Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προβληματισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προβληματισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Μαρτίου 2015

Περί «σλαβομακεδόνων» και «μακεδονικού»

Σκοπιανή προπαγανδιστική αφίσα 
που καταγγέλλει  τις "επιβουλές" των γειτόνων


Περί «σλαβομακεδόνων» και «μακεδονικού»

Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη

Προς την "Κίνηση Πολιτών ΑΡΔΗΝ"

Αγαπητοί φίλοι,
Προμηθεύτηκα πρόσφατα, με αρκετή χρονική καθυστέρηση, το τεύχος 93 του "Άρδην" (Μάιος-Ιούλιος 2014), όπου διάβασα τις «20 θέσεις» με την πλειονότητα των οποίων οφείλω να ομολογήσω ότι συμφωνώ απόλυτα.
Δυστυχώς ανάμεσά τους υπήρχε και πάλι η θέση 17 περί «μακεδονικού», η οποία είναι, κατά την άποψή μου, ιδιαίτερα προβληματική. Δεν γνωρίζω ποιοι κατέληξαν στην τελική διατύπωση και επεξήγηση της θέσης και κατά πόσον παρακολουθούν συστηματικά τα τεκταινόμενα στο βαλκανικό μας περίγυρο. Θα προσπαθήσω λοιπόν να παρουσιάσω τις θέσεις μου στο ζήτημα αυτό, με το οποίο ασχολούμαι εδώ και χρόνια ενεργά, αλλά και με απασχολεί ιδιαίτερα μια και ζω σε μια περιοχή των συνόρων ιδιαίτερα ευαίσθητη.
Ξεκινώ με κάποια θέματα ορολογίας. Όπως έχω γράψει παλιότερα (εφημ. ΡΗΞΗ τς 21ης ουνίου 2008, φύλο 37) και συνεχώς επαναλαμβάνω:

«... κφραση, πού κούγεται ολοένα καί συχνότερα, εναι ατή περί “Μακεδονικο” ζητήματος προβλήματος καί ν συντομία “τό Μακεδονικό”. Πιστεύω τι διατύπωση ατή πρέπει τό ταχύτερο δυνατόν νά παύσει νά χρησιμοποιεται, γιά προφανες λόγους: Τό “Μακεδονικό” χει κλείσει ριστικά μέ τίς συμφωνίες το Λονδίνου στίς 17/30Μαΐου το 1913 καί Βουκουρεστίου στίς 28 ουλίου / 10 Αγούστου 1913 μέ τίς ποες τερματίστηκαν ο Βαλκανικοί πόλεμοι. Στά κείμενα ατν τν συμφωνιν περιέχεται καί καθορισμός τν λεπτομερειν, πού φοροσαν εδικότερα στήν περιοχή τς Μακεδονίας. Ο συνοριακές ρυθμίσεις πού συμφωνήθηκαν τότε σχύουν μέχρι σήμερα, μέ τήν χρονική ξαίρεση μόνον το δυνηρο διαλείμματος πού σημειώθηκε κατά τήν περίοδο τς Γερμανο-Βουλγαρικς κατοχς τς Μακεδονίας. […]
“Μακεδονικό” λοιπόν θά προέκυπτε μόνον καί φ’ σον θεταν πισήμως ζήτημα ναδιάταξης τν παρχόντων συνόρων, ο κυβερνήσεις τς Σερβίας, του Μαυροβουνίου, τς Βουλγαρίας καί τς Τουρκίας καί πομένως θέμα κατάργησης τς Συνθήκης το Βουκουρεστίου. ξ σων γνωρίζω, τέτοιο ζήτημα δέν χει τεθε μέχρι τώρα, οτε καί διαφαίνεται κάτι τέτοιο, τουλάχιστον στό μεσα προβλεπτό μέλλον. Γιά ποιό “Μακεδονικό” λοιπόν συζητμε; Προσπαθομε νά “βγάλουμε τά μάτια μας” μόνοι μας; πό τήν λλη μεριά πάρχει σφαλς τό σοβαρό θέμα μέ τούς βόρειους γείτονές μας καί σους κρύβονται πό πίσω τους. Μέ ατούς λοιπόν πάρχει μιά λληνοσκοπιανή διαφορά, πού γιά λόγους συντομίας μπορομε νά τήν ποκαλομε τό “Σκοπιανό”. ς προσπαθήσουμε λοιπόν νά κριβολογομε καί νά φήσουμε τό “Μακεδονικό” κε πού νήκει: Στήν στορία.»

