Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις ακυβέρνητες πολιτείες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις ακυβέρνητες πολιτείες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2024

Αμίαντος - Alberto Prunetti

Θα ήθελα αυτή η ιστορία να μην έχει συμβεί πραγματικά. Πώς το λένε; Να ήταν αποκύημα της φαντασίας του συγγραφέα. Όμως, η πραγματικότητα είναι αυτή που χτύπησε την πόρτα αυτών των σελίδων. Η φαντασία γέμισε τις τρύπες σαν φτηνιάρικος στόκος και ξανάπλασε μερικά επεισόδια, για να εξιστορήσει καλύτερα τις περιπέτειες μιας ζωής και ενός θανάτου. Μιας εργατικής βιογραφίας.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ο Αμίαντος συνέθεσε ένα διακειμενικό δίπολο με το Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου του Εντουάρ Λουί, το πρώτο αφήγημά του που είχε τόσο έντονη την πολιτική διάσταση, πέρα από τους κοινούς πρωταγωνιστές των δύο ιστοριών. Έτυχε μάλιστα πρόσφατα, λίγο αφού είχα διαβάσει το βιβλίο του Προυνέτι να δω την ενδιαφέρουσα θεατρική μεταφορά του βιβλίου του Λουί και έτσι ο σύνδεσμος μεταξύ των δύο έγινε ακόμα πιο στενός. Αυτή είναι μια εργατική βιογραφία, η επιθυμία/ανάγκη του γιου να διηγηθεί την ιστορία του πατέρα του, που για χρόνια δούλευε στη βαριά ιταλική βιομηχανία, σε περιόδους που τα μέτρα προστασίας ήταν ακόμα πιο ανύπαρκτα, με αποτέλεσμα κάθε εργατοώρα να καρφωθεί στο κορμί του, οδηγώντας τον σε ένα πρόωρο και σκληρό θάνατο.

Ο πατέρας του Προυνέτι δεν είναι ένας γνώριμος λογοτεχνικός ήρωας. Υπήρξε ένας απλός, ανώνυμος άνθρωπος που προσπάθησε με τον μόχθο του να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της καθημερινότητας, να εξασφαλίσει για την οικογένειά του και για εκείνον ένα ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης, προσπάθεια που τελικά τον έκανε να λυγίσει. Δεν είναι επίσης μια ιστορία γνώριμη σε μυθοπλαστικό επίπεδο και αυτό όχι γιατί είναι μια πραγματική και όχι συνολικά επινοημένη ιστορία, αλλά γιατί είναι αυτό που ο υπότιτλος λέει: μια εργατική ιστορία. Όπως αναφέρει και ο ίδιος ο συγγραφέας, δυσκολεύτηκε αρκετά να βρει εκδοτικό οίκο, κανείς δεν έμοιαζε να πιστεύει πως μια εργατική ιστορία θα απασχολούσε το σύγχρονο αναγνωστικό κοινό. Κάτι τέτοιο δεν κάνει και πολύ εντύπωση. Μοιάζει η εποχή του ρεαλισμού των φτωχών να ανήκει στο παρελθόν, παρότι ο πληθυσμός τους αυξάνεται και η κοινωνική ανισότητα ολοένα και εντείνεται, προσθέτοντας, σε χώρες όπως η Ιταλία, και τη συνθήκη της ανεργίας, καθώς η πλειοψηφία της βαριάς βιομηχανίας έχει μετατοπιστεί έξω από τα σύνορα του δυτικού κόσμου. Κάποτε ήταν οι συνθήκες εργασίας, τώρα η απουσία αυτής.

Επιστρέφοντας στον Λουί και το Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου, είναι σημαντικό να υπενθυμίσει κανείς πως εκεί συμπρωταγωνιστούν πατέρας και γιος, η ιστορία του πατέρα έρχεται σε ευθεία αναλογία με την ενηλικίωση του συγγραφέα, η μεταξύ τους σχέση καταλαμβάνει μεγάλο μέρος του έργου, το οποίο χαρακτηρίζεται από μια μανιασμένη απόπειρα του Λουί να κατανοήσει και να δικαιολογήσει τον πατέρα του, να εντοπίσει και να αναδείξει ελαφρυντικά στοιχεία σ' αυτή την άτυπη και εκ των υστέρων δίκη, να κατανοήσει ο ίδιος τον εαυτό του καλύτερα, ο θάνατος στον οποίο αναφέρεται ο τίτλος δεν περιορίζεται στο βιολογικό τέλος, αλλά και σε εκείνον του χαρακτήρα του που προηγήθηκε, γεγονός που εν πολλοίς όρισε τη μεταξύ τους σχέση. Ο Προυνέτι, αντίθετα, κρατάει τον εαυτό του σχετικά έξω από την ιστορία αυτή, όσο βέβαια κάτι τέτοιο είναι, λόγω της έντασης του δεσμού, εφικτό. Επικεντρώνεται στη βιογράφηση του πατέρα του, αναζητά τα ίχνη του σε σελίδες επί σελίδων ένσημα, ακολουθεί την πορεία του ανά την ιταλική επικράτεια στο κυνήγι μιας επόμενης δουλειάς, καταγράφει τις δυσκολίες και την επικινδυνότητα, την καταστροφική επαφή με τον αμίαντο, την επιδείνωση της υγείας του.

Εκτός από τον εαυτό του, ο συγγραφέας αφήνει έξω, πάλι όσο είναι δυνατόν, την πολιτική στράτευση, την προφανή τουλάχιστον επισύναψή της σε μια ιστορία που είναι από μόνη της πολιτική και ταξική. Δεν περιορίζει το αφηγηματικό ύφος σε εκείνο του σκληρού ρεαλισμού, ύφος και περιεχόμενο στο οποίο η Ιταλία είχε, κατά το παρελθόν, μεγάλη παράδοση, τόσο στη λογοτεχνία, όσο και στον κινηματογράφο. Αφήνει στο συναίσθημα να εισχωρήσει, επιλογή απαραίτητη ώστε να μπορέσει να σταθεί σε ανθρώπινο επίπεδο η βιογραφία ενός πατέρα δια χειρός γιου. Πετυχαίνει έτσι να αποφύγει μια ψυχρή καταγραφή συμβάντων, μια ημερολογιακού χαρακτήρα αναβίωση της ζωής, αντίθετα με τη συμβατική βιογράφηση που, σε μια απόπειρα αντικειμενικοφάνειας, πέφτει συχνά.

Η έρευνα που ο Προυνέτι κάνει, έρχεται να συμπληρώσει όσα ως αυτόπτης μάρτυρας γνώριζε, από το κανάλι της μνήμης ή της αφήγησης. Γιατί, όσο και αν σε πρώτη ανάγνωση κάνει εντύπωση, οι γονείς είναι μια εν πολλοίς άγνωστη γη για τα παιδιά τους, άλλωστε, η συνθήκη πως γονείς και παιδιά μοιράζονται λεκτικά τις ιστορίες τους, και κυρίως αυτές που αφορούν το προ γονεϊκότητας παρελθόν, είναι σχετικά πρόσφατη, και μάλλον όχι τόσο διαδεδομένη όσο κάποιοι ίσως πιστεύουν. Στην άγνωστη ύλη, εκτός από τα διάφορα πραγματολογικά στοιχεία, περιλαμβάνεται επίσης και το συναίσθημα, ίσως και να καταλαμβάνει τη μεγαλύτερη έκταση εντός αυτής. Το πώς ένιωθε ένας πατέρας που είχε πάρει επ' ώμου τον ρόλο του δυνατού προστάτη. Φοβόταν, έκλαιγε, ένιωθε, άραγε, μοναξιά; Ο Προυνέτι, όπως ήδη παραδέχεται από την πρώτη κιόλας παράγραφο, θα αναγκαστεί να συμπληρώσει διάφορα κομμάτια και να προβεί σε υποθέσεις. Αυτό, εκτός από απαραίτητο για την ολοκλήρωση της βιογραφίας, αναδεικνύει και τα κενά που η σχέση πατέρα γιου είχε, τις καταχωρήσεις εκείνες για τις οποίες ίσως ο συγγραφέας θα ήθελε να ρωτήσει ευθέως τον ίδιο.

Τίποτα από τα παραπάνω δεν θα είχε τόση σημασία αν το κείμενο έπασχε από λογοτεχνικές αρετές, αν η αφηγηματική άνεση του Προυνέτι, αλλά και η διαχείριση του υλικού, δεν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις της κατασκευής ενός βιβλίου. Ο συγγραφέας, και αυτό είναι παράσημο, καταφέρνει να πατήσει με τα δύο πόδια σε δύο βάρκες. Δεν θυσιάζει την ιστορία για χάρη της λογοτεχνικής αρτιότητας, ούτε όμως και το αντίστροφο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα καλογραμμένο βιβλίο, που έχει επίγνωση των ορίων του και φανερώνει με σαφήνεια τις επιδιώξεις του δημιουργού, μια ιστορία η οποία από την αρχή ως το τέλος παραμένει στη σκιά του θα ήθελα να μην έχει συμβεί στην πραγματικότητα. Είναι εύκολος και κυρίως ανέξοδος ένας φθόνος απέναντι σε μια αυτοβιογραφική συνθήκη που διαθέτει υλικό για μια καλή αφήγηση, ο Προυνέτι, θέλω να πω, δεν ήταν τυχερός που είδε τον πατέρα του να πεθαίνει από την επαφή με τον αμίαντο γιατί έτσι μπόρεσε να γράψει ένα καλό βιβλίο, μια τέτοια προσέγγιση, που δυστυχώς γίνεται συχνά, είναι, εκτός των άλλων, απάνθρωπη.

Όσο και αν προκαλεί εντύπωση, και αντίθετα σε ένα βαθμό σε σχέση με το έργο του Λουί, ο Προυνέτι κρατάει σε χαμηλή στάθμη την επίκληση στο συναίσθημα, δεν επιθυμεί να γράψει έναν λίβελο για τους βιομηχανικούς πατρόνες, ούτε να επιμείνει στη σχέση του με τον πατέρα του, επιλέγοντας να απουσιάσει από την πρώτη γραμμή της ιστορίας αυτής, όπως δηλαδή συνέβαινε και στην πραγματικότητα, αφού ο πατέρας του περνούσε μεγάλα διαστήματα δουλεύοντας μακριά από το σπίτι. Στην ανάγκη για κατανόηση προστίθεται σίγουρα η επιθυμία να διασωθεί αυτή η ιστορία, που παρότι προσωπική και ξεχωριστή είναι οικεία και γνώριμη. Αυτός ο άνθρωπος υπήρξε.

