Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Νησίδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Νησίδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Απριλίου 2023

Αηδία: ο Τόμας Μπέρνχαρντ στο Σαν Σαλβαδόρ - Horacio Castellanos Moya

Η πλήρης εποπτεία της εγχώριας λογοτεχνικής παραγωγής μοιάζει να είναι σχεδόν αδύνατη, πάντοτε κάτι θα διαφεύγει της προσοχής ακόμα και του πλέον δυνατού αναγνώστη, η συμφιλίωση με το γεγονός αυτό κρίνεται απαραίτητη και καθησυχαστική. Η Ν. μου επισήμανε το βιβλίο αυτό, ο τίτλος αρκούσε για να μου τραβήξει το άμεσο ενδιαφέρον και να με οδηγήσει στην αναβολή της ανάγνωσης του σπουδαίου, μεγάλου και απαιτητικού μυθιστορήματος της τρομερής Όλγκα Τοκάρτσουκ, Τα βιβλία του Ιακώβ. Σε τέτοια έλξη αναφέρομαι.

Δεν είχε περάσει καιρός απ' όταν είχα διαβάσει ένα ακόμα κατά Μπέρνχαρντ μυθιστόρημα, Η υπέρβαση της βαρύτητας του Χάιντς Χέλε. Στο κείμενο εκείνης της ανάρτησης σημείωνα πως διόλου δεν θα έπρεπε να υποτιμάται άκριτα η λογοτεχνία á la maniére de, όχι τουλάχιστον μόνο και μόνο εξαιτίας αυτού του χαρακτηριστικού της, και πως, όπως σε κάθε έργο άλλωστε, καλό είναι να υπόκειται σε κρίση μετά την ανάγνωση και με όρους λογοτεχνικούς. Άλλωστε, πόσο εύκολο είναι να «αντιγράψει» κάποιος καλά έναν συγγραφέα του μεγέθους και της επιρροής του Μπέρνχαρντ; Καθόλου, θα απαντήσω.

Τι τύχη που ήρθες, Μόγια, δεν το περίμενα ότι θα ερχόσουν, αυτό το μέρος δεν αρέσει και σε πολλούς σ' αυτήν την πόλη, υπάρχουν πολλοί που δεν τους αρέσει καθόλου να έρχονται σ' αυτό το μέρος, Μόγια, γι' αυτό και δεν ήμουν καθόλου σίγουρος ότι θα ερχόσουν, μου είπε ο Βέγκα. Εμένα πάλι μου αρέσει να έρχομαι εδώ αργά το απόγευμα, να κάθομαι έξω στην αυλή, να πίνω ένα δυο ποτηράκια ουίσκι, ήρεμα, ενώ ακούω τη μουσική που εγώ ο ίδιος έχω παραγγείλει στον Τολίν, μου είπε ο Βέγκα, όχι να κάθομαι στο μπαρ, όχι εκεί μέσα, πολλή ζέστη στο μπαρ, πολλή ζέστη εκεί μέσα, καλύτερα εδώ έξω στην αυλή, μ' ένα ποτό και με την τζαζ που παίζει ο Τολίν.

Ο Βέγκα γυρίζει μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες στο Ελ Σαλβαδόρ από τον Καναδά όπου μένει μόνιμα απ' όταν εγκατέλειψε τη χώρα, χαρούμενος και απαλλαγμένος από αυτό τον τόπο και τους κατοίκους του. Επιστρέφει εξαιτίας του θανάτου της μητέρας του, χωρίς να το σκεφτεί καλά αγόρασε ένα αεροπορικό εισιτήριο μόλις έκλεισε το τηλέφωνο στο οποίο η νύφη του τον ενημέρωσε για τον θάνατο εκείνης, ήδη από το αεροπλάνο και το πολύωρο ταξίδι είχε κιόλας μετανιώσει την παρόρμησή του αυτή, θα έπρεπε, λέει, να το έχει σκεφτεί καλύτερα. Η παραμονή του θα εξαρτηθεί από τον χρόνο διεκπεραίωσης της πώλησης του σπιτιού που εξ ημισείας με τον αδερφό του του άφησε στη διαθήκη της η μητέρα, κάθε δεσμός με αυτό το μέρος πρέπει να κοπεί πάραυτα.

