Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις ύψιλον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις ύψιλον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2025

W ή Η παιδική ανάμνηση, Georges Perec, δύο κείμενα

Τρένο Αθήνα-Θεσσαλονίκη, αρχές του αιώνα, χωρίς εν κινήσει πρόσβαση στο διαδίκτυο, στάση στον Παλαιοφάρσαλο για αλλαγή μηχανής, ευκαιρία για τσιγάρο χωρίς το κυνηγητό εντός τρένου με τους ελεγκτές, διαβάζω την Ιδιωτική πινακοθήκη του άγνωστου τότε σε μένα Ζορζ Περέκ, μαγεμένος από το παιχνίδι που είχε στήσει μπροστά στα μάτια μου. Είκοσι και κάτι χρόνια μετά, με αδημονία τσεκάρω τις νέες εκδόσεις προσμένοντας την κυκλοφορία, επιτέλους και στα ελληνικά, του W ή Η παιδική ανάμνηση, πάντοτε σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα, πρόωρο δώρο διακριτό σε μια πλημμύρα νέων εκδόσεων, το πιάνω στα χέρια μου, η απάντηση για το πρώτο βιβλίο της καινούργιας χρονιάς προφανής. Τι μεσολάβησε στο ενδιάμεσο;

Τα πράγματα, Ποιο παπάκι με νικέλινο τιμόνι στο προαύλιο;, Χορείες χώρων, Σκέψη/Ταξινόμηση, Έλις Άιλαντ, Ένας άνθρωπος που κοιμάται, Ζωή Οδηγίες Χρήσεως (κυρίως). Ο Ζορζ Περέκ έχει πάψει να μου είναι άγνωστος, έχει εισχωρήσει στην ελίτ των πλέον αγαπημένων, ένας συγγραφέας που γράφει με τον τρόπο που τα παιδιά παίζουν, μαζί με έναν άλλον πρόωρα χαμένο, τον Μπολάνιο, οι κύριες και καίριες λόγχες ενάντια στον λογοτεχνικό ελιτισμό· οι λίστες, το Ουλιπό, το τραύμα, το αρχείο, η λογοτεχνία ως μπούνκερ καταφυγής και παρατήρησης, όλα όσα αγαπώ και ελπίζω στη λογοτεχνία, δηλαδή.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος)

Κυκλοφόρησε επιτέλους στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Ύψιλον και σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, το W ή Η παιδική ανάμνηση του ποικιλοτρόπως σπουδαίου Ζορζ Περέκ. Ένα ακόμα κενό στη σπουδαία λογοτεχνία ήρθε να καλυφθεί.

Ο Περέκ, ένα από τα τρομερά παιδιά της γραφής, δοκίμασε αρκετά τα όρια της δημιουργίας, διαθέτοντας μια δυσανεξία στην όποια μανιέρα και ευκολία. Κάθε έργο του, παρότι εκ των υστέρων αναγνωρίσιμα περεκικό, παραμένει διακριτό μέρος ενός μόνο κατά επικράτειες χαρτογραφημένου σύμπαντος, η αναγνωστική περιπέτεια εντός του οποίου διαμορφώνεται εν πολλοίς από τα συντρίμμια του όποιου αυθαίρετου ορίζοντα προσδοκιών ο αναγνώστης είχε σχεδιάσει με βάση την πρότερη εμπειρία του. Αυτά τα αρχικά ερείπια όχι μόνο δεν απογοητεύουν, αλλά αντίθετα είναι αυτά που ενισχύουν τη γοητεία και το δέος, τη δίψα για ακόμα μια περιπέτεια, τη λαχτάρα για το τι άλλο έχει σκαρφιστεί το μυαλό αυτό. 

Το W, δύσκολο στην ακριβή ταξινόμηση, που τόσο αγαπούσε ο Περέκ, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των παραπάνω. Μια διπλή, εναλλασσόμενη, πρωτοπρόσωπη αφήγηση, που πηγάζει από την παιδική ηλικία του συγγραφέα με τρόπο διττό. Από τη μια, με πλάγια γράμματα, ένα κείμενο που ανήκει καθ' ολοκληρία στο φανταστικό, μια ιστορία που πρωτοσυστάθηκε στην παιδική, αχαλίνωτη και αμόλυντη φαντασία, μια περιπέτεια που στην πορεία ξαφνικά εγκατέλειψε το αφηγηματικό νήμα και ακολούθησε μια άλλη διαδρομή. Εκεί, στην παιδική φαντασία, από την οποία ο Περέκ ποτέ δεν μετανάστευσε οριστικά, όπου όλα είναι δυνατά, όλα βγάζουν νόημα και η φαντασία αποτελεί μια ήσυχη κρυψώνα παιχνιδιού εν μέσω ενός κόσμου που ολοένα και μεγαλώνει τριγύρω. Και από την άλλη, μια αυτοβιογραφική ανασύσταση της παιδικής ηλικίας, εκεί όπου τίποτα δεν είναι απαραίτητα ηρωικό ή φανταχτερά πρωτότυπο. Και αν η φαντασία αποτελεί τον σύμμαχο για τη μυθοπλασία, η λήθη προσδίδει τριβή και συχνά υψώνει εμπόδια στην ανασύσταση του εαυτού.

Έχουμε, λοιπόν, δύο σημεία εναλλαγής· τον κεντρικό διαχωρισμό των δύο κειμένων, το φανταστικό και το αυτοβιογραφικό, και τη διακοπή συνέχειας της φανταστικής ιστορίας που ξεκινά με την ανάμνηση της αφήγησης του ταξιδιού του ήρωα στο W για να ακολουθήσει ξάφνου μια εντελώς διαφορετική πλοκή. Στην περιγραφή ή στη θεωρία, αυτή η σύνθεση γεννά μάλλον προβληματισμό για έλλειψη συνοχής. Είναι, ωστόσο, ίδιον της σπουδαίας λογοτεχνίας η δυσκολία περιγραφής της, η εκ του μακρόθεν κατανόηση του γιατί θεωρείται τέτοια. Και εδώ, αυτή η θεωρητική δυσπιστία, ενδοκειμενικά μετατρέπεται σε αρετή και πηγή απόλαυσης.

Το W είναι αναπόσπαστο μέρος της λογοτεχνικής κορυφογραμμής. Αυτό μπορούμε να το θεωρήσουμε ως δεδομένο από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Εκείνο που μένει να εντοπιστεί είναι το ιδιαίτερο βάρος του, η ακριβής θέση του εντός του περεκικού σύμπαντος. Το W αποτελεί ίσως το πλέον πρόσφορο έδαφος για μια συμπυκνωμένη προσέγγιση του έργου του Περέκ. Παρότι εδώ απουσιάζει το υψηλής λειτουργίας χάος που χαρακτηρίζει εκείνο που από τους περισσότερους θεωρείται το κορυφαίο έργο του, το Ζωή: Οδηγίες χρήσεως, ή το υπέροχα συνεκτικό παρότι συνειρμικά γραμμένο, εξόχως απολαυστικό και στον πυρήνα του ιδιαιτέρως πολιτικό, Ένας άνθρωπος που κοιμάται, το W περιλαμβάνει όλα εκείνα τα θραύσματα που συνθέτουν το σύνολο του τρόπου με τον οποίο ο Περέκ προσλάμβανε, περιδιάβαινε και δημιουργούσε. Η αχαλίνωτη φαντασία, ένα μυαλό που διαρκώς γεννά ιστορίες, η απόπειρα η δημιουργία να υποταχθεί στη λογική (βλέπε την ένταξη στο OuLiPo), το φορτίο των παιδικών χρόνων, το γύρω περιβάλλον, το μεγάλο πλαίσιο της συλλογικής ιστορίας, η πολιτική θέση, η αναγκαιότητα για καταφυγή στο αρχείο, η τάση για ταξινόμηση, μεταξύ άλλων.

Το W είναι αντιπροσωπευτικό και για έναν ακόμα σημαντικό λόγο. Ο Περέκ είναι ένας από τους ελάχιστους συγγραφείς ο οποίος κατέστησε το βλέμμα προς τον εαυτό αναπόσπαστο κομμάτι του έργου του. Εκείνο που η κριτική και η λογοτεχνική θεωρία επιχειρούν να κάνουν στο έργο της μεγάλης πλειοψηφίας των σημαντικών δημιουργούν, να θεωρητικοποιήσουν και να εξηγήσουν, στον Περέκ συνέβαινε από τον ίδιο ταυτόχρονα με τη δημιουργία, τροφοδοτώντας και καθορίζοντας το έργο του. Η λογοτεχνική παραγωγή ως θέαση και απόπειρα γνωριμίας με τον εαυτό, που τα τελευταία χρόνια μέσα από την αυτομυθοπλασία και το αυτοδοκίμιο ευδοκιμεί και επικρατεί, εκείνος το έκανε από μια τάση φυσική, μ' έναν τρόπο μοναδικό.

Το W είναι ένας υπέρλαμπρος και μείζων πλανήτης του περεκικού σύμπαντος.

(Πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

 
υγ. Για κάποιους από τους υπόλοιπους πλανήτες και αστερισμούς του περεκικού σύμπαντος, περισσότερα μπορείτε να βρείτε: για το Ζωή οδηγίες χρήσεως (εδώ), για το Χορείες χώρων (εδώ), για το Ένας άνθρωπος που κοιμάται (εδώ), για το Έλις Άιλαντ (εδώ).
 
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ύψιλον

Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2024

Η πτήση του Ίκαρου - Raymond Queneau

Αργά ή γρήγορα, σε κάποια από τις κορυφές της παιγνιώδους και μη σοβαροφανής λογοτεχνίας, θα αντικρίσει ο αναγνώστης τον Ρεμόν Κενό και αυτή θα είναι μια καθοριστική συνάντηση για το ευρύτερο ταξίδι του στη λογοτεχνία. Καμπή που είτε θα αποκαλύψει έναν διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισής της, με τη σοβαρότητα που τα παιδιά αντιμετωπίζουν το παιχνίδι, είτε θα προκαλέσει απανωτά σοκ δυσανεξίας και θα θεωρηθεί μια ακατανόητη εκτροπή του αναγνωστικού μονοπατιού που περισπούδαστα χαράζουν. Σχετικά μικρός διάβασα τη Ζαζί στο μετρό και το Ασκήσεις ύφους, αρκετά άλλαξαν τότε. Οι καλές εκδόσεις Ύψιλον, με τη μεταφραστική συνδρομή του ακάματου Αχιλλέα Κυριακίδη, ενέταξαν τον Κενό στον κατάλογό τους, ξεκινώντας από τα δύο πασίγνωστα έργα του σε νέα μετάφραση, και συνεχίζοντας, λίγους μήνες πριν, με το μέχρι πρότινος ακυκλοφόρητο στα ελληνικά, ύστερο μυθιστόρημά του, Η πτήση του Ίκαρου.

(Για να είμαι ειλικρινής, όταν πέρυσι αποφάσισα να διαβάσω ξανά, χρόνια μετά, τη Ζαζί στο μετρό, φοβόμουν μήπως η αναγνωστική ενηλικίωση λειτουργούσε εις βάρος του άλλοτε τόσο αγαπημένου αυτού βιβλίου. Πόσο αφελής και άστοχη φοβία! Το αντίθετο συνέβη, τα τότε όρια πρόσληψης ήταν στενά και επιφανειακά. Τρελάθηκα!)

Παρίσι, 1896. Ο συγγραφέας Υμπέρ Λυμπέρ θα βρεθεί σε απόγνωση όταν ο Ίκαρος, ήρωας του μυθιστορήματος που μόλις είχε αρχίσει να γράφει, θα εξαφανιστεί. Θα καταφύγει σε έναν διάσημο ιδιωτικό ντετέκτιβ, τον Μορκόλ, θα του αφηγηθεί τι συνέβη και εκείνος θα αναφωνήσει: Πόσο πιραντελικό. Τι και αν το 1896 ο Λουίτζι Πιραντέλο δεν είχε ακόμα γράψει το διάσημο έργο του Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα, οι αναφορές και τα δάνεια είναι σωστό να αποδίδονται. Το παιχνίδι, και το μεταφραστικό βάσανο, ξεκινά ήδη από τον τίτλο, Le Vol' d' Icare, που μεταφράζεται τόσο ως η πτήση του Ίκαρου όσο και ως η κλοπή του Ίκαρου. Και είναι μια τέτοια υποψία που φωλιάζει στο μυαλό του απελπισμένου συγγραφέα, πως κάποιος ομότεχνός του του έκλεψε τον ήρωα, ο ανταγωνισμός με λάφυρο τη δόξα, σύγχρονη ή μεταθανάτια, είναι σκληρός και αδυσώπητος.

Αρχής γενομένης της απόδρασης αυτήςμια σειρά από ευτράπελα γεγονότα θα ακολουθήσουν. Η πτήση του Ίκαρου, ένας συνδυασμός πρόζας και θεατρικού, είναι μια αναγνωστική φαντασμαγορία, ένα ειδολογικό γαϊτανάκι, ένα ευφάνταστο άθροισμα συγγραφικών ευρημάτων, αλλεργικό στη σοβαροφάνεια και με προσήλωση στο παιχνίδι, ένα αναρχικό –τι πιο αναρχικό, άλλωστε, από έναν ήρωα που το σκάει από τις σελίδες του βιβλίου που βρέθηκε ξάφνου να ζει γυρίζοντας την πλάτη στον δημιουργό του– ανάγνωσμα που προσφέρει ατόφια απόλαυση χωρίς ωστόσο να υποτάσσεται στιγμή στη γελοιότητα και την απλοϊκότητα. Είπαμε, παιχνίδι όπως τα παιδιά το εξασκούν. Ο Κενό, με όχημα το εύρημά του, περνά γενεές δεκατέσσερις και βάλε, το σινάφι του, παρότι τοποθετεί την ιστορία του στα τέλη του περασμένου αιώνα, χωρίς προφανώς να αφήνει εκτός τον ίδιο του τον εαυτό.

Ο τρόπος που ο Κενό διαχειρίζεται συνολικά το εύρημά του, ως μια συνθήκη αστεία, δηλαδή, και όχι ως μια σοβαροφανή πρωτοτυπία, ή μια παρθενογένεση αν προτιμάτε, αποδεικνύεται καθοριστική για τη συνολική κατασκευή και πρόσληψη, καθώς δεν επιχειρεί να διαφύγει από τα όρια που ο ίδιος θέτει ως συγγραφικές επιδιώξεις. Η πτήση του Ίκαρου, ανάμεσα σε άλλα, μας υπενθυμίζει πως η λογοτεχνία, τόσο κατασκευαστικά όσο και αναγνωστικά, συχνά πάσχει από έλλειψη του στοιχείου της διασκέδασης, χωρίς να υποφέρει από εκπτώσεις και παιδικές ασθένειες όπως η φάρσα και η κακή σάτιρα. Και έτσι, ξεπερνά εν τέλει τα μυθοπλαστικά του όρια και διαβάζεται και ως ένα παράδοξο και λοξό δοκίμιο σχετικά με τη συγγραφή και ενώ ο Μπαρτ είχε μόλις προλάβει να μιλήσει για τον οριστικό και αμετάκλητο θάνατο του συγγραφέα.

Το μόνο που λείπει από την έκδοση του βιβλίου αυτού, που το συνοδεύει ένα εμπνευσμένο επίμετρο δια χειρός Νίκου Σταμπάκη, είναι μια ευδιάκριτη πινακίδα που να απαγορεύει την είσοδο σε αναγνώστες δυσκοίλιους, που θεωρούν εαυτούς ξεχωριστούς απλώς και μόνο επειδή συνεχίζουν, ενήλικες από χρόνια, να έχουν ανάγκη από αφηγήσεις, θεωρώντας δεδομένο πως αυτό είναι κάτι που τους τοποθετεί σε μια δυσπρόσιτη από την πλέμπα, όποια ομάδα εκείνη θεωρούν τέτοια, κορυφή. Αλλά και για τους ομότεχνους του Κενό που βγάζουν εξανθήματα με την πρόταση αυτή. Οι υπόλοιποι, κοπιάστε!

υγ. Περισσότερα για τη Ζαζί στο μετρό εδώ.

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ύψιλον

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2023

Η Ζαζί στο μετρό - Raymond Queneau

Κάποτε αγαπούσα μια κοπέλα στον βορρά και το τρένο ήταν μια κάποια λύση. Η επιλογή τού βιβλίου –όπως πάντα άλλωστε– ήταν καθοριστικής σημασίας. Όταν πήγαινα, έπρεπε να κάνει τον χρόνο να περνά, όταν γυρνούσα, έπρεπε να με παρηγορεί. Τα βιβλία που διάβασα εκείνους τους μήνες, περί το ένα πέμπτο του αιώνα παλιά, διατήρησαν με τα χρόνια (βλ. νοσταλγία) μια ξεχωριστή θέση στη λίστα με τα αγαπημένα μου, τι και αν πια, για τα περισσότερα, τίποτα άλλο δεν θυμάμαι παρά την ανάγνωση σε δύο ράγες. Τότε πρωτοδιάβασα τις παρισινές περιπέτειες της Ζαζί, βιβλίο της θρυλικής σειράς των εκδόσεων Γράμματα, σε μετάφραση Γεωργίας Κατωπόδη.

Η είδηση της εκ νέου έκδοσης του μυθιστορήματος του Καινώ, που μέσα στα χρόνια έγινε Κενό –γλωσσικό παιχνίδι που ο Καινό θα λάτρευε– και δη σε μετάφραση του ακάματου Αχιλλέα Κυριακίδη, με γέμισε χαρά και νοσταλγία. Μια διάθεση αναγνωστικής επιστροφής με κατέλαβε, γιατί, αν εξαιρέσει κανείς την αλλαγή μηχανής στο Λιανοκλάδι, που τίναζε για ακόμα μια φορά στον αέρα τη συνέπεια στην πολυπόθητη ώρα άφιξης, λίγα πράγματα θυμόμουν από την πρώτη εκείνη συνάντηση με την ατίθαση Ζαζί. Όμως, οι επιστροφές είναι αναπόσπαστο μέρος του ετήσιου αναγνωστικού προϋπολογισμού εν μέσω εκδοτικού κατακλυσμού και αυτή η συγκυρία έμοιαζε με μια καλή ευκαιρία αναμέτρησης με διάφορες εκφάνσεις του εαυτού.

Για να ξεκινήσω από ζητήματα έκκεντρα των περιπετειών της Ζαζί, αγνοούσα πλήρως τόσο τη γλωσσική σημασία του μυθιστορήματος αυτού όσο και τη σχέση του Κενό με την καθ' ημάς γλωσσική μετάβαση. Ο Κενό είχε κάνει ένα ταξίδι στην Ελλάδα, όταν στους λογοτεχνικούς, και όχι μόνο, κύκλους επικρατούσε η έντονη πολεμική ανάμεσα στους υπέρμαχους της δημοτικής και σε εκείνους της καθαρεύουσας. Παρότι στα γαλλικά τέτοιας μορφής ζήτημα δεν υπήρχε, ο Κενό επηρεάστηκε αρκετά. Η Ζαζί στο μετρό, αν και εκδόθηκε το 1959, αρκετά αργότερα από το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας (1932), που θεωρείται το πρώτο μείζον έργο που εισάγει στη γαλλική λογοτεχνία τη χρήση ενός λόγου καθημερινού, κατάφερε να προκαλέσει μια κάποια αίσθηση στους λογοτεχνικούς κύκλους, εξαιτίας της προφορικότητας και της αθυροστομίας, που έθεσαν τη Ζαζί αντιμέτωπη με την επικρατούσα σοβαροφάνεια. Κυρίως, για να μην κρυβόμαστε, η Ζαζί κατάφερε να υψώσει εναντίον της μια γνώριμη κραυγή, συνηθισμένη στην αντίδραση, με δάκτυλο υψωμένο: Δεν είναι λογοτεχνία αυτό· ή, με τον τρόπο του Κενό: δενεινλογοτεχνιαυτο. Ο χρόνος, ως συνηθίζει, έδωσε τις απαντήσεις του και αποφάσισε ποιοι θα περιπέσουν σε λήθη, ποιοι προκάλεσαν για να προκαλέσουν και ποιοι γιατί είχαν κάτι φρέσκο να κομίσουν.

Ο Γκαμπριέλ ατενίζει μακριά· μάλλον θα καθυστερήσουν οι γυναίκες, οι γυναίκες πάντα καθυστερούν· και όμως, όχι, μια πιτσιρίκα ξεπετιέται και του απευθύνεται:
« Ηζαζίμαι, σε κόβω νάσαι ο μπάρμπας μου ο Γκαμπριέλ».
«Εγώ είμαι, ναι» απαντάει ο Γκαμπριέλ εξευγενίζοντας τον τόνο της φωνής του, «ο μπάρμπας σου».

Όλα ξεκινάν στον σταθμό των τρένων. Ο Γκαμπριέλ περιμένει την αδερφή του που θα του εμπιστευτεί την κόρη της ώστε να περάσει ένα διήμερο με τον εραστή της. Η Ζαζί, ανήλικη με ένα στόμα να, με το συμπάθιο, θα εκφράσει την έντονη επιθυμία να μπει στο παρισινό μετρό. Φευ! Απεργία των εργαζομένων. Ο Γκαμπριέλ, που τα βράδια χορεύει σ' ένα μαγαζί για ομοφυλόφιλους, με το νούμερό του να είναι ένα από τα πλέον πετυχημένα του προγράμματος, προσπαθεί να μπει στον ρόλο του καλού και έμπλεου προθυμίας θείου. Ο συνδυασμός των δύο θα αποδειχθεί λίαν συντόμως εκρηκτικός. Με κέφι και μπρίο, ο Κενό, που η παιγνιώδης αντιμετώπιση της λογοτεχνίας είναι ίσως το βασικό του γνώρισμα αλλά και προτέρημα, στήνει ένα τρικούβερτο γλέντι χαρακτήρων και καταστάσεων.

Ο Κενό δεν αφήνει τίποτα ασχολίαστο. Παρά τη σχετικά μικρή έκταση του μυθιστορήματος, βρίσκει τον χώρο και κυρίως τον τρόπο να αναδείξει διάφορες πτυχές της παρισινής καθημερινότητας, χωρίς να θεωρεί δεδομένο κανέναν περιορισμό λογοτεχνικό ή όποιας άλλης φύσεως. Από τους επαρχιώτες που έρχονται με το αυτοκίνητό τους στην πρωτεύουσα μέχρι τους τουρίστες που τρέχουν να συλλάβουν την εμπειρία, όλα υπάρχουν εδώ, με δεσπόζουσα ωστόσο τη Ζαζί, πώς αλλιώς, αλλά και τον Γκάμπριελ. Η Ζαζί δεν είναι κατάλληλη για αναγνώστες σοβαροφανείς, όπως τότε έτσι και τώρα, καίτοι προΐσταται ενός βιβλίου κλασικού και καταξιωμένου πια. Είναι όμως και ένα βιβλίο ιδανικό ως πύλη εισόδου στην καλή λογοτεχνία, για την αναγνωστική εφηβεία, ανεξάρτητα με το πότε την περνάει κανείς, και αυτό γιατί δοκιμάζει διάφορα όρια και θέσφατα της αποστειρωμένης λογοτεχνικής εκπαίδευσης που δέχεται η πλειοψηφία και κυρίως γιατί διεκδικεί και πετυχαίνει το δικαίωμα στη διασκέδαση δια μέσου της ανάγνωσης. Η Ζαζί στο μετρό που ωστόσο δεν καταφέρνει να μπει στο μετρό, καθιστά τον τίτλο παραπλανητικό αλλά ταυτόχρονα και όχι. Σπόιλερ εδώ δεν είναι να αποκαλύψεις πως η Ζαζί δεν θα καταφέρει να μπει στο μετρό, αλλά το γιατί ο τίτλος είναι ακριβής και ενδεικτικός αυτού που ο Κενό μοιάζει να θέλει να πετύχει μέσα από τη σάτιρα και τη φαινομενική ελαφράδα. 

Η Ζαζί στο μετρό είναι κατάλληλη όμως και για επιστροφές, γιατί διαθέτει διάφορα πέπλα που με τα χρόνια υποχωρούν και φανερώνουν υποστρώματα αρχικά δυσδιάκριτα, κρυμμένα καλά πίσω από την οργιαστική πρόζα του Κενό, πίσω από τις εξωφρενικές καταστάσεις στις οποίες μπλέκονται τα πρόσωπα. Παρότι σελίδα τη σελίδα η ιστορία κάτι μου θύμιζε, η ελαφράδα εκείνη της πρώτης ανάγνωσης δεν υπήρχε, το συναίσθημα ήταν διαφορετικό από εκείνο που η μνήμη είχε φροντίσει να διαφυλάξει. Για παράδειγμα, από τα λίγα που θυμόμουν, ο σουρεαλισμός και το γάργαρο γέλιο που προξενούσε στον νεαρό μου εαυτό, εδώ υπήρχαν πολύ πιο μαύρα, πολύ πιο πικρά, πιο ρεαλιστικά, ένα γέλιο που πια κοστίζει, που έρχεται σε στιγμές που τίποτα άλλο δεν μπορείς να κάνεις, παρά να γελάσεις απέναντι σε συνθήκες και καταστάσεις πια αναγνωρίσιμες. Με αποκορύφωμα ίσως τον ίδιο τον Γκαμπριέλ, τον σημαντικό δεύτερο αυτού του μυθιστορήματος.

Δεν θα μπορούσα να φανταστώ ιδανικότερο μεταφραστή για να στήσει στα ελληνικά το γλωσσικό αυτό γλέντι. Ο Κυριακίδης, που εν πολλοίς μας σύστησε τα σημαντικότερα έργα του Εργαστηρίου Δυνητικής Γραφής (βλ. OuLiPo), προσθέτει ένα ακόμα παράσημο στο βαρυφορτωμένο του πέτο. Το επίμετρο του Νίκου Αμανίτη δικαιολογεί απόλυτα την παρουσία του στην καλαίσθητη αυτή έκδοση που ήρθε να μας ταράξει με τον τρόπο που ίσως μόνο οι φωτογραφίες των νεότερων εκδοχών μας μπορούν.

υγ. Μια αντίστοιχη επιστροφή αποτέλεσε και Ο αφρός των ημερών, ενός ακόμα καθοριστικού, κατά την αναγνωστική μου εφηβεία, συγγραφέα, του Μπορίς Βιάν. Για την επιστροφή εκείνη μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ, ενώ για το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας περισσότερα θα βρείτε εδώ.

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ύψιλον

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2022

Παρατεταμένος χρόνος - Maylis Besserie

Θα μπορούσε να γίνει λόγος για ένα λογοτεχνικό υποείδος. Σ' αυτό, συγγραφείς βρίσκουν την έμπνευση αλλά και την ανάγκη της γραφής στη μυθοπλαστική πλευρά των καθοριστικών για εκείνους συγγραφέων. Όχι μόνο στην τεχνική ή το ύφος, αλλά στην ίδια τη ζωή εκείνων που στοίχειωσαν αναγνωστικά και όχι μόνο τα βράδια τους, στο προσωπικό που μένει εν πολλοίς στο παρασκήνιο της γραφής. Το πέρασμα εκείνων που διαμόρφωσαν μεγάλο μέρος της λογοτεχνίας από την πλευρά του δημιουργού στον ρόλο του μυθιστορηματικού προσώπου. Είδος που μόνο ελάχιστα συγγενεύει με τη βιογραφία, παρότι διαθέτει μεγάλο εμβαδό έρευνας και πραγματολογικών στοιχείων, εντούτοις ανήκει ξεκάθαρα στα εδάφη τής μυθοπλασίας. Αυτό περίμενα από τον Παρατεταμένο χρόνο, το μυθιστόρημα της Γαλλίδας Μαϋλις Μπεσσερί που κυκλοφόρησε σχετικά πρόσφατα από τις εκδόσεις Ύψιλον σε μετάφραση της Λίζυς Τσιριμώκου. Και αυτό βρήκα.

Παρίσι, 25 Ιουλίου 1989

Είναι νεκρή. Πρέπει να μου το υπενθυμίζω αδιάκοπα: η Σουζάν δεν βρίσκεται μέσα στο δωμάτιο, δεν είναι μαζί μου, δεν υπάρχει καν πια. Έχει ταφεί. Ωστόσο, σήμερα το πρωί, θαρρείς και ήταν εδώ, κάτω από την παλιά μου κουβέρτα —όχι θαμμένη, μήτε καν νεκρή— εδώ, κάτω από την κουβέρτα, κουλουριασμένη πάνω στον γέρο-Σαμ της. Άλλωστε, ακριβώς επειδή είναι εδώ, γερμένη πάνω στα γέρικα κόκαλά μου, ξαπλωμένη δίπλα στο ταλαίπωρο κουφάρι μου, καταλαβαίνω κι εγώ ότι δεν είμαι θαμμένος.

Παρ' όλα αυτά κρυώνω λίγο. Παραείμαι αδύνατος.

Ο Μπέκετ πέρασε τους τελευταίους μήνες της ζωής του σ' έναν οίκο γηριατρικής φροντίδας στο Παρίσι. Είχε προηγηθεί ο θάνατος της Σουζάν, συνοδοιπόρου του σ' ένα μεγάλο μέρος της διαδρομής. Η Μπεσσερί γράφει ένα μυθιστόρημα για την περίοδο αυτή, αποτελούμενο από προσωπικές, εν είδει ημερολογίου, καταγραφές του ίδιου του ιερού τέρατος της λογοτεχνίας αλλά και αναφορές του νοσηλευτικού προσωπικού του ιδρύματος. Προσπάθησε, με αφορμή γεγονότα τόσο πραγματικά όσο και φανταστικά, να αποδώσει τον Μπέκετ ως ένα πρόσωπο που αντιμετωπίζει το τέλος του, όμοιο με τα πρόσωπα που κατοικούν στο έργο του. Η αλήθεια, σε μυθιστορήματα όπως αυτό, διατηρεί ρόλο σημαντικό πλην όμως δευτερεύοντα, δεν αποτελεί το κυρίως ζητούμενο, δεν γυρεύει να λάβει το χρίσμα του ντοκουμέντου, παρά μόνο μια έκκεντρη θέση ανάμεσα στην τεράστια εργογραφία σχετικά με τον Μπέκετ, ένας ιδιότυπος φόρος τιμής με τον τρόπο που μια συγγραφέας μυθοπλασίας δύναται να αποδώσει. Οι διακειμενικές αναφορές με το ίδιο το έργο του Μπέκετ είναι προφανώς παρούσες, το ίδιο και το βιογραφικό νήμα που συνέχει την ιστορία. Η συγγραφέας φροντίζει με τη φαντασία, ή την επιθυμία της αν προτιμάτε, να γεμίσει τα κενά. Τούτου δοθέντος, η Μπεσσερί κατάφερε να γράψει ένα ωραίο μυθιστόρημα.

Ο Μπέκετ, ως μυθιστορηματικό πρόσωπο του ίδιου του του έργου, αντιμετωπίζει τη φθορά και τον επερχόμενο θάνατο μ' έναν τρόπο γνώριμα ανθρώπινο πλην όμως έντονα προσωπικό. Εδώ έγκειται η κύρια διακειμενική σύνδεση με το έργο του, στη στάση τού Μπέκετ απέναντι στο τέλος. Αυτό είναι το σημαντικό μυθοπλαστικό κενό το οποίο κατά κύριο λόγο επεξεργάζεται η συγγραφέας, ο τρόπος, δηλαδή με τον οποίο θα διαχειριστεί τη στερεοτυπία περί πανανθρώπινης ισότητας και ομοιομορφίας απέναντι στον αναπόφευκτο θάνατο, τη μοναδική φιλοσοφική βεβαιότητα. Εντούτοις, δεν παρασύρεται σε μονοπάτια μακρινά από την διαισθητική αληθοφάνεια μιας εμπειρίας όπως αυτή, που θα ξεμάκραιναν τον Μπέκετ από το ανθρώπινο, από το κοινό έδαφος με τον αναγνώστη. Και αυτό αποτελεί το σημείο κλειδί της επιτυχίας του εγχειρήματος. Εδώ, ταυτόχρονα, υπεισέρχεται και η μυθιστορηματική διάσταση που ο Μπέκετ λαμβάνει στη φαντασία της συγγραφέως, οι γέφυρες ανάμεσα στον δημιουργό και το δημιούργημά του, στο μυαλό που γεννά λογοτεχνία και το μυαλό που ζει τα ανθρώπινα· ο τρόπος με τον οποίο εκείνος βρίσκει αναπόφευκτα καταφύγιο στο παρελθόν, που ανασύρει αναμνήσεις από τα περασμένα, που δοκιμάζει μια επανεξέταση της διαδρομής· ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τον θάνατο της Σουζάν, τη μοναξιά που τόσο λαχτάρησε στη ζωή του, την εξάρτησή του από το νοσηλευτικό προσωπικό, την ανάγκη του να συνεχίσει ως το τέλος με τον δικό του βηματισμό. Η μεταφυσική πρόκληση ενός συνειδητά άθεου όντος, το αδιάβατο τείχος της ματαιότητας της ύπαρξης.

Η Μπεσσερί αποφεύγει το μελό. Αποφεύγει επίσης να παρακάμψει τον ήρωά της επιδεικνύοντας υπέρμετρα τις γνώσεις της σχετικά με εκείνον. Ο Παρατεταμένος χρόνος, παρότι η πλάστιγγα εμφανώς γέρνει προς τη μυθοπλασία, εν τέλει ισορροπεί. Παρά την ιδιαιτερότητα της ιστορίας που η συγγραφέας επιθυμεί να αφηγηθεί, δεν παρεκκλίνει του στόχου της να γράψει ένα μυθιστόρημα, και το βιβλίο, πρώτα και κύρια, ως τέτοιο διαβάζεται. Ο Παρατεταμένος χρόνος απευθύνεται και ικανοποιεί τόσο τους αναγνώστες που γνωρίζουν τον Μπέκετ όσο και εκείνους που τον ξέρουν μόνο ως όνομα, απλά ως κάποιον σημαντικό για τη λογοτεχνία. Η Μπεσσερί πετυχαίνει να καταστήσει τον Μπέκετ έναν λογοτεχνικό ήρωα.

Διαβάζοντας το πρωτόλειο βιβλίο της, γεννημένης το 1982, Μπεσσερί, βιβλίο που έλαβε το «Βραβείο Goncourt μυθιστορήματος πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα», θυμήθηκα κάποια αντίστοιχα μυθιστορήματα, όπως Οι ώρες του Κάνιγχαμ, Το μεγαλείο της ζωής του Κούμπφμελλερ, Οι τρεις τελευταίες μέρες της Μπέλερ, αλλά και Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις του σημαντικού Σαραμάγκου, μυθιστορήματα που, ανάμεσα σε άλλα, συνθέτουν αυτό το γοητευτικό στα μάτια μου λογοτεχνικό υποείδος.

υγ. Περισσότερα για Το μεγαλείο της ζωής, με ήρωα τον Φραντς Κάφκα, θα βρείτε εδώ, για το Οι τρεις τελευταίες μέρες, με ήρωα τον Τόμας Μαν, θα βρείτε εδώ, για το Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις, με ήρωα τον ετερώνυμο του Πεσσόα, Ρικάρντο Ρέις, εδώ.

Μετάφραση Λίζυ Τσιριμώκου
Εκδόσεις Ύψιλον

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2021

Ένας άνθρωπος που κοιμάται - Georges Perec

Το Ένας άνθρωπος που κοιμάται είναι το τρίτο βιβλίο του Ζορζ Περέκ, λίγο πριν την ένταξή του στο Εργαστήρι Δυνητικής Γραφής (OuLiPo), το ευφάνταστο αυτό κίνημα λογοτεχνικών πειραματισμών, του οποίου τις αρχές ο συγγραφέας υπηρέτησε μέχρι τέλους. Το βιβλίο εκδίδεται το 1967, κάτι το οποίο οφείλει να λάβει κανείς υπόψη του και να το εντάξει στο δεδομένο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής, συνυπολογίζοντας στην εξίσωση και το φιλοσοφικό ρεύμα του υπαρξισμού. Το Ένας άνθρωπος που κοιμάται είναι πάνω και πέρα απ' όλα ένα κείμενο βαθιά προσωπικό, στο οποίο ο Περέκ διαπραγματεύεται την προ δεκαετίας εμπειρία της καταθλιπτικής κρίσης που τον οδήγησε να αναζητήσει καταφύγιο στην ψυχανάλυση και τη συγγραφή. Οδηγός για το βιβλίο αυτό υπήρξε η αγάπη, ο θαυμασμός και η συγγένεια που ο Περέκ ένιωθε για τη διάσημη νουβέλα του Μέλβιλ, Μπάρτελμπι, ο γραφιάς, η επιθυμία του να τη ξαναγράψει, να επινοήσει έναν άλλον Μπάρτελμπι, να τον υποδυθεί και να του απευθυνθεί, φέρνοντας τη νουβέλα στο εγώ και το τώρα. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Περέκ αντιλαμβάνεται, θα μπορούσε κάποιος να πει, τη λογοτεχνία, ως ένα παιχνίδι, με την αφοσίωση, τη σοβαρότητα και την απόλαυση με την οποία τα παιδιά παίζουν, καταπολεμώντας την ανία, τον φόβο και τη θλίψη ενός κόσμου εν πολλοίς ακατανόητου. Ακόμα και αν δεν υπήρχε το Εργαστήρι Δυνητικής Λογοτεχνίας, ο Περέκ, αργά ή γρήγορα, θα το επινοούσε.
Αυτό είναι η ζωή σου. Κι είναι δικό σου. Μπορείς να καταρτίσεις έναν ακριβή κατάλογο της πενιχρής περιουσίας σου, τον ακριβή ισολογισμό του πρώτου σου τέταρτου του αιώνα. Είσαι είκοσι πέντε χρονών κι έχεις είκοσι εννέα δόντια, τρία πουκάμισα, και οκτώ κάλτσες, κάτι βιβλία που δεν τα διαβάζεις πια, κάτι δίσκους που δεν τους ακούς πια. Δεν έχεις διάθεση να θυμηθείς τίποτ' άλλο, μήτε την οικογένειά σου ή τις σπουδές σου, μήτε τους φίλους σου ή τους έρωτές σου, μήτε τις διακοπές σου ή τα σχέδια σου. Ταξίδεψες, και τίποτα δεν έφερε απ' τα ταξίδια σου. Κάθεσαι, και το μόνο που θέλεις είναι να περιμένεις: να πέσει η νύχτα, να σημάνουν οι ώρες, να φύγουν οι μέρες, να στομώσουν οι μνήμες.
Δεν βλέπεις πια τους φίλους σου. Δεν ανοίγεις την πόρτα σου. Δεν κατεβαίνεις να πάρεις την αλληλογραφία σου. Δεν επιστρέφεις τα βιβλία που δανείστηκες από τη Βιβλιοθήκη του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Δεν γράφεις στους γονείς σου.
Δεν βγαίνεις παρά μόνο όταν νυχτώσει, όπως τα ποντίκια, οι γάτες και τα τέρατα. Περιπλανιέσαι στους δρόμους, τρυπώνεις στα βρόμικα σινεμαδάκια των Μεγάλων Βουλεβάρτων. Καμιά φορά, περπατάς όλη νύχτα· καμιά φορά κοιμάσαι όλη μέρα.

Η αμεσότητα της δευτεροπρόσωπης απεύθυνσης αποκαλύπτει ένα κρυμμένο εγώ. Ταυτόχρονα καθιστά τον αναγνώστη μέτοχο της αφήγησης, έτσι όπως τον αρπάζει από τα μούτρα, έχοντάς τον πρώτα εντέχνως παραπλανήσει με τον αόριστο και γενικό τίτλο, και αυτό τον καταιγισμό ο αναγνώστης πότε τον εκλαμβάνει ως ένα δριμύ κατηγορώ και πότε ως μια ένθερμη εμψύχωση. Τι είναι άλλωστε ένας άνθρωπος που κοιμάται σε έναν κόσμο που δεν ησυχάζει ποτέ, ένας άνθρωπος που το μόνο που θέλει είναι να περιμένει, αρνούμενος να διεκδικήσει, ένας άνθρωπος που απομονώνεται καταφεύγοντας στην αδιαφορία; Στο Ένας άνθρωπος που κοιμάται καθένας βρίσκει κάτι δικό του, τη στιγμή, κυρίως αυτή, που φλέρταρε με την ιδέα να κλείσει το ξυπνητήρι και να γυρίσει πλευρό, αδιαφορώντας για τις συνέπειες μιας τέτοιας επαναστατικής, για την κοινωνία, πράξης, να κάνει ένα βήμα παράλληλο που θα τον οδηγήσει έξω από τη ροή, που θα τον καταστήσει παρατηρητή και όχι πια μέτοχο αυτής. Παρότι το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο είναι διαρκώς παρόν, καθορίζοντας τους κανόνες εκείνους στους οποίους ο άνθρωπος που κοιμάται δηλώνει ανυπακοή, το κίνητρό του δεν διέπεται από μια δεδομένη και ευκρινώς διατυπωμένη ιδεολογική θέση, όπως για παράδειγμα συνέβη στην περίπτωση του Θορώ, που παράτησε την πόλη και τους ανθρώπους για να ζήσει δίπλα στη λίμνη. Υπό το πρίσμα αυτό το κείμενο δεν διαθέτει χαρακτηριστικά πολιτικής στράτευσης, καθώς απουσιάζει το διακύβευμα αυτής της (μη) πράξης. Αυτό όμως ουδόλως δεν σημαίνει πως το κείμενο δεν είναι άκρως πολιτικό, παρότι ο κοινωνιολογικός, ο φιλοσοφικός και ο ψυχαναλυτικός χαρακτήρας του μοιάζει να υπερισχύει. Το Ένας άνθρωπος που κοιμάται είναι, θέλω να πω, πολιτικό, όπως είναι στον πυρήνα του πολιτικός Ο ξένος ή τα έργα του Μπέκετ.

Εκκινώντας από μια πρωτότυπη, αν και φαινομενικά απλή, κεντρική ιδέα, σίγουρα ενδιαφέρουσα αλλά περιορισμένου βεληνεκούς ως προς την έκταση που θα μπορούσε να λάβει, ο Περέκ καταφέρνει με μαεστρία να απλώσει την ιστορία του, χωρίς να χάνει στιγμή τη σύνδεση μαζί της. Το Ένας άνθρωπος που κοιμάται, από τεχνικής άποψης, είναι ένα άρτιο εγκεφαλικό κατασκεύασμα, στο οποίο ο Περέκ, με τον γνώριμο τρόπο του, όπως αυτός κυρίως διαφαίνεται στο magnus opus του, Ζωή οδηγίες χρήσεως, εμφύσησε ζωή, αναζωπυρώνοντας τη φλόγα μέσω ενός ανεξάντλητου ταμιευτήρα ευρημάτων, αλλά και της διακειμενικότητας που το χαρακτηρίζει. Ο Περέκ κατορθώνει, γιατί περί κατορθώματος πρόκειται, να απαλύνει την εγκεφαλικότητα και να καταχωνιάσει τους κατασκευαστικούς αρμούς από το κείμενο αυτό, να του προσδώσει συνοχή και συνέχεια, υπερκερνώντας τόσο τους περιορισμούς ενός προσωπικού κειμένου, όσο και τους αντίστοιχους δεδομένους κοινωνικοπολιτικούς περιορισμούς της εποχής του, αποτυπώνοντας την ανθρώπινη αγωνία και καθιστώντας το βαθιά ανθρώπινο.

Η μετάφραση κάθε βιβλίου του Περέκ αποτελεί έναν μικρό άθλο και η παρουσία του Αχιλλέα Κυριακίδη είναι εγγύηση για το τελικό αποτέλεσμα, καθώς πέρα από τη μεταφορά στα ελληνικά, υποσημειώνει έξοχα και κατατοπιστικά, εμπλουτίζοντας την ανάγνωση και προλειαίνοντας το έδαφος για το εμπνευσμένο, αντάξιο ενός τέτοιου βιβλίου, επίμετρο που υπογράφει η Λίζυ Τσιριμώκου. Μια πολυαναμενόμενη έκδοση ειδικά μετά τη σχετικά πρόσφατη εμπειρία της κινηματογραφικής μεταφοράς από τον Queysanne το 1974. 

Το Ένας άνθρωπος που κοιμάται διαβάζεται αρχικώς μια και έξω, ακολούθως ξανά και ξανά.

υγ. Αφού διαβάσετε το βιβλίο αυτό, θα πρότεινα να αναζητήσετε και την ταινία, για την οποία είχα γράψει εδώ.     

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ύψιλον

Πέμπτη 14 Μαΐου 2020

Έλις Άιλαντ - Georges Perec




Οι σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας, από τις απαρχές της έως και σήμερα, γράφονται -και θα συνεχίσουν να γράφονται- με τα ίχνη που αφήνουν πίσω τους οι άνθρωποι κατά τη μετακίνησή τους από τόπο σε τόπο, πέρα από οροσειρές και θάλασσες, ωθούμενοι από την προσδοκία για μια καλύτερη ζωή, συχνά κυνηγημένοι, άλλοτε κυνηγοί οι ίδιοι. Το Έλις Άιλαντ είναι ένας τόπος μνήμης της μετανάστευσης, εκείνος με τον μεγαλύτερο ίσως συμβολισμό, ίσως λόγω της σκιάς του αγάλματος της Ελευθερίας, ίσως εξαιτίας των προσδοκιών για τον Νέο Κόσμο.
Ήδη από το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, μια εξαίσια ελπίδα δονεί την Ευρώπη: για όλους τους λαούς που ταπεινώθηκαν, καταπιέστηκαν, δυναστεύτηκαν, σκλαβώθηκαν, σφαγιάστηκαν, για όλες τις κοινωνικές τάξεις που τις εκμεταλλεύτηκαν, που τις αφάνισαν οι επιδημίες, που τις αποδεκάτισαν οι σιτοδείες και οι λιμοί, μια Γη της Επαγγελίας αρχίζει να διαφαίνεται: η Αμερική· μια γη παρθένα, πρόσφορη σε όλους, μια γη ελεύθερη και γενναιόδωρη όπου οι κολασμένοι της Γηραιάς Ηπείρου θα μπορέσουν να γίνουν πιονιέροι του Νέου Κόσμου, οι κτίστες μιας κοινωνίας χωρίς αδικία και χωρίς προκαταλήψεις. Για τους Ιρλανδούς αγρότες που τους ρήμαξαν τις σοδειές, για τους φιλελεύθερους Γερμανούς που διώχθηκαν μετά το 1848, για τους εθνικιστές Πολωνούς που συνετρίβησαν το 1830, για τους Αρμένιους, για τους Έλληνες, για τους Τούρκους, για όλους τους εβραίους της Ρωσίας και της Αυστροουγγαρίας, για τους Ιταλούς του νότου που πέθαιναν κατά εκατοντάδες απ' τη χολέρα και τις άθλιες συνθήκες, η Αμερική έγινε το σύμβολο της καινούριας ζωής, της ευκαιρίας που είχε επιτέλους δοθεί, και γι' αυτό, δεκάδες εκατομμύρια, οικογένειες ολόκληρες, χωριά ολόκληρα, ξεκίνησαν από το Αμβούργο ή τη Βρέμη, από τη Χάβρη, τη Νάπολη ή το Λίβερπουλ, αυτό το ταξίδι χωρίς επιστροφή. 
Καθώς τα χρόνια περνούσαν και εκατομμύρια νέοι κάτοικοι αποβιβάζονταν στη Νέα Υόρκη, άρχισαν σιγά σιγά να υψώνονται φωνές για έλεγχο των ροών, και έτσι, λίγα μέτρα από την ακτή, στο Έλις Άιλαντ, άλλοτε ιδιωτικό έδαφος, δημιουργήθηκε ένα κέντρο υποδοχής και διαλογής, ξεσκαρταρίσματος. Εκεί έδεναν τα πλοία από την Ευρώπη, εκεί στοιβάζονταν οι ταξιδιώτες της δεύτερης και τρίτης θέσης, μετά από το πολυήμερο ταξίδι τους στα αμπάρια του πλοίου, την ώρα που οι ταξιδιώτες της πρώτης θέσης αποβιβάζονταν στη Νέα Υόρκη μετά από σύντομες -και μάλλον τυπικές- διαπιστώσεις. Εκεί έφτασε και ο πατέρας της γιαγιάς μου, έχοντας σαλπάρει από το λιμάνι της Πάτρας, έχοντας αφήσει στη Μεσσηνία τη γυναίκα του και τη γιαγιά μου βρέφος. Για εκείνον το ταξίδι είχε επιστροφή, γύρισε λίγα χρόνια ύστερα στο σπίτι του, ταλαιπωρημένος από τις κακουχίες της σκληρής ζωής, πέθανε νέος.

Το 1978, ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του Ζωή οδηγίες χρήσεως, ο Περέκ θα ταξιδέψει δύο φορές στη Νέα Υόρκη, την πρώτη για να κάνει επιτόπια έρευνα και τεκμηρίωση, ενώ τη δεύτερη για τα γυρίσματα ενός ντοκιμαντέρ γύρω από τη μετανάστευση στην Αμερική. Ο Περέκ, φτάνοντας στο Έλις Άιλαντ, το οποίο για χρόνια είχε εγκαταλειφθεί, και μόλις τα τελευταία χρόνια γινόταν μια απόπειρα για τη δημιουργία ενός μνημείου, εκεί όπου θα μπορούσε κανείς να αναζητήσει στους καταλόγους το όνομα κάποιου δικού του ανθρώπου, ακούει τον απόηχο των εκατοντάδων χιλιάδων φωνών να διηγούνται η κάθε μια τη δική της ιστορία, τους αγαπημένους τους που άφησαν πίσω, τους φόβους και τις ελπίδες τους, τα δάκρυά τους. Ο Περέκ, ένα μυαλό που συνεχώς γεννούσε ιστορίες, δεν μπορεί να μείνει ατάραχος στον απόηχο όλων αυτών των ιστοριών, κάτι το οποίο φαίνεται στο κείμενο αυτό, που ξεκινάει με μια διάθεση να παρουσιάσει τα γεγονότα, να μιλήσει με στοιχεία και ονόματα, να κάνει μια ιστορική αναδρομή του φαινομένου αυτού, χωρίς να καταφέρνει εξ αρχής να κρύψει το συναισθηματικό φορτίο, στη συνέχεια καταφεύγει σε μια πιο ποιητική καταγραφή, σε έναν ύμνο για την κάθε ελπίδα που γεννήθηκε στην ιδέα μιας γης πιο ανεκτικής, για να καταλήξει -αναπόφευκτα- να μιλάει για τη δική του διαδρομή μετανάστευσης, για τη δική του ιστορία, την εβραϊκότητά του, όλα εκείνα που τον έφεραν μέχρι το Παρίσι. 

Κείμενο διαχρονικά επίκαιρο, από όποια πλευρά του φαινομένου και αν στέκεται κανείς, με την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια να αποτελεί ένα μονοπάτι μετανάστευσης, ένα πέρασμα για ντόπιους και ξένους προς ένα καλύτερο αύριο, στην Ευρώπη κυρίως, εκεί που ελπίζουν να βρουν δουλειές και συνθήκες για μια πιο σταθερή ζωή. Δεν ξέρω ποιος θα μπορούσε να διαβάσει ένα κείμενο όπως αυτό και να μη συγκινηθεί, να μη νιώσει τις αγωνίες και τις ελπίδες όλων αυτών των ανθρώπων που εγκατέλειψαν, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, τις εστίες τους, τους φίλους και τις οικογένειές τους, φορτώθηκαν ό,τι μπορούσαν να κουβαλήσουν, πήραν μωρά παιδιά στην αγκαλιά και κίνησαν για έναν τόπο ξένο, να μην αναλογιστεί έναν δικό του άνθρωπο που βρίσκεται στα ξένα, να μην νιώσει στην πλάτη αυτό το ελαφρύ φύσημα του ανέμου, που σαν γίνει ριπή θα μας διώξει κι εμάς μια μέρα μακριά από αυτό που σήμερα θεωρούμε σπίτι μας.

υγ. Όσο και αν προσπάθησα δεν μπόρεσα να βρω με υπότιτλους το ομώνυμο ντοκιμαντέρ, οι γαλλομαθείς να το αναζητήσετε, οι υπόλοιποι ας είμαστε σε επιφυλακή σε περίπτωση προβολής του από τη δημόσια τηλεόραση.
υγ2. για το Ζωή οδηγίες χρήσεως, τη σπουδαιότερη αναγνωστική εμπειρία του 2019, μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ύψιλον     

 

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2020

Ζωή οδηγίες χρήσεως - Georges Perec




Σώζοντας την παρτίδα

Είναι κάποια βιβλία που στο πέρασμα του χρόνου αποκτούν θρυλικές διαστάσεις στο μυαλό του αναγνώστη. Στην αρχική εκδοχή της εναρκτήριας αυτής πρότασης υπήρχαν κάποιες επιπλέον λέξεις που η παρουσία τους σκοπό είχε να διευκρινίσει ότι τα βιβλία εκείνα που με το πέρασμα του χρόνου αποκτούν θρυλικές διαστάσεις στο μυαλό του αναγνώστη είναι βιβλία που την ανάγνωσή τους για κάποιον λόγο διαρκώς αναβάλλει ο αναγνώστης, παρότι έχει κατά καιρούς ακούσει τόσα και τόσα γι' αυτά. Και οι λέξεις αυτές αφαιρέθηκαν γιατί τελικά απέκλειαν όλα εκείνα τα βιβλία, όπως το Ζωή οδηγίες χρήσεως πλέον, που παρότι διαβάστηκαν, εντούτοις το πέρασμα του χρόνου εξακολουθεί να τους προσδίδει θρυλικές διαστάσεις στο μυαλό του αναγνώστη, μεγαλύτερες ίσως αυτών που προηγήθηκαν της ανάγνωσης, γιατί ναι, συμβαίνει και αυτό καμιά φορά, η πραγματικότητα να ξεπερνά τη φαντασία. Και είναι άδικο να μην αναφερθεί κανείς στα βιβλία αυτά.

Η πρόταση αυτή, για να είμαι ειλικρινής, προϋπήρχε τόσο της ανάγνωσης όσο και του παρόντος κειμένου, προϋπήρχε και περιέγραφε με σχετική ακρίβεια την περίοδο που προηγήθηκε της ανάγνωσης, προϋπήρχε πότε ως δικαιολογία για την παράταση της μη ανάγνωσης, και πότε ως ονειροπόληση σε θαυμαστούς αναγνωστικούς ορίζοντες, που το μέλλον επιφύλασσε, σε αυτό το αγαπημένο παιχνίδι υποθέσεων και προσδοκιών πριν από την ανάγνωση, συνήθως με ελάχιστα στοιχεία, όπως: τη φωτογραφία του συγγραφέα, το εξώφυλλο, το οπισθόφυλλο, τον χαρακτήρα εκείνου που μας μίλησε γι' αυτό, την εποχή του χρόνου, τη διάθεσή και την ανάγκη μας -κυρίως αυτά τα δύο. Η πρόταση αυτή, με την απαραίτητη διόρθωση, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το βιβλίο του Περέκ. Θα μπορούσε επίσης να αποτελέσει το φίλτρο μιας ενδιαφέρουσας λίστας, που δεν θα απέκλειε τα βιβλία που απεγνωσμένα -ισχυριζόμαστε πως- θέλουμε να διαβάσουμε, και ταυτόχρονα θα άφηνε χώρο για εκείνα τα λίγα -ελάχιστα- που ξεφεύγουν από το απλό μου άρεσε και υπάγονται στην κατηγορία με στοίχειωσε.

Συνθήκη απαραίτητη, πριν τολμήσω την ανάγνωση ενός μυθιστορήματος που ανήκει -πριν την ανάγνωση- στην κατηγορία εκείνη των μυθιστορημάτων για τα οποία οι προσδοκίες -μου από αυτά- και οι απαιτήσεις -τους από μένα- φαντάζουν τεράστιες, είναι η ψευδαίσθηση -ας μην κρυβόμαστε- της ύπαρξης ελεύθερου χρόνου στον ορίζοντα των επόμενων ημερών. Και είναι ψευδαίσθηση γιατί για ένα εκατομμύριο λόγους ελεύθερος χρόνος τελικά δεν υπάρχει, τουλάχιστον όχι αυτοφυής. Η ψευδαίσθηση αυτή όμως είναι σημαντική, γιατί δίνει ξανά και ξανά την ευκαιρία σε έναν φοβισμένο αναγνώστη -σ' εμένα στην προκειμένη περίπτωση- να κάνει το πρώτο βήμα, να διαβάσει τις πρώτες σελίδες, και τότε -συνήθως- να μαγευτεί, να ξεμυαλιστεί και ν' αναζητήσει τον ελεύθερο χρόνο, να τον δημιουργήσει εις βάρος κάποιας άλλης υποχρέωσης ή του ύπνου. Έτσι συνέβη και αυτή τη φορά.

Το απόγευμα εκείνο -που οι υποχρεώσεις έμοιαζαν περατωμένες και η ζωή πιο εύκολη- διάβασα πενήντα σελίδες. Ήδη από τις πρώτες δέκα, στο τέλος κάθε κεφαλαίου, αναφωνούσα: είναι τρελός, είναι τελείως τρελός. Και ακόμα δεν είχα δει τίποτα. Κάπως έτσι κύλησαν οι μέρες της ανάγνωσης και η ζωή, που δεν ήταν και τόσο εύκολη τελικά -και γιατί να είναι δηλαδή;- χωρίστηκε στα δύο, το αντίβαρο ήταν εκεί, έτοιμο να γλείψει τις πληγές, να φορτώσει με υλικό το υποσυνείδητο εν όψει της νυχτερινής κατάκλισης, ν' αφήσει στην πορεία του νάρκες για τις ημέρες που θα 'ρθουν, να περιορίσει τη θέα προς το άλλο μισό, να χαρίσει την ηδονή αυτή που μόνο ένα μυαλό που συνεχώς γεννάει ιστορίες μπορεί, να επαναφέρει στο τέλος της ημέρας την πίστη στην ανθρωπότητα, την αίσθηση πως μοιράζεσαι το όραμα κάποιου, το αίσθημα ευγνωμοσύνης πως κάποιος που δεν σε γνωρίζει σε βοηθάει να σώσεις την παρτίδα -έστω και οριακά, έστω και την ύστατη στιγμή. Άλλωστε ποιος θα διαφωνήσει πως η  συναναστροφή με έξυπνους ανθρώπους είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητη, σε μια καθημερινότητα που σε μεγάλο βαθμό χαρακτηρίζεται από τη βλακεία;
              
Ναι, θα αρχίσει εδώ: οδός Σιμόν-Κρυμπελλιέ 11, μεταξύ τρίτου και τετάρτου ορόφου

Μια απλοποιημένη σύνοψη του Ζωή οδηγίες χρήσεως θα ήταν η εξής: είναι οι ιστορίες των ενοίκων, των επισκεπτών και των διαμερισμάτων της οδού Σιμόν-Κρυμπελλιέ 11. Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όταν τη μπαγκέτα την κρατά ο Περέκ. Ανάμεσα στις τόσες ιστορίες που συνθέτουν το μυθιστόρημα αυτό συναντάμε ενδεικτικά και τις ακόλουθες: Η ιστορία της γυναίκας του κατασκευαστή παζλ. Η ιστορία του ηθοποιού που υποκρίθηκε ότι είχε πεθάνει. Η ιστορία του Γερμανού βιομηχάνου που λάτρευε τη μαγειρική. Η ιστορία του Μαρκ Τουέην. Η ιστορία του Λόρδου που έκρυβε τα πάθη του κάτω από επίπλαστες μανίες. Η ιστορία των πρώην θυρωρών. Η ιστορία του σκελετού με το ένα χέρι. Η ιστορία του χάμστερ που του στέρησαν το αγαπημένο του παιχνίδι. Η ιστορία των τεσσάρων νέων που κλείστηκαν στο ασανσέρ. Η ιστορία του τζαζίστα που δεν έμενε ποτέ ευχαριστημένος. Η ιστορία του κατασκευαστή των παζλ.
   
Οι ιστορίες διαδέχονται η μια την άλλη, αντηχούν στους διαδρόμους και τις σκάλες της πολυκατοικίας, συναντιούνται στα πάρτι και στις συνελεύσεις των ενοίκων, κάποιες περνούν από την έγκριση του εκάστοτε διαχειριστή σύμφωνα με τον κανονισμό, σε άλλες κάνει την εμφάνισή της η αστυνομία, ενώ το κουτσομπολιό προσδίδει έξτρα λάμψη και μυστήριο. Ιστορίες που έρχονται από παλιά αλλά και ιστορίες που συμβαίνουν τώρα, ιστορίες νυχτερινές και ηλιόλουστες, ιστορίες παριζιάνικες και εξωτικές. Αποσπάσματα από αστυνομικά μυθιστορήματα και λίστες με έπιπλα προς πώληση. Πίνακες με παραθαλάσσια τοπία που θα μετατραπούν σε παζλ πριν καταστραφούν. Ιστορίες. Αυτή είναι η λέξη κλειδί. Αυτή είναι η τροφή για τον αχόρταγο αναγνώστη και ο Περέκ την προσφέρει άφθονη. Ασίγαστη φαντασία. Αυτή είναι η συνθήκη. Ο αναγνώστης εκείνος που θέλει αιτιολόγηση των συγγραφικών επιλογών και ξεκάθαρο προορισμό πλεύσης είναι πιθανόν να απογοητευτεί και να βαρεθεί. Εδώ ταιριάζει η αρχή του μυθιστορήματος Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης, εκεί που ο Καλβίνο καλεί τον αναγνώστη να βολευτεί και να απολαύσει την ανάγνωση, να αφεθεί -θα συμπλήρωνα εγώ- στην οργιώδη φαντασία συγγραφέων όπως ο Καλβίνο ή ο Περέκ, να βιώσει την απουσία προφανούς σκοπού που διακρίνει την εξιστόρηση των ιστοριών και τη σχέση τους με τον χρόνο, ν' αναζητήσει τα μαθηματικά μοντέλα που λειτουργούν ταυτόχρονα ως περιορισμοί και ως βατήρες για την έμπνευση, να αντικρίσει την πραγματικότητα μέσα από μια λοξή ματιά που πετυχαίνει να αναδείξει το προφανές με έναν τρόπο μοναδικό και στη συγκεκριμένη περίπτωση τη λεπτοδουλειά, το μεράκι, το πάθος και την έμπνευση του μεταφραστή.

Ο Περέκ αφιερώνει το βιβλίο στη μνήμη του σπουδαίου Ραιμόν Κενώ. Με τις διακειμενικές αναφορές που κατακλύζουν, πότε φανερά και πότε συγκαλυμμένα, το μυθιστόρημα, το αφιερώνει τελικά σ' ένα μεγάλο μέρος της παγκόσμιας λογοτεχνίας, της σπουδαίας κατ' εκείνον λογοτεχνίας, γιατί συγγραφείς όπως ο Περέκ υπήρξαν πρωτίστως παθιασμένοι αναγνώστες, τουλάχιστον σε μια εποχή που το πλήθος των συγγραφέων ήταν μικρότερο ή έστω ίσο των αναγνωστών. Γιατί η φαντασία τρέφεται από τις εικόνες του κόσμου, φωλιάζει ανάμεσα στις γραμμές των βιβλίων, κρύβεται στο βάθος του πεδίου, η φαντασία όμως για να σταθεί απαιτεί γνώσεις για τον κόσμο που περιγράφει, για τον κόσμο που μεταμορφώνει.       

Τελειώνοντας την ανάγνωση συνειδητοποίησα πως τα κομμάτια του παζλ από μακριά μοιάζουν πολλές φορές ίδια, ταιριάζουν όμως σε μία και μόνη θέση τελικά, και ο εντοπισμός της δυσδιάκριτης αυτής διαφοράς ανάμεσα στο ένα και το άλλο είναι που ικανοποιεί τον σκυμμένο επί μέρες πάνω από το τραπέζι παίχτη.

Κάποιες ιστορίες του μυθιστορήματος τις ολοκληρώνει ο Περέκ, κάποιες ο αναγνώστης και κάποιες η ίδια η ζωή, ενώ δεν ήταν λίγες εκείνες που έμειναν ανοιχτές για μια επόμενη ανάγνωση ίσως.

(το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Yusra)

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ύψιλον