Περιγραφή του ιστολογίου

Στο παρόν ιστολόγιο μπορεί κανείς να βρει πρωτότυπα ερευνητικά και φιλοσοφικά κείμενα. Οι κατηγορίες (labels) του ιστολογίου είναι χαρακτηριστικές των φιλοσοφικών τάσεων που διέπουν τις αναρτήσεις. Παρότι οι τελευταίες δεν είναι συνήθως ολοκληρωμένες μελέτες, αλλά στοχαστικές παρεμβάσεις και σχόλια σε επιλεγμένα ζητήματα, αφορούν τη βιοθεωρία, την κοσμοθεωρία και τη γραμματολογία της παραδοσιακής σκέψης, της νεωτερικότητας και της μετανεωτερικότητας.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Infinity. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Infinity. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Η ύλη της φαντασίας από το άπειρο στην υπερβολή

                                      
                                   

Η γένεση της αμφισβήτησης όσον αφορά τη δημιουργική φαντασία για τον Πλωτίνο συνίσταται σε μία διαρκή προβολή ενός ειδώλου σε ένα άλλο είδωλο, χωρίς πέρας. Ο απατηλός κόσμος των αντανακλάσεων έχει να κάνει πρώτιστα και κύρια με την ύλη της φαντασίας. Στις Εννεάδες, Ι.4.10, ο Πλωτίνος συγκρίνει την ύλη με κάτοπτρο. Ό,τι αντικατοπτρίζεται σε αυτό είναι μόνο μία εικόνα ή αναληθές ον (εἴδωλον ὄν καὶ εἰς οὐκ ἀληθινόν οὐκ ἀληθές).[1] Η εικόνα αυτή της ύλης είναι εικόνα ενός άλλου προτύπου και ούτω καθ’ εξής. Αν εμείς αντιλαμβανόμαστε την ύλη ως υπαρκτή είναι γιατί βλέπουμε σε αυτή το ουσιαστικό βάθος της γνώσης.[2]Φαίνεται να υπάρχει μία διαφορά ανάμεσα στο είδωλο και το κάτοπτρο, αφού το πρώτο απεικονίζεται στο δεύτερο. Όμως υπάρχει η περίπτωση και το κάτοπτρο να απεικονίζεται ως είδωλο σε ένα άλλο κάτοπτρο και ούτω καθ’ εξής.[3] Έτσι θεωρώντας τις σχέσεις ανάμεσα στις υποστάσεις υπό την οπτική της αντανάκλασης, και δεδομένου ότι η αισθητή ύλη ταυτίζεται με το άπειρο, η αλυσίδα των αντανακλάσεων δεν έχει πέρας. Η νοητή ύλη καθρεφτίζει τον εαυτό της ως ετερότητα του Ενός, ενώ η αισθητή ύλη θα πρέπει να αντανακλάται, είτε στην ψυχή, όπου θα πρέπει να βλέπει τον εαυτό της, αλλά ως κατώτερη ψυχή, είτε στον εαυτό της, οπότε θα είναι και κάτοπτρο και είδωλο μαζί. Πρόκειται για ένα αβυσσαλέο κάτοπτρο που θα έχει ένα αβυσσαλέο είδωλο. Μόνο με την αναβάθμιση της αισθητής ύλης σε νοητή, καθώς προσεγγίζει τη πηγή κάθε αντανάκλασης, ο καθρέφτης των αντανακλάσεων και των παραμορφώσεων σπάει και η ύλη φωτίζεται.   
Παρόλα αυτά η φαντασία παραμένει ένας τρόπος να εξελίσσεται η ζωή, η νόηση, το είναι και το γίγνεσθαι. Η λειτουργία της φαντασίας είναι απελευθερωτική όταν πετυχαίνει να προσανατολίσει εκ νέου σε μία άλλη διέξοδο προς την πραγματικότητα· είναι όμως υποδουλωτική όταν, δημιουργώντας εμμονές, παγιώνει τον τρόπο σκέψης. Για παράδειγμα η ώριμη υπαρξιστική φιλοσοφία του Ζαν-Πωλ Σαρτρ στηρίχτηκε ακριβώς στη λειτουργία της φαντασίας και της εικονοποιείας,[4] όπως ερμηνεύτηκε πριν τον πόλεμο από τον ίδιο. Το ελεύθερο υπαρξιστικό υποκείμενο[5] γεννιέται από το άνοιγμα της σκέψης προς το πραγματικό· βασική προϋπόθεση για αυτή τη διάνοιξη είναι η φαντασία. Καθώς κανείς χρησιμοποιεί την ικανότητα του να φαντάζεται τον κόσμο, το επόμενο λογικό στάδιο είναι η δράση, με στόχο τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την καλυτέρευσή του. Με βάση αυτή παράγεται όχι ό,τι περιέχεται εντός της, αλλά δυνατότητες, απρόσμενοι συνδυασμοί, εντάσσοντας τη συνείδηση σε μία συνολική δομή, κατά τρόπο που δεν μπορεί να πετύχει ο άνθρωπος χωρίς τη βοήθειά της. Η φαντασία είναι μία υπερβολή και υπέρβαση εκ του γεγονότος όχι της έλλειψης πιθανής σχέσης μαζί της, αλλά λόγω του ανεξάντλητου, ενίοτε πηγαίου δυναμισμού της. Ο τύπος αυτού του δυναμισμού είναι κατεξοχήν εσωτερικός και δευτερευόντως εξωτερικός, έχοντας ως αντικείμενο προς διαμόρφωση τη «φανταστική ύλη». Η φαντασία καταλαμβάνει τον χώρο μεταξύ του ασυνειδήτου και του συνειδητού, όντας πέραν της συνήθειας και της πεζότητας.
Η νωθρή ονειροπόληση προσφέρει την απαραίτητη ανάπαυλα για την ανατροφοδότηση του στοχασμού. Είναι μία διαλειμματική χαρά, αν και ο τύπος της ενέχει ποικιλίες και συγκινήσεις. Αφορά άλλοτε τα μικρά και άλλοτε τα μεγάλα και σπουδαία, με ή χωρίς πρωταγωνιστές, φεύγοντας ανεπαισθήτως όπως ήλθε, χωρίς να αφήσει ίχνη. Βρίσκεται ένα βήμα πριν το όνειρο, ελεγχόμενη μόνο εν μέρει. Καλλιεργείται μέσα από την Τέχνη, διότι όπως και η συλλογική μνήμη στηρίζεται σε αρχέτυπα, εικόνες και σύμβολα, μύθους και τύπους, σχετικά με την κοινωνία και τη φύση. Εάν έχει δομή αυτή είναι ουσιαστικά φανταστική. Όταν υπάρξει η δυνατότητα ερμηνείας της ποτέ δεν πρόκειται για μία συνολική δομική ερμηνεία, αλλά μόνο για επιμέρους συσχετίσεις, συστήματα και κώδικες. Εάν η σκέψη και η γλώσσα αδυνατούν να εκφράσουν το όλο, η φανταστική ονειροπόληση ξαφνιάζει με την ευρηματικότητά της. Ο συνειδητός άνθρωπος διστάζει να προχωρήσει, κρυφοκοιτάζοντας με περιέργεια προς τον τόπο όπου θα πρέπει να βρίσκεται προσωρινά η αλήθεια, όμως η φαντασία είναι ήδη εκεί με ορμή, αλλά εξαιτίας αυτής δεν μπορεί να παραμείνει. Οι εντυπώσεις που παρέχει είναι φευγαλέες και γοητευτικές, ονειρικές και παιγνιώδεις. Για να γεφυρώσει το κενό προς ό,τι την τροφοδοτεί, εγκαθιδρύει αντιστοιχίες ανάμεσα στο είναι και τη σκέψη. Όμως λόγω της εικονικής παρουσίας της, η φαντασία δεν αναμιγνύεται παρά μόνο στην μεταφορά από το ένα σημείο στο άλλο, διότι παρά την ευμετάβλητη και εύπλαστη ύλη της, διαθέτει όρια που δεν τα θέτει η ίδια.



Ο φιλόσοφος που ερμήνευσε πάμπολλες όψεις της φαντασίας, ο Γκαστόν Μπάσελαρ (Gaston Bachelard), τόνισε τη μεταίχμια θέση της ανάμεσα στο ασυνείδητο και τη λογική, τοποθετώντας τη στο κατώφλι του λογικού, της αντικειμενικής γνώσης. Παραδόξως η θεωρία της φαντασίας που προέβαλε, δεν στηρίχτηκε μόνο στις ποιητικές εικόνες που αφθονούν στην Τέχνη, αλλά στηρίχτηκε σε μία «υλική φαντασία».[6] Δεδομένης της προσωπικής υλικότητας εκάστου ανθρώπου, εύκολα συνάγεται η ύπαρξη μίας «φανταστικής ύλης», κατά τον τρόπο ίσως που ο Πρόκλος αναφερόταν σε μία «φανταστή ὕλη», που προηγείται της «νοητής ύλης», δηλαδή της νοητικής επεξεργασίας των δεδομένων των αισθήσεων. Η αληθινή πειθώ για τον Μπάσελαρ δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την ονειροφαντασία,[7] στη λεωφόρο της οποίας αποδίδονται οι σκέψεις. Η παραδοξότητα της θέσης αυτής έγκειται στην παραδοχή ότι η σκέψη που διατείνεται πως προσεγγίζει το πραγματικό δεν μπορεί να το προσεγγίσει καίρια και ουσιαστικά, παρά μόνο εάν απομακρυνθεί από αυτό. Τίθεται όμως θέμα πειθούς πιο πολύ παρά αντιστοίχησης της σκέψης προς την αλήθεια. Η πειθώ σχετίζεται προς την αλήθεια αλλά αφορά τον τρόπο παρουσίασής της. Εάν λοιπόν η σκέψη αποδίδεται στις ονειροφαντασίες είναι για να παρουσιαστεί πιο ωραία; Όχι εάν ο τρόπος έκφρασης και το περιεχόμενο συμπίπτουν· προκρίνεται έτσι η αντιστοιχία προς την αλήθεια των αισθησιακών αξιών από αυτή των αισθητηριακών. Το θέμα είναι γιατί να επιλεγεί η μία ποιητική εικόνα από κάποια άλλη, και ακόμη γιατί να επιλεγεί η συγκεκριμένη ερμηνεία της από μία άλλη. Έκδηλη είναι η ταλάντευση ανάμεσα στην εξορθολογίκευση και την υποκειμενοποίηση, η έλλειψη του θεμελίου που θα σταθεροποιούσε το κριτήριο της επιλογής, η διττή κλίση του επιστήμονα-φιλοσόφου και του καλλιτέχνη, ποιητή-φιλοσόφου. Η ταλάντευση αυτή επιτείνεται καθώς οι εικόνες δεν παγιώνονται αλλά παραμένουν διαρκώς ρευστές. Κατά τον Μπάσελαρ, η φαντασία ως θεωρία της ύλης οδηγείται αναπόφευκτα στην υπερβολή.[8] 
                                    





[1] Ἐννεάδες ΙΙΙ.6.3.
[2] Πρβλ. την άποψη του Werner Heisenberg (Φυσική και Φιλοσοφία, μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ, Αθήνα 1978, 24-5), ότι κάθε απόφανση για το βαθμό της γνώσης μας ως προς την πραγματική κατάσταση στηρίζεται στην «πιθανότητα» στα μαθηματικά ή στη στατιστική. Με την κβαντομηχανική εισήχθη ένα νέο είδος φυσικής πραγματικότητας, που βρίσκεται κατά κάποιο τρόπο στο μέσο μεταξύ δυνατότητας και πραγματικότητας.
[3] Στο έργο του Tzvetan Todorov (Introduction à la littérature fantastique, Éditions du Seuil, Paris 1970, 126-130) με αφορμή το θέμα του εαυτού και τις μεταμορφώσεις του, η λειτουργία της φαντασίας, όσον αφορά τη λογοτεχνία, συγκρίνεται με μία σειρά βλεμμάτων και αντανακλάσεων από κάτοπτρα και φακούς, υποδηλώνοντας τον ομιχλώδη χαρακτήρα της. Εύλογα διαφαίνεται η αντιστοιχία με τον κόσμο της ύλης, όπως περιγράφεται από το Νεοπλατωνισμό. Όμως ενώ στο έργο του Πλωτίνου η αοριστία και το χάσιμο στις «εικόνες του βλέμματος» ανάγεται τελικά σε μία πρωταρκτική απλότητα, δηλαδή την αλήθεια του Ενός, στη λογοτεχνία η μόνη υπόσχεση ενοποίησης είναι η αναγωγή στο εγώ.
[4] Jean Paul Sartre, The Imaginary. A phenomenological psychology of Imagination, translation, introduction by Jonathan Weber, Routledge, London-New York 2004, 5.
[5] Βλ. Ζαν-Πωλ Σαρτρ, Ο Υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός, μτφρ. Κ. Σταματίου, εκδ. Αρσενίδης, Αθήνα χ.χ., 18, 22 κ.ε. 
[6] Gaston Bachelard, Το Νερό και τα Όνειρα. Δοκίμιο πάνω στην φαντασία της ύλης, μτφρ. Έλση Τσούτη, εκδ. Χατζηνικολή, Αθήνα 1985, 19.
[7] «Το όνειρο είναι πιο δυνατό από την εμπειρία». Βλ. Gaston Bachelard, Η ψυχανάλυση της φωτιάς, μτφρ. Γιάννης Εμίρης, εκδ. Ερατώ, Αθήνα 1987, 46.
[8] Αυτή η υπερβολή σηματοδοτεί μία μετάβαση από το αρνητικό άπειρο της ύλης σε έναν εξαγιασμό της ως διάρκεια της στιγμής μέσω του διαλογισμού, «όταν το παρόν δεν περνάει» (Βλ. Γκαστόν Μπάσελαρ, Η εποπτεία της στιγμής, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1997, 74), παραπέμποντας στις πνευματικές ασκήσεις των μυστικών της Ύστερης Αρχαιότητας.  

Δευτέρα 14 Ιουνίου 2010

ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΡΟΜΟ ΤΟΥ Α-ΟΡΙΣΤΟΥ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΤΟΥ ΕΝΟΣ



Τα τέρατα, αν και είναι προϊόντα της φαντασίας, φανερώνουν μεγάλες αλήθειες για το φόβο του θανάτου και της ετερότητας. Το απόκοσμο βλέμμα τους, όπως στην περίπτωση της μυθικής Γοργούς Μέδουσας, είναι αυτό που πετρώνει, προκαλώντας την ακινησία και την επιστροφή στην ανόργανη ύλη. Η μορφή της Γοργούς αποτελεί την έκφραση μίας «ακραίας ετερότητας, του τρομακτικού φόβου που προκαλεί το τελείως διαφορετικό, το ανείπωτο, το αδιανόητο, το απολύτως χαώδες» γράφει στο σχετικό δοκίμιό του ο Ζαν Πιέρ Βερνάν. Η τερατώδης εικόνα, όπως αυτή της Γοργούς, είναι πιο κάτω και πιο πάνω από το ανθρώπινο, μία εικόνα που μας καθιστά υποχείριό της. Η νύχτα μας λούζει με το φως της, φέρνοντας μαζί της τους αποτρόπαιους εφιάλτες της, όπως την αντιμετώπιση του ίδιου του εαυτού, τον οποίο προεκτείνει στο επέκεινα το μορφάζον προσωπείο της Γοργούς.


Στο βιβλίο του Χόρχε Λουί Μπόρχες, Το βιβλίο των φανταστικών όντων, παρελαύνει ένα πλήθος αρχαιοελληνικών πλασμάτων της μυθολογίας, όπως οι Σειρήνες, η Σκύλλα και η Χάρυβδη, ο Κύκλωπας, αλλά και ο Μονόκερως και πλήθος άλλων τεράτων και μειξογενών όντων από τον κόσμο της λογοτεχνίας, χωρίς ο συγγραφέας να προβαίνει σε κάποια σημασιολόγηση ή ερμηνεία τους, αρκούμενος μόνο να αποδώσει όσο πιο γλαφυρά μπορεί τα παράξενα χαρακτηριστικά τους. Πρόκειται για μία περίεργη τέρψη που σχετίζεται τόσο με το γκροτέσκο, όσο και με την έκπληξη σε συνδυασμό με την αγωνία και τον τρόμο που κρύβεται πίσω από τις άλλοτε πρωτότυπες και καλόγουστες, και άλλοτε κακόγουστες και φρικτές αυτές μορφοποιήσεις της αχαλίνωτης φαντασίας, που αντλεί ωστόσο, από πολιτιστικά περιβάλλοντα και τη φύση.


Ο Αριστοτέλης υποστήριζε ότι αυθεντικά φανταστικά όντα δεν μπορεί να υπάρξουν, καθώς η φαντασία μας για να δημιουργήσει κάποιο τέρας ή φανταστικό ον, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να συνδυάζει με τρόπο πρωτότυπο εικόνες και πράγματα του πραγματικού κόσμου. Έτσι η Σφίγγα είναι ένα όν με σώμα λιονταριού, με φτερά πουλιού και πρόσωπο ανθρώπινο, ενώ ο Πήγασος συνδυάζει τα φτερά του πουλιού με το σώμα του αλόγου. Πάλι, η Χίμαιρα συνδυάζει και αυτή σώμα και κεφάλι λιονταριού, κεφάλι τράγου και ουρά φιδίσια. Τα όντα αυτά ονομάζονται μειξογενή, αφού αποτελούν φανταστικές ασκήσεις συνδυασμών. Δεν παύουν όμως πάντα, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, να αντλούν τα επιμέρους στοιχεία τους από την πραγματικότητα, η οποία θέτει όρια στη φαντασία μας. Ακόμη και μοντέρνα τέρατα, όπως π.χ. ο Μέγας Κθούλου του Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ, αντλούν στοιχεία από την πραγματικότητα. Έτσι, ο Μέγας Κθούλου παρουσιάζεται ως ένα ον που θα μπορούσε να ανήκει στην οικογένεια των οκταπόδων, με τους τόσους πλοκάμους που διαθέτει, αν και παρουσιάζεται ως αμφίβιο. Η επιλογή του είδους του τέρατος αυτού, προήλθε από την απέχθεια του ίδιου του συγγραφέα, του Χ. Φ. Λάβκραφτ, προς τις θαλασσινές τροφές και ιδίως τα μαλάκια. Ακόμη και το τέρας αυτό όμως, παραπέμπει σε έναν πραγματικό ζωντανό οργανισμό.


Τα τέρατα συνδέονται όμως και με τους ήρωες, όπως τον Οδυσσέα, τον Ηρακλή ή τον Περσέα. Οι τερατοκτόνοι ήρωες συμβολίζουν τη νίκη του ανθρώπινου και της ζωής πάνω στο θάνατο και το μηδέν. Είναι αυτοί που μας γεμίζουν ελπίδες με το ανεξάντλητο κουράγιο τους, αλλά και με τη γοργή ευφυΐα τους («η μήτις»), που πορεύεται εκεί όπου οι λοιπές συνειδήσεις βρίσκονται σε αμηχανία. Το μεγαλείο της τερατοκτονίας συμβολίζει και τις πολυποίκιλες νίκες επί του κακού, την καθυπόταξη της φύσης, τον προσεταιρισμό και την οικειοποίηση του ετέρου, τη καλλιέργεια του λογικού πάνω στην άγονη γη του αλόγου, τη νίκη της αγάπης και της απάθειας επί των παθών.


Η λογική πάντα φοβόταν την απειρία, την α-οριστία, τη μη-συμβατικότητα και έτσι οι αρχαίοι Έλληνες έβλεπαν τον κόσμο ως πεπερασμένο και απόλυτα καθορισμένο, αυτοί οι πιο ορθολογικοί μεταξύ όλων. Προσπάθησαν να δαμάσουν το μη-ον, μία άλλη μορφή του ετέρου, αν και θα χρειαστεί μετά Χριστόν ένα νέο άνοιγμα και μία νέα αξιολόγηση της απειρίας και της αοριστίας, που θα πάρει τη μορφή του απειροδύναμου Ενός, για να προσπαθήσουν ο άνθρωπος και η κοινωνία να δουν με άλλο βλέμμα το θεϊκό. Να το δουν δηλαδή ως έκφραση όχι μόνο του μεγαλείου, του φανταστικού, του απρόσιτου, του τρόμου και του χάους, αλλά και ως παρουσία αγαθοποιό που φωτίζει και διαχέει παντού αγάπη.

Η ατελείωτη ανεκτικότητα του ενός Θεού δεν θα μπορέσει, ωστόσο, να παρουσιαστεί και να δομηθεί λογικά ούτε από τις εσχατιές της ελληνικής σκέψης, τη φιλοσοφία του Νεοπλατωνισμού. Μόνο όταν το δέος του υπερφυσικού θα μετατραπεί σε Θεία Χάρη και ο ένας και μοναδικός Θεός θα σκύψει προς τον άνθρωπο για να ενσαρκωθεί ως Λόγος, διαφαίνεται μία λυτρωτική διέξοδος: από το αρχαίο ελληνικό προσωπείο θα περάσει έτσι ο άνθρωπος στο χριστιανικό πρόσωπο, που θα αγιοποιηθεί από τα κοινωνικά πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Τι σημαίνει αυτό; Ότι μέσα στην συχνά άγονη και φθοροποιό α-οριστία της πόλης, ο σημερινός δυτικός εκχριστιανισμένος άνθρωπος δεν βρίσκεται απλώς ως λογικό ον, αλλά και ως πρόσωπο που συνειδητοποιεί τον εαυτό του σε αλληλεγγύη με τους συνανθρώπους του. Τώρα πως έγινε αυτή η αντιστροφή, ώστε να μετατραπεί το λογικό και αφηρημένο προσωπείο των αρχαίων ελλήνων στο αγαπητικό και ζωντανό πρόσωπο του Χριστιανισμού, και η πόλις να γίνει όχι μόνο χώρος επίδειξης και θέατρο των επιδιώξεων και της δράσης, αλλά και χώρος όπου οι άνθρωποι βρέθηκαν υπό την ηγεμονία και την ποιμαντορία του Μεσαιωνικού Χριστιανισμού μέσω της Εκκλησίας, τούτο για να εξηγηθεί απαιτεί μία ιστορική αναδίφηση που δεν είναι της παρούσης. Εδώ μόνο επισημαίνεται ότι ο Χριστιανικός Θεός είναι έκφραση του απείρου, μία ιδιότητα την οποία οι αρχαίοι έλληνες αποστρέφονταν, καθώς θεωρούσαν τον κόσμο ως κόσμημα με καθορισμένα πέρατα και μορφή. Ο κόσμος ήταν προσδιορισμένος ως αρμονία, η οποία αποτελούσε, επίσης και ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της αρχαίας Ελληνικής Τέχνης. Η ωραιότητα του κόσμου ως κόσμημα δεν άφηνε πολλά περιθώρια για το αίσθημα του απείρου. Έτσι αποτέλεσε και αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Χριστιανικής θρησκείας το ότι μπόρεσε να εντάξει και να αξιολογήσει θετικά το απροσδιόριστο και το άπειρο ως αισθητική, νοητική, αλλά και βιωματική αναζήτηση, εμπρός στο οποίο ο αρχαίος κόσμος ορρωδούσε, αφού μάλιστα το εξοβέλιζε στο χώρο του αποτρόπαιου και του γκροτέσκου, έκφραση των οποίων αποτελούσε η Γοργώ Μέδουσα, και γενικά στον χώρο του παραλόγου, που καταλάμβαναν άλλοτε υπαινικτικά και άλλοτε εφιαλτικά θεότητες, όπως η Άρτεμις ως «πότνια θηρών», ή ο Διόνυσος με το ντελίριο και την ιερή έκστασή του.