρτημένοι από τους εργοδότες από ό,τι σήμερα, παρά την επιμονή της μαύρης οικονομίας, περιγράφεται σαν σχέση πατέρα-γιου.[7] Ο ειδικευμένος τεχνίτης στην οικοδομή έπαιρνε τη θέση του πατέρα που προστάτευε, συμβούλευε και φρόντιζε για τον μαθητευόμενο και έξω από το χώρο της δουλειάς. Ο καλός εργοδότης είναι αυτός που αγαπάει και φροντίζει τον εργάτη, του δίνει επιπλέον χρήματα όταν η δουλειά γίνεται καλά και ο εργάτης φτάνει στα όρια της αντοχής του.[8] Το σώμα αποτελεί κεντρική μεταφορά και συστατικό στοιχείο του ανδρισμού στη δουλειά. Η εργασιακή ταυτότητα που κατοχυρώνει το ανδρικό στάτους ενσωματώνεται και επιτελείται μέσω της επανάληψης των σωματικών πράξεων: αιμορραγία, σήκωμα βάρους, διακινδύνευση της ζωής, εργατικό ατύχημα, βαρύς τραυματισμός των χεριών από τη λείανση των τοίχων με γυαλόχαρτο. Ο εαυτός γίνεται ο τόπος της ενσώματης ιστορίας της οδύνης.[9]
Έχω κάνει τέσσερα χρόνια με το μάστορα στο Αίγιο και εγώ ξέρω τι έπαθα και τώρα πια είμαι μάστορας. Και πιστεύω ότι ναι, αυτά που πέρασα δηλαδή τα τέσσερα χρόνια εκεί που τα δάχτυλά μου γινόσαντε τσιγαρόχαρτο έτσι απ’ το γυαλόχαρτο απ’ το τρίψιμο και βγάζανε αίμα τώρα τα έχω ξεχάσει. Και είμαι σα μάστορας και ξέρω όντως αυτή τη δουλειά που το αξίζω αυτό το όνομα μάστορα που λένε. Γιατί πρέπει να περάσουν χρόνια για να σε πει ο

8.3.10

Η γλώσσα ως εμπόδιο. Γλωσσική επάρκεια και πολιτογράφηση μεταναστών

Σπύρος Α. Μοσχονάς, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Δεν είναι ασυνήθιστο η πολιτική της αφομοίωσης των μεταναστών να συνδυάζεται με πρακτικές γλωσσικού αποκλεισμού. Όλο και περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες για να δώσουν άδεια παραμονής ή ιθαγένεια απαιτούν επάρκεια στη γλώσσα της χώρας υποδοχής: από 4 στις 14 (ποσοστό 29%) το 2002, οι χώρες αυτές έφτασαν τις 11 στις 18 (61%) το 2007 και τις 20 στις 27 (74%) το 2008 (πηγή: ALTE). Ορισμένες χώρες (Γαλλία, Γερμανία, Λετονία, Ολλανδία, Σουηδία) απαιτούν πιστοποίηση της γλωσσικής επάρκειας για είσοδο των μεταναστών στη χώρα. Για μόνιμη διαμονή ή για την απόκτηση ιθαγένειας το επίπεδο γλωσσομάθειας που θεωρείται επαρκές ποικίλλει. Χρησιμοποιώντας την κλίμακα του Κοινού Ευρωπαϊκού Πλαισίου Αναφοράς (επίπεδα Α1, Α2, Β1, Β2, C1, C2), σχετικά χαμηλή γλωσσομάθεια απαιτείται σε χώρες όπως η Ελλάδα (επίπεδο Α2) και υψηλή σε χώρες όπως η Πολωνία και η Δανία (επίπεδο C2). Σε ελάχιστες χώρες δεν είναι απαραίτητη η γλωσσική επάρκεια· ανάμεσά τους και η Κύπρος.

2.3.10

Οι "άλλοι" μαθητές στο σχολείο: Πολιτισμικές διαφορές και κοινωνικές ανισότητες

Νέλλη Ασκούνη, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Τα μεταναστευτικά ρεύματα που γνώρισε η Ελλάδα ως χώρα υποδοχής (για πρώτη φορά στην ιστορία της) από τη δεκαετία του 1980 έφεραν καθοριστικές αλλαγές στην ελληνική κοινωνία. Ανάμεσα στις πιο σημαντικές είναι οι αλλαγές στο εκπαιδευτικό πεδίο: 10% περίπου του συνολικού μαθητικού πληθυσμού στην υποχρεωτική εκπαίδευση είναι παιδιά μεταναστών και το ποσοστό αυτό είναι πολύ μεγαλύτερο στα σχολεία των μεγάλων αστικών κέντρων. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν έχει καταφέρει ακόμα να βρει τρόπους για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες αυτής της αλλαγής. Η μαζική παρουσία παιδιών μεταναστών στο σχολείο εξακολουθεί να θεωρείται πρόβλημα, να γίνεται αντιληπτή ως συνθήκη που αποκλίνει από αυτό που θεωρούμε κανονική σχολική συνθήκη στην Ελλάδα, δηλαδή ένα σχολείο που απευθύνεται σε ελληνόπουλα. Τα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι τα παιδιά των μεταναστών συναντούν πολλά προβλήματα στο σχολείο κυρίως με την εκμάθηση της γλώσσας, έχουν χαμηλή επίδοση, δύσκολες σχολικές πορείες και συχνά επώδυνες εμπειρίες. Οι εκπαιδευτικοί τονίζουν την αδυναμία να διαχειριστούν μια ετερογενή σχολική τάξη, αισθάνονται απροετοίμαστοι και αβοήθητοι και συχνά ματαιωμένοι (και ξέρουμε καλά ότι η ματαίωση σε αυτό το επάγγελμα μπορεί να ευνοήσει στερεοτυπικές ερμηνείες και απορριπτικές συμπεριφορές). Οι έλληνες γονείς φοβούνται ότι απειλείται η ποιότητα της εκπαίδευσης, ότι πέφτει το επίπεδο, και πολλοί (όσοι έχουν τη δυνατότητα να κάνουν τέτοιες επιλογές, οι περισσότεροι ανήκουν στα μεσαία στρώματα) αποφεύγουν, παρακάμπτοντας το σχολικό χάρτη, να στείλουν τα παιδιά τους σε σχολεία με πολλά «ξένα» παιδιά, ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο τον κίνδυνο δημιουργίας σχολείων-γκέτο.

Μετανάστες δεύτερης γενιάς στην Ελλάδα: από τα διεθνή σύνορα στα «κοινωνικά εσωτερικά σύνορα της μεγαλούπολης»

Κώστας Θεριανός, Εκπαιδευτικός, Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης

1. Εισαγωγή
"O μετανάστης δεν είναι μόνο ένας ξένος αλλά τις περισσότερες φορές είναι και ένας εργάτης". Nancy Green
Η εισήγηση αποτελεί θεωρητική ανασκόπηση της έρευνας για τους μετανάστες δεύτερης γενιάς που έγινε στο πλαίσιο του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Κοινωνίας της Ακαδημίας Αθηνών και έχει ως αντικείμενο την διερεύνηση της σχέσης των Αλβανών, Βουλγάρων, Ρουμάνων μεταναστών δεύτερης γενιάς με το σχολείο και την εργασία . Η ανασκόπηση αφορά ένα «ξαναδιάβασμα» των βασικών ευρημάτων της έρευνας όχι μόνο υπό το πρίσμα της θεωρίας, αλλά και υπό το πρίσμα της συζήτησης που έχει ανοίξει με αφορμή το νομοσχέδιο για την απόδοση ελληνικής ιθαγένειας στους μετανάστες δεύτερης γενιάς.

28.2.10

Παρέμβαση Γιώργου Σιμόπουλου



Η εκπαίδευση των ενηλίκων μεταναστών στην ελληνική γλώσσα
Παίρνοντας αφορμή από την παρουσίαση του κυρίου Μοσχονά σχετικά με τη χρήση της αξιολόγησης της γλωσσικής ικανότητας των μεταναστών, αλλά και τα όσα η κυρία Ασκούνη περιέγραψε σχετικά με την «επένδυση» αφομοιωτικών πολιτικών με διαπολιτισμική φρασεολογία, θα ήθελα να σχολιάσω ορισμένα από τα χαρακτηριστικά των προγραμμάτων γλωσσικής εκπαίδευσης με αποδέκτες ενήλικες μετανάστες. Θα ξεκινήσω από ένα ποσοτικό δεδομένο: Στα προγράμματα του ΙΔΕΚΕ και τα αντίστοιχα των Πανεπιστημίων και των ΚΕΚ, παρότι λείπουν επίσημα συγκεντρωτικά στοιχεία, φαίνεται ότι έχει παρακολουθήσει μαθήματα ελληνικής γλώσσας ένας αριθμός ανάμεσα σε 25.000-30.000 μετανάστες μέσα σε μια δεκαετία. Με έναν τέτοιο ρυθμό, στην καλύτερη περίπτωση θα χρειαζόμασταν τουλάχιστον ενάμισι αιώνα για να εκπαιδεύσουμε όσους μετανάστες ενδιαφέρονται να μάθουν την ελληνική γλώσσα.

