Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στάσεις απέναντι στη γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στάσεις απέναντι στη γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23/4/22

Τα βαρίδι-α και ο Κυρι-άκος

 (Εφημερίδα των συντακτών 22 Απρ. 2022, εδώ με προσθήκες)

[κρα-σιά (κρασχιά) θα είναι καμνιά ρετσίνα ή κοκκινέλι --τα περιωπής θα είναι κρασι-ά (κρασϊά)]

 

* Όταν γράφουμε «μισό φαγωμένο», χωρίζοντας τη σύνθετη λέξη «μισοφαγωμένο» σε δύο, ακόμα και «τα παράθυρο φύλλα» ή «κατά σκοπεύω» κ.ά. –όπως σημείωνα σε πρόσφατη επιφυλλίδα–, είμαστε μπροστά σε μια ενδεχόμενη ορθογραφική αλλαγή, μια τάση ουσιαστικά που μπορεί να οδηγήσει σε ορθογραφική αλλαγή, αλλαγή έτσι κι αλλιώς ήσσονος σημασίας, αν όχι ασήμαντη, όπως πάντα οι ορθογραφικές αλλαγές. Αν όμως η «αποσύνθεση» αυτή περάσει στον προφορικό λόγο, και προφέρουμε τις «δύο» λέξεις χωριστά, σε δύο χρόνους (ανεξάρτητα δηλαδή από εμφατικό τονισμό, όπως π.χ. «πρέπει να ξάναμαζεύω όλα τα δικαιολογητικά και να ξάνατρέχω…», τονίζοντας την πρώτη συλλαβή του α΄ συνθετικού), τότε βρισκόμαστε μπροστά σε μια πιθανή μορφοφωνολογική αλλαγή.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρακολουθούμε μια γλωσσική αλλαγή εν τω γίγνεσθαι, όχι για να την αναχαιτίσουμε, ακόμα κι αν καμιά φορά το θέλουμε, αφού ξέρουμε πως η γλώσσα δεν υπακούει σε εντολές (αντίθετα απ’ ό,τι νομίζουν επιφανείς [αντι]γλωσσολόγοι), όσο γιατί μιλώντας για τη γλώσσα μιλάμε για την κοινωνία, για μας τους ίδιους, την ιδεολογία μας εντέλει, όπως μας έμαθε ο μεγάλος Τάσος Χριστίδης.

Σήμερα θέλω να ασχοληθώ με μια ενδεχόμενη αλλαγή πιο σοβαρή –εάν φυσικά επικρατήσει η σχετική τάση–, αλλαγή στη φωνητική αυτήν τη φορά, αλλαγή με σαφές ιδεολογικό πρόσημο, με ειδικό δηλαδή ιδεολογικό βάρος: την όλο και πιο συχνή παραβίαση της συνίζησης.

* Συνίζηση, χωρίς πολλά πολλά, είναι το παλαιότατο φαινόμενο να συμπροφέρονται σε μία συλλαβή δύο γειτονικά φωνήεντα, αναπτύσσοντας συνήθως ένα ημίφωνο ανάμεσά τους: μιλάμε για τον κύρι-ο (ή κύρϊο), αλλά η μέρα του Κυρί-ου (εδώ βεβαίως ο τόνος καταργεί τη συνίζηση) είναι η Κυ-ρια-κή [= Κυργιακή], το ίδιο και ο Κυ-ριά-κος [Κυργιάκος], που μόνο η Ντόρα, ποιος [πχοιος] άλλος, τον λέει Κυρι-άκο [Κυρϊάκο]. Σαφής η ιδεολογία, λοιπόν, ένας συνειδητός ή ασύνειδος, δεν έχει σημασία, καθαρισμός, μια λογιοφροσύνη που θεωρεί λαϊκές, παρακατιανές, τις συνιζημένες λέξεις.

Είπα: «ποιος [πχοιος] άλλος» για την Ντόρα, και ιδού: ποιος, ποια, ποιο, και πιο [πχοιος, πχοια, πχοιο…], έτσι μονοσύλλαβα προφέρουμε όλοι, αλλά λέμε: το ποι-όν και η ποι-ότητα.

Όλοι οι φαντάροι φυλάνε σκο-πιά [σκοπχιά], και Σκό-πια [Σκόπχια] είναι η πρωτεύουσα της Βόρειας Μακεδονίας, και συνεκδοχικά η ίδια η ακατονόμαστη γειτονική χώρα.

Λέμε ατό-φια, φοράμε κο-λιέ, βάζουμε κρα-γιόν στα χείλη. Τα οποία χείλη τα λέμε και χεί-λια, όπως χί-λια, χι-λιάρικο, χι-λιόμετρο· αλλά συνήθως χιλι-οστός, και χιλι-αστές.

Λέμε κανονικά, ασυνίζητο δηλαδή, λόγω τόνου, Ηλί-ας, αλλά Λιά-κος και Άι-Λιας, όπως τσο-λιάς και τσο-λια-δίστικο.

Καθόμαστε στη λια-κάδα, λια-ζόμαστε στον ή-λιο, μιλούμε όμως για το ηλι-ακό ρολόι και το ηλι-ακό σύστημα, μαζί με το κανονικό ασυνίζητο: ηλί-αση. Τρώμε κο-χλιούς, μύ-δια και στρεί-δια, και βόσκουμε τα γί-δια.

Λέμε το βαρίδι, τα βαρί-δια· το σκουπίδι, τα σκουπί-δια, το στασίδι, τα στασί-δια· αλλά το σφαιρίδι-ο, τα σφαιρίδι-α. Κι όμως, συχνά ακούμε τα βαρίδι-α, δύο φορές το είπε πα-λιά σε μια ομιλία του ο τότε αρχηγός της ΝΔ Αντώνης Σαμαράς, κι έτσι οδηγηθήκαμε και στο βαρίδι-ο: αυτή κι αν είναι αλλαγή-καραμπόλα ή ντόμινο. Το ίδιο και τα στασίδι-α, που υπονοούν πως ο ενικός είναι: στασίδι-ο. Σκουπίδι-α και σκουπίδι-ο δεν έτυχε ν’ ακούσω, μα δεν φαντάζομαι ν’ αργήσω.

Λέμε και μία και μια, και καμί-α και κα-μιά, με σημασιολογική κατά κανόνα διαφορά (χωρίς βεβαίως να γράφουμε το ανύπαρκτο και κωμικό «’νια», από το μια-μνια, ενός μεταφραστή!).

Παίρνουμε άδει-α το καλοκαίρι, αλλά η τσέπη μας είναι ά-δεια, α-δειανή.

«Τώρα βάζουμε τα σπαράγγι-α», λέει ο τηλεμάγειρας, ενώ συνάδελφός του απευθύνεται στα «κορίτσι-α».

Λέμε Κά-τια, Ά-ντεια και Νά-ντια. Κι όμως, άκουσα τελευταία την παρουσιάστρια ενός τηλεπαιχνιδιού («τηλέ παιχνιδιού»;) να απευθύνεται σε μια παίκτρια με το Νάντι-α και πάλι Νάντι-α: το ξάφνιασμα ολοκληρώθηκε όταν η ίδια η παίκτρια είπε το όνομά της Νάντι-α· ευτυχώς η ανιψιά μου παραμένει σταθερά Νά-ντια. Η ίδια παρουσιάστρια επέμενε σε κάποιον παίκτη (ή παίκτρια;): «Θέλω να βι-αστείς πιο πολύ» (αφού βεβαίως άλλο το βιά-ζω κάποιον, τον ζορίζω, και το βιά-ζομαι να φύγω, κι άλλο, αλίμονο, το βι-άζω κάποιον/α ή βι-άζομαι). Αξίζει να σημειωθεί, για την έκταση της αλλαγής, πως η συγκεκριμένη παρουσιάστρια είναι μια μάλλον αυθόρμητη λαϊκή νεαρή γυναίκα, χωρίς γλωσσικές ιδεοληψίες κτλ.

* Για να τελειώνουμε, για να συνειδητοποιήσουμε την έκταση αυτού του φαινομένου, λέμε νιά-τα, ζά-ρια, ψά-ρια, μα-λλιά κουβά-ρια, καρά-βια, πά-πια, κουκουνά-ρια, κατά-ντια, κεσά-τια, μά-τια, μα-τιά-ζω, γυα-λιά –δεν έχουν μετρημό. Σαν πόσα θα αναθεωρήσουμε;

Εννοείται πως ο φυσικός ομιλητής –και εδώ– μιλάει έτσι αυθόρμητα, ενστικτωδώς, από μόνος του, από φυσικού του, χωρίς να ξέρει πώς το λένε το φαινόμενο, συνίζηση ή πορτοκάλι, χωρίς να ξέρει θεωρίες και κανόνες –χωρίς να ξέρει καν ότι υπάρχουν θεωρίες και κανόνες, όπως συμβαίνει πάντα με τον φυσικό ομιλητή σε κάθε γλώσσα. Είναι ο αυτοματισμός της γλώσσας, εν προκειμένω οι λεγόμενες αρθρωτικές συνήθειες, που τις αποκτά αυθόρμητα και αβίαστα από παιδί, μαθαίνοντας τη γλώσσα στο φυσικό του περιβάλλον.

Υπάρχει και «αφύσικος» ομιλητής, θα πείτε; Μισοαστεία μισοσοβαρά, θα πω πως ναι. Για την ακρίβεια, υπάρχει ο ομιλητής που επηρεάζεται, άμεσα ή έμμεσα, από τις πλείστες όσες απόψεις για ένδεια, συρρίκνωση, εκφυλισμό, έως και θάνατο, της γλώσσας (κι αυτά, σημειωτέον, πανομοιότυπα από αρχαιοτάτων χρόνων!), για κατώτερη γλώσσα σε σχέση με τη γλώσσα-πρότυπο, την αρχαία, κ.ο.κ. Έτσι, και αφού έχει εσωτερικεύσει αυτή την απαξίωση, την υποτίμηση, της σύγχρονης κατά κανόνα γλώσσας, αναζητεί, συνειδητά ή ασύνειδα, ακολουθεί, μιμείται, ή και προσαρμόζει και δημιουργεί, τον «σωστότερο», τον «ευπρεπέστερο», δηλαδή τον λογιότερο τύπο, τον σπανιότερο, τον πιο εξεζητημένο, τον «ποιοτικότερο» και «απαιτητικό», όπως νομίζει, σύμφωνα με όλο και νεότερες ταξινομήσεις αντιεπιστημονικών εντέλει, και σίγουρα αντιγλωσσολογικών, κύκλων.

Τα αποτελέσματα τέτοιων τάσεων και εγχειρημάτων, προφανή· και κατά κανόνα, στο θέμα μας ιδίως, κωμικά. Μένει να δούμε αν, πού ή ώς πού θα φτάσει η συγκεκριμένη τώρα τάση, και αν θα έχουμε εντέλει κάποια αλλαγή, όπου το νυν αφύσικο θα γίνει φυσικό και νόμιμο για τους επόμενους –κατά τα γνωστά.

* Για την ώρα, συντελεσμένη μοιάζει η αλλαγή π.χ. στη βάρ-δια: βάρδι-α και βάρδι-ες ακούμε κατά κανόνα, αν όχι πάντα, από τους ίδιους τους εργαζόμενους, ίσως γιατί έχουμε εδώ και το δυσπρόφερτο -ρδγ- [οι βά-ρδγιες].

Το ίδιο και ή έ-γνοια, η φροντίδα, που από παλιά συγχέεται, διόλου τυχαία πιστεύω, με βάση όσα είπαμε παραπάνω, με την έννοι-α, λέξεις με μεγάλη σημασιολογική διαφορά: «ο κλιματισμός είναι δική μας έννοι-α» γράφει και λέει μια διαφήμιση.

Αρκεί όμως τόσο. Καλή η ψαρι-ά μας –ή καλά κρασι-ά!

Καλό Πάσχα.

buzz it!

10/4/22

Το ξύλο φόρτωμα του καθ’ ηγητή

 (Εφημερίδα των συντακτών 9 Απρ. 2022)

* Εν αρχή ην το ενωτικό, ένα χωριστικό ενωτικό, όπως το είχα ονομάσει, που χώριζε λέξεις σύνθετες με μακρά ιστορία και όχι ευκαιριακές κατασκευές: π.χ. «σοσιαλ-δημοκρατία». Πάνε δεκαπέντε χρόνια, είχα μάλιστα καταγράψει, διόλου συστηματικά, κοντά 200 λέξεις, που δεν ήταν βέβαια εκείνης της στιγμής, είχαν κι αυτές κάποια ζωή πίσω τους: δεν ήταν δηλαδή λίγος συνολικά ο χρόνος, είχαμε μια σχετικά σταθερή τάση, ούτε όμως και πολύς, στην ιστορία μιας γλώσσας, ώστε να μιλούμε για ενδεχόμενη αλλαγή –ορθογραφική έτσι κι αλλιώς.

Είχαμε λοιπόν: ακρο-δεξιός λόγος, αντι-φρονούντες, αντι-λαϊκά μέτρα, παν-ανθρώπινος, ενδο-κομματικός, αλληλο-σεβασμός, ηλεκτρο-σόκ·

λέξεις καθημερινές, λαϊκές: κουτσο-πίνω, παλιο-σκύλα, παρα-είναι, κακο-συνηθίζω, χαφιεδό-τσουρμο, στρογγυλο-καθισμένος·

λέξεις που δεν υπήρχαν χωριστά: χαζο-παίχνιδο, ρακο-κάζανο, αγριο-κάτσικο, ετσι-θελισμός, αλαφρο-ίσκιωτος, αφού ούτε «παίχνιδο» ούτε «κάζανο» ούτε «κάτσικο» ούτε «θελισμός» ούτε «ίσκιωτος».

Τότε τι; Απλή παρανόηση καταρχήν, επίδραση από ξένες γλώσσες, μα πιο πολύ, πιστεύω, ένα ασύνειδο καθαριστικό πνεύμα, σε εποχή λογιότροπη, που τακτοποιεί τα πάντα στη θέση τους, μη μολυνθούν στον συγχρωτισμό τους, μη μολυνθεί η γλώσσα εντέλει:

Έτσι, ξαναστέλνουμε τα ξένα στα ξένα, οπότε γράφουμε με λατινικά στοιχεία λέξεις κοινόχρηστες, παλαιότατα δάνεια: mini καύσωνας, φωτογραφικό album, γενναίο prim των παικτών, ακριβά accessoires, τον κυρίευσε το stress·

τα αρχαία στα αρχαία: του Πάριδος, της Αρτέμιδος, της Αλκήστιδος, του Αδώνιδος (μετά συγχωρήσεως), της Κλειούς (αλλά και της Γωγούς και της Ζωζούς!)·

χωρίζουμε παλαιά σύνθετα ή όσα νομίζουμε σύνθετα: «άλλως τε», «με μιας», «κι όλας», «δι ο», «εξ απίνης»· αλλά και, σπανιότερα, είν’ η αλήθεια: «κατ’ επείγον», «κατ’ όπιν» κ.ά.

Τα υπόλοιπα τα ανέλαβε το ενωτικό, το χωριστικό ενωτικό.

Η ελληνική, ξανάγραφα, έχει την ευκολία να δημιουργεί σύνθετα (όχι σαν τη γερμανική βεβαίως), να λέει π.χ. μονόδρομος αντί one way road, να λέει πηγαινοέρχομαι, ανεβοκατεβαίνω, ξαναλέω. Θαρρείς και το μετανιώσαμε…

* Αυτή όμως ήταν η πρώτη πράξη. Η συνέχεια, εντυπωσιακή καθαυτή, υπήρξε ίσως αναπόφευκτη. Εξαφανίστηκε το ενωτικό, και οι σύνθετες λέξεις γράφονται χωρισμένες στα δύο. Βρισκόμαστε πάντα μέσα στα όρια μιας ορθογραφικής αλλαγής, με μία ίσως εξαίρεση: τη χρήση, τη θέση της λέξης «ξανά». Που αυτονομήθηκε, και πια τη συνηθίσαμε χωριστά, επηρεασμένοι και εδώ από τα αγγλικά: «δεν θα πάμε ξανά ποτέ», αντί «δεν θα ξαναπάμε ποτέ»· «μην πεις ξανά αυτήν τη λέξη», αντί «μην ξαναπείς αυτήν τη λέξη». Φυσικά και δεν είναι λάθος, φυσικά και υπήρχαν πάντοτε και οι δύο εναλλακτικοί τρόποι, όμως το σύνθετο είναι πλέον όλο και πιο σπάνιο. Και τότε, κατά τη νέα τάση, γράφεται χωριστά: «δεν θα ξανά πάμε…», «μην ξανά πεις…» κτλ.

Το διόλου μυστικό είναι ότι στην τάση αυτή σημαντικό ρόλο παίζει το «έξυπνο πληκτρολόγιο» στα κινητά τηλέφωνα, όπου πληκτρολογείς: αγ-, και σου προτείνει: αγάπη, αγορά κτλ. Έτσι, πληκτρολογείς: ξαναπή-, και σου προτείνει: ξανά πήγα. Λίγο από νωχέλεια, περισσότερο από την πεποίθηση ότι αυτό θα είναι το σωστό, προάγεται η χωριστή γραφή.

Ενδεικτικά παραδείγματα (με τονισμένες άλλοτε και τις δύο λέξεις, άλλοτε τη δεύτερη): οι κλαρίνο γαμπροί· βρε παλιό σειρά· άσε τον παλιό κόσμο να λέει· παλιο χαρακτήρας· διπλό βάρδιες· ο από βιώσας· αμάν, ο τρελό καιρός· η καρά μπογιά· η απεργό σπαστική δραστηριότητα· χαμηλό συνταξιούχοι· το κέντρο δεξιό κόμμα· δεν πολύ κάπνιζε· τα παράθυρο φύλλα· με κατά σκοπεύει· ήμουν ψιλό down· το ίσο κράτημα στη βυζαντινή μουσική· αντί ισταμινική ένωση· να μην ξανά προδοθεί η αριστερά· δουλεύει παρά ’κει· η ψεύτο κανονικότητα.

Ορθογραφική αλλαγή, και πάλι. Μήπως ωστόσο το πανίσχυρο οπτικό πρότυπο (εξού και η κλασική σύγχυση γραφής και γλώσσας, οι σφοδρές αντιστάσεις στην παραμικρή ορθογραφική αλλαγή, την ίδια στιγμή που γεροί ξενισμοί, που σχετίζονται ακριβώς με τη δομή της γλώσσας, την καθαυτό γλώσσα, υιοθετούνται ταχύτατα και αθόρυβα), μήπως λέω αυτό το γραπτό τοτέμ υποβάλει κάποια στιγμή και διαφορετικό επιτονισμό πρώτα πρώτα; Μπορεί τάχα να προοιωνίζεται κάποια μικροαλλαγή;

«Όταν ψιλό στριμώχτηκε» είπε για τον Χατζηδάκη ο παρουσιαστής μιας εκπομπής, με ελαφρότατη παύση ανάμεσα στις δύο λέξεις· «σαν ένα μισό φαγωμένο κομμάτι σπανακόπιτα» είπε σε λίγο ο συμπαρουσιαστής, με καθαρότερη εδώ την παύση! Αναζήτησα την εκπομπή στο διαδίκτυο, την άκουσα και την ξανάκουσα, να βεβαιωθώ γι’ αυτό το αξιοπερίεργο.

Σύμπτωση, αυτές τις μέρες τηλεφωνάει στην ίδια εκπομπή μια ακροάτρια, εξοργισμένη με τους πολιτικούς: «να γκρεμό τσακιστούνε» φωνάζει, τονίζοντας εντονότατα την πρώτη λέξη, τόσο που το σχολίαζαν έπειτα ξαφνιασμένοι οι ίδιοι παρουσιαστές.

Τα παιχνίδια της γλώσσας και πάλι, μας αρέσουν – δεν μας αρέσουν.

 

ΥΓ.Το «ξύλο φόρτωμα» του τίτλου είναι από το επεισόδιο με τον καθηγητή στην ΑΣΟΕΕ. Το «καθ’ ηγητή» είναι δική μου συνδρομή στη νέα μόδα. Ή μήπως «καθ ηγητή»; Καλύ τερα;

buzz it!

13/2/22

Μια φορά κι έναν καιρό… ένας Γιανναράς… (β’)

 (Εφημερίδα των συντακτών 12 Φεβρ. 2022)

* Επιστημονική νομιμοποίηση το πολυτονικό δεν έχει, όπως είδαμε στην προηγούμενη επιφυλλίδα, το διαβεβαιώνουν όλες οι γλωσσολογικές σχολές, προοδευτικές και συντηρητικές· μένουν μόνο οι ακροδεξιές παρασχολές, το Τσαρλατανείο του Άδωνη, κτλ. Που εννοούν να αρνούνται την από αιώνων (από τους ελληνιστικούς χρόνους!) ισοχρονία, όταν δηλαδή έπαψαν να προφέρονται μακρά και βραχέα, άρνηση που στη γλωσσική επιστήμη και την ίδια την Ιστορία ισούται με θεωρίες περί επίπεδης γης. Κι όμως, αυτή η σύγχυση, η σύγχυση ανάμεσα στη διαφορετική κατά περίπτωση εκφορά της ίδιας λέξης ή φράσης (ο επιτονισμός) και στην αρχαία προσωδία, τα μακρά και τα βραχέα (το φιάσκο του Σαββόπουλου, για όσους θυμούνται), οδηγεί σκηνοθέτες και σκηνοθέτριες να διδάσκουν τάχα διαφορετική εκφορά του -ο από το -ω, συνθέτες να «περισπούν» τη μουσική τους, όταν η λέξη περισπάται κ.ο.κ. Υπάρχουν φυσικά και όσοι διεκδικούν συναισθηματικούς δεσμούς με το πολυτονικό, θεωρώντας πως υπερασπίζουν κάποια συνέχεια και παράδοση, την οποία όμως έτσι αντιλαμβάνονται κομμένη σε φέτες, κατά το δοκούν.

Άλλη τεράστια σύγχυση είναι η ταύτιση της γλώσσας (σημασιολογία, φωνολογία, μορφολογία, δομή και τυπικό γενικότερα) με τη γραφή, την καθαρή σύμβαση, το «είδωλο του λόγου», όπως μας λέει από παλιά ο Πλάτωνας.

Θύμα και έπειτα προαγωγός και των δύο αυτών κρίσιμων συγχύσεων ο κ. Γιανναράς, ταυτισμένος με τις παρασχολές και τις απόψεις τους, περιφέρει έναν ανεπιστημονικό και ανιστορικό λόγο κοντά 40 χρόνια, άλλοτε προφητεύοντας κι άλλοτε πιστοποιώντας τη χρεοκοπία, τον θάνατο του έθνους, της γλώσσας, του ελληνισμού.

* Έναρξη της θλιβερής παράστασης, με το πιστοποιητικό θανάτου: «Finis Graeciae», όπως τιτλοφορεί ένα άρθρο του (Το Βήμα 6.7.1986): όπου δηλαδή δεν προείκαζε απλώς το τέλος παρά διαβεβαίωνε ρητά πως έχει ήδη επέλθει –και παραταύτα εξακολούθησε ο ίδιος να απευθύνεται σε ανύπαρκτους αναγνώστες ανύπαρκτου πλέον έθνους. Και δεν περιορίστηκε στο άρθρο αυτό, παρά έδωσε τον «ευρηματικό» του τίτλο σε συλλογή άρθρων του το 1987, ενώ το ίδιο άρθρο το αναδημοσίευε έκτοτε σε διαφορετικές συλλογές κειμένων του, με τελευταία που έχω υπόψη μου το Ανθολόγημα τεχνημάτων, β΄ έκδ., Καστανιώτης, 1991 (αντιγράφω πια από παλιά μου άρθρα, ώσπου να γράψει κάτι καινούριο και ο κ. Γιανναράς).

Το 1999, περίπου 15 χρόνια από το πρώτο Finis Graeciae, ο κ. Γιανναράς διαπίστωσε πως εξακολουθεί να έχει ακροατήριο, να διδάσκει όχι σε κρυφό σχολειό αλλά σε κεντρικό πανεπιστήμιο, που μάλιστα του είχε εμπιστευτεί (άλλη μεγάλη ιστορία) την έδρα της φιλοσοφίας, να αρθρογραφεί όχι σε σαμιζ¬ντάτ ή σε περιθωριακό έντυπο αλλά σε έγκριτη τότε εφημερίδα, πλάι σε συνεργάτες δόκιμους χειριστές της ίδιας γλώσσας, κι άρα δεν ένιωθε τόση μοναξιά, ούτε πια πίστευε πως αποτελεί εξαίρεση ή πως ανήκει σε κάποια ολιγομελή αίρεση, και πρόσθεσε ένα ερωτηματικό: «Απέσβετο και λάλον ύδωρ;» (Καθημερινή, απ’ όπου πια όλες οι παραπομπές, 3.10.99).

Μπα, το περιεχόμενο ήταν πάλι εσχατολογικό. Εξού και η πρόταση: «Τίμια λύση θα ήταν να θεσπίσουμε ως επίσημη γλώσσα του κράτους μας τα αγγλικά. [...] Με τα αγγλικά θα γίνουμε μια συνεπής Σιγκαπούρη, αφού αυτό θέλουμε και δεν το μολογάμε 170 χρόνια τώρα» (από την ίδρυση δηλαδή του ελληνικού κράτους!).

* Αθλιότητες! Η μία μετά την άλλη… Από τις θλιβερές ιερεμιάδες του κ. Γιανναρά εξαφανίζεται το όνομα της νεκρής πια Ελλάδας, άρα και των Ελλήνων, και έχουμε: «θλιβερό» ή «φαιδρό» «ελλαδικό κρατίδιο», «Ελλαδέξ», «Ελλαδιστάν», έτσι ρατσιστικά (όπως πρόσφατα με τους κωφούς!), «φαιδρό Ελλαδέξ», «ελληνώνυμο κρατίδιο του βαλκανικού Νότου», «τρισάθλιο κρατίδιο των Eλληνωνύμων» κ.ά.

Έλα όμως που δεν συμφέρει να ’ναι πεθαμένο το γελοίο κρατίδιο. Τι ρόλο θα ’χε τότε ο προφητάναξ; Εκπτώσεις λοιπόν. Δεν πέθανε τελείως, λίγο μόνο· ψυχορραγεί. Υπάρχει ελπίδα να σωθεί; «“Μαγιά” μόνο η γλώσσα» (17.1.16). Κι έπειτα: «Δύσκολες μέρες έρχονται για τον Ελληνισμό (τον όποιο απομένει), πιο δύσκολες και από αυτές του 1922 ή και του 1453»! Κι αυτά λίγον καιρό αφότου ο ίδιος αποφαινόταν πως «η γκαγκστερική επιβολή του μονοτονικού» υπήρξε καταστροφή «ολεθριότερη» κι από τη Μικρασιατική (23.11.14). Και προτείνει, έσχατη ελπίδα σωτηρίας, να σχηματιστεί μια «ανεξάρτητη αρχή γλωσσικής προστασίας».

«Μέσα σε πενήντα χρόνια» μετράει στο τεφτέρι του ο Διδάσκαλος «οι Έλληνες ξεριζώθηκαν μεθοδικά από τη συνέχεια της γλώσσας τους, από την κοινή σάρκα και κοινωνούμενη πράξη του αυτοκαθορισμού τους, της ετερότητάς τους. Αυτή η απώλεια φαίνεται πως πρέπει να μετρηθεί και με εδαφική συρρίκνωση. Το ιστορικό τέλος ιστορικών λαών πάντοτε εντοπίζεται και χαρτογραφικά» (27.9.09). Πάλι στην εναγώνια αναμονή. Ή μήπως στα ξεκαρδιστικά γέλια πλέον;

Και δεν υπάρχει τελειωμός: «Πότε τελειώνει ιστορικά ένας λαός που σημάδεψε με την παρουσία του την πορεία της ανθρωπότητας; Προφανώς, όταν πάψει να παράγει ή να συντηρεί καινοτόμο ιδιαιτερότητα»! Και η κατακλείδα: «Σε κάθε παραμικρή πτυχή του το σημερινό ελληνώνυμο κρατίδιο είναι μια ύβρις της ελληνικότητας» (19.7.09)!

Άλλη όμως η ύβρις, κύριε Γιανναρά. Ύβρις της ηθικής, του επιστημονικού και όχι μόνο ήθους, της κοινής λογικής επιτέλους.

buzz it!

6/2/22

Μια φορά κι έναν καιρό… ένας Γιανναράς… (α΄)

 (Εφημερίδα των συντακτών 5 Φεβρ. 2022)

* «Σαράντα χρόνια μονοτονικό» ολοφύρεται ο Χρήστος Γιανναράς, σε τελευταία του επιφυλλίδα (Καθημερινή 23.1.22). Παλιά του τέχνη κόσκινο, δεν θ’ άλλαζε τώρα, δεν του το επιτρέπει ο πληγωμένος ναρκισσισμός του πρώτα πρώτα, έτσι που επιμένει να τον διαψεύδει η πραγματικότητα. Και λέω η πραγματικότητα, γιατί επιστήμη και ιστορία, επιστημονική και ιστορική αλήθεια είναι έννοιες άγνωστες στον κ. Γιανναρά.

Σταθερό λαϊτμοτίβ των ιερεμιάδων του, ο θάνατος της γλώσσας, και δι’ αυτού ο θάνατος, το τέλος του ελληνισμού. Θα σταθώ όμως πρώτα σ’ αυτά που γράφει για το τονικό θέμα, το οποίο απασχολεί και καλοπροαίρετους ανθρώπους.

Σταχυολογώ απ’ την επιφυλλίδα του: «επιβολή του μονοτονικού», πραξικοπηματική ψήφιση από μια χούφτα βουλευτές, «με την αντιπολίτευση να έχει αποχωρήσει από τη Βουλή σε φυγομαχία ασύγγνωστη», ένα «θέμα που έκρινε τη συνέχεια ή την άρνηση συνέχειας χιλιάδων χρόνων ιστορίας του Ελληνισμού», «ιστορικό έγκλημα», «στίγμα ντροπής για τον Ελληνισμό και την ιστορία του», «αυθαίρετο πραξικόπημα, για την ιστορική συνέχεια και τη συνείδηση διαχρονικής ενότητας του Ελληνισμού», απορίας άξιο «που το μονοτονικό στην Ελλάδα δεν προκάλεσε οδυνηρό εμφύλιο. Ωσάν κάποια Ανώτατη Αρχή, υπερκομματική, να επέβαλε σιωπηρά την έσχατης δουλοπρέπειας χρησιμοθηρική ομοφροσύνη στους Ελληνώνυμους», «ανήκεστη πολιτισμική καταστροφή», «αποκοπή της ελληνικής γραφής από την οργανική, ζωντανή της συνέχεια τριών χιλιάδων (τουλάχιστον) χρόνων», «ανήκεστο έγκλημα» «στο Ελλαδιστάν», «γλωσσική σχιζοείδεια», «με τη μονοτονική γραφή τελειώνει ιστορικά ο Ελληνισμός».

* Δυο λόγια για την επιβολή: «Δε λέγεται επιβολή η δικαίωση τόσων πνευματικών ανθρώπων: “επετειακά”, του Νικολάου Φαρδύ, ο οποίος έγραψε στα 1884 την Περι ατονου και απνευματιστου γραφης της ελληνικης γλωσσης Διατριβη του (για να μην πάμε πολύ πιο πίσω με τους Χριστόπουλο και Βηλαρά)· του μεγάλου γλωσσολόγου Γεωργίου Ν. Χατζιδάκι, ο οποίος από 75 χρόνια τώρα συνηγόρησε για την κατάργηση τόνων και πνευμάτων· του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, ο οποίος για μισόν αιώνα δεν έπαψε να ζητάει το μονοτονικό [...]· του Ι. Θ. Κακριδή, που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι απολύθηκε [...] από καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών επειδή έγραφε με το μονοτονικό σύστημα· του Ελισαίου Γιανίδη, του Χρ. Χρηστίδη και τόσων άλλων…» (Βασίλειος Δ. Φόρης, «Μονοτονικό και πολυτονικό», εφημ. Ο Χρόνος της Κοζάνης, 1.10.1984· τώρα στα Γλωσσολογικά μελετήματα, ΙΝΣ, Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη, 2003, σ. 122). Κι είναι ακόμα: Λίνος Πολίτης, Εμμ. Κριαράς, Χρ. Τσολάκης, Δ. Τομπαΐδης, Δ. Ν. Μαρωνίτης, Α.-Φ. Χριστίδης, Δ. Λυπουρλής, Ευ. Πετρούνιας, Φάνης I. Κακριδής κ.ά., για να μείνω στους κεκοιμημένους.

Αυτά, γιατί βασικό «επιχείρημα» των πολυτονιστών είναι ακριβώς η πραξικοπηματική ψήφιση, τάχα εν αιθρία, ενός θέματος που το είδε όραμα στον ύπνο του εν έτει 1982 ο τότε υπουργός παιδείας Βερυβάκης. Αρέσει λοιπόν, δεν αρέσει, καθιέρωση εν αιθρία δεν λέγεται για θέμα που έχει πίσω του έναν ολόκληρο αιώνα έρευνα, διεκδίκηση και αγώνες. (Για το ότι δεν ψηφίστηκε περίπου λάθρα μετά τα μεσάνυχτα, με φευγάτη ή και αντίθετη, όπως λένε άλλοι, την αντιπολίτευση κτλ., για όλα αυτά τα ήσσονος πλέον σημασίας, ο Ν. Σαραντάκος έχει ξεσκονίσει τα πρακτικά της επίμαχης συνεδρίας, καταγράφοντας και τη ρητά δηλωμένη συμφωνία των άλλων κομμάτων: Γλώσσα μετ’ εμποδίων, Εκδ. του Εικοστού Πρώτου, 2007, σ. 266 κ.ε., 274 κ.ε.)

* Προσπερνούμε τα παιδαριώδη για την «αποκοπή της ελληνικής γραφής από την οργανική, ζωντανή της συνέχεια τριών χιλιάδων (τουλάχιστον) χρόνων», γιατί εδώ τον κ. Γιανναρά τον εγκατέλειψε η αριθμητική του σε σχέση με τα χρόνια που μετρούν οι τόνοι και τα πνεύματα, και ακούμε λίγο τον Γ. Ν. Χατζιδάκι, τον πατέρα της γλωσσολογίας στην Ελλάδα (αλλά και πολέμιο του δημοτικισμού!, έχει ιδιαίτερη σημασία εδώ):

«…θαρρούντως διισχυριζόμεθα ότι, αφού κατά τον δεύτερον μ.Χ. αιώνα και εν αυτή τη Αττική [...] τα μακρά και βραχέα φωνήεντα εξισώθησαν εν τη προφορά, ουδέν σημαίνει ως προς την ιστορίαν των τύπων και της γλώσσης η ορθογραφία τύπου τινός [...] διά περισπωμένης ή οξείας κλπ.» (Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά, 1, 1905, σ. 205· παραθέτει ο Φόρης, όπ. παρ., σ. 125 κ.ε.).

Αλλά επίσης: Η εφαρμογή του μονοτονικού «είναι ένα θέμα καθαρώς τεχνικό και όχι ουσίας. Δεν έχει καμιά σχέση με τη δομή της γλώσσας, δηλαδή με το λεξιλόγιο, τη σύνταξη, τη φωνολογία και τη μορφολογία. Γι’ αυτόν το λόγο δεν βλέπω να προξενεί η εφαρμογή του μονοτονικού στη γλώσσα κινδύνους φθοράς ή εκφυλισμού. Μια τονική απλοποίηση ποτέ δεν φέρνει τέτοιους κινδύνους…» Μπαμπινιώτης τώρα (συνέντευξη στον Βασίλη Αγγελικόπουλο, Μεσημβρινή 15.12.1981)! Και ξανά: «ορθή κι επιβεβλημένη, επιστημονικά και πρακτικά, η καθιέρωση του Μονοτονικού Συστήματος…» («Δασειδαιμονίες», Καθημερινή 24-25.1.1982).

Γιατί, μετά τον Μπαμπινιώτη, είναι ο Πλεύρης πατήρ, είναι ο Άδωνης, είναι το Τσαρλατανείο Ελληνική Αγωγή. Εννοώ ότι, έπειτα και από τον κατεξοχήν συντηρητικό Μπαμπινιώτη, που ακόμα κι αυτός δεν στηρίζει επιστημονικά το πολυτονικό, μόνοι υπέρμαχοι με «επιστημονικά» «επιχειρήματα» του πολυτονικού είναι ο Πλεύρης, ο Άδωνης και άλλοι της αυτής περιωπής (προσοχή, δεν μιλάμε για όσους επιμένουν πολυτονικά για συναισθηματικούς λ.χ., αισθητικούς ή όποιους άλλους λόγους). Μαζί εδώ και ο κ. Γιανναράς, που μας έδωσε και την αφορμή.

Μένει το βασικότερο, ο λόγος για τον θάνατο του ελληνισμού, ο λόγος πια για το επιστημονικό ήθος του κ. Γιανναρά: θα συνεχίσουμε.

buzz it!

29/1/22

Η πάντα ανθηρή γλώσσα

 (Εφημερίδα των συντακτών 29 Ιαν. 2022)

(δρόμοι "απροσπέραστοι", πώς να μη "χαώνεσαι"...)

 

* «Μετά τα πρόσφατα αποντροπιαστικά γεγονότα…», τον βιασμό της κοπέλας στη Θεσσαλονίκη το βράδυ της Πρωτοχρονιάς, «το κατάστημα Μπάρμπα Τηλέμαχος σουβλακερί» δηλώνει ότι αναζητεί «νέο προμηθευτή αναψυκτικών», αφού οι φερόμενοι ως βιαστές αδελφοί Λεβέντη είναι γόνοι της μεγάλης επιχειρηματικής οικογένειας που πρακτορεύει ή δεν ξέρω τι ακριβώς την κόκα κόλα.

«Λυπούμαστε για την απομάκρυνση του αγαπημένου σε όλους αναψυκτικού αλλά η Γεωργία είναι κόρη όλων μας…» συνέχιζε η σχετική ανακοίνωση, με τον λογότυπο του σουβλατζίδικου κι ένα σκίτσο της Γεωργίας. Η ανακοίνωση κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο, δεν ξέρω αν ευρέως ή όχι, κι εγώ στάθηκα στο «λάθος» «αποντροπιαστικά», αντί βεβαίως για «αποτροπιαστικά».

Αυτό όμως το λάθος, που σίγουρα θα προκαλούσε ένα μίνι ρεσιτάλ απελπισμένων αναστεναγμών, ανασηκώματος φρυδιών και νευρικού πια πεταρίσματος των βλεφάρων της Βίκυς Φλέσσα, είναι ένα ιδιαίτερα εκφραστικό λάθος, με εμφανή τη λογική που το δημιούργησε.

Πρώτα πρώτα έχουμε ένα υγιές, πάντως ζωντανό γλωσσικό αίσθημα, σε αντίθεση με τις κλασικές λαθολογικές απόψεις και ιερεμιάδες, που βλέπουν στα λάθη παρακμή, μαρασμό έως θάνατο της γλώσσας. Και αυτό το γλωσσικό αίσθημα αναζητεί μια ερμηνεία σε μια λέξη που δεν είναι καθημερινή, μια λέξη λόγια, αναζητεί μια συγγένεια, για να τη νιώσει αυτήν τη λέξη, να την κάνει δική του!

Και την ιδρύει μόνος του ο χρήστης αυτήν τη συγγένεια: ακούει την οικεία του «ντροπή» μέσα στην αλλιώς άγνωστή του λέξη, που πάντως ξέρει, αισθάνεται πως έχει αρνητική σημασία, και ιδού: το αποτροπιαστικά φωτίστηκε: «αποντροπιαστικά»!

Αυτή είναι η λογική της απόκλισης, του «λάθους», γιατί πάντα υπάρχει λογική πίσω απ' το λάθος· και αυτό είναι το υγιές γλωσσικό αίσθημα, γιατί πάντα υπάρχει γλωσσικό αίσθημα πίσω από κάθε λάθος.

Αυτές είναι οι ωραίες λέξεις, που έχουν για τον ομιλητή, τον χρήστη, ετυμολογική διαφάνεια, που εκφράζουν αυτό που θέλει να πει, και το εκφράζουν άμεσα· οι λέξεις που χωράνε συναίσθημα –που, όταν δεν το βρίσκει ο ομιλητής, το φτιάχνει μόνος του: ασυναίσθητα βεβαίως, κι αυτή είναι η αθώα εδώ παρετυμολογία.

Έτσι και οι «απροσπέραστοι δρόμοι», που είπε στον ρεπόρτερ ένας αγανακτισμένος πολίτης αυτές τις μέρες του χιονιά. Λόγια λέξη και ο «απροσπέλαστος», κι αυτήν την έχει ακούσει ο χρήστης, τα συμφραζόμενα τού δείχνουν τη σημασία της, αλλά άκουσε αυτήν στην οποία αναγνωρίζεται ο ίδιος, το γλωσσικό του αίσθημα, άκουσε το δικό του «σωστό»: «απροσπέραστος», δρόμος που δεν μπορείς να τον περάσεις. Ένα ρο λοιπόν, έτσι τ’ ακούει, είναι σίγουρο, αντί για το μυστήριο, σαν λάθος, λάμδα –και τον πέρασε τον άλλο δρόμο: της γλώσσας, της διαφάνειας, της ουσίας.

* Θαυμαστά παιχνίδια: εκεί που εμείς ακούμε αδιακρίτως «λάθη», λέξεις που μας ξενίζουν, εκεί ακριβώς έχουμε ένα καθαρά δημιουργικό παιχνίδι, που πάλι δηλαδή μαρτυρεί αίσθημα γλωσσικό, καθώς προϋποθέτει γνώση του παραγωγικού μηχανισμού της γλώσσας. Και έτσι έχουμε το ρήμα «διαφανίζει» (το ρούχο), το «αθυροστομείς», τον «ανορίωτο», που δεν έχει όρια, τον «άνιωθο», δηλαδή τον αναίσθητο, ή και τους «γενοκτονημένους προγόνους» μας κ.ά. Ή είναι το νεότερο «χαώνομαι», που το ακούω όλο και πιο συχνά: «χαώθηκα», «τώρα έχω χαωθεί», με τη σημασία προφανώς «μπερδεύομαι», «είμαι σε σύγχυση» –σχεδόν φτυστό αδερφάκι τού «αγχώνομαι».

Το καλυτερότερο όμως (νά κι άλλο τέτοιο, παλαιότερο «λάθος», από τα παιχνίδια της γλώσσας των νέων) είναι το «επ’ ώμου», από το πασίγνωστο στρατιωτικό παράγγελμα: «επ’ ώμου αρμ!».

Το γνωστό slang.gr δίνει ορισμό: «μεταφέρω - κουβαλώ κάτι με το ζόρι ή που είναι πολύ βαρύ», με παράδειγμα: « Άσε τι έπαθα σήμερα. Γύριζα από τη δουλειά με το παπί και έπαθα λάστιχο. – Έλα ρε. Το πήρες επ' ώμου μέχρι το σπίτι δηλαδή». Που όμως μοιάζει απλή μετάφραση: «στον ώμο μου», «το φορτώθηκα στον ώμο».

Πιστεύω πως είναι πιο ενδιαφέρουσα η καθαρά μεταφορική χρήση της διαφανέστατης αυτής φρασούλας: παίρνω κάτι απάνω μου, αναλαμβάνω μια υπόθεση, μια ευθύνη κτλ.

Υπέροχη σκηνή: συζητά η εργαζόμενη μητέρα με την πεθερά της το πρόβλημα του παιδικού σταθμού για το μικρό της· και την ξαφνιάζει: «Θα το έχετε “επώσας”;», δική σας δηλαδή φροντίδα –και δεν ξέρω και πώς να το γράψω αυτό το eposas! Τρόμαξε να καταλάβει η πεθερά, απόρησε κι ο γιος της, ο άντρας της κοπέλας, που παρακολουθούσε: «Τι “επώσας” λες; Τι ’ν’ αυτό;» «Μα…, “επώ μου”, “επώ σας”» ψέλλισε αμήχανα η κοπέλα. Δεν ξέρω αν από πλάκα αρχικά, για πείραγμα, πάντως αργότερα, μου έλεγε η μητέρα, τους άκουσε να το χρησιμοποιούν κανονικά στην κουβέντα τους: «Επώ σου, δεν είχαμε πει;» κ.ο.κ.

Αλλά κι ένας νεαρός φίλος–για να μείνουμε στην πιο «ορθόδοξη» αλλά πάντως μεταφορική χρήση– μου έλεγε που έτρεξε να βοηθήσει έναν συμπαίκτη του σε μια φιλονικία: «πήγα και το πήρα επ’ ώμου».

Ευφρόσυνα παιχνίδια της γλώσσας!

buzz it!

11/12/21

Επιδημία πανδημιών

 (Εφημερίδα των συντακτών 11 Δεκ. 2021)

("εσκοροδισμένος" κουτοκόκορας)

 

* Αφοί Λιγνάδη Α.Ε. = Άνευ Ευθύνης. Για όσα παραπέμπεται εντέλει σε δίκη ο Δημήτρης Λιγνάδης δεν μπορώ να έχω άποψη. Έχω όμως για το όλο σκηνικό, τη στάση τη δική του, των Προστάτιδων Δυνάμεων και του Δικηγόρου στην υπόθεση.

Μέσα σ’ αυτό το ιλαρό από μιαν άποψη πλην άκρως προκλητικό θεατρικό δρώμενο, έγραφα, όταν άρχισε η παράσταση, για την «απόλυτη ενοχή» του Λιγνάδη, την ανάθεση της υπεράσπισής του στον Κούγια· για το ότι δηλαδή ο πρωταγωνιστής και σκηνοθέτης και στο συγκεκριμένο δρώμενο μας επέβαλε συνσκηνοθέτη, αν όχι υπερσκηνοθέτη, τον Κούγια. Που με μια τέτοια υπόθεση-πρώτο λαχείο ξεπέρασε τον εαυτό του από την πρώτη κιόλας μέρα, κι ένας Θεός ξέρει τώρα τι υπερπαραγωγή μας ετοιμάζει για τις μέρες της δίκης.

Δεν ήταν όμως μόνο ο Κούγιας, αλλά και ο αδερφός Λιγνάδης, που βγήκε κι αυτός, μοιραία θα ’λεγε κανείς, στη σκηνή. Και λούζεται τώρα κι αυτός στα φώτα της δημοσιότητας, δίνοντας τροφή στα άλλο που δεν θέλαν ΜΜΕ, με παρεμβάσεις, κείμενα και συνεντεύξεις, μέσα στα οποία η ιερή αναμφισβήτητα αδερφική αγάπη ανοίγει διάπλατα ένα απύλωτο στόμα, όπου αμετροέπεια, αλαζονεία, ιταμότητα και γλωσσική επιδειξιομανία φιλοτεχνούν άλλον έναν πρωταγωνιστικό ρόλο.

«Εγώ σε χρόνο νηφάλιο θα βγω σε εφημερίδες και κανάλια και θα πω αυτά που πρέπει να πω. Όχι τώρα όμως. Νομίζω οι έχοντες ορθό λόγο καταλαβαίνουν πολύ καλά, όσοι ξέρουν να διαβάζουν κάτω από τις γραμμές –που λένε– ξέρουν πολύ καλά τι είδους υπόθεση είναι αυτή. Οι ανορθόλογοι κατασπαράζουν» είχε πει στην έναρξη κι αυτός.

* Επέστη φαίνεται ο «νηφάλιος χρόνος» (!) και ελάλησε και είπε. Αφορμή, κάποια συνέντευξη του Σωτήρη Χατζάκη, που δεν θα μας απασχολήσει εδώ, όπως δεν θα μας απασχολήσει και η απάντηση του αδερφού Λιγνάδη επί της ουσίας. Άλλα προέχει να δούμε.

Γράφει λοιπόν ο αδερφός για τον Χατζάκη, που εμφανίστηκε σε εκπομπή της Φαίης Σκορδά (θαυμαστικά, διπλά εισαγωγικά και έντονα στοιχεία, όλα δικά του): «εμφανίστηκε και δεύτερη φορά (!), δια ζώσης, στον ίδιο πρωινάδικο “ορνιθώνα” (!), για να λιθοβολήσει εκ νέου, κατά πρόσκλησιν (αν όχι και κατά παραγγελίαν) “εσκοροδισμένης κουτόρνιθας”, η οποία φουσκωμένη από αέρα ναρκισσισμού και κουφόνοιας, τελευταίως δεν παύει να καμώνεται την ένθερμη “δικαιωματίστρια” και σταυροφόρο του νεόκοπου “μιτουισμού”, τη στιγμή που η ίδια καθημερινώς επιδίδεται σε άγριο κανιβαλισμό προσωπικοτήτων (με εμμονή στον Δ. Λιγνάδη), υποκινώντας και διακινώντας το “μιτουικό” μόρφωμα στη νέα του μετάλλαξη: την ανοιχτή πρόσκληση του κοινού των media στην ανθρωποφαγία».

Αφήνει έπειτα την «εσκοροδισμένη κουτόρνιθα» με την «κουφόνοιά» της, και απευθύνεται στον Χατζάκη, με «ερειδόμενος» και «ρίπτεσθαι», με «λίθους καταδικαστικούς» και «εν τοις πλείστοις», με μπαμπινιώτικες κατασκευές όπως «αίολες», ή με «το trendy κύμα του ανελέητου ανθρωποφαγικού τσουνάμι», και τέλος τον αφήνει κι αυτόν να «κοάζει όσο θέλει μέσα στη “σκοροδάλμη” του τηλεοπτικού βορβόρου».

Μας ελεεί ωστόσο μ’ ένα γλωσσάρι: «“ορνιθώνας”: το κοτέτσι· “εσκοροδισμένος”: ταϊσμένος με σκόρδο (κόκορας) για να ντοπαριστεί πριν από την κοκορομαχία· “κουτόρνιθα”: η κότα του κουτιού· “σκορoδάλμη”: σκορδοστούμπι, σκορδαλιά· “βόρβορος”: βούρκος».

Γι’ αυτόν τον βούρκο χρειάστηκε, επιβαλλόταν, πιστεύω, να σταθώ στην εμφάνιση του Γιάννη Λιγνάδη, τον βούρκο στον οποίο μας βύθισε μαζί με τον αδερφό του και τον Ηγαπημένο του Θεού, κατά δήλωσή του, μεγαλοδικηγόρο.

Τον βούρκο όπου ο Λιγνάδης Νο 2, λόγιος τώρα Σεφερλής, παρασκευάζει φτηνά αστειάκια με το επώνυμο της Σκορδά: «εσκοροδισμένη» κτλ. Κυρίως όμως, ακόμα κι αν έχει κάποιο, όσο και όποιο, δίκιο, η εκτροπή σε «δικαιωματίστρια» και «μιτουισμό» άλλα κουκιά μαρτυράει, άλλη ιδεολογία.

Μας συστήνεται δηλαδή ο αδερφός σαν μέλος της παρέας των γνωστών νεοφιλελεύθερων δημοσιολόγων (Πρετεντέρη π.χ., που ’χαμε μόλις τις προάλλες εδώ) που ντουφεκάνε στον αέρα, νομίζοντας πως θα βρουν στόχο αυτούς τους «δικαιωματιστές», τους «επαγγελματίες ανθρωπιστές» κτλ.· και πιο πολύ, μέλος της στρατιάς που σχηματίζουν οι Γιατιτώρες, οι αμείλικτοι κυνηγοί του «μιτουισμού».

* Όπου «μιτουισμός» προφανώς είναι η χλευαστική ονομασία του κινήματος #metoo και των υποστηρικτών του, που πρόσφατα πάλι δέχτηκε συντονισμένα, θαρρείς, πυρά, από μιαν άτυπη ιερή τριάδα, τον ξερόλα δημοσιογράφο μας, που γράφει και ξαναγράφει και αγανακτεί: μα γιατί τώρα· μιαν ανθυποστιχουργό, που αυτή κι αν απορεί, μιλώντας κατά σύμπτωση για τον Λιγνάδη, ότι αφού πήγε και πληρώθηκε το αγοράκι, τι θέλει τώρα και φωνάζει πως βιάστηκε, μα ακόμα και τα κοριτσάκια που δεν πληρώνονται αλλά κάθονται, γιατί κι αυτά λένε μετά ότι βιάστηκαν («Μετά το #metoo βγήκε το “σε βίασαν”, πρώτα το είχες μούγκα. Γιατί; Μπλεχτήκαμε» αναφωνεί)· και τρίτος ένας άγνωστος πρώτα ηθοποιός, που ενώ διασύρθηκε καιρό στα μανταλάκια, πως νάρκωσε και βίασε με ερωτικό βοήθημα έναν ταξιτζή, βγήκε θύτης ο ίδιος τώρα, ανοηταίνοντας μάλιστα πως «το #metoo είναι κατά 70% ένα παράνομο πράγμα» και πως «αυτοί που ήξεραν και δε μιλούσαν είναι διπλά ένοχοι». Κι από κοντά η συνήθης Βάνα Μπάρμπα…

Μα πόσες πανδημίες ν’ αντέξουμε πια;

buzz it!

14/11/21

«Ημείς ο βασιλεύς» και οι αμνήμονες λαϊκιστές

 (Εφημερίδα των συντακτών 13 Νοεμ. 2021, εδώ με μικροπροσθήκες)

* «Ημείς ο βασιλεύς» είναι σήμερα η διακωμώδηση του «πληθυντικού της μεγαλοπρεπείας», ο οποίος οδήγησε και στον δικό μας πληθυντικό ευγενείας. Πληθυντικό μεγαλοπρεπείας φυσικά δεν έχουμε, μόνο πληθυντικό ανοησίας.

Παράδειγμα: «Αποτιμώντας ως σοβαρές αυτές τις επιφυλάξεις, οι ίδιοι κλίνουμε μολαταύτα προς μετριοπαθή θεώρηση των προσαρμογών που επέβαλε η υγειονομική πραγματικότητα» (δίνω ολόκληρη την πρόταση σε στιλ ροκοκό, γιατί μαζί πάνε αυτά συνήθως). «Οι ίδιοι κλίνουμε» λοιπόν, χωρίς αίσθηση προφανώς του κωμικού, γιατί εδώ υπόκειται μια αντίληψη τάχα σεμνότητας, που αποφεύγει το πρώτο πρόσωπο: «εγώ», που είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση το μόνο φυσιολογικό –αρμόζον και επιβαλλόμενο, για την ακρίβεια.

Συχνά βεβαίως χρησιμοποιείται ο πληθυντικός: «όπως είδαμε παραπάνω», όπου δηλαδή ο γράφων εμπλέκει και τον αναγνώστη· «διαβάσαμε στις εφημερίδες», θεωρώντας αυτονόητο πως διάβασαν και άλλοι –όχι όμως και «όπως γράψαμε παραπάνω», γιατί μόνο ένας γράφει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Γενικότερα, μόνο ενικός νοείται όταν τονίζουμε ή εξειδικεύουμε: «κατά τη γνώμη μου / την άποψή μου / την αίσθησή μου…», «πιστεύω / νομίζω ότι…», «θα επέμενα εγώ…» κ.ο.κ.

Ωστόσο, και εδώ μπορεί να γράψουμε: «πιστέψαμε ότι μ’ αυτή την κυβέρνηση θα πετυχαίναμε τάχα…», εντάσσοντας τον εαυτό μας σ’ ένα ευρύτερο σύνολο, ακόμα κι όταν, προσέξτε, δεν πιστέψαμε ποτέ εμείς κάτι τέτοιο (εξού και το «τάχα»), εμείς π.χ. της άλλης παράταξης –όταν μάλιστα είναι φανερή, γενικότερα ή στο εκάστοτε κείμενο, η πολιτικοϊδεολογική τοποθέτηση μας, η δική μας ή του εντύπου.

Αντίθετα, είναι περίπου ιταμό το β΄ ή γ΄ πληθυντικό, σε οργίλο συχνά ύφος, σε κάθε αναφορά ή απάντηση στους ακροατές π.χ. της σατιρικής κατά τα άλλα (και τότε επιτυχημένης) «Ελληνοφρένειας»: «πιστέψανε [= οι άσχετοι]», «εσείς [= τα ζώα] που τους ψηφίζετε», όλους εννοείται, «αφού όλοι ίδιοι είναι», από τη σκοπιά τού πάντα εκτός και εκ του ασφαλούς ΚΚΕ.

Κι όμως, ακριβώς επειδή όλοι γνωρίζουν την τοποθέτηση της εκπομπής, το α΄ πληθυντικό: «φταίμε εμείς που τους ψηφίζουμε», θα δήλωνε απλώς και μόνο την αντικειμενική πραγματικότητα, το εντός μιας κοινωνίας, και όχι το εκτός και υπεράνω, όχι σώνει και καλά ενεργό συμμετοχή (= ψήφο) στα εκάστοτε μητσοτακικά, τσιπρικά κ.ο.κ.

Ανάμεσα στην ιταμότητα και τη γελοιότητα αδυνατώ, αλήθεια, να διαλέξω. Πάντως με τη γελοιότητα ευθυμώ/ευθυμούμε:

«Αγνοούμε παλαιότερες δουλειές της Μαρίνα [σικ, αλίμονο πια] Αμπράμοβιτς, ασύμπτωτες με τη στήλη μας, αλλά διεκδικούμε εύρος και βάθος αντίληψης της βιογραφίας και της κληροδοσίας της Μαρίας [μπα!] Κάλλας», όπου δεν ξέρω τι είναι πιο κωμικό, ο πληθυντικός της μεγαλοπρεπείας ή το γλωσσικό ιδίωμα εν γένει. Και παρακάτω, για τη Μόνικα Μπελούτσι στο Ηρώδειο, «την οποία παρεμπιπτόντως αποτύχαμε να παρακολουθήσουμε»!

Και μια και σταθήκαμε και στο γλωσσικό ιδίωμα, απότοκο κυρίως εκζήτησης (όπως κι ο πληθυντικός μεγαλοπρέπειας: γι’ αυτό είπα πως πάνε μαζί): «ο αμήχανος νεολογισμός [...] ενεργοποιούσε de lege artis προϋποθέσεις αξιολόγησης, καθώς αξιοποιείται προκειμένου να σηματοδοτήσει ένα παραστατικό aliud…», και λίγο πιο κάτω η «δήλη πρόθεση» κ.ά.

Πιο δήλη εκζήτηση, πεθαίνεις.

 

* Άγνοια, λαϊκισμός, εξαπάτηση εντέλει, είναι ο ρυθμός στον οποίο χορεύουν κανιβαλιστί δημοσιογράφοι και σχολιαστές σε κανάλια και εφημερίδες γύρω από τους εκπαιδευτικούς –που έτσι κι αλλιώς, κατά τον επιμελώς καλλιεργούμενο «κοινωνικό αυτοματισμό», «κοπρίτες» είναι, που κάααθονται τον μισό χρόνο κτλ. Αφορμή τώρα η αντίδραση στον νόμο της Κεραμέως για την αξιολόγηση εκπαίδευσης και εκπαιδευτικών, θέμα το οποίο, κόβω το κεφάλι μου, αγνοούν στη συντριπτική τους πλειονότητα οι κανιβαλιστές. Αρκεί το σταθερό μοτίβο των τεμπελχανάδων που αρνούνται την αξιολόγηση, μην και φανερωθεί η στραβωμάρα τους, την οποία μεταφέρουν στα παιδιά μας.

Επιστρατεύονται έτσι διάφοροι σολοικισμοί, που αποδεικνύουν τάχα την ανεπάρκεια (και την αγραμματοσύνη!) των δασκάλων, χωρίς κανείς να μοιάζει να θυμάται, όσο παλαιότερος ιδίως, πως πάντα ανθολογούνταν επιμελώς πάσης φύσεως ελληνικούρες, όχι από παλιά, από αιώνες –κυριολεκτώ.

Τώρα; «Δίκαιη και οδυνηρή είναι για τους εκπαιδευτικούς η αξιολόγηση που έγινε στους δρόμους της Αθήνας από τις απαντήσεις που έδωσαν οι μαθητές στην ερώτηση δημοσιογράφων για την επέτειο του ΟΧΙ» γράφει σχολιαστής σε τακτική στήλη του Βήματος (με την έγκριση προφανώς του συντάκτη της στήλης), και πλάι στο όνομά του βάζει και τόπο διαμονής: Λάρισα. Η αλήθεια μάλλον είναι: Άλλος Πλανήτης.

Άλλος τώρα; «Τώρα που επί 40 περίπου χρόνια[1] έχουμε εκπαιδευτικούς ανάξιους για τέτοια απαξίωση όπως η αξιολόγηση,[2] ακούς από ενημερωτικές εκπομπές σημαντικών ραδιοσταθμών να λένε: “Η δημοσκόπηση έδειξε ότι το 61% των εμβολιασμένων ερωτηθείς απάντησαν ότι κλπ. κλπ.” [...] Ας όψονται οι υπεράνω αξιολογήσεων δάσκαλοί του [ενν. του παρουσιαστή]. Αλλά εδώ είναι πλέον ζήτημα αν πολλοί από αυτούς αντιλαμβάνονται καν τα γλωσσικά βατράχια που εκστομίζουν για λογαριασμό τους οι επίλεκτοι συνδικάλες τους [!]. Δεν θέλω να φαντάζομαι τι ακούγεται μέσα στις τάξεις».

Αν αυτά τα γράφει δημοσιογράφος, φιλόλογος ο ίδιος, που έκανε χρόνια εκπαιδευτικό ρεπορτάζ και πρόλαβε βιβλία ολόκληρα με «μαργαριτάρια» μαθητών και φοιτητών αλλά και ούλτρα λογίων, δεν έχουμε να κάνουμε με άγνοια παρά με καθαρή κοροϊδία.

Άηθες, εντέλει.

 

 1. Περίπου από Μεταπολίτευση και έπειτα! Ακριβέστερα: από ΠΑΣΟΚ και έπειτα, με ΝΔ μέσα δηλαδή. Που σημαίνει ότι πιο πριν, τα πρώτα χρόνια της μεταπολιτευτικής ΝΔ, και πιο πριν τα χρόνια της χούντας και όλο και πιο πίσω είχαμε «σωστούς» εκπαιδευτικούς άξιους… κτλ.

 2. «από εκπαιδευτικούς ανάξιους για τέτοια απαξίωση όπως η αξιολόγηση»: μην το προσπεράσουμε αυτό, από σπουδαγμένο μάλιστα φιλόλογο: η υψηλού επιπέδου ειρωνεία λέει πως οι σημερινοί εκπαιδευτικοί, κυρίως οι συριζομαδούροι, μην κοροϊδευόμαστε, θεωρούν πως η αξιολόγηση τους απαξιώνει, είναι απαξίωση, και αυτοί δεν είναι άξιοι για τέτοια απαξίωση, ίσον: «ανάξιοι για τέτοια απαξίωση όπως η αξιολόγηση». Να καταλαβαίνουμε, κι οι παρακατιανοί!

buzz it!

16/10/21

Στον ίσκιο των ομπρελών, επί των ξαπλωστρών

 (Εφημερίδα των συντακτών 16 Οκτ. 2021)

(φωτ. Αντώνης Νικολόπουλος / Eurokinissi)

 

* Υπέροχος Μποστ; Όχι. Τρέχοντα νεοελληνικά. Και λέω νεοελληνικά, και όχι γενικώς ελληνικά, όχι σε αντιδιαστολή με τα αρχαία ελληνικά ή άλλα, μεσαιωνικά φερειπείν, αλλά επειδή είναι ακριβώς νεοελληνικά. Τελευταίας εσοδείας.

Εδώ πλημμύρισε όλη η χώρα, κι εγώ μιλάω για άραγμα στον ίσκιο ομπρελών, επί των ξαπλωστρών; Ε, όσο να μεγαλώσουν τα αειθαλή πλατάνια του Άρχοντα Φαντασμένου, οπότε και θα ζούμε την απόλυτη νιρβάνα, κάτω απ’ τα βαθύσκιωτα πλατάνια της Πανεπιστημίου, ας περιοριστούμε στις ομπρέλες και τις ξαπλώστρες που μόλις αφήσαμε, πριν από έναν μόλις μήνα.

Και τώρα αναρωτιέμαι σαν πόσο να ξένισαν ώς εδώ οι γενικές «των ομπρελών» και «των ξαπλωστρών». Το «ομπρελών» πάντως το δέχεται ο διορθωτής του υπολογιστή, άρα, ας πούμε, δόκιμο, σωστό, ενώ το «ξαπλωστρών» το κοκκινίζει, άρα αδόκιμο, λάθος. Όντως, κοιτάζω στο γκουγκλ, 1.300.000 «των ομπρελών», 26.500 «των ξαπλωστρών».

Τα τελευταία λοιπόν καλοκαίρια διαβάζω ότι «μαίνεται ο πόλεμος των ομπρελών και των ξαπλωστρών». Φέτος και πέρσι, μάλιστα, με τα μέτρα για τον κορονοϊό, στην ημερήσια διάταξη ήταν η «απόσταση μεταξύ των ξαπλωστρών»· και όχι, αμέσως αμέσως, η «απόσταση ανάμεσα στις ξαπλώστρες».

Ή, το πλαστό παράδειγμα του τίτλου μου θα μπορούσε κάλλιστα να είναι: «στον ίσκιο της ομπρέλας, πάνω στην ξαπλώστρα», οπότε θα αποφεύγαμε τουλάχιστον τη γενική του πληθυντικού –ο οποίος, παρεμπιπτόντως, συχνά είναι αδόκιμος, ή πάντως άσκοπος, από τα άσκοπα δάνεια: «θα ζήσουμε μαζί το υπόλοιπο των ζωών μας», αντί για «την υπόλοιπη ζωή μας» (= for the rest of our lives βεβαίως)!

* Το παιχνίδι με τη γενική, γενικότερα, μοιάζει να έχει οριστικά χαθεί. Δηλαδή, στο συχνό: «Ο Δήμος έδωσε άδεια για την τοποθέτηση ομπρελών και ξαπλωστρών…» έχει χαθεί το παιχνίδι για την –ομαλότερη στη δημοτική– ρηματική έκφραση, αντί για την άκαμπτη ονοματική, που συνεπάγεται και αλλεπάλληλες, κάποτε, γενικές. Εδώ, ο Δήμος θα μπορούσε να δώσει άδεια όχι για την τοποθέτηση…, αλλά για να τοποθετηθούν ομπρέλες και ξαπλώστρες.

Έχει χαθεί, έχει ατονήσει, δεν υπάρχει ο σχετικός προβληματισμός, η τάση να αποφεύγουμε τη γενική (ιδού, λ.χ., σήμερα η επικρατέστερη σύνταξη είναι «η τάση αποφυγής της γενικής»). Γιατί όταν επισήμαινε κανείς ότι στη δημοτική αποφεύγεται η γενική, γιατί είναι δύσκαμπτη, ότι στη δημοτική προτιμάται η αναλυτική σύνταξη αντί για τη συνθετική κ.ο.κ., αυτή η οδηγία, ας την πω, ακουγόταν, υποσυνείδητα προφανώς, σαν διαταγή, και ξεσήκωνε τον ανυπότακτο χαρακτήρα του Έλληνος του οποίου ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει, του Νεοέλληνος που αντιδρά ακόμα και στον όρο «δημοτική», και επαναστατεί απέναντι σε ό,τι συνδέεται με αυτήν.

Όλο και εδραιώνεται λοιπόν η γενική, όχι μόνο με την ονοματική σύνταξη, αλλά και παντού αλλού, ακόμα και εκεί που θα μπορούσε κάλλιστα να αποφευχθεί. Χαρακτηριστικό το απολύτως κοινολεκτούμενο από καιρό στους ηθοποιούς: «κατά τη διάρκεια (ή στη διάρκεια) των προβών», αντί, πολύ απλά: «στις πρόβες».

Έτσι:

– τόνισε την ανάγκη προστασίας της πανίδας των υγροτοπικών περιοχών= 4 γενικές, αντί για 2: τόνισε την ανάγκη να προστατευτεί η πανίδα των υγροτοπικών περιοχών·

– ο φωτισμός μπορεί να αποσκοπεί στην ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και παράγοντα αποπροσανατολισμού της μεταναστευτικής ορνιθοπανίδας και δυσχέρανσης της κίνησης της τοπικής ορνιθοπανίδας= ο φωτισμός μπορεί να έχει σκοπό να αναδείξει τον αρχαιολογικό χώρο, αλλά ταυτόχρονα αποπροσανατολίζει… και δυσχεραίνει την κίνηση της τοπικής ορνιθοπανίδας= 9 γενικές αντί για 2!

– επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε πωλήσεις [...] κονσολών παιχνιδιών = που πουλάνε… κτλ.

– η αποθεραπεία του πηγαίνει καλύτερα των προσδοκιών· και άλλο: η πορεία της αποθεραπείας του Κιμ Τιλί εξελίσσεται καλύτερα των προσδοκιών…

– η διεκδίκηση νησιών και ξερών·

– ορίσαμε ραντεβού στις λίγες ώρες που μεσολαβούσαν των ταξιδιών του·

– απαλλάσσεται όλων των βαριδιών·

– ιδιοποιείτο (!) της περιουσίας τους…

* Μια βασική ιδεοληψία, υπόρρητη έστω, ότι η Μία και Μόνη όλα τα μπορεί, όλα τα φτιάχνει, οσοδήποτε κακόζηλα, ή αυθαίρετα λογιοπρεπή (με ρήματα που ποτέ δεν συντάσσονταν με γενική), αδόκιμα, ή σουρεαλιστικά:

– μάχονται των δουλειών και των ζωών τους·

– ο δίσκος του ευτύχησε υψηλών πωλήσεων.

Ας επιστρέψουμε όμως στην κανονικότητα, κατά το σύνθημα των ημερών. Δεν είναι πάντοτε εύκολο ή και εφικτό να αποφεύγεται η γενική, γενικά, η γενική πληθυντικού, ειδικότερα. Όμως η «τοποθέτηση καμερών» θα μπορούσε συχνά να είναι «τοποθέτηση κάμερας», και το να «απαγορεύεται η χρήση καμερών στα σχολεία [στο σχολείο!]», θα μπορούσε επίσης να είναι: «απαγορεύονται οι κάμερες στα σχολεία/στο σχολείο».

Ξανά μανά: ό,τι ξενίζει σήμερα, αν υιοθετηθεί από τη γλωσσική κοινότητα, αύριο θα είναι δόκιμο, σωστό, δεν θα ξενίζει πια κανέναν.

Αλλά επίσης ξανά μανά: όταν μιλάμε για τη γλώσσα, μιλάμε για την κοινωνία, μιλάμε για μας.

buzz it!

13/6/21

Η ψευδώνυμη και εκ του προχείρου επιστήμη

 (Εφημερίδα των συντακτών 12 Ιουν. 2021)

* Για γλωσσολόγο που έκανε καριέρα παραβιάζοντας συστηματικά την επιστήμη του έγραφα την τελευταία φορά (29/5), για αντιγλωσσολόγο ουσιαστικά. Γιατί η γλωσσολογία, σύμφωνα με βασική αρχή της, δεν επιχειρεί να ρυθμίσει τη γλώσσα, αλλά μελετά και καταγράφει· δεν αξιολογεί, και δεν μιλάει καν για «λάθος» αλλά για αποκλίσεις από την (εκάστοτε!) πρότυπη γλώσσα. Με δυο λόγια, η γλωσσολογία είναι περιγραφική και όχι ρυθμιστική.

Όμως κατεξοχήν ρυθμιστικό είναι το έργο του Γ. Μπαμπινιώτη, όπως αποτυπώνεται ιδίως στα λεξικά του, με πλήθος αξιολογικά και ρυθμιστικά σχόλια, σε άρθρα του στις εφημερίδες, ή μέσα από ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές, τώρα και από τα σόσιαλ μίντια, φέισμπουκ κτλ. Με συνεχή απαγορευτικά κολακεύει τα πιο φοβικά σύνδρομα του χρήστη, πως κινδυνεύει, χάνεται η γλώσσα, πως θα μας καταπιούν τα γκρίκλις και οι ξένες λέξεις κ.ο.κ.

Γιατί πουλάει αυτό, έχει πέραση, το χρειάζεται ο κόσμος –και μόλις περιγράψαμε το φαινόμενο που ονομάζεται λαϊκισμός, δημαγωγία, ή όπως αλλιώς το πείτε, εκτός από επιστήμη, μου ’ρχεται να πω, πάντως εκτός από γλωσσολογία.

Και βρήκε, είπαμε, καινούριο βήμα ο καθηγητής στα κοινωνικά μέσα, που του εξασφαλίζουν ταχύτατη διάδοση στους καθημερινούς φετφάδες του, που οι μεν σοβαρές εφημερίδες και τα σοβαρά σάιτ τούς αναπαράγουν φιλώντας του το χέρι, τα ίδια όμως τα κοινωνικά μέσα τον πήραν στο ψιλό, όπως είδαμε πρόσφατα. Απτόητος βεβαίως συνεχίζει ο καθηγητής, τζάνκι θαρρείς της δημοσιότητας, όπως ξανάπα, αναδημοσιεύοντας αποσπάσματα και από παλιά, ξεθυμασμένα άρθρα του, συχνά χωρίς σχετική ένδειξη –και συχνά με τα λάθη τους.

* Ένα τέτοιο ξεθυμασμένο σχολίαζα στην τελευταία μου επιφυλλίδα, έναν «Δεκάλογο με ενοχλητικές χρήσεις της γλώσσας», δημοσιευμένο προ εικοσαετίας και ήδη τότε εκτός τόπου, τονίζοντας ακριβώς τον αντιγλωσσολογικό χαρακτηρισμό «ενοχλητικές χρήσεις». Δεν μου έφτανε όμως ο χώρος να αντιγράψω την τωρινή παρουσίαση στο φέισμπουκ, που μας προσφέρει κι άλλα μαργαριτάρια:

«Με αφορμή την εκπομπή “Τη γλώσσα μού έδωσαν Ελληνική”, μια παραγωγή του Γιώργου και της αξέχαστης Ηρούς Σγουράκη (δημιουργών του “Μονογράμματος”) που επιμελήθηκα πριν από κάποια χρόνια στην ΝΕΤ, [...] διεξήγαγα μιαν απλή αλλά χρήσιμη, νομίζω, έρευνα. Την ιδέα μού έδωσε ανάλογη έρευνα του BBC…» Και τα αποτελέσματα εμφανίζονται «στο ακολουθούν εικονόλεξο…»

Πλην η αξέχαστη Ηρώ Σγουράκη έκλινε το όνομά της: «Ηρώς», και είναι ασεβές να τιμάς κάποιον αλλοιώνοντας κατά τις εμμονές σου το όνομά του. Φαίνεται όμως πως «ενοχλητική» θα είναι για τον κ. Μπαμπινιώτη η γενική σε -ώς, εξομάλυνση που μετράει 20 ολόκληρους αιώνες (άλλο κλείσιμο του ματιού στη λογιόπληκτη εποχή μας, που έχει νεκραναστήσει εδώ και μερικές δεκαετίες τη γενική σε -ούς: ο λαϊκισμός που λέγαμε). Και ενοχλητική θα είναι και η λ. «ακόλουθο», εξού και «το ακολουθούν» –αυτή είναι η «ορθά εξενεγμένη» γλώσσα που μάθαμε (;) εσχάτως, πάλι από στόματος Μπαμπινιώτη.

Αυτή εντέλει, που καθοδηγεί τον ρυθμιστικό χαρακτήρα του κυρίως έργου του. Η λογιοτάτη δηλαδή, το σκοτεινό και μόνιμο αντικείμενο του πόθου τού αθεράπευτα αρχαϊστή καθηγητή.

* Ας επιστρέψω όμως στο φέισμπουκ του κ. Μπαμπινιώτη και τις αναδημοσιεύσεις του, αυτήν τη φορά με τα λάθη τους, όπως είπα: σε πρόσφατη ανάρτηση (30/4) μεταφέρει (χωρίς σχετική ένδειξη) απόσπασμα από παλιό άρθρο του στο Βήμα (4/5/14), βασισμένο στο Λεξικό του. Η ουσία, όπως σχολίαζα εδώ τότε (10/5/14):

Το άρθρο αναφέρεται σε «Ακούσματα της Μ. Εβδομάδος», που «εμπλούτισαν τη γλώσσα μας, προσδίδοντας κύρος [!] αλλά και εκφραστικότητα στον λόγο». Ένα από αυτά, το «ψέλνω/ακούω τον αναβαλλόμενο», «από το τροπάριο “Σε τον αναβαλλόμενον φως ως ιμάτιον” [...], για μακρά και διαρκή επίπληξη που κάνω (ψάλλω...) ή δέχομαι (ακούω...) από κάποιον». Και «πώς άλλαξε στη λαϊκή χρήση η αρχική έννοια της φράσης και από εύσημη έγινε κακόσημη»; Από τη «μακρά διάρκεια του όλου ύμνου, που ψάλλεται όση ώρα διαρκεί η Aποκαθήλωση…»

* Δηλαδή (1ον) ο βαθιά θρησκευόμενος καθηγητής, με την πυκνή, πύρινη αρθρογραφία υπέρ θρησκείας και Εκκλησίας, δεν πήγε ποτέ του Μεγάλη Παρασκευή το πρωί σε εκκλησία; Να δει πως άλλο η αποκαθήλωση, την ώρα του ευαγγελίου, και άλλο, έπειτα, η έξοδος και η περιφορά, μέσα στον ναό, του επιταφίου, του υφάσματος που εικονίζει την ταφή, και η εναπόθεσή του στο γνωστό κουβούκλιο (που η περιφορά του γίνεται το βράδυ), στο τέλος της οποίας πλέον ψάλλεται το «Σε τον αναβαλλόμενον…»

Που (2ον) διαφορετικά από το «Σε τον αναβαλλόμενον φως ως ιμάτιον» από τους Ψαλμούς του Δαβίδ, αυτό που ακούει πάντα ο κόσμος (ώστε να οδηγήσει έπειτα, με τη «λαϊκή χρήση», στην αλλαγή της «αρχικής έννοιας» κτλ.) είναι: «Σε τον αναβαλλόμενον ΤΟ φως ΩΣΠΕΡ ιμάτιον…» Έτσι είναι στο μέλος του Πέτρου Λαμπαδάριου, που ψάλλεται παραδοσιακά στις εκκλησίες, έτσι και σε άλλες μελοποιήσεις, που όλες έχουν πατήσει πάνω στις συγκεκριμένες συλλαβές.

Άραγε με τέτοιες προχειρότητες (αφήνουμε τώρα την ιδεολογία) θα τον περνούσε έναν φοιτητή του ο καθηγητής;

Για τα λάθη τουλάχιστον θα χρειαστεί να συνεχίσουμε.

buzz it!

30/5/21

Το σαπούνι σου χαλάς…

 (Εφημερίδα των συντακτών 29 Μαΐου 2021)

* Ο Δεκάλογος του Μωυσή Γ΄, όπως είπε ένας φίλος, αφού Β΄ έχει χαρακτηριστεί ο πρωθυπουργός μας· ή αλλιώς: «“Δεκάλογος” Μπαμπινιώτη με τις πιο ενοχλητικές χρήσεις της ελληνικής γλώσσας», σύμφωνα λ.χ. με το διαδικτυακό tromaktiko.gr –σύμπτωση κι αυτή!

«Τρομακτικό» λοιπόν, αλλά και Καθημερινή, Βήμα, Άθενς Βόις, Πρώτο Θέμα, Kiss929.gr, Agioitheodoroi.gr, Lesvosopen.gr, e-loggos.gr, με τη σειρά που εμφανίζονται στο γκουγκλ, και πλήθος άλλα, και ΑΝΤ1, φυσικά, και the toc.gr, κ.ά. κ.ά.

Εθνικός Συναγερμός (σχεδόν παρήχηση τού Ηθικός Πανικός, που είναι η ουσία –και το επίτευγμα του καθηγητή), με τα αποτελέσματα μιας «έρευνας», λέει, κατά την οποία οι τηλεθεατές (προσοχή, οι δικοί του τηλεθεατές, άρα και κατά τεκμήριο πιστοί, ομοφρονούντες) δήλωσαν τι τους «ενοχλεί» στη χρήση της γλώσσας.

* Δεν μίλησα τυχαία για σύμπτωση με αφορμή το tromaktiko, γιατί είναι τρομαχτικό εντέλει να μιλάει γλωσσολόγος για «ενοχλητικές χρήσεις» της γλώσσας. Γιατί ένας γλωσσολόγος δεν μιλάει καν για σωστό και λάθος, πόσο μάλλον για ενοχλητικό (που χαλάει δηλαδή τη διάθεση; κόβει την όρεξη για φαγητό, κύριε Μπαμπινιώτη;). Γιατί η γλωσσολογία δεν ρυθμίζει· περιγράφει: παρατηρεί, μελετά, ερμηνεύει την (εκάστοτε) απόκλιση από την (εκάστοτε) πρότυπη γλώσσα –και την καταγράφει: θεμελιώδης κανόνας για την εν λόγω επιστήμη, νόμος.

Για γλωσσολόγο, έγραφα πιο παλιά εδώ (10.5.14), που «εζήλωσε τη δόξα φιλολόγου, και υπηρετώντας ειδικά τα όσα αντιθέτουν τη φιλολογία στη γλωσσολογία, αφιερώθηκε στη ρυθμιστική από τη φύση της λεξικογραφία. Που την έκανε, από ιδεογλωσσικούς προφανώς λόγους, ακόμα πιο ρυθμιστική. Αναλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, να αποκαταστήσει την (ορθογραφική) Τάξη του κόσμου, επαναφέροντας (αντιγλωσσολογικά) παλιές, συχνά από αιώνες εγκαταλειμμένες ορθογραφήσεις, ανασυστήνοντας ή, ακόμα ακόμα, κατασκευάζοντας (αντιγλωσσολογικότατα) ορθογραφήσεις, σύμφωνα με κάποιο δικό του “δέον”, όπως ο μηδέποτε υπάρξας “αίολος”, αντί έωλος…» κτλ.

* Πάμε όμως στον «Δεκάλογο», που εμφανίζεται στις περισσότερες αναδημοσιεύσεις σαν νέα προσφορά από τον Οίκο Μπαμπινιώτη, ενώ πρόκειται για ξαναζεσταμένο φαΐ, σχεδόν 20ετίας: 12.5.2002 είχε πρωτοδημοσιεύσει την εν λόγω «έρευνά» του στο Βήμα, είχαμε διασκεδάσει και τότε με τον αγλωσσολόγητο χαρακτήρα της, την επαναφέρει τώρα, στο φέισμπουκ, που το αξιοποιεί δεόντως ο καθηγητής, εκδίδοντας κι από έναν καινούριο φετφά τη μέρα (θυμάστε τις μεταφράσεις του «λοκντάουν» και των διαφόρων «κλικ», που έδωσαν έμπνευση για σωστό πανηγύρι με ευρηματικές παρωδίες στα κοινωνικά μέσα κ.α.), αλλά και επαναλήψεις παλιών σχολίων και εντολών του, ακόμα και με λάθη τους κάποιες φορές.

* Δεν είναι άσκοπη ποτέ η επανάληψη, κάθε άλλο. Όμως να σαλπίζεις επανάσταση εν έτει 2021 για πράγματα χιλιοσυζητημένα και εξαντλημένα ήδη το 2002, όπως η χρήση ξένων λέξεων, η προστακτική «υπέγραψε», το των άρθρων και το ως-σαν, τα ρήματα σε -άγω και -βάλλω, μάλλον τον χαρακτήρα του τζάνκι της δημοσιότητας τεκμηριώνουν παρά του επιστήμονα που θέλει να ερμηνεύσει (και όχι να ρυθμίσει, ξαναλέω).

Εξέλιπαν τα σχετικά «λάθη»; Όχι· έχει ερμηνευτεί όμως η πηγή τους, κάποια είναι αστείο να αναφέρονται καν (το των άρθρων, το ένα ή τα δύο λάμδα τού βάλλω π.χ., ή η διαφορά ως-σαν, όταν κυριαρχεί πλέον το ως, κάτι που δεν το διορθώνει φυσικά ο καθηγητής), και άλλα έχουν σχεδόν καθιερωθεί: χαρακτηριστικό το ρ. διαρρέω σαν μεταβατικό, σύμφωνα με παλαιότατη και ισχυρότατη τάση της γλώσσας («ανεβαίνω τη σκάλα» κτλ.), η οποία και βέβαια διέπεται πάντοτε από συγκεκριμένη λογική –αυτή την οποία παρατηρεί, μελετά, εξιχνιάζει ακριβώς ένας επιστήμονας γλωσσολόγος, και όχι ο τροχονόμος.

Στην περίπτωση του διαρρέω, πιθανότερη εξήγηση, ας το ξαναπούμε, είναι ότι η χρήση: «ο τάδε διέρρευσε την είδηση», αντί για την «ορθή»: «διέρρευσε η είδηση», εξασφαλίζει δράστη, γραμματικό υποκείμενο δηλαδή, σε μια προμελετημένη, σκόπιμη πράξη. Δεν χωρεί ρύθμιση λοιπόν, ιδίως τώρα, και νά που το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας (επιμ. Χρ. Χαραλαμπάκη), το πλέον ευρύχωρο και προγραμματικά μη ρυθμιστικό (μία από τις αρετές του, που το έχει κάνει εμμονικό στόχο του καθηγητή), έχει λήμμα διαρρέει, με την ένδειξη: αμετάβατο και μεταβατικό.

* Δεν έχει νόημα να ασχοληθούμε εκτενέστερα με τα του Δεκαλόγου, η πράξη μετράει περισσότερο εδώ, το κυνήγι της δημοσιότητας που είπα, ο αντιγλωσσολογικός χαρακτήρας της, και το σερβίρισμά της:

Έτσι θα οδηγηθούμε στα βάθη, τρόπον τινά, της σκέψης του καθηγητή, στην ιδεολογία που υπαγορεύει τον ρυθμιστικό χαρακτήρα του κυρίως έργου του, του έργου στο οποίο οφείλεται και η αναγνωρισιμότητά του, προφανής στόχος μιας ολόκληρης ζωής και σταδιοδρομίας. Και που πρώτο της θύμα είναι η τύποις επιστήμη του, η γλωσσολογία.

Θα συνεχίσουμε λοιπόν.

 

Σημείωση: επειδή δεν γινόταν να απασχολήσω τρίτη συνεχόμενη φορά τη στήλη με τα του Κεντρωτή, παραπέμπω στο ιστολόγιό μου για κάποια ακόμα σχόλιά του.

buzz it!

22/5/21

Το «άραχλο κουτορνίθι» και η Κιμαδομηχανή

 (Εφημερίδα των συντακτών 22 Μαΐου 2021 --με απντέιτ, 28.5, καινούριο Κεντρωτή)

* «Η ομαδούλα σκάει μύτη. Νά κι ο Γιάννης Χάρης»: έτσι απαντάει-ότι-δεν-απαντάει ο Γ. Κεντρωτής σε επιφυλλίδα μου όπου μετέφερα σχετικά μεγάλο μέρος από την κριτική του καθηγητή Μιχαήλ Πασχάλη (ΜΠ) για τα Ιταλικά του Σολωμού, που μαρτύρησαν, και αυτά, στα χέρια του μεταφραστή τους (ΓΚ).

Και πού απάντησε ο ΓΚ ότι δεν απαντάει; Όχι στην εφημερίδα όπου και η επιφυλλίδα μου, αλλά στη σελίδα του στο φέισμπουκ, κι εκεί όμως στα κρυφά, σε ανάρτηση δηλαδή που μόνο οι δικοί του, οι πιστοί, μπορούν να τη δουν, και κανείς άλλος. Τυχαίο;

Εν πάση περιπτώσει, ιδού η «απάντηση-μη-απάντηση», που αυτοσχολιάζεται μάλιστα αρκούντως: «Δημοσιεύεται σήμερα “κριτικό” κείμενο του Γιάννη Χάρη για τα “Ιταλικά” του Σολωμού στην Εφημερίδα των Συντακτών με τον υπέροχο τίτλο που βλέπετε στη φωτογραφία. Εννοείται ότι δεν πρόκειται να του απαντήσω. Αν γίνεις συνομιλητής του Χάρη, μην απορείς μετά ότι είσαι λασπωμένος. Τί ήθος όμως! Τί ήθος! Αναπαράγει το κείμενο του Μιχάλη Πασχάλη, που είχε δημοσιευθεί στα ΝΕΑ (και στο οποίο έχω απαντήσει), επειδή (λέει) ΤΑ ΝΕΑ είναι “κλειδωμένα” και δεν μπορεί κανείς να διαβάσει τί μου έγραψε. Αλλά την απάντησή μου στον Πασχάλη δεν την αναφέρει καν. Γράφει ό,τι γράφει και θυμάται ξαφνικά και τον Μπωντλαίρ μου και τον Νερούδα μου... (Ο Μπωντλαίρ πάει για τρίτη έκδοση, και ο Νερούδα έχει κάνει ήδη τέσσερις!) Από Χάρηδες, άλλο τίποτα, έχουμε υπερεπάρκεια –καλά να είμαστε! Διασκεδαστές είναι, χαρά μάς δίνουνε. Άσε που είναι και οι καλύτεροι διαφημιστές: γράφει εναντίον σου ο κάθε “Χάρης”; Άρα έχεις κάνει καλή δουλειά.

»Αυτά τα ολίγα δεν είναι απάντηση στον Χάρη. Αν του απαντούσα, εξ άλλου, θα ήταν σαν να μίλαγα με την “τσου-τσού”».

Αυτοσχολιάζεται, είπαμε. Μιλάει το (γνώριμο) ήθος του, που εγκαλεί το ήθος μου, που δεν αναφέρθηκα στην απάντησή του στον κριτικό του, τον Μιχαήλ Πασχάλη. Απάντηση όμως κι αυτή «κρυμμένη», αφού είναι στα όπως πάντα κλειδωμένα στο διαδίκτυο Νέα, άρα προσιτή μόνο στους αναγνώστες ή τους συνδρομητές της εφημερίδας· και στο φέισμπουκ του κ. Κεντρωτή; κι εκεί κρυμμένη, όπως και η μη-απάντηση σ’ εμένα. Την αναζήτησα όμως: σπάνιο και άρα αξιομνημόνευτο να απαντήσει ο ΓΚ: μία φορά απάντησε παλιά σ’ εμένα, στο μόλις 10% των παρατηρήσεών μου, και πάλι τα ’κανε χειρότερα, και με τα ελληνικά του και με ψευδείς (!) παραπομπές σε σπάνια λεξικά κ.ά. Έκτοτε το αποφεύγει, βάζει συνήθως τον εκδότη του να απαντά, και ο ίδιος περιορίζεται σε διάφορα γενικόλογα και νταηλίδικα, πάντα στο προστατευμένο περιβάλλον του, όπου ούτε για κραυγαλέα λάθη έχει να δώσει λόγο ούτε για τίποτα.

* Τη βρήκα πάντως την απάντηση στον Μ. Πασχάλη. Μία από τα ίδια, πως η μετάφρασή του είναι «αυστηρά ποιητική», «προγραμματικώς ποιητική», και άρα πέραν πάσης κριτικής, και όποιου του αρέσει («κολοκυθόπιτα», γράφει σεμνότατα). Και πώς να μην του αρέσει κάποιου, εφόσον μεταφράζει «κατά μίμηση» του Σολωμού, «ερμηνεύοντας τον Σολωμό διά του Σολωμού», Σολωμός εντέλει κι ο ίδιος.

«Προσωπική αδυναμία» λοιπόν του ΜΠ που δεν καταλαβαίνει: «Πολλοί άλλοι τη διάβασαν [τη μετάφραση του ΓΚ], την κατάλαβαν (και την επαίνεσαν)»!

Δεν αμφιβάλλω πως πολλοί θα την επαίνεσαν· αλλ’ ω μακάριε κύριε Κεντρωτή, να ξέρατε πόσοι άλλοι… μη σας ταράζω όμως. Και καμαρώνετε, απευθυνόμενος σ’ εμένα τώρα, για τις 3 και 4 εκδόσεις των μεταφράσεών σας; Ότι ο κόσμος δηλαδή αγοράζει Κεντρωτή και όχι Μπωντλαίρ και Νερούδα; Ω, τι χαρά μου δίνετε: Δεν το ’χα φανταστεί ότι ο κόσμος αγοράζει, σε 5 και 10 και 15 εκδόσεις, την αφεντιά μου, τις μεταφράσεις μου, κι όχι τον Κούντερα! –Μα πόσο σοβαρός μπορεί να είναι κανείς όταν μετράει την ποιότητα με τη μεζούρα, εν προκειμένω τον αριθμό εκδόσεων. Πόσο Λένα Μαντά και Χρυσηίδα Δημουλίδου ονειρεύεται τον εαυτό του!

* Ποιητικές λοιπόν οι μεταφράσεις του ΓΚ. Που μετατρέπουν αισθητές ποιητές σαν τον Μπωντλαίρ σε βουκόλους στιχοπλόκους του 19ου αιώνα. Ας αφήσουμε τον Σολωμό, με τα «νυν άγει» και τις «βροχές φθεγμάτων», και τόσους άλλους και τόσα άλλα. Ξανά στον Μπωντλαίρ, μαζί με τα «τσούρμα» και τα «τσούκια» και τα μύρια όσα έχουμε επισημάνει. Καταφεύγω τώρα σε μια επισήμανση της καθηγήτριας Μαρίας Παπαδήμα, που κι αυτής δυστυχώς η κριτική δεν βρίσκεται στο διαδίκτυο:

«Όταν αποκοιμηθείς [= πεθάνεις], ma belle ténébreuse…» απευθύνεται ο Μπωντλαίρ, με μια εικόνα υψηλής ποιητικής πνοής, σε μια όμορφη κρεολή ερωμένη του: ténébreux είναι ο σκοτεινός, ο ζοφερός· σε πρόσωπα: ο μελαγχολικός: εδώ λοιπόν η σκοτεινή, ερεβώδης ομορφιά μιας γυναίκας. «Σκοτεινή ομορφιά» αποδίδει λ.χ. ο Σημηριώτης. Και ο Κεντρωτής; «ωραίο κι άραχλό μου κουτορνίθι»!

«Ζύμωσα λάσπη κι έφτιαξα χρυσάφι» είναι μια περίφημη ρήση του Μπωντλαίρ. Θα μου επιτραπεί να την παραφράσω, ακριβώς για τον «μεταφραστή» του:

«Ζύμωσε χρυσάφι κι έφτιαξε λάσπη»!

 

ΑΠΝΤΕΪΤ, 28/5

Καινούρια απάντηση-μη-απάντηση, εν πάση περιπτώσει σχόλιο του Γ. Κεντρωτή, πάντα στο φέισμπουκ και πάντα κλειδωμένο για τους αμύητους. Επειδή δεν γινόταν να απασχολήσω τρίτη συνεχόμενη φορά τη στήλη μου στην εφημερίδα, μεταφέρω τα σχετικά εδώ, κάτω από το επίμαχο άρθρο μου: έτσι μπορεί να αντιπαραβάλει ο αναγνώστης, που αλλιώς δεν θα καταλάβαινε ίσως εύκολα τα γνωστά παραπλανητικά και τις κουτοπόνηρες παραναγνώσεις του ΓΚ («παραπονιέμαι που δεν μου απαντάει», «τα βιβλία του [!]» κτλ.):

Κεντρωτής:

«Η ΟΜΑΔΟΥΛΑ ΞΑΝΑΣΚΑΕΙ ΜΥΤΗ

»Τί χαρά πήρα σήμερα ξεφυλλίζοντας την Εφημερίδα των Συντακτών! Διαβάζω ότι παραπονιέται ο Γιάννης Χάρης ότι δεν του απαντάω σε αυτά που μου γράφει. Κάποιο “βαποράκι”, που κυκλοφορεί εδώ μέσα, τού γνωστοποίησε τι είχα γράψει στο FB το προηγούμενο Σάββατο –και αυτός το αναπαράγει στη στήλη του. Αλλά τί να του απαντήσω; Κουβέντα για την τσου-τσού να κάνουμε;

»Επειδή τα βιβλία μου πουλάνε (για τον Μπωντλαίρ και τον Νερούδα μιλάμε...) με αποκαλεί “Δημουλίδου” και “Μαντά”. Προφανώς τις έχει διαβάσει τις κυρίες, και γνωρίζει περί τίνος πρόκειται. Εγώ αγνοώ. Πάντως το εξόχως “γιαννοχαρικό” το διέπραξε δις σήμερα. Μιλάει για “κουτορνίθια” και για “λάσπη”. Σε ένα διασημειωτικό λεξικό δεν θα δυσκολεύονταν οι συντάκτες να βρουν για τούτα τα λήμματα το κατ’ εικόνα “σύμβολον”. »Άντε, καλό χαρμάνι, καλό πηλοφόρι!

»ΥΓ. Η σύνθεση της ομαδούλας αναφέρεται στο κείμενό του».

Σπύρος Θεοδωρόπουλος [από τους φίλους του ΓΚ στο φμπ]:

«Να με συμπαθάτε και πάλι γι' αυτήν την (τελευταία;) παρέμβαση, αλλά έχω την αίσθηση ότι δεν απαντάτε επί της ουσίας τής (πράγματι αυστηρής) κριτικής τού κ. Γ. Χάρη...

»Σας εκτιμώ (και το ξέρετε) ως ταλαντούχο μεταφραστή και ως άνθρωπο του Λόγου και του πνεύματος γενικότερα, αλλά αυτή τη φορά, μου δίνετε την εντύπωση ότι θεωρείτε τις ποιητικές μεταφράσεις σας πέραν και υπεράνω κριτικής.

»Και αυτό σας το λέω καλόπιστα και καλοπροαίρετα.

»Τελικά, όποιος τολμά να αμφισβητήσει την (σε μεγάλο βαθμό αναγνωρισμένη) μεταφραστική “αυθεντία” τού κ. Κεντρωτή, και δεν αρκείται στο να τον λιβανίζει ακαταπαύστως, είναι είτε “άσχετος”, είτε μέλος κάποιας βαλτής “ομαδούλας”, είτε “τσου-τσού”;

»Ευχαριστώ για τη φιλοξενία».

Κεντρωτής:

«Κανείς δεν είναι υπεράνω κριτικής. Αλλά ο Γιάννης Χάρης δεν ασκεί κριτική. Εσείς τη θεωρείτε “κριτική”, και δή “σκληρή”. Καλά κάνετε, και να συνεχίσετε να το πιστεύετε. Αυτό δεν με ενοχλεί, ούτε με αφορά. Ούτε πρόκειται να προσπαθήσω να σας πείσω για τίποτα. Ούτε εσάς ούτε κανέναν άλλον. Αγαπητέ, κ. Θεοδωρόπουλε, δεν εκβίασα κανέναν να με λιβανίζει, και γενικώς δεν γουστάρω λιβάνια. Πάντως, επειδή σας συμπαθώ, θα σας πω ότι και “ομαδούλα” είναι (αγνοείτε τα realia) και άσχετοι είναι. Και, επί τέλους, έχω δικαίωμα να επιλέγω τους συνομιλητές μου. Σε εσάς απαντώ, σε εκείνους δεν απαντώ. Τόσο απλά. Και δεν είναι ανάγκη να είστε με το μέρος μου. Δεν πάω ούτε για δήμαρχος, ούτε για βουλευτής, ούτε για πλανητάρχης. Παραμένω φανατικά Γιώργος. Ο τοίχος μου είναι πάντα φιλόξενος, αλλά δεν είναι forum. Κοινώς ειπείν, στον τοίχο μου κάνω το κέφι μου, και από το FB δεν εξαρτώ τίποτα σημαντικό στη ζωή μου. Και εν πάση περιπτώσει: είμαι αυτάρκης. Όπως βλέπετε ανεβάζω και αυτούς που με “λιβανίζουν” και τα κείμενα του Χάρη. Και τα πρώτα εντάξει: με “λιβανίζουν”. Τα του Χάρη, γιατί τα ανεβάζω στο FB; Με υποχρεώνει τάχα κανείς; Τα ανεβάζω γιατί είμαι αυτάρκης. Και στον μεν Πασχάλη απάντησα, ακριβώς επειδή είμαι αυτάρκης. Στους “Χάρηδες” δεν απαντώ, ακριβώς επειδή είμαι αυτάρκης. Και σε εσάς απαντώ, επειδή είμαι αυτάρκης. Ξέρετε, φαντάζομαι, πόσο εύκολο θα μου ήταν να σβήσω το σχόλιό σας. Αλλά είμαι αυτάρκης και δεν θα το έκανα ποτέ. Καλημέρα».

 

Εδώ το «βαποράκι» μου, παραζαλισμένο (και από την καινοφανή χρήση τού «αυτάρκης»), σήκωσε ψηλά τα χέρια –και του έπεσαν τα κουπιά.

buzz it!

15/5/21

Η μιχτότητα και η τσου-τσου

 (Εφημερίδα των συντακτών 15 Μαΐου 2021)

* «Τι ένιωθε η Θέαινα και άνωθεν, νυν άγει, παραχρήμα, / σαν σε είδε, πριν το έργο σου πιάσεις, εκεί, να ανατείνεις / προς Εκείνην τα χέρια; … Έρχεται τώρα, ιδού (από Εκείνης! … / της Ίδιας! … αχανείς σελαγισμούς) και βήμα βήμα / πατάει πολύγνωτα ίχνη και αρμενίζει μες στο ποίημα / του λαγαρού στερεώματος …»

Εδώ προφανέστατα «ο αναγνώστης χρειάζεται έναν μεταφραστή της μετάφρασης» γράφει εύστοχα ο κριτικός. Και παραθέτει άλλη μετάφραση:

* «Είδε, προτού το έργο αρχίσεις, η Ουρανία / κατ’ αυτήν να ’χεις την αγκάλη σου απλωμένη, / κι από τ’ άπειρο φως, όπου θρονεύ’ η θεία, / περνώντας τον καθάριο ουράνιο θόλο βγαίνει»…

Ολόκληρος αιώνας χωρίζει την έκδοση των δύο μεταφράσεων! Και αντίθετα απ’ ό,τι ίσως φαντάζεται κανείς, η πρώτη είναι του 2021 και η δεύτερη του 1921. Και προσοχή, η έκδοση· όχι η μετάφραση, που έχει γίνει πριν από το 1902, έτος θανάτου του ποιητή και μεταφραστή εδώ Γεώργιου Καλοσγούρου (1853-1902).

Η πρώτη μετάφραση, του 2021, όπως ενδέχεται να κατάλαβε τώρα ο ενήμερος αναγνώστης, είναι του Γιώργου Κεντρωτή (ΓΚ), που θύμα του τη φορά αυτή έπεσε ο Διονύσιος Σολωμός και τα ιταλικά του ποιήματα.

Κριτικός, ο Μιχαήλ Πασχάλης, ομότιμος καθηγητής της κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Η ευσύνοπτη και ευθύβολη κριτική του δημοσιεύτηκε στο «Βιβλιοδρόμιο» των πασχαλιάτικων Νέων (29.4-2.5.21). Όμως τα Νέα, ως γνωστόν, είναι κλειδωμένα στο διαδίκτυο, άρα δεν μπορεί να ανατρέξει κανείς εκεί, να πιστέψει τα άλλη μια φορά απίστευτα· έτσι, μεταφέρω εδώ όσο περισσότερα γίνεται.

Η μεταφραστική μέθοδος του ΓΚ, κατά τον Μ. Πασχάλη (ΜΠ), «ορίζεται ως “μίμηση του Σολωμού” και περιγράφεται ειδικότερα ως “το ομόλογο και το ανάλογο του πώς εικάζεται από τον μεταφραστή ότι θα μετέφραζε ο ίδιος ο Σολωμός”» (υπογράμμιση ΜΠ)! Έτσι «ο μεταφραστής συγκροτεί αυτό που αποκαλεί “νόμιμη [γλωσσική] μιχτότητα”, η οποία συνίσταται στην ανάμιξη συγχρονίας και διαχρονίας [κ.ά., γνωστά από άλλες εργασίες του ΓΚ]…» Δυστυχώς, δεν μπορούμε να δούμε εδώ όλα τα στοιχεία της μεθόδου του ΓΚ και ιδίως την ανασκευή της θεωρίας του από τον ΜΠ, η οποία «πάσχει εν τη γενέσει της», καθώς και της «νόμιμης μιχτότητας», που βασίζεται σε χονδροειδή παρανόηση του σολωμικού «μιχτού», η οποία «ακυρώνει πλήρως το ατομικό ποιητικό ύφος του Σολωμού».

Συχνά ακατάληπτη χαρακτηρίζει ο ΜΠ τη μετάφραση του ΓΚ, με αποκλίσεις από το πρωτότυπο, «πρόσθετα στοιχεία, παρενθέσεις και σχολιασμούς, στρυφνές και παράδοξες διατυπώσεις, ανορθόδοξες συντάξεις, μεταφραστικές επινοήσεις και παρανοήσεις» και «σοβαρά λάθη» –στοιχεία γνωστά από άλλες κριτικές, ιδίως την εκτενέστατη και εμπεριστατωμένη της Μαρίας Παπαδήμα, καθηγήτριας Μεταφρασεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, για τον ανασκολοπισμό του Μπωντλαίρ (Athens review of books, τχ. 100, 2018, σ. 18-22), αλλά και, ας μου επιτραπεί, από ουκ ολίγα και εξαντλητικά κείμενα δικά μου, ήδη από το 1987, κ.ά.

Ας μιλήσει όμως ο Μιμητής του Σολωμού:

* «γλώσσες και μάτια εκλύουνε τρόμο. Οι πήροι / του πυρός παρανάλωμα! Και άμα έτσι γείρει / και δει ο Θεός (που όλεθρο ολούθε καταστρώνει / για τσου κακούς και απεργάζεται η οργή Του) πιάνει / και τσου μαντρώνει»…

Ανύπαρκτοι οι «πήροι», παρανόηση, κατά τον ΜΠ, είναι όμως για τις περίφημες παρηχήσεις του ΓΚ, προσθέτω εγώ, όπως π.χ. τα ανατριχιαστικά «σαν τρούφες τρυφερά χέρια» της αγαπημένης στα «Ερωτικά» του Νερούδα.

Ιδού όμως η επίσης πάνω από αιώνα μετάφραση του Αριστείδη Καψοκέφαλου (1902):

* «Τέτοια φωτιά απ’ τα στόματα κι από τα μάτια βγαίνει / Των κολασμένων, κι από εκεί στα κόκαλά των μπαίνει / Και η Οργή του Άπλαστου βροντά στην κεφαλή τους / Και τους κρατεί κατάδικους στη μαύρη φυλακή τους».

Και τελευταία, εδώ, η πάντα έμμετρη μίμηση Σολωμού του ΓΚ με την πεζή κι ωστόσο ποιητικότατη μετάφραση του Λίνου Πολίτη, ολόφρεσκια πάνω από 60 χρόνια (Ίκαρος, 1960):

* ΓΚ: «Οι δρόμοι / –που ουρανόθεν επέμφθη με βροχές μεγάλες / φθεγμάτων να ποτίσει– επίναν τες ψιχάλες / των ύμνων: Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε! Και η Γνώμη / Εκείνου και η Βουλή Του, η προ των αιώνων, δένει / μάλαμα του Αρχαγγέλου τα άγια, υπάκουα χείλη: Ο Κύριος μετά σου!»

* ΛΠ: «Και το χείλο του που το χρυσώνει θεία λάμψη με τέτοιον ήχο της Μαρίας την ακοή γεμίζει: “Χαίρε, χαίρε, ω Μαρία, όθε οι χάρες όλες αναβρύζουν που το ανθρώπινο θα σώσουν γένος. Ο Κύριος μαζί σου, αιθέρια Νύμφη, που θα σκορπίσεις της αισχρής αμαρτίας την καταχνιά με της αγνιστικής χάρης το άγιο νάμα”».

Πεζή μα ουσιωδώς ποιητική, ξαναλέω, απέναντι σε κακο-ποιητική, πάγια δυστυχώς τακτική, που κρύβεται και μαζί καμαρώνει, όλο «βροχές φθεγμάτων», πίσω από «μιχτότητες» και άλλες συναφείς «θεωρίες», που τάχα εξασφαλίζουν απόλυτο άλλοθι και μόνιμη ασυλία!

Ντροπή, τίποτ’ άλλο!

buzz it!

21/3/21

Κι ο Πειραιάς χτενίζεται…, και ο καθηγητής ομοίως…

 (Εφημερίδα των συντακτών 20 Μαρτ. 2021)

* I love PIRAEUS, λέει· συγκεκριμένα, μια γιγάντια κόκκινη καρδιά και πλάι: PIRAEUS. Το όλον, μια μακρόστενη μαύρη βάση και πάνω της τα πελώρια γράμματα από πλεξιγκλάς, κάτι πλαστικό εν πάση περιπτώσει, συνολικό ύψος γύρω στα δυόμισι μέτρα και μήκος πάνω από δέκα μέτρα! Βάλτε στο γκουγκλ: love Piraeus πινακίδες, να πάρετε μια ιδέα. Θα λείπει ο περιβάλλων χώρος, αυτός που πάντα αναδεικνύεται ή χαντακώνεται από οποιοδήποτε έργο.

Ύβρις, σαν την αψίδα με τους σκουπιδοντενεκέδες, που έγραφα στην προηγούμενη επιφυλλίδα (12/3), το μνημείο για τον ξεριζωμό των Ποντίων, που με τον παρά του μεγαλοεπιχειρηματία Μαρινάκη καπέλωσε την πλατεία Αλεξάνδρας.

Ε, σύμπτωση οπωσδήποτε, αφήνοντας ακριβώς την πλατεία Αλεξάνδρας με κατεύθυνση προς Αθήνα, ξανοίγεται μπροστά σου το τοπίο, θάλασσα, το νησάκι Κουμουνδούρου και πίσω του, στα πόδια του Υμηττού, η ακτή από το Φαληρικό Δέλτα ώς πέρα στη Βουλιαγμένη, εκεί λοιπόν ορθώνεται τώρα μπροστά σου, κλείνοντας δηλαδή ορίζοντα και θέα, η γιγάντια κατασκευή που δηλώνει την αγάπη στον Πιρέους! Και απαλλοτριώνοντας ένα μεγάλο πλάτωμα που σχηματιζόταν, με παγκάκια, γεμάτα πάντα κόσμο, που απολάμβανε το τοπίο.

Κιτς; επαρχιωτισμός; βαρβαρότητα; σταματά ο νους σου. Δεν ξέρω τίνος ιδέα είναι η «εικαστική» αυτή παρέμβαση, υποθέτω του Δήμου και των εργολάβων του, είδα όμως στο γκουγκλ ότι υπάρχει κι άλλο τέτοιο «έργο», στη γέφυρα μπροστά απ’ τον Κεράνη, αισθητά μικρότερο πάντως, και σε σημείο όπου δεν παρεμβαίνει ουσιαστικά στον χώρο. Το φοβερότερο; προβλέπεται, λέει, να στηθούν και άλλες τέτοιες ερωτικές εξομολογήσεις στον Πιρέους, Κύριος οίδε πόσες και πού.

Ρωμαϊκές λοιπόν κατασκευές, που θαμπώνουν τους ιθαγενείς και προπάντων γεμίζουν τσέπες, αντί για ελάχιστα ουσιώδη, να μπει π.χ. καμιά δημόσια τουαλέτα, ιδίως στα αρκετά χιλιόμετρα περίπατο στον παραλιακό, από Καστέλλα, Πασαλιμάνι, Φρεαττύδα κτλ., ή να αντικατασταθούν τα άκρως επικίνδυνα, σπασμένα καπάκια στα φρεάτια του πεζοδρομίου, πάντα στο Πασαλιμάνι, και πλήθος τέτοιες μικροεργασίες, με ασήμαντο εντέλει κόστος.

Δεν εξασφαλίζεται όμως έτσι η δόξα των μεγάλων ευεργετών, ούτε των εκάστοτε εμπνευστών, και πάντα, δεν το ξεχνάμε, των εργολάβων.

 

* Κι ο καθηγητής χτενίζεται… Πώς μου ’ρθε, αλήθεια, να συνδέσω δύο άσχετες μεταξύ τους περιπτώσεις –ίσως το κυνήγι του δημόσιου επαίνου και της δόξας, μέσα από έργα βιτρίνας: του Δήμου, όπως είδαμε στην πρώτη περίπτωση, του καθηγητή τώρα που κυνηγάει με τη μυγοσκοτώστρα τις νεοεισαγόμενες ξένες λέξεις και εκφράσεις, ώσπου έφτασε να γίνει ο περίγελος του άλλου δήμου, των κοινωνικών μέσων.

Αναφέρομαι στον καθηγητή Μπαμπινιώτη, με κάποιες ενοχές, ομολογώ, που υποσχέθηκα τελευταία σχετικό «μενού», δίνοντας πρόγευση το κακογραμμένο δελτίο τύπου για την εκπομπή του με τη Βίκη Φλέσσα «Σε προσκυνώ, γλώσσα»! Όμως, έχει συσσωρευτεί τεράστιο υλικό, και πάλι σε ορεκτικό θα περιοριστούμε.

Έτσι κι αλλιώς, να ασχοληθείς σήμερα με τον Μπαμπινιώτη είναι σαν να κλέβεις εκκλησία: «δρυός πεσούσης…» ή οπωσδήποτε «πιπτούσης», λέω μόνος μου στον εαυτό μου, καθώς ανέλαβε ο ίδιος πια την κατεδάφισή του, με την αυτογελοιοποίησή του.

Στο κυνήγι λοιπόν των ξένων λέξεων, θύμα κι αυτός της ευκολίας των κοινωνικών μέσων, μαζί και της βουλιμικής εγωπάθειάς του, έβγαζε κι από έναν φετφά τη μέρα, προγράφοντας τη μια ξένη λέξη μετά την άλλη, χτυπώντας και το πόδι κάτω, σαν κακιασμένο μικρό παιδί: «και τώρα click away, καλά να πάθετε!»

Η υπερέκθεση στάθηκε μοιραία, τον έμαθαν κι όσοι δεν τον ήξεραν, και ξεκίνησε η καζούρα. Έχασε, όπως πάντα, τον έλεγχο ο καθηγητής, κι άρχισαν να του φεύγουν δεξιά αριστερά ασυνταξίες, ελληνικούρες κ.ά. Από τα πιο ωραία, όταν θέλησε να ειρωνευτεί τους σχολιαστές του, αποκαλώντας τους: «εραστές της γλωσσικής πλάκας, που βρίθουν στη χώρα μας». Τον διόρθωσε (= η χώρα βρίθει...) ο Παντελής Μπουκάλας, απάντησε ανερυθρίαστος ο καθηγητής, ανταπάντησε ο Μπουκάλας, μόκο ο καθηγητής (θα τα δούμε εκτενέστερα όλα αυτά, το ξαναϋπόσχομαι).

Τελευταία ανασύρθηκε ένα παλιό του σχόλιο υμνητικό για την ερμηνεία του Λιγνάδη σε τραγωδία μεταφρασμένη από τον αδερφό Λιγνάδη, όπου είδε ο καθηγητής τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του, και μίλησε για «γλώσσα ορθά εξενεγμένη»: τον περιέλαβε, άλλη μια φορά, ο Ν. Σαραντάκος (20/2), επισημαίνοντας συν τοις άλλοις πως το εξίσου απροσδιόνυσο σωστό είναι «εξενηνεγμένη»!

Ώστε «γλώσσα εξενεγμένη»! Η γελοιοποίηση δηλαδή της γλώσσας στην οποία επιδίδεται καμαρωτός καμαρωτός ο καθηγητής, μαζί με τη διόλου ολιγομελή χορεία των αρχαιοπαρμένων, που ανασύρουν αδρανείς από αιώνες λέξεις για να κοσμήσουν τον λόγο τους, κι ας είναι, οι άλλοτε πολύτιμες, σκέτη γραφικότητα πλέον.

Αυτήν όμως τη δόξα, προπάντων τη διαφορά από την πλέμπα, επιζητούν μανιωδώς οι αρχαιοπαρμένοι, οι κακοποιητές ουσιαστικά της γλώσσας, οι μισόγλωσσοι.

buzz it!