Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα WWW. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα WWW. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Μαΐου 2017

Κώστας Κατσόγιαννος.Ο Θεσσαλός Δαίδαλος,ο ιπτάμενος αγρότης της 10ετίας του '70 από το Μαυρομμάτι Καρδίτσας ♥

Ο ιπτάμενος αγρότης...
Κώστας Κατσόγιαννος. Ο Θεσσαλός Δαίδαλος, ο ιπτάμενος αγρότης της 10ετίας του '70 απο το Μαυρομ
μάτι.

Ο πρώτος Έλληνας (ίσως και Ευρωπαίος) αιωροπτεριστής, και μεταξύ των πέντε πρώτων παγκοσμίως.

Κατά την διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας "ΤΖΕΪΜΣ ΜΠΟΝΤ - ΓΙΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΜΟΝΟ" τον Οκτώβριο του 1980 στα Μετέωρα, ντουμπλάρει τον ηθοποιό Ρότζερ Μούρ (Πράκτωρ 007) σε μια σκηνή πτήσης με αιωρόπτερο...

Κάθε χρόνο, την Καθαρά Δευτέρα κόσμος από όλη την Θεσσαλία συνωστίζονταν στο Μαυρομάτι και άλλες περιοχές της Ελλάδος να δουν από κοντά τον Κώστα Κατσόγιαννο. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο να βλέπεις τότε έναν άνθρωπο να πετάει με φτερά πουλιού.

Κώστας Κατσόγιαννος: Ο πρώτος Έλληνας (ίσως και Ευρωπαίος) αιωροπτεριστής, και μεταξύ των πέντε πρώτων παγκοσμίως. Γεννημένος στο χωριό του Αρχιστράτηγου Γεώργιου Καραϊσκάκη, το Μαυρομ
μάτι Καρδίτσας, από νωρίς ήθελε να πετάξει και το πέτυχε σχεδιάζοντας και κατασκευάζοντας με κοινά υλικά του εμπορίου ένα τριγωνικό "αετό" που του έδωσε και τον τίτλο του "ιπτάμενου αγρότη"

Ποιός από τους μεγαλύτερους δεν θυμάται την πτήση με τον αυτοσχέδιο & ιδιοκατασκευασμένο "αετό" του Κατσόγιαννου στην Πύλη, με απογείωση από τον Κουκορέλο και προσγείωση στο παλιό γήπεδο του Πορταϊκού.

Η πορεία του δεν σταμάτησε βέβαια εκεί, νέα σχέδια, νέες κατασκευές με τη βοήθεια των συγχωριανών του, κυρίως όμως του φίλου του Δημήτρη Γιώτη (που εκτελούσε άτυπα αλλά ουσιαστικά χρέη μηχανοσυνθέτη) τον έκαναν γνωστό παγκοσμίως.



Έτσι στη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας "ΤΖΕΪΜΣ ΜΠΟΝΤ - ΓΙΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΜΟΝΟ" τον Οκτώβριο του 1980 στα Μετέωρα, ντουμπλάρει τον ηθοποιό Ρότζερ Μούρ (Πράκτωρ 007) σε μια σκηνή πτήσης με αιωρόπτερο ("αετό")...*

Στο δικό μου μυαλό και πιθανότατα και σε πολλών άλλων ακόμα, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο ο Κώστας Κατσόγιαννος αντιπροσωπεύει την πιο γνήσια ενσάρκωση της βαθύτερης έννοιας της ιστορίας του Ιωνάθαν του Γλάρου, πριν ακόμα αυτή γραφτεί. Γιατί ο Κώστας Κατσόγιαννος περισσότερο από κάθε τι άλλο στον κόσμο αγαπούσε να πετάει!

Είναι ο άνθρωπος που ήταν πραγματικά πρωτοπόρος, έφτιαχνε τους Αετούς του μόνος του και πετούσε σε μία εποχή που ελάχιστες γνώσεις κατασκευής αλλά ούτε και η ιδιαίτερη γνώση και τεχνική για αυτού του είδους την πτήση υπήρχαν.

Και όμως τα κατάφερε! Κι ας ήταν ένας απλός άνθρωπος, ένας αγρότης (που έμελλε να πάρει το προσωνύμιο ΄΄"Iπτάμενος Αγρότης") και που ζούσε σε ένα απομονωμένο χωριό της Ελλάδας, της παλιάς εκείνης δύσκολης εποχής.

Πλήθος κόσμου σε κάθε πτήση του Κώστα Κατσόγιαννου, χαρακτηριστική η φωτογραφία.

Δυστυχώς το 1986, η μοίρα έπαιξε άσχημο παιχνίδι στον "σκαπανέα των αιθέρων" όταν σε μια πτήση-επίδειξη ρουτίνας στο Μαυρομάτι έχασε τη ζωή του σήμερα, 31 χρόνια μετά τον άδικο χαμό του, το πτητικό υλικό με εμφανή τα σημάδια φθοράς, βρίσκεται στα χέρια των παιδιών και των εγγονών του.



31 χρόνια πριν, ο Κώστας Κατσόγιαννος, ο πρώτος «αετός» της Ελλάδας πέταξε για πάντα στους αιθέρες!

«…Ανεμοπόρε ψυχερέ Αιθεροδρόμε αετέ

Δεν σβήνει απ’ τη μνήμη μας Η όψη σου ποτέ

Άφθαρτη δόξα δώρισες Στην πατρική σου γη

Η πτώση σου ανεβασμός θυσίας διδαχή…»

Πέρασαν 31 ολόκληρα χρόνια, 9 Μαϊου 1986, που ο πρώτος «αετός» της Ελλάδας πέταξε για πάντα στους αιθέρες που τόσο είχε λατρέψει. Αναφέρομαι στον αγαπημένο μου φίλο Κώστα Κατσόγιαννο (1944-1986) τον πρώτο αυτοδίδακτο κατασκευαστή πτητικής συσκευής (ανεμοπλάνο) και συγχρόνως πιλότο των «αετών» στην Ευρώπη και ενός εκ’ των πέντε πρώτων σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ήταν πρωί 9 Μαϊου όταν ο Κώστας Κατσόγιαννος ξεκινούσε για την, όπως αποδείχτηκε αργότερα, μοιραία πτήση με τον «αετό» του. Μία πτήση που τον μετέφερε στους αιθέρες της αιωνιότητας. Το χωριό μας γιόρταζε τον Άγιο Νικόλαο τον Νέο εκ Βουναίνεις (Μαρούλη όπως είναι γνωστό στους Μαυρομματιανούς και στην περιοχή). Στο ομώνυμο εξωκκλήσι πάνω από δύο χιλιάδες άνθρωποι είχαν συρρεύσει από νωρίς για να παρακολουθήσουν τη Θεία λειτουργία αλλά και μία ακόμη πτήση του Κώστα Κατσόγιαννου που θα γινόταν από την κορυφή του βουνού πάνω απ’ το χωριό μας. Δυστυχώς όμως η πτήση αυτή έμελε να είναι η τελευταία για τον πρωτοπόρο Μαυρομματιανό σκαπανέα των αιθέρων.

Όλες οι συγκυρίες εκείνης της μέρας στάθηκαν αρνητικές και μοιραίες. Πρώτα ο καιρός δεν ήταν ο κατάλληλος για μία τέτοια πτήση αετού, επικρατούσαν ισχυρά καθοδικά ρεύματα με ψιλόβροχο κατά διαστήματα. Δεύτερο, κατά την πρώτη προσπάθεια ο αετός παρουσίασε μία αστοχία στο υλικό κατασκευής, και τρίτο, στη μοιραία πτώση από μεγάλο ύψος αποδείχτηκε αργότερα ότι το αλεξίπτωτο που για πρώτη φορά χρησιμοποιούσε δεν άνοιξε σε κανονικό ύψος.