27.2.10

Παρέμβαση της Γιούτα Λάουτ Μπάκα

Διδάκτωρ Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Ακαδημία Αθηνών, Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Κοινωνίας

Η γερμανική ρύθμιση για τη δεύτερη γενιά μεταναστών

Στον προβληματισμό και στη συζήτηση για την ιδιότητα της δεύτερης γενιάς μεταναστών στην Ελλάδα μπορεί να συμβάλει μια σύγκριση με σχετικές ρυθμίσεις και έμπρακτες εμπειρίες άλλων χωρών της Ευρώπης, οι οποίες βρέθηκαν επίσης μπροστά στο πρόβλημα μιας ρύθμισης θεμάτων ιθαγένειας της δεύτερης (και τρίτης ακόμη) γενιάς μεταναστών στην χώρα. Παρακάτω θα παρουσιαστούν μερικά στοιχεία για τις εμπειρίες και τις αντίστοιχες νομοθετικές ρυθμίσεις μιας ευρωπαϊκής χώρας με πολύχρονο ιστορικό μετανάστευσης – της Γερμάνιας. Το παράδειγμα της Γερμανίας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την τωρινή συζήτηση στην Ελλάδα, επειδή η Γερμανία ήταν ένας κατεξοχήν προορισμός πολλών Ελλήνων μεταναστών και μεταναστριών στη δεκαετία του 1950 και του 1960 (Λάουτ Μπάκα 2007). Η σημερινή δεύτερη (και τρίτη) γενιά Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία απέκτησε μεγάλη ωφέλεια από μια νέα νομοθετική ρύθμιση που πραγματοποιήθηκε στη Γερμανία πριν από λίγα χρόνια, το 2007. Ποια ήταν αυτή η νέα νομοθετική ρύθμιση του 2007 και γιατί έχει ενδιαφέρον για την Ελλάδα?

Παρέμβασης της Έλενας Στριφτόμπολα

Το περασμένο Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010 παρακολούθησα μαζί με δεκάδες ανθρώπους της εκπαίδευσης και όχι μόνο, την πολύ πετυχημένη, κατά τη γνώμη μου, συζήτηση που διοργανώθηκε από το περιοδικό Historein/Ιστορείν και την Ομάδα Πρωτοβουλίας καθηγητών και δασκάλων με θέμα: Μετανάστευση, ιδιότητα του πολίτη και εκπαίδευση, στην αίθουσα Λόγου και Τέχνης στη Στοά του Βιβλίου. Θεωρώ πετυχημένη αυτήν τη συζήτηση, γιατί έδωσε την ευκαιρία σε ανθρώπους που τους αφορά το εκπαιδευτικό εγχείρημα με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, να συνευρεθούν, να ανταλλάξουν απόψεις και να προβληματιστούν για ένα επίκαιρο και εξόχως σημαντικό ζήτημα, παρόλο που πολλές φορές κάποιοι από αυτούς τους ανθρώπους υπηρετούν το συγκεκριμένο εγχείρημα με τρόπους πολύ διαφορετικούς και από θέσεις επίσης πολύ διαφορετικές. Η συζήτηση υπήρξε πυκνή, ζωντανή και άκρως ενδιαφέρουσα, έθεσε πολλά σημαντικά ερωτήματα και άνοιξε την όρεξη για περαιτέρω τέτοιες πρωτοβουλίες που θα μας πάνε ένα ή ακόμα και περισσότερα βήματα πιο μπροστά σε αυτό το τόσο κομβικό θέμα για την εκπαίδευση αλλά και για την ελληνική κοινωνία. Οι εισηγητές με τις ομιλίες τους, ο καθένας από την πλευρά του και ανάλογα με την ιδιότητά του, φώτισαν αρκετές από τις πολλές πτυχές αυτού του δυσεπίλυτου, όπως αποδεικνύεται, ζητήματος για την ελληνική πραγματικότητα. Μετά τις προγραμματισμένες εισηγήσεις ακολούθησε ένας κύκλος παρεμβάσεων από συμμετέχοντες στην εκδήλωση, που άνοιξε με την παρέμβαση της κας Θάλειας Δραγώνα. Σε αυτήν ακριβώς την παρέμβαση οφείλεται η δική μου συμβολή στο διάλογο που ένας εκ των συντονιστών της συζήτησης, ο κος Αντώνης Λιάκος προέτρεψε να συνεχιστεί μέσω του ιστολογίου του Historein/Ιστορείν. Με αφορμή, λοιπόν, την τοποθέτηση της κας Θ. Δραγώνα στη συζήτηση, θα ήθελα να καταθέσω κάποιους προβληματισμούς.