Ο Αμίαντος υπερέβη κάθε αναγνωστικό προϋπολογισμό, που αποδείχτηκε επιρρεπής στην στερεοτυπία περί στρατευμένης λογοτεχνίας και λεηλασίας της προσωπικής ιστορίας προς τέρψη της συγγραφικής ματαιοδοξίας. Ο Προυνέτι παραδίδει ένα βιβλίο σημαντικό για την αλήθεια του, που αφορά ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού, έστω και αν έχει πια μετασχηματιστεί ως προς τα χαρακτηριστικά του, για το οποίο η λογοτεχνία αποτελεί ενός είδους πολυτέλεια, τη στιγμή που και η ίδια η λογοτεχνία μοιάζει να αδιαφορεί γι' αυτό.

Ακόμα μια ευχάριστη έκπληξη από τη σύγχρονη ιταλική λογοτεχνία.

υγ. Περισσότερα για το βιβλίο του Λουί θα βρείτε εδώ.
 
Μετάφραση Βαγγέλης Ζήκος
Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες

Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2023

Μια μέρα θα γυρίσω - Juan Marsé

Ενίοτε συμβαίνει το βιβλίο εισόδου στη βιβλιογραφία ενός συγγραφέα να μην είναι το κατάλληλο. Αυτό μου συνέβη (και) με τον Μαρσέ, για τον οποίο καλά λόγια άκουγα, αλλά όταν δοκίμασα να διαβάσω Τα τελευταία απογεύματα με την Τερέζα λίγωσα και δεν άντεξα, το παράτησα μετά από εκατό, ίσως και λιγότερες, σελίδες, χωρίς τύψεις και ενοχές, απαλλαγμένος εδώ και χρόνια από τον ψυχαναγκασμό της ολοκλήρωσης μιας ανάγνωσης. Εκείνο το βιβλίο δεν ήταν για μένα. Και ακόμα χειρότερα, σίγουρα υπό τον όγκο των επιθυμητών προς ανάγνωση βιβλίων, γενίκευσα και τοποθέτησα τον Μαρσέ στην κατηγορία των ασύμβατων με το γούστο μου συγγραφέων. Η πρόσφατη κυκλοφορία τού Μια μέρα θα γυρίσω με δελέασε παρά την προκατάληψη, είχα τους λόγους μου, το όνομα της μεταφράστριας, κυρίως, αλλά και του εκδοτικού οίκου. Δεν είχα καθόλου προσδοκίες, το αντίθετο μάλιστα, ήμουν εξ αρχής σε επιφυλακή άμεσης εγκατάλειψης. Και όμως, διάβασα τις πρώτες εβδομήντα σελίδες χωρίς να σηκώσω κεφάλι και απογοητευμένος αναγκάστηκα να το αφήσω μέχρι αργότερα εκείνο το απόγευμα.

Είναι η ιστορία του Τζαν Τζουλιβέρτ, που, μετά από χρόνια φυλάκισης, επιστρέφει σπίτι του. Βρισκόμαστε στη μέση περίοδο του φρανκικού καθεστώτος, όταν πια ο αχός του εμφυλίου έχει κατακάτσει και η πλειοψηφία, από φόβο και συνήθεια, σωπαίνει, η ζωή στη Βαρκελώνη προχωρά. Την αποφυλάκισή του την περίμεναν αρκετοί. Περισσότερο απ' όλους ο Νέστορας, ο έφηβος ανιψιός του, για τον οποίο ο Τζαν υπήρξε ένα ίνδαλμα, που η επιστροφή του θα έβαζε στη θέση τους τα πράγματα, αφού πια η μητέρα του δεν θα αναγκαζόταν να εκδίδεται, οι δυο τους θα ερωτευόντουσαν, ο θείος του θα δούλευε και θα προστάτευε την οικογένεια από τα σχόλια της γειτονιάς, σαν άλλος Οδυσσέας θα εξουδετέρωνε τους νεαρούς μνηστήρες. Αλλά και η Μπαλμπίνα τον περίμενε, χωρίς ίσως να ξέρει για τι ακριβώς, και παλιοί φίλοι και σύντροφοι με λογαριασμούς ανοιχτούς. Η επιστροφή του αφήνει τη γειτονιά με κομμένη την ανάσα να περιμένει να δει πώς θα αντιδράσει.

Η δράση διαδραματίζεται στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, το βιβλίο γράφεται στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα. Αυτή η διάκριση έχει σημασία για την πρόσληψη του έργου, καθώς αφήνει να διαφανούν εκείνα τα στοιχεία της συγχρονίας που ο συγγραφέας τοποθετεί εντός της πλοκής, στοιχεία που καθιστούν το μυθιστόρημα διαχρονικά επίκαιρο και βαθιά πολιτικό χωρίς κραυγές, θίγοντας ζητήματα συλλογικής μνήμης· πού τοποθετείται άραγε το σημείο μηδέν, πώς γλύφει και θεραπεύει μια κοινωνία τις ανοιχτές πληγές της, πώς συνεχίζει. Ο Μαρσέ, στηριζόμενος σε έναν φοβερό αντιήρωα, όπως ο Τζαν, τοποθετεί γύρω του με επιμέλεια και αληθοφάνεια μια σειρά από πρόσωπα, και αφηγείται μια ιστορία απλή, λαϊκή και μάλλον γνώριμη. Χωρίς αφηγηματικά ρίσκα και ιδιαίτερα κόλπα, σε μια μάλλον ήπια και συμβατική αφήγηση, ο Μαρσέ υπογράφει ένα όμορφο μυθιστόρημα, που δεν υποφέρει από τα έντονα μελό συστατικά που τόσο με ζόρισαν στην προηγούμενη απόπειρα μαζί του. Το μόνο αφηγηματικό εύρημα είναι εκείνο της διαδοχής δύο αφηγηματικών προσώπων, ενός παντογνώστη αφηγητή και ενός φίλου του Νέστορα, εύρημα που, παρότι δεν φανερώνει ξεκάθαρα τον λόγο ύπαρξής του, αποδεικνύεται μη ενοχλητικό και λειτουργικό. Η πλοκή, με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα αναμονής, διαθέτει μια υπόγεια δύναμη τέτοια που δημιουργεί μια υπέροχη αντίστιξη με τη συχνά ποιητική γλώσσα του Μαρσέ, γεμάτη από παρομοιώσεις και περιγραφές, που ωστόσο δεν βαραίνουν το μυθιστόρημα.

