Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μνημες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μνημες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

Ήτανε μια φορά μάτια μου, κι έναν καιρό... | Μέρος 1


Την δεκαετία του 60 οι άνθρωποι που κατοικούσαν στο εσωτερικό της Κρήτης μη αντέχοντας άλλο τη φτώχεια που είχε καταντήσει ενδημική, άρχισαν να εγκαταλείπουν υπό το κράτος του πανικού τα χωριά τους και να συσσωρεύονται στο Ηράκλειο, στην Αθήνα και ορισμένοι από αυτούς να μεταναστεύουν για ξένους τόπους όπως η Γερμανία το Βέλγιο ο Καναδάς και η Αμερική.

Όσοι από αυτούς επέλεξαν να κάνουν καταδιά στο Ηράκλειο θα διαπίστωναν με έκπληξη ότι οι ντόπιοι κάτοικοι του Ηρακλείου - το οποίο ήταν τότε μια μικρή επαρχιακή πόλη -, διασκέδαζαν με ευρωπαϊκά τραγούδια, βαλς, γιάγκα, τσα-τσα κτλ. Σήμερα, πολλά χρόνια αργότερα εκπλήσσομαι που το γεγονός αυτό, δεν έχει αποτελέσει θέμα κοινωνιολογικής μελέτης από το πανεπιστήμιο της Κρήτης. Μα τι λέω τώρα...



Σημαντικότερα ζητήματα που αποτελούν ιδιαίτερο γνώρισμα της Κρήτης όπως η βεντέτα και η ζωοκλοπή, μένουν στα αζήτητα των διδακτορικών διατριβών και θα ασχοληθούμε τώρα με το πώς διασκέδαζαν οι ηρακλειώτες;

Μετά την ολοσχερή καταστροφή των Ανωγείων από τους Γερμανούς, τον Αύγουστο του 44, οι κάτοικοι του χωριού θα σκορπίσουν σαν τα παιδιά του λαγού, στο πεδινό Ρέθεμνος και στη πόλη του Ηρακλείου, όπου για μήνες θα στοιβάζονται στο Καμαράκι, στο ανωγειανό σχολείο όπως λέγεται ακόμη και σήμερα. Ορισμένοι από αυτούς δεν θα επιστρέψουν ποτέ στο χωριό τους, παρά μόνο σαν επισκέπτες σε κοινωνικές εκδηλώσεις. Θα είναι οι πρώτοι εσωτερικοί μετανάστες της μεταπολεμικής εποχής. Ο Κίμων Μανουράς, ένας από αυτούς θα ανοίξει τη δεκαετία του 50 ένα καφενείο στο Καμαράκι, το οποίο έμελλε να αποτελέσει το στέκι των καλλιτεχνών της κρητικής μουσικής της εποχής. Τις άδειες ώρες τους, που δεν ήταν και λίγες (ας μην ξεχνούμε ότι μεροκάματο γι αυτούς υπήρχε μόνο στην επαρχία, σε κανένα πανηγύρι ή γάμο) τις περνούσαν στο καφενείο συζητώντας.



Τα καλοκαίρια της δεκαετίας του 60, η μάνα μου με έπαιρνε και ερχόμαστε για λίγες μέρες στο Ηράκλειο για να δει τον πατέρα και τα αδέλφια της. Όντας ανιψιός του Κίμωνα, θα τον βοηθούσα στο καφενείο και θα είχα την εξαιρετική τιμή να σερβίρω καφέ, τα ριζιμιά χαράκια της κρητικής μουσικής της εποχής: τον Μουντάκη και τον Σκορδαλό, που ήταν και αυτοί πελάτες του καφενείου, μαζί με τους νέους και άσημους την περίοδο εκείνη ανωγειανούς, Νίκο, Αντώνη και Γιάννη Ξυλούρη, Γιώργη Καλομοίρη, Βασίλη Σκουλά, Γιάννη Σταυρακάκη, Μανόλη Μανουρά, Στέλιο Αεράκη. Από το καφενείο επίσης θα περάσει ο Δερμιτζογιάννης, ο Σηφογιωργάκης, ο Μαρκογιαννάκης, ο Κλάδος, ο Μανιάς, ο Φακουκάκης, ο Κουμιώτης, κ.α.

Στις συζητήσεις τους οι καλλιτέχνες αναφέρονταν με σεβασμό σε ονόματα άγνωστα για μένα. Θα άκουγα για τον Φουσταλιέρη, τον Λαγό, τον Μπαξεβάνη, τον Καρεκλά, τον Καλογρίδη, τον Ροδινό, τον Χαρίλαο, τον Ναύτη και άλλους τους οποίους δεν μπορώ να θυμηθώ. Ο καθένας είχε τις προτιμήσεις του και η αντιπαράθεση ήταν σκληρή. Οι ανωγειανοί αντεπιτίθoνταν συνήθως, προβάλοντας το Στραβό (Μανόλη Πασπαράκη), ο οποίος με πασαδόρους στην αρχή μεν τον Μυρομανόλη (Μανόλη Αεράκη) και στη συνέχεια τον Νεοκλή Σαλούστρο, ήταν τότε στο απόγειο της δόξας του και εμείς τα ανωγειανάκια είχαμε την ευκαιρία να τον δούμε χωρίς μικρόφωνα και πρίζες να τραγουδάει σε γάμους και γλέντια και στα μεγάλα κέφια, όταν αναγνώριζε τον καλό χορευτή από το πάτημα (κανείς δεν έχει ισχυρότερη ακοή από έναν τυφλό), να βάζει τη λύρα πάνω από το κεφάλι και να παίζει ξέφρενα.



Στο καφενείο, κάτω από τη φωτογραφία του Βενιζέλου, ένα μεγάλο καρφί και στο καρφί κρεμασμένο ένα μαντολίνο, πάντα κουρδισμένο. Όταν η πελατεία του καφενείου αραίωνε και δεν έμεναν πια παρά οι καλλιτέχνες και οι φίλοι τους, ο Κίμων ακουμπούσε στο τραπέζι το μπουκάλι με τη ρακί και κάποιος ξεκρεμούσε το μαντολίνο. Αν η παρέα είχε καλά θεμέλια, το καφενείο έκλεινε και η παρέα έπαιρνε τους δρόμους τραγουδώντας.

Στις καντάδες αυτές οι ηρακλειώτες θα ανοίξουν τα παράθυρα για να τους ακούσουν και οι πιο μερακλήδες θα βγουν στην πόρτα να κεράσουν τους τραγουδιστές που τραγουδούν τα πάθη απραγματοποίητων ή θνησιγενών ερώτων, της μοίρας τα άσκημα παιχνίδια και τον θάνατο, δηλ. τα μεγάλα θέματα της ζωής. Ο Νίκος Ξυλούρης στη λύρα και στο τραγούδι, ο Μάγκας (Ξυλούρης κι αυτός) στο μαντολίνο και μαζί τους οι: Κίμων, Πόλος (Χαιρέτης), Κουντοβαγγέλης (Κεφαλογιάννης), Μπατζαντώνης (Σμπώκος), νέοι που μόνο η φυσική τους παρουσία σε μάγευε. Οι ανωγειανοί λυράρηδες άλωσαν μουσικά την πόλη του Ηρακλείου χωρίς βία, ή σωστότερα το Ηράκλειο παραδόθηκε στη γοητεία της κρητικής μουσικής. Ο Νίκος Ξυλούρης ξεχώρισε κατά την ταπεινή γνώμη για τους εξής κυρίως λόγους: δύναμη στο δοξάρι, φωνή αρχαγγελική και ωραία φυσική παρουσία.



