Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παγιδευμένος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παγιδευμένος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Ιανουαρίου 06, 2010

Lost in Translation

Θυμάμαι αυτήν την καταπληκτική ταινία και το πόσο με ενθουσίασε. Μια χαμηλών τόνων παραγωγή με τον "κωμικό" Bill Murray και την έξοχη, πρωτοεμφανιζόμενη τότε Scarlett Johansson! Ο Bill δεν μας είχε συνηθίσει σε τόσο ευαίσθητους ρόλους και όσο για την Scarlett τι να πει κανείς... Δεν τη χόρταινα την ταινία, δεν ήθελα να τελειώσει. Μέσα μου κρυφά λαχταρούσα κι εγώ να ζήσω μια τέτοια ρομαντική ιστορία, κι ας μην είχε αίσια κατάληξη το "ρομάντσο" στην ταινία. Οτιδήποτε αρκεί να ένιωθα ξανά αυτά τα έντονα συναισθήματα, την ποίηση να αναβλύζει, την έμπνευση που βρίσκει κανείς για τα πάντα, μέσα σε δυό όμορφα μάτια...

Αναγνωρίζω τώρα πως τότε βρισκόμουν παγιδευμένος μέσα σε μια σχέση η οποία είχε τελματώσει. Μια σχέση ζωής, που όμως δεν είχε πια καθόλου "ζωή" μέσα της. Είμασταν κι οι δυό κατά κάποιον τρόπο στον κόσμο του ο καθένας, και αντί να κοιτάμε προς την ίδια κατεύθυνση, ατενίζαμε διαφορετικούς ορίζοντες. Έτσι λοιπόν βλέποντας το "Lost in translation" ξύπνησαν μέσα μου διάφορες ανάγκες, συναισθηματικές και μη. Ήταν ένα από τα σημάδια. Το ξέραμε άραγε πως μερικά χρόνια αργότερα θα ζούσαμε ξανά όλα αυτά τα υπέροχα, δυνατά αισθήματα και τις συγκινήσεις που συνοδεύουν έναν φρεσκο έρωτα? (Ο καθένας τον δικό του, εννοείτε...)

Η ζωή είναι εξαιρετικά καλή στο να φέρνει τα πανω-κάτω. Στην περίπτωση μου, όχι μόνο ένας έρωτας, αλλά και μια καινούρια οικογένεια, ένα ακόμη παιδί, με όλες τις υπέροχες συγκινήσεις που τα συνοδεύουν! Και την έμπνευση μου βρήκα, και όρεξη για μια ζωή που ώρες μοιάζει να ξεκινά ξανά από την αρχή (Η τουλάχιστον έτσι θα ήθελα να πιστεύω, στα 42 χρονάκια μου...χαχα!)

Μέσα σε όλα αυτά τώρα βρίσκομαι αντιμέτωπος και με μια άλλη οπτική του ίδιου θέματος. Αυτήν του πατέρα που βλέπει το παιδί του να ανοίγει τα φτερά του, για να πετάξει. Να ερωτευτεί, να πονέσει, να χαρεί, να κλάψει, να γελάσει, να ζήσει...

Μου φαίνεται πως βιάζεται. Αλλά ποιός από μας δεν βιαζόταν στην ηλικία του? Ο καθένας για τους λόγους αλλά οι περισσότεροι βιαστήκαμε να πάρουμε οποιαδήποτε απόφαση. Στηριγμένος στην δική μου εμειρία πια, θέλω να πω "μην βιάζεσαι παιδί μου, take yor time.." αλλά ξέρω πως δεν θα με ακούσει, όπως κι εγώ με τη σειρά μου δεν άκουσα κάποτε. Και καλά έκανα! Ποιός ξέρει που θα ήμουν τώρα και αν θα ήταν καλύτερα?

Δεν μετανιώνω για τις επιλογές μου. Αυτή ήταν η ζωή μου ως τώρα, έτσι την έζησα. Γιαυτό και θα διατηρήσω μιαν απόσταση από τον έρωτα του παιδιού μου. Εντάξει μια δυο κουβεντούλες γλυκιές τις έχω πει, φτάνει μου τώρα. Τώρα είναι η σειρά του παιδιού μου. Να βρει το δικό του ποίημα στα μάτια κάποιου άλλου παιδιού...



Βλέποντας ξανά τις σκηνές της ταινίας, δεν μπορούσα παρά να θαυμάσω την φωτογραφία. Κάθε σκηνή σχεδόν μια μικρή ζωγραφιά. θέλω να πω περισσότερα αλλά δεν ξέρω από που να αρχίσω! Όσοι δεν την έχετε δει, δείτε την και όσοι την έχετε δει , δείτε την ξανά!!

Εύχομαι σε όλους τους αναγνώστες μου και φίλους μια καλή χρονιά. Και πάντα ερωτευμένοι!!

Δευτέρα, Νοεμβρίου 03, 2008

Μια βραδιά στην πόλη σου....νο2

Η πόλη σου με μάσησε για μερικές μέρες, και με έφτυσε σαν κουκούτσι.
Πρέπει να ομολογήσω πως η διαδικασία του μασήματος δεν ήταν και τόσο επίπονη. Αν μη τι άλλο πήρα και τη χαρά να ζήσω του στίχους ενός από τα αγαπημένα μου τραγούδια. Το θυμάσαι εκείνου του Βαγγέλη Γερμανού?

«Παίρνω σβάρνα τα στενά τα στενά,
μόνος με τη μηχανή,
μα δεν βρίσκω πουθενά,
κάτι να με συγκινεί.

Θα’θελα να’χα φτερά,
Σαν του δαίδαλου γερά,
Να πετάξω σαν πουλί,
Μόνος με τη μηχανή.

Κλπ.κλπ βέβαια. Πόσο καλά τα έλεγε. Γιατί είναι πάντα κάποιος άλλος που γράφει το τραγούδι που σε εκφράζει καλύτερα? (Καημός…)

Ένα μόνο πράγμα ήθελα. Να γίνω ο ιππότης σου πάνω στο άσπρο (μαύρο…) άλογο μου, να σε σώσω. Δεν το κατάφερα. Αρκούμαι να ξέρω ότι οι στιγμές που περάσαμε μαζί ήταν μια ανάσα για σένα. Ανάσα. Αυτή η λέξη ξεφυτρώνει συνεχώς όταν βρίσκομαι κοντά σου. Μια ανάσα από τα μαλλιά σου .Μια ανάσα μουσικής στο μπαρ. Μια ανάσα ζωής για σένα, και μια για μένα. Μια ανάσα που βάστηξα όταν έφυγες από κοντά μου και που τώρα νιώθω πως μπορώ να αφήσω. Για να πάρω μιαν ακόμα εννοείται.

Θα χαρείς αν σου πω πως μου έδωσες πίσω κάτι που νόμιζα ότι είχα χάσει?

Φανάρι το φανάρι, προχωράω μέσα στην πόλη σου. Βάζω στόχο τα κόκκινα φώτα και χώνομαι ανάμεσα τους. Ενίοτε ανοίγω ανοίγω κι λίγο παραπάνω το γκάζι γιατί ξέρω πως σου αρέσει. Τώρα ξέρω πως σε έχω ξανασυναντήσει κι άλλες φορές μα είχες άλλα ονόματα τότε. Την πρώτη φορά σε λέγαν Ειρήνη και τη δεύτερη Μαρία. Την τρίτη Ελένη…
Την πόλη σου θα την αφήσω αύριο. Θα τριγυρίσω λίγο στο λαβύρινθο της για τελευταία φορά όπως κάνω πάντα. Μπορεί να την αφήσω να με φιλέψει και ένα τελευταίο καφέ. Μα αργά η γρήγορα οι δρόμοι θα πλατύνουν, και τα σπίτια θα αραιώσουν. Οι ταχύτητες θα ανεβούν και τα τοπία θα θολώσουν. Εγώ και η μηχανή για λίγο θα γίνουμε ένα και θα με πάρει μακριά σου…

Θα ξανάρθω
Ραντεβού στη μαγική σου τη γωνιά. Θα είμαι εκεί με το άσπρο μου άλογο. Να ταξιδέψουμε και πάλι μαζί. Όπου θες εσύ.

Γειά.

ΥΓ. Στο βιβλίο που ξεκίνησα να γράφω ο ήρωας συζεί με δύο γυναίκες. Τη μία τη λένε Χαρά και την άλλη Ευτυχία… Μόνο που δεν μπορώ να καταλήξω στο όνομα αυτού. (Το Έρωτας θα ήταν χαζό, μα το άλλο που σκέφτηκα ήταν το Θάνατος. Εσύ τι λές??)

Παρασκευή, Οκτωβρίου 31, 2008

μια βραδιά στην πόλη σου...

Περπατούσα. Κρατούσα το κεφάλι μου ψηλά και κοίταζα δεξιά και αριστερά. Γύρω μου και μπροστά μου ορθώνονταν ψηλά γερασμένα κτίρια, ακίνητοι παρατηρητές μιας ασυνήθιστα σκληρής για μένα πραγματικότητας. Διέσχισα μια πλατεία σχεδόν άδεια, γεμάτη μόνο πουλιά που παραμέριζαν για να περάσω. Στο βάθος ένας νεαρός πατέρας φωτογράφιζε την μικρή του κόρη, μια μικρή τρελή νεράιδα που χόρευε με τα περιστέρια. Ένας τρελός που έδιωχνε ανύπαρκτες μύγες συμπλήρωνε την εικόνα…
Πέρασα απέναντι, μήπως τα πράγματα φαίνονταν καλύτερα από την άλλη πλευρά του δρόμου. Άδικος κόπος. Κατηφόρισα την οδό της πόλης σου και στάθηκα στη γωνία περιμένοντας την λύτρωση. Εμφανίστηκε με την μορφή ενός αγγέλου, με μάτια πρησμένα από το κλάμα. Στα χέρια του κρατούσε μια ψυχή βγαλμένη. Ματωμένη.
Οδηγούσα. Ένιωθα τον αέρα στο πρόσωπο μου να προσπαθεί να με καθαρίσει. Τον βοήθησα ανοίγοντας κι άλλο το γκάζι. Το μουγκρητό της μηχανής γέμισε πρόσκαιρα το κενό μέσα μου. Βρήκα το δρόμο εύκολα. Μήπως όμως προτιμούσα να είχα χαθεί? Στην πόλη σου μέσα, βαθιά. Μερικές γωνιές της με τρομάζουν, μα τις προτιμώ από τον τρόμο που νιώθω όταν κοιτώ μέσα στα άδεια σου μάτια. Τον τρόμο που νιώθω όταν βλέπω τα παιδιά της να ζητιανεύουν στα καφενεία, και στους πεζόδρομους. Διαπιστώνεις πως μ’ αρέσει η πόλη σου. Το καταλαβαίνεις από την ανέμελη διάθεση μου για περιπλάνηση μέσα της. Δεν ξέρεις πως η ανεμελιά μου οφείλεται στα χέρια σου γύρω από την μέση μου, στην μυρωδιά των μαλλιών σου, στην πίεση που ασκεί το σώμα σου πάνω στο δικό μου σε κάθε απότομο φρενάρισμα…
Καθόμουν. Στην οθόνη φάκελοι πετούσαν από τη μια μεριά στην άλλη μεταφέροντας κομμάτια ζωής, ψυχής, προσωπικής ιστορίας με καλή διάθεση. Τα μπλουζ αγκάλιαζαν τον χτύπο της καρδιάς μου και τον ηρεμούσαν. Έξω η νύχτα ήδη σκέπαζε την πόλη με εκείνο το αίσθημα αιώνιου ξημερώματος που μόνο εδώ έχω ζήσει. Έστριψα ένα τσιγάρο ακόμα και θυμήθηκα την αθώα χαρά στα μάτια σου, την πρώτη φορά που με είδες να χρησιμοποιώ το μικρό μηχάνημα που τα στρίβει ωραία και ίσια. Ήθελες να το δοκιμάσεις και σε πήγα βήμα-βήμα μέχρι που το πρόσωπο σου φώτισε περισσότερο ακόμα. Τώρα, ένα πράγμα ακόμα από τη ζωή μου , που άγγιξες με την παρουσία σου, θα γεμίσει με μια άλλη σημασία. Νιώθω άβολα, κάτι σαν μετανιωμένο βαμπίρ. Βλέπω να αδειάζει το χρώμα από τη ζωή σου στάλα με τη στάλα. Μόνο που το στάζεις, το χρώμα, πάνω στη δική μου, στα πράγματα μου, στα χέρια μου, στο μυαλό μου, στην καρδιά μου…
Κοιμόμουν. Μέσα στο όνειρο μου ξύπνησα. Και ήμουν μέσα στον εφιάλτη σου. Θύμωσα με τον εαυτό μου γιατί ήθελα να σε ξυπνήσω αλλά δεν μπορούσα να κουνηθώ. Η μορφή σου διαγράφονταν κάτω από τα σεντόνια, και μου θύμιζε πράγματα που προτιμούσα να ξεχάσω. Γι’ αυτό ήθελα να σε ξυπνήσω , να σηκωθείς, να σταματήσεις να μου τα θυμίζεις. Σκέφτηκα να σου τραγουδήσω μα δεν μπορούσα να θυμηθώ τα λόγια. Σκέφτηκα να σου γράψω ένα σημείωμα μα δεν έβρισκα στυλό. Πήγα να σου στείλω ένα mail μα δεν άνοιγε ο υπολογιστής. Σκέφτηκα να πάω να βάλω μπροστά τη μηχανή και να μαρσάρω τρελά να ξυπνήσεις, μα δεν έβρισκα τα κλειδιά. Όταν τελικά τα βρήκα, είχε σφραγίσει η κλειδαριά και δεν μπορούσα να τα βάλω μέσα. Θυμήθηκα το τηλέφωνο σου που χτυπούσε δυνατά, μα όλα τα τηλέφωνα που έβρισκα δεν είχαν πλήκτρα. Άνοιξα το στόμα μου να ουρλιάξω μα από το στόμα μου έβγαινα μαύρα πουλιά τόσο συνεχώς που δεν μπορούσα να πάρω ανάσα…
Ξύπνησα. Στο σπίτι βασίλευε σιωπή. Αισθάνθηκα πως, μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά μου, κοιμόσουν ακόμα. Έλπιζα ο πρωινός σου ύπνος να ήταν πιο ελαφρύς από τον δικό μου βραδινό. Βγήκα στο μπαλκόνι και άφησα τον ήλιο να με ζεστάνει γιατί κρύωνα αρκετά. Ήπια και δυο γουλιές καυτό καφέ για να ξυπνήσω. Στάθηκα στα κάγκελα και κοίταξα κάτω. Πήρα μια βαθιά ανάσα από την πόλη σου να την θυμάμαι. Μάταια. Σε λίγες μέρες θα έφευγα και η ανάσα θα είχε αντικατασταθεί από χιλιάδες άλλες. Πήγα στο μπάνιο να πλυθώ και βρήκα μια ρυτίδα. Στην αφιέρωσα σιωπηλά και προετοιμάστηκα για την αποχώρηση μου. Η πόλη σου μπορεί να μου κλέβει το άρωμα σου, μα για να επανορθώσει απλώνει τα πλοκάμια της επάνω μου και με τραβάει σαν λάστιχο. Της αρέσει μάλλον η σκέψη να προσθέσει ένα θύμα ακόμα στα τόσα, πόσο μάλλον με μια τόσο καλή δικαιολογία.
Η πόλη σου με θέλει εδώ. Να περιπλανιέμαι στους δρόμους της, να χάνομαι σε αέναους ομόκεντρους κύκλους, σε ένα λαβύρινθο με χίλιους ξενόγλωσσους Μινώταυρους να κυνηγούν την σκιά μου. Να ψάχνω να βρω το σπίτι σου με μόνη βοήθεια ένα βιβλίο με χάρτες από το οποίο λείπει μια σελίδα. Η δική σου. Με μόνο φως τις πινακίδες των μπαρ που αναβοσβήνουν την ώρα που προσπαθώ να δω πως λέγανε τον δρόμο που δεν έστριψα. Να ακολουθώ τα λεωφορεία με την ελπίδα πως κάνουν στάση έξω από το σπίτι σου. Να ρωτάω τους οδηγούς για πληροφορίες και να με κοιτάνε σαν χαζοί. Να περνώ μπροστά από τα μαγαζιά και να χαζεύω την αντανάκλαση μου στην βιτρίνα, αναρωτώντας αν με ξέρω. Να γίνω μάρτυρας της καθημερινής, μικρής , πικρής τρέλας της. Να προσπαθώ να φύγω.

Καληνύχτα.