Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μοτοσυκλέτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μοτοσυκλέτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Νοεμβρίου 03, 2008

Μια βραδιά στην πόλη σου....νο2

Η πόλη σου με μάσησε για μερικές μέρες, και με έφτυσε σαν κουκούτσι.
Πρέπει να ομολογήσω πως η διαδικασία του μασήματος δεν ήταν και τόσο επίπονη. Αν μη τι άλλο πήρα και τη χαρά να ζήσω του στίχους ενός από τα αγαπημένα μου τραγούδια. Το θυμάσαι εκείνου του Βαγγέλη Γερμανού?

«Παίρνω σβάρνα τα στενά τα στενά,
μόνος με τη μηχανή,
μα δεν βρίσκω πουθενά,
κάτι να με συγκινεί.

Θα’θελα να’χα φτερά,
Σαν του δαίδαλου γερά,
Να πετάξω σαν πουλί,
Μόνος με τη μηχανή.

Κλπ.κλπ βέβαια. Πόσο καλά τα έλεγε. Γιατί είναι πάντα κάποιος άλλος που γράφει το τραγούδι που σε εκφράζει καλύτερα? (Καημός…)

Ένα μόνο πράγμα ήθελα. Να γίνω ο ιππότης σου πάνω στο άσπρο (μαύρο…) άλογο μου, να σε σώσω. Δεν το κατάφερα. Αρκούμαι να ξέρω ότι οι στιγμές που περάσαμε μαζί ήταν μια ανάσα για σένα. Ανάσα. Αυτή η λέξη ξεφυτρώνει συνεχώς όταν βρίσκομαι κοντά σου. Μια ανάσα από τα μαλλιά σου .Μια ανάσα μουσικής στο μπαρ. Μια ανάσα ζωής για σένα, και μια για μένα. Μια ανάσα που βάστηξα όταν έφυγες από κοντά μου και που τώρα νιώθω πως μπορώ να αφήσω. Για να πάρω μιαν ακόμα εννοείται.

Θα χαρείς αν σου πω πως μου έδωσες πίσω κάτι που νόμιζα ότι είχα χάσει?

Φανάρι το φανάρι, προχωράω μέσα στην πόλη σου. Βάζω στόχο τα κόκκινα φώτα και χώνομαι ανάμεσα τους. Ενίοτε ανοίγω ανοίγω κι λίγο παραπάνω το γκάζι γιατί ξέρω πως σου αρέσει. Τώρα ξέρω πως σε έχω ξανασυναντήσει κι άλλες φορές μα είχες άλλα ονόματα τότε. Την πρώτη φορά σε λέγαν Ειρήνη και τη δεύτερη Μαρία. Την τρίτη Ελένη…
Την πόλη σου θα την αφήσω αύριο. Θα τριγυρίσω λίγο στο λαβύρινθο της για τελευταία φορά όπως κάνω πάντα. Μπορεί να την αφήσω να με φιλέψει και ένα τελευταίο καφέ. Μα αργά η γρήγορα οι δρόμοι θα πλατύνουν, και τα σπίτια θα αραιώσουν. Οι ταχύτητες θα ανεβούν και τα τοπία θα θολώσουν. Εγώ και η μηχανή για λίγο θα γίνουμε ένα και θα με πάρει μακριά σου…

Θα ξανάρθω
Ραντεβού στη μαγική σου τη γωνιά. Θα είμαι εκεί με το άσπρο μου άλογο. Να ταξιδέψουμε και πάλι μαζί. Όπου θες εσύ.

Γειά.

ΥΓ. Στο βιβλίο που ξεκίνησα να γράφω ο ήρωας συζεί με δύο γυναίκες. Τη μία τη λένε Χαρά και την άλλη Ευτυχία… Μόνο που δεν μπορώ να καταλήξω στο όνομα αυτού. (Το Έρωτας θα ήταν χαζό, μα το άλλο που σκέφτηκα ήταν το Θάνατος. Εσύ τι λές??)

Σάββατο, Νοεμβρίου 01, 2008

2000 χειμωνιάτικα χλμ με λίγο violent femmes στην μέση...

Έξω ένας εντυπωσιακά μεγάλος και γαλανός ουρανός, προσπαθεί να με εντυπωσιάσει. Μέσα στο καράβι, καθισμένος, νιώθω εκείνο το σφίξιμο της προσμονής λίγο πριν I hit the road. Τα σύννεφα, που τόσο μου αρέσει να φωτογραφίζω, κάνουν την απουσία τους αισθητή. Βαστιούνται στις άκρες του ορίζοντα, κάνοντας θαρρείς στην άκρη για να περάσουμε. Γυρνώ και κοιτάζω από το παράθυρο και εκεί που υπήρχε ανοιχτή θάλασσα, είναι τώρα ένα νησί. Καλυμμένο από πράσινο χορτάρι και καφετιούς ξερούς θάμνους, και στολισμένο με μια κορδέλα άσπρου βράχου γύρω-γύρω. Πάει καιρός που έγραψα. Αναρωτιέμαι τελικά αν οι μικρές εξορμήσεις - βλέπε δραπετεύσεις - είναι αυτές που δίνουν καύσιμο στην ώθηση για γράψιμο που ένιωσα τον τελευταίο καιρό. Το ταξίδι ξεκινά ξανά.

Πίσω στο νησάκι, που παρεμπιπτόντως δεν φαίνεται πια, πετούν φαντάζομαι ακόμα γλάροι. Αναρωτιέμαι αν νιώθουν και αυτοί αγουροξυπνημένοι όπως ο μπάρμαν που μου έδωσε τον πρώτο μου, για σήμερα, καφέ.. Είχε εκείνο το σοβαρό ύφος που έχουν συχνά οι άνθρωποι νωρίς το πρωί. Όταν αισθάνονται πως το πρόσωπο τους κρέμεται απλώς πάνω στο κεφάλι τους, βαρύ, κοιμισμένο. Μπαίνοντας στο καράβι, με την πλήρη μου εξάρτιση και τη μηχανή φορτωμένη τα του ταξιδιού, αισθάνθηκα ξανά εκείνο το κάπως ηρωικό feeling. Θαρρείς τα μαύρα προστατευτικά ρούχα που φορώ για να κοροϊδέψω τον κρύο με μεταμορφώνουν σε κάποιον από τους σούπερ-ήρωες για τους οποίους με τόση μανία διάβαζα μικρός. Κάτι μεταξύ του Silver Surfer και του Batman φαντάζομαι...

Το καράβι είναι σχετικά άδειο, και κοντά μου κάθεται μια παρέα νεαρά παιδιά, οι οποίοι ήσυχα κουβεντιάζουν για το επικείμενο ταξίδι τους. κάποιος από αυτούς μάλλον πάει φαντάρος γιατί ένας από τους άλλους του δίνει συμβουλές και τον προετοιμάζει. Δίπλα ένας κύριος κάθεται και χαζεύει ένα σημείο στο πάτωμα ανοιγοκλείνοντας γρήγορα τα μάτια του. Κι άλλος που προσπαθεί να ξυπνήσει. Αντίθετα εγώ σχεδόν δεν κατάφερα να κοιμηθώ όλη νύχτα. Η προσμονή του ταξιδιού με κρατούσε σε εγρήγορση.

Ο ήλιος μόλις διάλεξε να κάνει την εμφάνιση του. Αν και δεν φαντάζομαι πως είχε και άλλη επιλογή. Κάνω έν διάλειμμα να σκουπίσω τα γυαλιά μου, κλασσική δικαιολογία, για όταν αρχίζεις να μένεις από πράγματα να γράψεις. Από το παράθυρο (φιλιστρίνι είναι το ξέρω αλλά δεν έχει το σωστό σχήμα ούτε μέγεθος) φάνηκε η πρώτη σημαδούρα του διαύλου. Πρέπει να αρχίσω να ετοιμάζομαι , τώρα πέρασε και η δεύτερη. Το καράβι πάει αργά τώρα κι οι κραδασμοί του μου κουνάνε την οθόνη.


Θα τα ξαναπούμε σε λίγο....

Το λίγο τελικά, δεν ήταν και τόσο λίγο...

