"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πάθη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πάθη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011

Περὶ τῶν παθῶν τῆς ψυχῆς μου Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος





Τί ἔπαθα ὁ κακόμοιρος; ποιὸς θρῆνος θὰ εἶναι ἀντάξιός μου;

Ποιὰ πηγὴ δακρύων θὰ μοῦ ἀρκέσει; Ποιὰ τραγούδια;

Οὔτε τῶν παιδιῶν του τὸ θάνατο τόσο δὲν ἔκλαψε κανεὶς

[1354] Οὔτε τῶν σεβαστῶν γονιῶν του ἢ τῆς ἀγαπημένης του γυναίκας

οὔτε τὴν γλυκιὰ πατρίδα ποὺ τὴν ἀποτέφρωσε ὁρμητικὴ φωτιά,

οὔτε τὸ σῶμα ποὺ τὸ βασανίζει δυσθεράπευτη φωτιά,

ὅσο θρηνῶ ἐγὼ τὴν ψυχή μου γιὰ τὶς συμφορὲς ποὺ ἔπαθε.

Ἂχ ὁ ταλαίπωρος, χάνεται ἡ οὐράνια εἰκόνα.

Γιατί πλάσμα καὶ εἰκόνα τοῦ μεγάλου Θεοῦ

εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ τὸ Θεὸ ἔρχεται καὶ σ' αὐτὸν πηγαίνει·

Ὅποιος κοιτάζοντας ψηλὰ καὶ ἑνώνοντας τὴ σάρκα μὲ τὸ πνεῦμα

ἔχει τὸ Χριστὸ εὐνοϊκὸ ὁδηγὸ τῆς ζωῆς του·

Ὅποιος τὰ κτήματά του, τὴ γλώσσα, τὰ αὐτιά, τὸ νοῦ του

καὶ τὴ δύναμη δώσει στὴ ζωὴ ποὺ ἔρχεται,

ληστεύοντας τὸν εὐρύχωρο κόσμο, ὅσα κρατοῦσε

ὁ ληστὴς τῶν ξένων ὁ ἀντίθεος Βελίας,

[1355] καὶ φέροντας στὶς ἀποθῆκες του σοδειὲς μεγαλύτερες ἀπὸ τὶς ἐπίγειες

ποὺ τὶς ληστεύουν οἱ κλέφτες καὶ τὶς καταστρέφουν,

θὰ δεῖ μὲ τὰ μάτια του τὸ βασιλιᾶ Θεὸ καὶ θὰ γίνει πνεῦμα

ἀφοῦ ἀποθέσει τὸ σῶμα καὶ τὸ πάχος ποὺ ἐμποδίζει

καὶ θὰ κερδίσει θέση στὸν ἀγγελικὸ χορό,

παίρνοντας βραβεῖο μεγαλύτερο ἀπὸ τοὺς ἀξιόλογους κόπους του·

καθ' ὅλου δὲ θὰ βλέπει τὴ θαμπὴ ὄψη τῆς σκηνῆς, ὅπως ἄλλοτε,

οὔτε τὴν γραπτὴ εἰκόνα τοῦ νόμου ποὺ χάνεται,

ἀλλὰ θὰ βλέπει μὲ τὰ μάτια τοῦ καθαροῦ νοῦ τὴν πραγματικότητα.

Ἐξυμνῶντας μὲ τὸ στόμα του τραγούδι ἑορταστικό.

Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς θνητῆς ζωῆς, σ' αὐτὸ ἀνυψώνει

τοὺς ἀνθρώπους ἡ προσβολὴ τῶν παθῶν τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος

δέχθηκε τὴ μορφὴ δούλου καὶ τὸ θάνατο

δοκίμασε καὶ στὴ ζωὴ δεύτερη φορὰ ἐπέστρεψε,

ἐνῶ ἦταν Θεὸς κυβερνήτης τῆς ζωῆς πρὶν ἀπὸ τοὺς αἰῶνες

[1356] ὁλόκληρη ἡ εἰκόνα πάντοτε τοῦ ἀθάνατου πατέρα,

γιὰ νὰ μ' ἐλευθερώσει ἀπ' τὴ σκλαβιὰ καὶ ν' ἀφαιρέσει τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου,

ποὺ θὰ ἔρθει γιὰ καλύτερη ζωή.

Μὰ ἐγὼ δὲν διατήρησα στὴν μνήμη μου τὰ σεβαστὰ θεῖα μυστήρια,

ἂν καὶ ἔχω ψυχὴ μύστη γιὰ τὴν οὐράνια ἄνοδο·

Ὅμως μὲ ἕλκει κάτω τὸ χωμάτινο βάρος καὶ δὲν κατόρθωσα

νὰ βγῶ ἀπὸ τὴ λάσπη καὶ νὰ στρέψω τὰ μάτια μου στὸ φῶς,

εἶδα βέβαια· ἀλλὰ ὑπῆρχε στὸ μέσον νέφος ποὺ σκέπαζε τὰ μάτια,

Ἡ σάρκα ἐπαναστατοῦσε μὲ τὸ γήινο φρόνημα·

πολλὲς μέριμνες στὴν καρδιὰ μέσα ἐδῶ κι ἐκεῖ

περιφέρονται καθὼς κενὸς πλανιέται ὁ νοῦς,

τὸ Χριστὸ μακριὰ ποὺ διώχνουν, τὸ Θεὸ Λόγο,

γιατί ἀρνεῖται ὁ νυμφίος νὰ ἑνωθεῖ μὲ ξένη ψυχή.

Πολλὰ πάνω στὴ γλώσσα ὑπάρχουν δηλητήρια καταστροφῆς.

Ἡ γλώσσα στοὺς ἀνθρώπους εἶναι ἡ μισὴ κακία

[1357] ἐκπέμπουσα θυμὸν ἀκάλυπτο κακό, ποὺ πάρα πολὺ

βράζοντας ὁρμητικὰ ἀφαιρεῖ στὸν ἄνθρωπο τὴν προσοχὴ

ἢ ἂν καὶ κρύβει μέσα στὰ στήθη του ἕνα ἀπατηλὸ σκοπὸ

ἐκφράζοντας ὄμορφα λόγια ἀπὸ ὄμορφο στόμα.