Παρέμβαση της Γιώτας Ιωαννίδου

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να συζητήσει κανείς στα σοβαρά για την εκπαιδευτική πολιτική για τους μετανάστες, με το δεδομένο ενός κυβερνητικού Προγράμματος Σταθερότητας που μειώνει τις ήδη ελλειμματικές δαπάνες για την εκπαίδευση, καταρακώνει τις αποδοχές των εκπαιδευτικών, μειώνει δραματικά τις προσλήψεις και τους απαξιώνει εν γένει. Η πραγματικότητα που διαμορφώνουν αυτές οι επιλογές, κάνουν τις κυβερνητικές εξαγγελίες για καινοτομίες και «πρώτα ο μαθητής», να φαντάζουν τουλάχιστον αναξιόπιστες. Αλλά εγώ ήρθα εδώ να σας μιλήσω για…

Παρέμβαση του Πάνου Χριστοδούλου

δικηγόρου του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες (ΕΣΠ) και συγγραφέα παιδικών βιβλίων

Η παρέμβασή μου είναι στην ουσία ένας προβληματισμός, ο οποίος δεν είναι καινούργιος αλλά νομίζω ότι παραμένει επίκαιρος.

Ακούγοντας όλες τις εισηγήσεις της ημερίδας διαπίστωσα ότι παρουσιάστηκαν κάποια πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία, τα οποία –δυστυχώς- δεν είναι ευρύτερα γνωστά. Για παράδειγμα, πολλές φορές μου έχει τύχει διάφοροι άνθρωποι –προσπαθώντας ίσως να με «στριμώξουν»- να μου λενε: «Καλά, εσύ υπερασπίζεσαι ως δικηγόρος του ΕΣΠ τους πρόσφυγες, αλλά θα έστελνες το παιδί σου στο ίδιο σχολείο με αυτούς κι έτσι να καθυστερεί η εκπαίδευσή του εξαιτίας του χαμηλού επιπέδου τους;».Αυτό πιστεύει η πλειονότητα του κόσμου καθώς δεν γνωρίζει τα στοιχεία που μας παρουσίασε στην εισήγησή της η κ. Ασκούνη και τα οποία αποδεικνύουν ότι οι χαμηλές σχολικές επιδόσεις έχουν να κάνουν με την κοινωνική διαστρωμάτωση και όχι με την εθνικότητα. Δυστυχώς όμως, τέτοια εμπεριστατωμένα στοιχεία δεν προβάλλονται εύκολα από τα ΜΜΕ, καθώς τα τελευταία προτιμούν τις κραυγές και τις ακραίες απόψεις που θα προκαλέσουν και θα ανεβάσουν την τηλεθέαση.

11.2.10

Μετανάστευση, ιδιότητα του πολίτη και εκπαίδευση


Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010, 11.00 π.μ., 
Αίθουσα Λόγου - Στοά Βιβλίου (Πεσμαζόγλου 5 & Σταδίου)


Η μετανάστευση είναι ένα φαινόμενο που διαμόρφωσε τη φυσιογνωμία και την ιστορία των λαών, από τα προϊστορικά χρόνια έως σήμερα. Kάθε μεταναστευτικό κύμα έχει τη δική του φυσιογνωμία, θέτει τα δικά του προβλήματα και ζητάει καινούργιες απαντήσεις. Η σύγχρονη μετανάστευση,  που συμπληρώνει 20 χρόνια  στην Ελλάδα, ξάφνιασε την ελληνική κοινωνία και προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις. Οι πρώτοι που την αντιμετώπισαν ήταν οι εκπαιδευτικοί. Δάσκαλοι και καθηγητές βρέθηκαν σε πολύγλωσσες τάξεις με μαθητές που προέρχονταν από ποικίλες πολιτισμικές παραδόσεις. Είχαν να κάνουν με παιδιά που είχαν αποτυπωμένα πάνω στο πρόσωπό τους  τα τραύματα από τον τόπο που άφησαν, από το πέρασμά τους στον τόπο μας, από τις αντιδράσεις –πολλές φορές ακραίες- των συμπολιτών μας. Την πλούσια εμπειρία τους, που αποτελεί και η ίδια μια ιστορική παρακαταθήκη για την Ελλάδα, πολύ λίγο την γνωρίζουμε.