Τα στιγμιότυπα της καθημερινότητας από την αποφυλάκιση του Τζαν και έπειτα, οι μετρημένες αναλήψεις και η απουσία προλήψεων, η σχεδόν γραμμική αφήγηση, η επιμονή στο εδώ και τώρα της πλοκής, η αυτοδυναμία των διαφόρων υποϊστοριών και η αβίαστη ένταξή τους στο κυρίως σώμα, φανερώνουν έναν ικανό τεχνίτη της αφήγησης, που διατηρεί διαρκώς τον έλεγχο του τέμπο και της προώθησης, που δεν έχει ανάγκη από περιττές εξηγήσεις και παρεκβάσεις, που θα βάραιναν την ιστορία παρά θα τη διευκόλυναν. Ο Μαρσέ ποντάρει πολλά στα πρόσωπα, σπαταλάει κόπο για να τους επιτρέψει να αποκτήσουν διαστάσεις, χωρίς να υποχωρήσουν υπό το βάρος της αναπόφευκτης στερεοτυπίας, και η επιμονή του επιβραβεύεται. Η σημαντικότερη ωστόσο συγγραφική επιλογή έχει να κάνει με τον τρόπο που ο Μαρσέ αποφεύγει να υποταχθεί στη σαγήνη και τον μύθο της φρανκικής Βαρκελώνης, δεν ποντάρει σε αυτή παραπάνω από το σκηνικό εντός του οποίου τα πρόσωπα κινούνται και δρουν.

Ο συγγραφέας δεν υποτάσσεται ούτε στη διάκριση του καλού από το κακό, δεν απανθρωποιεί τα πρόσωπα της ιστορίας στολίζοντάς τα με έννοιες απόλυτες και στην πραγματική ζωή απούσες, απεκδύεται τον οποιοδήποτε χαρακτήρα διδαχής, δεν επαιτεί το αναγνωστικό συναίσθημα, δεν πετάει ακόμα και τους φαινομενικά κακούς της ιστορίας στην αρένα με τα λιοντάρια προς τέρψη ενός αιμοδιψούς κοινού. Και μπορεί μεγάλο μέρος της λογοτεχνίας να αποτελείται από ιδιαίτερες πράξεις και ξεχωριστά πρόσωπα, υπάρχει όμως και εκείνη η λογοτεχνία που επιχειρεί να συντονιστεί με τον βιορυθμό της πραγματικότητας, ξέροντας πως θα δυσαρεστήσει εκείνους που απαιτούν τη στράτευση και την επιβεβαίωση προσδοκιών και βεβαιοτήτων σχετικά με κάτι που συνέβη παλιά, σε μια προσέγγιση μαύρο-άσπρο, αδιαφορώντας για τις μεταξύ τους αποχρώσεις. Ο Μαρσέ, και ίσως εδώ να εξηγείται και να δικαιώνεται η αφηγηματική εναλλαγή, καθιστά το συντριπτικό μέρος των προσώπων της πλοκής κοινό του δράματος στο οποίο συμπρωταγωνιστούν, και που, όπως ο αναγνώστης, έτσι και εκείνοι αδημονούν για τις αποφάσεις και τις ενέργειες του Τζαν, τη στιγμή που αναδύεται η διαχρονική ανάγκη για ήρωες και τιμωρούς του καλού, η ανάθεση της πράξης δηλαδή εκ μέρους της σιωπηλής πλειοψηφίας. 

Δεν ήταν μόνο η συγγραφική υπογραφή που μου δημιουργούσε ενστάσεις και επιφυλάξεις, αλλά και η ίδια η χρονική περίοδος, ο Ισπανικός Εμφύλιος και η μετέπειτα φρανκική περίοδος είναι ένα θέμα που με έχει μάλλον κουράσει, από το οποίο δεν περιμένω πια πολλά. Αυτό κατέστησε την αναγνωστική εμπειρία διπλά απροσδόκητη, η απόλαυση, όταν δεν την περιμένεις με προσδοκίες στη γωνία, τότε δύναται να σε πάρει και να σε σηκώσει, και αυτό μου συνέβη. Υπάρχει έλλειψη από καλή, λαϊκή λογοτεχνία, που να απευθύνεται στο ευρύ κοινό, ασχολούμενη με θέματα δημοφιλή, με όρους που ταυτόχρονα επιτρέπουν την πρόσβαση χωρίς να υποφέρουν από λογοτεχνική εκποίηση και την ανάγκη για στράτευση. Και αφού υπάρχει έλλειψη, τούτο σημαίνει πως υπάρχει και ανάγκη για μια τέτοια λογοτεχνία. Και το Μια μέρα θα γυρίσω είναι μια τέτοια περίπτωση.

Μετάφραση Ναταλί Φύτρου
Εκδόσεις ακυβέρνητες πολιτείες

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2022

Πικρή ζωή - Luciano Bianciardi

Στα χασομέρια της αναγνωστικής χρονιάς, αυτό ήταν ένα βιβλίο έκπληξη· η Πικρή ζωή, για την οποία τίποτα δεν γνώριζα.

Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής εγκαταλείπει το χωριό του στα νότια της χώρας για να πάρει εκδίκηση. Αφήνει πίσω σύζυγο και μωρό παιδί και πηγαίνει στο Μιλάνο όπου είναι τα γραφεία της εταιρείας που εκμεταλλεύεται το ορυχείο στο οποίο μια έκρηξη οφειλόμενη σε ελλειπή μέτρα ασφαλείας δολοφόνησε δεκάδες εργάτες. Έκρηξη αντί έκρηξης, αυτό σκοπεύει να κάνει. Ωστόσο η ζωή απαιτεί. Παράλληλα με τον σχεδιασμό της εκδίκησης, πρέπει να βρει μια δουλειά ώστε κάθε μήνα να στέλνει χρήματα στο σπίτι. Δουλειές του ποδαριού, χωρίς καμία φιλοδοξία. Τόσο, όσο. Το Μιλάνο σε πλήρη οικονομική άνθηση, ένα θαύμα εν προόδω, αποδεικνύεται κινούμενη άμμος για τον αφηγητή, ένας θάλαμος αλλοτρίωσης που σαγηνεύει και απαιτεί, που γλυκαίνει και απαιτεί, που θαμπώνει και απαιτεί. Απαιτεί χρήμα για το οποίο απαιτείται χρόνος και μόχθος. Ο ήρωάς μας, με μια οικεία πίστη, θεωρεί πως θα τα καταφέρει να βγει στεγνός, πως θα δοκιμάσει τους καρπούς χωρίς να αναγκαστεί να πληρώσει το τίμημα, πως δεν θα την πατήσει όπως οι σφιγμένες εκείνες φάτσες του πρωινού τραμ. Ναι, καλά. Αυτή είναι η αφήγηση μιας ήττας συντριπτικής.

Ο Λουτσιάνο Μπιαντσάρντι γράφει για το Μιλάνο που λίγα χρόνια αργότερα εγκατέλειψε ο Γκατζάρα στο μυθιστόρημα του Καλίγκαριτς, Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη. Μια πόλη λαμπερή, γεμάτη από όμορφους ανθρώπους. Ωστόσο, όλα αυτά είναι για λίγους, για τους υπόλοιπους είναι απλώς η θέα από μακριά. Η καθημερινή επιβίωση είναι μια εξ αρχής χαμένη μάχη, μια πόλη που όσα της δίνεις αλλά τόσα σου ζητάει, μια πόλη που όσο σκληρά και αν παλεύεις σε κάνει να νιώθεις μικρός και λίγος, ανεπαρκής να την απολαύσεις και να τη γευτείς όσο θα λαχταρούσες. Δεν είναι εύκολο ή απλό να αντισταθεί κανείς στις σειρήνες της γλυκιάς ζωής, κάθε άλλο. Η Πικρή ζωή, σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφική, είναι το χρονικό της καταβύθισης σ' ένα λαμπερό και πολυτελή βούρκο. Και αν ψάχνει κανείς τι έκανε λάθος ο αφηγητής, σε ποια στροφή του δρόμου έχασε τον προσανατολισμό του, δεν είναι εύκολο να το βρει. Θα ήταν παρήγορο αυτό το αν, θα ήταν προσωπικά ελπιδοφόρο πως κάποιος, εγώ για παράδειγμα, θα μπορούσε να τα καταφέρει. Ωστόσο, όχι, όλες οι στροφές στο ίδιο αδιέξοδο οδηγούν.

Οι ευδιάκριτες λογοτεχνικές αρετές είναι εκείνες που καθιστούν σημαντικό το μυθιστόρημα αυτό. Η πρόζα του Μπιαντσάρντι δεν είναι απλώς βιωματική αλλά σε αρκετά σημεία καθηλωτική. Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται την ιστορία του άλτερ έγκο του κρατά μακριά την αυτολύπηση και τη μιζέρια, κάτι που αποδεικνύεται σημαντικό όχι μόνο σε επίπεδο συναισθηματικής πρόσληψης αλλά και σε τεχνικό επίπεδο κατασκευής και συνολικής λειτουργίας του μυθιστορήματος. Το βίωμα είναι τόσο έντονο που επιτρέπει στον αφηγητή να αποστασιοποιηθεί και να παρατηρήσει τον εαυτό του απέξω, ως ένας τρίτος, μια αίσθηση που λειτουργεί ευθέως αντιστικτικά στο πρώτο πρόσωπο της αφήγησης. Έτσι, επιτυγχάνονται μια σειρά από πράγματα όπως: η οξυδερκής αποτύπωση του εαυτού και της τριγύρω πραγματικότητας, η συγχρονία και ο οικουμενικός χαρακτήρας της αφήγησης, η σάτιρα του εαυτού και το ιδιότυπα σκληρό και κοστοβόρο χιούμορ που χαρακτηρίζει το μυθιστόρημα, η αβίαστη εξαγωγή συναισθήματος και η ανάπτυξη κοινού εμβαδού για ταύτιση και ενσυναίσθηση με τον αναγνώστη, κυρίως όμως η αποφυγή της διδαχής. Η απουσία διδαχής, διόλου παράδοξα παρότι μη αναμενόμενα, ενισχύει το αίσθημα της ήττας, όσο τουλάχιστον η παρτίδα παίζεται με τους υφιστάμενους κανόνες.