Παρά τις δικές μου έντονες προτροπές να ματαιώσει την πτήση δεν το έπραξε και να με απαντά ότι…«ο κόσμος κάτω ήρθε να με δει και εγώ δεν θα πετάξω γιατί έχει λίγα συννεφάκια;»

Αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον είδα ζωντανό τον φίλο μου. Μάταια οι θεατές κάτω στο γήπεδο περίμεναν να δούν τον Κώστα να ξεπροβάλει μέσα από τα σύννεφα σαν τον νέο «Δαίδαλο» όπως τον χαρακτήριζαν οι εφημερίδες της εποχής και «ιπτάμενο αγρότη» απ’ την Καρδίτσα.

Αιωνία σου η μνήμη αξέχαστε φίλε Κώστα

Μαυρομμάτι

Δημήτριος Γιώτης








Διαβάστε περισσότερα »»

Αυτή είναι πραγματική ιστορία της φράσης Κλάιν Μάιν ή Clain Main

Μετά από συζητήσεις με ηλικίες 60+, επιβεβαιώσαμε την αρχική εμφάνιση της φράσης Κλάιν Μάιν ή Klain/clain Main ή Klein Mein.
Πολλοί νέοι ισχυρίζονται διάφορες ερμηνείες αλλά η πραγματική αλήθεια είναι μια» μας είπε ένας βετεράνος της νύχτας.

Το «Κλάιν Μάιν» είναι το πρώτο συνθετικό, δεν σημαίνει κάτι από μόνο του. Υπάρχει μόνο «Κλάιν Μάιν Πούτς».
Η φράση προήλθε από την αγγλική πρόταση clean my boots. Την χρησιμοποιούσαν οι Άγγλοι αξιωματικοί όταν απελευθερώθηκε η Αθήνα από τους Ναζί. Καθώς περνούσαν μπροστά από τους νεαρούς λούστρους για να καθαρίσουν τις μπότες τους έλεγαν «Clean my Boots/ κλιν μάι μπουτς». Οι νεαροί λούστροι την οικειοποιήθηκαν σύντομα ώστε να τραβήξουν πελατεία και όχι μόνο…
Στην πραγματικότητα οι νεαροί δεν γνώριζαν αγγλικά και τελικώς αναπαρήγαγαν εσφαλμένα τον όρο ως «Κλάιν Μάιν Πούτς», οι οποίοι φυσικά εννούσαν «κλάσε μου τον π@@τσο» ή στην αρχαιοελληνική » πέρδευε εις το πέος μου «.
Οι Βρετανοί από την πλευρά τους απολάμβαναν την αδυναμία των νεαρών λούστρων να προφέρουν την έκφραση σωστά και από την άλλη οι λούστροι διασκέδαζαν να περιγελούν τους αξιωματικούς την ώρα που γυάλιζαν τις μπότες τους.
Τελευταία έχει πάρει και διαφορετικές μορφές όπως «κλάιν» σκέτο, «κλάιν μάιν» και το προαναφερθέν.
Παραδείγματα νέων εκφράσεων:
«Έλα μωρέ, κλάιν»,
«Έλα μωρέ, μάιν, το πιο πιθανό είναι να μας κοιτάξει περίεργα. «
«Έλα μωρέ, πού να τρέχω τώρα, κλάιν μάιν…»,
«Μου έβαλε 0 στο γραπτό και κλάιν μάιν, πάμε για καφέ»
«Φοράω το σλιπάκι, το κάλβιν κλάιν μάιν»
«Υπάρχει και η έκφραση «κλάιν on the line»,»κλάιν μάιν οβερλάιν οντισάιν» που εχουν το ίδιο νόημα (= θα μου κλασεις τ’αρχ@@@)…»


ΠΗΓΗ:http://oloigiaolous.gr/
Διαβάστε περισσότερα »»

Τετάρτη 3 Μαΐου 2017

ΡΙΞΤΕ «μπινελίκια» στα Αρχαία Ελληνικά! 28 βρισιές με την γλώσσα των προγόνων μας που θα γουστάρετε!

Όσοι έχουν την κακή συνήθεια να βρίζουν, αν δεν μπορούν να την κόψουν, τουλάχιστον ας προσπαθήσουν να χρησιμοποιούν την αρχαία ελληνική γλώσσα για είναι λιγότερο χυδαίοι.

Αφόδευε εντός
Χέσε μέσα

Λάβε κίναιδε
Πάρ’ τα πο@στη

Ύπαγε γαμ
ηθείται
Άντε γαμ@σου

Όδευε εις συνουσίαν
Άντε γα
μ@σου

Λάβε τους όρχεις ημών
Πάρ’ τα αρχ@δια μας

Εσύ εστί για τον πέο
Είσαι για τον πο@τσο

Λάβε έναν αυνανιστήν
Πάρε ένα μαλάκα!

Κάμνω σε τι, μήτηρ;
Τι σου κάνω μάνα μου;

Άλφα τράπεζα πίστεως
Πρώτο τραπέζι πίστα

Αφόδευε υψηλά και ηγνάντει
Χέσε ψηλά κι αγνάντευε

Ίνα πέρδεις επί τοις όρχεσίν μου
Θα μου κλάσεις τα αρχ@δια!

Είχον τε κνησμόν οι όρχεις μου
Και με τρώγαν τα αρχ@δια μου!

Άντε κάνε έρωτα παθητικά σερβιέτα
Άντε γαμ@σου μουν@πανο!

Ποιώ έρωτα δια το αιδοίο της μητρός σου
Γαμ@ το μ@υνί της μάνας σου

Σου συνουσιάζεται ο οίκος που διαμένεις ομοφυλόφιλε
Σου γαμι@ται το σπίτι ρε πο@στη

Ευμεγέθους σωματικής διάπλασης ατομικός εραστής
Χοντρομαλάκας

Θα σου συνουσιάσω τον οίκο όπου διαμένεις παλιό ομοφυλόφιλε
Θα σου γαμ@σω το σπίτι παλιόπο@στα!!!

Της επιχρήμασις εκδηλωμένης γυναικός το σίδερον κιγκλίγωμα
Της πουτάνας το κάγκελο!!!

Τα εκ μεταξίου γενόμενα εσωενδύματα εκ μεταξίου γενόμενα οπίσθια απαιτούσι
Τα μεταξωτά βρακιά θέλουν και μεταξωτούς κώλους

Λάβε πέντε, ω αυνανιστά (συνοδευόμενον από έκτασιν των δακτύλων της μίας χειρός)
Πάρε πέντε, ρε μαλάκα! (μαζί με φάσκελο)

Συγγνώμη εύειδες κοράσιον, ο σος πατήρ σακχαροπλάστης ετύγχανε ών;
Συγγνώμη κοπελιά, ζαχαροπλάστης ήταν ο πατέρας σου;

Η παλινδρομική κίνηση ισχύως επί καθέτου αξόνως, βαίνουσα συνεχώς αυξανόμενης εντάσεως και εκπέμπουσα υδάτινα βλήματα επί φανταστικού στόχου
Μαλακία

Λαβέ ταύτα Ελισσάβετ και ποίησέ τα επί πλαισίου
Πάρτα Λίζα και κάντα κορνίζα!

Εκοπρίσθη η φοράς παρά τοις αλωνίοις
Χέστηκε η φοράδα στο αλώνι.

Μη μου τους όρχεις τάρατε
Μη μου πρήζετε τα αρχ@δια.

Χαίρε ημάς το πλατύφυλλο
Χαιρέτα μας τον πλάτανο.

Έξω κίναιδε εκ της οικίας
Έξω πο@στη απ’την παράγκα (πρόχειρη κατοικία).

Ταύτα λαβείν μωρή νοσούσα
Πάρ’ τα μωρή άρρωστη.


ΠΗΓΗ:http://www.ksipnistere.com/2017/05/28.html
Διαβάστε περισσότερα »»

Κυριακή 2 Απριλίου 2017

Σοφάδες Καρδίτσας,30 Απριλίου του 1954: Μεγάλος σεισμός μεγέθους 7 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ με 25 νεκρούς και 117 τραυματίες(Video)

Στις 30 Απριλίου του 1954, καταστρεπτικός σεισμός μεγέθους 7 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ συγκλονίζει τις Σοφάδες Καρδίτσας, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 25 άτομα και να τραυματιστούν 117.
Ο σεισμός που έγινε αισθητός σε όλη την Ελλάδα προκλήθηκε από το ρήγμα των Σοφάδων το οποίο έχει μήκος 52 km) και είχε επίκεντροτη θέση Κομμένο Τζαμί 3 χλμ. μακρύτερα από το χωριό Τσιόμπα, κοντά στο σημερινό Νέο Μοναστήρι(Σύμφωνα με το Γεωδυναμικό ινστιτούτο της Θεσσαλονίκης:Το επίκεντρο του σεισμού τοποθετείται στο χωριό Γεφύρια Καρδίτσας).
Ο σεισμός προκάλεσε σοβαρές βλάβες στους νομούς, Καρδίτσας, Φθιώτιδας (χωριών επαρχίας Δομοκού και του Θεσσαλικού κάμπου) Λάρισας, Τρικάλων, Μαγνησίας και Ευρυτανίας.
Κατέρρευσαν 6.599 σπίτια ενώ 9.154 υπέστησαν σοβαρές ζημιές και 12.920 ελαφρές, είχε δε 25 νεκρούς και 157 τραυματίες. Οι μεγαλύτερες βλάβες και ανθρώπινες απώλειες παρατηρήθηκαν σε οικισμούς επί παχεών, κορεσμένων σε νερό χαλαρών αποθέσεων και ελωδών περιοχών.

Στην Καρδίτσα και τα Φάρσαλα καταστράφηκαν το 32 και 18% των κτισμάτων, αντίστοιχα. Στις Σοφάδες, οι απώλειες σε κτίρια ξεπέρασαν το 90%.
Από το σεισμό αυτό καταστράφηκαν ολοσχερώς τα χωριά Τσόμπα και Μπεκριλέρ της επαρχίας Δομοκού, η οποία πλήγηκε πάρα πολύ σοβαρά. Τεράστιες ζημιές υπέστησαν σπίτια στα γειτονικά χωριά Σοφιάδα, Εκκάρα, Βαρδαλή κλπ. αλλά και όλα τα χωριά της περιοχής του Δομοκού, τα παραλίμνια χωριά της Ξυνιάδας και του λεκανοπεδίου της Μελιταίας.
Ο σεισμός προκάλεσε εκτεταμένα φαινόμενα ρευστοποιήσεων στην πεδιάδα της Καρδίτσας και την πεδιάδα της αποξηραμένης λίμνης Ξυνιάδας, ακόμα δε και στον Βόλο, σε απόσταση 50 χλμ.
Οι μεγαλύτερες εντάσεις παρατηρήθηκαν στις Σοφάδες, την Πασχαλίτσα, το Νέο Ικόνιο, το Ασημοχώρι, την Εκκάρα και την Άνω Αγόριανη. Παρατηρήθηκαν εδαφικές διαρρήξεις σε διάφορα μέρη με σημαντικότερη αυτή στην Εκκάρα, η οποία είχε μήκος 5 km.

Η εδαφική αυτή διάρρηξη έκοψε τη σιδηροδρομική γραμμή η οποία, λόγω συνεχιζόμενων (αργών) μετατοπίσεων, χρειαζόταν επισκευές επί μία εβδομάδα μετά το σεισμό. Η σιδηροδρομική γραμμή κόπηκε επίσης στις Βελεσιώτες από μικρότερη εδαφική διάρρηξη.
Ακολούθησε μετασεισμική ακολουθία με μεγαλύτερο σεισμό μεγέθους 5.7R στις 4 Μαΐου. Η ημέρα του μεγάλου και καταστρεπτικού αυτού σεισμού, αναφέρεται συχνά από τους παλαιοτέρους, που την έζησαν εντονότατα, ως αποφράδα ημέρα για την περιοχή της κεντρικής Ελλάδας.
Την επομένη του σεισμού έφτασαν στην περιοχή αυτοκίνητα του στρατού με μηχανικούς στρατιωτικούς, στρατιώτες κι ένα λοχαγό διοικητή που εγκαταστάθηκε στο Θαυμακό και σε κάθε χωριό πήγε και μια ή δυο μπουλντόζες του στρατού, για να γκρεμίζουν τα ετοιμόρροπα κι επικίνδυνα σπίτια.

Την ίδια κιόλας μέρα οι μηχανικοί άρχισαν να επιθεωρούν και να καταγράφουν τα κτίρια. Όσων γκρεμίστηκαν τα σπίτια η κυβέρνηση έδωσε στεγαστικό δάνειο 20.000 δρχ. και εμπειροτέχνες εργολάβοι από διάφορα μέρη της Ελλάδας ήρθαν και ανέλαβαν το χτίσιμο των αντισεισμικών σπιτιών, που είχαν όλα δύο δωμάτια κι ένα διάδρομο. Μερικά απ' αυτά χτίστηκαν με πέτρα κι άλλα με τούβλα.
Τα χωριά Τσιόμπα και Μπεκριλέρ έχουν ισοπεδωθεί, οι κάτοικοί τους μένουν χωρίς σπίτια και για δύο χρόνια ζουν σε σκηνές ως το 1956 όταν το κράτος δίνει εργολαβία την κατασκευή σπιτιών στην σημερινή τοποθεσία του χωριού Νέο Μοναστήρι, κάτω από το αρχαίο κάστρο της Πρόερνας. Οι Νέομοναστηριώτες κάνουν τότε πρόταση στα γύρω χωριά να ενωθούν και να εγκατασταθούν όλοι μαζί στην νέα θέση κοντά στο δημόσιο δρόμο.
Οι κάτοικοι των γύρω χωριών αρνούνται μη βλέποντας ότι σε λίγα χρόνια τα χωριά τους θα συρρικνώνονταν κι έτσι χάνεται η ευκαιρία για την δημιουργία μιας σύγχρονης νέας κωμόπολης. Δεν το βάζουν κάτω καταφέρνουν μέσα στα επόμενα χρόνια να δημιουργήσουν ένα χωριό πρότυπο στη επαρχία Δομοκού.


Άγγελος Χατζής: "Ο μεγάλος σεισμός"
Ένα άλλο γεγονός που σημάδεψε τη ζωή των χωριανών στο Βαρδαλή και άλλαξε τη μορφή του χωριού ήταν και ο σεισμός στις 30 Απριλίου του 1954. Και όποιος δεν έζησε σεισμό, δεν μπορεί να καταλάβει την παρά πού δύσκολη θέση στη οποία βρίσκονται οι σεισμόπληκτοι.

Εκεί που κάθεσαι στη φωλιά σου, στο σπίτι σου κι έχεις να αντιμετωπίσεις τα όποια προβλήματα της ζωής, ξαφνικά και απροειδοποίητα γίνεται σεισμός. Χάνεις την εστία σου προσωρινά ή οριστικά κι έντρομος και γεμάτος αγωνία βγαίνεις στους δρόμους να γλιτώσεις το κεφάλι σου και το κεφάλι των δικών σου.

