Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχαιολογια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχαιολογια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Απριλίου 2010

Ηράκλειο: Άγνωστα και χαμένα μνημεία...

Το Δουκικό Ανάκτορο του Χάνδακα ( Palazzo Ducale di Candia). Σήμερα, Οικοδομικό Τετράγωνο 33!




Οι επισκέπτες αλλά και οι κάτοικοι αυτής της πόλης, κατακλύζουν καθημερινά το πιο κεντρικό σημείο του Ηρακλείου, τα "Λιοντάρια". Εκεί πίνουν καφεδάκι, τρώνε μπουγάτσες και σουβλάκια, περιδιαβαίνουν στα καταστήματα της πλατείας, χαζεύουν την κρήνη ή τρέχουν αδιάφορα για τις καθημερινές τους δουλειές. Πόσοι γνωρίζουν ότι κάποτε, στην πλατεία αυτή, δέσποζε ένα παλάτι, ένα μεγαλόπρεπο ενετικό οικοδόμημα που σήμερα, θανάσιμα τραυματισμένο, κρύβεται πίσω από τις φωτισμένες προσόψεις και τα σύγχρονα καταστήματα;



Αμέσως μετά την εγκατάσταση των Ενετών στο Χάνδακα, τα μεγαλόπρεπα κτίρια που στέγασαν τη Βενετσιάνικη εξουσία, υψώθηκαν στην κεντρική πλατεία της μέχρι τότε Βυζαντινής πόλης, που μετονομάστηκε σε piazza dei Signori, η σημερινή πλατεία Καλλεργών. Η πλατεία αυτή αποτελούσε συνέχεια της πλατείας του Αγίου Μάρκου ή πλατείας των Δημητριακών (piazza delle Biade), (σήμερα, πλατεία Ελευθερίου Βενιζέλου), όπου κυριαρχούσαν θρησκευτικές και κρατικές δραστηριότητες και μεγαλόπρεπα μνημεία, όπως η Βασιλική του Αγίου Μάρκου των Ενετών, οι δημόσιες σιταποθήκες και αργότερα, το 17ο αιώνα, η μνημειώδης κρήνη του Μοροζίνη, τα πασίγνωστα «Λιοντάρια». Καλοχτισμένα κτίρια κατασκευάστηκαν στην από το παρελθόν οδό πρόσβασης στο λιμάνι, που ονομάστηκε Ruga Maistra.



Από την περίοδο της Αραβοκρατίας αναφέρεται η πλατεία αυτή ως το κέντρο της πρωτεύουσας του Αραβικού Εμιράτου. Η κατοικία του Εμίρη ήταν πιθανότατα εκεί όπου κτίστηκε έπειτα το ανάκτορο του Βυζαντινού Δούκα.
Οι Ενετοί, διαμορφώνοντας την πλατεία, θέλησαν να δημιουργήσουν μια μικρογραφία της πλατείας του Αγ. Μάρκου της Βενετίας.



Στη ΒΔ πλευρά της υπήρχε το Δουκικό Παλάτι που καταλάμβανε ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο μέχρι την Piazza dei Signori (πλατεία Καλλεργών). Στη ΒΑ πλευρά κτίστηκε το 1239, ο Kαθεδρικός Ναός Αγιος Μάρκος των Βενετών. Στη νότια πλευρά είχε διαμορφωθεί το κτίριο του Voltone στα μέσα του 16ου αι., πάνω από την κύρια Πύλη του παλαιού φρουρίου (Portone, Porta Civitatis, Porta Maistra) και στη συνέχεια αυτού προς τα δυτικά, το συγκρότημα των Δημοσίων σιταποθηκών, (Fondaco) που έδωσε το όνομά του στην πλατεία. Στη θέση της Βυζαντινής Πύλης έκτισαν οι Ενετοί την επιβλητική Πόρτα, την PORTONE, πιο γνωστή ως VOLTONE. Ήταν η κατάληξη της Ruga Maistra (σημερινή οδός 25ης Αυγούστου) όταν ακόμα η πόλη περιοριζόταν μέσα στα παλιά Αραβοβυζαντινά τείχη, και αργότερα, όταν ξεχύθηκε έξω από αυτά, η Πύλη που οδηγούσε στα προάστια (βούργους).

Στη μέση της πλατείας, μπροστά από το Δουκικό ανάκτορο, κατασκευάστηκε η Kρήνη Morosini που εγκαινιάστηκε με επισημότητα το 1628, μετά την κατασκευή του μεγάλου υδραγωγείου από τον Προβλεπτή Φραγκίσκο Μοροζίνη. Η πλατεία παρέμεινε γυμνή, χωρίς δένδρα, μέχρι το α’ τέταρτο του 17ου αι. όπως φαίνεται σε μικρογραφία του Γεώργιου Κλώντζα. Η μικρογραφία αυτή μας δείχνει τη διαμόρφωση της πλατείας στα τέλη του 16ου ή αρχές του 17ου αι. Αριστερά φαίνεται η μεγάλη Πύλη. Στη συνέχεια, το τριώροφο κτίριο των σιταποθηκών. Στο κέντρο το δουκικό ανάκτορο με τα θολωτά διαμερίσματα μπροστά, τη μεγάλη βεράντα και τα διαμερίσματα του Δούκα. Στη δεξιά κάτω γωνία ένα πολυγωνικό μποτζάλε (στόμιο) πηγαδιού.



Σε μια άλλη μικρογραφία του Κλώντζα παριστάνεται στην ίδια πλατεία η λιτανεία των Καθολικών στην εορτή του Corporis Domini (Αγία Δωρεά), στο τμήμα μεταξύ του Δουκικού παλατιού και του Αγίου Μάρκου. Όλες οι επίσημες τελετές, οι πομπές και λιτανείες πραγματοποιούνταν στο χώρο αυτό.



Το Δουκικό Παλάτι, με τις ισόγειες στοές του και τους δύο ορόφους του δέσποζε στην πλατεία.




Η παλαιότερη απεικόνισή του από τον Buodelmondi το 1429, αρκετά αφαιρετική, δίνει κάποια στοιχεία που το χαρακτηρίζουν ως ένα λιτό γοτθίζον οικοδόμημα όπως και τα ανάλογα σύγχρονα ανάκτορα της Ιταλίας. Στο σχέδιο αυτό διακρίνεται μία θύρα με βόρειο προσανατολισμό η οποία, με την παραδοχή ότι η κεντρική είσοδος ήταν στην ανατολική πλευρά του κτιρίου, ήταν παράπλευρη είσοδος. Διακρίνονται ακόμα δίλοβα παράθυρα, οδοντωτή επίστεψη και πυργίσκος στη βορειοανατολική γωνία του κτιρίου

Οι κατά 160 και πλέον μεταγενέστερες απεικονίσεις του ανακτόρου από τον Γεώργιο Κλώντζα που περιέχονται στον Μαρκιανό κώδικα, δείχνουν το κτίριο με περισσότερες λεπτομέρειες, πολλές από τις οποίες μάλλον προστέθηκαν στο διάστημα των χρόνων. Στα σχέδια αυτά απεικονίζεται μεγάλο οικοδόμημα που ταυτίζεται και αυτό όπως και το προηγούμενο του Buodelmondi με τη θέση όπου τοποθετείται και στο χάρτη του στρατηγού Werdmuller του 1668.



Ο προσανατολισμός του ήταν ανατολικός, παράλληλος περίπου με την πρόσοψη του Αγίου Μάρκου. Το ανάκτορο ήταν διώροφο με μεγάλη βεράντα και μια σειρά από θολωτούς ισόγειους χώρους από τους οποίους σήμερα διακρίνονται τέσσερις και στεγάζουν διάφορα μικρά καταστήματα. Η απέναντι από τη Βασιλική του Αγίου Μάρκου πλευρά ήταν πιθανότατα η κύρια όψη του ανακτόρου με μεγάλο τοξοειδή πυλώνα, τρίλοβο κεντρικό άνοιγμα με εξώστη (ηλιακό) και πλάγια, μεγάλα επίσης, τοξοειδή παράθυρα. Η πρόσοψη επιστεφόταν με οδοντώσεις ενώ στη ΒΑ γωνία του υπήρχε πυργίσκος, μάλλον σκοπιά. Δυο άλλα ανάλογα πυργοειδή κατασκευάσματα ήταν μάλλον καπνοδόχοι. Η πλευρά προς την κυρίως πλατεία αποτυπώνεται με σειρά από 8 θύρες. Πρόκειται για τους ισόγειους θολωτούς χώρους από τους οποίους, όπως έγραψα παραπάνω, σώζονται σήμερα ορατοί τέσσερις.
Μπροστά από αυτούς υπήρχε μάλλον ξύλινο υπόστεγο και πάνω από αυτό κιγκλίδωμα. Στη μέση του οικοδομήματος διακρίνεται κεραμοσκεπής χώρος που ασφαλώς ήταν η sala major ή aula auditoria (αίθουσα ακροάσεων του ανακτόρου όπου διεξάγονταν και οι δίκες). Το μεγάλο τρίλοβο παράθυρο της πρόσοψης αντιστοιχούσε πιθανότατα στην αίθουσα αυτή. Πάνω από τις οδοντώσεις της πρόσοψης φαίνεται να υπήρχε ημικυκλικό τύμπανο με στρογγυλό παράθυρο. Αυτό σημαίνει ότι η στέγη ήταν θολωτή. Πιθανόν η στέγη αυτή να είναι η περιγραφόμενη σε κείμενο του 1384 (G. Gerola, Monumenti Veneti nell isola di Creta, Τομ. ΙΙΙ, σελ. 10) ως «tectum gaibe sale palacii». Το κείμενο αυτό αναφέρεται στην ανάγκη επισκευών του ανακτόρου λέγοντας ότι η Gaiba κινδυνεύει να καταρρεύσει καταστρέφοντας και την κάτω από αυτήν ευρισκόμενη ξύλινη οριζόντια οροφή.

Ένα άλλο σχέδιο του κώδικα του Κλώντζα που παριστάνει τη μεγαλοπρεπή πομπή του ορθόδοξου και του λατινικού κλήρου με τις εικόνες τα λάβαρα και τα εξαπτέρυγα κατά την εορτή του Corpus Christi περιλαμβάνει και τμήμα της κύριας πρόσοψης του ανακτόρου. Φαίνονται και εδώ οι οδοντωτές σε σχήμα ουράς χελιδονιού απολήξεις, ο ακραίος πυργίσκος, το τρίλοβο άνοιγμα, ο τοξοειδής πυλώνας και το ένα από τα δύο μεγάλα παράθυρα της πρόσοψης. Επίσης, απεικονίζεται μικρό ξύλινο υπόστεγο ίσως για τη φρουρά του πυλώνα.

Βλέποντας τα Δουκικά ανάκτορα που σώζονται μέχρι σήμερα σε πόλεις των βενετικών κτήσεων μπορούμε ίσως να ανασυνθέσουμε τη μορφή του Δουκικού ανακτόρου του Χάνδακα. Οι ομοιότητες ειδικά του ανακτόρου στην Πιατσέντζα (Palazzo Comunale – Piacenza), του ανακτόρου στην Περούτζια (Palazzo dei Priori – Perugia) και του ανακτόρου στο Urbino με τις απεικονίσεις που έχουμε στη διάθεσή μας για το ανάκτορο της πόλης μας είναι αξιοσημείωτες. Και σε αυτά διακρίνονται οι οδοντωτές απολήξεις, ο πυργίσκος, οι ισόγειες στοές και τα τρίλοβα ανοίγματα.





