05 Μαΐου, 2026

Γέροντας Εφραίμ της Σκήτης του Αγίου Ανδρέα Ρήματα Ζωής

 


Επει­δή οι Πρω­τό­πλα­στοι ήταν πλή­ρεις Πνεύ­μα­τος Αγί­ου, μπο­ρού­σαν να κα­τα­λά­βουν και τη <<γλώσ­σα>> των ζώων στον πα­ρά­δει­σο, για­τί και τα ζώα ομι­λούν. Εξάλ­λου το φίδι στο οποίο ει­σήλ­θε ο διά­βο­λος, σε ποιά γλώσ­σα συ­νο­μί­λη­σε με την Εύα; Οι Πρω­τό­πλα­στοι, γνώ­ρι­ζαν επί­σης την πτώ­ση των δαι­μό­νων.

*
Ο Αβρα­άμ έθα­ψε την κάρα του Αδάμ, κατά υπό­δει­ξη του Προ­φή­τη και βα­σι­λιά Μελ­χι­σι­δέκ, πάρα πολύ κον­τά στο ση­μείο όπου Σταυ­ρώ­θη­κε ο Χρι­στός στον Γολ­γο­θά. Έτσι όταν Σταυ­ρώ­θη­κε ο Χρι­στός, η κάρα του Αδάμ στην κυ­ριο­λε­ξία πο­τί­στη­κε από το αίμα του Χρι­στού! Η ψυχή του Αδάμ που βρί­σκον­ταν στον Άδη, το πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε αυτό και ενη­μέ­ρω­σε στην Έυα, ότι από στιγ­μή σε στιγ­μή έρ­χε­ται και ο Κύ­ριος στον Άδη! Ο Μελ­χι­σι­δέκ ονό­μα­σε τον Γολ­γο­θά Κρα­νί­ου τό­πος, τό­πος δηλ. στον οποίο θά­φτη­κε το κρα­νίο του Αδάμ.
*
Ο πα­ρά­δει­σος στον οποίο το­πο­θέ­τη­σε ο Χρι­στός τους Πρω­τό­πλα­στους ήταν στη γη, με­τα­ξύ των 2 πο­τα­μών του Τί­γρη και του Ευ­φρά­τη. Οι πρω­τό­πλα­στοι ένιω­θαν μέσα τους και πνευ­μα­τι­κό πα­ρά­δει­σο, για­τί εί­χαν Χάρη Αγί­ου Πνεύ­μα­τος σε υπέρ­τα­το βαθ­μό. Από αυ­τόν τον πα­ρά­δει­σο απο­χω­ρί­στη­καν, λόγω της πα­ρα­κο­ής τους και πέ­θα­ναν ψυ­χι­κά, αφού απο­χω­ρί­στη­κε η Χάρη του Αγί­ου Πνεύ­μα­τος από αυ­τούς. Ο πα­ρά­δει­σος λοι­πόν των Πρω­το­πλά­στων ήταν δι­πλός, ο αι­σθη­τός και ο νο­η­τός πα­ρά­δει­σος και χά­σα­νε τον νο­η­τό πα­ρά­δει­σο, αφού άρ­θη­κε η Χάρη του Θεού από την ψυχή τους. Ο πραγ­μα­τι­κός πα­ρά­δει­σος ήταν ο νο­η­τός, απλά ο αι­σθη­τός υπήρ­χε για να ζή­σουν οι Πρω­τό­πλα­στοι και στον οποίο υπήρ­χε και ο διά­βο­λος.
*
Όλες οι σε­σω­σμέ­νες ψυ­χές στον πα­ρά­δει­σο, εί­ναι Χρι­στό­μορ­φες και επο­μέ­νως μορ­φο­λο­γι­κά εί­ναι όμοιες με­τα­ξύ τους. Έχουν το ίδιο στυλ, το ίδιο πρό­σω­πο, το ίδιο σχή­μα, το ίδιο ύψος και την ίδια ηλι­κία (33 ετών). Όταν όμως η ψυχή ενός Αγί­ου, με πα­ρα­χώ­ρη­ση του Θεού έρ­θει στη γη, τότε παίρ­νει το σου­λού­πι του σώ­μα­τος που είχε, πριν κοι­μη­θεί. Οι σε­σω­σμέ­νοι στον πα­ρά­δει­σο θα βλέ­πουν τη δόξα του Χρι­στού και όχι την Ου­σία (Φύση) Του. Και βλέ­πον­τας τη δόξα του Χρι­στού, θα έχουν εμ­πει­ρι­κή θε­ο­γνω­σία και των άλ­λων 2 Προ­σώ­πων της Αγία Τριά­δος (Πα­τήρ και Άγιο Πνεύ­μα). Η Θε­ό­τη­τα της Ου­σί­ας του Χρι­στού δεν ορά­ται. Ορά­ται μόνο από την Αγία Τριά­δα, για­τί μόνο ο Θεός γνω­ρί­ζει τον Θεό. Η Πα­να­γία δεν γνω­ρί­ζει τον Θεό ως Φύση, αλλά Τον γνω­ρί­ζει ως δόξα (ως ενέρ­γεια.)
*
Στον πα­ρά­δει­σο όλες οι ψυ­χές προ­ο­δεύ­ουν, τε­λειο­ποιούν­ται προς το άπει­ρο. Μόνο η ψυχή της Πα­να­γί­ας δεν προ­ο­δεύ­ει, για­τί εί­ναι τόσο ψηλά, που δεν γί­νε­ται να φτά­σει πα­ρα­πά­νω. Όλες οι σε­σω­σμέ­νες ψυ­χές, όσο και να προ­ο­δεύ­σουν, την κα­τά­στα­ση της Πα­να­γί­ας δεν πρό­κει­ται να την φτά­σουν ποτέ!
*
Αν διαι­ρού­σα­με τα δαι­μό­νια σε κόμ­μα­τα, το πιο με­γά­λο κόμ­μα, με τους πιο πολ­λούς οπα­δούς σε όλους τους αιώ­νες, θα τους είχε ο δαί­μο­νας της πορ­νεί­ας. Ο πρώ­τος πό­λε­μος που δέ­χε­ται κάθε άν­θρω­πος επί της γης, εί­ναι ο πό­λε­μος της πορ­νεί­ας. Ο δαί­μο­νας της πορ­νεί­ας εί­ναι ο πιο πει­σμα­τά­ρι­κος δαί­μο­νας από όλους τους δαί­μο­νες. Δεν υπο­χω­ρεί εύ­κο­λα. Για να πά­ρει κά­ποιος άν­θρω­πος το ''πτυ­χί­ο'', με την έν­νοια ότι ελευ­θε­ρώ­θη­κε από αυτό το δαι­μό­νιο και εί­ναι άν­θρω­πος του Χρι­στού, θα πρέ­πει να δώ­σει όλο το αίμα της καρ­διάς του! Θα πρέ­πει ο άν­θρω­πος, αυ­τήν την έν­δο­θεν φλό­γα που έβα­λε ο Θεός μέσα μας, να την με­τα­ποι­ή­σει σε Θεία φλό­γα! Πρέ­πει ο άν­θρω­πος να δώ­σει αίμα για να λά­βει πνεύ­μα.
*
Ο Θεός εί­ναι παν­τα­χού πα­ρών. Άρα που εί­ναι ο πα­ρά­δει­σος; Παν­τού εί­ναι ο πα­ρά­δει­σος! Αλλά το θέμα δεν εί­ναι που εί­ναι ο πα­ρά­δει­σος, αλλά ποιός βιώ­νει τον πα­ρά­δει­σο. Τον διά­βο­λο άμα τον βά­λου­με στον πα­ρά­δει­σο, κό­λα­ση θα βιώ­νει και τον άγιο αν τον βά­λου­με στην κό­λα­ση, πα­ρά­δει­σο θα βιώ­νει.
*
Πήγε κά­ποιος γέ­ρον­τας στον πα­ρά­δει­σο και είδε έναν Άγιο, ο οποί­ος του ερ­μή­νευ­σε με πα­ρα­βο­λι­κό τρό­πο, τα του πα­ρα­δεί­σου. Και του είπε, ότι έβλε­πε τις ψυ­χές του πα­ρα­δεί­σου σαν λου­λού­δια. Άλλα λου­λού­δια ήταν τε­λεί­ως ανοι­χτά, που σκόρ­πι­ζαν πάρα πολύ ευω­δία. Άλλα λου­λού­δια ήταν μέ­χρι τη μέση ανοι­χτά, που εί­χαν μια μέ­τρια ευω­δία και τέ­λος άλλα ήταν εν­τε­λώς κλει­στά και δεν ευω­δί­α­ζαν. Τε­λεί­ως ανοι­χτά λου­λού­δια, εί­ναι οι ψυ­χές των Αγί­ων που πέ­θα­ναν απα­θής και Ορ­θο­δο­ξό­τα­τοι, με άγια έργα και με­γά­λη άσκη­ση. Τα λου­λού­δια τα μι­σά­νοι­χτα, εί­ναι οι ψυ­χές πάλι των Ορ­θο­δό­ξων, που αμ­φι­τα­λαν­τεύ­ον­ταν με­τα­ξύ με­τα­νοί­ας και αμαρ­τί­ας. Στο τέ­λος της ζωής του ελα­φρώς υπε­ρί­σχυ­σε η με­τά­νοια και ίσα-ίσα σώ­θη­καν. Τέ­λος τα λου­λού­δια που ήταν κλει­στά, εί­ναι όλες οι αβά­πτι­στες ψυ­χές. Εί­ναι όλα τα παι­δά­κια που πέ­θα­ναν αβά­πτι­στα και όλοι οι αβά­πτι­στοι άν­θρω­ποι, που δεν ήταν Ορ­θό­δο­ξοι.
*
Ό,τι ετοί­μα­σε ο Θεός στον πα­ρά­δει­σο, το ετοί­μα­σε ως έκ­πλη­ξη, στον πιο με­γά­λο βαθ­μό. Τόλ­μη­σε και είπε ένας Άγιος: Ο Θεός ως Θεός, δεν μπο­ρεί να κά­νει κα­λύ­τε­ρο τον πα­ρά­δει­σο!!! Φαν­τα­στεί­τε λοι­πόν, τι ''πο­λυ­τέ­λεια'' ετοί­μα­σε ο Θεός για τους σε­σω­σμέ­νους!
*
Η μα­κρο­θυ­μία του Θεού εί­ναι αφάν­τα­στη. Ο Θεός μια ολό­κλη­ρη ζωή μας υπο­μέ­νει και στην εσχά­τη στιγ­μή, δέ­χε­ται την με­τά­νοιά μας και μας βά­ζει στον πα­ρά­δει­σο.
*
Και το πα­ρα­μι­κρό καλό που θα κά­νου­με, ο Θεός το αμοί­βει με άπει­ρο μι­σθό! Δεν θα πά­ρου­με μι­κρό ή με­γά­λο μι­σθό, αλλά άπει­ρο... Ο Θεός μόνο με άπει­ρο μι­σθό πλη­ρώ­νει. Δεν μπο­ρού­με να συλ­λά­βου­με την αμοι­βή που δί­νει ο Θεός, στο πα­ρα­μι­κρό καλό που θα κά­νου­με.
*
Κό­λα­ση σαν δη­μιουρ­γία δεν υφί­στα­ται. Δεν εποί­η­σε ο Θεός κό­λα­ση και πυρ κο­λά­σε­ως δεν υπάρ­χει. Το μόνο που υπάρ­χει εί­ναι το Άκτι­στο Φως, το οποίο ανα­βλύ­ζει αιώ­νια από την μα­κά­ρια φύση και ου­σία του Θεού. Αυτό λέ­γε­ται και Δόξα του Θεού. Στον άλ­λον κό­σμο υπάρ­χει το ιδί­ω­μα πι­στοί και άπι­στοι και γε­νι­κά όλες οι ψυ­χές να βλέ­πουν αυ­τήν την Δόξα. Και αυτή η Δόξα στους μεν σε­σω­σμέ­νους ενερ­γεί ως Φως, το οποίο θα το δέ­χον­ται, θα φω­τί­ζον­ται και θα αν­τα­να­κλούν φως και έτσι θα γί­νον­ται ''Χρι­στο­ει­δή­ς'', όμοιοι με το Χρι­στό. Και στους δε κο­λα­σμέ­νους ενερ­γεί ως πυρ, ως φω­τιά (πυρ κο­λά­σε­ως - εξώ­τε­ρο πυρ). Θα βομ­βαρ­δί­ζον­ται οι κο­λα­σμέ­νοι από άπει­ρους τό­νους Θεί­ας Αγά­πης, δια του Ακτί­στου Φω­τός, την οποία δεν θα την δέ­χον­ται, λόγω της αμε­τα­νόη­της επί­γειας ζωής τους και θα την ''με­τα­φρά­ζουν'' σε άπει­ρους τό­νους μί­σους, κα­κί­ας, κό­λα­σης και φω­τιάς και θα τους κα­τα­καί­ει. Αυ­τός εί­ναι και ο λό­γος, που ο Θεός δεν λυ­πά­ται και ούτε πρό­κει­ται να λυ­πη­θεί για τους κο­λα­σμέ­νους. Μό­νοι τους με­τα­τρέ­πουν, την Αγά­πη και το Φως του Κυ­ρί­ου, σε μί­σος και σκό­τος. Το Άκτι­στο Φως ενερ­γεί αν­τί­θε­τα, διό­τι οι προ­αι­ρέ­σεις των ψυ­χών εί­ναι δια­φο­ρε­τι­κές εφό­ρου ζωής. Έτσι δεν μπο­ρούν οι κο­λα­σμέ­νοι να κα­τη­γο­ρή­σουν το Θεό ότι εί­ναι σκλη­ρός, διό­τι όπως εμ­φα­νί­ζε­ται στους σε­σω­σμέ­νους, έτσι εμ­φα­νί­ζε­ται και σε αυ­τούς, ως Άκτι­στο Φως. Οι κο­λα­σμέ­νοι κα­τη­γο­ρούν μόνο τον εαυ­τό τους και όχι το Θεό. Συ­νε­πώς ο Θεός δεν κο­λά­ζει κα­νέ­ναν, αλλά οι άν­θρω­ποι αυ­το­κο­λά­ζον­ται, εξαι­τί­ας της αμε­τα­νο­η­σί­ας τους.
*
Οι Πα­τέ­ρες λένε, ότι και θα­νά­σι­μο αμάρ­τη­μα να δια­πρά­ξει κά­ποιος π.χ. φό­νος, εάν όμως αρ­χί­σει να με­τα­νο­εί πραγ­μα­τι­κά, μετά από 3 μέ­ρες, αρ­χί­ζει η Χάρη του Θεού να τον πα­ρη­γο­ρεί, για την με­τά­νοια που κά­νει. Τόσο γρή­γο­ρα επι­σκέ­πτε­ται η Θεία Χάρη τον άν­θρω­πο και δεν τον εγ­κα­τα­λεί­πει, διό­τι ο άν­θρω­πος δεν θα αν­τέ­ξει, αφού θα τον κα­τα­σπα­ρά­ξει ο διά­βο­λος.
*
Ποτέ να μην πού­με την φρά­ση, ούτε για αστείο: Εγώ δεν θα σωθώ! Αυτή η φρά­ση δί­νει χαρά στον εχθρό. Να παίρ­νου­με πάν­τα την υγιή το­πο­θέ­τη­ση: Με τη βο­ή­θεια του Θεού, αν και δεν το αξί­ζω, ελ­πί­ζω ότι θα σωθώ.
*
Το αν εί­μα­στε δε­κτι­κοί στην όρα­ση του Χρι­στού στον άλλο κό­σμο, μπο­ρού­με να το δια­πι­στώ­σου­με και να το κα­τα­λά­βου­με από αυ­τόν τον κό­σμο, με τα εξής κρι­τή­ρια: α) όταν δεν αμ­φι­σβη­τού­με την γρα­πτή δι­δα­σκα­λία της Εκ­κλη­σί­ας και την Ιε­ράς πα­ρά­δο­σης. Αυ­τός εί­ναι πρώ­τος βαθ­μός ορά­σε­ως του Χρι­στού και β) όταν μέσα στην Εκ­κλη­σία νιώ­θου­με όμορ­φα και δεν λέμε μέσα μας: Αμάν, πότε θα τε­λειώ­σει η Θεία Λει­τουρ­γία για να φύ­γου­με! Και φεύ­γου­με από την Εκ­κλη­σία όμορ­φα και ανα­παυ­μέ­νοι. Τότε κα­νείς εί­ναι πια ''έ­τοι­μο­ς'' να ει­σέλ­θει και στον άλλο κό­σμο.
*
Λένε οι Πα­τέ­ρες, ότι εκεί­νο που θα μας κά­νει την με­γα­λύ­τε­ρη εν­τύ­πω­ση στο πα­ρά­δει­σο, θα εί­ναι, πως ο Θεός, με την άπει­ρη Δύ­να­μή Του και την άπει­ρη Σο­φία Του, εί­ναι τόσο τα­πει­νός
*
Τα τρία στά­δια της τα­πεί­νω­σης: α) το να μην ασχο­λεί­σαι κα­θό­λου με τους άλ­λους β) να βλέ­πεις τον εαυ­τόν σου κα­τώ­τε­ρο όλων και γ) να αρ­χί­ζεις να συγ­κρί­νεις τον εαυ­τόν σου με το Χρι­στό. Το τρί­το αυτό στά­διο της τα­πεί­νω­σης εί­ναι το πιο άρι­στο και απο­τε­λεί την λε­γό­με­νη Απο­στο­λι­κή τα­πεί­νω­ση.
*
Ο Θεός έκα­νε το σύμ­παν τόσο με­γά­λο, ώστε ο άν­θρω­πος να μην υπε­ρη­φα­νεύ­ε­ται, αλλά και να δο­ξά­ζει την Παν­το­δυ­να­μία και την Παν­σο­φία του Θεού.. Τί μέ­ρος του λό­γου εί­ναι ο άν­θρω­πος σε αυτό το σύμ­παν; Εί­ναι ένα τί­πο­τα σε σχέ­ση με το σύμ­παν και όμως πάλι υπε­ρη­φα­νεύ­ε­ται!
*
Άλλο πράγ­μα εί­ναι η υπε­ρη­φά­νεια της ψυ­χής και άλλο πράγ­μα εί­ναι η υπε­ρη­φά­νεια του σώ­μα­τος. Η υπε­ρη­φά­νεια της ψυ­χής (η υπε­ρη­φά­νεια του νοός), έχει να κά­νει με το πως η ψυχή θα γί­νει η μο­να­δι­κή, η ανε­πά­λη­πτη και η πρώ­τη αξία σε όλα και σε όλους. Η υπε­ρη­φά­νεια αυτή οδη­γεί στην εω­σφο­ρι­κή υπε­ρη­φά­νεια, στην οποία ο άν­θρω­πος δεν βλέ­πει κα­νέ­ναν άν­θρω­πο καλό, παρά μόνο τον εαυ­τόν του! Αν­τί­θε­τα η υπε­ρη­φά­νεια του σώ­μα­τος, ασχο­λεί­ται με κα­τώ­τε­ρα πράγ­μα­τα και συγ­κε­κρι­μέ­να με τις ηδο­νές του σώ­μα­τος και όλα τα πα­ρα­κλά­δια αυ­τής. Γι΄αυτό και άν­θρω­ποι που έχουν σαρ­κι­κές πτώ­σεις, έχουν υπε­ρη­φά­νεια του σώ­μα­τος.
*
Ξέ­ρε­τε ποιά εί­ναι η προ­σευ­χή του αθέ­ου; Θεέ μου, Θεέ μου, Θεέ μου... δεν υπάρ­χεις...!!!
*
Όμορ­φος στα μά­τια του Θεού εί­ναι ο τα­πει­νός άν­θρω­πος, εκεί­νος που έχει τη Χάρη και έχει κα­θα­ρή καρ­διά. Επο­μέ­νως η ομορ­φιά στον άν­θρω­πο βρί­σκε­ται μέσα του και δεν έχει σχέ­ση με την εξω­τε­ρι­κή εμ­φά­νι­ση, όπως την εν­νο­ού­με εμείς.
*
Ποιά εί­ναι η δια­φο­ρά με­τα­ξύ ενός έξυ­πνου και ενός πο­νη­ρού αν­θρώ­που; Και οι 2 εί­ναι έξυ­πνοι, με την δια­φο­ρά, ότι ο πο­νη­ρός κά­νει κακή χρή­ση της εξυ­πνά­δας του.
*
Ο Θεός, το μόνο που ζη­τά­ει από εμάς εί­ναι, ό,τι κά­νου­με, να το κά­νου­με με προ­αί­ρε­ση αγα­θή και από αγά­πη και όχι από ανάγ­κη, πο­νη­ριά και ούτε από συμ­φέ­ρον. Διό­τι αυτά εί­ναι βδε­λυ­κτά, ο Θεός τα απο­στρέ­φε­ται και δεν τα δέ­χε­ται. Και όχι μόνο δεν τα δέ­χε­ται τι­μω­ρού­μα­στε κιό­λας, επει­δή πάμε να ξε­γε­λά­σου­με το Θεό, γι΄αυτό κα­λύ­τε­ρα να μην τα κά­νου­με. Αν όμως ο άν­θρω­πος, τα κά­νει από αγά­πη δεν μπο­ρεί να δια­νο­η­θεί τι μι­σθό θα πά­ρει από το Θεό! Βλέ­που­με δηλ. η ίδια πρά­ξη από τη μία να έχει τι­μω­ρία και από την άλλη να έχει ευ­λο­γία. Για πα­ρά­δειγ­μα, μπο­ρεί να κάνω μια ελεη­μο­σύ­νη και να τι­μω­ρη­θώ και ένας άλ­λος να κά­νει μια ίδια ελεη­μο­σύ­νη και να ευερ­γε­τη­θεί. Για­τί ο Θεός την διά­θε­ση και το σκο­πό της πρά­ξης αμοί­βει και όχι το εί­δος της πρά­ξης.
+Γέροντας Εφραίμ Σκήτης Αγίου Ανδρέα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου