Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Κιμπουρόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Κιμπουρόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2020

Οι όμορφες φούσκες, όμορφα σκάνε

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου


Τελικά, η πιθανότητα να φέρνω γρουσουζιά είναι ισχυρή. Γι’ αυτό συνιστώ προσοχή σ’ όποιον πιάσω στο στόμα μου. Είπα δυο-τρεις καλές κουβέντες (λέμε τώρα) για την Tesla, για την Appe, για τη Microsoft, για την Alphabet (Google) κι εδώ και δυο βδομάδες πάνε κατά διαόλου. Οι μετοχές τους πέφτουν του σκοτωμού. Βεβαίως, όταν έχεις καταγράψει άνοδο 500% σε ένα χρόνο (Tesla) το να χάσεις το ένα πέμπτο των κερδών σου δεν το λες και καταστροφή. Αντε, όμως, να το πεις αυτό στον ταλαντούχο κ. Μασκ που εδώ και μία εβδομάδα είναι με αντικαταθλιπτικά. Αντε να το πεις στον Μπέζος της Amazon, στον Ζούκερμπεργκ του Facebook. Εχθρός του καλού είναι το καλύτερο, εχθρός του πολύ είναι το περισσότερο κι εχθρότερος όλων είναι το απεριόριστο. Μ’ αυτόν τον ονειρο-εφιάλτη κοιμούνται και ξυπνούν οι κυνηγοί του πλούτου, που θεωρούν ότι όλη η υπόλοιπη ανθρωπότητα τους χρωστάει και τους οφείλει απεριόριστη μεγέθυνση.

Αν, για παράδειγμα, λείπει μία μόλις ρουπία για να φτιάξει ο Τζεφ Μπέζος το στρογγυλό του ρεκόρ των 200 δισ. δολαρίων προσωπική περιουσία, αν πρέπει να την πάρει από τον τελευταίο Ινδό «ανέγγιχτο», θα το κάνει. Οχι απαραίτητα από απανθρωπιά κι αναλγησία. Αλλά γιατί έτσι απαιτεί το ασανσέρ της λίστας Forbes. Αυτό το χρηματιστήριο κύρους, πρεστίζ, ανταγωνισμού ισχύος, συσσώρευσης κι επίδειξης πλούτου έχει τη δική του αυτόνομη ζωή, συχνά ανεξάρτητη ακόμη και από τις επιδόσεις των μετοχών, τα ντιλ, τις επενδύσεις, τις παραγωγικές και εμπορικές επιτυχίες.

Οι αναλυτές, οι τεχνοκράτες της οικονομίας και των αγορών, οι κεντροτραπεζίτες και οι υπουργοί Οικονομικών παρακολουθούν ως το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο αυτό που γίνεται στο οκτάμηνο της παγκόσμιας πανδημίας και της βαθύτερης ύφεσης στην ιστορία του σύγχρονου καπιταλισμού, τουλάχιστον από τότε που αυτή μετριέται με μια στοιχειώδη αξιοπιστία. Το αμερικανικό Χρηματιστήριο -και σε πολύ μικρότερο βαθμό μερικά ακόμη μεγάλα χρηματιστήρια- γίνεται ξανά μια χοάνη συσσώρευσης πλούτου από όλο τον κόσμο.

Η συνολική κεφαλαιοποίηση του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης, μαζί με τον τεχνολογικό δείκτη Nasdaq, έχει ξεπεράσει σε αξία τα 35 τρισ. δολάρια. Αυτό αντιστοιχεί σχεδόν στο 180% του αμερικανικού ΑΕΠ, ακόμη κι αν υπολογίσουμε την πτώση των μετοχών τις τελευταίες μέρες. Είναι επίσης το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ, παρά την πρωτοφανή συρρίκνωσή του το πρώτο εξάμηνο του έτους λόγω της πανδημίας. Κι ένα τεράστιο τμήμα του, πάνω από 7 τρισ. δολάρια, συσσωρεύτηκε εκεί το τελευταίο εξάμηνο, στη διάρκεια της μεγάλης καραντίνας, του lockdown, των αναστολών εργασίας για σχεδόν 2 δισ. εργαζόμενους, των μαζικών απολύσεων, της τεράστιας απώλειας εισοδημάτων και μισθών.

Τυχαίο; Δεν νομίζω. Μπορεί ο μηχανισμός συσσώρευσης του πλούτου μέσω των χρηματιστηριακών αγορών να είναι πολύ πιο περίπλοκος από όσο εγώ, ο απλοϊκός και προχειρολόγος, προσπαθώ να τον παρουσιάσω, αλλά να μην έχετε καμιά αμφιβολία ότι ο απεριόριστος πλούτος του Μπέζος και του Μασκ (σ.σ. η συνεχής αναφορά στα ονόματα δεν είναι τυχαία, δοκιμάζω αν πράγματι μπορώ να τους φέρω γρουσουζιά) κινείται στα ίδια συγκοινωνούντα δοχεία με την απεριόριστη ένδεια του μέσου Σομαλού (σ.σ. για αντίστοιχους λόγους εδώ αποφεύγω τη χρήση ονόματος, ποτέ δεν ξέρεις…).

Μπορεί, πράγματι, οι πλουσιότεροι του πλανήτη να αγοράζουν ηλεκτρικά αυτοκίνητα, μπορεί όντως η πανδημία να ενισχύει την εξάρτησή μας από τις παγκόσμιες διαδικτυακές εταιρείες, αλλά αυτό ελάχιστα δικαιολογεί τη χρηματιστηριακή φούσκα του τεχνολογικού δείκτη, πίσω από την οποία είναι βέβαιο ότι τεράστια κερδοσκοπικά κεφάλαια από κάθε γωνιά του πλανήτη κάνουν ξανά παιχνίδι με τα call options, τα στοιχήματα αγοράς ή πώλησης μετοχών σε συγκεκριμένες τιμές κι άλλα περίπλοκα κερδοσκοπικά προϊόντα.

Πόσες φορές το έχουμε ξαναδεί το έργο; Πόσες φορές το έχουν δει οι υποτιθέμενοι θεματοφύλακες των κεφαλαιαγορών; Τι έχουν διδαχτεί κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες, που από το 2008 έχουν μπουκώσει με τρισεκατομμύρια δολάρια ή ευρώ τους πολυεθνικούς κολοσσούς για να τα μπαζώνουν ή να τα παίζουν στα χρηματιστήρια; Πόσοι Κουτσολιούτσοι ασύλληπτοι, ανέλεγκτοι, αποθεωμένοι από τους παπαγάλους των αγορών μεσουρανούν εδώ και τώρα στη Νέα Υόρκη, στη Φρανκφούρτη, στο Τόκιο και στη Σανγκάη σερφάροντας θριαμβευτικά πάνω στα κύματα των μετοχών; Πόσοι απολαμβάνουν τις τεράστιες, όμορφες φούσκες τους μέχρι να ξανασκάσουν στα μούτρα μας (κατά κανόνα όχι στα δικά τους, εκτός αν επιλεγούν ως Κουτσολιούτσοι και αποδιοπομπαίοι τράγοι βάρδιας);

Ετσι δουλεύει η μηχανή και κανείς δεν τολμάει να την πειράξει, παρά τα στραπάτσα της τελευταίας εικοσαετίας.

Το χειρότερο που μπορεί να συμβεί στο πολύ εγγύς μέλλον -κι εννοώ μέχρι τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές- είναι μια τριπλή καταστροφή: Πρώτα, ένα εκκωφαντικό σκάσιμο της τελευταίας χρηματιστηριακής φούσκας στις ΗΠΑ, με ισχυρή μεταδοτικότητα σε όλο τον κόσμο, χειρότερη κι από αυτή του κορονοϊού. Δεύτερον, μια θεαματική διάψευση των προσδοκιών για ανακουφιστική ανάκαμψη των οικονομιών το δεύτερο τρίμηνο -μέχρι στιγμής οι καταμετρητές του κόσμου μάς νανουρίζουν ότι όλα θα πάνε καλύτερα από τούδε και στο εξής.

Το τρίτο και φαρμακερό θα είναι να διαψευστεί η ρεαλιστική εκτίμηση ήττας του Τραμπ-«όλα τα κάναμε τέλεια» και να μας εύρει ο ντουβρουτζάς μιας επανεκλογής του. Αυτό θα ήταν η τέλεια φούσκα, η τέλεια καταιγίδα, η τέλεια καταστροφή. Ο Τραμπ είναι ο μεγάλος τροφοδότης της αμερικανικής φούσκας, ο Τραμπ είναι επίσης αυτός που μπορεί να προκαλέσει το καταστρεπτικό σκάσιμό της. Και ο Τραμπ είναι αυτός που μπορεί να μετατρέψει την πανδημία του Covid- 19 σε υγειονομικό ολοκαύτωμα. Και η επαναλαμβανόμενη χρήση του ονόματος του Τραμπ γίνεται με την κρυφή ελπίδα να πιάσει το ξόρκι της γρουσουζιάς...

Θεωρίες για την υπεραξία


Τα τελευταία 40 χρόνια, τα οργανωμένα θεσμικά πλαίσια αυτής της αντίστασης στην εξαχρειωτική αποστολή του κεφαλαίου έχουν συντριβεί, αφήνοντας πίσω τους ένα αλλόκοτο μείγμα παλιών και νέων θεσμών, οι οποίοι δυσκολεύονται να αρθρώσουν μια συγκροτημένη ένσταση ή ένα συνεκτικό εναλλακτικό πρόγραμμα. Πρόκειται για μια κατάσταση που προμηνύει συμφορές τόσο για το κεφάλαιο όσο και για τον λαό. Οδηγεί σε μια πολιτική του τύπου «μετά από μένα το χάος», στην οποία οι πλούσιοι φαντασιώνονται ότι μπορούν να αποπλεύσουν ασφαλείς, με τις πάνοπλες και γεμάτες προμήθειες κιβωτούς τους, αφήνοντας εμάς τους υπόλοιπους να τα βγάλουμε πέρα με τον κατακλυσμό. Ωστόσο, οι πλούσιοι δεν θα μπορέσουν ποτέ να επιπλεύσουν σε έναν κόσμο φτιαγμένο από το κεφάλαιο, διότι πλέον στην κυριολεξία δεν υπάρχει κρυψώνα γι’ αυτούς.

Ντέιβιντ Χάρβεϊ, «Το αίνιγμα του κεφαλαίου και οι κρίσεις του καπιταλισμού»

Πηγή: efsyn.gr



Γιάννης Κιμπουρόπουλος: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 16 Αυγούστου 2020

Το Αιγαίο και τα ψάρια του, τα κανόνια και το κρέας τους

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου


Με το παρόν επιχειρείται εισπήδησις, που θα έλεγαν και οι ιεράρχες, αν δεν είχαν μπλέξει τα άμφια με τα φισεκλίκια, διχασμένοι ανάμεσα στο εθνικοπατριωτικό σάλπισμα υπέρ βωμών και καλωδίων και στον εξορκισμό του ενσαρκωμένου σε λοιμωξιολόγο εξαποδό, ο οποίος παραπλανά τους πιστούς ότι ο Covid-19 μεταδίδεται με την αγία λαβίδα στη θεία μετάληψη - θου Κύριε. Αλλά, πράγματι, το πόνημα αποτελεί εισπήδηση, όχι με την έννοια του εκκλησιαστικού πρωτοκόλλου, αλλά με την οπτική της ναυτοσύνης και δη στην πειρατική εκδοχή της. Εισπήδηση λοιπόν, κανονικό ρεσάλτο δηλαδή, στα πεδία της θαλάσσιας πολιτικο-στρατιωτικής διπλωματίας, όπου πέφτει άγριο πήδημα, στα όρια του βιασμού της κοινής λογικής και του πολιτικού ρεαλισμού.

Κατ’ αρχήν, το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του. Και το Αιγαίο και η Aνατολική Μεσόγειος και όλα τα πελάγη και οι ωκεανοί, που αποτελούν το φυσικό ενδιαίτημα των ψαριών και λοιπών θαλάσσιων ειδών πολύ πριν το είδος μας αποφασίσει να οικοπεδοποιήσει κάθε λεύγα θάλασσας, υγρής ή παγωμένης. Ο ευφυής αναρχικός σαρκασμός στις εξάρσεις της ελληνοτουρκικής διένεξης της δεκαετίας του ’80 παραμένει επίκαιρος και τελικά η μόνη απόλυτα ειλικρινής (παρά την πολιτική της αφέλεια) προσέγγιση σε ένα θέμα που η πολιτική, η διπλωματία, η εμπορευματοποίηση και η στρατιωτικοποίηση του πλανήτη έχει κάνει πιο περίπλοκο απ’ όσο πραγματικά είναι. Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του, όχι με την έννοια της «βαθιάς οικολογίας» που θεωρεί άξια επιβίωσης μόνο την αυτοαναπαραγόμενη αμοιβάδα, αλλά γιατί αυτό ίσχυσε επί χιλιετίες οικονομικού πολιτισμού και ναυσιπλοΐας. Ακόμα κι οι Ρωμαίοι που χαρακτήρισαν τη Μεσόγειο «Mare Nostrum», αν και εφευρέτες του Δικαίου, δεν διανοήθηκαν να θεμελιώσουν ιδιοκτησιακά δικαιώματα στη θάλασσα: απλώς εξέφραζαν την αυταρέσκειά τους και μετέτρεψαν τη Μεσόγειο σε λίμνη τους, όταν η αυτοκρατορία τους κατέλαβε και την τελευταία σπιθαμή εδάφους σε νότια Ευρώπη, βόρεια Αφρική και Μικρά Ασία.

Κι έτσι έμεινε για αιώνες η θάλασσα αδέσποτη και χωρίς ιδιοκτήτες. Ακόμη και την εποχή των εξερευνήσεων και της αποικιοποίησης των πέραν της Ευρώπης ηπείρων, ουδείς διενοήθη -ούτε καν οι αδηφάγοι Αγγλοι ή οι άπληστοι Ολλανδοί- να οικοπεδοποιήσει τους ωκεανούς και τα πελάγη. Έμειναν σκοτεινά, μυστηριώδη κι επίφοβα, γιατί ακόμη κι οι ναυτικές υπερδυνάμεις όλο και σε κάποια γοργόνα πάνω θα έπεφταν και θα έδιναν τη λάθος απάντηση στην ερώτηση-παγίδα «ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;», όλο και κάποια λευκή φάλαινα φυσητήρας θα έδινε θανάσιμη και αμετάκλητη απάντηση σ’ έναν κάπτεν Αχαάβ για την κυριαρχία στη θάλασσα. Όποιος έχεις διαβάσει το «Μόμπι Ντικ», καταλαβαίνει γιατί το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του και στα θηλαστικά και στα μαλάκια και στα οστρακόδερμά του.

Αυτό λίγο-πολύ το ‘ξεραν ακόμη κι οι αποικιοκράτες στην κορύφωση του ανταγωνισμού για την «ανακάλυψη» και κατάληψη των υπερπόντιων κτήσεων, αποδεχόμενοι τη ρεαλιστική αρχή της «ελευθερίας των θαλασσών» (Mare Liberum) του Hugo Grotius που έλεγε το εξής απλούστατο: η θάλασσα δεν ανήκει σε κανέναν, δεν νοείται εθνική κυριαρχία πάνω της, κάθε έθνος δικαιούται να ταξιδεύει στα νερά της και το μόνο δικαίωμα που μπορεί να διεκδικεί έναντι των άλλων εθνών είναι αυτό της αβλαβούς διέλευσης. Τα υπόλοιπα ήταν υπόθεση της θάλασσας, που αν ήθελε σ’ άφηνε να τη διαπλεύσεις ήρεμα, αν γούσταρε σε κατάπινε ώσπου να πεις «φάλαινα».

Εξ ου και ο Σκαρίμπας εξήρε αθυρόστομα την προαιώνια -και ερήμην ανθρώπων- ΑΟΖ θάλασσας και θαλασσίων ειδών με τον περίφημο στίχο: «γεια σου πουτάνα θάλασσα που σε γαμούν τα ψάρια, που σε γαμεί κι ο κάβουρας με τα στραβά ποδάρια». Φυσικά, αυτό υπερεκτιμά κάπως τις δυνάμεις των αλιευμάτων, που ενίοτε καταλήγουν στο τηγάνι ή στη σχάρα, αλλά κι εμείς μάλλον υπερτιμούμε τις δυνατότητές μας απέναντι στους καραδοκούντες Μόμπι Ντικ.

Πότε περάσαμε από τη Mare Liberum στη Mare Clausum; Από τον 17ο αιώνα υπήρξαν πολλοί, με πρώτους τους Άγγλους, που επιχείρησαν να αμφισβητήσουν τη βολική για όλους «ελευθερία των θαλασσών», επιχειρώντας να θεμελιώσουν δικαίωμα κρατικής κυριαρχίας στη θάλασσα, τουλάχιστον με την εμβέλεια των κανονιών που είχαν στα καράβια τους. Αλλά επειδή αυτή η εμβέλεια μετά βίας ξεπερνούσε τα 200-300 μέτρα, η κυριαρχία στη θάλασσα ήταν χωρίς νόημα. Πιο αποτελεσματική ήταν η κρατικά χορηγούμενη πειρατεία.

Τα πράγματα άλλαξαν στον 20ό αιώνα, όταν η δίψα για πετρέλαιο και η τεχνολογία εκμετάλλευσης των υποθαλάσσιων κοιτασμάτων συναντήθηκαν με το άλμα στην τεχνολογία του πολέμου. Που όχι απλώς αύξησε την εμβέλεια των κανονιών, αλλά έδωσε τη δυνατότητα να κάνουν τη βρομοδουλειά με κατανάλωση λιγότερου ανθρώπινου κρέατος (αυτό ήταν ένα από τα κεκτημένα της πολεμικής τεχνολογίας μετά την αιματηρή εμπειρία δύο παγκοσμίων πολέμων). Το Δίκαιο της Θάλασσας, στο οποίο όλοι ομνύουν, είναι κατά κάποιον τρόπο προϊόν της συνάντησης των βιομηχανιών των υδρογονανθράκων και του πολέμου, από την οποία προέκυψε η ιδέα της πλήρους εμπορευματοποίησης, οικοπεδοποίησης και ουσιαστικά ιδιωτικοποίησης της θάλασσας όχι μόνο στην επιφάνεια, αλλά και κάτω από τον βυθό της. Το Δίκαιο της Θάλασσας και των κρατικών κυριαρχιών σ’ αυτήν είναι το αποτύπωμα μιας άγριας, ανταγωνιστικής αγοράς βυθού που θα έκανε και τον Μόμπι Ντικ να τρέμει από τρόμο.

Αυτά τα στοιχειώδη είναι καλό να τα ξέρουν όσοι είναι έτοιμοι να ζωστούν με φισεκλίκια και να γίνουν μπουρλοτιέρηδες για υφαλοκρηπίδες, αιγιαλίτιδες, χωρικά ύδατα, ΑΟΖ, επήρειες, σεισμικές έρευνες, καλώδια κι όσα ακατάληπτα συγκροτούν τη φαντασιακή πατριδοκαπηλική αρλούμπα περί προαιώνιων κυριαρχικών δικαιωμάτων, βωμών, εστιών και κυμάτων, πίσω από την οποία κρύβονται οι έμποροι εθνών, συνόρων, υδρογονανθράκων και όπλων. Όλα είναι υπόθεση παζαριού -ανατολίτικου ή δυτικότροπου, μικρή σημασία έχει- κι αργά ή γρήγορα η ελληνοτουρκική (ή η ελληνο-τουρκο-λιβανο- κυπρο-συρο-αιγυπτιο-λιβυο-παλαιστινο-ισραηλινή) διαφορά για τις θαλάσσιες κυριαρχίες στην Ανατολική Μεσόγειο θα καταλήξει σ’ ένα τραπέζι διαπραγμάτευσης. Είτε προηγηθεί σύρραξη είτε όχι. Διαλέξτε αν θέλετε πρώτα να ταΐσετε τα κανόνια με φρέσκια ανθρώπινη σάρκα, εφόσον το θεωρείτε αρκούντως πατριωτικό. Αυτό το αναπόφευκτο παζάρι είναι το απλό, κοινό, ανομολόγητο μυστικό όλου του πολιτικού συστήματος, οριζοντίως. Όσο το κρύβει, συμβάλλει στην εξαπάτηση μιας κοινωνίας που ματαιοπονεί σαν τον Αχαάβ να εκδικηθεί για ένα κομμένο πόδι. Με τον κίνδυνο να χαθεί ολόκληρος.

ΥΓ.: Τις βλέπω τις κρεμάλες να στήνονται στο Σύνταγμα, έτοιμες για τα εύθραυστα λαιμουδάκια μας.

Θεωρίες για την υπεραξία


Ο αέρας ανήκει σε αυτήν την κατηγορία πραγμάτων (σ.σ. res communis=κοινά τοις πάσι) για δύο λόγους. Πρώτον, δεν είναι δεκτικός στην κατοχή και, δεύτερον, η κοινή χρήση του προορίζεται για όλους τους ανθρώπους. Για τους ίδιους λόγους η θάλασσα ανήκει από κοινού σε όλους. Γιατί είναι τόσο απεριόριστη που δεν μπορεί να γίνει ιδιοκτησία κανενός-καμίας, και επειδή είναι προορισμένη για χρήση από όλους, είτε το θεωρούμε από την άποψη της ναυσιπλοΐας είτε από την άποψη της αλιείας.

Hugo Grotius, «Mare Liberum» (Η ελευθερία των θαλασσών), 1609

Πηγή: efsyn.gr



Γιάννης Κιμπουρόπουλος: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2020

Ο Μωυσής κόβει κορδέλα στον Καιάδα

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου


Σε μια γαλλική κωμωδία που είδα πρόσφατα (τίποτα συγκλονιστικό, περνά ευχάριστα μιάμιση ώρα με σποραδικά γελάκια), υπό τον ελληνικό τίτλο «Νέοι είστε και φαίνεστε» (Les Vieux Fourneaux, ο γαλλικός τίτλος, ουδεμία σχέση), η πρωταγωνίστρια, περίπου τριαντάρα, ξεσπάει εναντίον μιας ομάδας υπερηλίκων, στην ηλικία του συμπρωταγωνιστή παππού της, ανθρώπων της γενιάς του μεγάλου πολέμου, τους οποίους κατηγορεί για τα πάντα: για την παγκοσμιοποίηση, την κλιματική αλλαγή, την υπερκατανάλωση, την εξάντληση των φυσικών πόρων, την οικονομική κρίση, την άνοδο του εθνικισμού, τη λιτότητα και, τελικά, γιατί ζουν πάρα πολύ.

Οι προθέσεις του σεναριογράφου δεν μου είναι σαφείς, είναι όμως σαφές, σαφέστατο το αποτέλεσμα: το εκ πρώτης όψεως αντινεοφιλελεύθερο ξέσπασμα της τριαντάρας –που είναι και έγκυος, άρα μιλά εξ ονόματος και της τέταρτης γενιάς– κατά της γενιάς των παππούδων της είναι η πεμπτουσία του κοινωνικού δαρβινισμού, επομένως και του νεοφιλελευθερισμού: Κωλόγεροι! Ζείτε πολύ κι είσαστε και πολλοί! Γι’ αυτό καταρρέουν τα ασφαλιστικά συστήματα, γι’ αυτό γονατίζουν τα συστήματα υγείας και τα νοσοκομεία, γι’ αυτό οι προϋπολογισμοί είναι ελλειμματικοί και τα δημόσια χρέη ανεξέλεγκτα, γι’ αυτό δεν περισσεύουν χρήματα να στηρίξουμε τους νέους και τους ανέργους, γι’ αυτό καταρρέει το κοινωνικό κράτος, γι’ αυτό και ο Covid-19 κοντεύει να διαλύσει τις ανθηρές οικονομίες μας. Γιατί έπρεπε να προστατέψουμε τις ατέλειωτες στρατιές από κωλόγερους και κωλόγριες, τα δισεκατομμύρια ραμολιμέντων που έχουν μετατρέψει τον πλανήτη σε απέραντο γηροκομείο, μισές δουλειές έκανε ο κορονοϊός στους οίκους ευγηρίας της Γαλλίας, της Ιταλίας και των ΗΠΑ, έπρεπε ν’ αφήσουμε τη φύση να κάνει τη δουλειά της, η πανδημία θα ήταν η τέλεια μαλθουσιανή καταστροφή, ο απόλυτος εξυγιαντής του παγκόσμιου πληθυσμού, η πύλη προς τον γενναίο, νέο κόσμο, ας όψονται οι δουλείες των σκουριασμένων ιδεών περί αλληλεγγύης των γενεών και οι γελοίες επιβιώσεις του μωσαϊκού νόμου – «τίμα τον πατέρα σου…». Τι «τίμα τον»; Πάρ’ τον απ’ το χέρι, οδήγησέ τον μέχρι τον Καιάδα κι ευχήσου του να πάει στην ευχή, του καριόλη. Κι αν δεν έχει το θάρρος να πέσει μόνος, σπρώξ’ τον.

Για να είμαι ειλικρινής, το προηγηθέν παραλήρημα προφανώς αδικεί την ταινία και τις προθέσεις των δημιουργών της. Αλλά ήταν το κατάλληλο πρόσχημα για να περάσω από τα καταστρεπτικά δεσμά του μωσαϊκού νόμου στον δικό μας Μωυσή, ο οποίος από τις δέκα εντολές έχει ήδη καταργήσει πρωτίστως την ένατη, ανάγοντας το ψέμα και την πολιτική απάτη σε υπέρτατη αρετή.

Με την καταδρομική επιχείρηση κατά των αναδρομικών των συνταξιούχων, που εξαπέλυσε προ ημερών στη Βουλή, επισημοποίησε την κατάργηση και της πέμπτης εντολής, δίνοντας μια ταιριαστή συνέχεια στο σερί πρωθυπουργικών εγκαινίων: πρώτα εγκαινίασε μια δύση ηλίου (Σαντορίνη), στη συνέχεια μια κατεδάφιση (Ελληνικό), μετά μια υποψήφια έρημο (Ερημίτης), ακολούθως μια μονάδα έλασης αλουμινίου, τι πιο φυσικό να εγκαινιάσει τώρα έναν Καιάδα, μόνο που αντί κορδέλας, πριονοκορδέλα ακρωτηριασμών θα παίξει. Οικονομικών στην αρχή, κανονικών σωματικών, μόλις παραστεί ανάγκη.

Πέρα από την πλάκα, όσα καταδρομικά κατά των αναδρομικών εξαπέλυσε ο Κυρ. Μωυσής, είναι μια συμπύκνωση της μαλθουσιανής επαγγελίας, επενδεδυμένη με μια σατανική επιχείρηση εμφύσησης τύψεων και ενοχών στους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας. Τύψεων γιατί διεκδίκησαν ένα ελάχιστο μέρος από όσα βίαια τους άρπαξε η μνημονιακή καταδρομή. Ενοχών γιατί ζουν πολύ και άρα ζουν εις βάρος των επόμενων γενιών. Των παιδιών και των εγγονιών τους.

Δεν υπάρχει καμιά υπερβολή και κανένα σχήμα λόγου σ’ αυτό. Οι φράσεις της ομιλίας του Μητσοτομωυσή στη Βουλή –όποιος του την έγραψε είναι για Πούλιτζερ–, τα επιχειρήματα της πολιτικής εξαπάτησης είναι χαρακτηριστικά ενός βαθιά νεοφιλελεύθερου, μισάνθρωπου, κοινωνικο-δαρβινιστικού, φασίζοντος πνεύματος. Παραθέτω εντός εισαγωγικών: «Η δαπάνη αγγίζει τα όρια των δημοσιονομικών δυνατοτήτων του τόπου… Η αλήθεια είναι ότι οι συνταξιούχοι μας δεν χτυπήθηκαν όσο άλλες κατηγορίες από την πανδημία. Προστατεύτηκαν πλήρως και η πολιτεία οφείλει να κρατά δημοσιονομικές ισορροπίες, να εξετάζει προφανώς και τη βιωσιμότητα του χρέους αλλά και να κρατά εφεδρείες… Θέλω αυτή η απόφαση να εκτιμηθεί… Δεν υπάρχουν περιθώρια άλλων παροχών. Οτιδήποτε διαφορετικό θα ήταν άδικο για τους ανέργους, θα ήταν άδικο για τους εργαζόμενους, ο κόπος των οποίων χρηματοδοτεί το ασφαλιστικό σύστημα. Θα ήταν άδικο για τις επόμενες γενιές. Αδικο για το σύνολο της κοινωνίας που αντιμετωπίζει με ενότητα, ομοψυχία… αλλεπάλληλες προκλήσεις, από τα γεγονότα στον Εβρο και την πανδημία μέχρι τη διεθνή οικονομική αναταραχή και την επιθετική συμπεριφορά των γειτόνων μας. Γιατί το αξιόμαχο των Ενόπλων Δυνάμεων οφείλουμε να το κρατάμε ψηλά, οφείλουμε όμως και να το χρηματοδοτούμε, ειδικά σε περιόδους όπως αυτές που διανύουμε».

Πόσο άρρωστος πρέπει να είσαι για να σκαρφιστείς όλον αυτόν τον ψυχολογικό εκβιασμό, να υποβάλεις σε συναισθηματική ευθανασία 2,5 εκατ. ανθρώπους τους οποίους φορτώνεις ενοχές κι ευθύνες για τα πάντα: για τα μέτρα προστασίας τους στη διάρκεια της πανδημίας. Για το δημόσιο χρέος που θα αυξηθεί. Για τα δημοσιονομικά ελλείμματα και για τα μέτρα λιτότητας που ενδεχομένως θα χρειαστεί να πάρεις στο εγγύς μέλλον. Για την ανεργία, για την επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων, για τη μείωση των μισθών των εργαζομένων. Για το δυσοίωνο μέλλον των νέων ανθρώπων. Για την επιβίωση του ασφαλιστικού συστήματος. Για την επερχόμενη ύφεση. Για τη φύλαξη των συνόρων, για το αξιόμαχο του στρατού, για την αντιμετώπιση του εξωτερικού εχθρού (για τον εσωτερικό, πώς του ξέφυγε;).

«Για όλα φταίτε εσείς, κωλόγριες και κωλόγεροι, πάρτε από ένα πεντακοσάρικο και βουλώστε το, και που υπάρχετε βάρος είστε, βάρος στα παιδιά και στα εγγόνια σας»: αυτό είναι με λίγα λόγια το μήνυμα του Κυρ. Μωυσή μας, που εγκαινίασε με πολιτικά ορθή ορολογία τον Καιάδα της εποχής της πανδημίας.

ΥΓ1. Υποθέτω ότι ο πατήρ του εγχωρίου Μωυσέως, που έπιασε τα 99, ουδόλως θα εκτιμούσε την επί Καιάδα ομιλία του υιού.

ΥΓ2. Αυτή η αξιοπρεπής κυρία, που είναι ΠτΔ, αλλά ως πρόεδρος του ΣτΕ προήδρευσε στη συνεδρίαση για τα αναδρομικά, δεν νιώθει την ανάγκη να υπερασπίσει κάπως την απόφαση του δικαστηρίου, που ο Μωυσής την έριξε κι αυτήν στον Καιάδα;

Θεωρίες για την υπεραξία


Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, ον τρόπον ενετείλατό σοι Κύριος ο Θεός σου, ίνα εύ σοι γένηται και ίνα μακροχρόνιος γένη επί της γης, ης Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι.

Μωυσέως, Δευτερονόμιο Ε’, 6-21, Παλαιά Διαθήκη

Πηγή: efsyn.gr



Γιάννης Κιμπουρόπουλος: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2020

Θάνατος από υπερβολική δόση (επικοινωνίας)

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου


Θυμάμαι τον εαυτό μου, στην πρώτη δεκαετία της κινητής τηλεφωνίας, όταν τα κινητά ζύγιζαν γύρω στο κιλό, ορκιζόμουν αντίσταση μέχρις εσχάτων. Ισχυριζόμουν ότι το κινητό μού ήταν περιττό, αφού το μεγαλύτερο μέρος του εργάσιμου και μη χρόνου ήμουν δίπλα σε ένα σταθερό.

Καμιά δεκαετία κράτησε η αντίσταση. Ένα ατύχημα, από το οποίο βγήκα σώος από Ι.Χ. που μετατράπηκε σε κεφτέ, έγινε το ιδεώδες πρόσχημα. Από τότε δεν χρειάστηκε άλλο πρόσχημα για να αποκτήσω εξάρτηση από το κινητό και πλείστες εφαρμογές του.

Είμαι στη θάλασσα (όντως) κι είναι αδύνατο να περάσει μισή ώρα χωρίς να του ρίξω μια ματιά. Κι έπειτα, είναι τόσο έξυπνο. Δεν περνά δεκάλεπτο χωρίς να σε ειδοποιήσει ότι κάποιος έστειλε κάτι στο μέσεντζερ, στο βάιμπερ. Το γυαλιστερό θηριάκι, εκμεταλλευόμενο τη θεμελιώδη άγνοιά σου, κάθε τόσο σού δίνει ένα τρυφερό ηχητικό χαστουκάκι: «Εδώ είμαι! Μη με αγνοείς».

Το να σιγήσεις τις εφαρμογές είναι μια επιλογή, το να το κλείσεις επίσης. Αλλά στην πραγματικότητα το πρόβλημα δεν είναι αυτό, αλλά εσύ. Ακόμη κι αν θέλεις να αγνοήσεις «επαφές» και «φίλους», όταν βρεθείς στο μόλις 0,1% της επικράτειας που δεν καλύπτουν οι κεραίες κινητής, είσαι διατεθειμένος να κρεμαστείς στην άκρη γκρεμού για να βρεις το πολυπόθητο σήμα.

Κι έπειτα, «το παιδί δεν απαντά», άρα κάτι έπαθε. Το γεγονός ότι στα νιάτα σου η τηλεπικοινωνία με τους γονείς ήταν υπόθεση ενός πεντάλεπτου τη βδομάδα, βαριά, δεν σου θυμίζει κάτι. Η ανησυχία τώρα έχει χρονοχρέωση. Έτσι, μόλις το «παιδί» απαντήσει, αρπάζεις το κινητό, αν και οδηγείς, χωρίς μπλου τουθ κι ακουστικά. Τ’ αυτοκίνητο κάνει ζιγκ ζαγκ, γλιτώνεις με μερικές μούντζες από άλλους οδηγούς, αλλά ο θάνατος -όχι απαραίτητα φυσικός και μεταφυσικός, ίσως κυρίως μεταφορικός- από υπερβολική δόση επικοινωνίας καραδοκεί.

Αλήθεια, υπάρχει εφαρμογή «αναστολής» όλων των εφαρμογών; Εφαρμογή κατά των εξαρτήσεων;

Πηγή: efsyn.gr



Γιάννης Κιμπουρόπουλος: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2020

Το ηθικό πλεονέκτημα του πλούτου

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου


Για να είμαστε ακριβείς, δεν γίνονται όλα για τα λεφτά. Ποτέ δεν γίνονταν όλα μόνο για τα λεφτά. Μερικές φορές τα λεφτά είναι το πρόσχημα, το εργαλείο, ο μοχλός για να επιβεβαιώσεις την επιρροή σου, να ασκήσεις την εξουσία σου, να ενισχύσεις το κύρος σου. Ή για να γεμίσεις την ψυχική σου άβυσσο. Όταν τα λεφτά είναι πολλά, πάρα πολλά, πολύ περισσότερα από αυτά που χρειάζεσαι εσύ, η φαμίλια, το σόι, οι κολλητοί σου και εν συνεχεία τα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονα όλων αυτών, τότε μπορεί να αποτελούν το σύμπτωμα μιας ψυχικής διαταραχής που καθιστά τους κατόχους τους ανίκανους να αντλήσουν ικανοποίηση από οτιδήποτε. Από το λίγο, το πολύ, το άφθονο, το απεριόριστο.

Πάρτε για παράδειγμα τον Ελον Μασκ, έναν από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο, διευθύνοντα σύμβουλο της Tesla, της εταιρείας που παράγει αυτοκίνητα τα οποία ελάχιστα έως καθόλου αφορούν το 99% του παγκόσμιου πληθυσμού. Για την απόκτηση του φθηνότερου από αυτά ο μέσος άνθρωπος θα χρειαζόταν δουλειά 10, 20 ή 30 χρόνων, ενδεχομένως χωρίς να σιτίζεται καν και χωρίς να καταναλώνει οτιδήποτε. Αν δε ήταν κάτοικος της Ασίας ή της Αφρικής, η εργασία του για την αγορά ενός Tesla θα απαιτούσε τουλάχιστον 7 ζωές.

Βεβαίως, αν είχε την υπομονή να σπαταλήσει και τις 7 ζωές του στην άοκνη δουλειά για ένα ηλεκτρικό και καθαρό Tesla, θα είχε την ηθική ικανοποίηση της συμβολής στην προστασία του περιβάλλοντος και στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Αλλά, βλέπετε, και σ’ αυτό το πεδίο οι φτωχοί είναι καταδικασμένοι: το πολύ που μπορούν να κάνουν για το περιβάλλον είναι να ανακυκλώσουν κανένα πλαστικό μπουκαλάκι. Θα οδηγούν όμως ρυπογόνες σακαράκες, θα καίνε πετρέλαιο, θα αποψιλώνουν δάση για καυσόξυλα και θα παράγουν πολλά σκουπίδια. Η φτώχεια γίνεται συνώνυμη της περιβαλλοντικής ανηθικότητας και της κλιματικής απάθειας. Ο πλούτος εξαγοράζει κι αυτό το ηθικό πλεονέκτημα.

Ξαναγυρίζουμε, όμως, στον ταλαντούχο κύριο Μασκ. Ο οποίος, επιβεβαιώνοντας απολύτως τον ανατόμο της ψυχοπαθολογίας της απληστίας Ανταμ Σμιθ («η κυριότερη απόλαυση του πλούτου συνίσταται στην επίδειξή του»), φιγουράρει χαμογελαστός και χαρούμενος σε κάθε είδηση για επικείμενη αύξηση της καθαρής περιουσίας του πάνω από τα 12 δισ. δολάρια που είναι σήμερα. Καλή ώρα τώρα, ετοιμάζεται να εισπράξει άλλο 1,5 δισ. δολάρια σε μετοχές επειδή η εταιρεία πέτυχε τους στόχους της. Επιβραβεύεται, δηλαδή, γιατί βρέθηκαν άλλοι 180.000 πλούσιοι σε όλο τον κόσμο που μοιράζονται το όραμά του για καθαρή αυτοκίνηση και αγόρασαν εν μέσω πανδημίας και καραντίνας τα αυτοκίνητα της Tesla.

Υπάρχει ένας μηχανισμός που φροντίζει, με το αζημίωτο, να διαδίδει τις εμπορικές επιτυχίες της Tesla και να διατυμπανίζει την αύξηση της περιουσίας του προέδρου της, που δεν προσπαθεί ούτε θέλει να κρύψει το ελάχιστο από κανέναν, ούτε καν από την εφορία. Είναι μια τεράστια αγορά διαφάνειας του πλούτου, που μετρά μέρα με τη μέρα τις αυξομειώσεις στις περιουσίες των υπερπλούσιων του πλανήτη –οι λίστες του Forbes ή του Fortune και άλλες– και μας ενημερώνει πόσα έχασε αυτή τη βδομάδα ο Μπέζος, πόσα κέρδισε ο Μπάφετ, πού έφτασε το χαρτοφυλάκιο της Καρντάσιαν. Παρακολουθούμε τους σελέμπριτι του χρήματος να ανεβοκατεβαίνουν με το ασανσέρ του απεριόριστου πλούτου τους, λες κι έχουμε την υποχρέωση να χορηγήσουμε τη δική μας αδρεναλίνη στις δικές τους πολυτελείς αγωνίες, χαρές, απογοητεύσεις και ανταγωνισμούς.

Αυτή η αγορά διαφάνειας του πλούτου, που δεν έχει το παραμικρό άγχος για τις φορολογικές ή τις αναδιανεμητικές πολιτικές των κυβερνήσεων, φωτίζει εκτυφλωτικά μέχρι και τα εσώψυχα (αλλά και τα εσώρουχα!) των πλουσίων. Μαθαίνουμε όχι μόνο το πώς δαπανούν την απεριόριστη περιουσία τους, αλλά και το τι τρώνε, πώς γυμνάζονται, πόσους γάμους, παιδιά, γκόμενες έχουν, τι οραματίζονται, ποιες είναι οι αγωνίες τους για το μέλλον και τις επόμενες γενιές, γιατί έγιναν βίγκαν, πώς επιστρατεύουν τις αυτοκρατορίες τους στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Θαυμάζουμε τον τσαμπουκά τους όταν κουνούν το δάχτυλο στις κυβερνήσεις που δεν τους φορολογούν γενναία, απορούμε με τη στράτευσή τους στην πράσινη οικονομία, στην καταπολέμηση των ανισοτήτων, στην εξάλειψη της φτώχειας, στην καταδίκη του ρατσισμού για την οποία δεν αποκλείεται καθόλου να κερδίσουν κι ένα βραβείο Νέλσον Μαντέλα, πάλλευκοι κι άσπιλοι αυτοί ανάμεσα σε μαύρους και ρυπαρούς φτωχοδιάβολους, όπως καλή ώρα συνέβη με την ημετέρα εθνική ιέρεια της φιλανθρωπίας.

Κι ενώ θα περίμενε κανείς αυτή η εκτυφλωτική διαφάνεια του πλούτου να ενισχύει τον φθόνο των φτωχών, η λειτουργία της είναι ακριβώς αντίθετη. Γίνεται μια ενορχηστρωμένη, μαυλιστική διαδικασία επίδειξης της ηθικής ανωτερότητας του πλούτου. Ο δισεκατομμυριούχος Μασκ μπορεί να είναι γενναιόδωρος, με οικουμενικές ανησυχίες, ανθρωπιστής, φουτουριστής, ουτοπιστής, σε αντίθεση με τον πάμφτωχο και πειναλέο που βρομίζει τον πλανήτη κι είναι πιθανό ακόμη και να σκοτώσει για να επιβιώσει. Ο πλούτος είναι ηθικός, η φτώχεια ανήθικη: αυτό είναι το υπόρρητο μήνυμα της διαφάνειας του πλούτου, που τελικά καθιστά τη φτώχεια ψυχολογικό μειονέκτημα των ίδιων των φτωχών και την ανισότητα κουσούρι των υποτελών τάξεων.

Έτσι, ο ταλαντούχος Ελον Μασκ ή η δική μας εθνική ιέρεια της φιλανθρωπίας δεν είναι απλώς πλούσιοι που προκαλούν με την επίδειξη του πλούτου τους, αλλά μεταμορφώνονται σε Ρομπέν των Δασών, σε ελευθερωτές των ταπεινών από τα δεσμά της τάξης τους, από την οδύνη της ύπαρξής τους και την ιδιοτέλεια της επιβίωσης.

Τελικά, είναι απίστευτο με πόση επινοητικότητα η ψυχοπαθολογία της απληστίας μετασχηματίζεται σε κοινωνική αρετή. Όπου φτωχός κι η μοίρα του, όπου πλούσιος κι η δόξα του.

Θεωρίες για την υπεραξία


Ο πλούτος, όπως λέει ο Χομπς, είναι εξουσία. Αλλά το άτομο που είτε αποκτά είτε κληρονομεί μια μεγάλη περιουσία δεν αποκτά κατ’ ανάγκην ή δεν κληρονομεί κάποια εξουσία, πολιτική ή στρατιωτική. Η περιουσία ενδέχεται να του προσφέρει τα μέσα για την απόκτηση και των δύο, αλλά η απλή κατοχή της δεν του αποφέρει αναγκαστικά καμιά από τις δύο.

Η εξουσία που του αποφέρει άμεσα και ευθέως αυτή η κατοχή είναι η εξουσία του αγοράζειν: ο συγκεκριμένος έλεγχος που μπορεί να αποκτήσει εφ’ όλης της εργασίας ή όλου του προϊόντος της εργασίας που βρίσκεται εκείνη τη στιγμή στην αγορά. Η περιουσία του είναι μικρότερη ή μεγαλύτερη ανάλογα με την έκταση της εξουσίας ή με την ποσότητα της εργασίας των άλλων ανθρώπων που η εξουσία αυτή του επιτρέπει να αγοράσει ή να ελέγξει.

Ανταμ Σμιθ, «Έρευνα για τη φύση και τις αιτίες του πλούτου των εθνών»

Πηγή: efsyn.gr



Γιάννης Κιμπουρόπουλος: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2020

Νεοφιλελεύθερος κομμουνισμός ή πώς ο Κυριάκος θα δαμάσει το θηρίο

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου


Περιμένω κι εγώ με τεράστια αγωνία το τελικό σχέδιο της επιτροπής Πισσαρίδη για το μοντέλο ανάπτυξης της μετά την πανδημία εποχής. Όπως όλοι, υποθέτω. Όπως κάθε νεοέλλην που θέλει να ξέρει πού θα επενδύσει τα χρήματα που ΔΕΝ του περισσεύουν μετά την πληρωμή εφορίας, δανείου, λογαριασμών, ενοικίου και των ελάχιστων αναγκών διαβίωσης. Να τα αποταμιεύσω για να εξασφαλίσω τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος; Ή να τα επενδύσω στις μετοχές ώστε να συμβάλω στην αναπτυξιακή απογείωση της χώρας; Μήπως είναι καλύτερα να τα καταναλώσω μέχρι τελευταίου σεντ για να τονώσω τη ζήτηση;

Από το παραπάνω βασανιστικό δίλημμα με απαλλάσσει -όπως τους περισσότερους- το γεγονός ότι στο τέλος του μισθού περισσεύει πάντα πολύς μήνας- σωστά το διαβάζετε, δεν μπέρδεψα τις λέξεις, ο χρόνος είναι χρήμα, αλλά από καταβολής καπιταλισμού πάντα ένα αριθμός εργατοωρών πάει υπέρ πίστεως (τραπεζικής) και παρτίδος (εργοδοτικής), είναι αυτά τα σκότη με την υπεραξία που διέλυσε ο Μαρξ, αλλά ας μην ανοίξουμε το θέμα εδώ, θα τσακωθούμε. Λέω, λοιπόν, ότι το γεγονός ότι από τον μισθό δεν μένει σάλιο -όπερ ισχύει για την πλειονότητα των τυχερών που έχουν δουλειά- μας απαλλάσσει από την αγωνία πώς θα επενδύσουμε το περίσσευμα ώστε να συμβάλουμε στο όραμα για τον οικονομικό μετασχηματισμό της χώρας.

Ωστόσο, για να μην αισθανόμαστε μειονεκτικά, έχουμε κι εμείς οι μισθωτοί σκλάβοι την ευκαιρία συμβολής στον εθνικό στόχο, προσφέροντας περισσότερη εθελοντική και απλήρωτη εργασία: δημιουργώντας ένα μαζικό κίνημα νέου σταχανοβισμού, με μόνη τη διαφορά ότι θα εισφέρουμε γαλάζια και όχι κόκκινα μεροκάματα. Διότι ο σταχανοβισμός είναι προφανώς το εργασιακό μοντέλο που ταιριάζει στον νεοφιλελεύθερο κομμουνισμό που ευαγγελίζεται η επιτροπή του νομπελίστα και έχει ενστερνιστεί με ζήλο ο πρωθυπουργός Κυριάκος.

Δεν κάνω καθόλου, μα καθόλου πλάκα. Έτσι κι αλλιώς ο Μητσοτός ο Β’ έχει διαβεί -μαζί με τους περισσότερους ηγέτες του καπιταλιστικού σύμπαντος- τον Ρουβίκωνα (με την καλή έννοια, υπουργέ Προ.Πο.) του απεχθούς κρατισμού. Όλοι τους πλέον γλείφουν εκεί που επί δεκαετίες έφτυναν, αποκαλύπτοντας ότι η ιδεολογική απάτη του ελάχιστου κράτους ήταν απλώς η συγκάλυψη της καταλήστευσης των πιο παραγωγικών και κερδοφόρων πόρων του. Έχοντας, λοιπόν, μεταμορφώσει το κράτος-λάφυρο σε κράτος-θησαυροφυλάκιο, είναι έτοιμοι να προσχωρήσουν στο επόμενο βήμα: στον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας. Θα τρίξουν τα κόκαλα του Χάγεκ και του Φον Μίσες, τα νάματα των οποίων έχει μεταλάβει παιδιόθεν και ο Κυριάκος. Θα βγάλουν φλύκταινες οι απανταχού νεοφιλελεύθεροι, αλλά πρέπει να συμβιβαστούν με την ιδέα ότι οι μεγαλειώδεις στιγμές των σοβιετικών «Γκοσπλάν», των Πενταετών Σχεδίων και των Επιτροπών Κρατικών Σχεδιασμού αναβιώνουν εδώ και τώρα, στην καρδιά της γαλάζιας φιλελεύθερης Ελλάδας, για να αποδώσουν ένα μοναδικό υβρίδιο νεοφιλελεύθερου κομμουνισμού. Δεν ξέρω αν το έχει αντιληφθεί ο νομπελίστας κ. Πισσαρίδης, αλλά ενδέχεται να αναδειχθεί σε Βιατσεσλάβ Μόλοτοφ του Μαξίμου (με την καλή έννοια, υπουργέ Προ.Πο.).

Για όσους εξακολουθούν να πιστεύουν πως κάνω πλάκα κι ότι απλώς αυτοσαρκάζομαι για τις παλαιοκομμουνιστικές καταβολές μου, παραπέμπω σε όσα είπε προ ημερών ο δημοφιλέστερος πρωθυπουργός, εγκαινιάζοντας τη νιοστή επένδυση της εποχής του πανδημικού κρατικού καπιταλισμού - αυτή τη φορά δεν ήταν κατεδάφιση, αλλά κανονική μονάδα παραδοσιακού βιομηχανικού καπιταλισμού, μεταλλουργία παρακαλώ, όπερ σημαίνει ότι καθώς ετοιμαζόμαστε για το άλμα στον νεοφιλελεύθερο κομμουνισμό καλό είναι να φρεσκάρουμε τον Οστρόφσκι και το «Πώς δενότανε τ’ ατσάλι». Είπε λοιπόν ο πολυχρονεμένος ότι το σχέδιο Πισσαρίδη «θα αποτελεί κείμενο αναφοράς που θα δεσμεύει όλους μας, κυβέρνηση, αλλά και τους φορείς της αγοράς, εκπροσώπους εργοδοτών και εργαζομένων, σε ένα συγκροτημένο σχέδιο ελληνικής ιδιοκτησίας για το πώς θα μετασχηματίσουμε την ελληνική οικονομία και θα την κάνουμε πιο ανταγωνιστική. Αυτό που θα κάνει πράξη το σύνθημά μας: Η Ελλάδα που παράγει, η Ελλάδα που εξάγει».

Μ’ αρέσουν οι δεσμεύσεις! Και πώς ακριβώς θα το κάνεις αυτό το θαύμα, δημοφιλέστατε; Πώς θα δαμάσεις, παλικάρι μου, το θεριό, την αγορά, που από τότε που θυμάσαι τον εαυτό σου φιλάς με σέβας το αόρατο χέρι της κι αυτή η αχάριστη σου αντιγυρίζει χαστούκι; Πώς ακριβώς θα πείσεις τον Χ ή Ψ επενδυτή να βάλει τα λεφτά του στη βιομηχανία, για παράδειγμα, κι όχι σε ξενοδοχεία, μαρίνες ή τζόγο; Πώς θα πετύχεις να πέσουν κεφάλαια στη αγροτοδιατροφική μεταποίηση κι όχι στα malls και στις αρπαχτές του real estate; Πώς θα πείσεις τους χιλιάδες μικρομεσαίους να γίνουν τουλάχιστον μεγαλομεσαίοι; Θα κάνεις αναγκαστικές εξαγορές και συγχωνεύσεις; Πώς ακριβώς θα συντεθούν οι συγκρουόμενες και ανταγωνιστικές βουλήσεις χιλιάδων επιχειρηματιών και επενδυτών που βασικό τους κίνητρο είναι το κέρδος στην ενιαία «βούληση» του «σχεδίου ελληνικής ιδιοκτησίας»;

Με λεφτά, θα μου πεις. Με κρατικές ενισχύσεις, κοινοτικές επιδοτήσεις, φορολογικά κίνητρα. Τα γνωστά. Και τι σε κάνει να πιστεύεις ότι αν τους μοιράσεις άλλα 300 δισ., όσα ευρωπαϊκά και εθνικά κονδύλια με γενναιοδωρία μοίρασες τα τελευταία 40 χρόνια, θα καταλήξουν σε κάτι διαφορετικό από τον παραγωγικό ερειπιώνα που πάνω του καθόμαστε σήμερα; Άσε με να μαντέψω: Θα δημεύσεις περιουσίες. Θα απαλλοτριώσεις ιδιοκτησίες. Θα κατασχέσεις τα κεφάλαιά τους. Θα κρατικοποιήσεις τις επιχειρήσεις τους. Θα επιβάλεις διατιμήσεις, θα ελέγχεις και την προσφορά και τη ζήτηση. Θα εξημερώσεις το θηρίο! Θα κάνεις ό,τι πρέπει για να υποταχθούν οι παραγωγικές δυνάμεις της χώρας στον κρατικό σχεδιασμό. Ζήτω το ελληνικό ΓΚΟΣΠΛΑΝ!

Αλλά επειδή τίποτα από αυτά δεν θα συμβεί, το πιθανότερο είναι ότι το σχέδιο ανάπτυξης θα περιοριστεί στην εξυπηρέτηση των ολίγων φίλων επενδυτών, εγχωρίων και αλλοδαπών, που μπαινοβγαίνουν στο Μαξίμου και στα υπουργεία, νομοθετούν self service και κόβουν κορδέλες εγκαινίων με τα κυβερνητικά στελέχη ως ατραξιόν. Αυτό ούτε νεοφιλελεύθερο κομμουνισμό το λες. Παρεΐστικος καπιταλισμός είναι.

Θεωρίες για την υπεραξία


Η έννοια της δικαιοσύνης είναι παράλογη αν δεν σχετίζεται με ένα καθιερωμένο πρότυπο. Στην πράξη, εάν οι εργοδότες δεν παραδοθούν στις απειλές των συνδικάτων, η διαιτησία ισοδυναμεί με τον καθορισμό των μισθών από τον διορισμένο από την κυβέρνηση διαιτητή. Η προσωρινή αυταρχική απόφαση αντικαθιστά την τιμή αγοράς. Το ζήτημα είναι πάντα το ίδιο: η κυβέρνηση ή η αγορά. Δεν υπάρχει τρίτη λύση.

Ludwig von Mises, «Η υπεροχή της αγοράς» («Σχεδιασμένο χάος», 1966)

Πηγή: efsyn.gr



Γιάννης Κιμπουρόπουλος: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2020

Κολασοπαράδεισος

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου


Μπορούμε να αντιληφθούμε την εξέλιξη της ανθρωπότητας ως μια πορεία από την αθωότητα στη βαρβαρότητα ή, εντελώς αντίστροφα, από τη βαρβαρότητα στον πολιτισμό. Και τα δυο παίζουν. Ο Φρόιντ καταδίκασε τον πολιτισμό ως πηγή της ανθρώπινης δυστυχίας, ο Χομπς αντιθέτως είδε στον πολιτισμό, ακόμη και στις πιο βίαιες και αυταρχικές εκδοχές του, το ένστικτο της επιβίωσης απέναντι στις πιο αιματηρές εκδοχές της ανθρώπινης φύσης. Αλλά ο Ρουσό στάθηκε ανάμεσα και συμπύκνωσε στον ευγενή άγριό του την καλύτερη εκδοχή του είδους μας: γεννηθήκαμε στον παράδεισο της φυσικής ισότητας, περάσαμε (και ακόμη περνάμε) από την κόλαση της αφύσικης ανισότητας, αλλά έχουμε την ευφυΐα να καταλήξουμε σε ένα παράδεισο κοινωνικής ισότητας. Κοινωνικό συμβόλαιο και τα λοιπά.

Κατά κάποιον τρόπο η ανθρώπινη εξέλιξη είναι μια παλινδρόμηση μεταξύ κόλασης και παραδείσου και το ίδιο ισχύει για τις ουτοπίες, τις προβληματικές εφαρμογές τους και τις τραγικές διαψεύσεις τους. Ο χριστιανισμός, όπως και οι περισσότερες θρησκείες, προσπάθησε- με μεγάλη επιτυχία, είναι αλήθεια- να λύσει το πρόβλημα με την υπόσχεση της μετά θάνατον αποκατάστασης στον παράδεισο, που υπήρξε μεν για τους πρωτόπλαστους ευγενείς αγρίους, έκαναν όμως τη γνωστή κουτσουκέλα και εξέπεσαν. Αλλά η μετά θάνατον αποκατάσταση στον παράδεισο απαιτεί, ως γνωστόν, σκληρούς όρους. Μνημόνιο με τα όλα του και αποδοχή του ενδεχομένου να ζήσεις μια ζωή – κόλαση.

Ο καπιταλισμός, όμως, το ευφυέστερο προσώρας σύστημα, έκανε κάτι πιο πρακτικό και χειροπιαστό. Αφού δεν μπορεί ούτε θέλει να είναι ο επίγειος παράδεισος της ανθρωπότητας, έκανε τον παράδεισο προϊόν. Για όσους και για όσο μπορούν να τον αγοράσουν. Υπάρχουν παράδεισοι για όλα τα βαλάντια. Από τον Άγγλο άνεργο που τρώει το επίδομα σε τέσσερις μέρες στον Λαγανά της Ζακύνθου, μέχρι τον Μπράνσον που έχει τον ιδιωτικό νησιωτικό παράδεισο στην Καραϊβική (σ.σ. μαθαίνω ότι τον έβαλε ενέχυρο, δεν βγαίνει ο άνθρωπος. Δεν οργανώνουμε έναν έρανο;). Ο τουρισμός είναι κατά κάποιον τρόπο η εμπορευματική εκδοχή της επαγγελίας του παραδείσου. Προσφέρεται σε όλα τα μεγέθη, σε ποικίλες συσκευασίες, για όλα τα γούστα, από τα πιο συμβατικά μέχρι τα πιο ακραία και ιδιότροπα.

Μπορείς να αγοράσεις παράδεισο στο βουνό ή στη θάλασσα, να έχεις ζέστη ή κρύο, ήλιο ή χιόνι. Αλλά αν είσαι βιτσιόζος διαθέτουμε παράδεισο στην κορυφή των Ιμαλαΐων, αν καταφέρεις να φτάσεις ζωντανός. Έχουμε παράδεισο στο μέσο της άνυδρης ερήμου, στην καρδιά της άγριας ζούγκλας, ακόμη και στο χείλος ενός ενεργού ηφαιστείου. Προσφέρουμε εμπειρίες τρομακτικές, μπορείς να διασχίσεις με τα πόδια το μεγαλύτερο φαράγγι του κόσμου, να διασχίσεις με καγιάκ το πιο άγριο ποτάμι ή να βουτήξεις στους πιο ορμητικούς καταρράκτες. Κι αν ξέραμε ότι κάπου βρίσκεται η κόλαση με τους πύρινους λάκκους της και τις λίμνες με τα αχνιστά βοθρολύματα κι εκεί σίγουρα θα προσφέραμε τουριστικά πακέτα.

Βεβαίως, η πιο διάσημη, συμβατική, λαχταριστή και καλοκαιρινή εκδοχή παραδείσου είναι τα νησιά. Νησιά του αρχιπελάγους ή του ωκεανού. Τροπικά ή άνυδρα και κατάξερα. Καταπράσινα ή γυμνά και λευκά σαν την έρημο. Νησιά του Ατλαντικού, του Ειρηνικού, του Ινδικού. Η νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου.

Διαθέτουμε ένα από τα πυκνότερα δίκτυα τουριστικών παραδείσων του κόσμου. Δεν έχουν το πλεονέκτημα των παραδείσων της τροπικής ζώνης (ανοικτοί 365 μέρες τον χρόνο), αλλά έχουν το πιο σημαντικό πλεονέκτημα της εγγύτητας στην –προς το παρόν- μεγαλύτερη τουριστική αγορά του κόσμου, την ευρωπαϊκή. Τα ελληνικά νησιά είναι σχετικά νέα ανακάλυψη της τουριστικής βιομηχανίας. Πρακτικά, η μαζική ανακατασκευή τους σε εκδοχή εμπορεύσιμων παραδείσων είναι υπόθεση τεσσάρων δεκαετιών. Πριν από τη δεκαετία του ’80 ελάχιστοι νησιώτες είχαν την αίσθηση των προνομιούχων κατοίκων επίγειων παραδείσων. Η ομορφιά ήταν δεδομένη, αναγνωρίσιμη και διάχυτη κι η χαρά που αντλούσαν απ’ αυτήν στη μουσική ή στην αυτοσχέδια αρχιτεκτονική τους. Κι αυτό ίσως είναι ένα σταθερό νησιωτικό χαρακτηριστικό από την εποχή του χαμένου κυκλαδικού πολιτισμού. Αλλά για δεκαετίες -για αιώνες!- η ζωή στα νησιά ήταν σκληρή. Η θάλασσα ήταν πόρτα ελευθερίας, αλλά και σίδερα φυλακής. Η ναυτοσύνη ήταν πάντα μια αναπόφευκτη διέξοδος, ο εφοπλισμός και το εμπόριο έφεραν πλούτο σε αρκετά νησιά, αλλά ταυτόχρονα οι νησιώτες έπρεπε να εξασφαλίζουν όρους αυτάρκειας, ακόμη και με τους ελάχιστους φυσικούς πόρους του νησιού, που μπορεί να ήταν για μήνες αποκλεισμένο. Για πολλούς, η ζωή στα νησιά που σήμερα είναι παράδεισοι ήταν ό,τι πλησιέστερο στην επίγεια κόλαση.

Έπειτα, ήρθαν η τουριστική βιομηχανία, η καταναλωτική νεύρωση των διακοπών, το παραθεριστικό real estate και ως ολετήρες άλλαξαν τα πάντα. Από το τοπίο και το στιλ, στο οποίο ο Λε Κορμπιζιέ βρήκε την ενσάρκωση του αρχιτεκτονικού του μανιφέστου της λιτότητας, απέμειναν μόνο φολκλορικές καρικατούρες. Μια απίθανη σπατάλη πόρων, μια τεράστια απαλλοτρίωση περιουσιακών στοιχείων, ένας διογκούμενος οικιστικός εποικισμός και ένας μαζικός εκμαυλισμός των τοπικών κοινωνιών μετέτρεψε τα νησιά σε θερινές βιτρίνες που στο τέλος της τουριστικής σεζόν σχεδόν ερημώνονται. Παράδεισοι του καλοκαιριού, καθαρτήρια του χειμώνα (η κόλαση είναι υπερβολή, γιατί η ομορφιά μένει εκεί: διαρκέστερη από κάθε εμπορευματική άλωση).

Η μετατροπή των νησιών σε παραδείσους παγκόσμιας ακτινοβολίας έφερε φυσικά πλούτο. Τεράστιο πλούτο και στην εθνική οικονομία και στις τοπικές κοινωνίες. Νοικοκυριά ολόκληρα με δουλειά 3-4 μηνών, φυσικά και με μπόλικη μαύρη εργασία, έγιναν ραντιέρηδες του χειμώνα. Όμως, είναι η πρώτη φορά εδώ και πολλές δεκαετίες που οι νησιωτικές κοινωνίες –ή όσοι εποίκισαν τα νησιά για να πουλήσουν τουριστικό προϊόν- ανακαλύπτουν ότι το σύνορο που χωρίζει τον παράδεισο από την κόλαση είναι λεπτό όσο μια τρίχα. Απ’ τη μια στιγμή στην άλλη περνάς στην άλλη πλευρά. Θύμα της κολοσσιαίας επιτυχίας σου.

Αν δεν επρόκειτο να υποφέρουν τόσες χιλιάδες άνθρωποι από ανεργία και απώλεια εισοδήματος, θα έλεγα ότι είναι σχεδόν διασκεδαστικά γελοίο ν’ ακούς από θινκ τανκ της εγχώριας ελίτ και από τον ΣΕΒ να διαπιστώνουν με στόμφο πόσο καταστροφική αποδείχτηκε η εξάρτηση της οικονομίας από τον τουρισμό. Να κουνούν το δάχτυλο σαν να λένε «σας τα λέγαμε εμείς…». Μπα; Κι αν δεν χτίζονταν οι παράδεισοι στα νησιά, πού θα πουλούσατε τα τσιμέντα σας και τον χάλυβά σας, που θα χτίζατε τις βίλες και τις ολυμπιακές πισίνες σας, πού θα φέρνατε τους σελέμπριτι φίλους σας, πού θα δένατε τα γαμάτα σκάφη σας; Αμπλαούμπλες μου! Καλωσήρθατε στον κολασοπαράδεισο. Δυο σε συσκευασία ενός.

Θεωρίες υπεραξίας


Άσε τον παλιόκοσμο να σκούζει

σε πλαζ, εστιατόρια, πανσιόν

Εμείς με σλίπινγκ μπαγκ και με καρπούζι

θα κάνουμε το γύρο τον νησιών

Γυμνοί θα κολυμπάμε στ’ ακρογιάλια

Τον ήλιο θ’ αντικρίζουμε ανφάς

Θα σ’ έχω σαν κινέζικη βεντάλια

και στο γραφείο δε θα ξαναπάς

Βαγγέλης Γερμανός, «Κρουαζιέρα»

Πηγή: efsyn.gr



Γιάννης Κιμπουρόπουλος: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020

Διακοπές στα Σούρμενα

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου


Κάθε χρόνο τέτοια εποχή θυμάμαι τον συμμαθητή μου τον Μανωλάκη. Ποιος ξέρει ποιο περίεργο σύστημα συνάψεων έχει συνδέσει την ανάμνησή του με καλοκαιρινές θερμοκρασίες και διακοπές. Ο Μανωλάκης –παιδί πολυμελούς, πάμφτωχης οικογένειας η οποία τη δεκαετία του 1960 έμενε σε ένα αυτοσχέδιο κτίσμα πάνω στο ρέμα που χώριζε ή ένωνε Νέο Κόσμο και Νέα Σμύρνη και σήμερα είναι λεωφόρος, ρέμα που υπήρξε οργιώδης βιότοπος με καλαμιές, βατράχια, φίδια και χελώνες, αγαπημένο τόπο απομακρυσμένου και ριψοκίνδυνου παιχνιδιού– ήταν μεγαλύτερος από μας στο Δημοτικό, έχοντας επαναλάβει κάμποσες τάξεις. Ηταν ψηλός, απίστευτα αδύνατος, με ένα τεράστιο, κακοποιημένο από γουλί ξυρίσματα κεφάλι και τεράστια, πράσινα και μόνιμα απορημένα μάτια.

Απορημένα ακόμη κι όταν η σαδιστική παλάμη του δασκάλου προσγειωνόταν με δύναμη στο μάγουλό του. Γιατί ο Μανωλάκης διάβαζε συλλαβιστά ακόμη και στην Πέμπτη και δυσκολευόταν στην πρόσθεση – για την προπαίδεια δεν το συζητάμε. Καθόμασταν στο ίδιο θρανίο και κάθε χρόνο λίγο πριν κλείσουν τα σχολεία οι δάσκαλοι έκαναν την καθιερωμένη ερώτηση «Πού θα πάτε διακοπές;». Λίγα παιδιά είχαν στην κυριολεξία αυτή την επιλογή, κάποια πήγαιναν κατασκήνωση, τα περισσότερα σ’ ένα χωριό ή ένα νησί όπου τα περίμεναν θείοι και παππούδες. Αλλά η απάντηση του Μανωλάκη στην ίδια ερώτηση προκαλούσε χλευαστικά χάχανα – και δεν ήταν η μόνη χλεύη που εισέπραττε από τους συμμαθητές ο Μανωλάκης, το μπούλινγκ δεν υπήρχε τότε ως όρος, αλλά ήταν η μόνη κανονικότητα για οποιονδήποτε απέκλινε έστω κι ένα χιλιοστό από τους υπόλοιπους.

«Εσύ, Μανωλάκη, πού θα πας διακοπές;» «Στα Σούρμενα». Γελούσαν τα παιδιά, γελούσε κι ο δάσκαλος, προφανώς γιατί κάποια ψευδαίσθηση ταξικής ανωτερότητας τους έδινε το γεγονός ότι τα Σούρμενα ήταν για κάποιους η μόνη επιλογή διακοπών.

Τα Σούρμενα, πριν μετατραπούν σε ενδιαίτημα μικροαστών που άφησαν το κέντρο για τα νότια, κυνηγώντας τη θέα στη θάλασσα, ήταν συνοικία που έστησαν Πόντιοι πρόσφυγες από το 1925 και μετά, στις παρυφές του Υμηττού όπως κατεβαίνει μέχρι τη Βάρη. Η συνοικία αναπτύχθηκε σταδιακά, στην περιοχή πάνω από το σύνορο της Βουλιαγμένης, που χαράχτηκε πριν από τον πόλεμο. Μόνοι τους οι πρόσφυγες από τα Σούρμενα της Ανατολικής Τραπεζούντας έχτισαν τα σπίτια τους, μόνοι τους έστησαν σχολείο και ό,τι αποτέλεσε τον πυρήνα της συνοικίας που σήμερα είναι το Ελληνικό, με θέα το μεγαλύτερο παραθαλάσσιο οικόπεδο της Ευρώπης. Τους έδιωξαν μια φορά οι Γερμανοί, το 1943, τους έδιωξαν δεύτερη φορά μετά τον εμφύλιο από το κάτω Ελληνικό οι Αμερικανοί, για τις ανάγκες της αμερικανικής βάσης που τους έκοψε την πρόσβαση στη θάλασσα, τουλάχιστον απ’ το κομμάτι της που είχαν στα πόδια τους. Τους στρίμωξε και το αεροδρόμιο που θεμελίωσε ο Καραμανλής και εγκαινίασε η χούντα. Έτσι, οι διακοπές του συμμαθητή μου του Μανωλάκη στα Σούρμενα, που ακόμη και το 1970 ήθελαν ταξίδι σχεδόν μιας ώρας με το λεωφορείο, είχαν κάτι το αστείο. Γιατί, αν κι είχαν τη θάλασσα στα πόδια τους, ήταν τελικά αποκλεισμένα από τη θάλασσα. Έπρεπε να πάει κανείς δυτικότερα ή ανατολικότερα, Αλιμο ή Γλυφάδα για να βουτήξει.

Τα Σούρμενα των Ποντίων προσφύγων, της αμερικανικής βάσης, του αεροδρομίου, του Ωνάση, το Ελληνικό της παλιάς Ελλάδας, έπειτα από αλλεπάλληλα κύματα εποικισμών, καταλήψεων, κατεδαφίσεων και ανοικοδομήσεων από κατακτητές, επικυρίαρχους, νεόπλουτους, εκσυγχρονιστές, δέχεται το τελικό πλήγμα.

Πέντε μνημονιακές κυβερνήσεις και μια μεταμνημονιακή συντέλεσαν στο να χαθεί οριστικά η ευκαιρία να αποκτήσει το ίδιο το Ελληνικό και όλο το Λεκανοπέδιο έναν μοναδικό πνεύμονα πρασίνου, αναψυχής και ελεύθερης πρόσβασης στη θάλασσα. Επέλεξαν την ανάπτυξη ενός υβριδίου Λας Βέγκας - Ντίσνεϊλαντ - Mall και παραθεριστικού γκέτο για παχυλά πορτοφόλια, γιατί αυτό απαίτησε ο «εθνικός επενδυτής», γιατί αυτό ήθελαν οι Αμερικανοί καζινάδες, γιατί αυτό θέλουν οι εθνικοί εργολάβοι, γιατί αυτό ήθελε διακαώς η τρόικα –γιατί άραγε;– που έθεσε ως απαράβατη προϋπόθεση για το 3ο Μνημόνιο, τέτοια εποχή πριν από πέντε χρόνια, μετά το ΟΧΙ στο δημοψήφισμα της μεγάλης διάψευσης, την εσπευσμένη επικύρωση της σύμβασης για το Ελληνικό.

Όσοι Πόντιοι πρόσφυγες έχουν απομείνει στη συνοικία που ίδρυσαν, ή οι απόγονοί τους, ίσως θυμήθηκαν με το μητσοτάκειο σόου κατεδαφίσεων τη γερμανική εκκένωση, τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς, τις κατεδαφίσεις για τον Αϊζενχάουερ, τη βάση, το αεροδρόμιο κι έπειτα το σαρωτικό έπος της αντιπαροχής. Ειλικρινά δεν ξέρω αν υπάρχει κόκκος ρεαλισμού σε όσα διθυραμβικά λέγονται για τις δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας που θα δημιουργηθούν, αν και όποτε ο εθνικός επενδυτής καταφέρει και χτίσει, αφού τελειώσει με το γκρέμισμα.

Ωστόσο υποψιάζομαι ότι ο βασικός κίνδυνος είναι να αφήσει την επένδυση στα κρύα του λουτρού, να τη φορτώσει σε άλλους αφού τσεπώσει αρκετά εκατομμύρια από τους καζινάδες και την προπώληση κατοικιών με τουλάχιστον 10.000 ευρώ το τετραγωνικό. Κι αυτό μπορεί να εξελιχθεί στην επόμενη τραγωδία του Ελληνικού, στο επόμενο φιάσκο, με ημιτελή κουφάρια, αζήτητες κατοικίες, αλλόφρονες ιδιοκτήτες κι εργολάβους που θα διεκδικούν αποζημιώσεις και με δένδρα, θάμνους, φυτά που θα τυλίγουν τα κτίρια, θα καταπίνουν χαράξεις, θα κερδίζουν τον χώρο που τους στέρησε το φαραωνικό τερατούργημα και –γιατί όχι;– θα τον μετατρέψουν σε τεράστιο λαχανόκηπο ή βοτανικό κήπο.

Ποιος ξέρει, ίσως τότε τα παιδιά ή τα εγγόνια του Μανωλάκη, καλή του ώρα όπου και να ’ναι, θα μπορούν να απολαύσουν τη μικρή ζούγκλα που χωρίζει την πόλη από τη θάλασσα, να περηφανεύονται ότι ζουν στο «Μαλιμπού της Αθήνας» και, αν τους ρωτούν τι θα κάνουν το καλοκαίρι, να απαντούν με άνεση: «Διακοπές στα Σούρμενα!»

Θεωρίες για την υπεραξία


«Σε προνομιακή θέση, πωλείται υπερπολυτελής μονοκατοικία, νεοκλασικού ύφους, χτισμένη το 2002 από κατασκευαστή για ιδιοκατοίκηση. Σε γωνιακό οικόπεδο 400τμ, 3όροφη κατοικία πολλαπλών επιπέδων στο εσωτερικό της, με συνολικό εμβαδόν 403τμ+117τμ βοηθητικών χώρων και υπογείου γκαράζ με 4 θέσεις parking. Όλοι οι όροφοι και το υπόγειο γκαράζ επικοινωνούν με ασανσέρ, τα ΥΔ έχουν δρύινα πατώματα ενώ τα δάπεδα στο υπόλοιπο σπίτι είναι με μάρμαρο Διονύσου, τεράστιες βεράντες και μπαλκόνια με απεριόριστη θέα προς το βουνό, τη θάλασσα και προσεχώς το Μητροπολιτικό Πάρκο του Ελληνικού. Τιμή: 1.280.000 ευρώ».

Από ιστοσελίδα αγγελιών real estate.

Πηγή: efsyn.gr



Γιάννης Κιμπουρόπουλος: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2020

Αναζητώντας το χαμένο χρήμα

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου


Θυμάστε τον μακαρίτη Κώστα Τσάκωνα στο «Μάθε παιδί μου γράμματα» του Μαραγκού; Αναρωτιόταν: «Εξι χρόνια στο Δημοτικό, έξι χρόνια στο Γυμνάσιο, έξι χρόνια στο Πολυτεχνείο κι έξι χρόνια μέχρι να πάω σχολείο ίσον 24 κι άλλα έξι στο εξωτερικό 30. Είμαι 36, πού πήγαν τα άλλα έξι χρόνια;». Κι ανάλογη ήταν η απορία του αυταρχικού πατέρα Διαμαντόπουλου που αντικρίζοντας τη γυαλιστερή φαλάκρα του γιου αναρωτήθηκε «πού πήγαν οι μπούκλες του;».

Λοιπόν, αυτό ακριβώς μου θύμισε ο απολογισμός που έκανε ο ΣΕΒ για τα 40 χρόνια ελληνικής διαδρομής στην ενωμένη Ευρώπη και στον περίπλοκο κόσμο των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων. Των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων (θυμάστε τα ΜΟΠ;), των πακέτων Ντελόρ, των πακέτων Σαντέρ κ.λπ., των ΕΣΠΑ. Ο απολογισμός του ΣΕΒ κινείται στα όρια της θρηνωδίας. Θρηνωδίας για τον χαμένο χρόνο, τον χαμένο κόπο και το χαμένο χρήμα.

«Σπαταλάμε ευρωπαϊκούς πόρους για δεκαετίες με τον ίδιο τρόπο περιμένοντας διαφορετικά αποτελέσματα», λέει το special report του ΣΕΒ. Δηλαδή, πεταμένα λεφτά. Σωρευτικά διατέθηκαν περίπου 160 δισ. ευρώ από τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία σε 4 δεκαετίες, υποτίθεται για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της σύγκλισης, κι έχει συμβεί το αντίθετο. Η παραγωγικότητα, ειδικά των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, είναι πίσω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και από συγκρίσιμες χώρες όπως η Πορτογαλία και το χάσμα από τις άλλες χώρες διευρύνεται. Ο μεθερμηνευόμενον, πρέπει να δούμε τι θα γίνει με το νέο ΕΣΠΑ, πώς θα μοιραστούν τα λεφτά της επόμενης επταετίας.

Ας πούμε ότι προσυπογράφω. Ναι, ναι, προσυπογράφω μια διαπίστωση του ΣΕΒ που θα είχε μεγαλύτερη αξία αν αποτελούσε ειλικρινή αυτοκριτική -που δεν είναι-, μια και ο ΣΕΒ και οι στυλοβάτες του αυτές τις τέσσερις δεκαετίες της σπατάλης -στα όρια της διασπάθισης δημόσιου χρήματος- των ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων ήταν υποβολείς, συνδιαχειριστές, συγκυβερνήτες, συνδιαμορφωτές του ολέθριου παραγωγικού μοντέλου το οποίο τώρα πενθούν.

Στο πάρτι της πελατειακής και χωρίς παραγωγική στρατηγική χρηματοδότησης ο ΣΕΒ και το επιχειρηματικό λόμπι που εκπροσωπεί ήταν ο ντι τζέι. Οι σχέσεις συνενοχής του με το πολιτικό σύστημα, με την παλαιοκομματική πελατεία, την κρατική και ευρωκρατική γραφειοκρατία αποτυπώνονται στα μνημεία βιομηχανικής παρακμής, στα εγκαταλειμμένα κουφάρια που είναι διάσπαρτα κατά μήκος των εθνικών οδών, στα παραγωγικά νεκροταφεία που αποκαλούνται βιομηχανικές ζώνες.

Στη συλλογική αρπαχτή πολλά μικρά μοσχαράκια βύζαξαν την αγελάδα, αλλά τη μεγάλη καρδάρα με το γάλα την έχυσαν οι εθνικοί βιομήχανοι, οι εθνικοί προμηθευτές, οι εθνικοί εργολάβοι και οι εθνικοί επενδυτές. Δηλαδή, όσους κυρίως εκπροσωπεί ο ΣΕΒ.

Στην απομύζηση, φυσικά, πρωταγωνίστησε κι ένα νέο στρώμα γραφειοκρατίας και παρασιτικής διαμεσολάβησης στη διαχείριση των κοινοτικών πόρων που διαμορφώθηκε αυτές τις δεκαετίες: οι «προγραμματάκηδες». Το κόστος αυτής της διαμεσολάβησης συχνά συναγωνίζεται ή και υπερβαίνει την ποσόστωση προμήθειας (ελληνιστί: μίζας) που αναλογεί σε κάθε καθωσπρέπει σύστημα διασπάθισης δημόσιου χρήματος. Ακόμη και οι εγγυήσεις διαφάνειας, δημοσιότητας και επιτήρησης που επέβαλε η ευρωπαϊκή νομενκλατούρα θαρρείς ότι δεν είχαν άλλο στόχο από το να σιτίσουν τους διαμεσολαβητές, στους οποίους συνυπάρχουν από ΚΕΚ και δημοτικές επιχειρήσεις μέχρι τράπεζες, συνδικάτα και επιχειρηματικές ενώσεις.

Οι εγγυήσεις και οι πολυσχιδείς διαδικασίες βουλώνουν στόματα και θαμπώνουν μάτια των ιθαγενών της ευρωπεριφέρειας, που πρέπει να θυμούνται ότι κάθε χιλιόμετρο οδοστρώματος που διασχίζουν με το αυτοκίνητό τους, κάθε μέτρο πεζοδρομίου που περπατούν, κάθε ράμπα αναπήρου που μπλοκάρουν με τα αυτοκίνητά τους, κάθε κυβικό τσιμέντου που έπεσε σε δημόσια και ιδιωτικά κτίρια έγιναν «με τη συγχρηματοδότηση Ελλάδας και Ευρωπαϊκής Ενωσης».

Το αποτέλεσμα; Σε κάθε δέκα ευρώ ευρωπαϊκού χρήματος, τρία με τέσσερα χάνονται πριν φτάσουν στον προορισμό τους. Και προστασία σε μαφιόζους να πληρώναμε, πιο φτηνά θα ερχόταν.

Και για να μην υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για το ότι χωρίς «πορτιέρηδες» και φέις κοντρόλ ΕΣΠΑ δεν βλέπεις, ιδού, ακόμη και αυτό το διαπρύσιο, μαστιγωτικό special report του ΣΕΒ για τις χαμένες τέσσερις δεκαετίες, τα πεταμένα 160 δισ. και την «ώρα για αλλαγή πορείας» με το επόμενο ΕΣΠΑ συνοδεύεται από την υποχρεωτική σημείωση: «Το παρόν συντάχθηκε από τον Τομέα Βιομηχανίας, Ανάπτυξης, Δικτύων και Περιφερειακής Πολιτικής του ΣΕΒ. Αξιοποιήθηκαν στοιχεία που παράχθηκαν στο πλαίσιο του έργου "Μηχανισμός παρακολούθησης των αλλαγών και υποστήριξης των δράσεων ανάπτυξης και προσαρμοστικότητας της βιομηχανίας", το οποίο συγχρηματοδοτείται από την Ελλάδα και την Ε.Ε. (Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο) μέσω του Ε.Π. "Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα και Καινοτομία"».

Ακολουθούν τα λογότυπα της Ε.Ε., του ΕΠΑνΕΚ και του ΕΣΠΑ. Ήτοι, ακόμη κι αυτή η 13 σελίδων προχειρογραφία, συρραφή κοινότοπων διαπιστώσεων του ΣΕΒ, έγινε με χρήματα του ΕΣΠΑ. Τόσο απλά.

Οι διαπιστώσεις, ακόμη και οι διατυπωμένες με «συγχρηματοδότηση», θα είχαν κάποια αξία αν κατέληγαν κάπου. Κι αν φώτιζαν και την άλλη όψη του τραγικού απολογισμού του χαμένου χρήματος. Διότι η νεοελληνική δοξασία ότι η δαιμόνια πελατειακή μηχανή που στήθηκε εδώ ξεγέλασε και τ' άρπαξε από τους κουτόφραγκους είναι η πραγματικότητα με το κεφάλι κάτω. Μια χαρά ήξεραν οι κουτόφραγκοι πού τα δίναν. Η υποτιθέμενη γενναιοδωρία τους ήταν το τίμημα που τους εξασφάλιζε τη μετατροπή της ευρωπεριφέρειας σε σουπερμάρκετ για τα προϊόντα τους. Δεν έτυχε. Πέτυχε.

Θεωρίες για την υπεραξία


Στην πράξη τα ΕΣΠΑ δεν έχουν βελτιώσει σημαντικά την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών ΜμΕ. Η υπέρμετρη γραφειοκρατία και η διαχρονική επιμονή στην πιστοποίηση επιλέξιμων δαπανών έχουν αποτελέσει σημαντική τροχοπέδη. Επιπλέον, για την εξυπηρέτηση πρόσκαιρων σκοπιμοτήτων, αναπαράγεται ένα οικονομικό μοντέλο που δεν στηρίζεται σε δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας, αλλά ευνοεί τον παραγωγικό κατακερματισμό. Είναι κρίσιμο το νέο ΕΣΠΑ να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της νέας δεκαετίας (τις δεξιότητες, τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την πράσινη ανάπτυξη) και να λειτουργήσει συμπληρωματικά στα οριζόντια επενδυτικά κίνητρα. Διαφορετικά θα προστεθεί στο μακρύ ιστορικό χαμένων αναπτυξιακών προοπτικών και κατασπατάλησης του παρελθόντος.

ΣΕΒ, «Νέο ΕΣΠΑ: ώρα για αλλαγή πορείας»

Πηγή: efsyn.gr



Γιάννης Κιμπουρόπουλος: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2020

Η παραγωγικότητα της λούφας

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου


Είναι, άραγε, η τηλεργασία η νέα χρυσοτόκος όρνιθα του νεο-καπιταλισμού (ή του μετα-καπιταλισμού, τουρμπο-καπιταλισμού, τηλε-καπιταλισμού, πείτε τον όπως θέλετε); Έτσι φαίνεται να αντιλαμβάνονται την υπόθεση τόσο οι εγχώριοι ψιλικατζήδες της επιχειρηματικής αρπαχτής όσο και οι πολυεθνικοί δεινόσαυροι της αλγοριθμικής οικονομίας, τα θεριά -Google, Face book, Microsoft και λοιπές- που έσπευσαν να εξορίσουν στα σπίτια τους την πλειονότητα των εργαζομένων, μετατρέποντας κρεβατοκάμαρες και σαλονάκια σε γραφεία ή εργαστήρια και τα ψηφιακά δίκτυα σε αλυσίδες παραγωγής.

Ο κορονοϊούλης θεωρήθηκε ιδεώδης ευκαιρία για μια γρήγορη, βίαιη ανατροπή του μοντέλου εργασίας που βασίζεται στη φυσική παρουσία των ανθρώπων στον κοινό χώρο. Χωρίς παζάρια, συλλογικές ή ατομικές διαπραγματεύσεις, συνδικάτα, περιττές συναντήσεις και χάσιμο χρόνου, στο κυλικείο, στο μπαλκόνι για κάπνισμα ή γύρω από τον ψύκτη του νερού.

Φυσικά, μέχρι να αναπτυχθεί η τεχνολογία του διακτινισμού και της τηλεμεταφοράς -λέμε τώρα-, οι οραματιστές του τηλε-καπιταλισμού θα ανεχθούν την ενοχλητική ανθρώπινη παρουσία και συνύπαρξη σε «βρομοδουλειές» που δεν μπορούν να γίνουν αλλιώς. Είτε πρόκειται για τις μπέιμπι σίτερ των βλαστών τους, είτε για τους ντελιβεράδες των παραγγελιών τους, είτε ακόμη και για τους «ντάλιτ», τους «Ανέγγιχτους» της Ινδίας, που είναι καταδικασμένοι να καθαρίζουν τους βόθρους των υπόλοιπων καστών. Όλα δένονται γλυκά στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό: ο φουτουρισμός της τηλεργασίας και η προϊστορία της βαρβαρότητας.

Η τηλεργασία από μόνη της δεν είναι καλή ή κακή. Ένας κινητικά ανάπηρος μπορεί να απαλλαγεί από την καθημερινή δυσκολία της μετακίνησης σε πόλεις που δεν είναι προσβάσιμες και να είναι πλήρως παραγωγικός με εργασία εξ αποστάσεως. Κι ο αστροναύτης του διαστημικού σταθμού δουλεύει αναγκαστικά σε απόσταση περίπου 400 χιλιομέτρων από τα γήινα κοσμοδρόμια. Αλλά αυτό έχει και το κόστος του: την απώλεια της ανθρώπινης επαφής στον χώρο εργασίας που, όσο κι αν μισούμε τον καταναγκασμό της, ταυτόχρονα έχουμε ανάγκη την εγγύτητα και τη σωματικότητά της. Το παρατηρήσατε κι εσείς, υποθέτω: το χαμόγελο κι όχι η κατήφεια επικρατούσε στα πρόσωπα όσων επέστρεψαν στα πόστα τους έπειτα από 2-3 μήνες αναγκαστικής τηλεργασίας.

Γιατί η συνύπαρξη στον χώρο δουλειάς δεν είναι μόνο παραγωγή, χειρωναξία, πληκτρολόγηση, εξυπηρέτηση πελατών, αποθήκευση, συναρμολόγηση, ανταλλαγή μέιλ. Είναι και κουβεντολόι με τον διπλανό, κουτσομπολιό για τον προϊστάμενο, συζήτηση στο διάλειμμα για τσιγάρο, γύρω από μια κούπα καφέ, πάνω από τον ψύκτη νερού. Εργασία δεν είναι πια ο αριστοτεχνικά κατακερματισμένος, αξιοποιημένος μέχρι τελευταίου δευτερολέπτου εργάσιμος χρόνος του φορντικού μοντέλου. Είναι και ο χαμένος, παραγωγικά νεκρός χρόνος του χαζέματος, της χρονοτριβής, της μικρολούφας.

Αυτό ακούγεται αναμενόμενο από την πλευρά των εργαζόμενων, για τους οποίους οι μικροκλοπές παραγωγικού χρόνου από τον εργοδότη (αλλά και από τους εαυτούς τους) είναι μηχανισμός επιβίωσης. Αλλά δεν είναι διόλου αναμενόμενο να το ακούς από εργοδότες ή από ακριβοπληρωμένους τεχνοκράτες του επιστημονικού μάνατζμεντ. «Γιατί η τηλεργασία δεν αφήνει τις ιδέες να ανθίσουν» είναι ο τίτλος ενός απροσδόκητου άρθρου που διάβασα στους Financial Times – των οποίων ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει την προσήλωση στο πνεύμα του καπιταλισμού και της παραγωγικότητας της εργασίας.

Η απλή ιδέα του άρθρου είναι ότι η τηλεργασία ίσως κάνει πια περιττούς τους ψύκτες νερού και το όποιο κόστος τους, αλλά «ένα δυνητικό θύμα είναι η ευκαιρία για δημιουργικότητα που παρέχει η κουβεντούλα γύρω από τον ψύκτη. Τέτοιες ανεπίσημες συναντήσεις, που τις στιγματίζει το ενδεχόμενο να είναι πρόσφορο έδαφος για καλλιέργεια και διάδοση ασθενειών, καλλιεργούν επίσης τις ιδέες». Προφανώς, το άρθρο δεν εννοεί ενοχλητικές κουβεντούλες και ιδέες συλλογικής οργάνωσης των εργαζομένων για να διεκδικήσουν αυξήσεις ή βελτίωση των συνθηκών δουλειάς. Αλλά ιδέες για να βελτιώσουν την παραγωγικότητα και την καινοτομία της επιχείρησης.

Η υπόθεση είναι αρκετά παλιά. Ανάγεται στις απαρχές του νεοφιλελευθερισμού, στη δεκαετία του ‘80, που με χαρακτηριστικό θράσος δανειζόταν από το ιδεοστάσιο της εργατικής αυτοδιαχείρισης και της σοσιαλδημοκρατικής «συμμετοχής» για να εισαγάγει πειράματα συμμετοχικού μάνατζμεντ. Με «κύκλους ποιότητας» στους οποίους ομάδες εργαζομένων ανά τμήμα παραγωγής συζητούσαν τρόπους βελτίωσης της παραγωγικότητας, εκτονώνοντας ταυτόχρονα δυσφορίες και αντι-εργοδοτικά αισθήματα. Ήταν ένας ευφυής τρόπος ενσωμάτωσης των εργαζομένων στη στρατηγική αναπαραγωγής του κεφαλαίου, που δεν ευδοκίμησε, καθώς επικράτησαν ο βούρδουλας και το αυταρχικό μάνατζμεντ.

Η μεγάλη καραντίνα φαίνεται ότι φρεσκάρει αυτούς τους προβληματισμούς ακόμη και στον σκληρό πυρήνα των πολυεθνικών κολοσσών, που είναι έτοιμοι να δουλέψουν ως διαδικτυακές πλατφόρμες δεκάδων χιλιάδων εργαζομένων, διεσπαρμένων σε όλες τις ηπείρους. Στο επίκεντρο της έρευνάς τους είναι οι μελέτες του ανθρωπολόγου και καθηγητή εξελικτικής ψυχολογίας Robin Dunbar, γνωστού για τον «αριθμό Ντάνμπαρ». Κατά τον οποίο, ανάμεσα στα πρωτεύοντα θηλαστικά, στη χρήση των κινητών τηλεφώνων και στις ιεραρχημένες στρατιωτικές ομάδες, υπάρχει ένα κοινό χαρακτηριστικό: ο μέσος άνθρωπος μπορεί να διαχειριστεί έναν ανώτατο αριθμό 150 συνανθρώπων με τους οποίους μπορεί να έχει ουσιαστικές φιλικές και κοινωνικές σχέσεις, διαβαθμισμένες σε ομόκεντρους κύκλους με διαφορετικά επίπεδα εγγύτητας και οικειότητας.

Αυτή η ανθρώπινη ιδιότητα, που επιβιώνει από την εποχή του κυνηγού-τροφοσυλλέκτη, στον χώρο εργασίας παράγει άτυπες «κοινότητες πρακτικής», επαγγελματικές ομάδες λίγων δεκάδων με κοινά ενδιαφέροντα, αίσθηση κοινού συμφέροντος και αλληλεγγύης, που ακόμη και στη λούφα γύρω από τη μηχανή του καφέ μπορεί να εισφέρουν ιδέες πολύ πιο παραγωγικές από αυτές των ακριβοπληρωμένων μάνατζερ.

Την ώρα, λοιπόν, που τα αφεντικά του κόσμου επινοούν μηχανισμούς επιτήρησης των απομακρυσμένων και απομονωμένων εργαζομένων, οι ανθρωπολόγοι τούς συστήνουν να βρουν τρόπους ενθάρρυνσης των αυτοπαρακινούμενων εργασιακών κοινοτήτων, φυσικών, ψηφιακών ή μικτών. Κρίμα, βεβαίως, γιατί οι ανθρωπολόγοι, αν θέλουν να τιμήσουν την επιστήμη τους, αλλού πρέπει να στρέψουν τις συμβουλές τους.

Θεωρίες για την υπεραξία


Τα τείχη και η παγκοσμιοποίηση κατέστησαν απαρχαιωμένο έναν δεσμό στον οποίο μας είχαν συνηθίσει οι αναφορές στην οικονομία: μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Η μετακίνηση του χρήματος είναι εικονική. Σε μια στιγμή, μέσω διαδικτύου, τα κεφάλαια φτάνουν στην άλλη άκρη της Γης. Όμως, το εργατικό δυναμικό, τα «εργατικά χέρια» είναι πραγματικά χέρια, που δεν μπορούν να κοπούν από τους βραχίονες και από το σώμα στο οποίο ανήκουν. Κι εκείνο το σώμα, ακολουθώντας με απελπισία τις μετατοπίσεις των οικονομικών δραστηριοτήτων, συχνά σταματά να ζει.

Λουίτζι Τζόγια, «Ο θάνατος του πλησίον»

Πηγή: efsyn.gr



Γιάννης Κιμπουρόπουλος: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2020

Ο κύκλος μιας πολιτικής απάτης

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου


Στην έκθεση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) που δόθηκε την Πέμπτη στη δημοσιότητα –«Μαθήματα από τη χρηματοδοτική βοήθεια στην Ελλάδα-Ανεξάρτητη Εκθεση Αξιολόγησης»– υπάρχει μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: στο εξώφυλλο του αναρτημένου στο site του ESM εγγράφου, κάτω από τον βαρύγδουπο τίτλο απλώνεται μια «γαλανόλευκη» γραφιστική σύνθεση που συμπυκνώνει τη στερεότυπη εικόνα για την Ελλάδα. Ασπρογάλανος ουρανός, βαθύ μπλε στα βουνά, διαβαθμίσεις του μπλε ενδιάμεσα, μέχρι το θαλασσί της θάλασσας και τρία κτίρια. Αριστερά, κάτι που θυμίζει δωρικό ναό, στο μέσον ένα εκκλησάκι κυκλαδίτικης εκδοχής, δεξιά ένα σχεδόν αιωρούμενο στέγαστρο, η αφαιρετική απεικόνιση του «Σταύρος Νιάρχος» στο Φάληρο.

Το μόνο που φαίνεται να λείπει από την εικόνα είναι ένα καράβι στη θάλασσα και μερικά γλαροπούλια στον ουρανό. Αυτό που πετάει στον ουρανό είναι δύο τεθλασμένες ιστογραμμές γραφημάτων που εξελίσσονται ανοδικά, μία άσπρη και μία κόκκινη. Η πρώτη θα μπορούσε να αντανακλά την ανεργία και η δεύτερη το χρέος, αλλά πιθανότατα είναι τυχαίες και η ανοδική τους κίνηση προσπαθεί να βάλει μια πινελιά αισιοδοξίας.

Η σύνθεση δεν είναι καθόλου κακή. Αντιθέτως, ακριβώς επειδή περιλαμβάνει τα βασικά στερεότυπα των Ευρωπαίων για την Ελλάδα, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ποια χώρα απεικονίζει. Πιθανότατα δεν υπάρχει άνθρωπος από τη γραφειοκρατία και την τεχνοκρατία που υπηρετεί το πολυπλόκαμο τέρας των ευρωπαϊκών θεσμών (Βρυξέλλες, Στρασβούργο, Λουξεμβούργο, Φρανκφούρτη) που να μην έχει επισκεφτεί την Ελλάδα και να μην έχει λατρέψει τα νησιά, τις θάλασσες, τα βουνά, τα μνημεία της, τα μακριά καυτά καλοκαίρια της, τη νυχτερινή ζωή, τα γλέντια, ακόμη και τα θερινά πανηγύρια της.

Στο μυαλό των περισσότερων η Ελλάδα είναι ένας αγαπημένος και φτηνός τουριστικός προορισμός που δεν είναι πολύ σαφές με τι άλλο ασχολείται εκτός τουριστικής σεζόν. Τι παράγει, πώς βιοπορίζονται οι πολίτες της, πού δουλεύουν. Πέρα από την τουριστική, ελληνοχριστιανική και κρατικιστική καρικατούρα που έχουν στο μυαλό τους, κατά τα λοιπά η Ελλάδα είναι ένα συνονθύλευμα αριθμών και στατιστικών που αποτέλεσαν την πρώτη ύλη του τεράστιου οικονομικού και κοινωνικού πειράματος «εκσυγχρονισμού» και «εξευρωπαϊσμού» της πιο απροσάρμοστης για τα κεντροευρωπαϊκά δεδομένα κοινωνίας.

Σε τι κατέληξε το πείραμα της δεκαετούς μνημονιακής αναμόρφωσης της απροσάρμοστης Ελλάδας; Σε μια παταγώδη αποτυχία, με βάση τα κριτήρια των «αναμορφωτών». Όχι, θα αντιτείνω εγώ. Είναι μια τεράστια επιτυχία με βάση τους στόχους που υπηρέτησε η στρατηγική της αναμόρφωσης: η ευρωζώνη, που κανονικά θα έπρεπε να έχει διαλυθεί υπό το βάρος της κρίσης χρέους και του γερμανικού οικονομικού εθνικισμού, σώθηκε.

Η ελληνική οικονομία, το πειραματόζωο που πιέστηκε μέχρι κονιορτοποίησης, έγινε το κονίαμα που συνέδεσε τους χαλαρούς αρμούς της. Το ελληνικό χρέος έγινε ο μοχλός διάσωσης των ευρωπαϊκών τραπεζών. Και, τελικά, η καταστροφική αντι-μεταρρύθμιση που επιβλήθηκε στην Ελλάδα έγινε το εφαλτήριο μεταρρύθμισης της ευρωζώνης. Μεταρρύθμισης ατελούς, ανάπηρης, χωρίς στρατηγικό όραμα, αλλά τόσης ώστε η νομισματική ένωση να στέκεται στα πόδια της και να ετοιμάζεται για την επόμενη οδυνηρή προσαρμογή στη μετά πανδημία εποχή.

Η μετατροπή της ελληνικής οικονομίας σε παραγωγικό και κοινωνικό ερειπιώνα είναι η κορυφαία επιτυχία της ευρωπαϊκής νομενκλατούρας (την αυτονόητη συνέργεια της ελληνικής ιθύνουσας τάξης και του ζαλισμένου πολιτικού συστήματος δεν την αγνοώ, απλώς δεν είναι της παρούσης).

Αλλά, πέρα από αποτυχία ή επιτυχία, το πείραμα είναι μια κορυφαία πολιτική απάτη, κυνικά ομολογημένη από όλους τους πρωταγωνιστές της. Ο ESM είναι ο τελευταίος που κλείνει τον κύκλο αυτής της ευρωπαϊκής (και διεθνούς) πολιτικής απάτης, με την «ανεξάρτητη έκθεση αξιολόγησης».

Στις σχεδόν 180 σελίδες της με το ασπρογάλαζο καλοκαιρινό εξώφυλλο, ομολογείται –φλύαρα και με διατυπώσεις πολιτικής ορθότητας– ότι τα μνημόνια που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα είχαν καταστροφικά κοινωνικά αποτελέσματα. Ότι τα οικονομικά τους αποτελέσματα ήταν αντίθετα από τους διακηρυγμένους στόχους τους. Και ότι τα δημοσιονομικά μεγέθη –το χρέος, το έλλειμμα– χρησιμοποιήθηκαν ως πολιτικά εργαλεία για τη χειραγώγηση των πολιτικών αποφάσεων των δανειστών.

Για να μην κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας, τι είναι ο ESM; Δεν είναι παρά το «άτυπο» Eurogroup, με την ίδια ακριβώς σύνθεση και τον ίδιο συσχετισμό ισχύος (με το βέτο της Γερμανίας να μπορεί να μπλοκάρει κάθε απόφαση), που απλώς αλλάζει κοστούμι και καπέλο. Ο ESM είναι ο τελευταίος στη σειρά των συνεργών του συλλογικού εγκλήματος εις βάρος της ελληνικής οικονομίας που ομολογεί κυνικά το «λάθος». Έχουν προηγηθεί το ΔΝΤ, η Κομισιόν, το Ευρωκοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, ο Γιούνκερ, ο Ντάισελμπλουμ, ο Μοσκοβισί, η Λαγκάρντ, ο Ντράγκι, πλείστοι κεντρικοί τραπεζίτες, σχεδόν όλοι οι επικεφαλής οικονομολόγοι αναλυτές του ΔΝΤ και των ευρωπαϊκών οργανισμών που, λίγο πριν χαθούν πίσω από τις περιστρεφόμενες πόρτες, ομολογούν τις πολιτικές και στατιστικές λαθροχειρίες ή γράφουν ευπώλητα γαργαλιστικά απομνημονεύματα.

Τι αξία και τι νόημα έχουν οι ομολογούμενες αμαρτίες των συνεργών της απάτης; Το αν ικανοποιούν τις βαθύτερες, μεταφυσικές ή ψυχολογικές τους ανάγκες μάς είναι αδιάφορο. Ενδιαφέρον θα ήταν, ενδεχομένως, αν εξέφραζαν διεργασίες για μια μεταστροφή της ευρωζώνης, από μια σκατόψυχη νομισματική ένωση κραυγαλέα άνισων εταίρων, σε μια στοιχειωδώς πιο αλληλέγγυα οντότητα. Δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη γι’ αυτό, το αντίθετο ακριβώς αποδεικνύουν οι χαώδεις διαφωνίες για το Ταμείο Ανάκαμψης.

Έτσι, απομένει η ενδεχόμενη διδακτική επίδραση της αποκαλυπτόμενης ευρωπαϊκής απάτης στο εγχώριο πολιτικό σύστημα. Με την Ελλάδα ξανά στο χείλος ενός ακόμη οικονομικού γκρεμού, υποτίθεται ότι το όφελος της οδυνηρής δεκαετίας ήταν η παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη. Ωραία. Ρωτάω εγώ ο δραχμιστής: Για πείτε λοιπόν, άξιζε τον κόπο;

Θεωρίες για την υπεραξία


Tο πρόγραμμα ESM χαρακτηρίστηκε από ανοιχτή διαφωνία σχετικά με τη βιωσιμότητα του χρέους μεταξύ των εταίρων του προγράμματος και των βασικών ενδιαφερομένων. Αυτή η διαφωνία επηρέασε αρνητικά τη συνεργασία και την εφαρμογή του προγράμματος. Ενώ το DSA είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για την εστίαση της λήψης αποφάσεων, οι διαφορές στις υποθέσεις DSA μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των βασικών ενδιαφερόμενων φορέων έθεσαν προκλήσεις για τη συνεργασία και την εφαρμογή του προγράμματος. Από ένα τεχνικό μέσο δημοσιονομικής εποπτείας, το DSA μετατράπηκε σε ένα πολιτικοποιημένο εργαλείο για τη λήψη αποφάσεων που εξέθεσε την εγγενή σύγκρουση μεταξύ των βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων προοπτικών για την επίλυση κρίσεων.

ESM, «Μαθήματα από τη χρηματοδοτική βοήθεια στην Ελλάδα-Ανεξάρτητη Εκθεση Αξιολόγησης»

Πηγή: efsyn.gr



Γιάννης Κιμπουρόπουλος: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 7 Ιουνίου 2020

Μικρό πλιάτσικο, μεγάλο πλιάτσικο

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου


Ενδεχομένως παραβιάζω ανοιχτές πόρτες. Έγραψε το περασμένο Σάββατο ο Άρης Χατζηστεφάνου ένα εύστοχο κείμενο για το «Δικαίωμα στο πλιάτσικο», ξεκινώντας από την αγγλοσαξονική λέξη loot που χρησιμοποιείται για τη λεηλασία, την αρπαγή, κι εκεί επισήμανε την απροσδόκητη σύνδεση του looting (=πλιάτσικο) με τις οικονομικές και κοινωνικές ρίζες του ρατσισμού: εφόσον ιδιοκτησία στη δουλοκτητική Αμερική σήμαινε λίγο πολύ μέχρι και τον 19ο αιώνα την κατοχή γης και μαύρων δούλων, looting (=πλιάτσικο) αποκαλούνταν και η διά της βίας απελευθέρωση ενός σκλάβου από πλήθος εξεγερμένων μαύρων (ενδεχομένως με τη δειλή υποστήριξη και λίγων λευκών). Και σ’ αυτήν την αυτονόητη στις μέρες μας απελευθερωτική πράξη θεμελιώνεται, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ένα «δικαίωμα στο πλιάτσικο», κατά τον τίτλο του κειμένου του Άρη Χατζηστεφάνου.

Είτε μας ενοχλεί είτε όχι, είτε προσβάλλει την αστική, τη δημοκρατική, τη δικαιωματική, ενδεχομένως και την επαναστατική μας αισθητική ή όχι, το πλιάτσικο (η αρπαγή, η λεηλασία) ήταν και παραμένει θεμελιώδης συνιστώσα διαμόρφωσης του κόσμου μας. Από την εποχή των μεγάλων προϊστορικών μεταναστεύσεων μέχρι την εδραίωση της αποικιοκρατίας και τη μεταλαμπάδευση του αρπακτικού της πνεύματος στον σύγχρονο καπιταλισμό.

Η ιστορία της ανθρωπότητας μπορεί να διαβαστεί κι έτσι: ως μια διαδοχή ανελέητων πράξεων αρπαγής, λεηλασίας, εξανδραποδισμού, βίας και μαζικής εξόντωσης πληθυσμών. Πράγμα που δεν εμπόδισε διόλου τα λαμπερά πνευματικά και τεχνολογικά επιτεύγματά της που μας κάνουν να νιώθουμε περήφανοι για το είδος μας. Αντιθέτως, μας αρέσει ή όχι, ο Παρθενώνας, η Καπέλα Σιξτίνα και η Σίλικον Βάλεϊ προϋποθέτουν την αρπακτική ιστορία των αρχαίων Αθηναίων, του Βατικανού και της ιμπεριαλιστικής Αμερικής. Μεγαλείο και αθλιότητα συνυπάρχουν διαρκώς.

Είναι άλλωστε κάτι διαφορετικό η ιστορία του οικονομικού μας πολιτισμού; Αν υποθέσουμε ότι ο σκληρός πυρήνας της που διατρέχει όλους τους κοινωνικούς σχηματισμούς, από τη δουλοκτησία μέχρι τον ύστερο καπιταλισμό, είναι η ιδιοκτησία, τι άλλο είναι αυτή η έννοια από μια πράξη απαλλοτρίωσης και αποκλεισμού όλων των άλλων από το ηθικά και συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα κτήσης πάνω σε ένα κομμάτι γης, ένα αντικείμενο ή ένα άυλο περιουσιακό στοιχείο; (Εδώ ο Προυντόν τώρα δικαιώνεται, η ιδιοκτησία είναι πράγματι κλοπή, είναι και φόνος…)

Και παρότι κανείς -ούτε εγώ, ομολογώ- δεν είναι διατεθειμένος να παραιτηθεί από το δικαίωμα στα ταπεινά αποκτήματά του, υποθέτω ότι κανείς δεν πιστεύει στα σοβαρά ότι η ιδιοκτησία, όλες οι υλικές και άυλες περιουσίες του κόσμου, οι ελάχιστες και οι τεράστιες, είναι τάχα προϊόντα μιας ήρεμης και αναίμακτης σειράς δισεκατομμυρίων πράξεων αγοραπωλησίας, μεταβίβασης, κληρονομιάς, ανταλλαγής ή δωρεάς που συνομολογήθηκαν σε ήσυχα συμβολαιογραφικά γραφεία.

Πίσω από ή ανάμεσα σ’ αυτές τις νόμιμες δραστηριότητες παρεμβάλλονται επιδρομές, λεηλασίες, αρπαγές και μικρά ή μεγάλα πλιάτσικα προγόνων και προκατόχων μας. Τα περισσότερα απλώς τα αγνοούμε. Ορισμένα τα γνωρίζουμε, τα αποσιωπούμε ή απλώς τα εξωραΐζουμε σε μια φιλοτεχνημένη ατομική, οικογενειακή, συλλογική ή εθνική μυθολογία.

Το πλιάτσικο λοιπόν (εκ της αλβανικής λέξης plaçkë ή της σλαβικής pljatška) που τόσο ενοχλεί όταν συνοδεύει μια ανεξέλεγκτη έκρηξη κοινωνικής οργής, όπως αυτή που διαδραματίζεται στις ΗΠΑ, που τόσα «ναι μεν, αλλά…» προκαλεί όταν απεικονίζεται με φλεγόμενα καταστήματα, κατεβασμένες βιτρίνες, αδειασμένα ράφια σούπερ μάρκετ, κλεμμένες τηλεοράσεις, κινητά και λάπτοπ, που τόση απέχθεια γεννά στην καθωσπρέπει Αμερική των ένοπλων ιδιοκτητών οι οποίοι δικαιούνται να ρίξουν στο ψαχνό όποιου πατάει το κατώφλι της ιδιοκτησίας τους, το μικρό πλιάτσικο των νεαρών φτωχοδιάβολων και το μεγάλο πλιάτσικο των μεγάλων αρπάγων είναι εδώ και αιώνες ο βασικός τρόπος διανομής και αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου.

Για τους νεαρούς μικρο-πλιατσικολόγους των αμερικανικών πόλεων μάλιστα ίσως αυτές οι ταπεινές και απεχθείς πράξεις ποινικά κολάσιμης κλοπής είναι το μοναδικό παράθυρο ευκαιρίας αναδιανομής πλούτου. Μια ασήμαντη πρόσβαση σε έναν πλούτο που λιμνάζει σε τρομακτικές ποσότητες στο πλουσιότερο 0,1% της αμερικανικής κοινωνίας και της υφηλίου. Πάω στοίχημα ότι, ακόμα κι αν αθροιστούν όλες οι κλοπές, οι καταστροφές και οι (ασφαλισμένες) ζημιές στις πόλεις της πολυήμερης αναταραχής και της μεγάλης ασφυξίας (I can’t breath, mama…), δεν πρόκειται να ανταγωνιστούν σε αξία ούτε την ετήσια αμοιβή του Ελον Μασκ για την επιτυχία των στόχων πώλησης και κερδών της Tesla.

Αυτή η αμοιβή κι όλες οι αντίστοιχες αμοιβές των golden boys του τουρμπο-καπιταλισμού είναι το πραγματικό, το μεγάλο πλιάτσικο, το προκλητικά νομιμοποιημένο, το εξοργιστικά αυτονόητο. Το πλιάτσικο των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών ακινήτων από τις τράπεζες. Το πλιάτσικο του δημόσιου χρέους από τη διεθνή τοκογλυφία. Το πλιάτσικο της ιδιωτικοποίησης της δημόσιας περιουσίας και των κοινωνικών αγαθών.

Το πλιάτσικο της φοροδιαφυγής των πολυεθνικών. Το πλιάτσικο του εθνικού πλούτου των φτωχότερων χωρών. Το πλιάτσικο του αγροϊμπεριαλισμού που στερεί πληθυσμούς τροπικών παραδείσων από στοιχειώδη είδη διατροφής. Το πλιάτσικο της διάσωσης χρεοκοπημένων ιδιωτικών εταιρειών με πόρους των φορολογουμένων. Το πλιάτσικο της περιβαλλοντικής καταστροφής αλλά και της πράσινης υποκρισίας. Το πλιάτσικο των προσωπικών μας δεδομένων από τους ιδιοκτήτες της ψηφιακής μας ζωής. Το πλιάτσικο εις βάρος δισεκατομμυρίων εργαζομένων, το πλιάτσικο του εργάσιμου χρόνου, των δεξιοτήτων, των γνώσεων, της ταυτότητας των ανθρώπων.

Είναι τόσο εξόφθαλμο, τόσο προφανές και χυδαίο το πραγματικό μεγάλο πλιάτσικο, που κάθε προσπάθεια να το περιγράψεις καταντάει κλισέ και μελό.

Ως εκ τούτου ο μαύρος έφηβος που φεύγει από τη σπασμένη βιτρίνα με μια οθόνη παραμάσχαλα και 2-3 κινητά στις τσέπες, μπροστά στο μεγάλο πλιάτσικο από τους μεγάλους άρπαγες ίσως να εκτελεί μια απλή πράξη κοινωνικής δικαιοσύνης.

Θεωρίες για την υπεραξία


Το γλένταγε με την ψυχή του ν’ αρπάζει αυτές τις μεγάλες κρατικές εταιρείες από τα χέρια των φορολογουμένων και να τις διαμελίζει σε μια μειοψηφία μετόχων που διψούσαν για κέρδη: η ιδέα ότι συνέβαλλε στην αφαίρεση ιδιοκτησίας από τους πολλούς και στη συγκέντρωσή της στα χέρια ολίγων τον πλημμύριζε μ’ ένα βαθύ και καθησυχαστικό αίσθημα δικαιοσύνης.

Ικανοποιούσε κάτι το πρωτόγονο μέσα του. Ο μόνος χώρος όπου ο Τόμας έβρισκε ακόμα μεγαλύτερη και μονιμότερη ικανοποίηση ήταν, ίσως, ο χώρος των συγχωνεύσεων και των εξαγορών εταιρειών.

Τζόναθαν Κόου, «Τι ωραίο πλιάτσικο!»

Πηγή: efsyn.gr



Γιάννης Κιμπουρόπουλος: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »