Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Β Εκκλησιαστικού Γυμνασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Β Εκκλησιαστικού Γυμνασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2025

Η διάταξη των εικόνων μέσα στον ορθόδοξο χριστιανικό Ναό

 Οι εικονογραφικοί κύκλοι 

 Με τον όρο «εικονογραφικοί κύκλοι», ονομάζονται οι ομάδες κατάταξης των εικονογραφικών παραστάσεων του βυζαντινού Ναού, που αφορούν στον βίο του Χριστού, της Θεοτόκου και των Αγίων. Επειδή τα θέματα που αναπτύχθηκαν προσέλαβαν είτε δογματική σημασία είτε λειτουργική είτε ιστορική, διαιρούνται στους αντίστοιχους κύκλους. 

α) Ο Δογματικός κύκλος περιλαμβάνει τις παραστάσεις:

 1) του Ιησού ως Διδασκάλου στην κεντρική είσοδο του κυρίως Ναού, που ευλογεί με το δεξί χέρι, ενώ με το αριστερό κρατά ανοιχτό Ευαγγέλιο, πάνω στο οποίο υπάρχει η επιγραφή «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή.. ἐγώ εἰμί ἡ θύρα .. τὸ φῶς τοῦ κόσμου», 

2) τον Παντοκράτορα στον τρούλο, ο οποίος περιστοιχίζεται από ουράνιες δυνάμεις, ενώ με το αριστερό του χέρι κρατά το Ευαγγέλιο και με το δεξί ευλογεί, 

3) των προφητών ανάμεσα στα παράθυρα του τυμπάνου του τρούλου, οι οποίοι ανήγγειλαν τον Ιησού ως Μεσσία, 

4) των τεσσάρων Ευαγγελιστών στα σφαιρικά τρίγωνα του τρούλου, οι οποίοι διέδωσαν τον λόγο του Χριστού,


 5) της Πλατυτέρας στην κόγχη του ιερού, ένθρονης με τον Ιησού βρέφος στην αγκαλιά Της, ως της γέφυρας που ένωσε τη γη με τον ουρανό, 

6) της Αγίας Τριάδος με τη συμβολική παράσταση της φιλοξενίας του Αβραάμ, πάνω στο ημικύκλιο του ιερού,

 7) της Ετοιμασίας του Θρόνου, πάνω στον οποίο υπάρχει το Ευαγγέλιο και το Άγιο Πνεύμα ως περιστερά, κάτω από την Αγία Τριάδα, που συμβολίζεται η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. 

  β) Ο Λειτουργικός κύκλος. Σύμφωνα με τον κύκλο αυτόν, στο χώρο του ιερού Βήματος εικονίζονται: 

1) η Θεία Λειτουργία των Αγγέλων που αποτελεί μια παράσταση ιδεώδους τέλεσης της Θείας Λειτουργίας στον ουρανό, κατά την οποία, τα Τίμια Δώρα μεταφέρονται με πομπή Αγγέλων, οι οποίοι φορούν τα ιερά άμφια των διακόνων, και παραδίδονται στα χέρια του «ιερουργούντος εαυτόν» Μεγάλου Αρχιερέα, 

2) η Μετάληψη των Αποστόλων από τον Χριστό, όπου ο Χριστός εικονίζεται να μεταδίδει από τη μια μεριά το Σώμα του και από την άλλη το Αίμα του στους Αποστόλους, οι οποίοι αποτυπώνονται ή σε παράταξη ή σε ομάδες και με τον φόβο (δέος) ζωγραφισμένο στην έκφρασή τους,

 3) οι μορφές των Μεγάλων Ιεραρχών, κάτω από την Παναγία στην κόγχη (Μ. Βασιλείου, Ι. Χρυσοστόμου, Γρηγορίου Θεολόγου, Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Μ. Αθανασίου κ.ά.), οι οποίοι κρατούν λειτουργικά ειλητάρια, 


4) στην πρόθεση ιστορείται η «Άκρα Ταπείνωση», δηλαδή, ο Χριστός προβάλλει μέσα από σαρκοφάγο με τα χέρια Του δεμένα και έχοντας από τις δυο μεριές τα σύμβολα του Πάθους («ο τύπος των ήλων»), 5) στο Διακονικό, εικονίζονται Άγγελοι, Προφήτες κ.ά. 

 γ) Ο Ιστορικός κύκλος

Σύμφωνα με τον κύκλο αυτόν, στις καμάρες και στους τοίχους του κυρίως Ναού ζωγραφίζονται παραστάσεις από την ιστορία της Εκκλησίας: 

1) σκηνές από τη ζωή του Χριστού, (Γέννηση, Βάπτιση, Σταύρωση, Ανάσταση, Ανάληψη), σκηνές θαυμάτων, 

2) σκηνές από τη ζωή της Θεοτόκου, (Γέννηση, Εισόδια, Κοίμηση), 

3) σκηνές από τη ζωή των Αγίων, (μαρτύρια, θαύματα), κλπ. και 


4) προσωπογραφίες αγίων ανδρών (νότιος τοίχος) και γυναικών (βόρειος τοίχος). Σε αυτόν τον εικονογραφικό κύκλο ανήκουν και οι εικόνες του τέμπλου

ii. Οι εικόνες του τέμπλου Το εικονοστάσιο ή τέμπλο είναι ένα αρχιτεκτονικό κατασκεύασμα, το οποίο χωρίζει τον κυρίως Ναό από το Ιερό Βήμα. Η λέξη προέρχεται από την λατινική λέξη templum που σημαίνει τέμενος, δη λαδή χώρος ιερός, διακριτός από κάποιον άλλο και προοριζόμενος για τη λατρεία του Θεού. 

Η διάταξη των εικόνων στο τέμπλο είναι πάντα η εξής: 

α) στο δεξί μέρος της Ωραίας Πύλης βρίσκεται η εικόνα του Χριστού, 

β) στο αριστερό μέρος της Ωραίας Πύλης βρίσκεται η εικόνα της Παναγίας με τον Κύριο στις άχραντες αγκάλες της, η οποία ως η στοργική μητέρα του κόσμου, δέεται για τους πιστούς\ γ) δίπλα και αριστερά από την Παναγία υπάρχει η εικόνα του αγίου/αγίας ή παράσταση Δεσποτικής ή Θεομητορικής εορτής, που είναι αφιερωμένος ο συγκεκριμένος Ναός, 

δ) δίπλα και δεξιά από τον Χριστό, βρίσκεται η εικόνα του Ιωάννη του Πρόδρομου. Στις πλαϊνές πόρτες του τέμπλου υπάρχουν οι μορφές των αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ. Πάνω από την Ωραία Πύλη υπάρχει η παράσταση του Μυστικού Δείπνου μαζί με τις εικόνες του Δωδεκάορτου, δηλαδή, τις δώδεκα πιο σημαντικές εορτές του λειτουργικού έτους (Ευαγγελισμός, Γέννηση, Υπαπαντή, Βάπτιση, Μεταμόρφωση, Βαϊοφόρος, Έγερση του Λαζάρου, Σταύρωση, Ανάσταση, Ανάληψη, Κοίμηση της Θεοτόκου, Πεντηκοστή). Στην Ωραία Πύλη τοποθετούνται, στο μεν παραπέτασμα η εικόνα του Χριστού ως Μεγάλου Αρχιερέα, ενώ στο κάτω μέρος (στα βημόθυρα) τοποθετείται η απεικόνιση του Ευαγγελισμού ή των Δαυίδ και Σολομώντα ή των κορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, ή των τεσσάρων Ευαγγελιστών. 

«Τη αμόλυντη εικόνα σου προσκυνούμε, αγαθέ, ζητώντας να μας συγχωρήσεις για τα πταίσματά μας, Χριστέ και Θεέ μας· γιατί με τη θέλησή σου καταδέχτηκες να ανεβείς στο Σταυρό, για να λυτρώσεις από τη δουλεία του εχθρού (διαβόλου) αυτούς που έπλασες· γι’ αυτό ευχαρίστως σου φωνάζουμε· εσύ γέμισες τα πάντα με χαρά, εσύ που είσαι ο Σωτήρας μας· αφού γι᾽ αυτό ήρθες, για να σώσεις τον κόσμο». Απολυτίκιο Κυριακής της Ορθοδοξίας. 

  Ενδεικτικές Δραστηριότητες 

 1η Δραστηριότητα Καταιγισμός ιδεών με τη λέξη «Αγιογραφία». 

 2η Δραστηριότητα Διαβάζουμε τα κείμενα που ακολουθούν. Ποια επιχειρήματα χρησιμοποεί ο Φ. Κόντογλου, ώστε να διαχωρίσει τις αγιογραφίες από τις «ζωγραφιές»;

 «Η πάντιμος τέχνη της εικονογραφίας της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, είναι μία ιερά τέχνη και λειτουργική, όπως είναι όλαι αι εκκλησιαστικαί τέχναι, όπου έχουν σκοπόν πνευματικόν. Η λειτουργική εικών έχει θεολογικήν έννοιαν. Δεν εί ναι μια ζωγραφιά όπου γίνεται δια να τέρπει τους οφθαλμούς μας, ή ακόμα για να μας ενθυμίζει απλώς τα άγια πρόσωπα, όπως γίνεται με τας εικόνας όπου έχομεν δια να φέρνωμεν εις την μνήμην μας τους αγαπημένους συγγενείς και φίλους μας, αλλά είναι κατά τέτοιον τρόπον ζωγραφισμένη, ώστε να μας υψώνει από τον φθαρ τόν τούτον κόσμον, και να μας κάμνει να οσφρανθώμεν εκείνον τον καινόν αέρα της Βασιλείας του Θεού. Δια τούτο δεν έχει καμμίαν ομοιότητα με τας ζωγραφίας όπου παριστάνουν με υλικόν τρόπον κάποια πρόσωπα, ακόμα και Αγίους, όπως γίνεται εις την θρησκευτικήν τέχνην της Δύσεως. Εις την λειτουργικήν εικόνα, τα άγια πρόσωπα εικονίζονται εν αφθαρσία». Φ. Κόντογλου, «Εισαγωγή στην ορθόδοξη Εικονογραφία».

3η Δραστηριότητα Μελέτη περίπτωσης: Εκπρόσωποι της Βυζαντινής Αγιογραφίας. Βρίσκουμε πληροφορίες για τους εκπροσώπους της Μακεδονικής σχολής, της Κρητικής σχολής, του φαγιούμ, τον Ευαγγελιστή Λουκά, τον Στέφανο Μοναχό, τον Όσιο Αλύπιο, τον Μανουήλ Πανσέληνο, τον Όσιο Ανδρέα Ρουμπλιώφ, τον Θεοφάνη τον εκ Κρήτης, τον Φώτη Κόντογλου κ.ά. (βλ. http:// photodentro.edu.gr/aggregator/lo/photodentro-aggregatedcontent-8526-4731). 

4η Δραστηριότητα Ιστοεξερεύνηση: Ερευνούμε την ποικιλία, το περιεχόμενο, και την τεχνική των αγιογραφιών σε διάφορα θρησκευτικά μνημεία (Μετέωρα, Άγ. Όρος, μονή Στουδίου, μονή Οσ. Λουκά Βοιωτί ας, Μονή Δαφνίου, Αγ. Σοφία Κων/λεως). 

 5η Δραστηριότητα TPS με θέμα: Ερευνώντας τη σημασία των συμβόλων των κατακομβών.

 6η Δραστηριότητα Σπαζοκεφαλιά με εικόνες: Ο καθηγητής μας δίνει μικρές εικόνες και καλούμαστε να τις τοποθετήσουμε σωστά μέσα σε έναν «εικονικό» ναό.

 7η Δραστηριότητα Αποδίδουμε με σκίτσα διάφορα σύμβολα των κατακομβών. Γράφουμε μια φράση κάτω από το καθένα.

 8η Δραστηριότητα Δημιουργούμε ένα πόστερ με θέμα τις διαφορές μεταξύ των αγιογραφικών τεχνοτροπιών. 

 9η Δραστηριότητα Διαβάζουμε το παρακάτω κείμενο και παρατηρούμε την εικόνα. Γιατί το πρόσωπο του Θεού  εικονίζεται, ενώ σύμφωνα με τον Ι. Δαμασκηνό αυτό αποτελεί αμαρτία; Από πού έχει ληφθεί η πληροφορία για την εικονιζόμενη αυτή μορφή του Θεού;

 «Αν φτιάχναμε την εικόνα του αόρατου Θεού, πράγματι θα αμαρτάναμε· γιατί είναι αδύνατο να εικονιστεί το ασώματο και το ασχημάτιστο και το αόρατο και το απερίγραπτο. Και πάλι· αν φτιάχναμε εικόνες ανθρώπων και τις εκλαμβάναμε για θεούς και τις λατρεύαμε, πράγματι θα ήμασταν ασεβείς. Αλλά τίποτα απ’ αυτά δεν κάναμε. Γιατί, εφόσον ο Θεός σαρκώθηκε και φανερώθηκε στη γη με τη σάρκα και επικοινώνησε με τους ανθρώπους και έλαβε φύση και μέγεθος και σχήμα και χρώμα σάρκας, φτιάχνοντας την εικόνα Του δεν κάνουμε σφάλμα· γιατί ποθούμε να δούμε τη μορφή Του, όπως λέει ο θείος απόστολος· “Τώρα βλέπουμε τον Θεό μέσα σε καθρέφτη και θαμπά” (Α´ Κορ. 13, 12). Και η εικόνα είναι καθρέφτης και αίνιγμα που ταιριάζει στην παχύτητα του σώματός μας, γιατί όσο και να μοχθήσει ο νους δεν μπορεί να ξεπεράσει τα σωματικά όρια, όπως λέγει ο θείος Γρηγόριος (Λόγος 28, 13)». Ι. Δαμασκηνού, Προς τους διαβάλλοντας τα αγίας εικόνας 2, 5 (μετάφραση Ν. Ματσούκα, Θεσσαλονίκη, Πουρναράς, 1988, σ. 257). 

10η Δραστηριότητα Επισκεπτόμαστε έναν ορθόδοξο αγιογράφο στο εργαστήριό του. Μας παρουσιάζει τον χώρο εργασίας του, τα βήματα της αγιογράφησης μιας εικόνας, τα υλικά, την τεχνική, τα χρώματα και τα πρότυπα που ακολουθεί. 

11η Δραστηριότητα Επισκεπτόμαστε έναν Ναό. Παρατηρούμε και συζητούμε για τους αγιογραφικούς κύκλους. 

Πηγή: Γεώργιος Φίλιας, Δημήτριος Χοϊλούς, Κωνσταντίνος Πρέντος,Λειτουργική Ζωή της Εκκλησίας Β´ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ, σελ: 161-166

Η εικονογραφία του Ναού


Η εικόνα στην ορθόδοξη παράδοση 

 Η προσκύνηση των εικόνων κατέχει εξέχουσα και σημαντική θέση στην παράδοση της ορθόδοξης Εκκλησίας. Για την ορθόδοξη θεολογία, οι εικόνες αποτελούν λατρευτικό μέσο, με στόχο την ενίσχυση της βιωματικής σχέσης και επαφής του πιστού με τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Συνεπώς, με τις ιερές εικόνες δεν επιδιώκουμε μια απλή απεικόνιση, μια διακόσμηση ή ακόμη μια εικονογράφηση προσώπων και γεγονότων της Αγίας Γραφής. Ο σημαντικός ρόλος της εικόνας φαίνεται έντονα στο πέρασμα της ιστορίας, με τον αγώνα της Εκκλησίας εναντίον της ειδωλολατρίας και των αιρέσεων και, ιδιαιτέρως, με τον μεγάλο αριθμό μαρτύρων και ομολογητών κατά τη διάρκεια της εικονομαχικής περιόδου (8ος-9ος αι.). Η διαφορά δε, της εικόνας από το είδωλο είναι ότι στην εικόνα, το εικονιζόμενο πρόσωπο είναι υπαρκτό, σε αντίθεση με το είδωλο ή το ξόανο, που το πρωτότυπο είναι φανταστικό και ανύπαρκτο.

Τα σύμβολα των κατακομβών 

 Οι πρώτοι Χριστιανοί έθαβαν τους νεκρούς τους στα δημόσια νεκροταφεία. Από τα μέσα του 2ου μ.Χ. αι. ξεκίνησε η χρήση υπόγειων τόπων ταφής των νεκρών, που ονομάζονταν κατακόμβες. Οι τοίχοι των κατακομβών συχνά ήταν διακοσμημένοι με σύμβολα ή παραστάσεις. Τα θέματά τους ήταν συμβολικά ή/και δάνεια από την εθνική και χριστιανική παράδοση. Αυτή η  ζωγραφική αποτελεί την πρώιμη μνημειακή ζωγραφική του Χριστιανισμού. Μερικά από τα θέματα με τα οποία κοσμούνταν οι κατακόμβες ήταν η ελιά (δηλώνει την ειρήνη), το αμπέλι [δηλώνει τον Χριστό, «εγώ ειμί η άμπελος» (Ιω.15, 1), αλλά και το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας], το πτηνό φοίνικας (δηλώνει τη νίκη κατά του θανάτου) και το ελάφι (δηλώνει τον πόθο της ψυχής μας προς τον Χριστό). Έχουμε, επίσης, αντικείμενα, όπως τον φάρο (δηλώνει τη σωτηρία από το ναυάγιο της ζωής), το πλοίο (δηλώνει την Εκκλησία) και την άγκυρα (αποτελεί σύμβολο ελπίδας)· αλλά και εξωβιβλικά σύμβολα, όπως η Δεομένη Μορφή σε στάση προσευχής, ο ΙΧΘΥΣ, σύμβολο της ακροστιχίδας «Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ», η Κιβωτός του Νώε (συμβολίζει την Εκκλησία), η θυσία του Αβραάμ (συμβολίζει την σταύρωση του Χριστού), ο Μωυσής και η καιόμενη βάτος (συμβολίζουν την Παναγία), οι Τρεις Παίδες στην κάμινο (συμβολίζουν την Ανάσταση) κ.ά. 

 Η εκκλησιαστική παράδοση αναφέρει ότι η πρώτη εικόνα, με την έννοια της αναπαράστασης, έγινε από τον ίδιο τον Χριστό και μάλιστα αχειροποίητη. Αυτή η πρώτη αχειροποίητη εικόνα του Χριστού είναι το Άγιο Μανδήλιο που δόθηκε ως δώρο στον Aύγαρο, βασιλιά της Έδεσσας στην Μεσοποταμία. Η παράδοση αναφέρει τον Ευαγγελιστή Λουκά ως τον πρώτο αγιογράφο τριών εικόνων (από κερί, μαστίχα και χρώμα), της Υπεραγίας Θεοτόκου. Από αυτές τις τρεις άγιες εικόνες, η μία βρίσκεται στην Πελοπόννησο, στην Ιερά Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου, η δεύτερη στη Ρωσία και η τρίτη στην Κύπρο, στην Ιερά Μονή Κύκκου. 

 Η τέχνη της αγιογραφίας H αγιογραφία είναι η τέχνη της απεικόνισης ιερών προσώπων ή θρησκευτικών σκηνών. Οι αγιογραφίες αντλούν τα θέματά τους από τη ζωή της Εκκλησίας και κυρίως από τα συναξάρια των αγίων. Στόχος της ορθόδοξης αγιογραφίας δεν είναι η φωτογραφική αποτύπωση των προσώπων, αλλά, κυρίως, η πνευματική σημειολογία. Μέσα από την εικόνα, ο πιστός δημιουργεί μια  ιδιαίτερη «σχέση» και επαφή με το τον Θεό και τους αγίους Του. Γι΄αυτό και παρατηρούμε πως υπάρχουν διαφορετικές απεικονίσεις για τον ίδιο τον άγιο ή τον Χριστό, αν και υπάρχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά για κάθε εικονιζόμενο πρόσωπο και τόπο. Στην αγιογραφία, τα πρόσωπα φανερώνουν μια μυστική πραγματικότητα, γι’ αυτό και η εικόνα μοιάζει με το πρωτότυπο, αλλά και διαφέρει από αυτό. Η εικόνα δημιουργεί μια αίσθηση ζωντανής παρουσίας και φέρνει τον πιστό σε προσωπική σχέση και επαφή με την υπόσταση του εικονιζόμενου. Μια ιερή εικόνα δεν θεωρείται ως ένα απλό έργο τέχνης ή ένας θρησκευτικός πίνακας, αλλά είναι ένα μέσο, με το οποίο ο άνθρωπος μπορεί να βοηθηθεί στον πνευματικό του αγώνα. Συνεπώς, όταν προσκυνούμε μια εικόνα, η τιμή δεν απευθύνεται στο υλικό της, αλλά σύμφωνα με τον Μ. Βασίλειο «επί το πρωτότυπον διαβαίνει».

Πηγή: Γεώργιος Φίλιας, Δημήτριος Χοϊλούς, Κωνσταντίνος Πρέντος,Λειτουργική Ζωή της Εκκλησίας Β´ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ, σελ: 159- 161 

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025

Το υλικό κέντρο της Λατρείας (η αρχιτεκτονική του Ναού)

Γένεση και διαμόρφωση του ορθόδοξου χριστιανικού Ναού 

Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια, οι πιστοί συγκεντρώνονταν σε σπίτια και ιδιωτικούς χώρους για να ακούσουν το κήρυγμα των Αποστόλων και να λάβουν μέρος στη Θεία Ευχαριστία και στις Αγάπες. Αυτό κράτησε για τρεις περίπου αιώνες, των οποίων κυρίαρχο στοιχείο ήταν οι διωγμοί και σφραγίδα τους το αίμα των μαρτύρων. Μετά το τέλος των διωγμών, η ελευθερία του κηρύγματος είχε ως φυσικό επακόλουθο τον πολλαπλασιασμό των πιστών και τότε, γύρω στον 4ο μ.Χ. αιώνα, ανέκυψε η ανάγκη ευρύχωρων κτιρίων για τις συγκεντρώσεις τους και την τέλεση της Λατρείας. 

i. Ο Ναός ως χώρος τέλεσης της Λατρείας 

 Οι Χριστιανοί από τους πρώτους αιώνες επέδειξαν ιδιαίτερη μέριμνα για τους χώρους τελέσεως του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Ο χώρος, στον οποίο οι χριστιανοί συναθροίζονται για την Λατρεία του Θεού, είναι ο ιερός Ναός. Η ονομασία του προέρχεται από το ρήμα «ναίω» (=κατοικώ) και παραπέμπει σε μεγαλοπρεπή κατοικία. Στον Χριστιανισμό, ο Ναός δεν έχει την έννοια της αποκλειστικής κατοικίας του Θεού, αλλά είναι ο τόπος της Λατρείας και της ιδιαίτερης και φανερής παρουσίας Του. Είναι στενά συνδεδεμένος με τη ζωή της Εκκλησίας και ιδιαίτερα με την ευχαριστιακή σύναξη, η οποία, είναι η κυριότερη σωτηριώδης πράξη της.

 ii Οι πρώτοι Ναοί των Χριστιανών-κατακόμβες 

Κατά την εποχή των διωγμών, οι χριστιανικές συνάξεις γινόταν μυστικά τη νύχτα σε απόμερες οικίες, στην ύπαιθρο, σε σπήλαια και κυρίως στις κατακόμβες. Οι κατακόμβες ήταν υπόγειες, βαθιές δαιδαλώδεις στοές, στις οποίες θάβονταν οι νεκροί για εξοικονόμηση χώρου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι κατακόμβες ήταν ιδιωτικά κοιμητήρια εύπορων χριστιανών, όπως για παράδειγμα η κατακόμβη της αγίας Δομιτίλης στη Ρώμη, (αρχές του 2ου αιώνα)· το ίδιο και οι κατακόμβες του αγίου Καλλίστου, του Πραιτεξτάτου, του αγίου Σεβαστιανού, της Μήλου, κ.ά. Οι κατακόμβες δεν προσφέρονταν, βεβαίως, για τακτικές λατρευτικές συνάξεις, εξαιτίας της στενότητας του χώρου και της αποπνικτικής ατμόσφαιρας του υπογείου τάφου. Αυτό γινόταν σε έκτακτες περιπτώσεις εξάρσεων των σκληρών διωγμών.

 Ναοδομία 

 i. Ρυθμοί των Ναών 

 Η χριστιανική ναοδομία δημιούργησε διάφορους ρυθμούς ναών. Πρώτος χρησιμοποιήθηκε ο ρυθμός της χριστιανικής βασιλικής. Οι χριστιανικές βασιλικές ήταν ορθογώνια κτίρια που διαιρούνταν εσωτερικά σε κλίτη. Τα κλίτη των βασιλικών ήταν τρία, πέντε, επτά, μέχρι και εννέα, με το μεσαίο κλίτος να είναι το πιο ευρύχωρο και υψηλότερο. Τα κλίτη χωρίζονταν μεταξύ τους με κίονες και κατέληγαν σε περίτεχνα κορινθιακά κιονόκρανα, ενώ τα κενά μεταξύ των κιονοκράνων ενώνονταν συνήθως με τόξα. Πάνω από τα κλίτη σχηματίζονταν υπερώα, τα οποία χρησιμοποιούνταν ως γυναικωνίτες. Στο ανατολικό μέρος του μεσαίου κλίτους βρισκόταν το ιερό Bήμα. Αρχιτεκτονικό παράδειγμα χριστιανικής Βασιλικής αποτελεί ο ιερός Ναός του Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης. Παράλληλα εμφανίστηκε και ο περίκεντρος ρυθμός (Ροτόντα), κυρίως για βαπτιστήρια και μαρτύρια, δηλαδή για τα οικοδομήματα που κτίζονταν επάνω στους τάφους των μαρτύρων. Πρόκειται για κυκλικά ή οκταγωνικά, συνήθως, κτίρια, με ξύλινη στέγαση και τονισμένους τους κατακόρυφους άξονές τους, προκειμένου να προσδώσουν στους πιστούς μια αίσθηση συγκέντρωσης, ηρεμίας και ψυχικής ανάτασης. Το ιερό τοποθετείται υποχρεωτικά στο κέντρο του Ναού, προκειμένου όλοι οι μετέχοντες στη θεία Λατρεία να έχουν οπτική όσων τελούνται εκεί, θυμίζοντας σκηνή θεάτρου τοποθετημένη στο κέντρο μιας κυκλικής αίθουσας. Δείγμα περί κεντρου ρυθμού είναι ο Ναός του αγίου Γεωργίου στη Θεσσαλονίκη . Ο συνδυασμός των δύο παραπάνω ρυθμών οδήγησε στην εμφάνιση της βασιλικής με τρούλο. Σημαντική καινοτομία του ρυθμού αυτού αποτέλεσε η στήριξη του μεγάλου σε διαστάσεις τρούλου σε τέσσερα σφαιρικά τρίγωνα, ικανά να αντέξουν το βάρος του. Ο Ναός της Αγίας του Θεού Σοφί ας στην Κωνσταντινούπολη, αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα βασιλικής μετά τρούλου και είναι ο αριστουργηματικότερος βυζαντινός Ναός όλων των εποχών. Εξέλιξη της βασιλικής με τρούλο αποτελεί ο σταυροειδής   με τρούλο Ναός, που κυριαρχεί από τον 11ο μ.Χ. αιώνα. Στον ρυθμό αυτό, η στέγη διαμορφώνεται σε σχήμα σταυρού, στο κέντρο του οποίου, υψώνεται ο τρούλος επάνω σε τέσσερις κολώνες. 


 ii Τα μέρη του Ναού Ο χριστιανικός Ναός διαιρείται σε τρία μέρη: τον Νάρθηκα, τον κυρίως Ναό και το Ιερό ή Άγιο Βήμα  

Ο Πρόναος ή Νάρθηκας βρίσκεται στο δυτικό άκρο του Ναού. Έχει σχήμα στενόμακρο και επικοινωνεί με τον κυρίως Ναό με τρεις θύρες, από τις οποίες η μεσαία ονομάζεται βασιλική πύλη. Στον Νάρθηκα στέκονταν αρχικά οι κατηχούμενοι και οι μετανοούντες πιστοί. Σήμερα, που δεν υπάρχουν ενήλικοι κατηχούμενοι, ο χώρος αυτός χρησιμεύει για τα προσκυνητάρια, το παγκάρι, τα μανουάλια και το κουτί με τις δωρεές προς τους φτωχούς (το αρχαίο γαζοφυλάκιο).

 Ο κυρίως Ναός βρίσκεται ανάμεσα στο νάρθηκα και στο Ιερό Βήμα και είναι το μεγαλύτερο μέρος του Ναού. Με τον κυρίως Ναό συνδέονται ο γυναικωνίτης και το τέμπλο. Στον κυρίως Ναό υπάρχουν: i) Ο σολέας (από τη λατινική λέξη solum=έδαφος), ο οποίος αποτελεί το μέρος μπροστά από το Ιερό Βήμα που είναι συνήθως υπερυψωμένο και χωρίζεται, πολλές φορές, με κάγκελα από τον υπόλοιπο χώρο,


 ii) Ο αρχιερατικός θρόνος, ο οποίος βρίσκεται στο δεξιό μέρος του κεντρικού κλίτους, λίγο πριν το δεξιό αναλόγιο. Στην αρχή βρίσκονταν πίσω από την Αγία Τράπεζα, μεταφέρθηκε δε στην σημερινή του θέση μετά από την επικράτηση του υψηλού τέμπλου,

 iii) Ο άμβωνας, που βρίσκεται στο αριστερό μέρος του κεντρικού κλίτους και
είναι το βήμα, από το οποίο διαβάζεται το Ευαγγέλιο και γίνεται το κήρυγμα, 

 


iv) Τα αναλόγια, που εμφανίστηκαν μετά την επικράτηση της αντιφωνικής ψαλμωδίας και είναι ο χώρος, στον οποίο βρίσκονται οι χοροί των ιεροψαλτών,

 v)Τα στασίδια, που είναι ξύλινα καθίσματα προσαρμοσμένα στους τοίχους του Ναού και κατασκευασμένα έτσι, ώστε να μπορεί κάποιος να στέκεται όρθιος στηρίζοντας τους αγκώνες του στα πλάγια στηρίγματα, vi) Ο γυναικωνίτης, που βρίσκεται πάνω από τον Νάρθηκα, στα πλάγια κλίτη και αποτελεί το ιδιαίτερο μέρος του ναού, στο οποίο στέκονται οι γυναίκες,

 

 

 

 vii) Το τέμπλο ή εικονοστάσι, που είναι το διάφραγμα, το οποίο,


χωρίζει τον κυρίως Ναό από τον Ιερό. Στο Τέμπλο υπάρχουν τρείς θύρες· η μεσαία οδηγεί στην Αγία Τράπεζα και ονομάζεται Ωραία Πύλη. Το ιερό Βήμα είναι το ιερότερο μέρος του Ναού και βρίσκεται ψηλότερα από τον υπόλοιπο Ναό. Βρίσκεται πάντοτε ανατολικά για να θυμίζει τον Παράδεισο. Λέγεται και Πρεσβυτέριο ή Άβατο, γιατί σε αυτό επιτρέπεται να μπαίνουν μονάχα οι ιερείς. Στο Άγιο Βήμα βρίσκονται:

 i) Η Αγία Τράπεζα, που είναι στο κέντρο του Ιερού Βήματος και συνήθως είναι τετράγωνη και μαρμάρινη. Ονομάζεται «Τράπεζα», γιατί σε αυτήν παρατίθεται πνευματική τροφή και «Θυσιαστήριο», γιατί πάνω της τελείται η αναίμακτη Θυσία,

 ii) Το Σύνθρονο, που είναι πίσω από την Αγία Τράπεζα και αποτελείται από μια σειρά καθισμάτων για τους πρεσβυτέρους με τον Επίσκοπο στην μέση,

 iii) Η αγία Πρόθεση ή Προσκομιδή, μια μικρή μαρμάρινη τράπεζα αριστερά της Αγίας Τράπεζας και χρησιμεύει για την προετοιμασία των Τιμίων Δώρων για τη Θ. Ευχαριστία,

 iii) Το σκευοφυλάκιο ή διακονικό, που βρίσκεται στο δεξιό μέρος του Ναού και χρησιμεύει για τη φύλαξη σκευών και αμφίων


 Ο συμβολισμός του ορθόδοξου χριστιανικού Ναού 

 Ο Ναός κατέχει σημαντική θέση μέσα στη ζωή της εκκλησιαστικής κοινότητας, ιδιαίτερα με τους συμβολισμούς, με τους οποίους είναι πλήρης. Αποτελεί μια «εν σμικρώ» (μικρή) απεικόνιση του συνόλου της ορατής και αόρατης δημιουργίας του Θεού. Μέσα σε αυτόν, οι πιστοί, μπορούν να αισθανθούν και να κατανοήσουν αλήθειες που δεν γίνονται αντιληπτές με τις ανθρώπινες αισθήσεις. Ο τρούλος συμβολίζει τον ουρανό και γι’ αυτό εικονίζεται σε αυτόν ο Παντοκράτωρ Χριστός, οι άγγελοι, οι προφήτες και οι άγιοι της πίστεως. Τα κανδήλια και οι πολυέλαιοι συμβολίζουν τα άστρα του ουράνιου θόλου. Το άγιο Βήμα συμβολίζει τον Παράδεισο, την άνω Ιερουσαλήμ (Αποκ. 21,2), μέσα στον οποίο τελείται ακατάπαυστα η ουράνια Θεία Λειτουργία, με λειτουργούς τους αγγέλους. Η αγία Τράπεζα συμβολίζει τον Θρόνο του Εσφαγμένου Αρνίου (Αποκ. 22,3). Οι ιερείς συμβολίζουν τους αγίους αγγέλους, τα λειτουργικά πνεύματα του Θεού (Εβρ. 1,14). Η γη συμβολίζεται με το δάπεδο του Ναού. Εκεί στέκονται οι πιστοί και ατενίζουν τον ουρανό (θόλο), τον Παράδεισο (ιερό βήμα) και τους εικονιζόμενος αγίους.

 «Ο Ναός επιτελεί ένα σημαντικό ρόλο στη ζωή της Εκκλησίας. Είναι στενά συν δεδεμένος με τη ζωή της Εκκλησίας και ιδιαίτερα με την ευχαριστιακή σύναξη, η οποία είναι η κυριότερη σωτηριώδης πράξη της. Εκτός από αυτό, όμως, η σημασία του Ναού για τους πιστούς έχει και βαθύτερες συμβολικές προεκτάσεις. Σύμφωνα με τη Θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας μας, όλες οι ενδοκοσμικές πραγματικότητες, εκτός από την αισθητή τους διάσταση, έχουν και μία υπεραισθητή και μυστική διάσταση. Ο ορθόδοξος Ναός δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Η τεράστια σημασία που έχει για τη ζωή της Εκκλησίας έδωσε την αφορμή για σημαντικούς συμβολισμούς, χρήσιμους για την αναγωγή του πιστού σε υψηλές υπεραισθητές εμπειρίες. Ο ορθόδοξος Ναός είναι μία μικρογραφία του σύμπα ντος κόσμου (ορατού και αόρατου). Είναι ένα ορατό σύμβολο εκείνου που δεν μπορούν να δουν τα ανθρώπινα μάτια». Από την ιστοσελίδα

 Πηγή:Γεώργιος Φίλιας, Δημήτριος Χοϊλούς, Κωνσταντίνος Πρέντος,Λειτουργική Ζωή της Εκκλησίας Β´ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ, σελ: 151-158

 

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2025

Το εκκλησιαστικό ημερολόγιο ( Ίνδικτος)

Τα Ιουδαϊκά και ρωμαϊκά ημερολόγια

 
Το ημερολόγιο είναι ένα σύστημα μέτρησης του χρόνου που χωρίζεται σε ημέρες, μήνες και έτη. Τα ημερολόγια καθορίζονταν από τη θέση του ήλιου, του φεγγαριού και των άστρων. Ο ήλιος είναι το σημείο εκείνο που μας δίνει το μέγεθος της ημέρας και τις εποχές του έτους. Επιπλέον, η αύξηση και ελάττωση της σελήνης, μας βοηθούν να χωρίσουμε τον χρόνο σε ημερήσιες περιόδους των 29-30 ημερών. Συνεπώς, έχουμε ηλιακά και σεληνιακά ημερολόγια. Το εβραϊκό ή ιουδαϊκό ημερολόγιο είναι ένας συνδυασμός μεταξύ ηλιακού και σεληνιακού ημερολογίου. Ο υπολογισμός του έτους αρχίζει με την εορτή του Πάσχα, που υπενθυμίζει ακριβώς την έξοδο των Εβραίων από την Αίγυπτο. Έτσι,
το ιουδαϊκό ημερολόγιο αποτελείται από δώδεκα σεληνιακούς μήνες και έναν εμβόλιμο. Μέχρι και τη βαβυλώνια αιχμαλωσία, οι μήνες του ιουδαϊκού ημερολογίου δεν είχαν ονόματα, ενώ, την εποχή του Χριστού, γινόταν χρήση Ρωμαϊκών ονομάτων. Το συγκεκριμένο ημερολόγιο ακολουθείται ήδη από την εποχή της Εξόδου. Σήμερα είναι το επίσημο ημερολόγιο του Ισραήλ και το θρησκευτικό ημερολόγιο όλων των Εβραίων. Το ρωμαϊκό ημερολόγιο καθιερώθηκε από τον μυθικό βασιλιά Νουμά Πομπίλιο και αποτελούνταν από δώδεκα μήνες. Την περίοδο που αυτοκράτορας της Ρώμης ήταν ο Ιούλιος
Καίσαρας, το ρωμαϊκό ημερολόγιο εμφάνιζε προβλήματα, τα οποία προσπάθησε να επιλύσει ο ίδιος.
Όμως, παρότι το Ιουλιανό ημερολόγιο αποδίδεται στον Ρωμαίο Αυτοκράτορα, στην πραγματικότητα είναι έργο του Έλληνα αστρονόμου Σωσιγένη. Με αυτό, προσδιορίζεται η διάρκεια του ηλιακού έτους σε 365 ημέρες. Για να μη θεωρηθεί δε το ημερολόγιο ελλιπές, προσέθεταν μία επιπλέον ημέρα στον
Φεβρουάριο κάθε τέσσερα χρόνια. Στο ρωμαϊκό ημερολόγιο, οι πρώτες ημέρες κάθε μήνα ονομάζονταν καλένδες, κατά την αντιστοιχία της «νουμηνίας» των Ελλήνων. Οι Χριστιανοί των πρώτων αιώνων χρησιμοποιούσαν διάφορα ημερολόγια, με κυριότερο το ρωμαϊκό, δεδομένου ότι ο Χριστιανισμός αναπτύχθηκε την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η έναρξη του εκκλησιαστικού έτους γίνεται κατά την πρώτη του μηνός Σεπτεμβρίου. Η ημέρα αυτή ονομάζεται και Ίνδικτος. Η λέξη προέρχεται από τη λατινική «indictio», που σημαίνει τη δεκαπενταετή περίοδο, κατά την οποία πληρώνονταν οι φόροι στους Ρωμαίους αυτοκράτορες. Μάλιστα κατά την έναρξη της Ινδίκτου καθορίζονταν το ύψος του φόρου επί της γεωργικής παραγωγής που θα πλήρωναν οι υπήκοοι της αυτοκρατορίας, για τη συντήρηση και τη διατροφή των στρατιωτών. Ο Αύγουστος Καίσαρας (1-14 μ.Χ.) εισήγαγε την αρχή της Ινδικτίωνος, όταν, την περίοδο της γέννησης του Χριστού, έκανε γενική απογραφή του πληθυσμού της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και εισέπραττε φόρους κατά την πρώτη του μηνός Σεπτεμβρίου. Η Ίνδικτος, από την περίοδο του Μεγάλου Κωνσταντίνου (313) και μετέπειτα, χρησιμοποιούνταν ως μονάδα μέτρησης του χρόνου. Μάλιστα, με αυτόν τον τρόπο δηλώνονταν η χρονική περίοδος των δεκαπέντε ετών. Από τότε, η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης (μέχρι και σήμερα), εορτάζει την πρώτη Σεπτεμβρίου ως αρχή του εκκλησιαστικού έτους. Τότε τελείται και η Ακολουθία της Ινδίκτου, σε συνδυασμό με τη Θεία Λειτουργία για την ευλογία του εκκλησιαστικού έτους.
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει στον Συναξαριστή του:
«Πρέπει να ηξεύρωμεν, αδελφοί, ότι η του Θεού αγία Εκκλησία εορτάζει σήμερον την Iνδικτιώνα ..επειδή κατά την σημερινήν ημέραν, επήγεν ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός μέσα εις την Συναγωγήν των Iουδαίων, και εδόθη εις αυτόν το Bιβλίον του Προφήτου Hσαΐου, καθώς γράφει ο Eυαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. δ΄). Tο οποίον Bιβλίον ανοίξας ο Kύριος, ω του θαύματος! ευθύς εύρε τον τόπον εκείνον, ήτοι την αρχήν του εξηκοστού πρώτου κεφαλαίου του Hσαΐου, εις το οποίον είναι γεγραμμένον διά λόγου του τα λόγια ταύτα:
«Πνεύμα Kυρίου επ’ εμέ, ου ένεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους την καρδίαν, κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν, αποστείλαι τεθραυσμένους εν αφέσει, κηρύξαι ενιαυτόν Kυρίου δεκτόν». Aφ’ ου δε ανέγνωσεν ο Kύριος τα περί αυτού λόγια ταύτα, εσφάλισε το Bιβλίον και το έδωκεν εις τον υπηρέτην. Έπειτα καθίσας, είπεν εις τον λαόν «ότι σήμερον ετελειώθησαν οι λόγοι της Προφητείας ταύτης εις τα εδικά σας αυτία».
Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Συναξαριστής τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ, τόμ. Α΄, ἐκδ. «Δόμος», σσ.3-6.

Οι χριστιανικές εορτές 

 
Με τον όρο «χριστιανικές εορτές» εννοούμε τις ημέρες εκείνες που καθιερώθηκαν από την
Εκκλησία για την ανάμνηση των γεγονότων της ζωής του Κυρίου και της Παναγίας, καθώς και
της ημέρας του μαρτυρίου των αγίων. Οι χριστιανικές εορτές έχουν θρησκευτική σημασία, δι-
ότι αποτελούν ευκαιρία για Λατρεία του Θεού και συμμετοχή στα Mυστήρια της Εκκλησίας.


i. Οι ετήσιες εορτές
Το εκκλησιαστικό έτος (όπως αναφέρθηκε και παραπάνω), ξεκινά την 1η Σεπτεμβρίου και περιλαμβάνει μια σειρά ετήσιων εορτών, που χωρίζονται ανάλογα με το αντικείμενό τους σε
Δεσποτικές, Θεομητορικές και εορτές αγίων. Στην ενότητα αυτή θα ασχοληθούμε με τις Ετή-
σιες Δεσποτικές Εορτές και με τις εορτές των αγίων που τιμούνται κατά τη διάρκεια του έτους.


ii. Οι Δεσποτικές Εορτές

Με τον τίτλο Δεσποτικές ονομάζονται εκείνες οι εορτές, που τελούνται προς τιμήν του Δεσπότου Χριστού. Αυτές χωρίζονται σε κινητές και ακίνητες: 

Ακίνητες Δεσποτικές Εορτές είναι εκείνες οι εορτές, που μέσα στον ετήσιο ημερολογιακό κύκλο εορτάζονται πάντα σε σταθερή ημερομηνία, αλλά σε διαφορετική ημέρα της εβδομάδας. Ακίνητες Δεσποτικές εορτές έχουμε τα Χριστούγεννα (25η Δεκεμβρίου), καθώς και εκείνες που σχετίζονται με την εορτή των Χριστουγέννων, όπως, την
Περιτομή του Κυρίου (1η Ιανουαρίου) και την Υπαπαντή του Κυρίου (2α Φεβρουαρίου). Ακίνητες
Δεσποτικές εορτές είναι, επίσης, τα Άγια Θεοφάνεια (6η Ιανουαρίου) και η Μεταμόρφωση του Κυρίου (6η Αυγούστου).
Κινητές Δεσποτικές εορτές είναι όλες εκείνες οι εορτές, που δεν έχουν σταθερή ημερομηνία εορ-
τασμού, αλλά έχουν σταθερή ημέρα της εβδομάδας, κατά την οποία εορτάζονται μέσα στο χρόνο. Η εορτή του Πάσχα, που ορίζεται ως η Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της εαρινής ισημερίας, αποτελεί την κατεξοχήν Κινητή Δεσποτική εορτή. Σύμφωνα με αυτήν, όσες εορτές συνδέονται άμεσα με την εορτή του Πάσχα διατηρούν το χαρακτήρα της ακίνητης Δεσποτικής εορτής. Μάλιστα, οι εορτές αυτές χωρίζονται σε αυτές που εορτάζονται πριν τον εορτασμό του Πάσχα (και αποτελούν τις δέκα Κυριακές του Τριωδίου), ενώ έχουμε και τις εορτές μετά το Πάσχα, που αποτελούν τον κύκλο των εορτών του Πεντηκοσταρίου. Έτσι, έχουμε τις Κυριακές του Πεντηκοσταρίου, την εορτή της Ανάληψης, που εορτάζεται 40 ημέρες μετά τον εορτασμό του Πάσχα, καθώς και την εορτή της Πεντηκοστής, που εορτάζεται ακριβώς 50 ημέρες μετά τον εορτασμό του Πάσχα. Θα πρέπει να σημειωθεί πως, η εορτή του Αγίου Γεωργίου, αν και είναι καθιερωμένη στις 23 Απριλίου, όταν συμπίπτει με την περίοδο της Μ. Σαρακοστής, μετακινείται πάντα τη δεύτερη ημέρα του Πάσχα.


iii. Οι εορτές των αγίων
Εκτός από τις Δεσποτικές εορτές, υπάρχουν και οι καθημερινές εορτές των αγίων, με τις οποίες, η Εκκλησία αγιάζει κάθε μέρα και ολόκληρο το έτος. Σε αυτές εορτάζουμε συνήθως την ημέρα της κοίμησης ή του μαρτυρίου του αγίου. Οι ημέρες εορτασμού των αγίων μας θυμίζουν και μας καλούν να βιώσουμε θαυμαστά και σωτήρια γεγονότα, όπως αυτά περιγράφονται μέσα στα συναξάρια της Εκκλησίας. Η Εκκλησία προβάλλει τον βίο και την πολιτεία των Αγίων για να τους τιμήσουμε, να τους μιμηθούμε και να τους παρακαλέσουμε να μας βοηθήσουν, ώστε, με τη Χάρη του Κυρίου, να βρούμε κι εμείς τον δρόμο, που
πήραν κι εκείνοι και να βαδίσουμε, έτσι, προς τη Βασιλεία του Θεού. Αυτός είναι, εξάλλου, ο
σκοπός της ζωής του ανθρώπου και ο προορισμός του πάνω στη γη.

1η Δραστηριότητα
Έρευνα: Αφού διαβάσουμε το κείμενο που ακολουθεί, αναζητούμε πληροφορίες για έναν τοπικό μας άγιο, αγία ή μάρτυρα.


«Το ζήτημα των αγιολογικών εορτών- ή της μνήμης των αγίων, φράση που απαντά εξίσου συχνά στις λειτουργικές πηγές- συνιστά ένα πολυσύνθετο αντικείμενο έρευνας που απαιτεί την ενδελεχή εξέταση των σχετικών αγιολογικών, υμνογραφικών και ιστορικών πηγών, αλλά και των αρχαιολογικών τεκμηρίων (ναοί, μαρτύρια, εικονογραφία, σφραγιστικό υλικό) και τον προσανατολισμό της έρευνας σε ποικίλες ιστορικές και θεολογικές παραμέτρους, όπως στη διαμόρφωση και καθιέρωση των εορτών των παλαιών αγίων στην αρχαία Εκκλησία, στην εξέλιξη και τις προϋποθέσεις της εισαγωγής νέων εορτών κατά την βυζαντινή περίοδο και στην εξέταση των διαφόρων συλλογών που καθίστανται μάρτυρες της διαχρονικής εξελίξεως του Εορτολογίου, καθώς και στη διάκρισή τους σε κατηγορίες με γνώμονα είτε
κριτήρια λειτουργικού χαρακτήρα, όπως οι εορτές των “συνάξεων” ή η κατάταξη ενός αγίου σε έναν από τους σχηματοποιημένους στην πατερική και λειτουργική παράδοση “χορούς”, είτε ιστορικά κριτήρια, αλλά και καίρια παρεμφερή θέματα, όπως είναι η διαδικασία αναγνωρίσεως των αγίων και η εξέλιξη που αυτή γνώρισε κατά την πάροδο των αιώνων, από την πρωτοχριστιανική εποχή ως την περί-
οδο της Τουρκοκρατίας, αλλά και κατά τον εικοστό αιώνα, με την παγίωση μιας καθορισμένης διαδικασίας από τη Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Μία ρηξικέλευθη πρωτοβουλία στην κατεύθυνση καταρτισμού ενός νέου Εορτολογίου στο πλαίσιο της οικουμενικής Ορθοδοξίας, αποτελεί ο Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που άρχισε να συγκροτείται από το έτος 1987 με επιμέλεια του π. Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου και εκδόθηκε εκτός της ελληνικής και σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες. Η συστηματική έρευνα του συντάκτη και επιμελητού της εκδόσεως αυτής στις πρωτογενείς αγιολογικές πηγές είχε ως αποτέλεσμα την προσθήκη στην εν λόγω συναξαριακή συλλογή ενός σημαντικού αριθμού εορτών βυζαντινών ή νεοτέρων αγίων, προερχόμενων από όλες τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, αλλά και από τη Δύση προ του Σχίσματος».
Σ. Πασχαλίδη, «Οι εορτές των αγίων», από το βιβλίο «Το χριστιανικό εορτολόγιο», Αθήνα, Κλάδος Εκδόσεων της Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 2007, σσ. 365-366, 383-384.

 2η Δραστηριότητα
Από το περιεχόμενο των δύο επόμενων κειμένων του Δ. Καϊμάκη και του Π. Παχή, συγκρί-νουμε τις γιορτές των αρχαίων Ελλήνων και των Εβραίων και φτιάχνουμε έναν πίνακα που να τις αντιπαραβάλλει.


«Ο Ισραήλ, όπως και πολλοί άλλοι σύγχρονοί του λαοί, παρουσιάζει μεγάλο αριθμό γιορτών που δεν σχετίζονται πάντοτε με την καθαυτό λατρευτική ζωή. Πρόκειται κυρίως για οικογενειακές ή φυλετικές γιορτές που επισημαίνουν διάφορα γεγονότα, όπως ο απογαλακτισμός του παιδιού (Γεν. 21, 8), ο γάμος ενός προσώπου (Γεν. 29, 22 Εξ.) ή ακόμα και ο θάνατος (Γεν. 23, 2·Β΄Βασ. 1, 11-12, 17εξ.). Η
αγροτική ζωή έδινε συχνά την ευκαιρία στο λαό να χαρεί και να γιορτάσει με διάφορες εκδηλώσεις. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι το κούρεμα των ζώων (Γεν.38, 12· Α΄Βας. 25, 2-38· Β΄Βας. 13, 23-29). Οι τρεις βασικές γιορτές του Ισραήλ συνδέονται με τη ζωή των αγροτών και των βοσκών. Ακόμα, διάφορα γεγονότα της δημόσιας ζωής γίνονται αφορμή για να γιορτάσουν με τραγούδια και χορούς. Η ενθρόνιση ενός βασιλιά, π.χ., συνοδευόταν από ανάλογες εκδηλώσεις. Πολλές είναι οι γιορτές, για τις οποίες δεν έχουμε αρκετές πληροφορίες, που γιορτάζονται σε κατά τόπους ιερά του Ισραήλ (Ωσ. 4, 15/12, 12· Αμ. 4, 4-5 κ.λπ.). Στο βιβλίο των Αριθμών (κεφ. 28-29) γίνεται αναφορά στις κυριότερες γιορτές του αρχαίου Ισραήλ. Αναφέρεται το καθημερινό λατρευτικό τυπικό, η προσφορά για τα Σάββατα, η νέα σελήνη, η γιορτή του Πάσχα και των Αζύμων, η γιορτή των Εβδομάδων, η πρώτη μέρα του νέου έτους, η ημέρα του Εξιλασμού και η γιορτή της σκηνοπηγίας. Οι γιορτές αυτές είναι κατανεμημένες στον ετήσιο λατρευτικό κύκλο, όπως αυτός υπήρξε κατά την εποχή του Έδρα. Αργότερα, προστέθηκαν και άλλες γιορτές στο θρησκευτικό ημερολόγιο του Ισραήλ. Ορισμένες από αυτές δεν διατηρήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως η γιορτή για την κατάληψη της 
ακρόπολης της Ιερουσαλήμ από το Σίμωνα τον Μακκαβαίο, η γιορτή για τα ξύλα που προορίζονταν για τον βωμό, ή ακόμα, η γιορτή του Νικάνορα. Άλλες γιορτές που καθιερώθηκαν την ίδια περίοδο με τις προηγούμενες διατηρούνται μέχρι και σήμερα, όπως η γιορτή των Πουρίμ, η γιορτή του Εγκαινιασμού του ναού (Χανουκά) και η γιορτή του Εξιλασμού.
Δ. Καϊμάκη, «Οι γιορτές του Ισραήλ», από το βιβλίο Το χριστιανικό εορτολόγιο, Αθήνα, Κλάδος Εκδόσεων της Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 2007, σσ. 65-66.


«Ο 6ος π.Χ. αιώνας θεωρείται σύμφωνα με τα δεδομένα της σύγχρονης έρευνας ως ο αιώνας του μετασχηματισμού για την αρχαιοελληνική πραγματικότητα. Στο τέλος του, η Αθήνα είχε εφοδιαστεί με Ιερά μνημειακής κλίμακας, ενώ στην αρχή του είχε σημειωθεί παράλληλα ίσως ένας από τους μεγαλύτερους σταθμούς της αρχαιοελληνικής θρησκείας. Αυτό σχετίζεται με το σχεδιασμό από το Σόλωνα, ενός γραπτού ημερολογίου θυσιών, πιθανόν το πρώτο και μοναδικό στο είδος του. Ίσως είναι σωστό να υποστηρίξουμε ότι η κύρια λειτουργία αυτού του εορτολογίου ήταν ο καθορισμός της διαίρεσης των τελετουργικών προνομίων και υπευθυνοτήτων. Αυτά τα ζητήματα μπορεί να είναι ενδεχομένως αμφιλεγόμενα. Μία πρώτη λειτουργία του κώδικα του 6ου π.Χ. αιώνα ήταν ασφαλώς να καθορίσει πόσοι χρηματικοί πόροι του Αθηναϊκού λαού έπρεπε να δαπανώνται και για ποιους θεούς.
Στα κλασικά χρόνια, οι γιορτές ήταν περισσότερες παρά στα προηγούμενα ή στα επόμενα χρόνια. Δεν ήταν όλες θρησκευτικές, αλλά η πόλη που τις οργάνωνε τις συνέδεε με θεούς, ώστε όσοι μετέχουν σε αυτές να πιστεύουν πως με την απλή συμμετοχή τους τιμούσαν τους θεούς. Σε αυτό όμως δεν μπορούσε να αρκείται η μερίδα εκείνη των ευλαβών ανθρώπων που ήταν συνηθισμένοι σε μεγαλύτερη και γνησιότερη θρησκευτική συγκίνηση. Έτσι, λοιπόν, πολλοί κατέφευγαν σε μυστηριακές λατρείες και με τη μύησή τους στα μυστήρια γνώριζαν απόλυτους ιερούς λόγους, στους οποίους προσπαθούσαν να εμβαθύνουν διευρύνοντας τη θρησκευτική τους σκέψη ή βρίσκοντας απάντηση σε καίρια προβλήματα της ζωής και του θανάτου. Άλλοι, γίνονταν μέλη θρησκευτικών θιάσων, όπου έβρισκαν εντονότερη θρησκευτική ζωή με τα κοινά λατρευτικά δείπνα και με τη συμμετοχή στην προβλεπόμενη ή θερμότερη λατρεία ορισμένων θεών και ηρώων. Παράλληλα όμως υπάρχει κι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού των Αθηνών, που θεωρούν τις γιορτές ως μία ευκαιρία ανάπαυλας από τους καθημερινούς τους κόπους. Αυτό ισχύει, κυρίως, για τις πιο φανταχτερές γιορτές, που δεν είχαν θρησκευτικό, αλλά πολιτικό πυρήνα, όπως για παράδειγμα τα Παναθήναια ή τα “Συνοίκια” ή ακόμα για το εύθυμο μέρος των θρησκευτικών γιορτών, ιδίως Διονυσιακών, ή για γυμνικούς αγώνες και τις λαμπαδηφορίες που συνόδευαν άλλες γιορτές.
Π. Παχή, «Οι Ελληνορωμαϊκές Εορτές», από το βιβλίο Το χριστιανικό εορτολόγιο, Αθήνα, Κλάδος Εκδόσεων της Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 2007, σσ. 89-90.

 3η Δραστηριότητα
Προετοιμάζουμε την εορτή του πολιούχου αγίου του σχολείου μας.


4η Δραστηριότητα
Έρευνα: Ερευνούμε τοπικά ήθη και έθιμα που σχετίζονται με συγκεκριμένη εορτή του ετήσιου
εορτολογικού κύκλου.


5η Δραστηριότητα
Φτιάχνουμε ένα ημερολόγιο τοίχου με τις εορτές του έτους. Βρίσκουμε μικρές εικόνες των πιο
σημαντικών εορτών και τις κολλάμε σε αυτό.


6η Δραστηριότητα
Αναζητούμε και εντοπίζουμε τις εορτές των αγίων στο χριστιανικό ημερολόγιο. Φτιάχνου-
με ένα ψηφιακό ημερολόγιο στον υπολογιστή μας, με τη βοήθεια του ιστότοπου

7Δραστηριότητα
Ιστοεξερεύνηση: Ο άγιός μου/ η αγία μου. Βρίσκουμε την αγιογραφία του/της, πληροφορίες
για τον βίο του/της, το μαρτύριο που πιθανά υπέστη, το μέρος που έζησε και θυσιάστηκε, τα
θαύματά του/της, ναούς ή μοναστήρια που είναι αφιερωμένοι στη μνήμη του/της και με το υλικό που έχουμε συλλέξει, εκτυπώνουμε ένα μικρό συναξάρι. Το ανατυπώνουμε και το μοιράζουμε στην τάξη την ημέρα της ονομαστικής εορτής μας.


«“Βίος ανεόρταστος, μακρά οδός απανδόκευτος”, διαπίστωσε ο Δημόκριτος. Η εορτή γενικώς είναι μια βαθειά ψυχική ανάγκη του ανθρώπου και αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο όλων των πολιτισμών, όλων των λαών, όλων των θρησκευμά των και όλων των εποχών. Στην περίπτωση όμως των χριστιανικών εορτών, ή ορνθότερον των εκκλησιαστικών εορτών, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα και έχουν ένα βάθος πολύ μεγαλύτερο από την απλή ψυχική ανάγκη του ανθρώπου για σχολασμό. Η αληθινή εκκλησιαστική εορτή πόρρω απέχει από οποιοδήποτε κοσμικό, εμπαθές, ακάθαρτο ή σαρκικό στοιχείο. Και τούτο διότι έχει χαρακτήρα πνευματικό, δηλαδή αγιοπνευματικό».
«Το χριστιανικό εορτολόγιο», Αθήνα, Κλάδος Εκδόσεων της Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 2007,σ. 32 

 
Πηγή:

Γεώργιος Φίλιας, Δημήτριος Χοϊλούς, Κωνσταντίνος Πρέντος, Λειτουργική Ζωή της Εκκλησίας Β´ Εκκλησιαστικού Γυμνασίου,  σελ: 111 -118

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...