Τις πρώτες μέρες συναίνεσε στη φιλοξενία που του πρότεινε ο αδερφός του, μια κόλαση ήταν εκείνες οι μέρες που πέρασε με εκείνον και την οικογένειά του, γυναίκα και δύο παιδιά, με τις τρεις τηλεοράσεις μονίμως ανοιχτές, συντονισμένες σε διαφορετικά κανάλια, ενώ κάθε τόσο έπρεπε να ανέχεται κάποια εκδρομή ή δραστηριότητα που ο αδερφός του αυθαίρετα υπέθετε πως θα τον ενδιέφερε μετά από χρόνια απουσίας από αυτή την αηδιαστική χώρα, δραστηριότητες σε κακάσχημα μέρη συνοδεία λιπαρών φαγητών. Όμως, τώρα το πήρε απόφαση, αν και έπρεπε από την αρχή να το έχει κάνει, έκλεισε δωμάτιο σε ένα ξενοδοχείο, εκεί θα μπορεί να έχει ιδιωτικότητα και ησυχία, να καταφέρει να διαβάσει τα βιβλία που κουβάλησε μαζί του στις αποσκευές.

Δίνει ραντεβού με τον συγγραφέα Μόγια, που όλη του τη ζωή ως τώρα την πέρασε στο Σαν Σαλβαδόρ, γεγονός τρομακτικό όπως ο Βέγκα το βλέπει, τον Μόγια με τον οποίο διατήρησε μια από τις ελάχιστες σχέσεις με συμπατριώτες του και του έδωσε ραντεβού στο μόνο μαγαζί που ανέχεται, και αυτό μόνο νωρίς, πριν οι πολιτιστικές, ο θεός να τις κάνει, εκδηλώσεις αρχινίσουν, όπως συμβαίνει παντού σε αυτή την αηδιαστική πόλη με τους αηδιαστικούς κατοίκους και εκείνος, ο Μόγια, εμφανίστηκε, ακριβής ως προς την ώρα, γεγονός που προκάλεσε την έκπληξη του Βέγκα που τίποτα ανθρωπίνως αξιοπρεπές δεν προσμένει σ' αυτή τη χώρα.

Η νουβέλα αυτή αποτελεί την εκ των υστέρων αφήγηση του Μόγια γύρω από εκείνη τη συνάντηση, συνάντηση που μονοπώλησε ο Βέγκα, εξηγώντας ξανά και ξανά την αηδία που του προκαλούσε και συνεχίζει, πώς αλλιώς, να του προκαλεί αυτός ο τόπος και οι κάτοικοί του, η κουλτούρα και τα φαγητά, ο αδερφός και η οικογένειά του, όλα όσα συνθέτουν το Σαν Σαλβαδόρ, από το οποίο ευτύχησε να δραπετεύσει έγκαιρα, απόφαση σωτήρια, ούτε να φανταστεί δεν μπορεί πώς θα ήταν η ζωή του αν παρέμενε εγκλωβισμένος εδώ. Αντίθετα με τον Μόγια που παρότι παλεύει να είναι συγγραφέας, μοιάζει καταδικασμένος σε αυτή τη σκονισμένη γωνιά του πλανήτη, εκεί που διαρκώς επικρατεί μια πολιτική αναταραχή, εγχώριες και ξένες δυνάμεις μάχονται για την κατάληψη της εξουσίας, παραμερίζοντας την όποια ιδεολογία στη θέα της δυνατότητας εξουσίας και πλούτου, αυτό είναι το μόνο που ενδιαφέρει άπαντες.

Αιχμηρός και παραληρηματικός, ο Βέγκα περνάει από κόσκινο όλα τα κακώς κείμενα της χώρας, χωρίς να χαρίζεται και να δελεάζεται, και πώς αλλιώς μπορεί κανείς να το κάνει αυτό, αν όχι χωρίς τον τρόπο του Μπέρνχαρντ, γεγονός που προκαλεί την εύλογη αναρώτηση: πώς λέγονταν τέτοιες ιστορίες πριν την εμφάνιση στα γράμματα του σπουδαίου Αυστριακού συγγραφέα; Το μόνο που αφήνει απέξω είναι την ίδια την γλώσσα, αντίθετα με τον Μπέρνχαρντ που καταφέρθηκε τόσο σκληρά στην ίδια γλώσσα με την οποία παρέδωσε μερικά από τα πλέον ιλιγγιώδη λογοτεχνικά κείμενα.