Η φωτογραφία που δημοσιεύεται στο έργο του Gerola, Monumenti Veneti nell’ Isola di Creta, παρουσιάζει ένα ευρύ οξυκόρυφο τόξο. Πιθανότατα πρόκειται για το τόξο που σώζεται και σήμερα στο εσωτερικό καταστήματος, στην ανατολική πλευρά του ανακτόρου. Το τόξο αυτό αναμφίβολα αποτελεί τμήμα της κεντρικής εισόδου του ανακτόρου.



Μετά την άλωση του Χάνδακα από τους Τούρκους το ανάκτορο δωρίθηκε στον Δεφτερδάρ Αχμέτ Πασά σύμφωνα με τον Νικ. Σταυρινίδη, ενώ, σύμφωνα με τον Στέφανο Ξανθουδίδη, το Δουκικό ανάκτορο περιήλθε στην κατοχή του Τσιμπουκτζή Μπαϊράμ Εφένδη και ονομάστηκε Αγά Καπουσί.



Από τα έγγραφα του Τούρκικου Αρχείου Ηρακλείου μαθαίνουμε ότι στέγαζε το σώμα των Γενιτσάρων.
Το 1763 ο Αχμέτ Κιαμήλ Πασάς έκτισε 16 μαγαζάκια (παράγκες) μπροστά από το Δουκικό ανάκτορο που στη συνέχεια έγιναν βακουφικά δηλαδή αφιερωμένα στο τέμενος της περιοχής (τη Βασιλική του Αγίου Μάρκου που μετατράπηκε σε τέμενος, το Δεφτερντάρ τζαμισί) για να νομιμοποιηθεί η κυριότητά τους, με αποτέλεσμα να περιοριστεί ο χώρος της πλατείας.



Ο Στέφανος Ξανθουδίδης, στο βιβλίο του «Χάνδαξ-Ηράκλειον», αναφέρει για το ανάκτορο: «Βρισκόταν στην πλατεία Ελ. Βενιζέλου και κατείχε το τετράγωνο όπου σήμερα οι οικίες Χατζηδάκη – Νίβα και Ν. Καστρινάκη καθώς και διάφορα γραφεία και εργαστήρια. Δέσποζε στην πλέον ιστορική πλατεία της πόλης και μαζί με την απέναντι ευρισκόμενη βασιλική του Αγίου Μάρκου, την κρήνη Μοροζίνη, την Ενετική Λέσχη (Loggia) βορειοανατολικά, το παλάτι του Αρχιστρατήγου των Ενετών βόρεια, τη μνημειώδη πύλη Voltone και το συγκρότημα του Fondaco στα νότια, αποτελούσαν το διοικητικό κέντρο της ενετικής Candia».



Στην περιγραφή του Χάνδακα αμέσως μετά την κατάληψή του από τους Τούρκους, που συνέταξε ο Εβλιά Τσελεμπί στο βιβλίο του «Οδοιπορικό στην Ελλάδα (1668-1671)», σελ. 209-210, αναφέρονται γενικά τα «σαράγια»: «Υπάρχουν συνολικά τέσσερις χιλιάδες ψηλά και χαμηλά γερά σπίτια στην πόλη. Μοιάζουν με κάστρα, είναι πενταόροφα και εξαώροφα, με μπαλκόνια, παράθυρα με σιδερένια κιγκλιδώματα, σιδερένιες πόρτες και παραθυράκια μικρά σαν πολεμίστρες, Έχουν σκεπές από κόκκινο κεραμίδι και χορασάνι. Το πιο ωραίο και πιο μεγάλο είναι το σαράι του στρατηγού, που το πήρε ο Μ. Βεζίρης. Τα σαράγια του ντεφτερντάρη, του Αρχιναυάρχου, του αρχιστράτηγου, του Αγά των Γενιτσάρων, του Εμπουλχαΐρ Κετχουντά Ιμπραχήμ Πασά, του Βεζίρη της Δαμασκού Μελέκ Ιμπραχήμ Πασά, του Σαρί Χουσεΐν Πασά. Στους υπόλοιπους βεζίρηδες και μιριμιράνηδες δόθηκε από ένα σαράι για να μείνουν».



Σε τούρκικη καταγραφή του 1670 μαθαίνουμε ότι το δουκικό ανάκτορο ήταν διώροφο. Ο πάνω όροφος είχε 2 αίθουσες, 9 δωμάτια, μαγειρείο, 3 άνδηρα. Ο κάτω όροφος είχε 22 δωμάτια, στάβλο, αποθήκη, μια φυλακή, 3 δεξαμενές. Ακόμα, προς τη μεγάλη κλίμακα είχε 19 δωμάτια, 2 κρήνες, μια λέσχη, 4 αυλές, 3 φρέατα και 16 μαγαζιά.
Σε όλο το μήκος της νότιας, νοτιοανατολικής και ανατολικής πλευράς του ανακτόρου είχε δημιουργηθεί προσθήκη πλάτους από 2,5 περίπου έως και 6 μέτρων κατά την Τουρκοκρατία που στέγαζε μικρά μαγαζάκια. Πίσω από τις τούρκικες αυτές προσθήκες (16 παράγκες) που κτίστηκαν το 1763 από τον Αχμέτ Κιαμήλ, διατηρήθηκαν τα 4 ισόγεια θολωτά καταστήματα του ενετικού μεγάρου.

Είναι άγνωστο πότε ερειπώθηκε και εγκαταλείφθηκε. Το 1815 ήταν ήδη ερείπιο όπως αναφέρει ο Ζαχαρίας Πρακτικίδης στη «Χωρογραφία της Κρήτης».

Στις 5/2/1810, φοβερός σεισμός γκρέμισε τα 2/3 της πόλης και σκότωσε περί τους 3000 ανθρώπους. Ακολούθησε επιδημία πανώλους που αποδεκάτισε τους επιζήσαντες. Η πόλη ερήμωσε σε τέτοιο βαθμό που χορτάριασαν οι δρόμοι. Πιθανότατα, τότε ερειπώθηκε και το Δουκικό παλάτι.
Το 1826, το ανάκτορο έγινε βορά των οικοπεδοφάγων που άρχισαν να καταλαμβάνουν και στη συνέχεια να αγοράζουν τα έρημα τμήματά του.
Η οριστική καταστροφή του επήλθε με το σεισμό του 1856.

Μετά την αποχώρηση των Τούρκων και την ανταλλαγή των πληθυσμών, επί Κρητικής Πολιτείας, τα μουσουλμανικά κτίσματα, μεταξύ των οποίων και τα υπολλείμματα του δουκικού ανακτόρου, πουλήθηκαν ως ανταλλάξιμα σε ιδιώτες από την Εθνική Τράπεζα.



Το 1954, η Διεύθυνση Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Παιδείας, υποκύπτοντας σε πιέσεις ενέκρινε την κατεδάφισή του, τη ρυμοτόμηση και τη μετατροπή του χώρου σε πλατεία.
Έτσι, με την Y.A.27/11.54 «εγκρίνεται η κατεδάφιση των υπολειπομένων μικρών θόλων του Ο.Τ. 33 (Δουκικό Ανάκτορο)».
Για άγνωστους λόγους το μνημείο γλίτωσε την κατεδάφιση.



Από την 10ετία του 1950 μέχρι και το 1970, όλη η δυτική και τμήμα της νοτιοδυτικής πλευράς του οικοδομικού τετραγώνου ανοικοδομήθηκε, με συνέπεια το 1/3 περίπου του συνόλου του οικοδομικού τετραγώνου να έχει πλήρως αλλοιωθεί.



Η ανατολική πλευρά του οικοδομικού τετραγώνου αποτελείται από κτίρια στο σύνολό τους παλαιά, (τούρκικα και νεοκλασικά), που σήμερα στεγάζουν καταστήματα, ψησταριές και καφέ.
Μετά από κατά καιρούς αυτοψίες που έχουν πραγματοποιηθεί σε ιδιοκτησίες στη νότια πλευρά του ανακτόρου, εκτός από τους ορατούς τέσσερις θολωτούς χώρους, έχουν εντοπιστεί και άλλα στοιχεία – κατάλοιπα του μνημείου.

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010

Ετσι θα λέμε ύστερα από χρόνια...



Αναδημοσίευση από το http://www.enet.gr

Ετσι θα λέμε ύστερα από χρόνια, όταν τα παιδιά μας θα μας ρωτούν πού είναι τα περίφημα Μακρά Τείχη, που βρέθηκαν σε πολύ καλή κατάσταση στο Νέο Φάληρο και στο Μοσχάτο.
Η τύχη τους, βέβαια, ήταν εξαρχής προδιαγεγραμμένη. Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Πειραιά, όταν ειδοποιήθηκε από τους ΗΣΑΠ να πάει να σκάψει, ήξερε ότι δεν γινόταν νέα χάραξη της πορείας του τρένου, αλλά αντικατάσταση των παλαιών σιδηροτροχιών για την κυκλοφορία νέων, σύγχρονων τρένων. Γνώριζε ότι μετά την ανασκαφή να ξαναθαφτούν.

Ετσι, ο αγώνας που έδωσαν στο ΚΑΣ με τους εκπροσώπους των ΗΣΑΠ σχεδόν όλοι οι αρχαιολόγοι, ο αρχιτέκτονας Μαν. Κορρές και η Λίνα Μενδώνη, ήταν ουσιαστικά για να μείνει ορατή μόνο μια «φέτα» κατά μήκος του τείχους, όπου υπάρχει μια πυλίδα και ένα τμήμα πύργου -αναμένεται να αποκαλυφθεί στο σύνολό του όταν συνεχιστεί η ανασκαφή έξω από τις γραμμές του τρένου στην οδό Θεσσαλονίκης. Εκεί οι αρχαιολόγοι θέλουν να αποκαλύψουν το εξωτερικό τμήμα των Μακρών Τειχών (μέχρι τώρα έχουν βρει μόνο το εσωτερικό τους) που κτίστηκαν την εποχή του Κόνωνα για να γίνει ασφαλής η επικοινωνία και ο ανεφοδιασμός της Αθήνας από τον Πειραιά.

Η ανασκαφέας του χώρου Ντ. Καζά μέχρι το τέλος εκλιπαρούσε να της δοθεί η δυνατότητα να σκάψει άλλα 2 μέτρα κάτω από τις ήδη κατασκευασμένες νέες σιδηροτροχιές για να αποκαλύψει πλήρως μία αρχαία κατασκευή που μοιάζει με βάθρο. Τέτοια βάθρα και ιερά υπήρχαν πολλά σε επαφή με τα τείχη, σαν τα προσκυνητάρια που έχουμε σήμερα στα σταυροδρόμια.



Για να συνεχιστεί, όμως, σε εκείνο το σημείο η ανασκαφή έπρεπε να αφαιρεθεί η υποθεμελίωση των νέων σιδηροτροχιών, βάρους 20 τόνων, όπως είπαν οι άνθρωποι των ΗΣΑΠ, συνεκτιμώντας το επιπλέον κόστος και κυρίως την καθυστέρηση. Αλλιώς, τεχνικές λύσεις υπήρχαν αν το έργο δεν είχε ολοκληρωθεί στο ενδιάμεσο των σταθμών. Και εν πάση περιπτώσει, «ας αφήσουμε στους αρχαιολόγους του μέλλοντος να σκάψουν κάτι. Καταντάει ματαιόδοξο να θέλουμε όλα εμείς να τα αποκαλύψουμε», όπως έκλεισε το θέμα η γ.γ. του ΥΠΠΟΤ.

«Η ανάδειξη των Μακρών Τειχών έχει σημασία για μας», είπε, πάντως, ο εκπρόσωπος του Οργανισμού Αθήνας στο Συμβούλιο, κ. Δ. Μικρός. «Σχεδιάζουμε μάλιστα με το Νέο Ρυθμιστικό τη σύνδεσή τους με όσα τμήματα έχουν βρεθεί και αλλού, όπως και με την οδό Πειραιώς, που είναι επίσης ιστορικός δρόμος».

Αλλο ένα ευτύχημα είναι ότι ο Δήμος Μοσχάτου είχε στα σχέδιά του την πεζοδρόμηση της οδού Θεσσαλονίκης, γι' αυτό συμφωνεί με την επέκταση της ανασκαφής στον μελλοντικό πεζόδρομο και την ανάδειξη του αρχαίου μέσα σε έναν ωραίο περίπατο.

Ν. ΚΟΝΤΡΑΡΟΥ-ΡΑΣΣΙΑ

Ταυτότητα



Τα Μακρά Τείχη άρχισαν να χτίζονται, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, το 457 π.Χ. με σκοπό να εξασφαλίζουν την απρόσκοπτη επικοινωνία της Αθήνας με το λιμάνι της, τον Πειραιά. Θεωρείται βέβαιο μάλιστα ότι την ανέγερσή τους είχε προτείνει ο Περικλής ακολουθώντας τα σχέδια τουΘεμιστοκλή. Δύο παράλληλα σκέλη, το Βόρειο ή Εξωθεν και το Μέσον ή Φαληρικό, αποτελούσαν αυτό το αμυντικό έργο, το μήκος του οποίου ήταν 40 στάδια (7,3 χλμ.). Η απόστασημεταξύ τους εξάλλου ήταν ένα στάδιο (184 μέτρα), δεδομένου ότι σε περιόδους εχθροπραξιών το εσωτερικό των τειχών χρησίμευε ως καταφύγιο των ανθρώπων της υπαίθρου, οι οποίοι μπορούσαν να ζουν εκεί για μεγάλο διάστημα.

Κατασκευαστής των Μακρών Τειχών ήταν ο Καλλικράτης και το κόστος τους αναφέρεται ότι ανήλθε συνολικά σε 6.000 τάλαντα, δηλαδή περί τα 36 εκατ. αρχαίες δραχμές. Αυτό το έργο πάντως συνετέλεσε στην ανάδειξη του Πειραιά ως μεγαλύτερου και ασφαλέστερου εμπορικού και οικονομικού κέντρου.

Εκτός αυτών των δύο, υπήρχε και το Νότιο, με κατεύθυνση από την Αθήνα προς το σημερινό Παλαιό Φάληρο, το οποίο όμως μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο εγκαταλείφθηκε και κατέρρευσε. Ετσι, για την πορεία προς τον Πειραιά υπήρχαν δύο δρόμοι: ένας που περνούσε μέσα από τα τείχη, από τη Διαμέσου Πύλη, και ένας άλλος που ήταν εξωτερικός και διερχόταν από τις Αστικές Πύλες του Πειραιά.

http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=4&artId=314260&dt=09/02/2010



http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathremote_1_09/02/2010_323279

Κάτω από τις γραμμές του τρένου, σε βάθος το πολύ δύο μέτρων, ήρθαν στο φως τα Μακρά Τείχη του Πειραιά, δύο τμήματά τους μάλιστα, μήκους περίπου 40 μέτρων το καθένα. Εντυπωσιακής κατασκευής και εξαιρετικής διατήρησης (ιδίως το ένα τμήμα), αποκαλύφθηκαν πριν από 20 ημέρες κατά τις εργασίες του ΗΣΑΠ για αντικατάσταση των σιδηροτροχιών του και ήδη ανασκάπτονται από αρχαιολόγους της ΚΣτ΄ Εφορείας Αρχαιοτήτων. Τα αρχαία εντοπίστηκαν στο τμήμα των γραμμών μεταξύ των σταθμών Καλλιθέας και Νέου Φαλήρου, παράλληλα και σε μικρή απόσταση από την οδό Πειραιώς. Και στις δύο περιπτώσεις εξάλλου πρόκειται για το εσωτερικό τείχος.

Στο πρώτο και καλύτερα διατηρημένο τμήμα, μεταξύ Καλλιθέας - Μοσχάτου, το τείχος σώζεται σε ύψος 1,80 μέτρων (έχουν αποκαλυφθεί επίσης η υποθεμελίωση και η θεμελίωση στον φυσικό βράχο, καθώς και η ευθυντηρία) και είναι κατασκευασμένο από άριστα πελεκημένους δόμους με πλάτος περί τα 0,80 του μέτρου ο καθένας. Ενδιαφέρον εύρημα είναι η κλίμακα με τρία σκαλοπάτια και το κεφαλόσκαλο.

Δίπλα της αποκαλύφθηκε ένα άνοιγμα στο τείχος, πιθανότατα πυλίδα για την είσοδο και την έξοδο των ανθρώπων. Τέτοιες μικρές πύλες εξάλλου υπήρχαν ανά τακτά διαστήματα σε όλο το μήκος των τειχών.

Το πλάτος των Μακρών Τειχών σε αυτό το σημείο έχει αποκαλυφθεί σε πλάτος 3,5- 4 μέτρων, αλλά προφανώς η ανασκαφή θα σταματήσει εκεί, καθώς η συνέχεια της οχύρωσης «βγαίνει» εκτός των γραμμών του τρένου και βρίσκεται κάτω από το πεζοδρόμιο.

Σε απόσταση περίπου 500 μέτρων και στο ύψος της γέφυρας Θεσσαλονίκης έχει εντοπιστεί το δεύτερο τμήμα, το οποίο τέμνει ελαφρώς διαγώνια της γραμμές του τρένου.

Το τείχος εδώ έχει διαφορετική κατασκευή, αφού ανάμεσα στους δόμους υπάρχει «γέμισμα» από μικρές πέτρες. Ενα μικρό κτίριο ήρθε εξάλλου στο φως δίπλα του, καθώς και ένας εγχυτρισμός (ταφή βρέφους σε πίθο). Τέλος, στο ίδιο σημείο αποκαλύφθηκε και ένας αρχαίος μεν, αλλά μεταγενέστερος του τείχους δρόμος, ενώ έχει εντοπιστεί και ένα στρώμα καταστροφής. Το πώς και το πότε θα απαντηθεί από τη μελέτη των ευρημάτων. Τα νερά του Κηφισού πάντως που αναβλύζουν στο σημείο αυτό καθιστούν την ανασκαφή δύσκολη.

Σοβαρότερο είναι το πρόβλημα των αδημονούντων συνεργείων του ΗΣΑΠ που περιμένουν την ολοκλήρωση της ανασκαφής προκειμένου να προχωρήσουν στην αποκατάσταση των γραμμών και στην εκ νέου λειτουργία τους, καθώς η συγκοινωνία έχει διακοπεί με αποτέλεσμα την ταλαιπωρία του κοινού.

Και το τείχος; Το ζήτημα θα εξεταστεί από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, αλλά η μοίρα του φαίνεται να είναι προδιαγεγραμμένη: η κατάχωσή του κάτω από τις γραμμές, με συνέπεια ένα ακόμη σημαντικό αρχαίο έργο να είναι «εξαφανισμένο».

Τμήματα των Μακρών Τειχών έχουν εντοπιστεί εξάλλου και σε άλλα σημεία της ευρύτερης περιοχής, πάντοτε λόγω της κατασκευής σύγχρονων έργων, όπως της διευθέτησης της κοίτης του Κηφισού (εκεί ήρθε στο φως και τμήμα της αρχαίας γέφυρας του ποταμού), του ανισόπεδου κόμβου του Κηφισού στο Μοσχάτο, παλαιότερα κατά την κατασκευή της Πειραιώς, και αλλού. Σε κάθε περίπτωση όμως είναι είτε καταχωσμένα είτε απολύτως απαξιωμένα.

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2009

Το Φρούριο της Θάλασσας...ο Κούλες μας.


Castello del Molo, Rocca al Mare ή απλώς Castello, Φρούριο της Θάλασσας, Κούλες και Su Kulesi. Το φρούριό μας, που υψώνεται επιβλητικό στην είσοδο του παλιού λιμανιού μας. Σήμερα όλοι μας ξέρουμε τον Κούλε μας, έτσι έμεινε στις μνήμες των ανθρώπων.

Για το πότε ακριβώς πρωτοκτίστηκε δεν έχουμε πληροφορίες. Τα πρώτα έγγραφα που αναφέρουν το φρούριο ανάγονται στις αρχές του 14ου αι.
Το πρώτο γνωστό σχέδιο της πόλης του Χάνδακα με τον οχυρό περίβολο και το λιμάνι, σχεδιάστηκε το 1429 από τον Χριστόφορο Μπουοντελμόντι.



Στο σχέδιο αυτό απεικονίζεται ένας ψηλός τετράγωνος πύργος με διευρυμένη στέψη να δεσπόζει στην είσοδο του λιμανιού. Το 1486 ο Erardo Rewich ζωγράφισε με αρκετή αυθαιρεσία στη δυτική πλευρά της εισόδου του λιμανιού ένα ψηλό κυκλικό πύργο με επάλξεις. Ένα ακόμα μικρό κυκλικό πυργοειδές κτίσμα ορίζει την ανατολική πλευρά της εισόδου στο λιμάνι.



Το 1303, ένας μεγάλος σεισμός έπληξε την πόλη και το φρούριο έπαθε πολύ σοβαρές ζημιές, όπως αναφέρει ο τότε Δούκας του Χάνδακα Quinto da Canal. To 1508, στον δεύτερο πολύ μεγάλο σεισμό αλλά και τo 1517, ενετικά έγγραφα αναφέρουν ότι ο Πύργος έχει υποστεί νέες ζημιές που τον έχουν καταστήσει σχεδόν ετοιμόρροπο.
Στις αρχές του 16ου αι. κι ενώ ο νέος οχυρός περίβολος που θα προστάτευε την Candia από την Οθωμανική απειλή, είχε αρχίσει να κατασκευάζεται, έγινε φανερό ότι ο παλιός πύργος του λιμανιού, κτισμένος πριν τη χρήση της πυρίτιδας και την εφαρμογή του προμαχωνικού συστήματος, ήταν μια ξεπερασμένη αμυντική κατασκευή.



Το 1523 αποφασίστηκε η κατεδάφισή του και η δόμηση στη θέση του, νέας αμυντικής κατασκευής.
Τα σχέδια του νέου φρουρίου εκπονήθηκαν άμεσα και οι εργασίες προχώρησαν με ταχύτητα. Οι Ενετοί συμπλήρωσαν την έκταση του φυσικού βράχου με αποθέσεις μεγάλων ποσοτήτων φερτών βράχων, χαλικιών και ογκολίθων. Συνήθως γέμιζαν με πέτρες παλιά πλοία και τα βύθιζαν μαζί με το φορτίο τους στη βόρεια και τη δυτική πλευρά του βράχου. Με την ίδια μέθοδο των αποθέσεων δόμησαν επίσης μια κατασκευή έξω από τη βόρεια πλευρά του φρουρίου, που είχε τη μορφή μικρού αλλά ισχυρού μόλου, με ημικυκλική απόληξη (sperone).



Το 1533 πρέπει να τέλειωσε ένα μεγάλο τμήμα των έργων αφού τότε εντοιχίστηκε πάνω από την κεντρική είσοδο το ιδιαίτερα μεγάλο από λευκό μάρμαρο έμβλημα της Βενετίας με τον ανάγλυφο λέοντα του Αγίου Μάρκου.



Όμως, η θάλασσα δημιουργούσε συνεχώς φθορές στην τοιχοποιία και υποσκαφές στη θεμελίωση. Οι Ενετοί αναγκάζονταν να βυθίζουν νέες ποσότητες ογκολίθων στη βορειοδυτική πλευρά του φρουρίου κατασκευάζοντας προστατευτικά κρηπιδώματα και επισκευάζοντας συνεχώς την τοιχοποιία. Μάταιος κόπος, αφού συχνά η θάλασσα εισχωρούσε μέσα στο φρούριο. Έτσι, το φρούριο παρέμενε με τους τοίχους ραγισμένους, τα θεμέλια υποσκαμμένα και το sperone κατεστραμμένο.
Διαβάζουμε σε έγγραφο του τότε Προβλεπτή του Χάνδακα, Filippo Pasqualigo, (RELAZIONE LETTA NELL' ECCELLENTISSIMO SENATO”, 1594, Μετάφραση Στέργιου Γ. Σπανάκη, ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, Τόμος IIΙ, σελ. 10-11, ΒΙΚΕΛΑΙΑ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ 1953):



«Σχετικά με το φρούριο του Μόλου δεν θέλω να παραλείψω να αναφέρω στη Γαληνότητα σας ότι είναι σοβαρά εκτεθειμένο στα κύματα του «γκρέκο» και του βορρά. Είναι τόση η δύναμη της θάλασσας που διάλυσε και ερείπωσε μεγάλο μέρος από την πρώτη επένδυση, που αποτελείται από τετράγωνους ογκόλιθους, οκτώ και δέκα τόνους ο καθένας και αφού έσπασαν οι μετάλλινοι σύνδεσμοι με τους οποίους είχαν συνδεθεί με μολύβι επιμελέστατα ο ένας με τον άλλο οι πέτρες έπεσαν σε μεγαλύτερο βάθος. Αν δε δεν ευδοκήσει η Γαληνότητα σας να διατάξει για την επιδιόρθωση του δεν αμφιβάλλω ότι σε μικρό χρονικό διάστημα θα γίνει σοβαρά καταστροφή. Το ίδιο λέγω και για το ακρομόλιο κοντά στο στόμιο του λιμανιού, που έχει μεγάλη ανάγκη. Στην ίδια κατάσταση βρίσκεται και το φυλάκειο της πόρτας του Μόλου που στηρίζεται στο παλιό τείχος, όπου η θάλασσα έκαμε μερικά σπήλαια και αν δε επιδιορθωθούν ασφαλέστατα θα γκρεμιστεί προξενώντας μεγάλη ζημιά.»


(Κάτοψη του φρουρίου από το βιβλίο της Χρυσούλας Τζομπανάκη, "Θαλασσινή Τριλογία του Χάνδακα")

Η κάτοψη του φρουρίου, όπως διαμορφώθηκε στην οριστική της μορφή, κάλυπτε επιφάνεια περίπου 3.600.00 μ2. Το κτίσμα αποτελείται από δύο επί μέρους τμήματα: το προς τα νοτιοδυτικά τμήμα έχει κάτοψη σε σχήμα παραλληλογράμμου, ενώ εκείνο προς τα βορειοανατολικά έχει κάτοψη μισής έλλειψης.
Ο ωφέλιμοι χώροι του φρουρίου είχαν κατανεμηθεί στο ισόγειο και στο δώμα του. Η κύρια δύναμη πυρός του οχυρού αρχικά είχε συγκεντρωθεί στο ισόγειο. Τα μεγάλα κανόνια είχαν τοποθετηθεί κατά ομάδες σε ειδικούς χώρους που ονομάζονταν Casamatte, όπου ανοίγονταν οι κανονιοθυρίδες από τις οποίες γίνονταν οι σκοπεύσεις και οι βολές των πυροβόλων όπλων. Οι Casamatte, γρήγορα σταμάτησαν να κατασκευάζονται μέσα στα οχυρά, αφού η χρήση των μεγάλων κανονιών μέσα στους μεγάλους αυτούς χώρους ήταν προβληματική. Δεν ήταν μόνο το περιορισμένο οπτικό πεδίο που εμπόδιζε την άνετη χρήση των κανονιών, αλλά και ο αποπνικτικός καπνός που έβγαινε μετά από κάθε βολή. Έτσι, τα κανόνια μεταφέρθηκαν αναγκαστικά πάνω στα δώματα των φρουρίων, σε ανοικτούς χώρους διαμορφωμένους κατάλληλα σε μικρές πλατείες. Ο Francesco Basilicata σε έκθεση του 1630 αναφέρει πως στο ισόγειο υπήρχαν 18 μεγάλα κανόνια, στο δώμα άλλα 25 μικρότερα διαφόρων διαμετρημάτων, 300 κιβώτια μπαρούτι στις αποθήκες και 6.144 βλήματα διαφόρων μεγεθών.

H κύρια πύλη του Φρουρίου βρίσκεται στη Δυτική πλευρά. Η είσοδος ήταν προστατευμένη προσεκτικά: τρεις ξύλινες ισχυρές πόρτες υπήρχαν στο θολοσκεπή και ελαφρά κατωφερικό δρόμο της εισόδου, που οδηγούσε στο εσωτερικό του φρουρίου. Στη βόρεια, τη στενή πλευρά του φρουρίου, υπήρχε η δεύτερη πύλη προς το sperone και την ανοικτή θάλασσα. Στη νοτιοδυτική πλευρά του ισογείου υπήρχε και τρίτη, δευτερεύουσα έξοδος, που οδηγούσε στο χώρο του λιμανιού.

Το φρούριο έχει δύο ορόφους. Το ισόγειο φωτίζεται με μεγάλους φωταγωγούς από τη θολωτή στέγη. Διαιρείται σε 26 διαμερίσματα που χωρίζονται με παχείς τοίχους. Εκεί ήταν η κατοικία του καστελάνου και των αξιωματικών της φρουράς και των πυροβολητών, αποθήκες τροφίμων και πολεμοφοδίων, μια φυλακή, μια εκκλησία, ένας μύλος για το άλεσμα των σιτηρών, φούρνος και δεξαμενή νερού. Στο δώμα, στη βόρεια πλευρά, υπήρχε ο πύργος του φάρου.
Κατά την πολύχρονη πολιορκία δεν έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην άμυνα της πόλης. Όμως, το θαλάσσιο φρούριο είδε πολλές ανθρώπινες τραγωδίες στα διαμερίσματά του, όπου φυλακίζονταν οι επαναστάτες κατά την Ενετοκρατία και την Τουρκοκρατία.

Κατά την οθωμανική περίοδο, το φρούριο ονομάστηκε «Κούλες», και μέχρι σήμερα είναι έτσι γνωστό. Η ονομασία προέρχεται από την φράση “Su Kulesi” (θαλάσσιο φρούριο). Την περίοδο αυτή στο φρούριο προστέθηκαν επάλξεις, κανονιοθυρίδες και ένα μικρό τέμενος, ο μιναρές του οποίου σώζεται τμηματικά στην βορειοανατολική πλευρά του.



Οι Οθωμανοί, θεωρώντας ελλιπή την ασφάλεια του λιμανιού, αποφάσισαν την κατασκευή ενός νέου φρουρίου, μικρότερου σε μέγεθος από τον ενετικό Κούλε και απέναντι από αυτόν, γνωστός ως «Μικρός Κούλες».



Ανατρέχοντας στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, κάπου εκεί στις αρχές του 20ου αιώνα, μέσα από φωτογραφίες, σκίτσα, πίνακες και μαρτυρίες, ας φανταστούμε το μικρό λιμάνι με τον επιβλητικό Κούλε να δεσπόζει,







το απέναντι μικρότερο φρούριο, τον «μικρό Κούλε» που έκτισαν οι Τούρκοι, τις εγκαταστάσεις του ενετικού ναυστάθμου με τα Νεώρια, την αποθήκη του άλατος και τις βοηθητικές αποθήκες, τις Πύλες του Μόλου και των Νεωρίων και τα μικρά ψαράδικα βαρκάκια ή τα μεγαλύτερα ιστιοφόρα που πλεύριζαν δίπλα τους. Και φυσικά με τη θάλασσα βαθιά μέσα στα Νεώρια, άλλοτε να τα ακουμπάει γαλήνια και άλλοτε να τα χτυπάει αλύπητα.
Κάποτε, το λιμανάκι μας ήταν μικρό, γραφικό και συνάμα πολύβουο και κοσμοπολίτικο.

Τι έχει απομείνει σήμερα? Η θάλασσα μπαζώθηκε, την πρώτη 10ετία του 1900 καταστράφηκε εντελώς η ήδη πληγωμένη κατά τη σφαγή της 25ης Αυγούστου του 1898 Πύλη του Μόλου, η Πύλη των Νεωρίων, η μαρμάρινη σκάλα, οι ταρσανάδες (τα Νεώρια) σχεδόν αφανίστηκαν και όσοι γλίτωσαν, ίσα που φαίνονται από τις πολυκατοικίες που κτίστηκαν στην κορφή τους.





Ο Μικρός Κούλες των Οθωμανών κατεδαφίστηκε το 1936, για να γίνει προκυμαία για τη φόρτωση και εκφόρτωση εμπορευμάτων. Το 1959 άρχισε το μπάζωμα του λιμανιού και ακολούθησε η οριστική αλλοίωση όλης της περιοχής.
Και παρέμεινε το Φρούριο της Θάλασσας σε πείσμα όλων των συμφορών, περήφανο και αδάμαστα όμορφο να μας θυμίζει την ιστορία μας.





Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009

26 Νοεμβρίου 1922...ο μέχρι τότε "γραφικός ονειροπόλος ερασιτέχνης αρχαιολόγος" Howard Carter, μπαίνει, μετά από απίστευτο πείσμα, υπομονή και αγώνα που κράτησε δεκαετίες, στο τάφο του Τουταγχαμών. Η μεγαλύτερη ανακάλυψη του 20ου αιώνα, το όνειρο του Carter, έγινε πραγματικότητα. Μετά τα πανηγυρικά πρωτοσέλιδα και την διεθνή προβολή της καταπληκτικής αυτής ανακάλυψης, τον κυνήγησαν, όπως γίνεται συνήθως, τον κριτίκαραν για τις μεθόδους του, τον ξεγέλασαν, πέθανε ξεχασμένος απ' όλους, στην Αγγλία. Δίπλα του στάθηκε μόνο η αγάπη της ζωής του, η Εβελυν Κάρναβον, κόρη του λόρδου Κάρναβον, χρηματοδότη και φίλου πιστού και συμπαραστάτη στο όνειρο του Κάρτερ.
Και όπως γίνεται συνήθως, η καταξίωσή του ήλθε αργότερα. Σήμερα έχει τη θέση που του αξίζει στον κατάλογο των μεγάλων αρχαιολόγων του κόσμου.











Πριν χρόνια διάβασα ένα εξαιρετικό βιβλίο του Christian Jacq, "Το μυστικό του Τουταγχαμών", που τιμήθηκε με το βραβείο Maison de la presse το 1992 και ήταν στα δέκα best seller για το 1998.



Με το που το τέλειωσα, έτρεξα στη βιβλιοθήκη και διάβασα όλα τα σχετικά άρθρα του London Illustrated News. Με συνεπήρε η ανακάλυψη αναμφίβολα, με συνεπήρε όμως περισσότερο η επιμονή, η πίστη και το πείσμα του Howard Carter.