Στην οδό Χάνδακος, απέναντι από τα τυπογραφεία της εφημερίδας "Μεσόγειος" σε ένα αρκετά μεγάλο υπόγειο, θα βρει διέξοδο η δίψα των κατοίκων του Ηρακλείου για παραδοσιακή διασκέδαση. Ο Κίμων Μανουράς και ο Νταρολευτέρης (Λευτέρης Αεράκης) κουνιάδος και γαμπρός, θα ρισκάρουν ο μεν πρώτος τις οικονομίες του από το καφενείο ο δε δεύτερος τα έσοδα από την πώληση 100 προβάτων (όλη του η καταδιά 30 χρόνια βοσκός), και θα τολμήσουν να ανοίξουν τον "ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ", το πρώτο οικογενειακό κέντρο κρητικής μουσικής στο Ηράκλειο.

Ο καλλιτέχνης που θα κρατήσει το πρόγραμμα για την πρώτη σεζόν που ήταν το 1967 ήταν ο Νίκος Ξυλούρης με πασαδόρους τον αδελφό του τον Γιάννη, τον Γιάννη Σταυρακάκη και τον Στέλιο Αεράκη. Τύχη αγαθή μου επεφύλαξε να είμαι γιος του Νταρολευτέρη και ανιψιός του Κίμωνα. Με κοντά παντελόνια ανεβασμένος σε ένα αναποδογυρισμένο καφάσι μπύρας, κρατούσα τα οικονομικά της επιχείρησης και με τα μάτια διάπλατα ανοικτά, ρουφούσα παραστάσεις.



Αυτό που γινόταν κάθε βράδυ στον Ερωτόκριτο, είναι δύσκολο να περιγραφεί. Οι έχοντες καταγωγή από τα χωριά της Κρήτης, θέλοντας να αναπαραγάγουν στην πόλη τους γνωστούς για αυτούς τρόπους διασκέδασης, θα προσέρχονται συν γυναιξί και τέκνοις για να ακούσουν κρητική μουσική. Στο ρεύμα αυτό θα συμπαρασυρθούν και οι ηρακλειώτες και η κρητική μουσική από ετοιμοθάνατη, θα αναρρώσει, θα βγάλει φτερά και θα γίνει με την πάροδο του χρόνου κύριος τρόπος διασκέδασης. Βέβαια καθώς η κρητική μουσική δεν έχει χορό όπου το αρσενικό μπορεί να ψιθυρίσει μυστικά, στο αυτί του αντικειμένου του πόθου του, (η σούστα δεν προσφέρεται και τόσο), οι καλλιτέχνες υποχρεώνονται εκ των πραγμάτων τις μικρές ώρες να κάνουν ένα διάλειμμα ευρωπαϊκό. Και ήταν μαγικό να ακούς τον Ψαρονίκο να τραγουδάει παίζοντας λύρα, το παθητικό ταγκό "η γυναίκα που ένιωσα ...".



Την επόμενη χρονιά θα ανοίξουν τα "Ζαμάνια" και ο Ξυλούρης θα συνεχίσει στο μαγαζί αυτό. Ο Ερωτόκριτος θα συνεχίσει με μεγάλη επιτυχία με το Βασίλη Σκουλά που μόλις είχε απολυθεί από το στρατό. Σχεδόν ταυτόχρονα θα ανοίξει και η "Αρετούσα" και έτσι στο τέλος της δεκαετίας του 60 το Ηράκλειο θα βρεθεί με σχεδόν δέκα μαγαζιά με παραδοσιακή μουσική που όλα δούλευαν καλά. Από τον Ερωτόκριτο θα περάσουν επίσης για δεκαήμερα οι Σκορδαλός, Μουντάκης, Σηφογιωργάκης καθώς και ο Γιωργαντός (Καλομοίρης) που θα κάνει ολόκληρη σεζόν. Το 1971 θα είναι η σειρά του Γαργανουράκη, νέος ανερχόμενος καλλιτέχνης, ο οποίος θα είναι και ο τελευταίος που θα κρατήσει πρόγραμμα στον Ερωτόκριτο. Το μαγαζί δεν διέθετε έξοδο κινδύνου και οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες θα το κλείσουν νομίζω το 1973.

Το 1969 ο Ξυλούρης θα φύγει μόνιμα για την Αθήνα. Θα συνεργαστεί με τον Γιάννη Μαρκόπουλο στην αρχή και στη συνέχεια και με άλλους συνθέτες. Ο Ψαρονίκος δεν ανήκει πια στην Κρήτη, αλλά στην Ελλάδα.



Υπάρχει ένα μαγαζί στο Ηράκλειο που κατά την περίοδο των Χριστουγέννων που βρέθηκα στην Κρήτη μου έφερε στο μνήμη τον Ερωτόκριτο του 67 και παρακαλώ να μην θεωρηθεί διαφήμιση. Στο "Εμπολο" όπου εκπληκτικοί δεξιοτέχνες των παραδοσιακών μας οργάνων συνοδεύουν τη φωνή του αηδονιού, μα και γνήσιου μερακλή Βασίλη Σταυρακάκη, πραγματοποιούνται κάθε βράδυ μουσικές διαδρομές που αρχίζουν από τις απρόσιτες μαδάρες των κρητικών βουνών, θα περάσουν από τους κάμπους, θα μπουν στα στενά της πόλης, για να σβήσουν στ ακρογιάλια. Οι θαμώνες στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι νέοι. Το πρόγραμμα που βασίζεται σε μουσικά κομμάτια τα οποία έγραψαν όλοι σχεδόν που αναφέρονται στο κείμενο αυτό και σε στίχους των καλύτερων στιχουργών που διαθέτει αυτή τη στιγμή η Κρήτη δηλ. του Μήτσου Σταυρακάκη και του Γιώργη Καράτζη μας αποδεικνύει ότι η κρητική μουσική ζει. Πιστοποιητικό θανάτου της θα δώσουν, αν δώσουν ποτέ, όχι οι ιατροδικαστές, αλλά οι κάτοικοι των ορεινών περιοχών της Κρήτης, αν οι γάμοι, οι αρραβωνιάσεις και οι βαφτίσεις αρχίσουν να γίνονται με μπουζούκια, με τα οποία σημειωτέον δεν έχω κανένα πρόβλημα, αλλά είναι για άλλες ώρες.



Τελειώνοντας θα ήθελα να κάνω μια παρατήρηση σε σχέση με τη διαφορετικότητα της κρητικής μουσικής. Στην Κρήτη με την πάροδο των ετών διαμορφώθηκαν διάφορες μουσικές σχολές. Λόγω κυρίως της απομόνωσης, κάθε χωριό ή έστω κάθε γεωγραφική περιοχή είχε το δικό της χαρακτηριστικό γνώρισμα. Άκουγες έναν καλλιτέχνη να παίζει και πριν τον δεις καταλάβαινες ότι ήταν Χανιώτης, Στειακός, Ρεθεμνιώτης κτλ. Δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει πια και είναι κρίμα. Οι ανωγειανοί καλλιτέχνες με το να διακριθούν, αποτέλεσαν πρότυπα και δυστυχώς άθελά τους βοήθησαν στο να χαθούν ιδιαίτερα παιξίματα από τους καλλιτέχνες άλλων περιοχών που προσπαθούν να τους μιμηθούν.

Δεν χρειάζεται μίμηση, όρεξη για δημιουργία χρειάζεται.



Οι καλλιτέχνες της κρητικής μουσικής έχουν πολλά να μας δώσουν ακόμα, αρκεί να ανατρέξουν στις δικές τους αναφορές και μνήμες. Γι αυτό προσπάθειες όπως αυτή του Σγουρού με τον δίσκο "Τα σα εκ των σων", όπου ο καλλιτέχνης επιμένει στα ακούσματα της ιδιαίτερής του πατρίδας, του οροπεδίου του Λασιθίου πρέπει να βρουν μιμητές. Κανείς σκοπός, κανένα κανάκι, κανένα γύρισμα δεν πρέπει να χαθεί. Αυτός είναι ο μουσικός μας πλούτος και πρέπει πάση θυσία να διατηρηθεί.

* Το κείμενο γράφτηκε από τον Γιώργο Αεράκη. Ο Γιώργης Αεράκης γεννήθηκε στα Ανώγεια και κατοικεί στο Λουξεμβούργο. Έχει σπουδάσει νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία στη Γαλλία, είναι υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Πρόεδρος του Συλλόγου Κρητών Λουξεμβούργου.

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2010

Μέρος 2ο "Kαφενεία στην Κρήτη"



Στο κέντρο…

Τα καφενεία είναι συγκεντρωμένα εκεί που συναντώνται τα δίκτυα επικοινωνίας, σε πλατείες, σε κεντρικούς δρόμους, σε σημεία στα οποία συγκεντρώνεται κόσμος για διάφορους λόγους. Στον αγροτικό χώρο το φαινόμενο των κεντρικών καφενείων είναι σχεδόν καθολικό. Τα ελάχιστα παραδείγματα που μπορεί να συναντήσει κανείς σε άκρες οικισμών αιτιολογούνται με μια απλή χωροταξική παρατήρηση· είναι τα σημεία εισόδου στους οικισμούς ή τα σημεία αναχωρήσεων, συνήθως εκεί που βρίσκονταν (ή και βρίσκονται ακόμη) στάσεις λεωφορείων ή συγκεντρώνονται μόνιμες ή περιοδικές δραστηριότητες, όπως μπορεί να είναι, για παράδειγμα, κάποιο παζάρι. Αν δεν υπάρχει κεντρική πλατεία, το ρόλο του κέντρου παίζει ένας κεντρικός δρόμος. Εκεί βρίσκονται τα καφενεία, το ένα δίπλα στο άλλο. Από αυτόν διοχετεύονται όλες οι εξερχόμενες και οι εισερχόμενες δραστηριότητες στον οικισμό.



Στο καφενείο καταλήγουν όχι μόνον οι εξωτερικοί επισκέπτες, αλλά και κάθε πληροφορία που φτάνει στον οικισμό. Οι εξωτερικοί επισκέπτες μπορεί να είναι εμπορευόμενοι, ειδικευμένοι τεχνίτες που αναζητούν εργασία, ζητιάνοι, περαστικοί ή και τουρίστες, όπως άρχισε να συμβαίνει κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Όλοι αυτοί, φορείς πληροφοριών και ειδήσεων για τις προβιομηχανικές κοινωνίες με τα ελλιπή οδικά και συγκοινωνιακά δίκτυα, καταλήγουν στο καφενείο. Εκεί θα ασκήσουν την όποια δραστηριότητά τους, θα συζητήσουν, θα συνάψουν συμφωνίες μέχρι αργά το βράδυ. Οι θαμώνες συμμετέχουν σε ένα σύστημα ανταλλαγών πληροφοριών και απόψεων, ταυτόχρονα όμως καθιστούν αισθητή την παρουσία τους: «η αγορά – και το καφενείο που αποτελεί μέρος της – είναι χώροι του βλέμματος, της διερεύνησης, της εμφάνισης αλλά και της αποφυγής. Πηγαίνουμε για να δούμε και για να ειδωθούμε· και η παράστασή μας είναι μια δήλωση λιγότερο ή περισσότερο εμφατική της παρουσίας μας στον δημόσιο χώρο: είμαι παρών, φαίνομαι, φάνηκα, θα φανώ. Είναι χώροι που μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε, να παρακολουθούμε και να κατανοούμε τους αδιόρατους, συχνά, κυματισμούς των μικρογεγονότων και των καταστάσεων που συνιστούν την καθημερινότητα, στην κλίμακα του τόπου», θα σημειώσει ο καθηγητής Γ. Νικολακάκης.



Σε ένα βιωματικό κείμενο γραμμένο το 1965 ένας κρητικός συγγραφέας σημειώνει:
«Πολλές φορές μου τυχαίνει να θυμούμαι το Ντουκιάνι του χωριού μου. Θυμούμαι πως όποιοι κι αν περνούσανε από το χωριό, διαβατάρηδες, ξενοχωριανοί και πραματευτάδες από μακρινούς τόπους και γυρολόγοι και τζαμπάζηδες (ζωέμποροι) Μεσαρίτες, όλοι τους στο Ντουκιάνι ξέπεφταν στην αρχή. Εμπαίνανε μέσα κι αμέσως δίνονταν παραγγελιά από κάποιον χωριανό για κέρασμα. Ξεφόρτωναν τις πραμάτειες τους, κάθε λογής πράγμα – υφάσματα και έτοιμα ραμμένα ρούχα […] και οι Μαργαριτσανοί σταμνολαηνάδες, πιθάρια και κουρούπια και πλουμιστά σταμνολάινα…»



Ώρες λειτουργίας

Στα χωριά τα καφενεία διατηρούν το «παραδοσιακό» ωράριό τους. Επειδή οι καφετζήδες είναι μαζί και αγρότες εργάζονται στα χωράφια όλη τη μέρα και αργά το απόγευμα ανοίγουν τον επαγγελματικό τους χώρο. Είναι η ώρα της επιστροφής για όλους. Τα καφενεία αρχίζουν να γεμίζουν. Από τα μπουριά (καπνοδόχους) βγαίνουν καπνοί. Η μυρωδιά της οφτής πατάτας (ιδανικός ρακομεζές για το χειμώνα) ξεχύνεται παντού. Ακόμη και οι ηλικιωμένοι καφετζήδες, ακόμη και αυτοί που περνούν τα 80, δεν εννοούν να εγκαταλείψουν τις αγροτικές δραστηριότητές τους. Συναντήσαμε καφετζή που συνηθίζει να περιφέρεται για ώρες στα βουνά και να μαζεύει σταμναγκάθι και σαλιγκάρια. «Τα ζητούν οι πελάτες μου», λέει. Το ίδιο βράδυ πελάτες και καταστηματάρχης κάθονταν μαζί και έπιναν. Μια παρέα. Πάνω από το «τεζιάκι» άναβε ένα μικρό φουρνάκι. «Ειδικό για πατάτες», μας εξήγησε.
Σε άλλες περιπτώσεις, αναλόγως με τη φύση και τις συνήθειες της πελατείας, τα καφενεία ανοίγουν από νωρίς, έτοιμα να φιλοξενήσουν τους πιο πρωινούς τύπους. Το μεσημέρι οι δρόμοι αδειάζουν, οι ρυθμοί πέφτουν και ο καφετζής κλειδώνει το καφενείο του για να το ανοίξει και πάλι το βράδυ. Ωστόσο, τις Κυριακές και τις αργίες η πελατεία πολλαπλασιάζεται και έτσι το ωράριο παρατείνεται. Λίγο οι συγγενείς που επισκέπτονται τους δικούς τους στο χωριό, λίγο οι παρέες που σχηματίζονται μετά την εκκλησία, το άλλοτε μισοάδειο καφενείο σφύζει από ζωή.



Τα καφε – παντοπωλεία, τα καφεκρεοπωλεία και τα καφε-κουρεία
Ανάμεσα στις πιο σημαντικές μεταβολές που έχουν υποστεί τα καφενεία τα τελευταία χρόνια είναι η απώλεια του μικτού τους χαρακτήρα. Καφενεία – παντοπωλεία, καφενεία – κρεοπωλεία, καφενεία – κουρεία είναι μερικά μόνο από τα μικτά είδη που άνθησαν στην Κρήτη αλλά και σε πολλές άλλες περιοχές της Ελλάδας. Η συνήθεια να συνυπάρχει το καφενείο με κάποιο κουρείο μας είναι γνωστή από τα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με τον Σκαρλάτο Βυζάντιο, «μετά των καφενείων είναι πολλαχού ηνωμένα και τα κουρεία». Η συνήθεια αυτή φαίνεται να ξεκίνησε από την Κωνσταντινούπολη και να επεκτάθηκε σταδιακά σε πολλές περιοχές της Αυτοκρατορίας. Είχε τόσο διαδοθεί μάλιστα, ώστε είχε δημιουργηθεί και η ιδιαίτερη συνήθεια να προσφέρεται καφές από τους κουρείς σε όλους τους πελάτες τους, ανεξαρτήτως από το αν η επαγγελματική δραστηριότητά τους ασκούνταν μέσα σε καφενείο ή όχι.
Σε μεγάλους οικισμούς, όπου λειτουργούσαν καφενεία με αρκετή πελατεία, τα σύνεργα του κουρέα καταλάμβαναν μια γωνιά, συνήθως απέναντι από το τεζιάκι, σε σχετικά απομονωμένο χώρο, και η δραστηριότητα αυτή ασκούνταν όχι από τον καφετζή αλλά από διαφορετικό πρόσωπο. Σε μικρούς οικισμούς καφετζής και κουρέας ήταν το ίδιο πρόσωπο. Ο πελάτης που ήθελε καφέ ήξερε πως έπρεπε να περιμένει μέχρι να τελειώσει το κούρεμα άλλου πελάτη.



Το φαινόμενο της παράλληλης άσκησης δυο διαφορετικών επαγγελματικών δραστηριοτήτων από το ίδιο πρόσωπο μας βοηθά να κατανοήσουμε σε μεγάλο βαθμό το συνηθισμένο φαινόμενο των καφε-παντοπωλείων (και άλλων σύνθετων επαγγελματικών ενασχολήσεων) που αποτέλεσαν καθεστώς για την Κρήτη και για πολλές άλλες ελληνικές περιοχές. Στην Ελλάδα υπάρχουν τα αμιγή καφενεία, τα καφε-παντοπωλεία (στα οποία μπορούμε να κατατάξουμε και τις υπόλοιπες παράλληλες αλλά όχι συναφείς δραστηριότητες) και τα καφε-ζαχαροπλαστεία που αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα του ημιαστικού και του αστικού χώρου.
Ο καφετζής στο παράδειγμα της σύνθετης λειτουργίας είναι ταυτόχρονα και παντοπώλης ή κρεοπώλης. Συναντήσαμε ακόμη και καφενείο – υποδηματοποιείο που δεν λειτουργεί σήμερα. Στους μικρούς οικισμούς το ένα επάγγελμα δεν αρκούσε για επιβίωση και η ελληνική ευρηματικότητα ανακάλυψε αυτή τη σύνθεση. Θα πρέπει να προσέξουμε, όμως, μια σημαντική λεπτομέρεια: στον αγροτικό χώρο ο ιδιοκτήτης του καφενείου δεν είναι αποκλειστικά επαγγελματίας καφετζής. Μοιράζει τη δραστηριότητά του ανάμεσα στα χωράφια και στο καφενείο, το οποίο συμπληρώνει το εισόδημά του.
Σήμερα λειτουργούν αρκετές δεκάδες κατάλοιπα αυτού του παλαιότερου είδους, του μικτού τύπου καφενείου - παντοπωλείου, συνήθως από ηλικιωμένους επαγγελματίες.



Στη λογική των μετασχηματισμών


Κατά τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται στα μεγάλα χωριά μια σημαντική μεταβολή στη δομή και στη λειτουργία του καφενείου. Ακόμη και στους πιο μικρούς οικισμούς ο εκσυγχρονισμός εισβάλλει με μεγάλη ταχύτητα. Το παλιό καφενείο χάνει τον χαρακτήρα που είχε μέχρι σήμερα. Χάνει τη γνησιότητα και την παραδοσιακότητα που το συνόδευε τώρα και μερικές εκατοντάδες χρόνια. Και, παράλληλα, επιζητείται να εκσυγχρονιστεί. Σιγά–σιγά οι παλιές ξύλινες καρέκλες αντικαθίστανται με μεγαλύτερες, κάποιες φορές με πλαστικές, τα τραπέζια είναι πιο χαμηλά, συχνά γυάλινα. Η τηλεόραση παύει πλέον να παίζει δευτερεύοντα ρόλο καθώς μεγαλώνει σε μέγεθος και εμπλουτίζεται με δορυφορική κεραία. Η μουσική που ακούγεται από τα υπερσύγχρονα μεγάφωνα μόνο παραδοσιακή που δεν είναι.



Όμως οι αλλαγές δεν αφορούν μόνο στα μορφολογικά χαρακτηριστικά. Ο καφές δεν είναι πια αποκλειστικά «ελληνικός» ή «τούρκικος». Μηχανές καπουτσίνο και εσπρέσο χρησιμοποιούνται κατά κόρον. Και το οινοπνευματώδες ποτό δεν είναι πια αποκλειστικά η τσικουδιά. Το ουίσκι καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερη θέση. Ακόμη και οι παλιές ονομασίες αλλάζουν. Τώρα οι επιγραφές είναι συνήθως ξενόγλωσσες.
Δίπλα σε αυτά τα καινούργια καταστήματα – καφετέριες σώζονται τα έρημα παλιά καφενεία. Άλλα είναι αποθήκες, άλλα διατηρούν τον παλιό εξοπλισμό ή τμήμα απ’ αυτόν, αλλά φαίνεται με την πρώτη ματιά ότι έχουν χρόνια να λειτουργήσουν… Οι παλιές ταμπέλες που τρίζουν με τον νοτιά, οι στοιβαγμένες καρέκλες, οι σκονισμένες πόρτες και τα σπασμένα τζάμια ίσως και να μαρτυρούν το τέλος μιας εποχής.
Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι αυτός ο πολιτισμός χάνεται μέρα με τη μέρα. Χωριά που ρημάζουν, καφενεία που κλείνουν, επιγραφές που παραμένουν σαν μάρτυρες μιας ζωής περασμένης. «Καφενείον η Συνάντησις», «Η Ομόνοια», «Η καλή καρδιά», ή απλά το όνομα του ιδιοκτήτη. Στους μικρούς ορεινούς οικισμούς οι ιδιοκτήτες των καφενείων είναι υπερήλικες. 70, 80, 90 ή και περισσοτέρων ετών, όπως και η πελατεία τους. Αναρωτιέται κανείς αν είναι επαγγελματίες ή αν συνεχίζουν απλώς τις καθημερινές συνήθειες της νεότητας. Ωστόσο, δεν δυσκολεύεται να καταλάβει πως ο κόσμος ενός τέτοιου καφενείου είναι απλώς μια φιλική παρέα.



Έτσι περνούν οι χειμώνες. Γύρω από μια σόμπα που ανάβει, έναν καφέ ή ένα τσάι που αχνίζει και τα ζάρια που χτυπούν ακατάπαυστα στο τάβλι. Σε κάποιαν άκρη είναι μόνιμα ανοιχτή η τηλεόραση, όμως η κυριαρχία της περιορίζεται στην ώρα των ειδήσεων. Οι άλλες ώρες ανήκουν στη συντροφιά. Στην παρέα, στις κουβέντες, στα πειράγματα, στα ανέκδοτα. Και όταν ανοίγει η πόρτα και μπαίνει κάποιος καινούριος στον καφενέ, ντόπιος ή ξένος, γνωστός ή άγνωστος, ακούγεται η απρόσμενη φωνή που καθρεφτίζει το κρητικό ήθος, δηλαδή ολόκληρο τον κόσμο του καφενείου:

«Καφετζή, κέρασέ τονε».

Κείμενο – Φωτογραφίες: Έφη Ψιλάκη
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Explore Nature της εφημερίδας ΕΘΝΟΣ, τ. 20, Νοέμβριος 2009)

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010

Μέρος 1ο "Καφενεία στην Κρήτη"

Στον απόηχο μιας άλλης εποχής

Σε περίοπτη θέση η μορφή του Ελευθερίου Βενιζέλου και κάμποσοι χάρτες. Στη μέση μια σόμπα που ανάβει. Και τριγύρω, άντρες με μουστάκια και ρυτιδωμένα πρόσωπα. Στα ορεινά χωριά το καφενείο δεν είναι επαγγελματική ενασχόληση αλλά κοινωνική λειτουργία. Αποτυπώνει και εκφράζει έναν ολόκληρο κόσμο, με τους κανόνες, το ήθος και τις ιδιαιτερότητές του…



Πριν από δύο χρόνια μια ομάδα νέων με ιδιαίτερη αγάπη στη φωτογραφία ξεκινήσαμε να αποτυπώνουμε τη ζωή, την παλιά και τη σύγχρονη, στα καφενεία της Κρήτης. Στις πόλεις, αλλά περισσότερο στα χωριά, εκεί όπου τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει ακόμη. Ύστερα από περιπλανήσεις πολλών μηνών κατανοήσαμε ότι είχαμε γίνει συλλέκτες εικόνων, στιγμιότυπων και εμπειριών. Τα καφενεία της Κρήτης αποτελούν ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην αδιερεύνητη ιστορία του ελληνικού καφενέ. Την πρώτη φορά που βρεθήκαμε, άγνωστοι εντελώς, σε καφενείο ορεινού χωριού του Ψηλορείτη φορτωμένοι με μηχανές και τρίποδα, ξαφνιαστήκαμε που δεν μας ρώτησε κανείς ούτε ποιοι είμαστε, ούτε τι θέλουμε. Απλώς έσπευσαν να «διατάξουν» το απαραίτητο κέρασμα. Διέκοψαν προς στιγμήν την «ασχολία» τους, τη συζήτηση, τα χαρτιά, το τάβλι, την εφημερίδα για να προφέρουν αυτές τις λέξεις που έμελλε να ακούσουμε δεκάδες ή και εκατοντάδες φορές στη συνέχεια:

-Καφετζή, κέρασέ τους…

Σιγά – σιγά καταλάβαμε γιατί δεν μας ρώτησαν τίποτα, παρά την έντονη περιέργειά τους να μάθουν. Ο ηλικιωμένος καφετζής άλλου ορεινού οικισμού άρχισε κάποτε να διηγείται πως στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής, αλλά και στις δύσκολες εποχές που ακολούθησαν, το καφενείο του –κληρονομιά από τον πατέρα του– ήταν χώρος συνάντησης των ανταρτών.

Κανείς δεν ρωτούσε κανέναν. Αλλά όλοι ήξεραν… Άλλοτε πάλι κατέφευγαν εκεί κατατρεγμένοι, καταδιωγμένοι ακόμη και για συνηθισμένα «εθιμικά» παραπτώματα.

Ο νόμος της σιωπής κυριαρχούσε.





Διακόσμηση. Η μορφή του Βενιζέλου

Είναι εντυπωσιακό να παρατηρεί κανείς τη διακόσμηση ενός κρητικού καφενείου. Πολλοί χάρτες διαφόρων περιοχών, ακόμη και παγκόσμιοι -αλλά περισσότερο της Κρήτης, παλιές και καινούργιες φωτογραφίες, μεγάλα κομπολόγια και διαφημιστικές αφίσες συμπληρώνουν τον διάκοσμο των εσωτερικών χώρων. Από τις φωτογραφίες μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος κατέχει ακόμη εξέχουσα θέση. Αν και έχουν περάσει περισσότερα από 70 χρόνια από το θάνατό του, η μορφή του κυριαρχεί.

Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, η φωτογραφία του «γέρου» (έτσι τον λένε) είναι κορνιζωμένη σε μεγάλο αριθμό καφενείων και σε περίοπτη θέση. Η μορφή του εξακολουθεί να θεωρείται στην Κρήτη το απόλυτο πρότυπο του πολιτικού. Σε μερικές φωτογραφίες εικονίζεται μαζί και ο Σοφοκλής Βενιζέλος. Θα έλεγε κανείς ότι συνεχίζει να αποτελεί ορόσημο, ότι δεν είναι μόνο ιστορικό πρόσωπο αλλά και σύμβολο μαζί. Το διαπιστώνει κανείς αν παρακολουθήσει τη διαδικασία του κεράσματος.

Στους καφενέδες των χωριών δεν υπάρχει μόνο ο «βαρύς γλυκός» ή ο «μέτριος» καφές, αλλά και… ο «βενιζελικός». Είναι απροσδιόριστης μορφής και γεύσης. Ο χαρακτηρισμός χρησιμοποιείται όχι για να δηλώσει κάποια ειδική ποικιλία ή ποιότητα καφέ αλλά αντιθέτως για να δηλώσει ιδεολογικές προτιμήσεις.





Σε παλιά καφενεία συναντούμε ακόμη αφίσες ηθοποιών και ταινιών του ελληνικού εμπορικού κινηματογράφου, λιθογραφίες όπως εκείνη του «πωλούντος τοις μετρητοίς» και του «πωλούντος επί πιστώσει» και άλλες. Τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα προβιομηχανικά εργαλεία του αγροτικού χώρου και εργαλεία που σχετίζονται με το ψήσιμο του καφέ.

Ξύλινα άροτρα, εργαλεία αλωνίσματος και άλλα που παραπέμπουν αμέσως σε βιωμένες εμπειρίες. Αναρτώνται στους τοίχους ή τοποθετούνται σε κάποιο εμφανές σημείο του καφενείου. Τα παλιά ραδιόφωνα εξακολουθούν να αποτελούν πολύτιμα εκθέματα. Συχνά τα συναντάμε σκεπασμένα με κεντήματα. Ημερολόγια με διαφημίσεις τοπικών καταστημάτων και γεωργικών εφοδίων κατέχουν σημαντική θέση στη διακόσμηση των κρητικών καφενείων.

Παρατηρούμε ακόμη ανηρτημένες ανακοινώσεις διαφόρων τύπων· του Δήμου, του ΟΓΑ, των τοπικών συμβουλίων, εκκλησιαστικές ανακοινώσεις, αναγγελίες πανηγυριών και εορτών. Πρέπει να παρατηρήσουμε, ακόμη, ότι οι παλαιοί τιμοκατάλογοι, μαυροπίνακες πάνω στους οποίους αναγράφονταν οι τιμές των προσφερόμενων ποτών, επανέρχονται ως στοιχεία που συνδέουν το σύγχρονο καφενείο με το παρελθόν του.



Η μορφή του κρητικού καφενέ είναι σχεδόν στερεότυπη. Το «τεζιάκι» σε κάποιαν άκρη είναι ο χώρος εργασίας του καφετζή. Είναι συνήθως κατάφορτο με μπουκάλια κρητικής τσικουδιάς, αν και τα τελευταία χρόνια δεν είναι λίγοι εκείνοι που στρέφονται προς το ουίσκι. Αναρωτιέται κανείς αν ο εκσυγχρονισμός σ’ αυτή τη χώρα είναι ταυτόσημος με τη μίμηση ξένων προτύπων – όχι χωρίς αντίδραση όμως:

«Καλύτερα να το κλείσω το καφενείο. Να κόψω τα χέρια μου αν βάλω άλλο πράμα από ρακή στο μαγαζί μου», μας είπε ο αποφασισμένος καφετζής στο ημιορεινό Αβδού του Ηρακλείου.



Εθιμικοί κώδικες - Το κέρασμα

Στα καφενεία των ορεινών οικισμών συχνάζουν ακόμη ελάχιστοι από εκείνους που συντηρούν το κρητικό στερεότυπο: μεγάλα μουστάκια, μαύρο σαρίκι με κρόσσια που κατεβαίνουν στο μέτωπο, ακόμη και «γκιλότα», η εξέλιξη της παραδοσιακής κρητικής βράκας που δεν φοριέται πια.

Η εικόνα ταιριάζει με το χαρακτήρα του κρητικού καφενέ. Το κέρασμα του ξένου, του διαβάτη ή του περαστικού είναι κανόνας απαράβατος. Η οικονομική στενότητα εκφράζεται με τη χαρακτηριστική φράση «αυτός δεν βγαίνει στο καφενείο γιατί δεν έχει να κεράσει». Ωστόσο, και το ίδιο το κέρασμα έχει τους δικούς του εθιμικούς κανόνες.

Ο τρόπος που θα χαιρετήσουν οι θαμώνες τον κάθε καινουργιοφερμένο σε ένα καφενείο δείχνει και το βαθμό της αποδοχής του. Ωστόσο, η πλήρης αποδοχή και η ενσωμάτωση στην παρέα δηλώνεται κυρίως μέσα από το κέρασμα. Μπορεί να φαίνεται απλό, ωστόσο πρόκειται για μια διαδικασία σχεδόν τελετουργική που διέπεται από ιδιαίτερους κανόνες και τύπους.





Δεν είναι λίγες οι φορές που δημιουργούνται ή συντηρούνται παρεξηγήσεις από ένα κέρασμα. Όπως δεν είναι λίγες και οι φορές που ένα κέρασμα δίνει την αφορμή για λύση παρεξηγήσεων. Ο επισκέπτης είναι υποχρεωμένος να δεχτεί το κέρασμα· αν αρνηθεί την προσφορά, αυτό εκλαμβάνεται ως προσβολή, ως απόρριψη του προσώπου που κερνά. Δικαίωμα «κεράσματος», επομένως, έχει μόνον εκείνος που κάθεται ήδη στο καφενείο, ποτέ εκείνος που εισέρχεται.



Ωστόσο, το κρητικό καφενείο εξακολουθεί να είναι ο χώρος του «μοιράσματος». Δεν είναι λίγες οι φορές που καταλήγουν εκεί τα πρώτα φρούτα και τα πρώτα κηπευτικά της χρονιάς. Και τα μοιράζονται όλοι στην παρέα, συνήθως ως μεζέ της ρακής.

Κείμενο – Φωτογραφίες: Έφη Ψιλάκη
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Explore Nature της εφημερίδας ΕΘΝΟΣ, τ. 20, Νοέμβριος 2009)


Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

Λογοτεχνάσματα και άλλες ιστορίες...

Την αγαπώ. Είναι όμορφη.
Όταν είμαι μακρυά της μου λείπει.
Όταν είμαι κοντά της με νευριάζει.
Και γκρινιάζω για τα άσχημα της,
που συναντώ και που κάθε μέρα
γίνονται περισσότερα.
Μ'αυτή την είδηση,με πήρε,ξανά
αγκαλιά. Η Κρήτη.


Το δεύτερο Σπίτι της Λογοτεχνίας στην Ελλάδα είναι γεγονός.
Στεγάζεται σε ένα παλιό σχολείο του 1882, που λειτουργούσε ώς το 1975,
στο χωριό Κράσι του Δήμου Μαλίων.
Θα φιλοξενεί Ελληνες συγγραφείς και μεταφραστές
ελληνικών έργων σε μια ξένη γλώσσα.
Το παλιό σχολείο όπου στεγάζεται το Σπίτι της Λογοτεχνίας,
είναι αποτέλεσμα συνεργασίας της διευθύντριας
του Ευρωπαϊκού Κέντρου Μετάφρασης - Λογοτεχνία και Επιστήμες του Ανθρώπου (ΕΚΕΜΕΛ) Ελένης Ζέρβα και του δημάρχου Μαλίων, Κ. Λαγουδάκη.
Η πρόταση έγινε από τη δημοτική αρχή προς την κ. Ζέρβα
τον Σεπτέμβριο του 2008.
Και έγινε αποδεκτή όταν η δεύτερη επισκέφθηκε το Κράσι
και διαπίστωσε ότι το οίκημα θα μπορούσε να μετατραπεί
σε Σπίτι της Λογοτεχνίας.
Ενα χρόνο και ένα μήνα αργότερα, το Σάββατο 17 Οκτωβρίου,
έγιναν τα εγκαίνια.
Τόσο χρειάστηκε ώστε να ανακατασκευαστεί το παλιό σχολείο
σ' ένα σύγχρονο χώρο υποδοχής δημιουργών (μαζί με την οικοσκευή).
Τη διαμόρφωση εσωτερικά και εξωτερικά ανέλαβε η τεχνική διεύθυνση του δήμου, με χρήματα (120.000 ευρώ) από εθνικούς πόρους - από τα Ολοκληρωμένα Προγράμματα Ανάπτυξης Αγροτικών Χωρών.
Ο πρόεδρος του ΕΚΕΜΕΛ Θωμάς Σκάσσης εκτιμά
ότι το Σπίτι της Λογοτεχνίας «θα προσφέρει στους ανθρώπους του πνεύματος το κατάλληλο περιβάλλον εργασίας» και τονίζει ότι «η τοπική κοινωνία αγκάλιασε με συγκινητικό τρόπο την εμπνευσμένη αυτή πρωτοβουλία».
Από την πλευρά της, η Ελένη Ζέρβα διαβεβαιώνει ότι
«αν και υπάρχουν ήδη πολλές αιτήσεις για φιλοξενία στο Κράσι,
«θα δοθεί απόλυτη προτεραιότητα στους Ελληνες
δημιουργούς και στους μεταφραστές ελληνικής λογοτεχνίας προς ξένες γλώσσες».
Δεν κρύβει την πρόθεσή της να υπάρξουν κοινές δράσεις
με τον Δήμο Μαλίων, με στόχο να έχει λόγο και η τοπική κοινωνία.
Το Κράσι, γενέτειρα της οικογένειας Αλεξίου (Λευτέρη, Γαλάτειας, Ελλης),
βρίσκεται στις υπώρειες της Σελένας, σε υψόμετρο 600 μ.
Απέχει εννέα χιλιόμετρα από τα Μάλια και έχει 180 κατοίκους.
Στο χωριό αυτό, στις αρχές του εικοστού αιώνα,
παραθέριζαν ως φιλοξενούμενοι της οικογένειας Αλεξίου
ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Κώστας Βάρναλης, ο Γιώργος Βέης,
η Ελλη Αλεξίου, ο Βάσος Δασκαλάκης.
Το πρώτο Σπίτι της Λογοτεχνίας ιδρύθηκε το 2003 στο χωριό Λεύκες της Πάρου.
Αυτή τη στιγμή υπάρχουν στην Ευρώπη δεκατρία τέτοια κέντρα,
που στις 25 Μαρτίου 2000 δημιούργησαν το Δίκτυο Διεθνών Κέντρων Μεταφραστών Λογοτεχνίας. Οι χώρες που συμμετέχουν είναι: Γερμανία, Βέλγιο, Ισπανία, Γαλλία, Μ. Βρετανία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Ιρλανδία, Ιταλία, Ολλανδία, Σλοβακία, Σουηδία.

* Δικαίωμα υποβολής αίτησης φιλοξενίας, ανεξαρτήτως ηλικίας, έχουν όσοι έχουν εκδώσει ένα βιβλίο. Το ποσό για τη διαμονή μιας εβδομάδας είναι 70 ευρώ το άτομο
για τους υπηκόους της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Για υπηκόους άλλων χωρών, το κόστος ανέρχεται σε 20 ευρώ το άτομο.

Αιτήσεις στο ΕΚΕΜΕΛ: Λυκαβηττού 2 & Ακαδημίας, 10671 Αθήνα, τηλ.: 0030-210-3639520, fax: 0030-210-3639350, e-mail: grammateia@ekemel.gr

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009

Κοφίνι, κοφινάκι...