Μέσα σου γυρίζει εκείνος ο πρωτόγονος φόβος του ανθρώπου, μπροστά στους θυμούς και τα παράξενα της Φύσης, που όταν αυτή θέλει, οδηγημένη από μυστηριακά οργισμένα πνεύματα, σαρώνει και σπίτια και ζώα και ανθρώπους. Τότε η σιγουριά γίνεται αβεβαιότητα. Η δύναμη αδυναμία. Η γνώση άγνωστο ανεξερεύνητο και παντού παραμονεύει κι ένας δυσαρεστημένος κι οργισμένος Θεός. Γιαυτό και οι γονοκλησιές και οι λαμπάδες και τα τάματα και οι εξομολογήσεις και το πολύ θυμίαμα.

Ο Θεός που βρίσκεται μακριά, ξεχασμένος πίσω απ΄ τα σύννεφα τ΄ ουρανού και του χρόνου, κάνει αισθητή την παρουσία του. Πιάνει τη Γη και κρατώντας την με το ένα του δάχτυλο, την ταρακουνάει και ξεκαρδίζεται στα γέλια βλέποντας τα δύσμοιρα δίποδα, άφτερα ζώα, να τρέχουν αλαφιασμένα για να σωθούν απ’ το επικίνδυνο αυτό θεϊκό παιγνίδι. Και βέβαια το γεγονός του σεισμού καταγράφεται στις σελίδες του χρόνου μέσα στο βιβλίο της ανθρώπινης ιστορίας.

Τώρα οι σεισμογράφοι αποτυπώνουν τις τεθλασμένες γραμμές της έντασης και του επίκεντρου. Οι σεισμολόγοι πληροφορούν το κοινό μέσα από τα κανάλια της «ελεύθερης» τηλεόρασης και τους ραδιοφωνικούς σταθμούς μιλώντας με επιστημονικούς όρους για το σεισμό και τους μετασεισμούς. Το θέμα κοσκινίζεται από ειδικούς επιστήμονες και δημοσιογράφους. Και όλος ο κόσμος βλέπει στην τηλεόραση τα ρημαγμένα σπίτια και τους φοβισμένους ανθρώπους μαζί με τη βαρύγδουπη παρουσία της επίσημης Πολιτείας. Η κάμερα τριγυρίζει στις βιαστικά στημένες σκηνές, όπου στοιβάζονται οι σεισμόπληχτοι για πολύν καιρό και ύστερα όλα αρχίζουν σιγά-σιγά να ξεχνιούνται. Τα σπίτια διορθώνονται ή χτίζονται καινούργια και η ζωή ξαναγυρίζει σον κανονικό της ρυθμό. Ο σεισμός του 1954 λοιπόν, ήταν ένα από τα πιο απρόσμενα και σημαδιακά γεγονότα που συνέβησαν σ’ αυτή τη γωνιά του Θεσσαλικού κάμπου.

                                              ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΕΤΡΑΣ
Είχε περάσει το Πάσχα και τα απογεύματα της Αγάπης, όπου όλο το χωριό χόρεψε στην πλατεία «τον Ήλιο» και «την Ιτιά τη λουλουδιασμένη», με τους ντόπιους οργανοπαίχτες, το Χαραλαμπή που έπαιζε βιολί με το μακρύ το τοξάρι και τον Τσαβάκη που έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε. Κάποιος γύφτος απ΄ τις Σοφάδες, ανιψιός του Κοψαχείλη, έπαιζε κλαρίνο.

Ιδιαίτερα το γλέντι άναψε τη δεύτερη μέρα, που γιορτάζονταν και η γιορτή του Αϊ-Γιώργη και πανηγύριζε το χωριό. Το πρωί όλοι νωρίς πήγαν στην εκκλησία. Οι πιο πολλοί είχαν και κάποιο τάμα στον Άγιο, μεγάλη λαμπάδα, ή ένα ρουί λάδι ή χρήματα.

Οι κυράδες φόρεσαν τα καλά τους, το καινούργιο φουστάνι που έραψαν στη Σημούλα τη μοδίστρα, πέρασαν τα γκιορντάνια στο λαιμό τους κι έλαμπαν ολόκληρες. Μα πιο πολύ έλαμπαν τα κορίτσια της παντρειάς πούχαν αγοράσει ένα σωρό καλούδια από το παζάρι στα Φέρσαλα ή το Δομοκό και τώρα τα στολίστηκαν, για να κάψουν τις καρδιές των παλικαριών. Μερικές μάλιστα έβαλαν κρυφά και κοκκινάδι στα μάγουλα, για να φαίνονται πιο όμορφες.
Φωτογραφίες της σεισμικής διάρρηξης
του 1954 στην Εκκάρα, από το
αρχείο του Ι. Παπασταματίου
Ύστερα, σαν πέρασαν οι Άγιες μέρες γύρισαν όλοι στις δουλειές τους, τα χωράφια και τα κοπάδια. Ήθελαν ν΄ αποτελειώσουν τις ανοιξιάτικες σπορές και οι τσελιγκάδες να πετάξουν τη χειμωνιάτικη κοπριά απ’ το μαντρί και να κουρέψουν τα πρόβατα για να μην αρχίσουν οι πρ
ώιμες ζέστες.

Έτσι έφτασε η Παρασκευή. Ήταν η τελευταία μέρα τ’ Απρίλη του 1954 και γιόρταζε η Παναγία μας. Ήταν η γιορτή της Ζωοδόχου Πηγής και πανηγύριζε το πάνω Καραλάρ όπου η οικογένεια του Άγγελου είχε συγγενείς.

Η κυρά Λένη λοιπόν, η μάνα του Άγγελου, πήγε στο πανηγύρι και φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Αχιλλέα Κουτλιά, τη γυναίκα του οποίου, Σταυρούλα, είχε αδερφανηψιά η μανιά Θωμαή. Από τους άλλους του σπιτιού δε θέλησε να πάει κανείς στο πανηγύρι κι έτσι έμειναν στο σπίτι η γιαγιά Θωμαή, ο γιος της Χρήστος και ο εγγονός της, Άγγελος.

Η ημέρα από το πρωί ήταν ζεστή. Ένα αλαφρό νοτιαδάκι κουνούσε τα φύλλα των δέντρων κι ο ήλιος από το γιόμα άρχισε να πυρώνει, λες και ήταν μέρα του Αλωνάρη κι όχι της Άνοιξης.

Στο Καραλάρ από ώρα είχε σχολάσει η εκκλησία και όξω στην πλατεία ένα συγκρότημα έπαιζε Θεσσαλιώτικα τραγούδια και μια νεαρή κρεατωμένη τραγουδίστρια, τραγουδούσε την «Άσπρη βαμπακιά είχα στην πόρτα μου, μου την κλέψανε την Παναγιώτα μου». Φορούσε ένα ελαφρό εξώπλατο φουστάνι, κοντό ως είκοσι πόντους πάνω απ’ το γόνατο, χείλη βαμμένα κατακόκκινα, μαύρα ριχτά μαλλιά και καθώς τραγουδούσε κουνιόνταν αριστερά και δεξιά, μοιράζοντας χαμόγελα στους λαίμαργους αρσενικούς του πανηγυριού.
Φωτογραφίες της σεισμικής διάρρηξης
του 1954 στην Εκκάρα, από το
αρχείο του Ι. Παπασταματίου

Πιο πέρα κάποιοι έψηναν αρνιά στη σούβλα κι απ’ τ’ αντικρινό καφενείο, κουβαλούσαν τσίπρο και κρασί.

Στο Βαρδαλή ο πατέρας του Άγγελου έστρωσε το μεσημεριανό τραπέζι. Φακές, κρεμμύδι και κόκκινα αυγά και σαν απόφαγαν είπε στον Άγγελο να κοιτάξει αν έχουν οι κότες νερό. Κατόπιν έπεσαν και οι τρεις τους να κοιμηθούν για μεσημέρι. Η γιαγιά Θωμαή ξάπλωσε στη γωνιά της, πάνω στην ψάθα που σκέπαζε το χωματένιο δάπεδο, ο Χρήστος στο αριστερό κρεβάτι κι ο Άγγελος στο δεξιό με τα καινούργια τα στρίποδα. Η ώρα ήταν περίπου δύο και σε λίγο θα τους έπαιρνε ο ύπνος, όταν ένιωσαν τη γη να κουνιέται ελαφρά και το σπίτι να τρίζει.

-Σεισμός, είπε ο πατέρας, πάμε έξω.

Σηκώθηκαν και οι τρεις και βγήκαν αμέσως από την πίσω πόρτα του σπιτιού, όπου υπήρχε μια μικρή αυλή τριγυρισμένη από ψηλό μαντρότοιχο ξερολιθιά.

-Δεν είμαστε καλά εδώ, παρατήρησε ο πατέρας. Πάμε εμπρός, στη μεγάλη αυλή. Μπήκαν όλοι πάλι στο σπίτι, διέσχισαν το μακρύ διάδρομο και βγήκαν από την μπροστινή πόρτα στη μεγάλη αυλή. Πέρασαν κάτω από την κληματαριά και ενώ βρίσκονταν μόνο έξι - εφτά μέτρα από το σπίτι, η γη άρχισε να χορεύει δυνατά κάτω από τα πόδια τους. Γύρισαν τρομαγμένοι και είδαν να σωριάζεται αμέσως σε ερείπια το κονιαρόσπιτο και η διπλανή αποθήκη, μέχρι και την τελευταία πέτρα πάνω από τα θεμέλια. Έντρομοι διαπίστωσαν πως το ίδιο έγινε και στα σπίτια των γειτόνων. Όταν έφτασαν στη μέση της λάκας, δίπλα στην πέτρινη τσιούμα η γη έτρεμε ακόμη. Ο πατέρας του Άγγελου έκανε το σταυρό του κοιτάζοντας προς τον ήλιο, που φαίνονταν και αυτός να τρέμει, λέγοντας:

-Κύριε, Ιησού Χριστέ.

Ο Άγγελος αγκάλιασε τη μουριά του γείτονα και ο σεισμός κόντευε να τον ρίξει κάτω. Τότε είδαν ότι όλο το χωριό σκεπάστηκε από ένα σύννεφο σκόνης απ’ τα πεσμένα σπίτια. Και πιο μακριά τα άλλα χωριά, η Γιακαρόμπα, το Τσιφλάρ, η Τζιόμπα και το Καραλάρ σκεπάστηκαν από τη σκόνη των δικών τους σπιτιών.

Στο Καραλάρ το πανηγύρι κόπηκε στη μέση. Οι άνθρωποι έτρεχαν τρομαγμένοι αριστερά και δεξιά. Η στρουμπουλή τραγουδίστρια είδε τη γύμνια της και φοβήθηκε. Άρχισε λοιπόν να φωνάζει:

-Δώστε μου κάτι να ντυθώ, δε βλέπετε που είμαι ντροπής πράμα ντυμένη;

Μα κανείς δεν την άκουγε. Ο καθένας είχε τους δικούς του φόβους, τις δικές του ενοχές μπρος στο θυμωμένο Θεό και τα δικά του προβλήματα. Έτρεχε λοιπόν πρώτα να δει τι έγιναν οι δικοί του άνθρωποι και μετά το βιος του. Και αυτό γίνονταν σ’ όλες τις ρημαγμένες απ’ το σεισμό κωμοπόλεις και χωριά, απ’ τις Σοφάδες μέχρι την Αγχίαλο και το Βόλο.

Όταν έγινε ο σεισμός η μάνα του Άγγελου στο Καραλάρ έτρεξε στο σπίτι του συγγενή τους να πάρει τη ζακέτα και τον τροβά της και να φύγει για το Βαρδαλή γιατί ανησυχούσε για τους δικούς της. Το σπίτι όμως είχε μισογκρεμιστεί. Κανείς δεν ήταν πρόθυμος να τη βοηθήσει. Όρμισε λοιπόν μέσα στα χαλάσματα, βρήκε τη ζακέτα της, την άρπαξε και βγήκε έξω, ενώ οι μετασεισμοί συνεχίζονταν και κάθε ένα δυο λεπτά η γη πάλι έτρεμε δυνατά. Ο τροβάς είχε πλακωθεί και τον άφησε. Σε λίγο πήρε αλαφιασμένη το δρόμο για το χωριό της ενώ χίλιοι φόβοι στριφογύριζαν στα σωθικά της. Καθώς περνούσε από την εκκλησιά γύρισε στη Ζωοδόχο Παναγία που γιόρταζε κείνη τη σημαδιακή μέρα κι έκανε το σταυρό της ψελλίζοντας:

-Κάνε Παναγία μου να βρω καλά τους δικούς μου στο χωριό…..

Ύστερα συνέχισε πιο γρήγορα το δρόμο της. Έτσι χωρίς να το καταλάβει έφτασε γρήγορα στην Πρόερνα και τάχυνε ακόμα πιο γρήγορα το βήμα της στο δρόμο για το Βαρδαλή, ενώ η ζέστη την περόνιαζε ως το μεδούλι. Όλο το κορμί της κολυμπούσε στον ιδρώτα και τη σκόνη που πασπάλιζε τα πόδια της και το πρόσωπο, αλλά πού καιρός για ξεκούραση κάτω από κάποια απ’ τις πολλές γκορτσιές, που έστεκαν καταπράσινες στα διπλανά χωράφια. Στο νου της στροβίλιζαν χίλιες δυο ανησυχίες και φόβοι. Από τώρα έβλεπε ερείπια τα παλιόσπιτα και η αγωνία για τους δικούς της μεγάλωνε. Μ’ αυτές τις σκέψεις και χωρίς λεπτό να πάρει ανάσα έφτασε στα Λάικα και αφήνοντας τη δημοσιά μπήκε στο χωματόδρομο. Ακόμα μισή ώρα, το πολύ δρόμο κι έφτανε στο χωριό. Τώρα όσο και πλησίαζε κομμένη από το γρήγορο ποδαρόδρομο, ενώ η γη κάθε δυο τρία λεπτά έτρεμε.

Τα μάτια της ήταν στυλωμένα στα άσπρα σημάδια των πρώτων σπιτιών που διακρίνονταν χωρίς να μπορεί να ξεχωρίσει κανείς αν ήταν όρθια ή γκρεμισμένα. Έτσι με γρήγορα βήματα έφτασε στο καλντερίμι κάτω από τη βρύση του Χασαπλή και ύστερα από πεντακόσια μέτρα δρόμο μπήκε στο χωριό. Παντού ερείπια και άνθρωποι τρομαγμένοι κι αναμαλλιασμένοι.

Καθώς πλησίαζε στο κέντρο του χωριού, είδε με δέος την εκκλησία τ’ Αι-Γιώργη σωριασμένη στο χώμα και μόνο δυο κολώνες και παρέκει το καμπαναριό να στέκουν όρθιες. Έκαμε ξανά το σταυρό της χωρίς να λέει τίποτε. Ύστερα πέρασε γρήγορα δίπλα στην βρύση και όρμισε στο στενό σοκάκι.

Γύρω της οι πασχαλιές και οι ακακίες άδειαζαν στον αγέρα με απλοχεριά το μεθυστικό άρωμα των λουλουδιών τους και τα χελιδόνια τιτίβιζαν χαρούμενα δίπλα στη μισοχαλασμένη αχυρώνα του Χαραλάμη, χωρίς να έχουν καταλάβει το κακό που βρήκε τους ανθρώπους. Αλλά αυτή δεν είχε διάθεση να δει τα πουλιά και να μυρίσει τα λουλούδια. Ακόμα λίγα μέτρα κι έφτανε στο σπίτι της. Και τότε πίσω απ΄ τα χαλάσματα του χαμηλόσκεπου χαγιατιού, που μέσα έμενε παλιότερα η αλαφροίσκιωτη Αγγέλω, πρόβαλε η Αντρέαινα.

-Καλησπέρα, Αντρέαινα, χαιρέτησε κοντανασαίνοντας την ξαδερφοσυνυφάδα της η κυρά Λένη.

-Καλησπέρα, Ελένη, από πού έρχεσαι; ρώτησε εκείνη.

-Πήγα στο πανηγύρι στο Καραλάρ, που να μην έσωνα. Πες μου είναι καλά οι δικοί μου, μην έπαθε τίποτε το παιδί; βιάστηκε να ρωτήσει η μάνα του Άγγελου.

-Όλοι είναι καλά, απάντησε η κυρά Ζωή, που όλοι ξέχασαν τ’ όνομά της και επειδή έλεγαν τον άντρα της Αντρέα, την αποκαλούσαν Αντρέαινα.

-Δόξα σοι ο Θεός, σταυροκοπήθηκε αναθαρρημένη η κατάκοπη γυναίκα και η καρδιά της πήγε στον τόπο της. Τώρα ήξερε πως σε λίγο θα έβλεπε γερούς τους δικούς της, γιατί τα σπίτια και οι αχυρώνες και οι αποθήκες, ακόμα και οι εκκλησιές και τα σχολειά ξαναγίνονται. Οι άνθρωποι άμα πεθάνουν, δεν ξαναγίνονται, δεν ξαναζωντανεύουν.

Σε πενήντα βήματα βρέθηκε μπρος στα χαλάσματα του σπιτιού της. Με συντριβή αντίκρισε τα ερείπια. Δεν είχε μείνει ούτε μια πέτρα πάνω στη άλλη πέτρα. Και μπρος στο σπίτι έστεκε ακόμη μισοόρθια ρημαγμένη η γριά κληματαριά που έχασε τον τοίχο που ακουμπούσε και στηρίζονταν τόσα χρόνια.

Δάκρυα γέμισαν τα μάτια της. Κείνη την τραγική ώρα, θυμήθηκε που νύφη πριν δώδεκα χρόνια προσκύνησε σ΄αυτό το σπίτι κι ύστερα που μέσα εκεί πάλι γέννησε το γιο της τον Άγγελο και τόσες άλλες σκηνές, που έζησε μέσα του, πέρασαν σαν αστραπή απ’το μυαλό της. Ύστερα προχώρησε πιο πέρα, δεξιά από την αυλή με την πέτρινη τσιούμα όπου αντίκρισε μέσα στο οικόπεδο του αντρανηψιού της, Γιάννη Ανυφαντή τους δικούς της και πολλούς γείτονες. Έτρεξε στο χωράφι όπου καλημέρισε τους σκιαγμένους ανθρώπους και φίλησε το γιο της. Ύστερα άρχισε να διηγείται τα όσα είδε και έζησε στο ξένο χωριό και στο δρόμο.

Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε κανείς. Όλοι μαζεμένοι στη μέση του οικόπεδου συζητούσαν μέχρι το πρωί ενώ η γη κάθε τόσο χόρευε κάτω απ’ τα πόδια τους.

Την άλλη μέρα ήρθαν τα τζέιμς του στρατού με μηχανικούς στρατιωτικούς, στρατιώτες κι ένα λοχαγό διοικητή που εγκαταστάθηκε στη Σκάρμιτσα και σε κάθε χωριό πήγε και μια ή δυο μπουλντόζες του στρατού, για να γκρεμίζουν τα ετοιμόρροπα επικίντυνα σπίτια.

Την ίδια κιόλας μέρα οι μηχανικοί άρχισαν να επιθεωρούν τα χτίρια και να γράφουν χαρτιά για τον κάθε νοικοκύρη. Ζήτημα ήταν αν σ’ όλο το χωριό έμειναν τρία τέσσερα χτίρια όρθια κι αυτά όμως βαριά λαβωμένα απ’τη μάνητα του σεισμού. Όλα τ’ άλλα ήταν σωροί από πέτρες, σπασμένα ξύλα και κεραμίδια.

Το απόγεμα της ίδια μέρας, ο στρατός μοίρασε σκηνές. Η οικογένεια του Άγγελου έστησε τη σκηνή της στο οικόπεδο που είπαμε πως τους βρήκε συγκεντρωμένους όταν γύρισε η μάνα του απ’ το πανηγύρι.

Σε λίγες μέρες ο πατέρας του Άγγελου έφερε βάλτο απ’ τα κανάλια του Μαραθέα κι έφτιαξε μια μεγάλη καλύβα στο δικό του οικόπεδο, μακριά απ’ τα χαλάσματα και δίπλα στη μεγάλη πικραμυγδαλιά.

Εκεί μετάφερε η οικογένεια τα λίγα ρούχα, που είχε ξεπλακώσει απ’ το γκρεμισμένο σπίτι και ο πατέρας έφτιαξε δυο αχυρένια στρώματα και βρήκε και μια παλιά ψάθα κι έστρωσαν κάτω στην καλύβα που η μάνα την είχε χρήσει δυο φορές με κοκκινόχωμα και βουνιά γελάδας. Εκεί η οικογένεια, μέσα στη καλύβα, πέρασε το καλοκαίρι, το χινόπωρο και το χειμώνα, κοντά δηλαδή ένα χρόνο.

Ήταν πολύ δύσκολη η ζωή μέσα στην καλύβα, ιδιαίτερα το χειμώνα. Επειδή έκανε πολύ κρύο, άναβαν φωτιά στη μέση της καλύβας και ντούχνιαζε μέσα ο καπνός, που δεν είχε από πού να φύγει. Τα μάτια έτσουζαν και ο λαιμός στέγνωνε. Όλα μύριζαν καπνίλα. και όταν παραγίνονταν το κακό και κιντύνευαν να σκάσουν σαν τα ποντίκια, άνοιγαν διάπλατα την πόρτα να φύγει λίγος καπνός και να μπει καθαρός αέρας. Τότε ορμούσε μέσα το ξεροβόρι και πάγωναν τα πάντα. Σ’ αυτή τη φωτιά κάθε μέρα η μάνα ήταν αναγκασμένη να βράζει και το φαγητό, με κίντυνο πάντοτε να πάρει φωτιά από μια σκαντζαλήθρα το χόρτο της καλύβας , που ήταν σαν μπαρούτι και να ψηθούν όλοι μέσα.

Ένα άλλο σοβαρό πρόβλημα στην καλύβα, ήταν τα πολλά ποντίκια, που ανεμπόδιστα έκαναν έτσι το χορταρένιο πλέχτη και αλώνιζαν το κατοικιό των ανθρώπων ροκανίζοντας το ψωμί, τα κρεμμύδια, τον τραχανά, τις χυλοπίτες και τ’ άλλα φαγώσιμα της οικογένειας. Πολλές φορές έμπαιναν στα αχυρένια στρώματα κι όταν ξάπλωνες πάνω πεταγόντουσαν αλαφιασμένα. Η κυρά Λένη ήταν πάντα με τη σκούπα στο χέρι να τα κυνηγά.

Την Άνοιξη του 1955, κατά τον Απρίλη μήνα, ο πατέρας του Άγγελου, που σ΄αυτό το διάστημα του ενός χρόνου απ’ το σεισμό συγκέντρωσε ξύλα, καλαμωτά, τσίγκια και ό,τι άλλο χρειάζονταν, με τη βοήθεια των κουνιάδων του έφτιαξε μια παράγκα, γιατί η οικογένεια δεν μπορούσε να περάσει και δεύτερο χρόνο στη καλύβα.

Αφού έστησαν τον ξύλινο σκελετό, κάρφωσαν στα πλαϊνά τα καλαμωτά διπλά, μέσα κι έξω και ύστερα τα μύστρισαν με λάσπη που είχε μέσα μπόλικο άχυρο. Μετά σκέπασαν με τσίγκια την παράγκα, που την είχαν χωρίσει σε δυο μέρη δηλαδή ένα δωμάτιο και μια σάλα. Στη μισή σάλα τοποθέτησαν και το μεγάλο ξύλινο αμπάρι της οικογένειας. Στο δωμάτιο ο πατέρας έβαλε και τα στρίποδα που έφτιαξε για το ξυλοκρέβατο, όπου κοιμόταν ο Άγγελος. Ο πατέρας με τη μάνα κοιμόντουσαν κάτω στην μεγάλη ψάθα από τη μια μεριά του δωμάτιου και η βαβά Θωμαή κάτω κι αυτή από την άλλη. Η παράγκα είχε και παράθυρο απ΄όπου έμπαινε το φως της μέρας, ενώ η καλύβα δεν είχε.

Με τι χαρά η οικογένεια, όταν τελείωσε η παράγκα μετέφερε τα υπάρχοντα της από την καλύβα και εγκαταστάθηκε στην παράγκα δεν περιγράφεται.

Η γιαγιά Θωμαή όλο έλεγε στις γειτόνισσες:

- Τώρα πάμε στο καινούργιο σπίτι, δείχνοντας την παράγκα με το χέρι, που δεν την έβλεπε γιατί είπαμε πως ήταν τυφλή.

Όταν άρχισαν τα πρώτα κρύα του Νοέμβρη, ο πατέρας έβαλε στο δωμάτιο μια μεγάλη ξυλόσομπα, που δεν κάπνιζε καθόλου και μπόρεσε η οικογένεια να ξεχειμωνιάσει σ’ ανεχτά ανθρώπινο περιβάλλον.

Στην σόμπα έκαιγαν γκορτσές απ’ τα χωράφια ή φιλικόριζες, που ξερίζωνε ο πατέρας απ’ το βουνό πάνω απ’ την Ξηρόβρυση.

Όσων γκρεμίστηκαν τα σπίτια η κυβέρνηση έδωσε στεγαστικό δάνειο 20.000 δρχ. και εμπειροτέχνες εργολάβοι από διάφορα μέρη της Ελλάδας ήρθαν και ανέλαβαν το χτίσιμο των αντισεισμικών σπιτιών, που είχαν όλα δυο δωμάτια κι ένα διάδρομο. Μερικά απ’ αυτά χτίστηκαν με πέτρα κι άλλα με τούβλα. Όλα όμως είχαν τρία διαζώματα με τσιμέντο και σίδερο. Από την πλευρά της Πολιτείας επέβλεπαν και πιστοποιούσαν την καλή εχτέλεση των εργασιών του χτισίματος, για να παίρνουν οι δικαιούχοι τις τρεις δόσεις του δανείου, πολιτικοί μηχανικοί του στρατού. Και μετά το χτίσιμο, η στέγη, το σοβάτισμα, τα ταβάνια και τα πορτοπαράθυρα. Το δάπεδο στα περισσότερα έγινε από σκέτο τσιμέντο, τουλάχιστο τα δυο τρία πρώτα χρόνια.

Οι περισσότερες οικογένειες, στο Βαρδαλή, μπήκαν μέσα στα καινούργια σπίτια το καλοκαίρι του 1956. Την ίδια εποχή μπήκε στο δικό της σπίτι και η οικογένεια του Άγγελου. Συνάντησε όμως τεράστιο πρόβλημα με τη μανιά Θωμαή η οποία αρνιόταν επίμονα να εγκαταλείψει την παράγκα. Έτσι δέχτηκε ο πατέρας του Άγγελου και γιος της Χρήστος να την αφήσει στην παράγκα λίγο καιρό ακόμα. Όταν όμως άρχισαν τα πρώτα κρύα του Χινόπωρου την πίεσαν ο γιος της και η νύφη της να πάει στο σπίτι.

- Τι θα λέει ο κόσμος μάνα, πως εμείς είμαστε στο σπίτι και σένα σ’ έχουμε παρατημένη εδώ στην παράγκα, της έλεγε η κυρά Λένη.

Εκείνη έμεινε αμετάπειστη. Και μια μέρα οι γονείς του Άγγελου την πήραν με το ζόρι και την πήγαν με τα τσιμπράγκαλά της στο σπίτι. Τότε εκείνη βγήκε έξω και άρχισε να κλαίει και να φωνάζει ασταμάτητα.

- Δε θέλω. Δε θέλω. Αφήστε με στο σπίτι μου. Δεν μπορώ εδώ, θα πεθάνω.

Η γειτονιά όλη ξεσηκώθηκε. Νόμιζε κανείς πως κάποιος τη σφάζει τη γριούλα. Μπρος σ’ αυτή την κατάσταση, ο Χρήστος πήρε τα πράγματα της μάνας του και τα ξαναπήγε μαζί μ’ εκείνη στην παράγκα. Έτσι έγινε αυτό που ήθελε η γερόντισσα.

Η γιαγιά έμεινε εκεί ως την Άνοιξη του 1957 οπότε αρρώστησε βαριά και την πήραν στο σπίτι χωρίς να έχει τη δύναμη να αντιδράσει. Άλλωστε σε λίγες μέρες πέθανε.

Άγγελος Χατζής

ή Σεραφείμ Χατζόπουλος


Ο σεισμός της 30/4/1954 με επίκεντρο τις Σοφάδες Καρδίτσας είχε μέγεθος 7.0R. Ο σεισμός προκάλεσε σοβαρές βλάβες στους νομούς : Καρδίτσας, Φθιώτιδας (χωριών επαρχίας Δομοκού του Θεσσαλικού κάμπου) Λάρισας. Τρικάλων, Μαγνησίας και Ευρυτανίας. Κατέρρευσαν 6.599 σπίτια ενώ 9.154 υπέστησαν σοβαρές ζημιές. και είχε 157 τραυματίες και 25 νεκρούς.


ΒΙΝΤΕΟ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΦΑΡΣΑΛΩΝ ΚΑΙ ΣΟΦΑΔΩΝ - ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΑΡΧΗ ΠΑΠΑΓΟΥ:



ΠΗΓΕΣ:http://e-didaskalia.blogspot
              http://thessalianews.gr/
              

Διαβάστε περισσότερα »»

Σάββατο 18 Μαρτίου 2017

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΗΡΩΑ ΜΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΡΑ'Ι'ΣΚΑΚΗ



Ο ΚΑΡΑ'Ι'ΣΚΑΚΗΣ
ΤΡΑΓΟΥΔΙ:Κώστας Παπαδημητρίου
ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ:Κωστής Δρυγιανάκης
Ο Κώστας Παπαδημητρίου γεννήθηκε το 1937 στην Καρδιτσομαγούλα, κοντά στην Καρδίτσα. Είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός, σήμερα συνταξιούχος από τον Ο.Τ.Ε. Τραγουδά ερασιτεχνικά από πολύ νέος - τα τελευταία 7 χρόνια ασχολείται και με το παραδοσιακό κλαρίνο.
Το συγκεκριμένο τραγούδι συμπεριλαμβάνεται στο CD αφιέρωμα για τα 120 χρόνια από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας "ΘΕΣΣΑΛΙΑ - πρόσωπα και γεγονότα μέσα από το δημοτικό τραγούδι" το οποίο κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2001 στο Βόλο και είναι το υπ' αριθμόν 8(Ο ΚΑΡΑ'Ι'ΣΚΑΚΗΣ)τραγούδι του δίσκου.

Ο Γιώργος Καραϊσκάκης είναι από τους επιφανέστερους ήρωες της Επανάστασης του 1821. Γεννήθηκε στο Μαυρομμάτι της Καρδίτσας το 1780, από άγνωστο πατέρα και μητέρα καλόγρια καταγόμενη από την Άρτα. Σε ηλικία 15 χρονών είναι ήδη κλέφτης. Το 1795 συλλαμβάνεται κατά τη διάρκεια εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του Αλή πασά στην Ακαρνανία. Ο Αλή θαυμάζοντας το θάρρος και τον χαρακτήρα του, τον παίρνει στην υπηρεσία του.
Πέντε χρόνια όμως αργότερα, ύστερα από μια ταραχώδη καριέρα δίπλα στον πασά των Ιωαννίνων, τον ξαναβρίσκουμε κλέφτη υπό την αρχηγεία του Κατσαντώνη, στα Άγραφα. Αν και βασανιζόμενος από φυματίωση, με την έκρηξη της Επανάστασης, το 1821, παίρνει ενεργό μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα, πολεμώντας σε διάφορες μάχες.
Η στρατηγική του μεγαλοφυία αναγνωρίζεται απ' όλους μετά τις επιτυχίες του στο Δίστομο και την Αράχωβα, το 1826. Ωστόσο, στην πολιορκία της Αθήνας από τον Κιουταχή, ο Καραϊσκάκης κατά τη διάρκεια εφόδου τραυματίζεται θανάσιμα στις 22 Απριλίου του 1827, και πεθαίνει την επόμενη, ανήμερα της γιορτής του, μια ημέρα πριν την πανωλεθρία των Ελλήνων στο Φάληρο.
Σε αντίθεση με όλους τους πολεμιστές που παρουσιάστηκαν μέχρι εδώ, και των οποίων η εμβέλεια είναι λιγότερο ή περισσότερο τοπική, ο Καραϊσκάκης αναγνωρίζεται ως εθνικός, πλέον, ήρωας σχεδόν αμέσως μετά το θάνατο του.
Σ' αυτό συντελεί η ύπαρξη ανεξάρτητου πια Ελληνικού κράτους, συντελεί όμως και η προσωπικότητα του ίδιου του Καραϊσκάκη, που ήταν άνθρωπος ανιδιοτελής και αφοσιωμένος στον αγώνα, με μοναδική αυταπάρνηση και με μεγάλες πολεμικές και διοικητικές ικανότητες. Έτσι, τραγούδια για τον Καραϊσκάκη έχουμε σε όλη την Κεντρική Ελλάδα και την Πελοπόννησο. 
Τα περισσότερα, όπως κι αυτό που έχουμε εδώ, αναφέρονται στην τελευταία μάχη του, σκιαγραφώντας με λεπτομέρειες τον Καραϊσκάκη που «έτυχε την ημέραν εκείνην να πάρη ιατρικόν και είχε πέση να κοιμηθή, κοιμώμενος δε ήκουσε την μάχην και εξύπνησε και διέταζε αμέσως να ετοιμάσωσι τον ίππον του». Είναι καταγραφή του Ούλριχ που ανθολογείται από τον Πάσοφ.
[Τρία πουλάκια κάθονται επάνω στον Πειρέα,
Μοιρολογούσαν κ' έλεγαν, μυρολογούν και λέγουν
Τρίτη, τετράδη θλιβερή, πέφτη φαρμακωμένη.]
Παρασκευή ξημέρωσε, να μ' είχε ξημερώση,
Νησιώτες κάμουν την βουλή, να παν να πολεμήσουν,
Ο Καραϊσκάκης τ' άκουσε, πολύ του βαρυφάνη,
Και τον τσαούση φώναζε, και τον σείζη λέει «Σείζη στρώσε τ' άλογο, θα πάω να πολεμήσω
Και το σπαθί του τo βγάλε [και πάει να πολεμήση-
Και στην Τουρκιά που πήγαινε για να τους πολεμήση.
Πικρή βολιά τον χτύπησε, πικρή φαρμακωμένη.
Κι' όλο τ' ασκέρι γειότεψε κι' όλα τα παλληκάρια,
Κι' αυτός τ' ασκέρι φώναξε, στέκει και το διατάζει
Παιδιά μ' να μη σκορπίσετε κι' αφήστε τα ταμπούρια, Κ' εγώ θα πάω στην Κούλουρη να γιάνω τον γιαρά μου.
Σε πέντε μέραις είμ' εδώ, σε δέκα θα γυρίσω»-
Κ' οι στρατηγοί σαν τ' άκουσαν, πήγαν να πολεμήσουν.
Κι' ο Κιουταχής τους πλάκωσε μ' εικοσιοχτώ χιλιάδες.
Εμπρός τους πήρ' σαν πρόβατα, σκοτώνει και τους κόβει,
Χίλια κεφάλια πήρ' αυτών και ζωντανούς τριακόσιους.
Και έτσι εχαθήκανε τ' αντρεία παλληκάρια.]

ΠΗΓΕΣ:
Sarakatsanokostantis
PsilaVouna
Διαβάστε περισσότερα »»

Τετάρτη 15 Μαρτίου 2017

♥ Θεσσαλικοί Σιδηρόδρομοι: Η θεσσαλική οτομοτρίς BREDA

Η breda στον σταθμό της Καρδίτσας δεμένη με το επιβατικό βαγόνι Νο29 που σήμερα χρησιμοποιείται από τον σύλλογό μας στα Τρίκαλα ως στέκι
Η θεσσαλική οτομοτρίς BREDA υπήρξε το εμβληματικό τρένο των Σιδηροδρόμων Θεσσαλίας μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Κατασκευάστηκαν 15 αυτοκινητάμαξες του τύπου αυτού με αρίθμηση Α1 έως Α15 στο Μιλάνο της Ιταλίας στα πλαίσια των πολεμικών αποζημιώσεων της Ιταλίας προς την χώρα μας. Η συγκεκριμένη αυτοκινητάμαξα ήταν παρόμοια με αυτοκινητάμαξες που κυκλοφορούσαν τότε στην Ιταλία και χαρακτηρίζονταν από την Ιταλική φινέτσα τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά. Έδινε την ευκαιρία στους Θεσσαλούς να ταξιδεύουν γρήγορα και με πρωτόγνωρη άνεση στις γραμμές Βόλου-Λάρισας και Βόλου-Καλαμπάκας. Άλλες τρεις παρόμοιες αυτοκινητάμαξες είχαν κατασκευαστεί για την γραμμή Αγρινίου -Κρυονερίου που μεταφέρθηκαν και αυτές στην Θεσσαλία μετά το κλείσιμο της γραμμής αυτής. Το οτομοτρίς ή το "μουτρίτσι" όπως το αποκαλούσαν οι γκαραγκούνηδες με τα τακτικά του δρομολόγια συντόμευε τις αποστάσεις στον κάμπο ενώ το πέρασμά του πολλές φορές ήταν, ελλείψει ρολογιού, για τους χωριάτες ένδειξη για την ώρα της ημέρας. Στο χωράφι η ώρα του κολατσιού ή της σχόλης καθορίζονταν από το πέρασμα του τρένου.
Η "θεσσαλική" breda διέθετε δύο κινητήρες ντίζελ συνολικής ισχύος 390 HP και ανέπτυσσε στην μετρική γραμμή ανώτατη ταχύτητα 75 Km/h. Οι θέσεις των καθήμενων επιβατών ήταν 72, ενώ υπήρχε και μπαρ στο μέσο της αυτοκινητάμαξας για την εξυπηρέτησή τους.
Η τελευταία breda κυκλοφορούσε στη γραμμή έως το 1989 περίπου.
Η θεσσαλική οτομοτρίς BREDA

Άποψη από το φανταστικό για την εποχή εσωτερικό της αυτοκινητάμαξας

ΠΗΓΗ:Σύλλογος Φίλων Σιδηροδρόμου Τρικάλων Σ.Φ.Σ.Τ.

Διαβάστε περισσότερα »»