Ο αφηγητής, όπως άλλωστε και ο Μπιαντσάρντι, ασχολήθηκε με τη μετάφραση. Πολλές από τις σελίδες του μυθιστορήματος είναι αφιερωμένες στον καθημερινό αγώνα για την επίτευξη του ημερήσιου στόχου σελίδων. Μέσα από το παράδειγμα του μεταφραστή αποτυπώνεται η προβληματική συνθήκη του αυτοαπασχολούμενου, που, εξήντα χρόνια μετά, επιμένουν να ισχύουν αμετάβλητες. Η μετάφραση είναι επίσης καθοριστική και ως γλωσσικό συστατικό της κατασκευής, η παράλληλη πραγματικότητα που ζει ο μεταφραστής αποτυπώνεται εδώ περίφημα με την παράθεση κομματιών από βιβλία που ο αφηγητής μεταφράζει, ένα κολάζ που σκιαγραφεί το χάος και την παράνοια των πολλαπλών κόσμων. Αλλά και οι επιρροές του Μπιαντσάρντι είναι εύκολο να εντοπιστούν από τη λίστα με τα βιβλία που μετέφρασε, όπως για παράδειγμα οι Αμερικανοί συγγραφείς της μπιτ λογοτεχνίας. Και μιας και ο λόγος για μετάφραση, τη γνωριμία του Μπιαντσάρντι με το ελληνικό κοινό έφερε εις πέρας η Δήμητρα Δότση.

Αν υπάρχει ένα αρνητικό, σ' ένα κατά τα άλλα συγκλονιστικό βιβλίο, αυτό είναι ο κατά τόπους αμήχανος στρατεύσιμος χαρακτήρας του. Η απόπειρα να επισημανθούν κάποια προφανή ελαττώματα και κακοτοπιές, απαραίτητη ίσως για ένα κοινό λιγότερο εξοικειωμένο με την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, μάλλον υποτιμά τη λογοτεχνική δυναμική του μυθιστορήματος, χωρίς να προσφέρει κάτι σε επίπεδο θεωρητικό ή πολιτικό.

Γραμμένη το 1962, η Πίκρη ζωή θα γνωρίσει τεράστια εμπορική επιτυχία. Δύο χρόνια αργότερα θα μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη. Η Γλυκιά ζωή του Φελίνι είχε προηγηθεί. Ο Μπιαντσάρντι, που φέτος συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τη γέννησή του, δεν ένιωσε ποτέ άνετα με την επιτυχία αυτή. Πέθανε σε ηλικία σαράντα εννέα ετών από κίρρωση του ήπατος.

Το φοβερό εξώφυλλο είναι σχεδιασμός της Μάρως Κατσίκα.

υγ. Λίγους μήνες πριν, είχε προηγηθεί Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη (Gianfranco Calligarich, μτφρ. Δήμητρα Δότση, Ίκαρος). Για το βιβλίο περισσότερα θα βρείτε εδώ.

Μετάφραση Δήμητρα Δότση
Εκδόσεις ακυβέρνητες πολιτείες

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2020

Η τρύπα - José Revueltas


Εκεί ήταν φυλακισμένοι οι πίθηκοι, ναι, οι πίθηκοι, για την ακρίβεια μια πιθηκίνα κι ένας πίθηκος· ήταν πάντως πίθηκοι, δύο πίθηκοι μέσα στο κλουβί τους, χωρίς απελπισία προς το παρόν, χωρίς να απελπίζονται εντελώς, βηματίζουν από τη μια άκρη στην άλλη, κρατούμενοι σε κίνηση, αιχμάλωτοι σε ζωολογική κλίμακα λες και κάποιος, οι υπόλοιποι, η ανθρωπότητα, ανελέητοι, όλοι αδιαφορούσαν για το ζήτημα, το ζήτημα ότι είναι πίθηκοι, ενώ από την άλλη ούτε οι ίδιοι ήθελαν να ξέρουν, ούτε ήξεραν ούτε ήθελαν να ξέρουν, αλλά τελικά πίθηκοι ήταν, φυλακισμένοι απ' όποια άποψη κι αν το έβλεπες, παγιδευμένοι μέσα στο κουτί με τα ψηλά κάγκελα που έφταναν τα δυο πατώματα, μέσα στη μπλε στολή τους και τη φανταχτερή κορδέλα στο κεφάλι τους, μέσα στο αδιάκοπο πηγαινέλα τους που γινόταν δίχως συγχρονισμό, με φυσικότητα και σταθερότητα, αλλά που ποτέ δεν κατάφερνε να φτάσει στο βήμα το οποίο θα μπορούσε να τους οδηγήσει έξω από την κατάσταση εκείνου του ενδιάμεσου βιολογικού είδους στην οποία κινούνταν, βάδιζαν, ζευγάρωναν, σκληροί και δίχως μνήμη, πιθηκίνα και πίθηκος μέσα στον Παράδεισο, ολόιδιοι αρσενικό και θηλυκό, με ίδιο τρίχωμα και ίδιο φύλο, αλλά πάντως θηλυκό και αρσενικό, φυλακισμένοι, δυο χαντακωμένοι πίθηκοι.
Με το κεφάλι γερμένο, ακουμπισμένο στη λαμαρίνα από την οποία περνάει ο δίσκος με το φαγητό, ο Πολόνιο παρατηρεί τους δύο φύλακες -πίθηκοι στην αργκό της φυλακής- να περπατούν πέρα δώθε επιτηρώντας τον χώρο. Για ακόμα μια φορά βρίσκεται στην απομόνωση. Μοιράζεται το κλουβί με ακόμα δύο ποινικούς, όλοι τους βρέθηκαν εκεί για υποθέσεις ναρκωτικών, χρήστες και οι ίδιοι, πέραν των άλλων έχουν να παλέψουν και με την εξάρτησή τους, όμως η μέρα σήμερα είναι γεμάτη προσμονή, καθώς στο επισκεπτήριο η μάνα του Αρχίδα θα τους φέρει κάποια γραμμάρια πρέζα, κρυμμένα καλά μέσα της, οι πιθηκίνες δεν θα τολμήσουν να την ψάξουν με το δάκτυλο, όπως θα κάνουν δηλαδή στην Μέτσε και την Τσάτα, τις νεαρές ερωμένες του Πολόνιο και του Αλμπίνου, καθώς η οδηγία είναι ξεκάθαρη: έλεγχος με όλα τα μέσα σε όσους επισκέπτες σχετίζονται με κρατουμένους που έχουν καταδίκες περί ναρκωτικών και συμμετέχουν στη διακίνηση και εντός της φυλακής. Αν δεν είχε μάνα ο Αρχίδας, ο Πολόνιο και ο Αλμπίνος δεν θα τον έβαζαν ποτέ στο κόλπο, μόλις το πράμα φτάσει στα χέρια τους θα τον καθαρίσουν, θα τον ξεφορτωθούν με την πρώτη ευκαιρία, πρώτα όμως πρέπει η μάνα του να φέρει το πράμα κάτω από τη μύτη των πιθήκων.

Η τρύπα διαδραματίζεται στη μεξικανική φυλακή Λεκουμπέρι στο τέλος της δεκαετίας του εξήντα. Αν και ποτέ δεν βρέθηκε στην απομόνωση, ο Ρεβουέλτας τη γνωρίζει καλά, καθώς βρέθηκε εκεί ως πολιτικός κρατούμενος, τοποθετημένος όμως στην πτέρυγα των ποινικών ώστε να μην συγχρωτίζεται με τους άλλους πολιτικούς κρατούμενους, στην πλειοψηφία τους φοιτητές, ανάμεσα στους οποίους διέθετε μια κάποια φήμη, γεγονός που φόβιζε τις αρχές, αλλά και γιατί συμβαίνει συχνά στους κύκλους των ποινικών κρατουμένων οι πολιτικοί να μην έχουν καλή φήμη με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον μικρόκοσμο της φυλακής. Είναι η ιστορία τριών κρατουμένων και του σχεδίου τους να φέρουν ναρκωτικά μέσω του επισκεπτηρίου. Η ολιγοσέλιδη αφήγηση, που περιορίζεται σε μία και μόνη παράγραφο, ιδιαιτέρως πυκνή και με ποιητικές εξάρσεις, αποτυπώνει το αίσθημα του εγκλεισμού, επιβραδύνοντας τον χρόνο της δράσης, δίνοντας καθαρό το αίσθημα της αγωνίας των τριών, μέσα από ένα μακροπερίοδο λόγο που αν και επικεντρώνεται στον Πολόνιο, αποτυπώνει τις σκέψεις και των έξι εμπλεκομένων, των τριών αρσενικών φυλακισμένων και των τριών θηλυκών επισκεπτριών, μέσω ενός παντογνώστη αφηγητή ευφυώς δοσμένου.

Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Ρεβουέλτας επιλέγει να διηγηθεί την ιστορία του που κάνει τη νουβέλα αυτή ξεχωριστή, μια ιστορία φυλακής, με όλα τα χαρακτηριστικά του είδους παρόντα, που ξεφεύγει όμως από τα στενά όρια του αυστηρού ρεαλισμού, και τους γλωσσικούς περιορισμούς που απορρέουν, χωρίς να απολύει όμως τη δυναμική της συνθήκης. Τα κάτοπτρα, οι φύλακες που παρακολουθούν τους έγκλειστους, αλλά που ταυτόχρονα παρακολουθούνται από αυτούς. Οι φύλακες που περνάνε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας τους στη φυλακή, γυρίζοντας σπίτι τους μονάχα για να κοιμηθούν, που όσο και αν πλυθούν δεν μπορούν να απολέσουν τη μυρωδιά του εγκλεισμού, που μόνο η ντόπα της εξουσίας απαλύνει. Ο χωρικός καταμερισμός της φυλακής όπως υπέροχα αποδίδεται από τη γεωμετρική γραφή του Ρεβουέλτας. Ο χώρος του επισκεπτηρίου, ένας μη χώρος εντός της φυλακής, ένα σημείο τομής στο οποίο οι φυλακισμένοι είναι πιο ελεύθεροι από οπουδήποτε αλλού, ενώ οι επισκέπτες νιώθουν το δέος του εγκλεισμού. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς φιλόλογος για να διατυπώσει την άποψη πως ο Ρεβουέλτας αποτέλεσε ξεκάθαρη επιρροή για τον Μπολάνιο, γι' αυτή την τόσο αναγνωρίσιμη ποιητικότητα στην περιγραφή του ζόφου, αλλά και για την πολιτική ματιά.     

Ο εγκλεισμός βρίσκεται στον πυρήνα της νουβέλας αυτής. Η εκδικητική τιμωρία που επικρατεί του σωφρονισμού, τάση που καλλιεργείται ευρέως εντός του κοινωνικού συνόλου, και οι φυλακές που ανακυκλώνουν την παραβατικότητα λειτουργώντας ως προέκταση του κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Ο σωφρονισμός, άλλωστε, ως έννοια αποτελεί λέξη άγνωστη για την πλειοψηφία των ατόμων που αυτοπροσδιορίζονται ως φιλελεύθεροι. Ένα ολιγοσέλιδο κομψοτέχνημα, το οποίο σχετικά πρόσφατα μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στην Αμερική, από όπου και η κατατοπιστική εισαγωγή του Álvaro Enrigue, Η τρύπα απαιτεί την αυξημένη προσοχή του αναγνώστη, εγκλωβίζοντας το βλέμμα στη θέα της φρίκης, επιβάλλει με τον τρόπο της μια δεύτερη -ή και τρίτη ακόμα- ανάγνωση, προσφέροντας μια βαθιά αναγνωστική απόλαυση μέσω της αντίστιξης ομορφιάς και ζόφου. Ένα βιβλίο κατ' εξοχήν πολιτικό.

Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες 

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019

Επιχείρηση σφαγή - Rodolfo Walsh





Η Επιχείρηση Σφαγή του Ροδόλφο Ουόλς είναι το πρώτο μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα, γραμμένο δέκα χρόνια πριν εγκαινιάσει το Εν ψυχρώ του Τρούμαν Καπότε τη non-fiction λογοτεχνία. Ένα δημοσιογραφικό αφήγημα σαν μυθιστόρημα, χωρίς μύθο αλλά με πραγματικά γεγονότα. Και είναι μία σημαντική έκδοση, που άργησε έξι δεκαετίες, γεγονός παράδοξο αν αναλογιστεί κανείς την αγάπη μας προς τη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία. 
Η πρώτη είδηση για τις μυστικές εκτελέσεις του Ιουνίου του 1956 έφτασε σ' εμένα εντελώς τυχαία, στα τέλη της χρονιάς εκείνης, σε ένα καφέ της Λα Πλάτα όπου οι θαμώνες έπαιζαν σκάκι και κουβέντιαζαν περισσότερο για τον Κέρες ή τον Νιμζόβιτς παρά για τον Αραμπούρου και τον Ρόχας, και η μοναδική στρατηγική επιχείρηση που είχε κάποια φήμη εκεί ήταν η εφ' όπλου λόγχη επίθεση του Σλέχτερ στο σικελικό άνοιγμα.
Και κάπως έτσι, σχεδόν τυχαία, ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Ροδόλφο Ουόλς θα αρχίσει να ερευνά τις μυστικές εκτελέσεις της 9ης Ιουλίου 1956, για τις οποίες το καθεστώς υποστήριζε πως έγιναν στα πλαίσια του στρατιωτικού νόμου, που όμως, σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε και παρουσίασε στη δικαιοσύνη ο Ουόλς, δεν τέθηκε σε ισχύ παρά στις 10 Ιουλίου, και επομένως οι συλλήψεις και οι εκτελέσεις είχαν προηγηθεί.

Συγγραφέας αστυνομικών ο Ουόλς ήρθε κατά τη διάρκεια της έρευνας αντιμέτωπος με μαρτυρίες και γεγονότα που ξεπέρασαν κατά πολύ την όποια μυθοπλαστική ικανότητα πίστευε πως κατείχε, άλλωστε η πραγματικότητα συνηθίζει να ξεπερνά τη φαντασία, ιδιαίτερα σε φρίκη. Όμως το υλικό που προέκυψε από την έρευνα δεν θα ήταν αρκετό ώστε να θεωρηθεί λογοτεχνία, αν δεν ήταν λογοτεχνικός ο τρόπος με τον οποίο ο Ουόλς αφηγείτο την ιστορία της 9ης Ιουλίου 1956 και όσα ακολούθησαν.

Η Επιχείρηση σφαγή είναι γραμμένη με τρόπο που απευθύνεται ακόμα και στον πλέον αδαή περί αργεντίνικης ιστορίας αναγνώστη, είναι όμως επίσης γραμμένη με τρόπο που θα παρακινήσει τον αναγνώστη να ενδιαφερθεί και να διαβάσει. Ένα βιβλίο πολιτικό, για την αυθαιρεσία των καθεστώτων, για την ανελευθερία και την καταπάτηση των δικαιωμάτων, για τη χειραγώγηση της δικαιοσύνης. Ένα βιβλίο για τη δημοσιογραφία μιας άλλης εποχής. Ένα βιβλίο που διαβάζεται πυρετωδώς σαν μυθιστόρημα, όμως δυστυχώς δεν είναι μυθιστόρημα αλλά ντοκουμέντο.

Η έκδοση του βιβλίου, όπως μπορεί ο οποιοσδήποτε να φανταστεί, συνάντησε ανυπέρβλητες δυσκολίες, ο Ουόλς όμως -και αρκετοί γενναίοι σύντροφοι- δεν τα παράτησε, περνώντας στην απέναντι πλευρά για το καθεστώς, που παρά τις αλλαγές σε πρόσωπα, τον κυνήγησε. Το 1976 η κόρη του θα δολοφονηθεί. Τελευταίο του κείμενο -που περιλαμβάνεται στην παρούσα έκδοση- είναι η Ανοιχτή επιστολή ενός συγγραφέα προς τη χούντα. Δολοφονήθηκε από τη διδακτορία του Βιντέλα. Το πτώμα του εξαφανίστηκε.
 

Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες