Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναδημοσίευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναδημοσίευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4.7.17

g20tohell

Αφού σπαρτάρησε
ατ΄αγκίστρι της βίας.
η Ευρώπη κοιμάται
σαν κρέας σε χασάπικο,
φρουρούμενη
από διμοιρίες μπάτσων.
[γιώργος φιλιππίδης]

21.12.14

να τα λέμε

ΚΑΤΑΖΗΤΟΥΝΤΑΙ

Πολύ επικίνδυνοι

Aμοιβή 100.000 $ ζωντανοί ή νεκροί


«Κατηγορούνται για τα εξής εγκλήματα: υποκρισία στα συναισθήματα, προσποιητή ευτυχία με δολιότητα, αδικαιολόγητη διάδοση στερεοτύπων που έχουν ως μοναδικό σκοπό τον πλουτισμό, οικογενειακή δομή σύμφωνα με βαθιά διεφθαρμένα και αντιδραστικά μοντέλα, προτροπή άλλων οικογενειών του πλανήτη να νιώσουν αισθήματα στέρησης αφού δεν μπορούν να φτάσουν την εικονική τους πληρότητα, ιδεολογική τρομοκρατία και άλλα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.»
(Miguel Brieva)

19.6.12

"ωρίμασε το σκέλος του πολιτικού πλαισίου"


                                                                                        
 “Democracy (from Greek: demos, people and cratos, power): form of government in which the people rule.”
    (via)

19.12.11

ώριμα


θαύμα! φέτος γεννήθηκε κορίτσι. για πες το πάλι εκείνο το τραγούδι, πώς το λες;
τις είδα που΄καναν τα μάγια. νύχτα. φεγγάρι ήτανε. δεν έβλεπα άστρα, ούτε όνειρα. μονάχα αυτές που δένανε και λύνανε. εκτός κι αν δεν υπήρχαν μάγια.

26.10.11

Hθικόν;

_____________________________________________________________________

16 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1979 Η ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΧΗΜΕΙΟΥ

«Το βράδυ της Τρίτης 16 Δεκεμβρίου οργανωμένες ομάδες της ΚΝΕ εισβάλλουν στο Χημείο οπλισμένες με κράνη και λοστάρια   προκειμένου να καταστείλουν τις μαζικότατες καταλήψεις οι οποίες  στόχευαν στην κατάργηση του ν.815. Μετά από σκληρή σύγκρουση κατορθώνουν στρατιωτικά να ελέγξουν το κτίριο. Ο Μαλάμης ήταν επικεφαλής των ομάδων κρούσης (τότε ονομάστηκαν ΚΝΑΤ), όπου και  «ανέκρινε» καταληψία, ζητώντας του να του πεί τις διασυνδέσεις που είχε με τους «αναρχικούς των Εξαρχείων κλπ». Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης του έσβησε τσιγάρο στο μάτι. Το μάτι τη γλίτωσε, η ουλή υπάρχει ακόμη. Ιστορικοί έμειναν και οι διάλογοι του επικεφαλής Μαλάμη με τα ΚΝΑΤ, όσο περίμεναν έξω από το Χημείο. Φώναζε ο Μ. «Ηθικόν;» και απαντούσαν οι Κνατατζήδες «Α-κμαι-ό-τα-τον!» Αυτά, δλδ, που μας έβαζαν να φωνάζουμε στο στρατό...»
                          
                          

22.8.11

τ΄αρχίδια του ...



«Την ησυχη νυχτα της πανσεληνου του Αυγουστου, ο Κανελος, το συμβολο της αντοχης των Αθηναιων στη χημεια, ξεψειριαζει τ αρχιδια του μπροστα στο μπουρδελο. Ο Δημαρχος, αν θελει να κανει ολοκληρωμενη δουλεια, πρεπει μετα την απομακρυνση των σκηνων, να ξεψειριασει και τα αρχιδια του Κανελου. Δεν ειναι θεαμα αυτο για τους τουριστες.»

(via Rebel Dog)

9.2.11

αντικατοπτρισμός


Οι ανακλώμενοι κι οι καθρέφτες πιστοί. Δεν ήταν κατ’ ανάγκην ερωτευμένοι εκείνοι που έγραψαν τα πιο όμορφα ερωτικά ποιήματα· κι αν ακόμα ήταν όντως ερωτευμένοι δεν θα διανοούνταν ποτέ να καταστήσουν υπεύθυνο γι αυτό τον έρωτα τους. Εντούτοις, ο αντικατοπτρισμός όλων των αρθρωμένων, χρησιμοποιημένων λέξεων παραμένει επάνω τους κάπως σαν ανεξίτηλος. Και είναι υποχρεωμένοι να υπομένουν τον αντικατοπτρισμό αυτό και να παραμένουν την κάθε στιγμή διαθέσιμοι· αντικατοπτρισμός και όραση, μιαν αρετή αιωνιότητας. Το να βλέπεις σημαίνει να προσλαμβάνεις, το ν’ αντικαθρεφτίζεις σημαίνει να παραδίδεις στην όραση.

Paul Éluard
Η προοπτική της ποίησης
(1937)
Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής
(από ΚΕΝΟΣ ΤΙΤΛΟΣ )

16.1.11

«Παλεύω την πάλη των τάξεων»

Η εκδήλωση της δυσαρέσκειας (οι μαζικές διαδηλώσεις στη Γαλλία που ξέσπασαν με αφορμή τον νόμο για τις συντάξεις), όσο σημαντική κι αν ήταν, δεν μπόρεσε να κλονίσει μια πολιτική τάξη, η οποία, τόσο στ΄αριστερά όσο και στα δεξιά, υπακούει σε καθαρά συντεχνιακά και πελατειακά συμφέροντα, διαχειρίζεται τους πόρους ακολουθώντας τις καταχρηστικές πρακτικές του κράτους, υποταγμένη, όπως και παντού, στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές εξουσίες.
Η δυσαρέσκεια προσέκρουσε στον κυνισμό και την αλαζονεία των αρχόντων-αρπακτικών, των οποίων η ανικανότητα, η γελοία επιδειξιομανία και η αποθρασυμένη ανοησία δεν πάει πολύς καιρός που κατάφεραν να σαγηνεύσουν μία μερίδα του εκλογικού σώματος. Κι αυτό γιατί η δικτατορία του εμπορεύματος και ο φετιχισμός του χρήματος έχουν αναγάγει σε αρετή την επιδεξιότητα των μετρίων να ασκούν τις απατεωνιές τους εντελώς ατιμώρητα.
Η δυσαρέσκεια λοιπόν αυτή δεν αποκαλύπτει παρά την πιο επιφανειακή όψη μιας βαθύτερης διεκδίκησης, της οποίας ο συνειδητός χαρακτήρας δεν θ΄αργήσει να εκδηλωθεί: Μιας απαίτησης να ζήσουμε ενάντια σε μια κοινωνία που μετατρέπει τη ζωή σε εμπορευματική αξία.
Το κράτος, που πλουτίζει τις τράπεζες οδηγώντας στη χρεωκοπία δημόσιες υπηρεσίες, κοινωνικές κατακτήσεις και κοινωφελείς βιομηχανίες, δεν έχει πια λόγο ύπαρξης πέραν της κατασταλτικής του λειτουργίας, την οποία θρέφει διογκώνοντας την επισφάλεια, τη σύγχυση και την απόγνωση.
Ο μαφιόζικος καπιταλισμός έχει ανάγκη το χάος για να βγάζει στο σφυρί τον κόσμο που μετατρέπει σε εμπόρευμα. Γι΄αυτό και προκαλεί παντού τον πόλεμο όλων εναντίον όλων που του διανοίγει ζωτικό χώρο να κινείται ανεμπόδιστα.
Το κράτος, οχυρωμένο στη γενικευμένη του διαφθορά, δεν δύναται πια να επιβεβαιώσει την εξουσία του παρά μόνον πουλώντας ασφάλεια. Δεν διστάζει να εφαρμόσει τη σιχαμερή μα αποτελεσματική τακτική του αποδιοπομπαίου τράγου: Συσπειρώνει όλα τα παλιά εθνικιστικά και τοπικιστικά αντανακλαστικά, ώστε την επισφάλεια και την αθλιότητα που σκορπούν παντού οι τραπεζικές και κρατικές απάτες, να τις πληρώνουν οι τσιγγάνοι, οι εβραίοι, οι άραβες, οι άνεργοι, οι ομοφυλόφιλοι, οι απ΄έξω, οι «διαφορετικοί».
Επιπλέον, το κράτος συνάπτει συμμαχίες μ ΄εκείνους που αναγνωρίζει ως πολύτιμους συνομιλητές του, εκείνους που θα είναι το έξωθεν πρόσωπό του, η βιτρίνα του. Αυτοί είναι τα πολιτικά κόμματα- και τα αριστερά βέβαια, που είναι εξίσου διεφθαρμένα και ανόητα όσο και τα υπόλοιπα. Αυτοί είναι, πάνω απ΄όλα, τα επίσημα συνδικάτα. Αν τα μμε επικρίνουν τάχα τη δράση των συνδικάτων, το κάνουν για να τροφοδοτήσουν το θέαμα της δυσαρέσκειας και της οργής. Στην πραγματικότητα, οι συνδικαλιστικές ιεραρχίες είναι εντελώς ξεπερασμένες για τους αγωνιστές των οργανώσεων βάσης και για όσους γνωρίζουν ότι αλληλεγγύη και εξουσιαστικές δομές δεν συμβιβάζονται.
Σκηνοθετώντας τις διαδηλώσεις, θυσιάζονται σε μια τελετουργία απαράλλαχτη, όπου ο καθένας δηλώνει τη δυσαρέσκεια και το θυμό και κατόπιν επιστρέφει και κλείνεται στον εαυτό του με το αίσθημα ότι εξετέλεσε την αποστολή του, αλλά και με την πικρή πεποίθηση ότι οι πορείες στους δρόμους δεν ανακόπτουν τη ροή των γεγονότων. Με την ένδοξη διαδήλωση να έχει μεταμορφωθεί σε δύναμη καταδικασμένη στην αδράνεια, το πάθος εξαντλείται και τα πάντα κυριεύονται από την αίσθηση ότι δόθηκε μια μάχη μάταιη. Η κυβέρνηση το ξέρει, το ίδιο και τα συνδικάτα. Μια σιωπηρή συνενοχή προσδένει και τα δύο, κράτος και συνδικάτα, στο κοινό τους καθήκον να περιφρουρήσουν την εξουσία. «Ας τρέχουμε, αρκεί να μην κινούμαστε». Δηλαδή ας διαδηλώνουμε, αρκεί να μην ξεσηκωνόμαστε. Αυτό είναι το πραγματικό τους σύνθημα...
Πρέπει να το παραδεχτούμε κάποια στιγμή: Ο καλύτερος τρόπος να παλέψουμε ενάντια στο καπιταλισμό σε όλες του τις μορφές, τόσο δηλαδή ενάντια στο χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό, όσο και στον «πράσινο» που θέλει να τον αναζωογονήσει, εις βάρος μας φυσικά, είναι να εγκαθιδρύσουμε παντού τη χαριστικότητα- το δωρεάν. Οι απεργίες της χαριστικότητας αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία τώρα που η νομισματική υποτίμηση και η οικονομική κρίση που εξαγγέλλονται θα αναγκάσουν τις τοπικές συλλογικότητες να αναπτύξουν, μέσω της αυτοδιαχείρισης, ένα νέο μοντέλο κοινωνικών σχέσεων.
Οι αυθόρμητες παρεμβάσεις των μαθητών (στη Γαλλία) ήταν κατ΄αυτήν την έννοια αποκαλυπτικές. Κίνητρό τους δεν ήταν η συζήτηση για τις συντάξεις, ήταν η αίσθηση ότι μια εξουσία που κυριαρχείται από την επιδίωξη του κέρδους ετοιμάζεται να καταστρέψει μια για πάντα τη ζωή που οραματίζονται. Δεν είναι διαθετειμένοι να θυσιάσουν τον ενθουσιασμό τους, τους έρωτές τους, τη δημιουργικότητά τους για να γίνουν σκλάβοι της αγοράς, που ,μάλιστα οδεύει προς τον αφανισμό. Για έναν έφηβο η ιδέα της σύνταξης σημαίνει ότι για πενήντα χρόνια θα «χάνει τη ζωή του κερδίζοντας τα προς το ζην», σύμφωνα με μια έκφραση που διόλου δεν έχει χάσει την επικαιρότητά της. Ακούγοντας λοιπόν την κυβερνητική πρόταση για αύξηση των χρόνων δουλειάς ως τη συνταξιοδότηση, άνετα μπορεί αυτός ο έφηβος να φανταστεί την οργή και την αγανάκτηση των εργαζομένων, που μετά από πενήντα χρόνια επαχθούς εργασίας, θα ήθελαν να χαρούν, πριν από την ελευθερία που τους παραχωρείται στα πρόθυρα του γήρατος, εκείνη την ελευθερία του να μην έχεις αφέντες και κυρίους, εκείνη όπου εσύ ορίζεις τον εαυτό σου περισσότερο απ΄όσο τον ορίζει ο νόμος.
Σκλάβοι μας κυβερνούν, που έχουν μοναδικό τους στήριγμα το πνεύμα της υποδούλωσης που μεταδίδουν παντού. Η πάλη των τάξεων δεν εξαφανίστηκε, έγινε όμως αγώνας υπαρξιακός, όπου η θέληση για ζωή έχει να αντιμετωπίσει τον ολοκληρωτισμό του εμπορεύματος, που την υποτιμά και τη σκοτώνει. Κάθε προσωπικός αγώνας είναι και αγώνας όλων. Δεν είναι πολύ χαρακτηριστικό ένα από τα συνθήματα των μαθητών: «Παλεύω την πάλη των τάξεων»[je lutte des classes];
Μια νέα μορφή επανάστασης πάει να γεννηθεί. Η επανάσταση αυτή δεν καταφεύγει στα όπλα της εξουσίας που ενώ πολεμούν την εξουσία, ουσιαστικά την ανασυστήνουν και την αναζωογονούν. Τα απόλυτα όπλα ενάντια στην οικονομία, που για το κέρδος εκμεταλλεύεται τη ζωή του πλανήτη, τη ζωή των παιδιών, των γυναικών, των αντρών, είναι η θέληση για ζωή και η αλληλέγγυα συνείδηση του ζωντανού στοιχείου.
Ραούλ Βανεγκέμ, «TK»

4.12.10

...and the rest is Holywood

Θα πρέπει να επανεφεύρουμε το λεξικό για να ανακτήσουμε το αληθινό νόημα κάθε λέξης. Στην πολιτική, όπως και παντού, υπήρχε πάντα χειραγώγηση των λέξεων, έτσι πλέον κανείς δεν γνωρίζει την ακριβή τους σημασία.
Επίσης στην πολιτική, όπως και παντού, για να ανακτήσουν οι λέξεις το νόημά τους, πρέπει να αρχίσουμε από τις πράξεις: πες μου τι κάνεις για να σου πω ποιος είσαι, ακόμα κι αν πεις ότι δεν είσαι αυτό που είσαι.

Εντουάρντο Γκαλεάνο,
(από συνέντευξή του)

9.9.10

1+1=1?

συνέντευξη του Raul Vaneigem* στον Ηλία Μαρμαρά,
κ ο ν τ έ ι ν ε ρ ,Ιούλιος-Αύγουστος 2010

Η.Μ.: Η αγάπη δυσκολεύεται να υπάρξει όταν η ζωή κυριαρχείται από τη διαρκή αναζήτηση της επιβίωσης. Συνεπώς, μπορεί η αγάπη να είναι η βάση για τη δημιουργία μιας συλλογικής κοινωνικής συνείδησης; Είναι τελικά η αγάπη ένα πολιτικό αίτημα;

R.V.: Η αγάπη είναι ένα υπαρξιακό πάθος αδιαχώρητο από τους κοινωνικούς δεσμούς που την περικλείουν. Συνιστά το έδαφος μιας πάλης μεταξύ της ζωής σαν ολότητα και της επιβίωσης, δηλαδή μιας οικονομικίστικης ζωής, περιορισμένης σε μια αγχώδη αναζήτηση της διαβίωσης και του κέρδους. Η πολιτική υπήρξε για πολύ καιρό το προϊόν της ιδεολογίας, αυτού του συστήματος ιδεών που διαχωρισμένο από τη ζωή δικαιολόγησε επανειλημμένα όλες τις μορφές καταπίεσης και της κοροϊδίας περί «χειραφέτησης».

Μετά το θρίαμβο του καταναλωτισμού, οι ιδεολογίες έχασαν την ουσία τους και εμφανίζονται πια στα διαφημιστικά φυλλάδια των εκστρατειών προώθησης των σουπερμάρκετ π. χ. Η πολιτική πρακτική δεν είναι τίποτε άλλο από πελατειακές σχέσεις, όπου οι εκλεγμένοι αντλούν ισχύ από την ανόητη συγκατάθεση των εκλογέων. Αλλά αν αποκαταστήσουμε το αρχικό νόημα της λέξης πολιτική-της τέχνης διαχείρισης της πόλης-, λοιπόν, ναι, η εμπειρία του έρωτα, ως διαλεκτικής των επιθυμιών, έχει πολιτικό αντίκτυπο.

H.M.: Υπάρχει μια τάση σήμερα να οριστεί ξανά η αγάπη. Να επεκταθεί πέρα από τα όρια του ζευγαριού. Οι σύγχρονοι πολιτικοί σχηματισμοί δεν μπορούν να έχουν σαν προοπτική μόνο την οικονομική αλλαγή και την παραγωγικότητα, αλλά και την επανα-ανακάλυψη της χαράς εντός της πολιτικής ζωής. Με ποιο τρόπο όμως ο έρωτας μπορεί να ξαναεμφανιστεί στην ξερή και εφυδατωμένη πολιτική σκηνή που ξέρουμε;

R.V.: Καμιά πολιτική δεν έχει νόημα αν δεν αποκτήσει συνείδηση της μετάλλαξης του πολιτισμού που διανύουμε. Ποτέ οι πολιτικά υπεύθυνοι δεν ήταν τόσο παράλογοι και κυνικοί, νομοθετώντας χωρίς να υποψιάζονται σε ποιο κοινωνικό και υπαρξιακό μαρασμό βρίσκεται ο πολιτικός λόγος αυτών που υποκρίνονται πως κυβερνούν. Δεν θα υπάρξει πολιτική ανανέωση όσο η προτεραιότητα δεν δίνεται στην υπαρξιακή σύγκρουση, η οποία στην καθημερινή ζωή των ατόμων γίνεται αντιληπτή σαν την αντιπαράθεση από τη μια της ορμής της ζωής, της ανθρώπινης γενναιοδωρίας των επιθυμιών, της φιλοδοξίας για ευτυχία, και από την άλλη των επιταγών της οικονομίας που καταστρέφει τη γη, καθιστά απάνθρωπους τους ανθρώπους, οδηγεί στη μοιρολατρία και τις αυτοκτονικές συμπεριφορές και εκχυδαΐζει, μέσα στην αδιαφορία, την καθημερινότητα.

Θέλησα στο βιβλίο μου De l' amour να φωτίσω τη διαδικασία εκείνη που τόσο στους εραστές, όσο και στην κοινωνία μετατρέπει απροσδόκητα την αγάπη σε μίσος. Υπάρχει ένα στοιχειώδες κοινό νήμα μεταξύ του ερωτευμένου ζευγαριού, που ξαφνικά ρίχνεται στην αυτοπεριφρόνηση και στο μίσος για τον άλλο, και του τρόπου που ο γερμανικός λαός πέρασε, μέσα σε μια δεκαετία, από την ελευθερία του διαφωτισμού στη βαρβαρότητα του σκοτεινού ναζισμού.

Για να τελειώσει με την υπακοή σαν ανακλαστικό στην εξουσία και τη χρησιμοθηρία που συντηρεί τις ιεραρχίες των στρατιωτικών και των δημαγωγών, η πολιτική έχει κάθε λόγο να στραφεί στην αλληλεγγύη της εμπειρίας του έρωτα και της φιλίας, η οποία βασίζεται στη συμφιλίωση του ανθρώπου με το σώμα του, με την πραγματικότητα της ζωής του και τις επιθυμίες που αυτή δημιουργεί.

Η.Μ.: Στην ιστορία των ανθρώπινων σχέσεων, μαθαίνουμε πως η αγάπη είναι η εμπειρία του άλλου και στη συνέχεια περισσότερο ή λιγότερο απογοητευόμαστε. Ίσως γιατί βυθιζόμαστε σε μια κατάσταση κατασκευής του: Ένα και Ένα ίσον Ένα. Μήπως τελικά η αγάπη δεν είναι μόνο η ανακάλυψη του άλλου αλλά η εμπειρία γνώσης του κόσμου;
R.V.: Η αγάπη είναι μια φωτιά που η έντασή της ποικίλλει. Έχει τα πάνω της και τα κάτω της. Έχουμε την τάση να ερμηνεύουμε τις στιγμές μικρής έντασης του ερωτικού πάθους σαν σημάδι αναπόφευκτης παρακμής. Έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε ότι δεν πρόκειται στο τέλος να μείνει τίποτα άλλο, παρά στάχτες της φλόγας του έρωτά μας. Τις στιγμές που παύουμε να υποκύπτουμε στην προοπτική του θανάτου που κυριαρχεί πάνω σε όλες τις πράξεις μας, αντιλαμβανόμαστε πως η αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ, αλλάζει μορφή, ξαναγεννιέται χωρίς όρους, γιατί είναι η αγάπη για τη ζωή, ίδια με εκείνη που επανεμφανίζεται ξαφνικά στους ανθρώπους που βρίσκονται στις πλέον άθλιες συνθήκες.

Οι αιτίες της απογοήτευσης βρίσκονται στους μηχανισμούς που καθορίζουν τη συμπεριφορά μας. Και πρόκειται για τους μηχανισμούς που τα συστήματα της αγοράς επέβαλλαν στους ανθρώπους, καθιστώντας τους απάνθρωπους: την οικειοποίηση, τον ανταγωνισμό, τη συναλλαγή, την εξουσία, το κέρδος, την ενοχή, το φόβο, τη χειρωνακτική και διανοητική εργασία που αποξενώνει τον άνθρωπο από τον εαυτό του. Το ζευγάρι που αναδιπλώνεται στον εαυτό του μαραζώνει γιατί ξεφεύγει δυσκολότερα από τη λαβή αυτών των μηχανισμών. Αντίθετα, μια σχέση -είτε απαρτίζεται από δύο είτε από περισσότερους αναζωογονείται από την ανάσα του εξωτερικού κόσμου, αρκεί να εξασφαλίζει πως η ευτυχία της αυξάνεται στο βαθμό που δεν αποτελεί πρόβλημα για την ευτυχία των άλλων. Γιατί η αγάπη είναι ασύμβατη με την οικονομία; Γιατί είναι δωρεά και γενναιοδωρία ταυτόχρονα, γιατί δίνεται χωρίς να θυσιάζεται. Γιατί συνεπάγεται τη διύλιση της ζωώδους πλευράς μας και όχι την υποτιθέμενη «εκπλήρωση», που ζητά από «όποιον θέλει να γίνει άγγελος να γίνει ζώο».

Η.Μ.: Θα μπορούσε κανείς να πει, πως κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες -που συνοδεύονται από βιωμένες και κατανοημένες εμπειρίες- η αγάπη μπορεί να θεωρηθεί παραγωγή αλήθειας;

R.V.: Η αληθινή αγάπη πολλαπλασιάζεται από την αυθεντικότητά της. Το ψέμα και η απόκρυψή της ενσταλάζουν το φόβο, την ενοχή, την επιθετική δυσπιστία και τη σβήνουν. Η πρακτική της αλήθειας περιέχει μια αρχή ειλικρίνειας και αλληλεγγύης, η οποία γίνεται αντιληπτή σε οποιονδήποτε αρνείται την αλλοτρίωση του ανθρώπου και του περιβάλλοντος, της γης. Η αγάπη, που συχνά αποζητάμε να απορρίψουμε και να θέσουμε στην παρανομία, είναι στην πραγματικότητα ένα όπλο ενάντια στην οικονομική απολυταρχία που τολμά να καταλογίζει στους πολίτες την ευθύνη των κοινωνικών ερειπίων, τα οποία προκάλεσαν οι οικονομικές μαφίες.

Η.Μ.: Σ΄αυτόν τον κόσμο που ζούμε -και εφόσον δεχτούμε τη συνθήκη της προηγούμενης ερώτησης- ενδέχεται η αγάπη να συνιστά τον φύλακα της οικουμενικότητας της αλήθειας. Μπορεί η αγάπη να είναι πράξη που καθιστά αληθινή τη δυνατότητα της «διαφοράς», που είναι η βάση του οικουμενικού;

R.V.: Από τη στιγμή που η αγάπη αξιώνει τον εαυτό της σαν κατεξοχήν προνομιούχα μορφή της «αγάπης για τη ζωή», ανοίγεται στην πιο ευρεία ποικιλία συμπεριφορών και επιλογών. Η αλήθεια της ανέχεται τα πάντα εκτός από αυτό που τη σκοτώνει. Η μόνη επαγρύπνησή της συνίσταται στο να εμποδίσει τα παιχνίδια της ζωής να γίνουν παιχνίδια του θανάτου. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη διαστροφή από αυτή που αλλάζει την αγάπη στο αντίθετό της: σε μίσος, σε περιφρόνηση, σε χρησιμοθηρία, σε αλαζονεία, σε εξουσία, σε δωροδοκία, σε χειραγωγήσεις που υπαγορεύονται από πονηρές συνωμοσίες. Όλα επιτρέπονται, όσο επιβεβαιώνουν τις φιλοδοξίες μας να ζούμε εις βάθος τα πράγματα. Η ευτυχία είναι η καλύτερη αποτροπή των προκλήσεων της βαρβαρότητας.

H.M.: Θα λέγατε πως το να αγαπάς σημαίνει το να σκέφτεσαι;

R.V.: Ναι, αν μ΄αυτό εννοείτε την απόκτηση της συνείδησης των παρορμήσεων του σώματος και το ξεπέρασμα του συναισθηματικού χάους. Όχι, αν πρόκειται για τη σκέψη που υποκρίνεται πως κυριαρχεί πάνω στο σώμα, που καταστέλλει το ζωώδες που ενυπάρχει εντός μας αντί να το διυλίζει. Αυτό που απουσιάζει περισσότερο στην εποχή μας είναι η συνείδηση του παλμού της ζωής, που συνδυάζει την ευτυχία του καθενός με την ευτυχία όλων. Και γι΄αυτό, την ίδια στιγμή γίνεται -αδιαχώριστα- η συνείδηση αυτού που καταβροχθίζει τη ζωή, η αντίθεση και η μετατροπή της σε αυτοκτονικό ανακλαστικό.

Η.Μ.: Στο έργο σας, πολύ συχνά έχετε συνδέσει τη δημιουργικότητα, την αγάπη και το παιχνίδι. Έχετε τονίσει πως ο διαχωρισμός αυτών των τριών στοιχείων οδηγεί στην ενίσχυση της εξουσίας. Θα θέλατε να μας πείτε γι΄αυτή τη σύνδεση και ποια αρνητικά αποτελέσματα προκύπτουν από τη ρήξη των συνδέσμων μεταξύ τους;

R.V.: Η ζωή που δεν ανανεώνεται μαραζώνει, το ίδιο συμβαίνει και με την αγάπη. Ο παλιός κόσμος μας επέβαλε τους νόμους της οικειοποίησης, της χρησιμοθηρίας και του φόβου. Εξελισσόμαστε σαν πιόνια πάνω σε μια σκακιέρα όπου ο θάνατος είναι το παιχνίδι. Η εργασία μεταμορφώνει τον άνθρωπο και τη γη σε εμπορεύματα.

Η δημιουργία συνεπάγεται τη δυνατότητα για τον καθένα να οικοδομήσει το πεπρωμένο του, αναπτύσσοντας τις συνθήκες που ωφελούν τα σχέδιά του. Πρόκειται γι΄αυτό που λένε με άλλα λόγια στο Μανιφέστο τους ο Patrick Chamoiseau** και οι Αντιγέζοι φίλοι του: «το σημαντικό δεν είναι το καλάθι της νοικοκυράς, είναι που μας απογύμνωσαν από ποίηση». Η αγάπη, η δημιουργία, το δώρο της ζωής, η απόλαυση, είναι στοιχεία αυτής της ποίησης, που στην αυθεντική μορφή της ως «ποείν», είναι δράση. Όσο η ποίηση της ζωής δεν θριαμβεύει, θα φυτοζωούμε κάτω από το ανακριτικό μάτι της βαρβαρότητας.

* Raul Vaneigem, De l' amour, Éditions le cherche midi,2010.
** Patrick Chamoiseau, Γάλλος συγγραφέας από τη Μαρτινίκα, γνωστός για το έργο του πάνω στο Κρεολικό κίνημα.

11.6.10

:::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::

«Στα σαλόνια της διαμαρτυρίας, τα οποία είναι γεμάτα ιδεολογικές ταμπέλες τόσο μεγάλες που σέρνονται καταγής σαν κουρέλια και απορροφούν σα σφουγγαρόπανα τα απόνερα των υπονόμων, πάντοτε προτιμούσαν τους επαναστάτες άλλων εποχών. Ή ακόμα κι εκείνους άλλων ηπείρων, ιδίως αυτούς που βρίσκονται στις τροπικές νοτιοαμερικάνικες σιέρρες. Οι ταρτούφοι μεταμφιέζονται για να μη χρειαστεί να υποστηρίξουν τους επαναστάτες που μάχονται εδώ, για να μη χρειαστεί να διακινδυνεύσουν ποτέ τίποτα, για να παρακάμψουν τα ερωτήματα σχετικά με τη δική τους παραίτηση, την αιώνια χλιαρότητά τους, την ύπουλη προδοσία τους που στάζει καθημερινά δηλητήριο.»

Jean Marc Rouillan,-"Action Directe",-14.1.2004

7.5.10

πού πήγε η δάφνη;

Ο κ. Κόυνερ παρατηρούσε ένα πίνακα που έδινε σε μερικά αντικείμενα μια πολύ ιδιότυπη μορφή. Κι ο κ. Κόυνερ είπε: Μερικοί καλλιτέχνες όταν μελετούν τον κόσμο την παθαίνουν όπως και πολλοί φιλόσοφοι. Καθώς μοχθούν για την μορφή, τους ξεφεύγει το περιεχόμενο. Κάποτε δούλευα σ’ ένα κηπουρό. Μια μέρα μου δίνει ένα ψαλίδι και μου λέει να κλαδέψω μια δάφνη. Τη δάφνη την είχαν μέσα σε μια γλάστρα και την δάνειζαν σε διάφορες εκδηλώσεις. Γι’αυτό κι έπρεπε νάναι στρογγυλή σαν σφαίρα. Άρχισα αμέσως να κλαδεύω τα αγριόκλαδα, παιδευόμουν ώρες ολόκληρες μα δεν κατάφερα τίποτα. Πότε κλάδευα την μια πλευρά περισσότερο, πότε την άλλη. Όταν στο τέλος κατόρθωσα να την στρογγυλέψω, η σφαίρα είχε γίνει μικρή σα σβώλος. Ο κηπουρός μου είπε απογοητευμένος. Καλά. Βλέπω την σφαίρα. Πού είναι όμως η δάφνη;

***

Μπέρτολτ Μπρεχτ,
"Ιστορίες του κ.Κόυνερ"

10.3.10

παύσεις,κορυφώσεις,φλυαρίες,ψίθυροι

ή αλλιώς:

Αχ το πιάνο του κυρίου, αχ το βάζο της κυρίας

Οκ, το κράτος (ουδετέρου γένους) αποφασίζει ότι πλέον το παίρνει ν’ αρπάξει φράγκα από τους υπηκόους, και το κάνει. Θα μπορούσε να αυξήσει τη φορολογία αλλά επιλέγει τη μείωση των μισθών. Με τη φορολογία θα τά ‘παιρνε απ’ όλους και θα έπαιρνε ότι μπορούσε να πάρει. Όμως το κράτος είναι ολιγαρκές, του φθάνουν τα των δημοσίων, άντε και του ευρύτερου δημόσιου, του φθάνουν τουλάχιστον σαν πρώτη δόση.
Αν τώρα, λέμε αν, αν αυτή η τόσο μακρινή πιθανότητα να πέρναγε η μείωση και στον ιδιωτικό τομέα γινόταν πραγματικότητα. Ε, τότε τα φράγκα ας τα πάρει κατευθείαν το ιδιωτικό κεφάλαιο. Είπαμε, το κράτος είναι ολιγαρκές, ας αρπάξει και κανας «άλλος» αδερφέ. Α, και ουδετέρου γένους.
Τ’ αφεντικά έχουν επιδοθεί παγκόσμια σ’ ένα πόλεμο μεταξύ τους. Τεράστια χρηματικά ποσά και πόροι αναδιανέμονται. Πολύς πλούτος αλλάζει χέρια, συμμαχίες διαλύονται και άλλες δημιουργούνται, ρόλοι, σχέσεις εξουσίας όλα υπό αναδιανομή, του κουτρούλη ο γάμος. Ενωμένα όμως στο μέτωπο απέναντί μας. Εξ’ άλλου εμείς είμαστε αυτοί που τους προμηθεύουν τις μάρκες για το παιχνίδι.
Όμως σκέπτεται κανείς, και καλό είναι να το λέει, μια που δεν πολυακούγεται, ότι το κουστουμάκι του ενάμισυ μισθού που κόψανε (το πασχαλινό δωράκι του αγαπημένου μας Νονού, του Κράτους) θα γινότανε κουρέλι με μια γενική απεργία διαρκείας που θα κρατούσε όχι ενάμισυ μήνα, αλλά πολύ λιγότερο. Έχει κανείς αμφιβολία? Ενδοιασμούς ίσως? Όχι? μήπως φόβο κανείς για την περίπτωση επιτυχίας? Κανείς? Περίεργο για τόση ησυχία μέσα σε τόσα λόγια, λόγια, λόγια που θάλεγε κι ο σύντροφος Αμλέτος.
Κι αυτό το τόσο μεταμοντέρνο, έκτακτες συνθήκες μόνιμα μέτρα. Τι σύλληψη. Τι συντομία.
Αλλά στην παληά ελλάδα με τις κλασσικές αξίες, οι καταστάσεις, οι σχέσεις ετίθεντο πιο χαριτωμένα:
Ο μήτσος αραχτός κάτω στο τσαρδί ξύνει τα’ αρχίδια του κι έχει σηκωμάρες. Κάνει τον κόπο να σηκωθεί ολόκληρος, βγαίνει έξω και βάζει φωνή π’ αντιλαλεί.
– Χάιδω, μωρή χάιδωωωωώ
Απ’ την απέναντι βουνοπλαγιά, η χάιδω που πότιζε τα ζωντανά, αποκρίνεται γοργά
– Τι ‘ναι μήτσ’ μου, τιιι΄ναι?
-Κατέβα μωρή να σε γαμήσω, χάιδώωω
-Τι ‘πες μήτσ’ μ, πιο δυναταααά, δεν άκουσα
-Να σε γαμήησωωω
– τόπιασα το υπονοούμνο μήτσ’ μου, τόπιασα, κατεβαίνω.

Κι εμείς

17.9.09

tattoo

[...] οι μόνοι που αξίζουν για μένα είναι οι τρελοί,
αυτοί που τρελαίνονται να ζήσουν,
να μιλήσουν,
να σωθούν,
που ποθούν τα πάντα την ίδια στιγμή,
αυτοί
που ποτέ
δεν χασμουριώνται,
ή δεν λένε κοινότοπα πράγματα,
αλλά που καίγονται,
καίγονται
σαν τα μυθικά κίτρινα
ρωμαϊκά κεριά [...]
Jack Kerouac,
On the Road

2.8.09

εις υγείαν

Ένας σοφός ραβίνος κάποτε είχε πει:
Τι έκανε την κότα;
Απάντηση: το αυγό.
Και το αυγό;
Απάντηση: η κότα.

Που θέλει να πει:
Οι σχέσεις κάνουν τους ανθρώπους, αλλά ο άνθρωπος κάνει τις σχέσεις.
Ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα υποκείμενο και αντικείμενο.

2.6.09

προς τα εκλογικά κοπάδια

Υπό την πίεση των ενδιαφερόμενων ατόμων τα πολιτικά κόμματα εγκαινιάζουν την πολυαναμενόμενη περίοδο των προεκλογικών αψιμαχιών.
Ως συνήθως, θα προσβάλλουν ο ένας τον άλλον, θα σπιλώνουν ο ένας τον άλλον, θα αντιδικούν. Ύβρεις θα ανταλλάσσονται προς όφελος κάποιου τρίτου λωποδύτη, έτοιμου πάντα να εκμεταλλευτεί την ηλιθιότητα του πλήθους.
Εσύ τι προσδοκάς απ’ όλ’ αυτά;
Ζεις με τα παιδιά σου σε χαμόσπιτα. Τρως – όταν μπορείς – τροφή φτηνή και νοθευμένη από την απληστία των εμπόρων. Έκθετος στον αφανισμό από το αλκοόλ κι από την φυματίωση, να σκοτώνεσαι απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ στη δουλειά. Μία δουλειά πάντα τόσο ηλίθια κι άχρηστη κι απ’ την οποία τίποτα δεν πρόκειται ποτέ να κερδίσεις. Αύριο θ’ αρχίσεις πάλι απ’ την αρχή, και θα κυλήσει έτσι η ζωή σου μέχρι να πεθάνεις.
Δεν υπάρχει περίπτωση λοιπόν να τα αλλάξεις όλα αυτά;
Πρόκειται άραγε να σου δώσουν τα μέσα να πραγματώσεις τις υποσχέσεις της ζωής σου, της δικής σου και των συνανθρώπων σου; Θα είσαι ποτέ ικανός να πηγαίνεις και να έρχεσαι, να τρως, να πίνεις, να αναπνέεις χωρίς περιορισμούς, να αγαπάς με χαρά, να αναπαύεσαι, να απολαμβάνεις τις επιστημονικές ανακαλύψεις και τις εφαρμογές τους, μειώνοντας τους μόχθους σου, αυξάνοντας την ευημερία σου; Πρόκειται άραγε να ζήσεις δίχως να σιχαίνεσαι ή να φοβάσαι τη πραγματική ζωή, την έντονη ζωή;
Όχι, λένε οι πολιτικοί που σου ζητούν την ψήφο σου. Αυτό δεν είναι παρά ένα απόμακρο ιδανικό… πρέπει να είσαι υπομονετικός… είστε πολλοί, σίγουρα, αλλά πρέπει να αποκτήσετε συνείδηση της δύναμης σας ούτως ώστε να την εμπιστεύεστε στα άξια χέρια των επαγγελματιών «σωτήρων» σας μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια.
Τι θα κάνουν εκείνοι για χάρη σου;
ΝΟΜΟΥΣ! Τι είναι ο Νόμος; Η καταπίεση του μεγαλύτερου μέρους από μια κλίκα που ισχυρίζεται πως αντιπροσωπεύει την πλειοψηφία. Σε κάθε περίπτωση, το σφάλμα που διακηρύσσεται από την πλειοψηφία δεν επαληθεύεται, και μόνο εκείνοι που δεν σκέφτονται σκύβουνε το κεφάλι στωικά μπροστά σε κάθε νόμιμο ψεύδος. Η αλήθεια δεν μπορεί να καθοριστεί δια της ψηφοφορίας!
Όποιος ψηφίζει δέχεται να καταπιέζεται.
Γιατί λοιπόν υπάρχουν νόμοι; Γιατί υπάρχει ιδιοκτησία. Η προκατάληψη περί ιδιοκτησίας είναι που οφείλεται για τη μιζέρια μας, για όλο τον ανθρώπινο πόνο. Κι αυτοί που υποφέρουν απ’ αυτήν έχουν κάθε συμφέρον να επιχειρήσουν να την καταστρέψουν και μαζί της να καταστρέψουνε τους νόμους. Το μόνο εύλογο μέσο για να υπερνικήσεις τους νόμους είναι να πάψεις να τους φτιάχνεις.
Ποιος φτιάχνει νόμους; Οι αριβίστες των κοινοβουλίων.
Σε τελική ανάλυση δεν είναι μια χούφτα εξουσιαστών που μας συνθλίβει, αλλά η απερισκεψία, η ηλιθιότητα της αγέλης εκείνων των προβάτων του Πανούργου που απαρτίζουνε το εκλογικό κοπάδι.
Δεν θα σταματήσουμε να παλεύουμε για την κατάκτηση της «άμεσης ευτυχίας» παραμένοντας θιασώτες της μοναδικής μεθόδου και διακηρύσσοντας με όσους απέχοντες συντρόφους μας:
Ο ψηφοφόρος είναι ο εχθρός!
Και τώρα, στις κάλπες, μοσχάρι.


Albert Libertad, 1906

Αναδημοσίευση από το μπλογκ: ΚΕΝΟΣ ΤΙΤΛΟΣ