Ωστόσο, η αναγνωστική απόλαυσης της νουβέλας Αηδία: ο Τόμας Μπέρνχαρντ στο Σαν Σαλβαδόρ τού, γεννημένου το 1957, Οράσιο Καστεγιάνος Μόγια, δεν εξαντλείται στο ύφος και τη μανιέρα, παρότι καμωμένα με ιδιαίτερη επιτυχία, αλλά έγκειται και στο περιεχόμενο, που άλλωστε αιτιολογεί και την απόφαση του συγγραφέα να αφηγηθεί κατά αυτόν τον τρόπο την ιστορία αυτή. Δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση απλώς και μόνο έναν φόρο τιμής σε έναν σπουδαίο της λογοτεχνίας, ούτε ένα εύρημα προς χάρη εντυπωσιασμού του αναγνώστη. Γι' αυτό και η νουβέλα αυτή καταφέρνει να σταθεί αυτόνομα ως λογοτεχνικό έργο. Η έκδοση και κυκλοφορία του βιβλίου αυτού στο Σαν Σαλβαδόρ γέννησε έντονες αντιδράσεις, που έφτασαν μέχρι του σημείου της απειλής κατά του ίδιου και της οικογένειάς του, εξαιτίας του αντιπατριωτικού χαρακτήρα της.

Ένα πολύ ωραίο λογοτεχνικό σφηνάκι το οποίο αξίζει να αναζητήσει κανείς. Αφιερωμένο στη Ν. το κείμενο αυτό. Πώς αλλιώς;

υγ. Για το μυθιστόρημα του Χάιντς Χέλε, Η υπέρβαση της βαρύτητας, περισσότερα θα βρείτε εδώ, ενώ για το ιλιγγιώδους ομορφιάς Παλιοί δάσκαλοι του Τόμας Μπέρνχαρντ εδώ.

Μετάφραση Λευτέρης Μακεδόνας
Εκδόσεις Νησίδες

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2020

Ρετούς - Λένα Καλαϊτζή-Οφλίδη, Σίμος Οφλίδης




9 Ιουνίου στα 1934 γεννηθήκαμε. Ίδια μέρα, μη σου πω και ίδια ώρα, στην άλλη μεριά του Ατλαντικού είχαν επίσης γεννητούρια. Η εγγονή μου ψάχνοντας με τις ώρες για άχρηστες πληροφορίες στο ίντερνετ ανακάλυψε πως στα μαιευτήρια του Ντίσνεϊ έφεραν στον κόσμο, όχι τυχαία ούτε από αθέλητο λάθος αλλά μετά από υπολογισμούς και μελετημένα σχέδια, τον Ντόναλντ Ντακ. Τρομερό παπί, χούγια ανθρώπινα. 
Ο Παναγής, για λίγα λεπτά, κέρδισε εφ' όρου ζωής τον τίτλο του μεγάλου αδερφού, ήταν και αυτός ο ένας πόντος και τα οχτώ χιλιοστά υψομετρικής διαφοράς που το επιβεβαίωνε άλλωστε, διαφορά αναλλοίωτη όσο και αν δοκίμαζε να ισιώσει τις πλάτες του ο Αλέκος, ο μικρός της υπόθεσης. Ο Αλέκος αναθυμάται μια ζωή, από το μικρό μακεδονικό χωριό, με τις πληγές της κατοχής και του εμφυλίου, όλα όσα σαν όνειρο, θαρρείς, πέρασαν, το πώς βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη, πώς ασχολήθηκαν με τη φωτογραφία, πώς απέκτησαν παιδιά και εγγόνια. Από τα τελειώματα της διαδρομής η θέα προς τα πίσω έχει μια νοσταλγία που καλύπτει τον φόβο και τη δυστυχία, η μνήμη είναι ο μάστορας του ρετούς, διορθώνει και παραχαράζει κατά ιδία βούληση, εν αγνοία του πελάτη-ξενιστή. Η ανάμνηση πυροδοτείται και διακόπτεται από το σήμερα, Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013, λίγο πριν από τις δώδεκα το μεσημέρι, όταν τα δελτία ειδήσεων θα κάνουν λόγο για εκτεταμένα επεισόδια κατά τη διάρκεια μιας πορείας στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, την ώρα που οι πρώτες πληροφορίες αναφέρουν την ύπαρξη δύο νεκρών από πυροβολισμούς σε ληστεία στο ανοιχτό, παρά τις ταραχές, ταχυδρομείο.

Το Ρετούς δεν είναι μια απλή αφήγηση αναμνήσεων παρότι διαθέτει τα βασικά συστατικά του είδους, όπως ο μεγάλος σε ηλικία αφηγητής λίγο πριν το τέλος της ζωής του, η νοσταλγία μιας περασμένης εποχής, η διακλάδωση της ατομικής ιστορίας στο δέντρο της μεγάλης της αδερφής, ο υποκειμενισμός της αφήγησης παρά τη φαινομενική προσπάθεια για αποστασιοποίηση και αντικειμενική ματιά, η διάθεση για δικαιολόγηση διαφόρων πράξεων με καταφυγή στη μοίρα και την έλλειψη πρόθεσης. Μια αφήγηση στρωτή και γλυκιά, τίμιων προθέσεων και ευχάριστη στην ανάγνωση, όπως οι περισσότερες ιστορίες των ηλικιωμένων στις οποίες απουσιάζει ο διδακτισμός, που διαθέτει όμως και κάποια ευρήματα, λιγότερο ή περισσότερο φανερά, που προσδίδουν περαιτέρω λογοτεχνική αξία στο τελικό αποτέλεσμα. 

Η επιλογή του επαγγέλματος των διδύμων μόνο ως τυχαία δεν πρέπει να εκληφθεί, ο φωτογράφος μοιάζει να είναι ο κατ' εξοχήν μάρτυρας της ιστορίας, αυτόπτης αλλά αμέτοχος, τουλάχιστον σε πρώτο χρόνο, υπεύθυνος να διαφυλάξει τη στιγμή, να αποτυπώσει το κλίμα και την ατμόσφαιρα της εποχής. Η αφήγηση του Αλέκου είναι η αφήγηση ενός αυτόπτη μάρτυρα που όμως επέλεξε να μείνει εκτός κάδρου, ασχολούμενος με τη σύνθεση, τον φωτισμό, τις σκιές, τις αντιθέσεις. Ο φωτογράφος που την ώρα της ιστορίας κοιτάζει τη δουλειά του κυριολεκτικά, την ώρα που η πλειοψηφία του κόσμου κοιτάζει επίσης τη δουλειά της, χωρίς να ανακατεύεται στα πεδία της ιστορίας. Ο καλός φωτογράφος άλλωστε είναι εκείνος που θα αναδείξει το αυθόρμητο ή που θα κάνει το στημένο να δείχνει αυθόρμητο. Ως επαγγελματίας παρατηρητής, ο φωτογράφος έχει ευαίσθητα αντανακλαστικά στις μικροαλλαγές της καθημερινότητας, στον τρόπο που ο κόσμος ντύνεται ή διασκεδάζει για παράδειγμα, τον τρόπο με τον οποίο καθένας φαντάζεται τον εαυτό του, εκείνα που θέλει να δείξει και εκείνα που δεν πέτυχε, τις ατέλειες που θέλει να κρύψει και τις αναμνήσεις που θέλει να μεγεθύνει.

Σε αφηγήσεις παρόμοιες εκείνο που λείπει συχνά είναι ο πυροκροτητής εκείνος που ενεργοποίησε τον μηχανισμό της μνήμης, ελλείψει του οποίου η αφήγηση μοιάζει εκτός πλαισίου. Στο Ρετούς ο πυροκροτητής είναι κυριολεκτικός, είναι ο πυροβολισμός στη ληστεία του ταχυδρομείου, εκείνος που οδηγεί τον Αλέκο να θυμηθεί τα περασμένα, να σηκώσει τη γέφυρα με το εδώ και το τώρα, να αντικρίσει τη διαδρομή που αφήνει πίσω του. Το αφηγηματικό τώρα εκτός από την ενεργοποίηση της μνήμης συντελεί και στη διαδρομή που αυτή θα πάρει, στα στιγμιότυπα στα οποία θα σταθεί και σε εκείνα που θα παρακάμψει ενώ θα δικαιολογήσει και το τέλος. Αυτή η εναλλαγή ανάμεσα στο τότε και στο τώρα, σε ένα τότε που μοιάζει με πέρασμα του ποταμιού από πέτρα σε πέτρα, και σε ένα τώρα γραμμικό, εδώ που το κάθε λεπτό έχει τη δική του σημασία, δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα αφηγηματική αντίστιξη.     
 
Το συγγραφικό δίδυμο συνομιλεί με τους δίδυμους ήρωες. Ο Αλέκος αφηγείται, ο Παναγής μένει σιωπηλός, παρότι παρών στα περισσότερα επεισόδια. Μου οξύνει πάντοτε τη φαντασία και την περιέργεια ο τρόπος που δουλεύει ένα συγγραφικό ζευγάρι, όπως στην προκειμένη η Λένα Καλαϊτζή-Οφλίδη και ο Σίμος Οφλίδης. Στα μάτια μου μοιάζει με μια λογοτεχνική ιστορία από μόνος του. Τα όρια της κριτικής, η μονομαχία στη λήψη των αποφάσεων, ποιον χαρακτήρα αγαπάει καθένας τους πιο πολύ, ποιον επιλέγει για να κρυφτεί πίσω του, αλλά και πιο πρακτικά κομμάτια της διαδικασίας, ποιος πληκτρολογεί για παράδειγμα ή αν είναι παρόντες και οι δύο συνεχώς, αν δουλεύουν ίσως όπως σε μια σκυταλοδρομία, αν χωρίζουν τα κεφάλαια, αν διαβάζει ο ένας στον άλλον φωναχτά ή αν προσθέτουν και αφαιρούν χωρίς να το ομολογούν, εν κρυπτώ. Το ανοιχτό παρά τις ταραχές ταχυδρομείο με τα θύματα εν μέσω μιας κοινωνικής διαμαρτυρίας, συνομιλεί ευθέως με τον τραγικό θάνατο των υπαλλήλων της τράπεζας Μαρφίν, που εγκλωβίστηκαν στο εσωτερικό της, μετά από άρνηση των προϊσταμένων να κλείσει το κατάστημα, και βρήκαν τραγικό θάνατο από την πυρκαγιά που ακολούθησε την επίθεση με βόμβες μολότοφ, αφού το υποκατάστημα δεν διέθετε κανένα από τα υποχρεωτικά μέτρα πυρασφάλειας.

Το Ρετούς, πέραν των λοιπών αρετών που σχολίασα παραπάνω, με ιντρίγκαρε -και θα συνεχίσει για κάποιο καιρό να το κάνει- με την επιλογή του αφηγητή, με τα ανάμεικτα συναισθήματα που μου γέννησε η αφήγηση αυτού του γλυκού ανθρώπου, που κατάφερε τόσα πράγματα σε προσωπικό επίπεδο παρότι ξεκίνησε πολύ πίσω από τη γραμμή εκκίνησης, που θύμιζε, όμως ταυτόχρονα, τόσες γνώριμες ιστορίες ανθρώπων που κοιτούν τη δουλειά τους, που δεν θέλουν να ανακατεύονται, που μένουν σιωπηλοί, που αποφεύγουν να παίρνουν αποφάσεις, που προσδίδουν μια νοσταλγικότητα στα περασμένα ανεξαρτήτως της βαρύτητάς τους, που όταν ζορίζουν τα πράγματα το πρόσωπό τους σκληραίνει και το μισούν αυτό γιατί χαλάει την εικόνα που οι ίδιοι έχουν για τον εαυτό τους, τη μάσκα που με τόση επιτυχία φορούσαν ως τότε. Άνθρωποι όπως ο αφηγητής του Ρετούς αποτελούν την περιβόητη σιωπηλή πλειοψηφία της κάθε εποχής, της οποίας ο ηλικιακός μέσος όρος όλο και μειώνεται.

Και κάπως έτσι, ενώ ξεκίνησα να διαβάσω μια αφήγηση αναμνήσεων, το τέλος με βρήκε με την αίσθηση πως αυτό που διάβασα υπονομεύει θαυμάσια και χωρίς ασέβεια το είδος στο οποίο φαινομενικά ανήκει, με μια διάθεση παιγνιώδη από πλευράς συγγραφέων, μια έμμεση κοινωνικοπολιτική κριτική πίσω από τον μανδύα μιας απλής νοσταλγικής αφήγησης, ανάγνωση ιδιαιτέρως απολαυστική, ικανή να κρύψει τις όποιες αδυναμίες του κειμένου, ένα πετυχημένο ρετούς. 

υγ. Θα επισπεύσω την ανάγνωση της νουβέλας του Θωμά Κοροβίνη Ο γύρος του θανάτου.

Εκδόσεις Νησίδες