Έρχομαι τώρα στην αναπάντεχη τοποθέτηση: «Μπορούμε να δεχθούμε μόνον σλαβομακεδονική γλώσσα και σλαβομακεδονική εθνότητα». 
Ομολογώ ότι το σημείο αυτό έχει προκαλέσει πολλά ερωτηματικά σε ‘μένα, αλλά και έντονες αντιδράσεις σε αρκετούς φίλους και συμπαθούντες του ΑΡΔΗΝ που έτυχε να το συζητήσουμε.  Θα επιχειρήσω λοιπόν να τεκμηριώσω την διαφωνία μου με την παραπάνω τοποθέτηση.
Όπως γνωρίζουν αρκετοί, πολύ καλύτερα εμού (αναγκάζομαι όμως να το υπενθυμίσω), ο διαβόητος και κακόφημος αυτός όρος "Σλαβομακεδόνες" προέκυψε ως συνέπεια των αποφάσεων της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας (ΒΚΟ) στις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, οι οποίες επικυρώθηκαν οριστικά από το  5ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς  (17-6 έως 8-7-1924), που δέχθηκε ως ορθό και επαναστατικό το σύνθημα της ΒΚΟ για "ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη". Η θέση αυτή υιοθετήθηκε πλήρως στο Τρίτο Έκτακτο Συνέδριο του ΣΕΚΕ (Κ) που διεξήχθη από 26-11 έως 3-12-1924, με την επικράτηση της γραμμής  Πουλιόπουλου, ο οποίος κατέλαβε τη θέση του γενικού γραμματέα και το ΣΕΚΕ(Κ) μετονομάσθηκε σε ΚΚΕ.  
Ο όρος ανασύρεται κατά περίπτωση για να περιγράψει μια φαντασιακή και τεχνητή εθνότητα, την οποία Σκοπιανοί και πολιτικάντηδες κάθε αποχρώσεως και προελεύσεως (π.χ. ο δημαρχος Θεσσαλονίκης κ. Μπουτάρης, βουλευτές, στελέχη και νεολαία ΣΥΡΙΖΑ, η κα Μπακογιάννη και οι οπαδοί της, οι κύριοι του Περιβόητου ΕΛΙΑΜΕΠ κλπ) χρησιμοποιούν κατά κόρον ως βάση της επιχειρηματολογίας τους. 
Αξίζει ίσως να σημειωθεί ότι, ως προς την πατρότητα του όρου, αυτός υπήρξε δημιούργημα μεγαλοσερβικών πολιτικο-επιστημονικών κύκλων και ιδίως του Σέρβου πολιτικού, αλλά και διακεκριμένου λογίου, με ιστορικά και φιλολογικά ενδιαφέροντα, του Στόγιαν Νοβάκοβιτς (Stojan Novaković, 1842-1915), ο οποίος διετέλεσε δύο φορές Πρωθυπουργός του Βασιλείου της Σερβίας. Η επινόηση του όρου, όπως και της ιδέας περί "μακεδονικού έθνους" (=μακεδονισμός) και η καλλιέργειά της στον σλαβικό πληθυσμό της Μακεδονίας είχε ως σκοπό να εξυπηρετήσει τα σχέδια της "μεγαλοσερβικής" πολιτικής για διείσδυση στον νότο και έξοδο στο Αιγαίο, αφού θα οδηγούσε στην απομάκρυνση της βουλγαρικής επιρροής από τους Σλάβους της Μακεδονίας και στην απόσχισή τους από τον βουλγαρικό εθνικό κορμό, όπως υποστηρίζει η σύγχρονη βουλγαρική ιστοριογραφία. 
Στην συνέχεια βέβαια τον υιοθέτησαν και οι ίδιοι οι Βούλγαροι (η παράταξη των  Σαντραλιστών, υποστηρικτών του μακεδονισμού, σε αντίθεση με τους Βερχοβιστές που επεδίωκαν τον βίαιο εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας), με θλιβερά αποτελέσματα. 
Τέλος, ο μακεδονισμός υιοθετήθηκε και από τον οπερεττικό εκείνον αυτοδιορισμένο «στρατάρχη», για να εξυπηρετήσει τους δικούς του σχεδιασμούς και επιδιώξεις, με αποτέλεσμα να τον «λουζόμαστε» μέχρι τώρα. Επομένως, Σλαβομακεδόνες ουδέποτε υπήρξαν στον πραγματικό κόσμο, παρά μόνον στα μυαλά εκείνων που τους κατασκεύασαν και αποδέχονται τις παλαιότερες τριτοδιεθνιστικές φαντασιώσεις (KKE) και τις σημερινές σκοπιανές επιδιώξεις. 
Πιθανόν, για αυτούς που δεν γνωρίζουν την υπάρχουσα εθνογλωσσική πραγματικότητα στην περιοχή του κράτους των Σκοπίων, τα παραπάνω να μη γίνονται αντιληπτά και ορισμένοι να αναρωτιούνται τι ακριβώς υποστηρίζω. Θα επιχειρήσω λοιπόν μια σύντομη ενημέρωση.
Σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές ("Census of Population, Households and Dwellings in the Republic of Macedonia, 2002 – Book XIII, Skopje, 2005.". State Statistical Office of the Republic of Macedonia), ο πληθυσμός της χώρας με βάση την απογραφή του 2002 ήταν περίπου 2.000.000 και η εθνοτική του προέλευση «Μακεδόνες» 64%, Αλβανοί 25%, Τούρκοι 4%, Ρομά 3%, Σέρβοι 2% Βλάχοι 0.5% Άλλοι 1.5%.
Οι αριθμοί αυτοί είναι προφανές ότι δεν απεικονίζουν την πραγματικότητα, διότι οι Σέρβοι είναι τουλάχιστον 10%, οι Έλληνες επίσης 10%, Τούρκοι, Ρομά και «Άλλοι» γύρω στο 10% και οι Αλβανοί γύρω στο 30%. Από το 40% που απομένει 20-25% είναι βουλγαρικής συνείδησης (περίπου 200.000 άτομα έχουν ζητήσει μέχρι στιγμής αλλαγή της υπηκοότητας, με αίτημα προς την βουλγαρική πρεσβεία στα Σκόπια για χορήγηση βουλγαρικού διαβατηρίου, μεταξύ των οποίων και ο τέως πρωθυπουργός Λιούπτσο Γκεοργκίεφσκι!) και απομένει ένα 15-20% που πιστεύουν πως είναι «μακεδόνες» (οπαδοί και στελέχη του καθεστώτος Γκρούεφσκι και νέοι που τα τελευταία 20 χρόνια υφίστανται πλύση εγκεφάλου απο το νηπιαγωγείο μέχρι το πανεπιστήμιο), οι οποίοι το ίδιο εύκολα μπορούν αργότερα να δηλώνουν Σέρβοι, Βούλγαροι ή ακόμα και Έλληνες.
Συμπερασματικά: Σλαβομακεδόνες ως διακριτή εθνότητα ουδέποτε υπήρξαν, άρα δεν υπάρχει και σλαβομακεδονική γλώσσα, διάλεκτος, ιδίωμα  ή οτιδήποτε άλλο. Υπάρχει αντίθετα μια κατασκευασμένη [Βλ. κείμενο του Καθηγητή ΑΠΘ Σπυρίδωνα Σφέτα με τίτλο «Πώς κατασκευάστηκε η γλώσσα των Σκοπίων» εδώ:
http://omospondiamakedonon.blogspot.gr/2014/02/blog-post_16.html
το 1944 για πολιτικούς λόγους και σκοπιμότητες εκσερβισθείσα εν μέρει βουλγαρική διάλεκτος που εξελίχθηκε στην σημερινή σκοπιανή γλώσσα με την βοήθεια όλων των μηχανισμών του κράτους των Σκοπίων (Σχολεία, Πανεπιστήμια, Ινστιτούτα, κρατική γραφειοκρατία, εφημερίδες, έντυπα, ραδιοφωνία, τηλεόραση) και η οποία  ουδεμία γλωσσολογική ή ιστορική σχέση έχει με τα εντόπια, το ιδίωμα των σλαβόφωνων Ελλήνων.
            Αξίζει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω δεν αποτελούν προσωπικές μου απόψεις ή θέσεις κάποιων «ακραίων» ελληνικών κύκλων (βλ. σχετικό άρθρο με τίτλο «Λανθασμένοι οι όροι Σλαβομακεδονία και Σλαβομακεδόνες»-Κων/τίνος Χολέβας: Περιοδικό ΑΜΥΝΑ ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ Φεβρουαρίου 2011), αντίθετα είναι αυτονόητα και κοινός τόπος σε διεθνές επίπεδο, όπως επιβεβαιώνει, για παράδειγμα, δημοσίευμα της σημαντικής και εγκυρότατης γαλλικής εφημερίδας «Le Figaro», η οποία αναφέρει:
[...La Macédoine constitue l'une des marches de la nation bulgare. La langue macédonienne ne serait d'ailleurs rien d'autre qu'un dialecte bulgare...]
[Η "Μακεδονία" (=Σκόπια) αποτελεί μια από τις παραμεθόριες περιοχές του βουλγαρικού έθνους. Η "μακεδονική" (=σκοπιανή) γλώσσα στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο από μια βουλγαρική διάλεκτος...]

Εκείνο πάντως που θεωρώ παράλειψη είναι η απουσία θέσης της «Κίνησης» στο θέμα της ύπαρξης ελληνικής μειονότητας. Ως γνωστόν, στο κράτος των Σκοπίων υπάρχουν Βούλγαροι, Αλβανοί, Σέρβοι, Ρομά, Τούρκοι, αλλά και Έλληνες (ο μακαρίτης Γκλιγκόρωφ ισχυριζόταν ότι υπάρχουν «μόνον» 100.000 – βλ. εδώ: http://history-of-macedonia.com/wordpress/2010/05/18/gligorov-cesky-denik-meionotita-100000-ellines-skopia/). Σύμφωνα με τις δικές μου εκτιμήσεις (και το υποστηρίζω μετά λόγου γνώσεως) υπάρχουν περίπου 150.000 γηγενείς  Έλληνες, άλλες εκτιμήσεις τους υπολογίζουν στις 200.000 ή περισσότερους, συνυπολογίζοντας  και κάποιους άλλους Έλληνες που βρέθηκαν εκεί από την περίοδο 1946-49. Δεν έπρεπε να αναφερθεί κάτι για αυτούς τους «ξεχασμένους»;
Όσο για τον όρο «σλαβομακεδόνες» προτρέπω να αναζητήθεί στην αγγλόφωνη Βικιπαίδεια το λήμμα  Macedonian language, όπου στις υποσημειώσεις (Νο 158) υπάρχουν τα εξής διαφωτιστικά:
[Ένας γηγενής της ελληνικής Μακεδονίας, ένας πρωτοπόρος των εθνικά μακεδονικών σχολείων στην περιοχή και τοπικός ιστορικός, ο Παύλος Κούφης, γράφει στα «Λαογραφικά Φλώρινας και Καστοριάς», Αθήνα 1996, ότι: Στην διάρκεια της Πανελλαδικής Διάσκεψης τον Σεπτέμβρη του 1942 το ΚΚΕ δήλωσε ότι αναγνωρίζει την ισοτιμία των εθνικών μειονοτήτων στην Ελλάδα και ότι ο σλαβόφωνος πληθυσμός αποτελεί εθνική μειονότητα των Σλαβομακεδόνων. Αυτός ήταν ένας όρος που οι κάτοικοι της περιοχής δέχτηκαν με ανακούφιση, διότι Σλαβομακεδόνες = Σλάβοι + Μακεδόνες. Το πρώτο συνθετικό του όρου καθορίζει την καταγωγή τους και τους κατατάσσει στην μεγάλη οικογένεια των Σλαβικών λαών].
Συμφωνείτε με τον ισχυρισμό του παραπάνω ότι: «ο σλαβόφωνος πληθυσμός αποτελεί εθνική μειονότητα των Σλαβομακεδόνων»; Υποθέτω πως όχι. Δεν πρέπει λοιπόν να υπάρχει τεκμηριωμένη θέση-αντίκρουση για όσα υποστηρίζει η επίσημη προπαγάνδα των σκοπιανών και οι εδώ ομοϊδεάτες τους; Από την οπτική της Αθήνας ίσως αυτά να είναι λεπτομέρειες, αλλά για εμάς εδώ στις μακρινές και εξωτικές περιοχές των συνόρων με τα Σκόπια, δεν είναι καθόλου.
Κλείνω με την περίεργη θέση: «η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια βασική απειλή κατά της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητάς της, τη νεο-οθωμανική Τουρκία. Γι’ αυτό θα πρέπει να κλείσει, χωρίς θεμελιακές υποχωρήσεις, όλα τα δευτερεύοντα μέτωπα...». Υπογράμμισα την πρόταση, η οποία δυστυχώς φοβάμαι ότι αντιφάσκει με τα υποστηριζόμενα περί «σλαβομακεδόνων» και με την θέση: «δεν τίθεται ζήτημα “μακεδονικής γλώσσας” ή “μακεδονικής” εθνότητας», αλλά τελικά τίθεται, αφού συμφωνείτε με την αναγνώριση «σλαβομακεδονικής» γλώσσας και εθνότητος!
Για να κλείσω το θέμα, το σκοπιανό πρόβλημα πιστεύω ότι σίγουρα δεν αντιμετωπίζεται εύκολα. Πέρα από αυτό όμως, εκείνα που πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη είναι αφ’ ενός οι υπάρχοντες συσχετισμοί δυνάμεων και οι πρόσφατες εξελίξεις εντός των Σκοπίων και αφ’ ετέρου τα δεδομένα  τεχνικά και νομικά ζητήματα, που αγνοοούν προφανώς οι διατυπωθείσες θέσεις του ΑΡΔΗΝ και συγκεκριμένα:
1. Η ανακήρυξη στις 18 Οκτωβρίου 2014 της Δημοκρατίας της Ιλλυρίδος, παρά τις πιέσεις που δέχθηκαν οι Αλβανοί των Σκοπίων να την ματαιώσουν και η οποία επέτεινε την αστάθεια και την αβεβαιότητα για το μέλλον (βλ. http://omospondiamakedonon.blogspot.gr/2014/09/blog-post_18.html
2. Όποιος ζητάει αλλαγή του Συντάγματος της ΠΓΔΜ είναι βέβαιον ότι αγνοεί πλήρως την πραγματικότητα και το εύθραυστο αυτού του κρατικού υβριδίου. Οι Σλάβοι των Σκοπίων απέρριψαν μέχρι τώρα οποιαδήποτε πρόταση για την ονομασία, ακόμη και τις πλέον ευνοϊκές (Άνω Μακεδονία, Βόρεια Μακεδονία, Νέα Μακεδονία κλπ) που τους πρότεινε ο «διαπραγματευτής» κ. Νίμιτς για έναν απλό και ουσιαστικό λόγο: Για να υλοποιηθεί έπρεπε να προχωρήσουν σε αλλαγή Συντάγματος, μια απαραίτητη νομική και συνταγματική διαδικασία, στην οποία αντιδρούν λυσσαλέα διότι έβαζε από το «παράθυρο» το μόνιμο αίτημα των Αλβανών να αναγνωρισθούν ως ισότιμη εθνότητα της χώρας, δηλ. αναγνώριση της αλβανικής γλώσσας και διδασκαλία της στα σχολεία, ίδρυση αλβανόφωνου Πανεπιστημίου, ισοτιμία στην επιλογή των ανωτάτων στελεχών στρατού και αστυνομίας και κυρίως εναλλαγή στις θέσεις του Προέδρου Δημοκρατίας και Πρωθυπουργού (Αλβανός-Σλάβος και Σλάβος-Αλβανός αντίστοιχα). Όπως γίνεται αντιληπτό αυτό σημαίνει συγκυβέρνηση. Αυτός ήταν και ο λόγος της ανακήρυξης της «Ιλλυρίδος»:
Να εκβιάσουν την δημιουργία Συνομοσπονδίας μεταξύ της αλβανικής «Δημοκρατίας της Ιλλυρίδος» και της «Σλαβικής Δημοκρατίας» του υπόλοιπου τμήματος των Σκοπίων.
 Κλείνω με μια κριτική του σκεπτικού με το οποίο επιχειρείται να δικαιολογηθούν οι παραπάνω τοποθετήσεις του ΑΡΔΗΝ.
Όπως αναφέρεται: «Θεωρούμε αποφασιστικής σημασίας τη διαμόρφωση ενός βαλκανικού πόλου, στα πλαίσια της Ευρώπης, ως προϋπόθεση για την ανεξαρτησία μας. [...] τόσο η Αλβανία όσο και η Βουλγαρία καραδοκούν για μια πιθανή διάλυσή τους και ενσωμάτωση των Αλβανών και των Σλαβομακεδόνων σε Αλβανία και Βουλγαρία αντίστοιχα. Μια τέτοια εξέλιξη, πιθανότατη μεσομακροπρόθεσμα, θα πυροδοτήσει έναν νέο κύκλο αντιπαραθέσεων στην περιοχή, θα μας φέρει σε αντιπαράθεση με μια φιλοτουρκική «μεγάλη Αλβανία» και μια Βουλγαρία που θα εμφανιστεί, με την υποδαύλιση της Τουρκίας, ως ο νέος φορέας του μακεδονισμού, κλείνοντας και κάθε πιθανότητα επικοινωνίας με τη Σερβία».
Λυπούμαι, αλλά οι παραπάνω τοποθετήσεις είναι στην καλύτερη περίπτωση εντελώς ουτοπικές, πέρα από την σημερινή βαλκανική πραγματικότητα, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα. Εξηγούμαι:
1.      Μετά τις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές της Βουλγαρίας στις 8 Οκτωβρίου 2014 η δύναμη των κομμάτων διαμορφώθηκε ως εξής:
      α. Πρώτο κόμμα, παρά την απώλεια 13 εδρών, ήρθε και πάλι το κεντροδεξιό κόμμα του πρωθυπουργού Μπόϊκο Μπορίσωφ GERB (Πολίτες για την ευρωπαϊκή ανάπτυξη της Βουλγαρίας) με 84 έδρες (σε σύνολο 240),  1,072,491 ψήφους και 32,67%, κάτι σαν την δικιά μας ΝΔ.
     β. Δεύτερο κόμμα ήρθε το κόμμα «Αριστερή Βουλγαρία», το οποίο αυτοπροσδιορίζεται ως σοσιαλδημοκρατικό και που καταποντίσθηκε εκλογικά χάνοντας πάνω από τις μισές έδρες του (45), ενώ πήρε 15,40%, 505,527 ψήφους και 39 έδρες, ένα είδος βουλγαρικού ΣΥΡΙΖΑ με συνιστώσες το Σοσιαλιστικό κόμμα, δύο κομμουνιστικά κόμματα, Οικολόγους, Ρομά κλπ.
     γ. Τρίτο ήρθε το κόμμα της τουρκικής μειονότητας με 14,84% που κέρδισε 2 έδρες, 487.134 ψήφους και εκπροσωπείται πλέον με 38 έδρες.
     δ. Τέταρτο κόμμα ήρθε το νεοεμφανισθέν «Μεταρρυθμιστικό Μπλόκ» με 8,89% και 291.806 ψήφους που απέδωσαν 23 έδρες, ένα είδος ΑΝΕΛ.
     ε. Πέμπτο ήρθε το νεοεμφανισθέν «Πατριωτικό Μέτωπο», ένας συνασπισμός ακροδεξιών κομμάτων, ανάμεσα στα οποία το πλέον σημαντικό είναι το περιβόητο Βε.Με.Ρ.Ο. (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση), που διεκδικεί τα Σκόπια ως πρώην βουλγαρική επαρχία. Έλαβε 239.101 ψήφους (7,28%) και 19 έδρες.
     στ. Έκτο ήρθε το νεοεμφανισθέν λαϊκιστικό συντηρητικό κόμμα «Βουλγαρία χωρίς λογοκρισία» με 186.938 ψήφους (5,69%) και 15 έδρες.
     ζ. Έβδομο ήρθε το ακροδεξιό κόμμα Ατάκα (=Επίθεση) που έχασε πάνω από τις μισές του έδρες (-12), λόγω διαρροών προς το «Πατριωτικό Μέτωπο» με 148.262 ψήφους (4,52%) και 11 έδρες και τέλος,
     η. Όγδοο κόμμα ήρθε το επίσης νεοεμφανισθέν «Εναλλακτική για την βουλγαρική αναγέννηση», το κόμμα του προηγούμενου Προέδρου της Βουλγαρίας Γκιόργκι Παρβάνωφ, που αποχώρησε από το Σοσιαλιστικό Κόμμα και ίδρυσε δικό του. Έλαβε 136.223 ψήφους (4,15%) και 11 έδρες.
Συνολικά ψήφισαν 3.500.000 άτομα περίπου (51% συμμετοχή), από τους εγγεγραμμένους ψηφοφόρους (6.858.304). Αξίζει να σημειωθεί ότι η Βουλγαρία έχει τρομακτικό δημογραφικό πρόβλημα και ο σημερινός πληθυσμός ανέρχεται σε μόλις 7,5 εκατομ. από τα οποία πάνω από 1 εκατομ. είναι Τούρκοι και Ρομά, τους οποίους οι Βούλγαροι μισούν παθολογικά.
Μετά τα παραπάνω θεωρώ ότι είναι μάλλον ευσεβής πόθος η προσδοκία για συμμετοχή της Βουλγαρίας σε κάποιον «Βαλκανικό πόλο». Με ποιούς άραγε από τους προαναφερθέντες θα μπορούσαμε, όχι να συνεργαστούμε, αλλά έστω να συζητήσουμε;
2.      Στην Σερβία η κατάσταση δεν είναι διαφορετική. Στην πολιτική σκηνή κυριαρχεί το κεντροδεξιό «Σερβικό προοδευτικό κόμμα» του Πρωθυπουργού Αλεξ. Βούτσιτς, αμερικανόφιλου και ευρωπαϊστή, που κατέχει τις 131 από τις 250 έδρες του κοινοβουλίου, ενώ δεύτερο με μόλις 25 έδρες είναι το κεντροαριστερό Σοσιαλιστικό κόμμα και τρίτο το κεντρώο «Δημοκρατικό κόμμα» με 17 έδρες. Από εκεί και πέρα ακολουθεί το χάος με άλλα 13 (!) κόμματα που αντιπροσωπεύονται στο κοινοβούλιο και διαθέτουν από 1 έως 12 έδρες. Είναι χαρακτηριστικό ότι το τέταρτο κόμμα που έχει τους 12 βουλευτές που προαναφέραμε, δεν είναι άλλο από το «Κόμμα των συνταξιούχων»!
3.      Με τους Αλβανούς, που στην μεγάλη τους πλειονότητα και διακομματικά οραματίζονται την «Μεγάλη Αλβανία», ποιές είναι οι πιθανότητες για συνεργασία και συμμετοχή στον «πόλο»; Μάλλον μηδαμινές. Και να μη ξεχνάμε ότι η Αλβανία εξελίσσεται με γοργούς ρυθμούς σε προτεκτοράτο της Τουρκίας. Η μόνη προσέγγιση επομένως που μπορεί να γίνει είναι η προσωρινή συνεργασία μας για τα προβλήματά τους με τα Σκόπια με αντάλλαγμα ίσως την επέκταση της ελληνικής μειονοτικής ζώνης στην Χειμάρρα και την Κορυτσά.

Τα παραπάνω δεν είναι μόνον δικές μου απόψεις, αλλά πιστεύω ότι τις ασπάζονται με διάφορες παραλλαγές πολλοί συνέλληνες.
Χωρίς να κάνω τον ειδικό ή τον παντογνώστη, παρουσίασα τους παραπάνω προβληματισμούς μου με στόχο να γίνει μια ουσιαστική συζήτηση, χωρίς ιδεοληψίες ή ευσεβείς πόθους, ώστε να δούμε τα πράγματα με τις σωστές τους διαστάσεις, μήπως καταλήξουμε σε μια ευρύτερα αποδεκτή πρόταση.

Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης


Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

Ο ευτελισμός της παράδοσης

Ένα κείμενο-καταγγελία για όσα συμβαίνουν σε μια άλλη περιοχή της χώρας σε σχέση με τα πανηγύρια που έχουν μετατραπεί σε εμπορικές επιχειρήσεις. Να το μελετήσουμε προσεκτικά ώστε να αποφύγουμε τα ίδια λάθη.
Της πανηγύρεως ο “βιασμός”
«Η παράδοση δεν είναι μια κούφια λέξη στο στόμα δασκάλου. 
Είναι το καταστάλαγμα σοφίας αιώνων. Για να μη χαθούμε ακουμπάμε στην παράδοση. Είναι δέντρο με βαθιές ρίζες και καθιερωμένες αξίες»
Κώστας Μπαλάφας

Γράφει ο Κίτσος ο Αθαμάνας

Η πιο κακοποιημένη λέξη, χωρίς περιστροφές και υπονοούμενα, -αν εξαιρέσει κάποιος τη λέξη “μεταρρύθμιση”- είναι η λέξη παράδοση.  Και κατά σύμπτωση αυτή η “παράδοση” (αυτό το είδος) ανθεί το καλοκαίρι. Μαζί με την καλοκαιρινή ραστώνη, μακριά από το Αυγουστιάτικο καύμα που ξεροτσιουτσιουρίζεσαι στο Αθηναϊκό καμίνι, στα χωριά, κάτω από τα πλατάνια, τα ελάτια και τα δασόσκιωτα ισκιώματα, -πέρα από τα καθιερωμένα- στήνονται και έκτακτα πανηγύρια, όπου αχολογούν οι ρεματιές από την κλαρινόπληκτη Ιτιά και τον παραπονιάρη Σελήμπεη. 
Κι όλα αυτά  τα ονομάζουμε παράδοση!  Τακτικά και έκτακτα πανηγύρια αποκτούν και τον προσδιορισμό του  “Παραδοσιακού”. Το παραδοσιακό πανηγύρι τ' Άι 'Λιος, της Αγίας Παρασκευής, της Παναγίας και πάει λέγοντας. Τα σουβλάκια των 80 ή 60 γραμμαρίων -ανάλογα με το φιλότιμο των διοργανωτών-, τα νάιλον τραπεζομάντιλα, οι πλαστικές καρέκλες, οι μπίρες Ουαλίας, όλα αυτά συμφυρόμενα με  τους ήχους του “παραδοσιακού άσματος” “πώς χορεύουν τα καγκέλια”, καθαρή συνέχεια του ντιπιντάει,  ντιπιντάει,ντιπιντάει, συνθέτουν το παραδοσιακό τζέρτζελο των πανηγυριών. 

Κι ας μην βιαστεί κάποιος/α να με αποκαλέσει “οπισθοδρομικό”, “αποστεωμένο”, “συντηρητικό”, “ζώντας μακριά από την πραγματικότητα”. Ξέρω πως η παράδοση λειτουργεί ως ζωντανός οργανισμός. Προσλαμβάνει, Αποβάλλει, Μεταπλάθει, νέα παραδοσιακά στοιχεία προκειμένου να ανταποκριθεί στις ...απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας.  Κι αυτή η σύγχρονη πραγματικότητα δεν αφορά  το φαρμάκι που μας πότισε -άδολα πολλές φορές- το μελαχρινάκι ή και οι απειλές του εκασταχού καψούρα: 
Κάτω απ' το σπίτι του θα 'ρθω και θα σε πάρω μακριά του
Δε σ' αγαπάει όπως εγώ τι θέλεις μες στην αγκαλιά του.
Κάτω απ' το σπίτι του θα 'ρθω και δε με νοιάζει τι θα γίνει
Πες του δε σ' αφήνω δε θα φύγω τίποτα όρθιο δε θα μείνει... 
Κι όλα αυτά ενίοτε γίνονται με τη συμμετοχή, τη διοργάνωση ή και την ανοχή διάφορων πολιτιστικών συλλόγων, αρκούντως χρηματοδοτούμενων από τους Δήμους, ανάλογα φυσικά με το «κονέ» κάθε Προέδρου και κάθε παράγοντα. 
“Ήμουνα νιος και γέρασα κι ασπρίσαν τα μαλλιά μου”. Και τα μαλλιά μου άσπρισαν και την παράδοσή μας την μαύρισαν...  Γιατί η παράδοση έχει ασφαλώς σχέση με τον πολιτισμό. Και πολιτισμός είναι η νίκη κατά των αδυναμιών του ανθρώπου. Μια από τις αδυναμίες είναι και η ψυχαγωγία. Τα πανηγύρια, εκτός των άλλων υπηρετούσαν και αυτό το σκοπό. 
Υπηρετούσαν... Δεν υπηρετούν. Εξυπηρετούν. Με μικρές φωτεινές εξαιρέσεις τα πανηγύρια κατάντησαν  “αιτία κονόμας” και μέθοδος απόκτησης κέρδους. 
Κι ας  φωνάζουν, όσοι έζησαν και υπηρέτησαν σ' όλη τη ζωή τους την παράδοση. 
«Παράδοση και τραγούδι τα καλύτερά μας όπλα», «χωρίς όπλα μπορεί να πολεμήσαμε, αλλά χωρίς τραγούδια ποτέ», «να μην αφήσουμε τη γενιά μας, τις επόμενες γενιές να ορφανέψουν από την παράδοση».