Το μέλι βρήκε το δρόμο του στα βάζα. Τα σταφύλια ωρίμασαν. Ο άνθρωπος τα γεύεται. Τα ξεζουμίζει για να μεθύσει με την απαραίτητη χαρά που συνοδεύει αυτό το υπέροχο καταστάλαγμα. Λίγο από αυτό το βράζει μέχρι που μυρίζει πετιμέζι και φανταστική φυσική γλύκα. Με λίγο αλεύρι και σπάταλα καρύδια και κανέλες και σουσάμι η γειτονιά γλείφει τα δάκτυλά της για μουσταλευριά.
Αθάνατες γεύσεις, διονυσιακές μυρουδιές. Ακόμα και τα στράφυλλα μοσχοβολούν κι ας βράζουν στο ζουμί τους. Χαίρονται που θα μεθοκοπούν οι κρητικοί με τη συνοδεία αφράτων αμύγδαλων.
Η αμυγδαλόψυχα έρχεται και γλυκαίνει τους βαθμούς της τσικουδιάς. Μου λείπουν αυτά στην πόλη μα αν ισχύει αυτό που λέει και το τραγούδι πως «ο χρόνος σέβεται αυτόν που ονειρεύεται», μια μέρα θα τα ξαναζήσω όλα αυτά. Δεν ξέρω βέβαια αν θα υπάρχουν και τότε μερακλήδες που θα αντέχουν να χορεύουν και να τραγουδούν στο πατητήρι κρατώντας εκείνη την τρομακτική στην όψη τσουγκράνα για να στοιβιάζουν τα σταφύλια και αν θα υπάρχουν καζάνια για να βράζουν «οι διαβόλοι» …που αρκεί ένα ποτηράκι για να κάνει κανείς κέφι.
Έτσι μεθυστικό και διονυσιακό τον ήθελα τον Οκτώβρη, να στάζει κρασί για να μεθύσουν οι φίλοι και να πουν στην υγεία της ζωής.Τον ήθελα γεμάτο κοφίνια με σταφύλια έτσι … ως δόξα και τιμή στο κοφινάκι που κουβάλησα μωρό κι εγώ κάποτε. Χάζι με κάνανε μιας και στους καιρούς μας που να δεις πια κοφινάκι να ροβολάει τις πλαγιές γεμάτο σταφύλια και λαίμαργες μελισσούλες.

Κοφινάκι το πολύ πολύ να δεί κανείς πίσω από κανένα καναπέ με αποξηραμένα και μπόλικη μπόλικη σκόνη.

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009

Βασιλομάνα τς΄ερωθιάς


Σε μια αφήγηση μαντινάδων ο Γιώργης Σαρρής και η Μαρία Καλογεράκη αφηγούνται αντικριστές μαντινάδες πάνω σε Κρητική Μουσική από τους Άξεγνιους Περάτες, Μανώλη Μουλακάκη, Κώστα Καλλέργη, Δημήτρη Κουνάλη.
Ένα πρωτότυπο έργο και γνήσια Κρητικό έρχεται να επισφραγίσει την μεγάλη παράδοση της μαντινάδας που υπάρχει ζωντανή εδώ και αιώνες στη Κρήτη. Μαντινάδες που καλύπτουν και προτείνουν σε όλη την απλή και καθημερινή ζωή που είναι σημαντική και καθοριστική για την εξέλιξη της ανθρωπότητας και της οικονομίας που ζούμε.

Η Μαρία Καλογεράκη γεννήθηκε στο Ορθούνι του Δήμου Μουσούρων, στην καρδιά του Ριζίτικου.
Ο πατέρας της Γιώργης Καλογεράκης ή Τεκλίφης όπως τον έλεγαν που σημαίνει μεράκλης ήταν το αηδόνι του ριζίτικου και της μαντινάδας.

«…Θυμάμαι στο σπίτι μας που πάντα η πόρτα ήταν ανοιχτή και φιλοξενούσε κόσμο. Στο φιλόξενο αυτό σπίτι οι χαρές και οι λύπες μας πάντα συνοδευόταν από στίχους ανάλογους με την περίσταση. Μαντινάδες, ριζίτικα, μοιρολόγια, όλα με τραγούδια.

Ο παππούς μου Μανώλης Πεντάρης έπαιζε λαγούτο και κάποτε σ΄ένα γάμο σήκωσαν και τη γιαγιά μου που είχε μάθει από αυτόν και έπαιζε και κείνη λαγούτο. Από πολύ μικρή έμαθα τους σκοπούς του Γιώργη Κουτσουρέλη που τους σιγοτραγουδούσε η γιαγιά μου κάνοντας τις δουλειές της.

Η μητέρα μου Ειρήνη Καλογεράκη από τα τέσσερα μου χρόνια μου μάθαινε τους Κρητικούς χορούς και χορεύαμε χωρίς μουσική στο σπίτι μας.

Πολλές φορές σε Κρητικά γλέντια μέχρι να σηκωθεί ο πατέρας μου να χορέψει έβλεπα την μητέρα μου να χορεύει με τα πόδια της κάτω από το τραπέζι. Με την πρώτη κοντυλιά γύριζε και με κοίταζε και γελούσαν και τα μάτια της που θα χόρευε σε λίγο. Έβγαζε φτερά η έκφραση της.

Ποτέ δε μου μίλησαν για την αξία της Κρητικής μαντινάδας και του ριζίτικου ή της μουσικής μας. Όμως αυτή την αξία την εισέπραττα από τον τρόπο που την εκφράζανε και από τον τρόπο που ζούσαν.
Στην γειτονιά που έμεινα αργότερα στο Λαγγό Ορθουνίου στα πεντακόσια μέτρα έμενε ένας γέροντας που με τα χρόνια είχε τυφλωθεί από καταρράκτη.

Τότε δεν εγχειρίζονταν οι άνθρωποι. Ιωάννης Στρατινάκης λεγόταν. Αυτός λοιπόν ο γέροντας γνώριζε όλο τον Ερωτόκριτο απέξω. Μια μέρα που πήγα σπίτι του τον είδα να προσπαθεί να φάει το φαγητό του. Πλησίασα και άρχισα να τον ταΐζω. Εκείνος για να με ευχαριστήσει μου έλεγε τον Ερωτόκριτο. Έτσι κάθε μέρα μου έλεγε στίχους όση ώρα διαρκούσε το φαγητό.

Κι εγώ φυσικά καθυστερούσα να τον ταΐζω για να ακούω περισσότερους στίχους. Κάποια στιγμή όμως πέθανε και δεν πρόλαβε να μου τον ολοκληρώσει…Φανταστείτε ότι κάθε φορά που πιάνω τον Ερωτόκριτο πάντα θυμάμαι τον γέροντα αυτό.

Την γνήσια Κρητικιά γλώσσα την έμαθα από την γιαγιά μου που στάθηκε σταθμός στη ζωή μου για ότι έκανα και κάνω. Η γιαγιά αυτή κεντούσε, ύφαινε, έπλεκε, ξέραινε σύκα, έφτιαχνε μούστο και μουσταλευριά, έφτιαχνε χόντρο, σαπούνι στην αυλή του σπιτιού μας, έραβε ρούχα, έφτιαχνε παπούτσια, φύτευε κήπους, λουλούδια, μεγάλωνε ζώα, έβρισκε χόρτα και όταν με έπαιρνε μαζί της μου έδειχνε τα πουλιά που κελαηδούσαν και μου περίγραφε τα χαρακτηριστικά τους και μου έλεγε τα ονόματα τους, όπως και πότε ερχόταν και πότε έφευγαν από τον τόπο που ζούσαμε.

Αυτά και πολλά άλλα ζούσα δίπλα σ΄αυτούς τους ανθρώπους που δεν ήξεραν πολλά γράμματα αλλά γνώριζαν τα πάντα στην καθημερινή ζωή και ήξεραν τι θα πει ζωή.

Όλα αυτά ζούσαν μαζί με μένα όλα αυτά τα χρόνια. Ποτέ δεν τα ξέχασα και πατούσα πάνω σ΄αυτά σε κάθε περπάτημα μου. Έτσι έφτασα σ΄αυτόν το δίσκο σήμερα και φυσικά και χρόνια πριν, όταν η μαντινάδα είχε παραγκωνιστεί από πολλούς, που έγραψα το πρώτο μου βιβλίο με μαντινάδες με τον τίτλο «χθες και σήμερα με μια μαντινάδα».

Σε μια εποχή που δεν υπήρχαν ούτε εκπομπές στην τηλεόραση, ούτε βιβλία για την Κρητική παράδοση παρά ελάχιστα το επιχείρησα τότε …»

Πηγή: Περιοδικό Πυξίδα

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009

Δεν ήταν νησί...


Βουνά είναι που τυχαίνει να βρέχονται γύρω γύρω από θάλασσα. Το ότι δεν είναι νησί φαίνεται καθαρά στις παραδόσεις του τόπου που καμία δεν έχει να κάνει με θάλασσα. Παρά τις νησιώτικες βράκες, μέχρι πριν λίγα χρόνια που γίναμε νεόπλουτοι, τη θάλασσα τη βλέπαμε με φόβο.
Μα πως έγινε αυτό; Εμείς, απόγονοι των θαλασσοπόρων Μινωϊτών, πολίτες θαλασσινής χώρας με παράδοση στη ναυτιλία και άλλα τέτοια αφηγήματα του συλλογικού μας φαντασιακού, πως και δεν έχουμε σχέση με τη θάλασσα;
Οι πρώτοι προπαππούδες μας που πάτησαν το νησί (μάλλον από τη μέση ανατολή, άγνωστο αν από πίεση αναζήτησης φαγητού ή τυχαία) πιθανώς βρήκαν άφθονα ήμερα ζώα για κυνήγι και περιορισμένη βλάστηση από τα τόσα φυτοφάγα που κυριαρχούσαν στο νησί χωρίς φυσικούς θηρευτές.
Σίγουρα για πολλά χρόνια δεν είχαν την ανάγκη να εκμεταλλευτούν τη θάλασσα είτε ως πόρο είτε για συγκοινωνία. Η κατάσταση θα έμοιαζε παραδεισένια. Άφθονη τροφή, ήπιο κλίμα, εκατοντάδες φυσικά καταφύγια, και κανείς να τους ανταγωνιστεί για αυτά. Ήταν αυτοί οι πρόγονοι των Μινωϊτών ή υπήρξε δεύτερο κύμα εποίκησης από αυτόν τον γνήσια θαλασσινό λαό; Οι ενδείξεις υποστηρίζουν τη δεύτερη υπόθεση αλλά δεν είναι ακόμη βέβαιο. Η τροφή μπορεί να είχε λιγοστέψει από το εντατικό κυνήγι προκαλώντας την αύξηση της βλάστησης. Οι Μινωίτες εκμεταλλεύτηκαν αυτόν τον πόρο για να μπορούν να αναπτύξουν την κυριαρχία τους στη θάλασσα. Κοινό χαρακτηριστικό των δύο εκτός από το κλίμα ήταν η σε μεγάλο βαθμό έλλειψη ανταγωνισμού.
Όπως συμβαίνει και στη φύση όταν για οποιοδήποτε λόγο έρθει ένα είδος με ακονισμένη την ικανότητα ανταγωνισμού αυτό γίνεται κυρίαρχο. Για παράδειγμα τα είδη που έρχονται από την ερυθρά θάλασσα (μέσω του Σουεζ), μια περιοχή έντονου ανταγωνισμού, κυριαρχούν στα λιγότερο μαθημένα μεσογειακά.
Οι από την Ελλάδα ορμώμενοι κατακτητές ψημένοι στις μάχες σάρωσαν ότι είχε απομείνει από τους Μινωίτες. Από τότε και μετά ή θάλασσα άλλαξε ρόλο για το νησί και από ασφαλής μόνωση έγινε ο δρόμος από τον οποίο ερχόταν ο επόμενος κατακτητής. Και αυτοί ήταν ουκ ολίγοι.
Στα υπόλοιπα νησιά η ναυτοσύνη διατηρήθηκε θέλοντας και μη. Δεν υπήρχε άλλος πόρος προς εκμετάλλευση. Πλήρωσαν όμως και το σχετικό τίμημα. Μόνο από την άλωση της Πόλης και μετά, η Σαντορίνη π.χ. άδειασε από ανθρώπους τρεις φορές εξ αιτίας των πειρατών. Οι τελευταίοι εξάλλου ήταν πολύ συχνά νησιώτες όπως οι διαβόητοι αδελφοί Μπαρμπαρόσα από τη Λέσβο.
Στην Κρήτη όμως υπήρχε και άλλη διέξοδος. Τα βουνά. Μέρος του τοπικού πληθυσμού απέφευγε τον κάθε φορά κατακτητή βγάζοντας με χίλια ζόρια το ψωμί του από τα, οικονομικώς ασύμφορα για τους κατακτητές, βουνά. Έμεινε λοιπόν το Μινωικό δαιμόνιο (γονίδιο θα το λέγαμε σήμερα) του θαλασσοπόρου βαθιά θαμμένο κάτω από στρώσεις «βουνού» και των άλλων λαών που διαφέντεψαν. Σπανίως ξετρύπωνε παρασέρνοντας άγνωστο πόσους ανώνυμους στην πειρατεία και σε άλλους δρόμους της θάλασσας. Στη μουσική παράδοση έχουν μείνει λίγα δείγματα: από τα πιο γνωστά ο Τζέγκας με το αρμενάκι του. Δεν χάθηκε όμως, όπως τίποτα δεν χάνεται οριστικά παρά αφήνει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τα σημάδια του. Στο μοναδικό μπαξέ που συμπήχθηκε στους Κρητικούς του σήμερα έχει απ’ όλα.
Αυτό που είναι όμως εντυπωσιακό είναι ότι αυτό που διατηρήθηκε και διατηρείται ζωντανό και παλλόμενο είναι η αγάπη που εμπνέει αυτός ο τόπος. Μέσα στο βούρκο της γλυκερής ζωής του νεόπλουτου υπάρχει ένα κλωστιδάκι γάργαρο νερό πολιτισμού που κρατά αντισκάρι. Είναι το βουνό που δύσκολα σκαρφαλώνει ο πολιτιστικός οδοστρωτήρας της Δύσης και οι ντόπιοι ρουφιάνοι του που μιλάνε για «ανάπτυξη» και φυλετικές καθαρότητες. Φαίνεται εξάλλου και στη χωροταξία της ανάπτυξης: Τα παράλια αλώθηκαν εύκολα και γρήγορα. Ή ανάποδα: οι επισκέπτες που δεν έρχονται για να καταναλώσουν το πρότυπο «ήλιος, θάλασσα, σεξ, αλκοόλ και ξενυχτάδικα» αναζητούν την Κρήτη στα βουνά.
Είναι ο πολιτισμός που αγαπά τη ζωή, που καλοδέχεται τον ξένο, που αγαπά τη θάλασσα για το καινούργιο που θα φέρει, αυτός που λέει ότι έχω ταυτότητα όσο υπάρχουν οι άλλοι και όχι να εξαφανιστούν οι άλλοι για να σώσω την ταυτότητά μου, πολιτισμός χωρίς φόβο. Το τελευταίο, όμως ήταν το ουσιαστικότερο χαρακτηριστικό των νησιωτικών πολιτισμών (ιδέα που άκουσα και υιοθετώ από τον Μ Μυλωνά). Πιθανότατα λοιπόν ο σημερινός πολιτισμός, παρόλο που φαίνεται βουνίσιος να είναι όντως στην καρδιά νησιώτης που έχει μάθει στα δύσκολα να καταφεύγει στα βουνά.

Χαινεύει τώρα εκεί πάνω μέχρι να έρθουν καλύτερες μέρες...

Γράφει ο Πέτρος Λυμπεράκης