Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιερωματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιερωματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

'Έφυγε' ξαφνικά ο Μανόλης Ρασούλης!

 

Από http://www.cretalive.gr/


Ο Μανόλης Ρασούλης έφυγε από κοντά μας! Σε ηλικία 66 ετών πέθανε ο μεγάλος κρητικός καλλιτέχνης όπως μετέδωσε, νωρίς το μεσημέρι, το ΡΑΔΙΟ ΚΡΗΤΗ. Ο καλλιτέχνηςβρέθηκε νεκρός στη Θεσσαλονίκη χωρίς να ξέρει κανένας ακόμη την αιτία του αιφνίδιου θανάτου του... Σύμφωνα με το ΑΠΕ- ΜΠΕ, ο Μανώλης Ρασούλης βρέθηκε το πρωί από φίλους του ενώ βάσει του ιατροδικαστή που βρέθηκε στο χώρο, ο θάνατος του επήλθε πριν από...4 ημέρες!
Ο ίδιος έγραφε για τον...εαυτό του ότι γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης στις 28 Σεπτεμβρίου του 1945, μεγάλωσε στο Ηράκλειο, έψαλε στον Πολιούχο Άγιο Μηνά ο οποίος και τον επηρέασε αισθητικά και ιδεολογικά, βοηθούσε τον πατέρα του στο χρυσοχοείο όπου και από εκεί επηρεάστηκε από τα ρολόγια και τον χρυσό, ήταν σημαιοφόρος στο σχολειό του, από μικρός ανήκε στην νεολαία της αριστεράς - αφού ο πατέρας του ήταν για χρόνια στις ιταλικές φυλακές και ο θείος του στο Μαουτχάουζεν - κέρδισε δυο βραβεία στους μοντέρνους χορούς, ήρθε τέταρτος στα τετρακόσια μέτρα στους σχολικούς αγώνες του νομού και γενικά πέρασε πολύ όμορφα παιδικά χρόνια με τα αδέλφια του και τους φίλους του. Το όνομά του, Εμμανουήλ είναι εβραϊκό και σημαίνει άνθρωπος του Θεού, το επίθετό του προέρχεται από το ιερό όνομα του κορανίου "ρασούλ" και το τρίτο το σανσκριτικό του το έδωσε ο 'Οσσο και είναι "ντέβα παρινίτο" και σημαίνει ερωτευμένος με την θεικότητα.
Τελειώνοντας το γυμνάσιο ένιωθε ότι τα πάντα τον έσπρωχναν να κολυμπήσει στα βαθιά. Στην Αθήνα σπουδάζει σκηνοθεσία κινηματογράφου, γράφει ποιήματα, σενάρια, τραγουδάει ερασιτεχνικά στις μπουάτ της Πλάκας, δουλεύει στην εφημερίδα της αριστεράς "Δημοκρατική Αλλαγή", παίρνει μέρος στους αγώνες του 114, περπατάει όλες τις πορείες ειρήνης, γνωρίζει όλη την τότε πνευματική πρωτοπορία και δεν σταματάει να ονειρεύεται να γυρίσει ταινία βασισμένη σε ένα βιβλίο του Νίκου Καζατζάκη με μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, συνθέτοντας μέσα του τους δυο αυτούς μεγάλους δημιουργούς, κάτι το οποίο αργότερα πέτυχε. Στις 21 του Απρίλη συλλαμβάνεται από την Δικτατορία και περνάει μερικές ώρες στην "Μπουμπουλίνας". Φεύγει για το Λονδίνο όπου μένει 6 χρόνια. Εκεί διαμορφώνεται ιδεολογικά συμμετέχοντας στον αντιδικτατορικό αγώνα, αλλά και στο Τροτσκιστικό κίνημα στο οποίο ήταν στέλεχος και η Βανέσσα Ρεντγκρέιβ με την οποία δυο φορές συνεργάστηκε σε παραστάσεις με αγωνιστικούς στόχους.

Στο Λονδίνο γράφει τα πρώτα του βιβλία και γίνεται συνεκδότης της εφημερίδας Σοσιαλιστική Αλλαγή, στην οποία γράφει άρθρα και επιφυλλίδες, παίρνει μαθήματα πολιτικής οικονομίας και φιλοσοφίας και πουλάει για 6 χρόνια την εν λόγω εφημερίδα στους δρόμους, συμμετέχοντας ασταμάτητα στους αγώνες των εργατικών συνδικάτων.

Τον Μάη του '68 παίρνει μέρος στην μεγάλη εξέγερση των φοιτητών στο Παρίσι και τραυματίζεται πολύ σοβαρά από τους SRS. Το Λονδίνο τον αναδιαμορφώνει άνισα αλλά δημιουργικά. Το 74, λίγο μετά από το Πολυτεχνείο με απόφαση της οργάνωσης κατεβαίνει στην Αθήνα, όπου λόγω συλλήψεων από την Μυστική Αστυνομία, κρύβεται. Μετά τα γεγονότα στην Κύπρο το καλοκαίρι του 74 και την πτώση της Χούντας συνεχίζει τον πολιτικό αγώνα. Δουλεύει στα ναυπηγεία του Ανδρεάδη στο Πέραμα όπου κινδυνεύοντας να σκοτωθεί καθημερινά μπαίνει στην απεργιακή επιτροπή και πρωτοστατεί στο εργατικό κίνημα που ανατρέπει όλο το μέχρι τότε καθεστώς στα μεγάλα ναυπηγεία της Ελευσίνας. Στο Λονδίνο τον Ιούνιο του 1973 γεννιέται κατά την βούληση της διαλεκτικής της φύσης ένα κοριτσάκι, η κόρη του, που της έδωσε το όνομα Ναταλία, τιμής ένεκεν στη γυναίκα του Τρότσκι.
Τον καλεί ο φίλος του Μάνος Λοίζος και τραγουδά στον δίσκο "Τα νέγρικα" μαζί με την Μαρία Φαραντούρη. Επίσης ο ίδιος συνθέτης τον επιβάλει και τραγουδά το τραγούδι στα κομέρσιαλ ενός σίριαλ που γίνεται επιτυχία. Ο συνθέτης Νίκος Μαμαγκάκης του προτείνει και τραγουδά σ' ένα δίσκο του σε ποίηση Πρεβελάκη "Ο νέος Ερωτόκριτος". Τυπώνει τα τρία πρώτα του βιβλία: "Η μπαλάντα του Ιασαάκ", ένα σύνθετο ποίημα επηρεασμένο από τον αγώνα της νεολαίας, στο οποίο βιβλίο αναποδογυρίζει τον μύθο της θυσίας του Αβραάμ και έτσι ο Ισαάκ την παραμονή της Θυσίας το σκάει στα βουνά με κάποιους δούλους, αρχίζει πόλεμο ενάντια στον Αβραάμ τον οποίο και σκοτώνει. Έπεται το βιβλίο με διηγήματα "Μεγάλος ήρωας σε μικρή χαρτοσακούλα και ένα ανάμοικτο με διηγήματα και ποιήματα "κβο βαντις στατους κβο".
1978 - 2002 Αρχίζει να προσαρμόζεται στην ελληνική πραγματικότητα και να καταδύεται στην πεμπτουσία της. Το ένστιχτο και η μοίρα τον οδηγούν στον πυρήνα του ελληνικού τραγουδιού. Παραιτείται από το κόμμα μια μέρα που οι σύντροφοι υποστήριζαν τις ερυθρές πυρηνικές βόμβες ενάντια στις αντίπαλες. Βλέποντας έναν παραλογισμό ρίχνεται στη μελέτη των ανατολικών φιλοσοφιών . Ανακαλύπτει ή του αποκαλύπτεται μέσω μιας γνωστής του τον OSHO. Αναστατώνεται θετικά, διαβάζει βιβλία του, γοητεύεται, βαθαίνει, πηγαίνει στην Ινδία και τον συναντά. Συνεχίζοντας τις καλλιτεχνικές του δραστηριότητες τις εμπλουτίζει στο έπακρο με τη νέα του εμπειρία. Συστήνει στους Έλληνες τον OSHO εκδίδοντας το βιβλίο του "κρυμμένη αρμονία - ομιλίες πάνω στον Ηράκλειτο". Οι προτάσεις του συναντούν μια ανταπόκριση των πολιτών που με μπαγκράουντ την κοινωνικοπολιτική μεταστροφή υπάρχει μια φρέσκια και θετική ενέργεια στην ατμόσφαιρα. Μελετά, γράφει, ερωτεύεται ξερωτεύεται, διαλογίζεται, αυτοπαρατηρείται, παλινδρομεί , ορμά, ωριμάζει, ανοίγεται, ρισκάρει, πληρώνει το τίμημα. Αναπόφευκτη η αντιπαράθεση με τα πάσης φύσεως κατεστημένα που βλέπουν σ' αυτόν ένα κίνδυνο για την πόζα και την ανεπάρκεια τους. Ο OSHO, μεταβαίνει στο Όρεγκον. Χίλια δυο λαμβάνουν χώρα. Μια έρημος μετατρέπεται σε πόλη για 30000 ανθρώπους. Η Αμερικάνικη κυβέρνηση μετατρέπεται σε ταύρο σε γυαλοπωλείο. Τον καταδιώκει τον συλλαμβάνει τον φυλακίζει τον δηλητηριάζει, τον εκδιώχνει. Ο Ρασούλης συνεχίζοντας με συνέπεια αυτό που θεωρεί αναγκαίο, συγκρούεται και σιγά σιγά απομονώνεται, καθώς κόμματα, εκκλησία, ιδιωτικά κυκλώματα θεωρούν κίνδυνο τις προτάσεις του. Ακόμη και με το κέντρο του OSHO στο Όρεγκον ήρθε σε ρήξη. Γεμάτος αγωνία και περιεχόμενο κάνει μια επίσκεψη στη Νέα Υόρκη. Τρεισήμισι μήνες πρωτόγνωρη και αξέχαστη εμπειρία, τον αναγκάζει να προσθαφαιρεί στοιχεία προκειμένου να φτάσει στην Ιερή Φόρμουλα Χι τη χρυσή τομή του κόσμου, την κολυμπήθρα του Σιλωάμ. Πτοείται, πολλάκις απελπίζεται αλλά παραμένει στο ρινγκ χρησιμοποιώντας τακτικές του Ρομπέν του Δασών του Μπρους Λη και του Χριστού.
Τον κατηγορούν ότι είναι εγκέφαλος της 17 Ν. Αυτός δηλώνει για πολλοστή φορά ότι από φύση και θέση είναι ενάντια στη βία, ιδίως ενάντια στην ατομική τρομοκρατία. Όμως με τις δηλώσεις του τρομοκρατεί κάποιους και οι οποίοι τον υποδεικνύουν ως ιδεολογικό τρομοκράτη.
Συνεχίζει να παράγει έργο επειδή επιθυμεί και επειδή είναι μέτρο σύγκρισης για τη συνέπεια των ιδεολογικών και ηθικών πεποιθήσεων. Δηλώνει όμως ότι η οντότητα του είναι πιο ενδιαφέρουσα από το έργο του, τα προϊόντα του. Η κόρη του Ναταλί σπουδάζει μουσική και αποκαλύπτεται ως ακραίο μουσικό φαινόμενο σαν τραγουδίστρια λαϊκών τραγουδιών, χέβι μέταλ και στις Άριες των κλασσικών. Γίνεται γνωστή και στο εξωτερικό με το συγκρότημα Septic Flesh, αλλά συμμερίζεται εντός της Ελλάδος την εσκεμμένη απομόνωση του πατέρα της Μανώλη Ρασούλη. Με κεντρικό στόχο μια νέα συνείδηση πλανητική και μια νέα προσέγγιση στο τρίπτυχο ζειν ευζειν γνώθι σεαυτόν, παρεμβάλλεται στο εγχώριο αλλά και όσο μπορεί στο διεθνές γίγνεσθαι. Μέσα στην οδύσσειά του ο OSHO εκβράζεται και στην Κρήτη. Εκεί βρίσκει τον Ρασούλη να μένει στην ίδια περιοχή. Ήταν σαν ένα μήνυμα ύπαρξης. Ο Ρασούλης σαν Κρητικός κάνει το παν να προστατεύσει τον δάσκαλό του από τις επικείμενες επιθέσεις. Πληγώνεται όταν δεν το κατορθώνει και ο δάσκαλός συλλαμβάνεται και απελαύνεται.
Το γεγονός αυτό υπερδιπλασιάζει την εγρήγορση του, την ευθύνη του, την ερευνά του, την αυτοπαρατήρησή του, συνάμα υπερδιπλασιάζεται η προσπάθεια των απαράτ κράτους και παρακράτους για να τον παροπλίσουν και να τον φιμώσουν, με κινήσεις έμμεσες ή άμεσες με κλασσικά ή πρωτότυπα τρικ. Συνεχίζει να παράγει έργο, τραγούδια, βιβλία ραδιοπρογράμματα , άρθρα σε εφημερίδες της πρωτεύουσας και της επαρχίας.
Η Μελίνα Μερκούρη τον καλεί να πάρει μέρος στις εκδηλώσεις για την πολιτιστική Αθήνα και να τις δώσει ιδέες αλλά αρνείται γιατί δεν θεωρεί την Αθήνα άξια για να γίνει πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης. Έκτοτε μπαίνει στη μαύρη λίστα και του υπουργείου πολιτισμού. Προσπαθούν με δικαστικές καταδίκες να τον πτοήσουν και να τον βγάλουν εκτός ρινγκ., ο Ρασούλης κάνει συναυλίες στο Βερολίνο και στην Κωνσταντινούπολη και μιλά στο πνευματικό κέντρο του Δήμου Βαρκελώνης καθώς είναι φιλοξενούμενος του δήμου για ένα φεστιβάλ μεσογειακής ποίησης καθώς και στη Μαγιόρκα.
Τα τραγούδια του γίνονται γνωστά κι αγαπητά στο Ισραήλ, την Τουρκία, Τη Σερβία, στις Χώρες όπου υπάρχουν Έλληνες αλλά και για κάποιο μυστήριο λόγο και στην Ιαπωνία.
Τα τελευταία χρόνια στο απώγειο της προσπάθειας του και αφού το κατεστημένο το οποίο έχει ρίξει την Ελλάδα στον άκρατο αμοραλισμό, επικεντρώνεται να μπει τελειωτικά στη διεθνή αρένα έχοντας εκπαιδευτεί, από το εγχώριο στάτους που αποπνέει την πιο ιλουστρασιόν παρακμή σ' όλο το γκλόμπαλ βίλατζ. Όμως και με παράπλευρο στόχο να εκφράσει τη βαθύτερη ψυχή της Ελλάδας με την οικουμενική ψυχή και της παγκόσμια δυναμική στην ανακάλυψη του αντίδοτου και την παραγωγή μιας νέας ιδεολογίας, ενός νέου κώδικα αξιών, που αυτή τη στιγμή αναζητά ο κάθε έξυπνος ευαίσθητος και έντιμος πολίτης κάθε χώρας κάθε φυλής, κάθε τάξης, και φύλλου.
Τα τελευταία τρία χρόνια γίνεται νονός και κηδεμόνας ενός μικρού αγοριού του Πασχάλη που αγαπά ιδιαίτερα, και του φωτίζει τον ορίζοντα συνειδητοποίησης του νοήματος του κόσμου.
Η τελευταία σημαντική εμπειρία του υπήρξε η επίσκεψη στη μεγάλη πυραμίδα της Γκίζας στης 22-9-2001, επίσκεψη που του τροφοδότησε στα μέγιστα το κουράγιο για τη συνέχιση της έρευνας και του έργου του.



Να τραγουδάς κεί που πας συμπατριώτη...

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

ΓΥΝΑΙΚΑ...




ΓΥΝΑΙΚΑ
Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούτζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά σε μια σπηλιά στην Αλταμίρα

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ' είδες;
Στην άμμο πάνω σ' είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες

Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ' την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις, Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα

Νίκος Καββαδίας

Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011

ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΣΠΑΝΑΚΗΣ...με αφορμή την εγκατάλειψη της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης...ΝΤΡΟΠΗ ΜΑΣ!!!

Διάλεξη που έδοσα για τον αείμνηστο Στέργιο Σπανάκη το 2009. Την αφιερώνω σήμερα σε όσους πονούν και σε όσους αγωνίζονται για το θησαυρό που λέγεται Βικελαία Βιβλιοθήκη.


Δεν είναι η πρώτη φορά που το Ηράκλειο αποτίνει φόρο τιμής στον Στέργιο Σπανάκη. Πολλά τα αφιερώματ, οι εκδηλώσεις, οι δημοσιεύσεις για τη ζωή και το έργο του. Όλοι οι ιστορικοί, αρχαιολόγοι και ερευνητές όχι μόνο της γενιάς μου αλλά και των προηγούμενων και των επόμενων γενιών σε κείνον ανατρέχουν και θα ανατρέχουν. Το έργο του υπήρξε μνημειώδες και θα παραμείνει πάντα αναφορά για κάθε νέα προσπάθεια έρευνας των σελίδων της ιστορίας μας. Ανήκει στην γενιά εκείνη των μεγάλων Κρητολόγων, ανάμεσα στους κορυφαίους Στέφανο Ξανθουδίδη, Νικόλαο Πλάτωνα, Στυλιανό Αλεξίου, Θεοχάρη Δετοράκη, Νικόλαο Σταυρινίδη, Λευτέρη Πλατάκη, με προσφορά στον τόπο μας, σημαντική και πολύτιμη. Έφυγε τον Φεβρουάριο του 1994, αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό και ένα ανεπανάληπτο έργο.
Η ζωή του Στέργιου Σπανάκη είναι ευρύτερα γνωστή μέσα από τις δημοσιεύσεις και τα αφιερώματα αλλά και μέσα από την «Οδύσσειά» του, την αυτοβιογραφία του που εκδόθηκε και κυκλοφόρησε την ημέρα που πλήθος κόσμου τον συνόδευσε στην τελευταία του κατοικία. Ως Έφορος της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης, μιας από τις σημαντικότερες βιβλιοθήκες της Ελλάδας, έβαλε την πρώτη σφραγίδα στην μετέπειτα δυναμική παρουσία της στο χώρο των γραμμάτων και της επιστήμης.


Με μόνα εφόδια τη θέληση και τη φιλομάθεια, χωρίς υποστηρικτές, χωρίς οικονομικούς πόρους, χωρίς ποτέ να σκύψει το κεφάλι σε κατακτητές, πολέμιους ή απειλές, κατάφερε να μπει και να παραμείνει εσαεί στην πρώτη γραμμή των ερευνητών εκείνων που έριξαν φως στην ιστορία μας, αφήνοντας παρακαταθήκη αλλά και αφετηρία για μας τους επόμενους, το μνημειώδες έργο του.


Ο Στέργιος Σπανάκης, έβδομο και τελευταίο παιδί της οικογένειας Σπανάκη, από τις παλιότερες του Τζερμιάδω, γεννήθηκε στις 15 του Ιούνη του 1900 και του δόθηκε το όνομα Στερεός «για να στεριώσει» αφού είχε προηγηθεί ο θάνατος του προηγούμενού του αδελφού.


Από μικρό παιδί έδωσε δείγματα αξιοπρέπειας και πείσματος. Όπως αναφέρει ο ίδιος, sτο δημοτικό σχολείο, μια τιμωρία για ένα ασήμαντο γεγονός, την προσήλωσή του στον κουρκουμά του, που του κόστισε ένα χαστούκι από το δάσκαλό του, τον έκανε να απαρέσκεται στην ιδέα του σχολείου και να το ρίχνει στο σκασιαρχείο!


Παρά τα σκασιαρχεία, τελείωσε το 1912 το Δημοτικό και στα 13 του χρόνια αναγκάστηκε πρώτα να δουλέψει σαν τσιράκι κοντά στον καλύτερο τεχνίτη της περιοχής Στέφανο Μαρκάκη που έστηνε τους μύλους στο οροπέδιο Λασιθίου, και να αναλάβει όλες τις γεωργικές δουλειές του σπιτιού, το όργωμα, τη σπορά, την πώληση των κηπευτικών τους στη Νεάπολη και το Ηράκλειο. Η μάνα του, μετά τη στράτευση του μεγάλου του αδελφού Νίκου και τη συμμετοχή του στους Βαλκανικούς Πολέμους όπου υπηρέτησε ως πιλότος στην αεροπορία, αδυνατούσε να τα βγάλει πέρα με τις γεωργικές αυτές εργασίες, που σήκωσε στους μικρούς ώμους του ο νεαρός Στέργιος. Έκανε ακόμα και τον αγωγιάτη για λογαριασμό ξένων παραγωγών, μεταφέροντας προϊόντα τους στο Ηράκλειο και σε διάφορα χωριά, όπου τα διέθετε στο χονδρεμπόριο ή σε καλούς πελάτες, είτε περπατώντας ολημερίς είτε στη συνέχεια με ένα μουλάρι που κατάφερε να αγοράσει.


Κι έτσι μεγάλωνε, έχοντας ξεχάσει τα λίγα γράμματα που είχε μάθει στο Δημοτικό, χωρίς να μπορεί να ξαναπιάσει βιβλίο στα χέρια του, γυρνώντας στα χωριά και στις πόλεις φορτωμένος πατάτες και φασόλια, φτιάχνοντας μύλους και βλέποντας τα άλλα παιδιά της ηλικίας του να παίζουν στις αυλές καθώς γυρνούσε κατάκοπος από τις σκληρές δουλειές του αγρότη. Η πορεία του Στέργιου Σπανάκη θα ήταν προκαθορισμένη κάτω από τις συνθήκες αυτές, αν δε αποφάσιζε να πάρει τη ζωή του στα χέρια του και να την αλλάξει ολοκληρωτικά.


Το πείσμα του και η ανάγκη του για μάθηση, τον οδήγησαν τελικά, το 1918 πια, με τη βοήθεια του δευτεροξαδέλφου του Αριστοτέλη Γραμματικάκη, του γνωστού ιδρυτή της εφημερίδας ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ, στο «Λύκειον ο Κοραής», όπου γράφτηκε στην τρίτη τάξη του ελληνικού Γυμνασίου, ως «Στέργιος Σπανάκης». Εγκατέλειψε την κρητική βράκα, τα στιβάνια και τη ζωή του αγρότη κι αγωγιάτη, και μαθητής στην πόλη πια, έχοντας να αντιμετωπίσει εκεί παιδιά κατά έξι χρόνια μικρότερα, περνούσε τις τάξεις του Γυμνασίου μέχρι το 1922, επιστρέφοντας πάντα τα καλοκαίρια στον τόπο του για να συνεχίσει εκεί ξανά τις αγροτικές δουλειές. Στο Γυμνάσιο έζησε την επιδημία της γρίππης του 1919, και στο Ηράκλειο και στο χωριό του, την οποία περιγράφει γλαφυρά στην αυτοβιογραφία του λέγοντας χαρακτηριστικά, «…έφαε περισσότερους ανθρώπους απ’ ότι ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και οι Βαλκανικοί πόλεμοι μαζί».


Την περίοδο εκείνη ανέτειλε το Μικρασιατικό Μέτωπο. Ο Στέργιος Σπανάκης, θέλοντας με κάθε θυσία να τελειώσει το Γυμνάσιο, πήγε στην Αλεξάνδρεια με τη βοήθεια του αδελφού του που διέμενε εκεί, υπό δραματικές συνθήκες, όπου γράφτηκε στο Αβερώφειο Γυμνάσιο το οποίο όμως αναγκάστηκε να εγκαταλείψει λόγω της Μικρασιατικής Καταστροφής. Γύρισε στο Ηράκλειο και κατατάχτηκε στο στρατό, στη στρατιά του Έβρου από όπου αποστρατεύτηκε το 1923 μετά την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης. Τότε τέλειωσε επιτέλους τις γυμνασιακές του σπουδές και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών για το ακαδημαϊκό έτος 1923-1924. Αφηγείται ο ίδιος στην «Οδύσσεια» του, «Μελετούσα τα μαθήματα του έτους και έδιδα τις εξετάσεις αφού δεν είχα τα οικονομικά μέσα να παρακολουθώ τις παραδόσεις των καθηγητών. Το ίδιο συνεχίστηκε και τα επόμενα ακαδημαϊκά έτη 1923-1924, 24-25 και 25-26 και έκανα την εγγραφή μου στο επόμενο οικονομικό έτος 1926-1927».
Έφτασε έτσι στο τέλος της φοίτησης στη Νομική Σχολή χωρίς όμως να πάρει το πτυχίο της Νομικής, όπως προκύπτει από την αυτοβιογραφία του.
Το 1923 βρίσκει τον Στέργιο Σπανάκη, με εφόδια το απολυτήριο του Γυμνασίου και τις συνεχιζόμενες σπουδές του στη Νομική σχολή, και όπλα τη θέληση και το πείσμα του, έτοιμο να μπει δυναμικά στα δρώμενα της πόλης του Ηράκλειου, σε μια περίοδο που μεσουρανούσαν οι μεγάλες οικογένειες, οι κλειστές λέσχες, ο συντηρητισμός και τα ταμπού που χαρακτηρίζουν κάθε μικρή κλειστή κοινωνία.
Και από τότε, πολύ νέος ακόμα, έμαθε να παλεύει με τους «απέναντι», που όπως πολύ καλά γνωρίζουμε είναι απείρως πιο επικίνδυνοι από τα στοιχεία της φύσης που πάλευε από τα μικρά του χρόνια στα βουνά του Λασιθίου.


Στις αρχές του 1924, μετά την καταστροφή της Μικράς Ασίας είχε ιδρυθεί στο Ηράκλειο μια οργάνωση Εφέδρων αξιωματικών με την επωνυμία «Ένωση Εφέδρων πολεμιστών Ν. Ηρακλείου», με τμήματα σε όλο το νομό και με δικό της δημοσιογραφικό όργανο, τη «Φωνή του Εφέδρου», στην οποία είχε προσληφθεί ως ειδικός γραμματέας. Στην εφημερίδα αυτή έγραφε συστηματικά με το ψευδώνυμο verusjustus. Μετά από σοβαρό ζήτημα που δημιουργήθηκε για την αποκατάσταση των εφέδρων πολεμιστών στην Κρήτη, στοιχειοθετήθηκε κατηγορία εναντίον του ως γραμματέα και αρθρογράφου «εμπρηστικών» δημοσιευμάτων (και εναντίον των υπευθύνων του δημοσιογραφικού εντύπου), επί εσχάτη προδοσία! Το αποτέλεσμα ήταν η φυλάκισή του, στις «κάτω φυλακές» που βρίσκονταν στη βορειοδυτική γωνιά του σημερινού πάρκου Θεοτοκόπουλου στο συγκρότημα της Παλιάς Νομαρχίας. Μετά από τρεις μήνες εγκλεισμού, και αμνηστία που χορήγησε ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Ιωσήφ Κούνδουρος, οι κρατούμενοι στις φυλακές αφέθηκαν ελεύθεροι.


Ένα χρόνο μετά, το 1925, η δράση του αυτή και η παραμονή του στις φυλακές, του στοίχισε τη θέση του ως Διευθυντή του νεοϊδρυθέντος τότε Εμποροβιομηχανικού Επιμελητηρίου, αφού απολύθηκε μετά από εντολή του τότε Προέδρου του Επιμελητηρίου, Γιάννη Καρούζου. .


Με το ξεκίνημα του 1926, άρχισε να εργάζεται ως Έφορος στην Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου μετά από σχετικό διορισμό του από τον Δήμαρχο Ιωάννη Βογιατζάκη και την αποχώρηση του μέχρι τότε Εφόρου Ιταλού Άγγελο Μπελφιόρε.
Ο διορισμός αυτός και η θητεία του στη Βικελαία καθόρισε σε μέγιστο βαθμό την μετέπειτα πορεία του στο πεδίο της έρευνας και της συγγραφής. Στη βιβλιοθήκη, που δεν ήταν άγνωστο έως τότε μέρος για τον Στέργιο αφού ως μαθητής ήταν τακτικός αναγνώστης της, γνωρίστηκε με τους πνευματικούς ανθρώπους της πόλης και βρήκε τον πνευματικό του δρόμο. Μετά και το σεισμό του 1926 που προκάλεσε εκτεταμένες φθορές στα περισσότερα σπίτια του Ηρακλείου, μεταξύ των οποίων και στο δικό του, η βιβλιοθήκη έγινε το σπίτι του για ένα ολόκληρο καλοκαίρι.


Η Βικελαία ιδρύθηκε το 1908 μετά τη μεγάλη δωρεά του Δημητρίου Βικέλα, και στη συνέχεια άρχισε να πλουτίζεται με τις πρώτες δωρεές παλαίτυπων βιβλίων, από τον τότε Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο Ηρακλείου και το Δημόσιο Γυμνάσιο, και από ιδιώτες όπως ο γιατρός Ιωάννης Λιμπρίτης, ο Ανδρεάδης, η οικογένεια Καλοκαιρινού κ.λ.π. Στεγάστηκε αρχικά στα ισόγεια δωμάτια της Παλιάς Νομαρχίας που βρισκόταν στη θέση του σημερινού πάρκου Θεοτοκόπουλου, όπου υψωνόταν κατά την περίοδο της Ενετικής κυριαρχίας το Palazzo del Generale. Όπως γράφει ο Μανόλης Καρέλλης σε δημοσίευμά του στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ το 2004, ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Αριστείδης Στεργιάδης αναφέρει για τη βιβλιοθήκη, «τα παραχωρηθέντα δωμάτια είναι ανήλια και υγρά και ήρξατο να είναι καταφανής η εκ της υγρασίας βλάβη των βιβλίων». Και εκεί στα ανήλια αυτά δωμάτια παρέμειναν τα σπάνια αυτά βιβλία αρκετά χρόνια, μέχρι το 1920 που η Νομαρχία ζήτησε την εκκένωση των δωματίων αυτών και ο Δήμος αναγκάστηκε να μεταφέρει τη Βιβλιοθήκη στα τρία ισόγεια βορεινά δωμάτια του Δημαρχιακού Καταστήματος, που ήταν τότε στη νοτιοανατολική γωνία του σημερινού πάρκου Θεοτοκόπουλου. Στα επίσης ανήλια, γεμάτα μούχλα και υγρασία δωμάτια του Δημαρχιακού Καταστήματος η Βιβλιοθήκη παρέμεινε μέχρι το 1932.

Όταν τότε τελείωσε το λεγόμενο «Δημοτικό Μέγαρο των Ακτάρικων», αποφασίστηκε να μεταφερθεί εκεί η Βικελαία, στο ισόγειο του κτιρίου, όπου παρέμεινε στα χρόνια του μεσοπολέμου.
Από το 1938 μέχρι το 1942, το θέμα της στέγασης της Βιβλιοθήκης απασχόλησε σοβαρά το Δήμο, χωρίς να βρεθεί λύση, ενώ ο πόλεμος ανέκοψε φυσικά κάθε σχετική δράση. Το αναγνωστήριο και το κάτω απ' αυτό υπόγειο έγιναν καταφύγια με αποτέλεσμα η είσοδος της Βιβλιοθήκης να παραμένει ανοικτή συνεχώς νύχτα μέρα εκτεθειμένη σε κάθε κίνδυνο. Επιπλέον έγινε και αποθήκη των τροφίμων που έστελνε ο Ερυθρός Σταυρός. Σχετικά αναφέρει ο Στέργιος Σπανάκης: «Στην είσοδο του αναγνωστηρίου άνοιξαν μια τρύπα στο πάτωμα και απ΄ αυτήν έριχναν το σιτάρι στο υπόγειο της βιβλιοθήκης…»



Από τον Οκτώβρη του 1944 μέχρι τον Οκτώβρη του 1946 η Βιβλιοθήκη λειτούργησε στον ίδιο ισόγειο χώρο των Ακτάρικων. Το 1947 την μετέφεραν στον πρώτο όροφο του ίδιου μεγάρου, όπου στεγάστηκε για σαράντα περίπου χρόνια, οπότε αποφασίστηκε η επέκτασή της σε όλους τους χώρους του κτιρίου (εκτός εκείνων του ισογείου).
Στο διάστημα αυτό, ο Σπανάκης, ως Έφορος της Βιβλιοθήκης, ήλθε σε επαφή με τα βιβλία της ιστορίας μας με κυρίαρχο φυσικά το μνημειώδες έργο του μεγάλου ενετολόγου Giuseppe Gerola, “Monumenti Veneti nell" isola di Creta”. Ό ίδιος αναφέρει ότι από το βιβλίο αυτό πληροφορήθηκε για πολλές εκθέσεις προβλεπτών και δουκών τής Κρήτης.

Η πρόκληση για τον ανήσυχο ερευνητή Σπανάκη ήταν μεγάλη. Έτσι, αποφάσισε να μάθει ιταλικά και φοίτησε στην ιταλική σχολή της πόλης που βρισκόταν στην οδό Βύρωνος, απέναντι από τη σχολή καλογραιών, το γνωστό μας Ευαγγελισμό ενώ συγχρόνως διάβαζε ιταλικές εφημερίδες και περιοδικά για να εξοικειωθεί με τη γλώσσα. Η σπουδή της ιταλικής γλώσσας του άνοιξε νέους ορίζοντες για την ενασχόλησή του με την ιστορία μας κατά την περίοδο της ενετοκρατίας. Την ίδια αυτή περίοδο άρχισε να μεταφράζει ενετικά έγγραφα, αφού συνδέθηκε με τον Ιταλό Luigi Messedaglia, Γερουσιαστή και Πρόεδρο του Veneto di Scienze, Lettere ed Arti τής Βενετίας. Μέχρι το 1939 είχε αντιγράψει πάνω από 15 εκτενή έγγραφα της κρητικής ιστορίας της περιόδου της ενετικής κυριαρχίας στην Κρήτη.


Από το 1933 είχε διαλυθεί το μεταφραστικό γραφείο που είχε ιδρύσει, χωρίς αυτό να τον εμποδίσει να συνεχίζει με συνέπεια το μεταφραστικό του έργο. Συγχρόνως, την ίδια περίοδο προσλήφθηκε ως υπεύθυνος του τουρκικού αρχείου ο αείμνηστος Νικόλαος Σταυρινίδης που άρχισε να συντάσσει δελτία για τα έγγραφα που μετέφραζε και τα οποία μετά από αρκετά χρόνια εκδόθηκαν από το Δήμο Ηρακλείου στους πέντε τόμους «Μεταφράσεις των Τούρκικων Εγγράφων». Με τον Νικ. Σταυρινίδη, στενό του φίλο, συνεργάστηκε στην οργάνωση και ταξινόμηση των εντύπων της βιβλιοθήκης. Τη γνωριμία του με τον Σταυρινίδη θα αφηγηθεί αργότερα, το 1990, με συναρπαστικές λεπτομέρειες, σε δημοσίευμά του στο περιοδικό ΑΜΑΛΘΕΙΑ, με τον τίτλο: «Ό Νικόλαος Σταυρινίδης και το Τουρκικό Αρχείο Ηρακλείου».


Στην περίοδο της γερμανικής κατοχής, οι δυο άνδρες, βαθείς γνώστες της ιστορίας και της αξίας κάθε σχετικού με αυτήν εντύπου, περισυνέλεξαν πολύτιμο αρχειακό υλικό που βρέθηκε πεταμένο έξω από τα Δικαστήρια, το μετέφεραν στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου και τέλος στα υπόγεια της Βικελαίας Βιβλιοθήκης. Τη διάσωση του τουρκικού αρχείου, τη μεταφορά του στη Βικελαία και τον σπουδαίο ρόλο που έπαιξαν οι δύο άνδρες σε αυτήν την πολιτιστική επιχείρηση που έλαβε χώρα σε περίοδο που ο πόλεμος μαινόταν και μεσουρανούσε η κατοχή, περιγράφει και πάλι ο Σπανάκης στην «Οδύσσεια» του:
«Οι Γερμανοί, όπως θα θυμούνται αρκετοί ηλικιωμένοι σημερινοί Ηρακλειώτες, εγκατέστησαν τις υπηρεσίες των στη σημερινή Νομαρχία και το Δικαστικό Μέγαρο κ.λπ., και έδιωξαν όλες τις ελληνικές Υπηρεσίες, οι οποίες εγκαταστάθηκαν στο μέγαρο Φυτάκη. Η Υπηρεσία Υποθηκοφυλακείου, που ήταν στο ισόγειο των Δικαστηρίων, δεξιά από την είσοδο, πήρε τα Αρχεία του Υποθηκοφυλακείου. Τους κώδικες του Μεταφραστικού Γραφείου τους εγκατέλειψαν, ως φαίνεται. Μια μέρα έτυχε να περάσουμε με το Σταυρινίδη από την πλατεία Δασκαλογιάννη και βλέπομε μπροστά από την νότια είσοδο των Δικαστηρίων, πεταμένους σε σωρούς, τους κώδικες του Ιεροδικείου. Ποιος τους πέταξε έξω; Οι υπάλληλοι του Υποθηκοφυλακείου ή οι Γερμανοί, όταν κατέλαβαν το δωμάτιο; Αυτό μου είναι άγνωστο. Το ευτύχημα είναι ότι περάσαμε, ως φαίνεται, αμέσως και δεν πρόφθασαν να τους διαρπάσσουν οι διάφοροι, όπως διάρπασαν ολόκληρες βιβλιοθήκες και τις πούλησαν στα διάφορα οπωροπωλεία και παντοπωλεία για περιτύλιγμα. Βρήκαμε ένα χειραμάξιο με τον άνθρωπό του και τα μεταφέραμε στη Βικελαία Βιβλιοθήκη, στη στοά του Δημοτικού μεγάρου Ακτάρικα, όπου στεγαζόταν. Φυσικά με έξοδά μας. Για να μη τα αφήσουμε στην υγρασία του πατώματος να σαπίσουν, μαζέψαμε από τα ερείπια των βομβαρδισμών, που ήταν στους δρόμους, διάφορα ξύλα από πόρτες, παράθυρα κ.λπ. βρήκαμε και ένα ξυλουργό και έφτιαξε μερικές πρόχειρες προθήκες στα μέτρα των ιδιογράφων κωδίκων, τις οποίες τοποθετήσαμε στο βάθος του αναγνωστηρίου».
Η αντίδραση του διορισμένου τότε δημάρχου Ηρακλείου Μάνθου Πλεύρη για την περισυλλογή αυτή, αναφέρεται πάλι από τον Σπανάκη αλλά και από τον Σταυρινίδη:
«Απετάνθημεν αμέσως αμφότεροι εις τον τότε υπό των Γερμανών διορισθέντα δήμαρχον Ηρακλείου, όστις αλλόφρων μας εξεδίωξεν εκ του γραφείου του λέγων ότι η ανθρωπότης δεν έχει πλέον ανάγκη αρχείων και ιστορίας διότι τώρα αρχίζει νέα ιστορική περίοδος…»
Τον Ιανουάριο του 1944, το Γερμανικό Φρουραρχείο του Ηρακλείου, απέστειλε στον κατοχικό Δήμαρχο Ηρακλείου, μια διαταγή με την οποία απαιτούσε την άμεση απόλυση του Εφόρου της Βικελαίας Στέργιου Σπανάκη καθώς και δυο συναδέλφων του στο Δήμο, ύστερα από υπόδειξη, όπως αναφέρει ο Σπανάκης, ντόπιων συνεργατών των Γερμανών, λόγω της συμμετοχής του στο Ε.Α.Μ. κατά την αντίσταση κατά της γερμανικής κατοχής. Για να αποφύγει τη σύλληψη και την βέβαιη μεταφορά του σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης, κρύφτηκε σε διάφορα σπίτια γνωστών, μεταξύ των οποίων και στο σπίτι του φίλου του Νίκου Σταυρινίδη. Και τον Απρίλη, όταν άνοιξε ο καιρός, πήγε στο Λασίθι, στον τόπο του, όπου παρέμεινε μέχρι την απελευθέρωση.



Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, επέστρεψε στο Ηράκλειο και στην Υπηρεσία του στη Βικελαία, όπου δέχτηκε την σημαντική επίσκεψη της Επιτροπής που όρισε η πρώτη μεταπελευθερωτική κυβέρνηση για την καταγραφή των γερμανικών ωμοτήτων. Όπως ο ίδιος περιγράφει, "Στο Ηράκλειο ήλθε τότε μια επιτροπή αποτελούμενη από τον Νίκο Καζαντζάκη, τον Ιωάννη Καλιτσουνάκη, τον Γιάννη Κακριδή και τον φωτογράφο Κουτουλάκη για να καταγράψουν τις ζημιές και τις καταστροφές των Γερμανών … για αποζημίωση των παθόντων από τη Γερμανία. Ήλθαν και στη βιβλιοθήκη … Μεταξύ των παθόντων είμουν κι εγώ».
Στο μεταξύ είχε ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος, και ο Σπανάκης, ως μέλος του ΕΑΜ κατά τη γερμανική κατοχή, θεωρήθηκε αντιφρονών επαναστάτης! Το 1946, με απόφαση του Υπουργείου των Εσωτερικών που υπογράφει ο τότε υπουργός Κ. Καλκάνης), ο Στέργιος Σπανάκης και τέσσερις άλλοι συνάδελφοί του, ο Μιχάλης Λογαριαστάκης, ο Μηνάς Νικηφοράκης, ο Μιχάλης Παντατοσάκης και ο Αντρέας Σινάνης ετέθησαν σε ειδική κατάσταση διαθεσιμότητας (κάτι που αποτελούσε τον ευφημισμό της απόλυσης), λόγω των πολιτικών τους φρονημάτων.
Η ουσιαστική απόλυση είχε μεν «νομικό» στήριγμα το Θ΄ ψήφισμα της 27/28-6-1946 «περί εξυγιάνσεων των δημοσίων υπηρεσιών», σχετιζόταν όμως με την πιθανολογούμενη αποχή του Στέργιου Σπανάκη και των συναδέλφων του από τις εκλογές του Μαρτίου του 1946 και με τη στάση τους στο δημοψήφισμα για την επαναφορά του Γεωργίου της 1η Σεπτεμβρίου 1946 αλλά, βεβαίως, και με την δράση τους στο ΕΑΜ.
Μετά την αποχώρηση του Στέργιου Σπανάκη από την Βικελαία το 1946, μετά από 20 χρόνια θητείας ως Έφορός της, η Βιβλιοθήκη λειτούργησε με τον Νικόλαο Σταυρινίδη έως το 1983 οπότε ανέλαβε ως υπεύθυνος ο Νίκος Γιανναδάκης.
Μετά την απόλυσή του και σε όλο το δύσκολο από κάθε άποψη διάστημα, αφού έπρεπε να δουλεύει για να συντηρεί την οικογένειά του και τα τέσσερα παιδιά του, είτε ως αλληλογράφος στο ναυτιλιακό γραφείο των Ανεμογιάννη – Δρακοντίδη, στη «Μεσογειακή» ραφιναρία Ελαίου του Στεφανίδη, και σε πολλά άλλα καταστήματα, είτε ως γραμματέας σε διάφορα σωματεία, δεν σταμάτησε στιγμή να μελετά, να μεταφράζει, να αρθρογραφεί και να συγγράφει.
Από το 1939, είχε αρχίσει να δημοσιεύει τα συμπεράσματα των ερευνών του. Πρώτη δημοσίευση, η μελέτη του για τη Λότζια του Ηρακλείου, στο περιοδικό «Κρητικές Σελίδες" που εξέδιδε η Θάλεια Καλλιγιάννη. Την ίδια εκείνη χρονιά, ο γνωστός δημοσιογράφος και ιστορικός Ιωάννης Μουρέλλος είχε σχεδιάσει την έκδοση μηνιαίου Ιστορικού και Λαογραφικού περιοδικού, με τον τίτλο «Κρητικά Χρονικά», και είχε θελήσει να έχει ως μόνιμους συνεργάτες του τον Σπανάκη ως Διευθυντή της Βικελαίας Βιβλιοθήκης, και τον Νικόλαο Σταυρινίδη, ως ειδικό μεταφραστή του Τουρκικού Αρχείου Δήμου Ηρακλείου», όπως αναγράφεται στην αναγγελία του περιοδικού.


Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Γερμανική Κατοχή εμπόδισαν την έκδοση, ωστόσο ο τίτλος αυτός αναστήθηκε αργότερα, το 1947, με το πασίγνωστο περιοδικό της Εταιρείας Κρητικών Ιστορικών Μελετών.
Ο Ανδρέας Καλοκαιρινός, από τους ιδρυτές της Ε.Κ.Ι.Μ., πριν την έκδοση των Κρητικών Χρονικών, ίδρυσε ένα αξιόλογο περιοδικό με τον τίτλο «Νέα Εποχή», Στα πέντε τεύχη του περιοδικού που κυκλοφόρησαν, συνεργάστηκε συστηματικά και ο Στέργιος Σπανάκης.
Παράλληλα με όλα αυτά τα γεγονότα και με τον καθημερινό αγώνα για επιβίωση, ο Σπανάκης κατόρθωσε να ολοκληρώσει τον πρώτο τόμο του μνημειώδους έργου του «Μνημεία της Κρητικής Ιστορίας» που τυπώθηκε στο τυπογραφείο Αλικιώτη και κυκλοφόρησε το 1940.


O Σπανάκης ανέλαβε την έκδοση με δικά του μέσα, χωρίς χρηματοδοτήσεις και αρωγές. Τα «Μνημεία της Κρητικής Ιστορίας» αριθμούν 6 συνολικά τόμους. Πρόκειται για εκθέσεις πού συνέτασσαν και υπέβαλλαν στη Γαληνότατη Δημοκρατία της Βενετίας οι Γενικοί Προβλεπτές της Candia για την κατάσταση της Κρήτης κατά την περίοδο που υπηρετούσαν στο νησί, και μας παρέχουν θεαματική εικόνα του Βασιλείου της Κρήτης κατά τα τελευταία χρόνια της βενετικής κυριαρχίας.
Ό πρώτος τόμος της σειράς εκδόθηκε το 1940 όπως αναφέρω παραπάνω, και ο τελευταίος το 1976. Στο 6τομο αυτό έργο έχουν εκδοθεί οι Εκθέσεις των Προβλεπτών Zuanne Mocenigo (1589), Francisco Morosini (1629), Filippo Pasqualigo (1594) Benetto Moro Π602), Francesco Basilicata (1630) και Antonio Priuli (1667). Στοιχεία της φυσικής γεωγραφίας, των οικισμών, του πληθυσμού, της οικονομίας, του εμπορίου, των δημοσίων έργων, των φρουρίων, της στρατιωτικής και πολιτικής οργάνωσης, των ιδιαίτερων τοπικών συνθηκών, της θρησκευτικής κατάστασης και πολλά άλλα εξαιρετικά ενδιαφέροντα θέματα όπως οι σεισμοί και οι επιδημίες πανώλους που έπληξαν το νησί κατά την περίοδο αυτή, παρουσιάζονται με ακρίβεια και εγκυρότητα.
Ή έκδοση του περιοδικού «Κρητικά Χρονικά» το 1947 από τον Ανδρέα Καλοκαιρινό, άνοιγε και για τον Σπανάκη ένα νέο πεδίο εργασίας. Δεν ήταν μόνο το περιοδικό, στο οποίο μπορούσε να δημοσιεύει τις επιστημονικές του μελέτες. Ο Καλοκαιρινός οργάνωσε ένα ιδιωτικό τυπογραφείο για την έκδοση του περιοδικού. Ο Σπανάκης, προκειμένου να μειώνει στο ελάχιστο το κόστος της έκδοσης των «Μνημείων Κρητικής Ιστορίας», αφού δεν είχε από πουθενά οικονομική στήριξη, έμαθε την τέχνη της τυπογραφίας και στοιχειοθετούσε ο ίδιος τα κείμενά του στο τυπογραφικό εργαστήριο του Καλοκαιρινού, όπου γινόταν η στοιχειοθεσία των «Κρητικών Χρονικών» και αργότερα των εκδόσεων τής Εταιρείας Κρητικών Ιστορικών Μελετών, με αποτέλεσμα να εξασφαλίσει και σύνταξη τυπογράφου.
Το 1951 ιδρύθηκε η Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, το καταστατικό της οποίας υπογράφει μεταξύ άλλων επιφανών συμπολιτών μας ο Στέργιος Σπανάκης, που ήδη από το 1947 είχε στενή συνεργασία με τον Ανδρέα Καλοκαιρινό, από τους πρωτεργάτες της Ε.Κ.Ι.Μ. Από τότε και για αρκετά χρόνια, παράλληλα με το συγγραφικό και μεταφραστικό του έργο και τις συστηματικές δημοσιεύσεις άρθρων του στα περιοδικά «Κρητικά Χρονικά», ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΑ του φίλου του Λευτέρη Πλατάκη και ΑΜΑΛΘΕΙΑ, και σε εφημερίδες της εποχής, είχε ενεργό συμμετοχή στα δρώμενα της Ε.Κ.Ι.Μ., ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας, ως Επιμελητής των εκδόσεών της  και ως ιδιαίτερα ενεργό μέλος στις διοργανώσεις των πρώτων Διεθνών Κρητολογικών Συνεδρίων.
Με επιστολές του προς τον Πρόεδρο της Ε.Κ.Ι.Μ. τα έτη 1953, 1955, 1957, 1958 και 1961 ζήτησε οικονομική ενίσχυση για την έκδοση των επόμενων τόμων των «Μνημείων…», και με σχετικές αποφάσεις του Δ.Σ. της Εταιρείας, η έκδοση του έργου ενισχύθηκε οικονομικά κατά ποσοστό, χωρίς ωστόσο να αναλάβει η ίδια η Εταιρεία τις πολύτιμες αυτές εκδόσεις.
Το 1965, όπως φαίνεται σε σχετικά έγγραφα του αρχείου του Ιστορικού Μουσείου Κρήτης, σε επιστολή του τότε εκδότη της εφημερίδας ΑΛΛΑΓΗ και μετέπειτα Δημάρχου Μανόλη Καρέλλη προς τον Υπουργό Συντονισμού Κων/νο Μητσοτάκη, τέθηκε το θέμα απόδοσης του ποσού των 30 000 δρχ, που είχε κατατεθεί στο ταμείο της Ε.Κ.Ι.Μ. για την έκδοση του δεύτερου τόμου του πασίγνωστου δίτομου οδηγού της Κρήτης στον δικαιούχο της χρηματοδότησης και συγγραφέα του οδηγού Στέργιο Σπανάκη.  Στην επιστολή αυτή ανταποκρίθηκε το Υπουργείο και με απάντησή του προς την Εταιρεία, παρήγγειλε τη διαβίβαση του ποσού αυτού στον δικαιούχο.
Το 1968, η δικτατορία, εκείνον επέλεξε να απολύσει και να απομακρύνει από το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Κ.Ι.Μ.. Έτσι, με διαταγή του ταξίαρχου Τζουβελέκη προς την Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών στις 30 Μαΐου του 1968, «αποφασίστηκε και διατάχθηκε» η απόλυσή του η οποία και πραγματοποιήθηκε από το Δ.Σ. της Εταιρείας.



Από τότε και μέχρι το 1985, καμιά σχέση δεν φαίνεται να υπήρξε μεταξύ του Σπανάκη και της Ε.Κ.Ι.Μ., εκτός από την ιδιότητα του ως εταίρου, παρόλη την προσφορά του μέχρι τότε, προς την Εταιρεία.
Στην αυτοβιογραφία του διαφαίνεται ότι οι σχέσεις του, τουλάχιστον με τον Ανδρέα Καλοκαιρινό, είχαν ίσως διακοπεί. Όπως αναφέρει για το περιοδικό Κρητικά Χρονικά, «…από το 1947 μέχρι το 1973 εκδόθηκαν 25 τόμοι πολυσέλιδοι. Ο πρώτος με 670 σελίδες και ο ΚΕ’ με 542. Άρχισε και η έκδοση του ΚΣΤ’ και εκδόθηκαν 4 τυπογραφικά φύλλα. Αλλά δυστυχώς, διακόπηκε η έκδοση. Το λόγο της διακοπής τον γνωρίζει μόνο ο εκδότης». Και επίσης σε άλλο σημείο της «Οδύσσειάς» του αναφέρει, «τι συνέβη και διακόπηκε η έκδοση του θαυμάσιου, από κάθε άποψη περιοδικού, δεν μπόρεσα να μάθω». Τα αναφέρει αυτά, όντας εταίρος της Ε.Κ.Ι.Μ. και στενός συνεργάτης για δεκαετίες.
Όμως, συνέχισε να δημοσιεύει άρθρα του στα «Κρητικά Χρονικά» και να παίρνει μέρος, ως σύνεδρος πια, στα Κρητολογικά Συνέδρια.
Η τελευταία γραπτή μαρτυρία για τη συμμετοχή του ως εταίρου στην Ε.Κ.Ι.Μ. είναι επιστολή του που έστειλε το Φεβρουάριο του 1985 πια, στον Πρόεδρο της Εταιρείας, όπου γράφει τις απόψεις του για την λειτουργία και τις δραστηριότητές της και τελειώνει την επιστολή λέγοντας, «…για όλα αυτά, και για πολλά άλλα, χρειάζεται η Εταιρεία νέο αίμα. Νέα πρόσωπα με ζήλο και αυταπάρνηση. Και πιστεύω πως θα ευρεθούν όσα χρειάζονται. Άλλωστε δεν χρειάζονται πολλά. Λίγα αλλά εκλεκτά. Τους παλιούς τους βάρυναν τα χρόνια. Κουράστηκαν. Εύχομαι ολόψυχα να πραγματοποιηθούν οι σκέψεις αυτές. Με φιλικούς χαιρετισμούς…»


Ο Στέργιος Σπανάκης, παρ’ όλες τις διώξεις που υπέστη, τον συνεχή αγώνα του για επιβίωση, τις ακάματες προσπάθειές του με ελάχιστα μέσα και χωρίς οικονομικές ενισχύσεις και «πλάτες» να τον υποστηρίζουν, έξω από φατρίες και κλειστές λέσχες, διατηρώντας την αξιοσημείωτη αξιοπρέπειά του, κατόρθωσε να μπει και να παραμείνει στην πρώτη γραμμή των πνευματικών ανθρώπων της πόλης μας αλλά και της πατρίδας μας.
Ήδη από το 1939, εκτός από τη μελέτη του για τη Λότζια που όπως ανέφερα παραπάνω είχε δημοσιευτεί στις Κρητικές Σελίδες το έτος εκείνο, είχε έτοιμη και τη μελέτη του για την «Ύδρευση του Ηρακλείου (1938¬-1939)», που όμως παρέμενε αδημοσίευτη μέχρι το 1981 που το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος-Τμήμα Ανατολικής Κρήτης χρηματοδότησε την έκδοση της.


Η άλλη σπουδαία μελέτη του, «Συμβολή στην Ιστορία του Λασιθίου κατά τη Βενετοκρατία», εκδόθηκε από την Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών το 1957, ενώ σε άλλα δημοσιεύματά του ασχολήθηκε με επί μέρους τοπικά θέματα, όπως οι χαρακτηριστικοί μύλοι, αξιοποιώντας και την εμπειρία του ως κατασκευαστής μύλων, τα αποστραγγιστικά έργα στον Λασιθιώτικο κάμπο και η Σητεία.
Πασίγνωστος είναι επίσης ο δίτομος Ιστορικός και Αρχαιολογικός οδηγός της Κρήτης, για την ανατολική Κρήτη το 1962 και για τη Δυτική το 1970, ο κόκκινος και ο μπλε όπως τον λέμε πάντα, που αποτέλεσε και το ερέθισμα για το τελευταίο μεγάλο έργο του «Πόλεις και χωριά της Κρήτης στο πέρασμα των αιώνων», σε δύο ογκώδεις τόμους.


Δημοσίευσε εξαιρετικά άρθρα στο περιοδικό «Κρητικά Χρονικά», όπως «Ή διαθήκη του Ανδρέα Κορνάρου. 1611» (Κρητικά Χρονικά Θ., 379-478), εκθέσεις Δουκών της Κρήτης, στατιστικές πληροφορίες και αναφορές σε ιστορικές οικογένειες της Κρήτης όπως των Σολομών και των Καλοκαιρινών, άρθρα που αναφέρονται σε ζητήματα της εκκλησιαστικής ιστορίας της νήσου κατά την περίοδο τής Ενετοκρατίας, στα θέατρα τής Κρήτης κατά τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους, στα έργα και τις ημέρες ενός τοκογλύφου στην Κρήτη στα χρόνια της ενετοκρατίας, στον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο και το ζωγραφικό έργο του, στην πολιτική διαθήκη του Νίκου Καζαντζάκη, σε θέματα κρητικής γλώσσας και διαλέκτου και πολλά άλλα.


Το 1971, στην καρδιά της δικτατορίας, επιμελήθηκε τη μνημειώδη έκδοση της Νομαρχίας Ηρακλείου «Το Ηράκλειον και ο Νομός του», μια έκδοση εκπληκτική στην οποία έγραψαν και συνεργάστηκαν οι επιφανέστεροι επιστήμονες και ερευνητές του τόπου. Κάποιοι παλιοί συναγωνιστές του στα χρόνια την αντίστασης, τον κατηγόρησαν για συνεργασία με τη χούντα. Φανερά πληγωμένος από την κατηγορία αυτή, αναφέρει στην «Οδύσσεια», «..η ανωτερότητα του οδηγού Το Ηράκλειον και ο Νομός του, όπου δεν αναφέρεται τίποτε για τη χούντα, με δικαίωσε».
Ανάμεσα στις τόσες δημοσιεύσεις του, έδινε διαλέξεις για την ιστορική εξέλιξη της πόλης μέσα στους αιώνες που εκδόθηκαν αυτοτελώς από το Δήμο Ηρακλείου, με τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Το Ηράκλειο στο πέρασμα των αιώνων», το 1990.
Ως Πρόεδρος του Συλλόγου Πολιτιστικής Ανάπτυξης Ηρακλείου σύνδεσε το όνομα του με δυο σημαντικές εκδόσεις, πού αναφέρονται στην Κρήτη. Το 1978 επιμελήθηκε την ελληνική έκδοση του βιβλίου τής αιγύπτιας καθηγήτριας Ζενάπ Ίσμάτ Ράσεντ «Ή Κρήτη υπό την αιγυπτιακήν εξουσίαν 1830-1840», σε μετάφραση από τα αραβικά του Δρ. Ευγενίου Μιχαηλίδη. Το έργο παρέχει σημαντικές πληροφορίες για την κατάσταση στην Κρήτη μετά τη λήξη της μεγάλης επανάστασης του 1821-1830, για τη δεκαετία πού η νήσος βρισκόταν στην εξουσία του αντιβασιλέα τής Αίγυπτου Μοχάμεντ Άλυ. Μια δεύτερη μεγάλη έκδοση του Συλλόγου, πού επίσης επιμελήθηκε ο Σπανάκης, ήταν η «Περιγραφή τής νήσου Κρήτης», η περίφημη «Descriptio Insule Crete» του Φλωρεντινού καθολικού ιερωμένου Cristoforo Buondelmonti, που περιηγήθηκε την Κρήτη μεταξύ 1415-1418, έργο που γνωρίζαμε μόνο από την -Creta Sacra-- του Cornelius.
Όπως ήδη αναφέραμε, το πρώτο σοβαρό σύγγραμμα πού τράβηξε την προσοχή του, ήταν τα «Monumenti veneti nell' isola di Creta" του Giuseppe Gerola.
Το 1938, με επιστολή του, ζήτησε από το Istituto di Scienze, Lettere ed Arti της Βενετίας την άδεια της μετάφρασης, που του χορηγήθηκε από τον τότε διευθυντή τού Ινστιτούτου και εξ αλληλογραφίας φίλο του Luigi Messedeglia. Ό Σπανάκης μετέφρασε πιστά και ετοίμασε για επιστημονική έκδοση το δεύτερο τόμο τού τετράτομου έργου, πού αναφέρεται στην Εκκλησία και στα εκκλησιαστικά μνημεία τής Κρήτης. Όπως ο ίδιος γράφει στην Οδύσσειά του: «Τη μετάφραση αυτή έκαμα την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής και μάλιστα την τελείωσα στον κρυψώνα μου, σε ένα ερημόσπιτο του μακαρίτη φίλου μου Νικ. Σταυρινίδη, στο Μικρό Τζαμάκι (σήμερα λέγεται Πλατεία Ρωμανού)». Η εκκλησία στην οποία απευθύνθηκε για τη χρηματοδότηση της έκδοσης αυτής, αδιαφόρησε εντελώς. Τελικά, η μετάφραση αυτή εκδόθηκε από την Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων τής Κρήτης το 1993.
Ένα άλλο έργο του όμως παραμένει ακόμη ανέκδοτο. Η μεταγραφή του «Βιβλίου πληροφοριών» του Πέτρου Καστροφύλακα, με τίτλο: «Βιβλίον πληροφοριών των δημοσίων πραγμάτων τού Βασιλείου της Κρήτης, γραμμένο με κάθε επιμέλεια από έμενα τον Πέτρο Καστροφύλακα, λογιστή τού Σωματείου των εκλαμπροτάτων κυρίων Τζουάνε Γκρίτι και Ιούλιο Γκαρτσόνι, προς τούς εκλαμπροτάτυυς αφέντες, για να μπορέσουν να έχουν έτοιμο κάθε τι πού θα μπορούσε να χρειαστεί στη γαληνότατη Δημοκρατία». Πρόκειται για μια προσεκτική και λεπτομερή καταγραφή των ενοικιαστών δημοσίων κτημάτων, πού είχαν οφειλές στο δημόσιο, κατά επαρχίες για την Ανατολική Κρήτη και κατά νομούς για τη Δυτική και τα Επτάνησα. Ευρεία χρήση του Καστροφύλακα κάνει ο Σπανάκης στο βιβλίο του για τις πόλεις και τα χωριά τής Κρήτης.


Στο αρχείο του βρίσκεται επίσης σε αντίγραφο η πολύτιμη Έκθεση τού Ιακώβου Foscarini (1576), που προοριζόταν να καταλάβει τον 7ο τόμο του έργου του «Μνημεία τής Κρητικής Ιστορίας». Ή προχωρημένη ηλικία, δεν του επέτρεψε να προχωρήσει στη μετάφραση της έκθεσης αυτής του διασημότερου ίσως από τους Προβλεπτές της Βενετίας στην Κρήτη. Όπως γράφει ό ίδιος, με κάποια δόση μελαγχολίας, στην αυτοβιογραφία του, «Το κείμενο τούτο περιμένει τον μεταφραστή και τον εκδότη του».
Τα κοντά 50 χρόνια που πέρασαν από την απόλυσή του από τη θέση του Εφόρου της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης Ηρακλείου ως το θάνατό του, ο Στέργιος Σπανάκης τα αφιέρωσε στην οικογένειά του. Στη γυναίκα του Στέλλα, στα τέσσερα παιδιά του, τη Θέμιδα, την Ελένη, το Νίκο και την Καίτη, στα εγγόνια και στα δισέγγονά του, αλλά και στην ιστορική έρευνα και τη συγγραφή βιβλίων.
Όπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο, το 1988, δώρισε την πλουσιότατη βιβλιοθήκη του στη Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου.


Η βιβλιοθήκη του Στέργιου Σπανάκη αποτελείται από 3609 βιβλία, κυρίως κρητολογικού ενδιαφέροντος που μπορούμε να τα κατατάξουμε σε ιστορικά, αρχαιολογικά, ταξιδιωτικά, λαογραφικά, θεολογικά, διάφορα λεξικά και σε βιβλία τέχνης, καθώς και από 242 χάρτες της Κρήτης, πολλοί από τους, οποίους είναι σπάνιοι.
Η έρευνα και το συγγραφικό του έργο τον καθιέρωσαν ως ένα από τους σημαντικότερους μελετητές της ιστορίας της Κρήτης ιδιαίτερα κατά την περίοδο της ενετικής κυριαρχίας. (διαφάνεια 32-33) Η Ακαδημία Αθηνών τον τίμησε το 1976 ενώ το 1977 τιμήθηκε με το βραβείο της Ενώσεως Συγγραφέων και Δημοσιογράφων Τουρισμού.
Το 1985 παρασημοφορήθηκε από την Ιταλική Δημοκρατία.
Ένα χρόνο μετά, το 1987 τιμήθηκε από την Ελληνική Δημοκρατία με το μετάλλιο της Εθνικής Αντίστασης.




Το 1991, στα Χανιά, τιμήθηκε επίσης σε ειδική τιμητική εκδήλωση του Συνδέσμου Φιλολόγων Χανίων, τον Αύγουστο του 1992 τον τίμησε η ιδιαίτερη πατρίδα του σε εκδήλωση του Συλλόγου Λασιθιωτών Αθηνών «Δικταίος» που πραγματοποιήθηκε στο χωριό του το Τζερμιάδω, τον Οκτώβριο του 1992 τον τίμησε στο Ηράκλειο ο Σύλλογος Πολιτιστικής Ανάπτυξης και τον αμέσως επόμενο Μήνα, τον Νοέμβριο του 1992, τιμήθηκε από την Παγκρήτια Ένωση Αθηνών σε τιμητική εκδήλωση που οργανώθηκε από το Σύλλογο Ηρακλειωτών η «Κνωσός».


Το ενδιαφέρον και την έννοια του για τη Βικελαία και την πικρία του για την αδιαφορία του Δήμου Ηρακλείου και για τις διώξεις που υπέστη, εξέφρασε σε επιστολή του προς τις εφημερίδες της πόλης, με αφορμή Απόφαση του Δήμου το 1960 για μεταφορά της Βιβλιοθήκης στο παλιό Τηλεγραφείο στην οδό 25ης Αυγούστου, απέναντι από το σημερινό μέγαρο των Μινωικών γραμμών, προκειμένου να ενοικιάσει το κτίριο της Βικελαίας στη ΔΕΗ!



Χαρακτηριστικά αναφέρει, «Με οδύνη πληροφορήθηκα την απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου για τη μεταφορά της Bικελαίας Βιβλιοθήκης στο ερείπιο της οδού Μαρτύρων, το γνωστό σε όλους πρώην τηλεγραφείο που εγκαταλείφτηκε ακριβώς επειδή είναι ετοιμόρροπο, από το σεισμό του 1926 που φαίνεται να το λησμόνησαν οι αρμόδιοι άρχοντες. Σκοπεύει το Δημοτικό Συμβούλιον με την απόφασή του αυτή να κλείσει εντελώς τη Βιβλιοθήκη και να απαλλαγεί από το “βάρος” της και το μπελά της; Ή να παγιδεύσει στο ερείπιο μέσα τα φιλοπρόοδα παιδιά των Ηρακλειωτών και να τα εκθέσει σε ένα βέβαιο κίνδυνο; και το ένα και το άλλο είναι λυπηρό και αξιοθρήνητο. Και οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η μετοικεσία αυτή είναι παιδαριώδεις! Αφορμή λέει ο θόρυβος του κέντρου! Ενώ είναι αποδεδειγμένο ότι ο θόρυβος, κυρίως των ανερχομένων την οδό Μαρτύρων αυτοκινήτων, είναι αληθινά ανυπόφορος. Το ζήτημα της Βιβλιοθήκης ουδέποτε αντιμετωπίσθηκε στα σοβαρά και με πραγματικό ενδιαφέρον από τις Δημοτικές Αρχές του Ηρακλείου. Πάντοτε η Βιβλιοθήκη θεωρήθηκε πάρεργο και περιττό βάρος στο δημοτικό προϋπολογισμό. Σε τέτοιο σημείο που στο παρελθόν βρέθηκαν δημοτικοί σύμβουλοι να προτείνουν την... εκποίησή της για να απαλλαχθεί ο Δήμος από τον “μπελά” της!»
Και τελειώνει γράφοντας, «οι πνευματικές οργανώσεις του Ηρακλείου κυρίως μα και όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι πρέπει να κινηθούν δραστήρια για να ματαιώσουν το σχεδιαζόμενο έγκλημα. Εν ανάγκη, αν ο Δήμος βαρέως φέρνει το μεγάλο φορτίο της κληρονομιάς του Δ. Bικέλα ας δημιουργηθεί ένας Οργανισμός των πνευματικών ανθρώπων του Ηρακλείου, που δεν λείπουν ο οποίος να προικιστεί με ωρισμένα έσοδα, που δεν είναι δύσκολο να βρεθούν, για να αναλάβει υπεύθυνα όχι μόνο τη συντήρησή της και την κανονική λειτουργία της μα και την βελτίωση και τον συγχρονισμό της. Από εκεί πρέπει να ξεκινήσει κάθε πνευματική κίνηση του τόπου, που, ομολογείται απ’ όλους τελευταία δεν βρίσκεται σε καθόλου ζηλευτό σημείο, όπως άλλοτε. H πνευματική ζωή είναι τόσο απαραίτητη όσο τουλάχιστο και η υλική, για την οποία αρχίζει το πνευματικό Ηράκλειο να ενδιαφέρεται περισσότερο. Ας με συγχωρήσουν, όσοι τυχόν θίγονται, αν χρησιμοποίησα ωμές εκφράσεις. Αυτό οφείλεται στο μεγάλο μου πόνο και το ενδιαφέρον για τη βιβλιοθήκη αυτή, με την οποία με συνδέει ζωή ενός τετάρτου του αιώνα σχεδόν, ενδιαφέρον που δεν κατώρθωσε να σβύσει η πικρία που με πότισαν ωρισμένοι”.


Ακόμα και σε πολύ προχωρημένη ηλικία, δεν έπαψε να μελετά κ να συγγράφει. Στον λουλουδιασμένο κήπο του στον Πόρο όπου έζησε όλα σχεδόν τα ώριμα χρόνια της ζωής του, τον συνάντησα ένα περίπου χρόνο πριν μας αφήσει. Θυμάμαι την οξυδέρκεια και το έντονο διερευνητικό βλέμμα του, τις καίριες ερωτήσεις του για τις δικές μου ενασχολήσεις. Περισσότερο όμως θυμάμαι την απίστευτη μνήμη του και τη λάμψη της ματιάς του.


Πλήρης ημερών αλλά αφήνοντας πίσω του ένα μεγάλο και δυσαναπλήρωτο κενό, ο Στέργιος Σπανάκης πήρε το δρόμο για τη γειτονιά των αγγέλων τον Φεβρουάριο του 1994.


Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ, 11 Δεκεμβρίου




Η Χάρτα των δικαιωμάτων του παιδιού (UNICEF):

•Δικαιούμαι να έρθω στη ζωή. Δικαιούμαι να υπάρξω.
•Δικαιούμαι να μεγαλώσω σε έναν κόσμο χωρίς βία και φτώχεια.
•Δικαιούμαι να ζήσω σε έναν κόσμο που σέβεται και προστατεύει το φυσικό περιβάλλον.
•Δικαιούμαι να έχω ελεύθερη πρόσβαση στον μαγικό κόσμο της γνώσης.
•Δικαιούμαι να έχω ελεύθερο χρόνο και χώρο για να παίζω.
•Δικαιούμαι να μάθω τί είνα καλό για την σωματική και ψυχική μου υγεία.
•Δικαιούμαι να περνάω αρκετό χρόνο με τους γονείς μου.
•Δικαιούμαι να ζήσω με αθωότητα και ανεμελιά τα παιδικά μου χρόνια.
•Δικαιούμαι να ζήσω σε μιά κοινωνία που προστατεύει τα προσωπικά μου δεδομένα.
•Δικαιούμαι έναν κόσμο ανθρώπινο, δίκαιο και ειρηνικό. ΄Εναν κόσμο στον οποίο θα μεγαλώσουν αύριο τα δικά μου παιδιά.












Πώς να κρυφτείς απ' τα παιδιά;
Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα
και μάς κοιτάζουν με μάτια σαν κι αυτά
όταν ξυπνούν στις δύο η ώρα

Ζούμε μέσα σ' ένα όνειρο που τρίζει
σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας
Μα ο χρόνος ο αληθινός
σαν μικρό παιδί είναι εξόριστος
Μα ο χρόνος ο αληθινός
είναι ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός

Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά
μα ούτε και στους μεγάλους πια
Πάει καιρός που έχω μάθει ξαφνικά
πως είμαι ασχημοπαπαγάλος

Πώς να τα κρύψεις όλα αυτά;
Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλοι
και σε κοιτάζουν με μάτια σαν κι αυτά
όταν γυρνάς ξανά στην πόλη

Ζούμε μέσα σ' ένα όνειρο που τρίζει
σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας
Μα ο χρόνος ο αληθινός
σαν μικρό παιδί είναι εξόριστος
Μα ο χρόνος ο αληθινός
είναι ο γιος μας κι ο καινούριος μου εγγονός

Στίχοι - μουσική: Διονύσης Σαββόπουλος

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

28 Οκτωβρίου 1940











Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας
(1945).    Οδυσσέας Ελύτης

1
Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος,
Που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός,
Καθώς εχιόνιζε απ' το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας,
Κι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες,

Εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
Και μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό,
Που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
Μα όλος ο κόπος τ' ουρανού,
Όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
Πρωί στα πόδια του βουνού,
Τώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει,

Τώρα, η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκκαλιάρικα,
Πιάνει και σβήνει ένα-ένα τα λουλούδια επάνω της,
Μες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
Από λιμό χαράς κοίτουνται τα τραγούδια
Βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
Κόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ως το μυαλό. Κάτι κακό
Θ' ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου,
Τα όρνια μοιράζονται ψηλά τις ψίχες τ' ουρανού.

2
Τώρα μες στα θολά νερά ένας ίσκιος νευριάζει.
Ο άνεμος αρπαγμένος απ' τις φυλλωσιές
Κάνει εμετό στη σκόνη του,
Τα φρούτα φτύνουν το κουκκούτσι τους,
Η γη κρύβει τις πέτρες της,
Ο φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχοντας
Την ώρα που μες από τα ουράνια θάμνα
Το ούρλιασμα της συννεφολύκαινας
Σκορπάει στου κάμπου το πετσί θύελλα ανατριχίλας.
Κι ύστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι αλύπητο,
Κι ύστερα πάει φρουμάζοντας στις νηστικές κοιλάδες,
Κι ύστερα βάζει τους ανθρώπους ν' αντιχαιρετίσουνε:- φωτιά ή μαχαίρι!

Γι' αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν
Κακό θ' ανάψει εδώ. Μην απελπίζεται ο σταυρός,
Μόνο ας προσευχηθούν μακριά του οι μενεξέδες!

3
Γι' αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή,
Λυώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
Ο Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο!
Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέρα,
Κάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας αντίκρυ
Στο θάνατο- κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει.
Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι ήβρε το θάρρος
Καταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μες στον ήλιο,
Κιάλια, τηλέμετρα, όλμοι κέρωσαν!

Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
Το κράνος κύλησε από την αριστερή μεριά...

Στο χώμα μόνο μια στιγμή κουνήθηκαν οι ρίζες, Ύστερα σκόρπισε ο καπνός κι η μέρα πήε δειλά Να ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια.
Mα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά
Μόλις σταμάτησε για λίγο μες στα δόντια ο θάνατος,
Κι ύστερα χύθηκε μεμιάς ως τα χλωμά του νύχια!

4
Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη,
Μ' ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά,
Μ' ένα κλαδάκι λησμονιάς στ' αριστερό του αφτί,
Μοιάζει μπαξές που του' φυγαν άξαφνα τα πουλιά,
Μοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά,
Μοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
Μόλις είπαν«γεια παιδιά!» τα ματοτσίνορα
Κι η απορία μαρμάρωσε...

Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αιώνες μαύροι γύρω του
Αλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
Κι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
Ακούν με προσοχή·
Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε,
Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.

Κάτω απ' τα πέντε κέδρα,
Χωρίς άλλα κεριά,
Κείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη...
Άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα,
Στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο,
Κι ανάμεσα απ' τα φρύδια-
Μικρό πικρό πηγάδι, δακτυλιά της μοίρας,
Μικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο,
Πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!

Ω! μην κοιτάτε, ω μην κοιτάτε από που του-
Από που του' φυγε η ζωή. Μην πείτε πως-
Μην πείτε πως ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή, έτσι λοιπόν η μια
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή, παράτησε την άλλη,
Κι ο ήλιος ο παντοτεινός έτσι με μιας τον κόσμο!

5
Ήλιε, δεν ήσουν ο παντοτεινός;
Πουλί, δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;
Λάμψη, δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
Κι εσύ, περβόλι, ωδείο των λουλουδιών,
Κι εσύ, ρίζα σγουρή, φλογέρα της μαγνόλιας!
Έτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δέντρο
Και το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
Κι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
Και τα δυο μάτια πάνε να δακρύσουν-
Γιατί, ρωτάει ο αϊτός, πού'ναι το παλικάρι;
Κι όλα τ' αητόπουλα απορούν πού'ναι το παλικάρι!
Γιατί, ρωτάει, στενάζοντας η μάνα, πού'ναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν πού να'ναι το παιδί!
Γιατί; ρωτάει ο σύντροφος, πού να'ναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν πού να'ναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός.
Πιάνουν το χέρι και παγώνει,
Παν να δαγκάσουνε ψωμί, κ' εκείνο στάζει αίμα,
Κοιτούν μακριά τον ουρανό κ' εκείνος μελανιάζει
Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος
Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί
Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!...

6
Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Μια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μες το κλάμα του·
Βγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Και το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα...
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι,
Καβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
Κι ήρθαν από της γης τα πέρατα
Οι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
Εκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά,
Εκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

Ήταν γερό παιδί·
Τις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων
Ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης
Πιάνοντας ύστερα χορό μ' όλες τις νύφες λεύκες
Ώσπου ν' ακούσει και να χύσ' η αυγή το φως μες στα μαλλιά του,
Η αυγή που μ' ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
Στη σέλλα δυο μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο
Να βάφει τα λουλούδια
Ή πάλι με στοργή να σιγονανουρίζει
Τις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν...
Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του
Τι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθος
Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα!...

Ήταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του,
Με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά,
Και με το κράνος του- γιαλιστερό σημάδι
(Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
που δεν γνώρισε κακό ποτέ του)
Με τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
Και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του.
-Φωτιά στην άνομη,φωτιά!

Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λυώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Και το στώμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο,
Και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας.
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν.
Γιατί να κλάψουν;
Ήταν γενναίο παιδί!

7
Τα δέντρα είναι από κάρβουνο που η νύχτα δεν κορώνει.
Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
Τίποτε. Μες στην παγωνιά κουρνιάζουν τα βουνά
Γονατισμένα. Κι από τις χαράδρες βουίζοντας
Απ' τα κεφάλια των νεκρών η άβυσσο ανεβαίνει...
Δεν κλαίει πια ούτ' η Λύπη. Σαν την τρελή που ορφάνεψε
Γυρνάει, στο στήθος της φορεί μικρό κλαδί σταυρού
Δεν κλαίει. Μονάχ' από τα μελανά ζωσμένη Ακροκεραύνια
Πάει ψηλά και στήνει μια πλάκα φεγγαριού
Μήπως και δουν τον ίσκιο τους γυρνώντας οι πλανήτες
Και κρύψουν τις αχτίδες τους
Και σταματήσουν
Εκεί στο χάος ασθμαίνοντας εκστατικοί!...

Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος,
Σφίγγεται η ερημιά στον μαύρο της μποξά,
Σκυφτή πίσω από μήνες- σύννεφα αφουκράζεται
Τι να' ναι που αφουκράζεται σύννεφα- μήνες μακριά;
Με τα κουρέλια των μαλλιών στους ώμους-αχ αφήστε την-
Μισή κερί μισή φωτιά μια μάνα κλαίει-αφήστε την-
Στις παγωμένες άδειες κάμαρες όπου γυρνάει-αφήστε την!
Γιατί δεν είναι η μοίρα χήρα κανενός
Κι οι μάνες είναι για να κλαιν, οι άντρες για να παλεύουν
Τα περιβόλια για ν' ανθούν των κοριτσιών οι κόρφοι
Το αίμα για να ξοδεύεται, ο αφρός για να χτυπά,
Κι η λευτεριά για ν' αστραφτογεννιέται αδιάκοπα!

8
Πέστε λοιπόν στον ήλιο να' βρει ένα καινούριο δρόμο
Τώρα πια που η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη
Αν θέλει να μη χάσει από την περηφάνια του·
Ή τότε πάλι με χώμα και νερό
Ας γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!
Πέστε στον ήλιο να' βρει ένα καινούριο δρόμο
Μην καταπροσωπίσει πια ούτε μια μαργαρίτα
Στη μαργαρίτα πέστε να' βγει μ' άλλη παρθενιά
Μη λερωθεί από δάκτυλα που δεν της πάνε!

Χωρίστε από τα δάχτυλα τ' αγριοπεριστέρια
Και μην αφήστε ήχο να πει το πάθος του νερού
Καθώς γλυκά φυσά ουρανός μες σ' αδειανό κοχύλι
Μη στείλτε πουθενά σημάδι απελπισιάς
Μόν' φέρτε από τις περιβόλες της παλικαριάς
Τις ροδωνιές όπου η ψυχή του ανάδευε
Τις ροδωνιές όπου η ανάσα του έπαιζε
Μικρή τη νύφη χρυσαλλίδα
Που αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζι
Στον ήλιο, σαν μεθοκοπούν χρυσόσκον' οι χρυσόμυγες
Και παν με βιάση τα πουλιά ν' ακούσουνε απ' τα δέντρα
Ποιου σπόρου γέννα στύλωσε το φημισμένο κόσμο!

9
Φέρτε καινούρια χέρια τι τώρα ποιος θα πάει
Ψηλά να νανουρίσει τα μωρά των άστρων!
Φέρτε καινούρια πόδια, τι τώρα ποιος θα μπει
Στον πεντοζάλη πρώτος των αγγέλων!
Καινούρια μάτια-Θε μου- τι τώρα πού θα παν
Να σκύψουν τα κρινάκια της αγαπημένης!
Αίμα καινούριο, τι με ποιο χαράς χαίρε θ' ανάψουν
Και στόμα, στόμα δροσερόν από χαλκό κι αμάραντο,
Τι τώρα ποιος στα σύννεφα θα πει«γεια σας παιδιά!»
Mέρα, ποιος θ' αψηφίσει τα ροδακινόφυλλα;

Νύχτα, ποιος θα μερέψει τα σπαρτά;
Ποιος θα σκορπίσει πράσινα καντίλια μες στους κάμπους
Ή θ' αλαλάξει θαρρετά κατάντικρυ απ' τον ήλιο,
Για να ντυθεί τις θύελλες καβάλα σ' άστρωτο άλογο
Και να γενεί Αχιλλέας των ταρσανάδων;
Ποιος θ' ανεβεί στο μυθικό και μαύρο ερημονήσι
Για ν' ασπαστεί τα βότσαλα
Και ποιος θα κοιμηθεί
Για να περάσει από τους Ευβοϊκούς του ονείρου
Να βρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτια
Αίμα και λαλιά
Να ξαναστυλωθεί στα μαρμαρένια αλώνια
Και να ριχτεί-αχ τούτη τη φορά-
Και να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του!

10
Ήλιος, φωνή χαλκού, κι άγιο μελτέμι
Πάνω στα στήθη του όμοναν«Ζωή, να σε χαρώ!»
Δύναμη εκεί πιο μαύρη δε χωρούσε
Μόνο με φως χυμένο από δαφνόκλαδο
Κι ασήμι από δροσιά μόνον εκεί ο σταυρός
Άστραφτε, καθώς χάραζε η μεγαλοσύνη
Κι η καλοσύνη με σπαθί στο χέρι πρόβελνε
Να πει μες απ' τα μάτια του και τις σημαίες τους«Ζω!»

Γεια σου μωρέ ποτάμι οπού' βλεπες χαράματα
Παρόμοιο τέκνο Θεού μ' ένα κλωνί ρογδιάς
Στα δόντια να ευωδιάζεται από τα νερά σου·
Γεια σου και συ χωριατομουσμουλιά που αντρείευες
Κάθε που' θελε πάρει Αντρούτσος τα όνειρά του·
Και συ βρυσούλα του μεσημεριού που έφτανες ως τα πόδια του
Και συ κοπέλα που ήσουνα η Ελένη του
Που ήσουνα το πουλί του, η Παναγιά του, η Πούλια του
Γιατί και μια μόνο φορά μες στη ζωή αν σημάνει
Αγάπη ανθρώπου ανάβοντας
Άστρον απ' άστρο τα κρυφά στερεώματα
Θα βασιλεύει πάντοτες παντού η θεία ηχώ
Για να στολίζει με μικρές καρδιές πουλιών τα δάση
Με λύρες από γιασεμιά τα λόγια των ποιητών
Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει
Κι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει ανάβοντας!

11
Κείνοι που επράξαν το κακό- γιατί τους είχε πάρει
Τα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας
Γιατί τους είχε πάρει
Τη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο
Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
Χωρίς τέρατα σίδερα και κουτουλιές φωτιάς
Eκεί που γδύν' η θάλασσα τ΄ αμπέλια και τα ηφαίστεια

Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι
Στα βράχια της πατρίδας πάλι και με το μαντολίνο Ζάλογγο!
Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
Μυρίζοντας τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
Όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!
Kείνοι που επράξαν το κακό - τους πήρε μαύρο σύγνεφο

Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ' έλατα και με κρύα νερά
Μ' αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
Παππού δεν είχαν από δρυ κι από οργισμένο άνεμο
Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
Με πικραμένα μάτια·
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο- δεν είχαν πίσω τους αυτοί
Θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
Μάνα που να' χει σφάξει με τα χέρια της
Ή μάνα μάνας που με βυζί γυμνό
Χορεύοντας να' χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!
Kείνοι που επράξαν το κακό - τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Μα κείνος που τ' αντίκρυσε στους δρόμους τ' ουρανού
Ανεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

12
Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος...

Λουλούδια αγοροκόριτσα του κρυφογνέφουνε
Και του μιλούν με μια ψηλή φωνή που αχνίζει στον αιθέρα
Γέρνουν και κατ' αυτόν τα δέντρα ερωτεμένα
Με τις φωλιές χωμένες στη μασχάλη τους
Με τα κλαδιά τους βουτηγμένα μες στο λάδι του ήλιου
Θαύμα- τι θαύμα χαμηλά στη γη
Άσπρες φυλές μ' ένα γαλάζιο υνί χαράζουνε τους κάμπους
Στράφτουν βαθιά οι λοφοσειρές
Και πιο βαθιά τ' απρόσιτα όνειρα των βουνών της άνοιξης!

Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
Τόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του
Φαίνεται μες στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός
Και στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων..
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζουνται τα ζώα
Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούνε
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του
Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο, λένε: το Πάσχα τ' ουρανού!

13
Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο-

Λένε γι' αυτόν που κάηκε μες στη ζωή
Όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα·
Για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια
Ενώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη·
Για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κι εσβήστη
Τότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας
Και πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!

Λένε γι' αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει
Για τον βαθύ καημό του έρωτα της ζωής
Που είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέρας
Και κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μίλου τα δοκάρια
Για τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσική
Στο παραθύρι ορθές σφίγγοντας το μαντίλι τους
- Κι έπνιγ' η βαρυσυννεφιά τα βουρκωμένα στήθη -
Για τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιά
Προσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου

Ύστερα, δυνατά πέταλα έξω απ' το κατώφλι
Λένε για το ζεστό και αχάιδευτο κεφάλι του
Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
Τόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!

14
Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ' όνειρο μες στο αίμα
Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:
Ελευθερία.
Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν τον δρόμο:
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος

Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στα νερά
Καράβια μ' ανοιχτά πανιά πλέουν μες στους λειμώνες
Τα πιο αθώα κορίτσια
Τρέχουν γυμνά στα μάτια των αντρών
Κι η σεμνότη φωνάζει πίσω από το φράχτη
Παιδιά! Δεν είναι άλλη γη ωραιότερη...
Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει!

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Ολοένα εκείνος ανεβαίνει·
Τώρα λάμπουνε γύρω του οι πόθοι που ήταν μια φορά
Χαμένοι μες στης αμαρτίας τη μοναξιά·
Γειτόνοι της καρδιάς του οι πόθοι φλέγονται·
Πουλιά τον χαιρετούν, του φαίνονται αδερφάκια του
Άνθρωποι τον φωνάζουν, του φαίνονται συντρόφοι του

«Πουλιά, καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!»
«Σύντροφοι, σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!»
Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γιαλίζει στα μαλλιά του
Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο, αύριο: το Πάσχα του Θεού