Με απόλυτο σεβασμό στην παράδοση διοργανώνει κάθε χρόνο η Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδας το πανηγύρι στο Θέατρο της Πέτρας

Ο χορός, ο πανηγυριάτικος είναι η εκδήλωση της ενδιάθετης βούλησης κάθε χορευτή. Το τραγούδι που είναι τέχνη, άρα  και  πνευματική μεταστοιχείωση της πραγματικότητας, -“αποτύπωση” συναισθημάτων σε καλλιτεχνική μορφή-, παίρνει, δυστυχώς,  άλλη, σαθρή και ενίοτε βλακώδη διάσταση. 
Προκειμένου να εξαρθεί «κοσμολογικά» η γυναικεία ομορφιά στο δημοτικό τραγούδι τότε συγκρίνεται με τα δυο άστρα. Ήλιο και Φεγγάρι. 
Εσύ είσαι ένας ήλιος, 
φεγγάρι λαμπερό, 
που θάμπωσες το φως μου
και δεν μπορώ να διω.
Να δούμε και τα εμπορικά κατασκευάσματα:
Λάι, λάι, λάι, λάι, λάι, λάι, λάι, λάι, λάι, 
λάι, λάι, λάι, λάι, λάι, λάι, λάι, λάι, λάι.
Αγαπώ ένα μωρό, 
νταχτιρντί, νταχτιρντί και πω πω πω, 
τ’ αγκαλιάζω, το φιλώ, το φιλώ, το φιλώ.
Παίζονται, ακούγονται και χορεύονται αβέρτα στα πανηγύρια μας... 
Εκεί, κάτω από τους ήχους της ηλεκτρικής κιθάρας, του αρμόνιου, του ντραμς κ.ο.κ.,  σε μια ατμόσφαιρα τσικνισμένη πανταχόθεν, έτσι ώστε να δημιουργηθεί το “πανηγυριάτικο νέφος”, αμπ'δάν  αρκουδοειδώς, αφού κατευθύνονται ρυθμικά και “μελωδικά” από το άσμα:  
“Κούκλα μου μην επιμένεις, σε παρακαλώ, 
άλλα χείλη γυναικεία δεν ξαναφιλώ.
Τα δυο χείλη μου μου τα στέγνωσες, 
τη ζωή μου εσύ μου τη ρήμαξες”.
Ξέχασα να αναφέρω πως τελευταία εν εξάρσει βρίσκεται και η πρακτική της απονομής βραβείων. 
Μοιραστήκανε με το τσουβάλι οι βραβεύσεις στις φετινές καλοκαιριάτικες πολιτιστικές εκδηλώσεις στα χωριά μας. Επαΐοντες και μη, καθώς και διάφοροι επιτήδειοι ...''σωτήρες'', πήραν το βραβείο τους, για την «προσφορά» τους, κύρια της ...επιδοτούμενης “διατήρησης” της παράδοσής μας ...

«Γιατί η παράδοση έχει αξία μονάχα όταν δεν στηρίζεται στην αναπαράσταση, αλλά στην καθημερινή και δίχως επιτήδευση ζωή μας.» Μάνος Χατζηδάκης
[...]

Φούσκωσαν τα Τζουμέρκα από Βραβεία. Εγώ βραβεύω, εσύ βραβεύεις, αυτός βραβεύει… Ποιος, ποιοι, ποιον, ποιους; Μα φυσικά όλους τους (έν) ασχολούμενους με την παράδοση. Το βραβείο μπορεί να είναι και ένας τρόπος αυτοεπιβεβαίωσης, ύπαρξης, με την έννοια της διδασκαλίας του Σαρτ. Σε βραβεύω, με βραβεύεις, άρα συνυπάρχουμε… Κι αφού συνυπάρχουμε, έστω και «παραδοσιακά»- ενίοτε δίνουμε και απάντηση στα υπαρξιακά κενά και αδιέξοδά μας. Τα σφραγίζουμε, βάζουμε βουλοκέρι με άλλο υλικό. Εκ παραδόσεως ορμώμενο. Καλυπτόμαστε, καλυφτήκαμε και του χρόνου να είμαστε καλά. Μακράς διάρκειας ή μακράς απόδοσης κάλυψη παρέχει η παράδοση. 
Υπήρξε «παραδοσιακή βραδιά» που βραβεύτηκαν δεκαοχτώ άτομα από έναν ιδιώτη. Μπουχτίσαμε στα βραβεία...
Και μετά βάρεσαν τα κλαρίνα, αμπ’δήσαμε και λίγο, ήπιαμε και τον άμπακα, που έλεγε και η γιαγιά μου και πήγαμε και ξεραθήκαμε στα κρεβάτια μας. Την άλλη μέρα, να τα ματζούνια (παραδοσιακά, βεβαίως-βεβαίως), να τα τσάγια του βουνού, από υψόμετρο παρακαλώ, να τα έμπλαστρα κατακούτελα, παγοκύστες κλπ… και το χειρότερο, αβέρτα ο εξάψαλμος. «Τα ξέρω εγώ, δεν είσαι για πουθενά… Εμένα μ’ έφαγε το σπίτ’. Εσύ γκιζεράς ..»
Κι αν τολμήσεις να διαφωνήσεις δεν σε ξεπλένει ούτε ο Άραχθος κατεβασμένος.
Για σιγά όμως. Κάπου ακούω τη φωνή του Παλαμά.
«Κάλλιο φυτρώστε, αγκριαγκαθιές, και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκώστε, πόταμοι και κάλλιο ανοίχτε τάφοι,
και, δυναμίτη, βρόντηξε και σιγοστάλαξε αίμα,
παρά σε πύργους άρχοντας και σε ναούς το Ψέμα».
Και είναι φωνή, ατόφια ελληνική, γνήσια και ορθή!
Αν είναι να χτίσουμε πύργους ή να λειτουργήσουμε ναούς, θρονιάζοντας εκεί μια ψεύτικη παράδοση, δεν χρειάζεται! Κακό κάνουμε. Κάτι παραπάνω. Είμαστε ιερόσυλοι!
«…φυτρώστε, ουρλιάστε, φουσκώστε…»
Πληθυντικός αριθμός. Πολύ σωστά, γιατί η λαϊκή παράδοση περιλαμβάνει το σύνολο των έργων ή δραστηριοτήτων που εκφράζουν το λαό της και χαρακτηρίζεται από την ανωνυμία και τη συλλογικότητα.
Με εξαίρεση φωτεινές περιπτώσεις, αν τη βρει κανείς αυτή τη συλλογικότητα, «να μού σφυρίξει κλέφτικα». Η παράδοση «φορτώνεται» από την πρωτεύουσα και μεταφέρεται, όπου δει ή μάλλον όπου «οικονομεί». Και βεβαίως, να τα νταούλια, να οι καραγκούνες, να και τα αμπδήματα που θα έλεγε και η γιαγιά μου. Και έτσι πιστεύουμε ότι υπηρετούμε την παράδοση. Θα έρθουν οι άρχοντες, θα χειροκροτήσουν οι αρχόμενοι, θα εκδοθεί και δελτίο τύπου που θα αναφέρει ότι ο τάδε ή η τάδε πολιτικός παρευρέθη (ειδησάρα!!!). 
«Οι άνθρωποι αυτοί της εξουσίας δεν παίζονται. Είναι βά ρ β α ρ ο ι! μας έχουν σκάσει τη μπάκα!».  Φωνή απόγνωσης ανθρώπου, γνώστη και αληθινού εργάτη της παράδοσης.
Αυτά, και να ‘μαστε καλά να πάμε και σε άλλη παραδοσιακή βραδιά. 
Η συνέχεια; Επιχορήγηση… Αυτό κι αν είναι πονεμένη ιστορία…
Για να σοβαρευτούμε. 
«Ένα μέρος του παρελθόντος πεθαίνει κάθε στιγμή και η θνησιμότητά του μας μολύνει, αν προσκολληθούμε σ' αυτό με υπερβολική αγάπη. Ένα μέρος του παρελθόντος μένει πάντα ζωντανό και κινδυνεύουμε καταφρονώντας τη ζωντάνια του». Rex Warner.
Και συνέχιζε ο Σεφέρης: 
«Σε κάθε ανθρώπινο πρόβλημα δεν είναι εύκολο -και λίγοι το πετυχαίνουν- να ξεχωρίσεις το ζωντανό από το θνησιμαίο. Οι δρόμοι της ζωής και του θανάτου είναι μπερδεμένοι και σκοτεινοί, γι' αυτό χρειαζόμαστε ολόκληρη την προσήλωσή μας. Εδώ κείται όλο το πρόβλημα της παράδοσης».
Τουτέστιν μεθερμηνευόμενα μπορούμε να πούμε πως τα παραδοσιακά στοιχεία διακρίνονται σε θνησιγενή και ζωντανά. Θνησιγενή είναι όσα (έχουν το θάνατο μέσα τους), λειτούργησαν αλλά πλέον δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας. Αυτά αναγκαστικά παίρνουν μουσειακή μορφή, για να συντηρείται η ιστορική μνήμη. (Αυτοί είμαστε, έτσι έζησαν οι πρόγονοί μας κλπ). Υπάρχουν όμως και τα ζωντανά παραδοσιακά στοιχεία, όσα δηλαδή προσαρμόζονται στις σύγχρονες ανάγκες.
Με δυο λόγια το θέμα μας είναι:
«Υπάρχει στον καιρό μας μια υπερβολική και αυθαίρετη χρήση της έννοιας παράδοση. Δημιουργούμε παραστάσεις και αποτυπώνουμε τις έγχρωμες φωτογραφίες στη μνήμη των προγόνων μας. Μπερδεύουμε τους Ήρωες και το περιεχόμενό τους και τους κάνουμε να ζουν δισδιάστατα όπως στον Καραγκιόζη ο Μέγας Αλέξανδρος με τον Βεζύρη. Και οι δυο μεγαλόπρεποι και συμπαθείς. Μας εκστασιάζει ο τσάμικος μέσα σε ντισκοτέκ. Είμαστε σε θέση λοιπόν να βρούμε την αληθινή ροή μας μες στους καιρούς που έρχονται, για να δεχθούμε κάποτε μια οδυνηρή πραγματικότητα σαν την μόνη αλήθεια; Ποιά είναι τα ηθικά στοιχεία μέσα απ’ την παράδοση για να τα συλλέξουμε και πως θα επιτευχθεί η απόρριψη του γραφικού;» Μάνος Χατζιδάκις

Αυτά τα λόγια του Μάνου Χατζηδάκη αν τα ενστερνιστούμε, πιστεύω πως θα δώσουμε τη σωστή απάντηση στα πολιτιστικά δρώμενα στα Τζουμέρκα και θα αποτρέψουμε κάθε οικονομική και πολιτική εκμετάλλευση των πολιτιστικών δραστηριοτήτων μας κατά τους καλοκαιρινούς μήνες...
Γιατί, πώς αλλιώς να το πούμε; Μ' αυτά και μ' άλλα γίνεται κάθε καλοκαίρι “της πανηγύρεως ο βιασμός”.  Αιδώς...  




Αρχαία Μακεδονία

Αρχαία Μακεδονία