Η διαδρομή προς Αθήνα καλή, και αρκετά γνώριμη πια. Αυτό που δεν ήταν και τόσο γνώριμο ήταν το κρύο. Εντός μισής ώρας, τα χέρια νιώθουν σαν να καίγονται από το κρύο. Έψαχνα με μανία να βρώ ένα καφενείο ανοιχτό μπας και ζεσταθώ αλλά τίποτα. Τελικά έκανα υπομονή μέχρι την Πρέβεζα όπου και μια στάση για να δω φίλους μου έσωσε τα δάχτυλα. Κάπου εκεί πήρα και την απόφαση να βάλω τα θερμαινόμενα σκριπ. Σύντομα...
Συνεχίζοντας μετά από καφέ, βγήκα ξανά στην Εθνική. Όλα μια χαρά, κάποια στιγμή σταμάτησα για βενζίνη και ανακάλυψα το βενζινάδικο με το πιο loud καζανάκι στην Αιτολωακαρνανία. Βγαίνοντας από την τουαλέτα ένιωθα τα μάτια όλων επάνω μου! Το καζανάκι είχε βροντοφωνάξει το υγρό και δυνατό του μήνυμα: «Αυτός που βγαίνει τώρα μόλις ΚΑΤΟΥΡΗΣΕΕΕΕ!!!!! Και μορεί και να ΕΧΕΣΕΕΕΕΕΕ!!!!!!
Περνώντας το Ευηνοχώρι, θυμάμαι πως εκεί κοντά είναι και το μαγαζί που σταματάω πάντα για μια μπουκιά και ένα καφέ. Σταμάτησα και αυτή τη φορά για φαί και καφέ. Πιάσαμε την κουβέντα και προέκυψε ότι έχει και συγγενείς στην Κέρκυρα. Μικρός που είναι ο κόσμος. Μερικά χιλιόμετρα παρακάτω, βρίσκομαι πίσω από ένα αυτοκίνητο, όταν ξαφνικά βλέπω να πετάει κάποιος από το παράθυρο ένα άδειο μπουκάλι. Το έχω δει τόσες φορές μα ακόμη δεν μπορώ να το συνηθίσω. Γιατί ρε γαμώτο? Δεν μπορούν να έχουν μια σακούλα να βάζουν τα σκουπίδια? Η να περιμένουν να βρουν ένα κάδο? Το ξέρω πως μάλλον θα πάω μακριά την κουβέντα, αλλά θεωρώ πως είναι ένδειξη της έλλειψης στοιχειώδους παιδείας αλλά και της αδιαφορίας που μας χαρακτηρίζει ως λαό. Ζαμανφουτισμός. Και οι άκρες των εθνικών δρόμων μοιάζουν με χωματερές. Ωχ αδερφέ, αν δεν το ρίξω εγώ θα το ρίξει κάποιος άλλος…
Τελικά βρήκα και ένα κόλπο για να ζεσταίνω τα χέρια μου. Σταματάω κάθε φορά που δεν αντέχω άλλο το κρύο και τα ζεσταίνω πάνω στην εξάτμιση. Κάποια στιγμή έφτασα στον Πειραιά. Εκεί τρόμαξα για μια στιγμή ότι έχω πάθει κρυοπάγημα μια και δεν μπορούσα να λυγίσω τον αντίχειρα μου. Κατέβηκα Καστέλλα, βρήκα τους φίλους μου, πήγαμε για φαγητό και πέρασαν όλα…

Την επόμενη μέρα είχα να πάω σε ένα επαγγελματικό σεμινάριο. Έτσι είχα την ευκαιρία να επισκεφτώ το Κεφαλάρι, μια περιοχή κάτω από το όρος Πεντελικόν. Στα στενά του σοκάκια, σπίτια από άλλη εποχή, μου θύμιζαν τα προσφυγικά όπως το πατρικό μου. Μερικοί δρόμοι παρακάτω η κατάσταση αλλάζει και παίρνει έναν αέρα αριστοκρατικό. Αποκορύφωμα, το ξενοδοχείο όπου πήγαινα για το σεμινάριο, χλιδάτο μιας άλλης εποχής…
Το ίδιο βράδυ επισκέφτηκα το καινούριο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ που έχει και café στον όροφο. (ΠΡΟΣΟΧΗ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΜΗ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΟΡΘΟ ΣΧΟΛΙΟ…) Εκεί λοιπόν γνώρισα ένα μάτσο κούκλες, σερβιτόρες και μπαργουίμεν, και έμαθα πως ξεχωρίζουν τους φανατικούς άντρες από τους μη φανατικούς που συχνάζουν εκεί. Το μυστικό παίδες είναι ο ΦΡΑΠΕΣ! (το τελικό ς έχει σημασία και αυτό…) Έτσι λοιπόν αν σας βγάλει ο δρόμος στον Ιανό (Σταδίου 24) σας συνιστώ να πάτε στο καφέ και να παραγγείλετε φραπέ! Έτσι εγγυημένα θα έχετε την προσοχή από τουλάχιστον 5-6 κούκλες ξανθιές, μελαχρινές και καστανές… Η φίλη μου που δουλεύει εκεί λέει πως μόλις πέσει παραγγελία φραπέ, τρέχει μέσα στην κουζίνα και λέει «Κορίτσια, σύρμα, ήρθε άντρας!!»

Το ίδιο βράδυ, πήγαμε σε ένα ωραίο bar στο Κολωνάκι, το Low Profile. Ξέρεις πως μπαίνεις κάπου καλά, όταν το τραγούδι που παίζει εκείνη τη στιγμή, σου είναι γνωστό και σου αρέσει…

Το κείμενο θα συνεχιστεί σύντομα...

Παρασκευή, Οκτωβρίου 31, 2008

μια βραδιά στην πόλη σου...

Περπατούσα. Κρατούσα το κεφάλι μου ψηλά και κοίταζα δεξιά και αριστερά. Γύρω μου και μπροστά μου ορθώνονταν ψηλά γερασμένα κτίρια, ακίνητοι παρατηρητές μιας ασυνήθιστα σκληρής για μένα πραγματικότητας. Διέσχισα μια πλατεία σχεδόν άδεια, γεμάτη μόνο πουλιά που παραμέριζαν για να περάσω. Στο βάθος ένας νεαρός πατέρας φωτογράφιζε την μικρή του κόρη, μια μικρή τρελή νεράιδα που χόρευε με τα περιστέρια. Ένας τρελός που έδιωχνε ανύπαρκτες μύγες συμπλήρωνε την εικόνα…
Πέρασα απέναντι, μήπως τα πράγματα φαίνονταν καλύτερα από την άλλη πλευρά του δρόμου. Άδικος κόπος. Κατηφόρισα την οδό της πόλης σου και στάθηκα στη γωνία περιμένοντας την λύτρωση. Εμφανίστηκε με την μορφή ενός αγγέλου, με μάτια πρησμένα από το κλάμα. Στα χέρια του κρατούσε μια ψυχή βγαλμένη. Ματωμένη.
Οδηγούσα. Ένιωθα τον αέρα στο πρόσωπο μου να προσπαθεί να με καθαρίσει. Τον βοήθησα ανοίγοντας κι άλλο το γκάζι. Το μουγκρητό της μηχανής γέμισε πρόσκαιρα το κενό μέσα μου. Βρήκα το δρόμο εύκολα. Μήπως όμως προτιμούσα να είχα χαθεί? Στην πόλη σου μέσα, βαθιά. Μερικές γωνιές της με τρομάζουν, μα τις προτιμώ από τον τρόμο που νιώθω όταν κοιτώ μέσα στα άδεια σου μάτια. Τον τρόμο που νιώθω όταν βλέπω τα παιδιά της να ζητιανεύουν στα καφενεία, και στους πεζόδρομους. Διαπιστώνεις πως μ’ αρέσει η πόλη σου. Το καταλαβαίνεις από την ανέμελη διάθεση μου για περιπλάνηση μέσα της. Δεν ξέρεις πως η ανεμελιά μου οφείλεται στα χέρια σου γύρω από την μέση μου, στην μυρωδιά των μαλλιών σου, στην πίεση που ασκεί το σώμα σου πάνω στο δικό μου σε κάθε απότομο φρενάρισμα…
Καθόμουν. Στην οθόνη φάκελοι πετούσαν από τη μια μεριά στην άλλη μεταφέροντας κομμάτια ζωής, ψυχής, προσωπικής ιστορίας με καλή διάθεση. Τα μπλουζ αγκάλιαζαν τον χτύπο της καρδιάς μου και τον ηρεμούσαν. Έξω η νύχτα ήδη σκέπαζε την πόλη με εκείνο το αίσθημα αιώνιου ξημερώματος που μόνο εδώ έχω ζήσει. Έστριψα ένα τσιγάρο ακόμα και θυμήθηκα την αθώα χαρά στα μάτια σου, την πρώτη φορά που με είδες να χρησιμοποιώ το μικρό μηχάνημα που τα στρίβει ωραία και ίσια. Ήθελες να το δοκιμάσεις και σε πήγα βήμα-βήμα μέχρι που το πρόσωπο σου φώτισε περισσότερο ακόμα. Τώρα, ένα πράγμα ακόμα από τη ζωή μου , που άγγιξες με την παρουσία σου, θα γεμίσει με μια άλλη σημασία. Νιώθω άβολα, κάτι σαν μετανιωμένο βαμπίρ. Βλέπω να αδειάζει το χρώμα από τη ζωή σου στάλα με τη στάλα. Μόνο που το στάζεις, το χρώμα, πάνω στη δική μου, στα πράγματα μου, στα χέρια μου, στο μυαλό μου, στην καρδιά μου…
Κοιμόμουν. Μέσα στο όνειρο μου ξύπνησα. Και ήμουν μέσα στον εφιάλτη σου. Θύμωσα με τον εαυτό μου γιατί ήθελα να σε ξυπνήσω αλλά δεν μπορούσα να κουνηθώ. Η μορφή σου διαγράφονταν κάτω από τα σεντόνια, και μου θύμιζε πράγματα που προτιμούσα να ξεχάσω. Γι’ αυτό ήθελα να σε ξυπνήσω , να σηκωθείς, να σταματήσεις να μου τα θυμίζεις. Σκέφτηκα να σου τραγουδήσω μα δεν μπορούσα να θυμηθώ τα λόγια. Σκέφτηκα να σου γράψω ένα σημείωμα μα δεν έβρισκα στυλό. Πήγα να σου στείλω ένα mail μα δεν άνοιγε ο υπολογιστής. Σκέφτηκα να πάω να βάλω μπροστά τη μηχανή και να μαρσάρω τρελά να ξυπνήσεις, μα δεν έβρισκα τα κλειδιά. Όταν τελικά τα βρήκα, είχε σφραγίσει η κλειδαριά και δεν μπορούσα να τα βάλω μέσα. Θυμήθηκα το τηλέφωνο σου που χτυπούσε δυνατά, μα όλα τα τηλέφωνα που έβρισκα δεν είχαν πλήκτρα. Άνοιξα το στόμα μου να ουρλιάξω μα από το στόμα μου έβγαινα μαύρα πουλιά τόσο συνεχώς που δεν μπορούσα να πάρω ανάσα…
Ξύπνησα. Στο σπίτι βασίλευε σιωπή. Αισθάνθηκα πως, μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά μου, κοιμόσουν ακόμα. Έλπιζα ο πρωινός σου ύπνος να ήταν πιο ελαφρύς από τον δικό μου βραδινό. Βγήκα στο μπαλκόνι και άφησα τον ήλιο να με ζεστάνει γιατί κρύωνα αρκετά. Ήπια και δυο γουλιές καυτό καφέ για να ξυπνήσω. Στάθηκα στα κάγκελα και κοίταξα κάτω. Πήρα μια βαθιά ανάσα από την πόλη σου να την θυμάμαι. Μάταια. Σε λίγες μέρες θα έφευγα και η ανάσα θα είχε αντικατασταθεί από χιλιάδες άλλες. Πήγα στο μπάνιο να πλυθώ και βρήκα μια ρυτίδα. Στην αφιέρωσα σιωπηλά και προετοιμάστηκα για την αποχώρηση μου. Η πόλη σου μπορεί να μου κλέβει το άρωμα σου, μα για να επανορθώσει απλώνει τα πλοκάμια της επάνω μου και με τραβάει σαν λάστιχο. Της αρέσει μάλλον η σκέψη να προσθέσει ένα θύμα ακόμα στα τόσα, πόσο μάλλον με μια τόσο καλή δικαιολογία.
Η πόλη σου με θέλει εδώ. Να περιπλανιέμαι στους δρόμους της, να χάνομαι σε αέναους ομόκεντρους κύκλους, σε ένα λαβύρινθο με χίλιους ξενόγλωσσους Μινώταυρους να κυνηγούν την σκιά μου. Να ψάχνω να βρω το σπίτι σου με μόνη βοήθεια ένα βιβλίο με χάρτες από το οποίο λείπει μια σελίδα. Η δική σου. Με μόνο φως τις πινακίδες των μπαρ που αναβοσβήνουν την ώρα που προσπαθώ να δω πως λέγανε τον δρόμο που δεν έστριψα. Να ακολουθώ τα λεωφορεία με την ελπίδα πως κάνουν στάση έξω από το σπίτι σου. Να ρωτάω τους οδηγούς για πληροφορίες και να με κοιτάνε σαν χαζοί. Να περνώ μπροστά από τα μαγαζιά και να χαζεύω την αντανάκλαση μου στην βιτρίνα, αναρωτώντας αν με ξέρω. Να γίνω μάρτυρας της καθημερινής, μικρής , πικρής τρέλας της. Να προσπαθώ να φύγω.

Καληνύχτα.