Μακάρι νὰ ὑπῆρχε θύρα· στὰ μάτια μου

καὶ στ' αὐτιά, ποὺ δὲν εἶναι πάντοτε καλοπροαίρετα ἀνοιχτά,

ὥστε τὸ καλὸ νὰ κοιτάζει καὶ ἀκούγοντας νὰ τὸ ἀσπάζεται,

ἀλλὰ νὰ κλείνουν στὰ ἄσχημα καὶ τὰ δύο αὐτόματα.

Τὸ ἄριστο ἔργο τῶν χεριῶν εἶναι νὰ τὰ ὑψώνουμε στὸν οὐρανὸ

ἀμόλυντα καὶ νὰ τὰ δίνουμε στοὺς οὐράνιους νόμους.

Ἔτσι καὶ ἔργο τῶν ποδῶν εἶναι νὰ βαδίζουν

στὸν ἴσο δρόμο καὶ ὄχι στ' ἀγκάθια

οὔτε στοὺς ὑψηλοὺς βράχους καὶ σὲ δρόμο ἄνομο.

Τώρα ὅμως ὁ Θεὸς ἔδωσε κάθε μέλος λαμπρὸ γιὰ τὰ λαμπρὰ

βρῆκε ὅμως ἡ κακία γιὰ μένα τὸ ὅπλο τοῦ θανάτου.

[1358] Ποιὸς νόμος εἶναι αὐτὸς γιὰ μένα; Μὲ ποιὸ τρόπο

εἶναι δεμένος στὴ γῆ μὲ τὴ σάρκα;

Πῶς μὲ τὸ ἐλαφρὸ πνεῦμα ἀναμείχθηκε τὸ σῶμα;

Οὔτε εἶμαι ὅλος διάνοια, ἀκηλίδωτη φύση, οὔτε χειρότερη,

ὅλος χώμα, ἀλλὰ κάτι ἄλλο ἀπὸ τὰ δύο διπλό.

Ἐξ αἰτίας αὐτῶν ἀντέχω τὴν ἀσταμάτητη ταραχὴ τῆς μάχης μεταξὺ

τῆς σάρκας καὶ τῆς ψυχῆς, ποὺ παίρνουν θέση ἡ μία ἀπέναντι στὴν ἄλλη.

Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ εἶμαι ἀλλὰ ἕλκομαι ἀπὸ τὴ φαυλότητα.

Στὸ καλύτερο ἄνομα μάχεται τὸ χειρότερο ὄχι ὁσίως.

Ἢ ἀπέχω ἀπὸ τὴν κακία καὶ νικῶ ὄχι χωρὶς κόπο,

πετυχαίνοντας πολλὰ βραβεῖα ἀγώνων μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.

Γιατί ὑπάρχει σὲ μένα καὶ μὲ διπλὴ συνήθεια· ἡ μία καλὴ

ποὺ ἀκολουθεῖ τὸ καλὸ καὶ ἡ ἄλλη χειρότερη

ποὺ ἀκολουθεῖ τὸ κακό. Ἡ μὲν συνήθεια τοῦ καλοῦ εἶναι ἕτοιμη

νὰ ὑπακούσει τὸ Χριστό, ἐρχόμενη στὸ φῶς.

[1359] Ἡ ἄλλη πάλι συνήθεια τῆς σάρκας καὶ τοῦ αἵματος εἶναι πρόθυμη

νὰ δεχτεῖ τὸν Βελίαρ πηγαίνοντας στὸ σκοτάδι.

Ἡ μία εὐχαριστιέται μὲ τὰ ἐπίγεια, σὰ νὰ εἶναι τὰ καλά,

Ἐνῶ δὲν ἔχουν μονιμότητα καὶ εἶναι παροδικά.

Ἀγαπάει τὶς διασκεδάσεις καὶ τὰ μίση καὶ τὸν φοβερὸ κορεσμὸ

καὶ τὴν ντροπὴ τῶν παρανόμων πράξεων καὶ τὶς πανουργίες.

Βαδίζει τὸν πλατὺ δρόμο καὶ χαίρεται τὴν καταστροφή της,

ντυμένη στὴν σκοτεινὴ ἀχλὺ τῆς ἀνοησίας.

Ὅμως ἡ ἄλλη εὐχαριστιέται μὲ τὰ οὐράνια σὰ νὰ εἶναι παρόντα

ὅσα ἐλπίζουμε καὶ μόνο τὸ Θεὸ ἔχει

ἐλπίδα τῆς ζωῆς της, βλέποντας τὰ ἐπίγεια καπνὸ ἀσήμαντο,

ποὺ βρίσκονται σὲ διαφορετικὴ κατάσταση μὲ ἄλλη τυχαία περίπτωση.

Καὶ ἀγαπάει τὴ φτώχεια καὶ τὰ δεινά τῆς ζωῆς καὶ τὶς μέριμνες

τὶς καλὲς καὶ βαδίζει στὸ δύσκολο δρόμο τῆς ζωῆς·

Κι ἐνῶ αὐτὲς φιλονικοῦσαν ἦρθε ἀπὸ ψηλὰ ἐνεργητικὸ

[1360] τὸ Πνεῦμα τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ φώτισε τὸ νοῦ,

σταματῶντας τὴν ταραχὴ τοῦ δυστυχισμένου σώματος καὶ τῶν σκοτεινῶν

παθῶν καταπραΰνοντας τὸ ἄγριο κύμα.

Ἡ σάρκα, ὅπως ἔχει λυσσασμένη δύναμη καὶ δὲν παύει

τὸν πόλεμο, ἀποκλίνει ὁ ἀγώνας ἄλλοτε πρὸς τὰ ἐδῶ

καὶ ἄλλοτε πρὸς τὰ ἐκεῖ.

Ἄλλοτε τὸ χῶμα (σὰρξ) τιθασεύεται ἀπὸ τὸ νοῦ καὶ ἄλλοτε πάλι

στὴν ὁρμητικὴ σάρκα ὑποτάσσεται ὁ νοῦς μὴ θέλοντας.

Αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ εἶναι τὸ καλύτερο· καὶ αὐτὸ ποὺ μισεῖ,

ἀφοῦ τὸ πράξει, κλαίει τὴν ἀφόρητη σκλαβιά του,

τοῦ πατέρα τοῦ πρωτόπλαστου τὴν ἀπάτη, τῆς μητέρας τὸ ἔνοχο

ξελόγιασμα, μητέρα τῆς δικῆς μας ἀσέλγειας,

καὶ τοῦ διεστραμμένου μοχθηροῦ φιδιοῦ, τοῦ ἀκόρεστου γιὰ αἷμα,

ἀπάτη, ποὺ μὲ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων εὐχαριστεῖται.

Καὶ τὸ δένδρο καὶ τὸν καταστρεπτικό του καρπὸ γιὰ τοὺς θνητοὺς

τὴ γεύση τὴ φονική, τὶς πύλες τοῦ θανάτου,

[1361] τὴν ἐπονείδιστη γύμνωση τῶν μελῶν καὶ ἀπὸ τὸν παράδεισο

τὴν ἀτιμότατη ἀπόρριψη τοῦ φυτοῦ τῆς ζωῆς.

Ἀπὸ αὐτὰ στεναχωρημένος ὁ νοῦς θρηνεῖ. Ἡ σάρκα μου ὅμως

ρίχνει τὸ βλέμμα στοὺς προγόνους καὶ τὸ ἀνθρωποκτόνο φυτό,

καὶ τὴν κάθε γλυκιὰ τροφὴ δέχεται πάντοτε

ποὺ τὸ καταστροφικὸ μισητὸ φίδι δείχνει κολακεύοντας.

Γι αὐτὸ κλαίω καὶ μὲ προσευχὲς τὸν Βασιλιὰ

ποὺ κυβερνάει ὅλα καὶ γιὰ ὅλους τὴ ζυγαριὰ βαστάει

ἱκετεύω γιὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα καὶ γιὰ τὰ δύο,

καὶ μὲ καλὴ διάθεση νὰ δικάσει καὶ τὸν πόλεμο νὰ συντρίψει,

στὸ καλύτερο, ὅπως εἶναι δίκαιο, κάμπτοντας τὸ χειρότερο·

αὐτὸ εἶναι πολὺ καλύτερο καὶ γιὰ τὰ δύο·

καὶ νὰ μὴ βαραίνει ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ νὰ πηγαίνει στὴ γῆ,

ὥστε ὅπως τὸ μολύβδινο βαρύδι νὰ ἕλκεται στὸ βυθό,

[1362] ἀλλὰ στὸ πνεῦμα τὸ φτεροφόρο καὶ στὴν εἰκόνα νὰ ὑποχωρήσει τὸ χῶμα,

ὅπως τὸ κερὶ στὴ φωτιὰ λιώνοντας τὴν κακία.

Τέτοια ἱκετεύοντας καὶ θεραπευτικὰ μέσα στὴ πηχτὴ σάρκα

πολλὰ δίνω, ἀμέσως τὴ βαριὰ ἀρρώστια ἀπομακρύνω.

Καὶ τὴν μανία, ἀνήμερο θηρίο μὲ δυνατὰ

δεσμὰ δένω, τρέμοντας τὸ κακὸ κύμα.

Κλειδώνω τὴν κοιλιά, μὲ δυσθεράπευτη θλίψη, τὴν ψυχὴ

βασανίζω καὶ χύνω τὶς βρύσες τῶν δακρύων μου.

Λυγίζω τὰ πληγωμένα γόνατα στὸ Βασιλιά, τὶς νύχτες ἄϋπνες

τὶς περνῶ καὶ λερώνω τὸ πένθιμο ροῦχο ποὺ ἔχω.

Γιὰ ἄλλους εἶναι τὰ δεῖπνα, οἱ χοροί, τὰ γέλια,

οἱ διασκεδάσεις, τὰ παιχνίδια τῆς τρυφερῆς ἡλικίας.

Ἄλλοι γιὰ τὶς γυναῖκες καὶ τοὺς γιοὺς τους χαίρουν

καὶ γιὰ τὴ δόξα τοῦ ἰσχυροῦ πλούτου ποὺ χάνεται.

[1363] Καὶ ἄλλοι πάλι μὲ τὶς ἀγορές, τὰ ἄλση καὶ τὰ λουτρὰ

εὐχαριστιοῦνται καὶ νὰ ὑπερηφανεύονται μέσα στὴν πόλη,

μὲ τὰ ἐπαινετικὰ λόγια καὶ τὴ βοὴ τοῦ πλήθους, ποὺ ἀκολουθεῖ,

συνοδεύονται ὑπεροπτικοὶ μπροστὰ στοὺς θρόνους τους.

Εἶναι πολλὲς γιὰ τοὺς θνητούς τῆς ποικίλης ζωῆς

οἱ εὐχαριστήσεις· μὲ τὰ ἄσχημα ἀναμειγνύεται τὸ εὐχάριστο.

Ἀλλὰ ἐγὼ εἶμαι νεκρὸς γιὰ τὴ ζωὴ καὶ σὲ λίγο πάνω στὴ γῆ

ἀφήνω τὴ πνοή· ἀποφεύγω τὶς πόλεις καὶ τοὺς ἀνθρώπους.

Μὲ τὰ θηρία καὶ τοὺς βράχους συναναστρεφόμενος χωριστὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους

Κατοικῶ σὲ πέτρινο ρῆγμα ἄθλιο καὶ πρόχειρο

μὲ ἕνα χιτώνα, χωρὶς πέδιλα, ἄστεγος μόνο μὲ τὴν ἐλπίδα

ζώντας γίνομαι εἰρωνεία γιὰ ὅλους τοὺς θνητούς.

Τὸ στρῶμα μου εἶναι ἀπὸ χόρτα καὶ κλινοσκέπασμα ὁ σκληρὸς σάκκος

καὶ σκόνη βρεμένη στὸ δάπεδο ἀπὸ τὰ δάκρυά μου.

[1364] Πολλοὶ θρηνοῦν στὰ σιδερένια δεσμά.

Ἄλλοι πάλι πληροφοροῦμαι ὅτι ἔχουν τέφρα γιὰ φαγητό.

Καὶ ἄλλοι τὸ ποτὸ τους ἀνακατεμένο μὲ δάκρυα πόνου·

ἄλλοι χτυπιοῦνται ἀπὸ χειμωνιάτικα χιόνια,

σαράντα νύχτες καὶ μέρες ὅμοιοι μὲ δένδρα

νὰ στέκονται μὲ τὴν σκέψη ἀνυψωμένοι ἀπὸ τὴ γῆ

καὶ ἔχοντας μόνο τὸ Θεὸ στὴ καρδιά• ἄλλος ἔκλεισε

τὰ χείλη καὶ στὴ γλώσσα ἔβαλε χαλινὰ.

Ὄχι σ' ὅλα χαλινὰ, ἄφησε μόνο σὲ ὕμνους,

σὰν κιθάρα ποὺ νὰ ἔχει πνοὴ καὶ τὴν παίζει τὸ πνεῦμα.

Κάποιος ἀφιέρωσε τὸ κεφάλι του στὸ Χριστό, διατηρώντας,

ἐξ αἰτίας τῆς ἱερῆς ὑποσχέσεως, ἀκούρευτα τὰ μαλλιά.

Ἄλλος ἔκλεισε τὰ μάτια καὶ στ' αὐτιὰ του ἔβαλε θύρες

μήπως, δίχως νὰ ἀντιληφθεῖ δεχτεῖ τὸ κεντρὶ τοῦ θανάτου.

[1365] Τέτοια εἶναι τὰ θεραπευτικὰ μέσα γιὰ τὸ ἐχθρικὸ σῶμα.

Ἤδη καὶ τὰ γηρατειά μου εἶναι φάρμακα τῶν παθῶν μου.

Πολλὲς χωρὶς νὰ τὸ θέλω ἀνυπολόγιστες ὁρμητικὲς θύελλες

περιστρέφονται γύρω μου, ποὺ βασανίζομαι ἀπὸ φρικτοὺς πόνους.

Ἀλλὰ τὸ σῶμα οὔτε στὰ λόγια πειθαρχεῖ οὔτε οἱ κόποι

τὸ τραχύνουν, οὔτε ἀλύγιστο κυρτώνει ἀπὸ τὸ χρόνο•

Ἀλλὰ μὲ κλειστὰ μάτια πάντα ἐνάντια στὴ ζωὴ

ὁρμᾶ καὶ σὰν τὴν λεγεώνα μὲ τοὺς χοίρους ἐπιθυμεῖ γκρεμούς.

Ἂν σὲ κάποιο σημεῖο ἀπομακρυνθεῖ γιὰ λίγο ἀπὸ τοῦ Θεοῦ,

τὸ φόβο ἢ ἀπὸ τοὺς κόπους ἢ ἀπὸ λόγια θεϊκά,

ὅπως τὸ φυτὸ ποὺ ὁ καλλιεργητής του μὲ τὶς παλάμες τὸ τραβάει,

περιστρέφεται πάλι στὴν προηγούμενη κακία του.

Ὦ δυστυχισμένοι, θνητὸ γένος τῶν ἀνθρώπων•

Πόσο ὅταν οἱ συμφορὲς μᾶς βασανίζουν εὐχαριστιόμαστε μὲ τὴν παραφροσύνη μας.

Οὔτε τὸ λόγο σεβόμαστε, ποὺ μέσα μας κατὰ τὴν γέννησή μας

[1366] ἔβαλε ὁ Θεός, χαρίζοντας σπέρμα ζωῆς•

Οὔτε τὸ νόμο νὰ φοβόμαστε, ποὺ κάποτε σὲ λίθινες πλάκες

Μὲ γράμματα τὴν ἀλήθεια προτυπώνοντας ὁ Βασιλιὰς

ἐχάραξε τελευταία ὁ Χριστὸς στὶς καρδιὲς

τὶς δικές μας μὲ τὸ φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος•

καὶ γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὰ Πάθη ἀφοῦ μελέτησαν ἀντίθετα

ποὺ μὲ ἀπομάκρυνε ἀπὸ φρικτὰ πάθη,

ἀφοῦ ἔλαβε σάρκα, στὸ σταυρό, καρφώθηκε καὶ κάρφωσε τὴ σκοτεινὴ

ἁμαρτία τοῦ πλάσματός του καὶ τὴ δύναμη τοῦ Βελίαρ,

καὶ γιὰ νὰ μὲ ἀναγεννήσει καὶ ἐκ τοῦ τάφου νὰ ἐπαναφέρει

μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ νὰ συνδοξασθοῦμε ὑψηλά.

Πολλὰ γιὰ ὅλους τοὺς ἐπίγειους τοῦ Θεοῦ

τὰ δῶρα ποὺ εἶναι καλύτερα ἀπ' ὅ,τι ἡ γλώσσα μου μποροῦσε νὰ ἐκφράσει.

Γιατί κατανικώντας μὲ χτυπήματα γιὰ τὴν ἀσέβειά μου

Μὲ ὁδηγεῖ στὴ ζωὴ μὲ εὐνοϊκὲς σκέψεις.

[1367] Γιατί ὅλα μὲ καλὴ διάθεση τὰ κυβερνᾶ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους

ἂν καὶ κρυπτὸ ἔχει τὸ βάθος τῆς δικῆς του σοφίας

καὶ ἀνάμεσα στὸ γένος μας καὶ στὸ Θεὸ σκοτάδι

πολὺ βρίσκεται, τὸ ὁποῖο λίγοι τὸ διασχίζουν,

ἀπὸ τὴ ζωὴ μὲ μάτια ὀξύτατης διαύγειας

καὶ ἀμόλυντοι διασχίζουν τὴν καθαρὴ σοφία.

Ἀλλὰ σὲ μένα ὁ Χριστὸς δίνοντας ἄπειρη δωρεά,

πρῶτα στὴ μητέρα μου ποὺ προσευχήθηκε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς της

δῶρο μὲ ἔδωσε καὶ ἀπὸ τοὺς γονεῖς μὲ δέχτηκε

δῶρο ἀφοῦ ἀπὸ τὸ παιδὶ τους τίποτε ἀνώτερο δὲν εἶχαν

ἀπ' ὅλη τὴν περιουσία τους• ὕστερα τὸ θεῖο ἔρωτα

μοῦ ὑπέδειξε μὲ ὁράματα νυχτερινά τῆς ἁγνῆς μου ζωῆς.

Καὶ τώρα ἀκοῦστε εὐσεβεῖς• οἱ ἀκάθαρτοι

στὶς ψυχές, κλεῖστε τὰ αὐτιά σας μὲ πόρτες.

Ἤμουν τρυφερὸ παιδί, ὄχι ἀκριβῶς παιδί, ὅταν ὁ νοῦς

[1368] ἀπὸ τὸ ὁμοίωμα τῶν καλῶν ἢ κακῶν ἐγχαράσσεται,

ποὺ ἀκόμη δὲν ἔχει σχῆμα ἀπὸ σταθερὰ νοήματα,

παρὰ προσλαμβάνει τὰ πρῶτα στοιχεῖα ἀπὸ ξένους τρόπους.

Ἀλλὰ οἱ γονεῖς μου ἀπεικονίζουν στὸ νοῦ μου ὄχι μὲ ἄσχημα

χρώματα, μὲ δίδαξαν τὰ ἀγαθὰ τῆς ἀρετῆς.

Γιατί σ' ὅλους τοὺς θνητοὺς ἦταν θαυμαστοί,

ἔχοντας ἴδιο φρόνημα γιὰ τὴν κατάκτηση τῆς ἀρετῆς

ἴδιοι στὰ γηρατειὰ καὶ στὸν ἠθικὸ χαρακτήρα

τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, εὐτυχισμένοι καὶ ἰσχυροὶ

ὑπερβαίνοντες τὰ κανονικά. Ὁ ἕνας μακριὰ κάποτε ἀπὸ τὴν μάνδρα

τὴ μεγάλη βρισκόταν, ποὺ τώρα σ' αὐτὴ ἀσκεῖ μεγάλη ἐξουσία

ὄχι πρόβατο, ἀργότερα τὸ πιὸ ἔξοχο ἀπὸ αὐτὰ καὶ σ' αὐτὰ

πνευματικὸς ποιμένας τώρα ἀξιοσέβαστος καὶ ποιμένας τῶν ποιμένων.

[1369] Οὔτε ἦρθε στὸ παραγωγικὸ ἀμπέλι πρωί,

ἀλλὰ ξεπέρασε πολὺ στὴ δουλειὰ τοὺς προπορευόμενους.

Ἡ ἄλλη ἀπὸ θαυμάσιους γονεῖς ἱερὸ φυτό, ἀπὸ

ἁγνὴ ρίζα, ἀπὸ νέους ἱεροὺς βλαστοὺς τῆς μητέρας

καθ' ὅλου περιφρονημένη ἀπὸ τὶς πρῶτες, ποὺ τὸ βασιλιὰ Χριστὸ

δέχτηκαν καὶ τὸν εἶδαν νὰ ἀνασταίνεται ἀπὸ τὸν τάφο,

ἀναπνέοντας λίγο πάνω στὴ γῆ ἀπὸ πιεστικὴ ἐπιθυμία τῆς σάρκας,

ἐξασφαλίζοντας ὅμως περισσότερο μερίδιο ζωῆς στὸν οὐρανό.

Ἀπὸ αὐτοὺς διαμορφώθηκε ὁ ἤπιος χαρακτήρας μου καὶ ὅπως τὸ πηχτὸ

τυρί, γρήγορα ἔπαιρνε τὴν μορφὴ τοῦ καλαθιοῦ, ὅπου ἐναποτίθεται τὸ νωπὸ τυρί.

Κάποτε ποὺ κοιμόμουν μοῦ ἦρθε τέτοιο ὄνειρο

ποὺ μὲ ὁδήγησε εὔκολα στὴν ἐπιθυμία τῆς ἁγνότητας.

Εἶδα δύο μὲ ἀσημένια φορέματα

κοπέλες νὰ λάμπουν, ποὺ στέκονταν κοντά μου,

καὶ οἱ δύο ὄμορφες τῆς ἴδιας ἡλικίας• καὶ στὶς δύο

[1370] καλλωπισμὸς ἦταν ἡ ἀστολισιὰ, ποὺ εἶναι ἡ ὡραιότητα τῆς γυναίκας.

Οὔτε τὸ λαιμὸ στόλιζαν μὲ χρυσό, οὔτε μὲ πολύτιμους λίθους,

οὔτε εἶχαν λεπτὰ μεταξωτὰ νήματα,

οὔτε χιτῶνες φοροῦσαν ἀπὸ λινὸ ὕφασμα

οὔτε μὲ βαμμένα βλέφαρα γιὰ νὰ λάμπουν λίγο τὰ μάτια

οὔτε ὅσα μελέτησαν ἄνδρες τεχνίτες στὰ πρόσωπα γυναικῶν

τρόπους βοήθειας γιὰ τὴν ἀσέλγεια

οὔτε πλεξοῦδες ξανθιῶν μαλλιῶν ριγμένες στὶς πλάτες

ἀνέμιζαν μὲ τὸ φύσημα τοῦ ἁπαλοῦ ἀέρα.

Ὡραία πέπλος ἕσφιγγε μὲ ζώνη,

μέχρι τὰ πόδια καὶ τοὺς ἀστραγάλους συρόμενος•

μὲ καλύπτρα στὸ κεφάλι καὶ τὸ πρόσωπο

κάλυπταν, χαμήλωναν τὰ μάτια τους στὴ γῆ.

Τῆς ντροπῆς τὸ ὡραῖο κοκκίνισμα στόλιζε καὶ τὶς δύο

ὅσο φαινόταν κάτω ἀπὸ τὰ καλοφτιαγμένα ὑφάσματα.

[1371] Σιωπηλὲς καὶ οἱ δύο μὲ κλειστὰ χείλη,

δροσερὲς ὅπως τὰ ρόδα στὰ μπουμπούκια τους.

τὶς ἔβλεπα καὶ χαιρόμουν πολύ. Ἰσχυρίζομαι

βέβαια ὅτι ἦταν οἱ καλύτερες ἀπὸ τὶς θνητές•

αὐτὲς μὲ ἀσπάζονταν, ἐφ' ὅσον τόσο εὔθυμος ἤμουν μαζί τους,

μὲ τὰ χείλη τους, καὶ μὲ φιλοφροσύνη μὲ ὑποδέχτηκαν σὰν ἀγαπητὸ γιό.

Ὅταν τὶς ρώτησα ποιὲς γυναῖκες εἶναι καὶ ἀπὸ ποῦ ἔρχονται,

ἡ μία ἀπάντησε ἡ ἁγνεία καὶ ἡ ἄλλη ἡ σωφροσύνη,

ποὺ στεκόμαστε γύρω ἀπὸ τὸ Χριστὸ βασιλιὰ

καὶ εὐχαριστιόμαστε τὶς ὀμορφιὲς τῶν ἀγάμων τοῦ οὐρανοῦ.

Ἀλλὰ ἐμπρὸς παιδί μου σύνδεσε τὸ νοῦ σου

μὲ τὸ δικό μας νοῦ, τὴν λαμπάδα σου μὲ τὶς λαμπάδες μας,

καὶ νὰ σὲ βάλουμε κοντὰ στὴν λαμπρὴ ἀθάνατη Τριάδα.

Μιλώντας ἔτσι ὑψώθηκαν στοὺς αἰθέρες. Τὰ μάτια μου

[1372] παρακολουθοῦσαν αὐτὲς ποὺ πετοῦσαν. Διασκορπίσθηκαν, ἦταν ὄνειρο,

ἀλλὰ γιὰ πολὺ χρόνο ἡ καρδιά μου μὲ τὶς σεβαστὲς μορφὲς τῆς νύχτας

εὐχαριστιόταν καὶ μὲ τὶς εἰκόνες τῆς λαμπρῆς ἁγνότητας.

Τώρα δὰ ὁ λόγος τους συνέχει τὴν ψυχή μου, ὁπόταν ἡ ἔννοια

τῶν καλῶν καὶ τῶν κακῶν σχηματίσθηκε μὲ ἀκρίβεια.

Ὁ νοῦς ὁδηγοῦσε τὴ λαχτάρα καὶ ἡ θολὴ ὀμορφιὰ

τοῦ νυχτερινοῦ ὀνείρου φαινόταν τώρα μεγαλόπρεπα.

Ὅπως στὶς ξερὲς καλαμιὲς ἀόρατη σπίθα

Ποὺ καίει μέσα σ' αὐτὲς ξαφνικὰ δυναμώνει,

μικρὴ φωτιὰ στὴν ἀρχή, ὕστερα ὑψώθηκε φλόγα

ὁρμητική, ἔτσι κι ἐγὼ φλεγόμενος ἀπὸ τὸ ὄνειρο

ἀμέσως φανέρωσα τὸν πόθο καὶ σὲ ὅλους ἔλαμψε τὸ φῶς,

ποὺ δὲν ἔμεινε πιὰ μυστικὸ στὰ βάθη τῆς ψυχῆς.

[1373] Σχετιζόμουν πρῶτα μὲ τοὺς εὐσεβεῖς ποὺ τοῦ γάμου

τὰ δεσμὰ ἀπέφυγαν, ἐλεύθεροι ἀπὸ τὸν ἐπίγειο κόσμο,

γιὰ νὰ ἀκολουθοῦν πτεροφόροι τὸ Βασιλέα Χριστό,

ὑψωμένοι ἀπὸ τὴ γῆ μὲ μεγάλη δόξα.

Τοὺς ἀγαποῦσα καὶ τοὺς τιμοῦσα μὲ τὴν καρδιά μου

καὶ τῆς ἐλπίδας μου ὁδηγοὺς γιὰ τὸν οὐρανὸ αὐτοὺς εἶχα•

Ἀλλὰ ἔπειτα ὑπολόγιζα τὸ βαρὺ ζυγὸ τοῦ γάμου

ἐπιθυμώντας νὰ καθίσω στὴν ὑψηλὴ θέση τῶν παρθένων.

Γιατί ὅσες ἀνύπανδρες πῆραν μὲ κλῆρο μερίδιο στὸν πλατὺ οὐρανὸ

ξεπέρασαν τὰ ἀφόρητα πάθη.

Λαμπερὸς εἶναι πρώτιστα οἱ παντοδύναμος Θεός• ἔπειτα ὅσοι στὸ Θεὸ

ἀφοσιωμένοι στέκονται κοντὰ στὸν ὑψηλὸ θρόνο.

Ἔχοντας αὐτοὶ τὴν πρώτη ἀκτίνα τοῦ καθαροῦ Θεοῦ,

[1374] ὁλόλαμπροι, προσφέρουν πρόθυμα λάμψη στοὺς θνητούς.

Ὅσοι πλάσθηκαν ἀπὸ ψυχὴ καὶ ὕλη σ' ἕνα σῶμα,

καὶ εἶναι δύαδα, γέννημα τοῦ χώματος ποὺ μάχεται,

ἐπιθυμοῦν γάμο καὶ εἶναι σωματικὰ ὥριμοι

νὰ τεκνοποιήσουν. Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς κατευθύνοντας τὸ ἀνώτερο μέρος,

τὸ διέκρινε ἀπὸ τὴ σάρκα καὶ τὸ ἀποξένωσε ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς πλάνης

καὶ τὸ τοποθέτησε κοντὰ στὴν ἐλεύθερη ζωὴ τῶν ἀθανάτων.

Ἐκεῖ μ' ἔστειλε ἡ ἐπιθυμία μου γιὰ τὰ μεγάλα, οὔτε πάνω στὴ γῆ

χαμηλὰ πατοῦσε χωρὶς κόπο τὸ πόδι μου. Ἀλλὰ

σὰ νὰ εἶχα γευτεῖ τὸ γάλα τὸ γλυκὸ

ἢ τὸ μέλι τῆς ἀμετακίνητης ἐκεῖ χοροστασίας

δὲν ἐπιθυμοῦσα πιὰ νὰ ἐπιστρέψω κοντὰ στὸ πικρὸ φαγητό μου,

ἐπειδὴ ἐδῶ γεννιέται ἡ κακία ποὺ φθείρει τὴν ψυχή.

Οὔτε εὐθυμίες καὶ ὅσα ἀγαποῦν οἱ νέοι, οὔτε ἐλαφρὰ ροῦχα

οὔτε περιποιημένα μαλλιά, οὔτε

δυσάρεστη χαρὰ τῶν ἄσχημων λόγων, οὔτε

γέλια ἀβάσταχτα, οὔτε βράσματα τῆς ἐχθρικῆς σάρκας

μοῦ ἦταν ἀρεστά. Τοὺς βράχους καὶ τὰ βουνὰ καὶ τ' ἄλογα

ποὺ χλιμιντρίζουν, καὶ τὰ γαυγίσματα τῶν κυνηγόσκυλων,

σ' ἄλλους τ' ἄφησα καὶ ἀφοῦ πέταξα ὅλα τὰ πλούτη,

ἔβαλα τὸν αὐχένα μου στὸ ζυγὸ τῆς σταθερῆς ἁγνότητας

ποὺ μὲ πρόσεχε, μ' ἀγαποῦσε καὶ μὲ ὁδήγησε σὲ μεγάλη δόξα

καὶ μὲ καλὴ διάθεση μ' ἔβαλε στὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ.

Ἀλλὰ Πάτερ καὶ Λόγε τοῦ πατέρα, Πνεῦμα φωτεινὸ

τῆς δικῆς μας ἀβέβαιης ζωῆς τὸ στήριγμα,

μὴ μ' ἀφήσεις νὰ κατανικηθῶ ἀπὸ βαριὰ χέρια

τοῦ ἐχθροῦ τοῦ ἀντιπάλου τῆς δικῆς σου ἐλπίδας.

Οὔτε ὡς μαῦρο καράβι, καλοτάξιδο, ὀρθόπλοο,

ποὺ κοντὰ στὸ λιμάνι πετάει πιὰ

[1376] μὲ ἀνοικτὰ πανιά, ἀφοῦ ξέσπασε θύελλα

ἐλεεινῶν ἀνέμων, ἀπότομα πίσω

νὰ μὲ τινάξει στὴν πλατειὰ θάλασσα τῆς ζωῆς

ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ σειόμενο ἀπὸ ἀφόρητα δεινὰ

μήπως χτυπήσει πάνω σὲ ἀόρατους βράχους.

Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ ζηλότυπου Βελίαρ•

Πάντα μισεῖ τὸ ἀνθρώπινο γένος, οὔτε ἀπὸ τὴ γῆ ἐπιθυμεῖ

νὰ γίνουν οὐράνιοι, ἐφ' ὅσον ἀπὸ τὸν οὐρανὸ

ὁ ἴδιος ἀπὸ ἔπαρση ρίχτηκε σ' αὐτὴ τὴ γῆ•

ὁ δυστυχὴς ποὺ τὴν πρώτη δόξα τῆς καύχησης νὰ ἔχει

θέλοντας καὶ τὴ μεγάλη καὶ τὴ βασιλικὴ ἐξουσία τοῦ Θεοῦ,

ἀντὶ φῶς περιβλήθηκε τὸ φοβερὸ σκοτάδι. Γι’ αὐτὸ

μὲ τὰ σκοτεινὰ πάντοτε ἔργα χαίρεται,

καὶ ἔχει ἐδῶ τὴν ἐξουσία τῆς σκοτεινῆς κακίας.

Μὲ διπλὸ πρόσωπο ἐμφανίζεται καὶ διαστρεβλώνει τὴν διάνοια,

Πηγαίνοντας ἄλλοτε στὴ μία καὶ ἄλλοτε στὴν ἄλλη παγίδα.

[1377] Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι τὸ πραγματικὰ μεγαλύτερο σκοτάδι•

Ἂν τὸν ἀνακαλύψεις αὐτόματα μεταβάλλεται σὲ ἄγγελο τοῦ φωτός,

καὶ γελώντας ἥσυχα κολακεύει. Ἐδῶ περισσότερο

ἂς προσέχει ὁ λογικός, μὴ πλησιάσει τὸν θάνατο ἀντὶ τὸ φῶς.

Τὴν φαυλότητα εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἀποφύγει κάποιος κατώτερος•

γιατί στοὺς πολλοὺς εἶναι φανερὴ ἡ μισητὴ κακία.

Ἐπαινῶ αὐτὸν ποὺ τὴν ἀνακαλύπτει ἄφαντη μέσα σὲ παγίδες,

ξεχωρίζοντάς την μὲ τὰ δυνατὰ μάτια τοῦ πνεύματος.

Ἀλλὰ σῶσε τὰ γηρατειὰ καὶ τὸ ἄσπρο μου κεφάλι,

ὁδήγησέ με εὐμενὴς στὸ τέλος τῆς ζωῆς, ὅπως παλιὰ

μὲ ἀγαποῦσες μὲ φροντίδα καὶ ἀπὸ μέρα σὲ πιὸ καλύτερη μέρα

μὲ ὁδηγοῦσες μὲ καλύτερες ἐλπίδες φέροντας μπροστά•

καὶ ἀπὸ μισητὲς καὶ ἀφόρητες μέριμνες

ὁδήγησέ με σὲ γαλήνιο λιμάνι τῆς βασιλείας σου,

[1378] ὥστε μαζὶ μὲ τὰ αἰώνια φῶτα τιμώντας σε,

νὰ πάρω μέρος βασιλιὰ ἀπὸ τὴν οὐράνια δόξα.

Πηγή:http://www.agiazoni.gr


 

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010

Μεγάλη Σαρακοστή: ἡ μεγάλη χαρά....




Μέσα στον καταιγισμό των ειδήσεων για την οικονομική κρίση, την ύφεση στην ανάπτυξη, την αβεβαιότητα για το μέλλον του τόπου μας και όλα τα σχετικά με τα δημοσιονομικά μεγέθη που πιθανόν να έχουν μετατρέψει την γαλήνη της ψυχή μας σε «πεδίο βολής φτηνό» «σαν κρίνο ολάνθιστο» προβάλει και φέτος η Μεγάλη Σαρακοστή πάντα ταπεινή και μακριά από τον θόρυβο της πόλης.
Έρχεται να δώσει νόημα στην ζωή μας, να μας αποτοξινώσει από τα οικονομικά μεγέθη των ελλειμμάτων ενός απρόσωπου κράτους και να μας θυμίσει τα ελλείμματα του προσώπου μας που ...



...είναι αποτέλεσμα της «υπέρογκης αύξησης των επιτοκίων» των παθών μας που αυτά πραγματικά περιορίζουν τα όρια της ελευθερίας μας εντός ενός επικίνδυνου πεδίου αδιαφορίας που αν δεν μας οδηγήσει στον πνευματικό θάνατο μια ώρα αρχύτερα θα μας κρατήσει φυλακισμένους δηλαδή αποκομμένους από την πηγή της ζωής που είναι ο δημιουργός μας.
Στον τόπο μας έχουμε δυσκολίες και κανείς δεν το αμφισβητεί , όμως η οικονομική αυτή κρίση είναι συνέπεια της ηθικής κρίσεως, συνέπεια πάλι της απομακρύνσεώς μας από τον Θεό και της απομονώσεώς μας στο κυνήγι της προσωπικής ευδαιμονίας. Όλοι μας λίγο ως πολύ ξεχάσαμε την Σαρακοστή και σαγηνευτήκαμε από την λογική της ευημερίας με συνέπεια να πιαστούμε στον ιστό της αράχνης ενός ελεγχόμενου συστήματος ανήμποροι να αντιδράσουμε. Ο επιούσιος άρτος δεν ήταν αρκετός να θρέψει την αδηφάγα ψυχή μας και ορθώσαμε πύργους να αποθηκεύσουμε ξένες και πρόσκαιρες ελπίδες. Η ασκητική της Εκκλησίας μοιάζει σαν να μην υπάρχει πουθενά και η αγία στέρηση από μέσον παιδαγωγικό έγινε ο μεγαλύτερος εφιάλτης μας.Και από το σαλόνι του σπιτιού μας και την πολυθρόνα του υπολογιστή μας απευθύνουμε λόγους περί νηστείας, αγρυπνίας και κακοπάθειας χωρίς να έχουμε την παραμικρή αίσθηση του τι σημαίνουν αυτά. Λόγια παχιά που προσθέτονται στα τόσα ακαταλαβίστικα λόγια της εποχής μας που η Βαβυλωνία μοιάζει σαν φροντιστήριο ξένων γλωσσών. **
Η Μεγάλη Σαρακοστή
, με τον τρόπο που μας καλεί η εκκλησία να τη ζήσουμε – δηλαδή τη νηστεία, την άσκηση, τη σιωπή, τις πολλές και μακρές ακολουθίες –, γίνεται οδός προς τη χαρά, την ουσιαστική, την εσωτερική, τη μένουσα χαρά. Η Μεγάλη Σαρακοστή, είναι μία ευκαιρία να ελέγχουμε τα λόγια μας.. Ο κόσμος είναι υπερβολικά βερμπαλιστικός , κι εμείς συνέχια πλημμυρίζουμε με λόγια πού έχουν χάσει το νοημά τους. Να ελέγχομαι τα λόγια μας, με το ανακαλύψουμε την ιεροτητά τους...
Να εμπλουτίσουμε τον εσωτερικό μας κόσμο , να μελετήσουμε και να στοχαστούμε πάνω σε ότι μπορεί να μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας, τον απίστευτα πολλές φορές υπεροπτικό εαυτό μας, , τις σχέσεις μας, τόσο μέσα στην οικογένεια όσο και στον επαγγελματικό μας χώρο.. Κι αυτή την Σαρακοστή, σε αντίθεση με όσα συμβαίνουν γύρω μας, τα απάνθρωπα « τεχνοκρατικά¨, το χρήμα ο Θεός όλων, - ανεξάρτητα ηλικίας, σαν αντίδραση, - αντίδραση αγάπης, ας επιδοθούμε στην δύσκολη άσκηση του να μην μη σχολιάσουμε κανέναν αρνητικά, να μην κοτσομπολεύσουμε, να μην κατακρίνουμε, ας έχουμε έναν καλό λόγο για τον καθένα…
Καλή Σαρακοστή !
Για την αντιγραφή
Δρ. Νικος Κρεμμύδας
ΥΓ. Κι όσο «ακραίο» κι αν φαίνεται στην εποχή μας, είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε ότι είναι αδύνατο να μοιράσουμε την ζωή μας, ανάμεσα στην χαρμολύπη της Μ. Σαρακοστής και στο τελευταίο σήριαλ…. Όσο καλό και να είναι....
* * Από την εκπληκτική ιστοσελίδα της ενορίας Αγίου Παντελεήμονος της Ιεράς Μητροπόλεως Κυδωνίας και Αποκορώνου

http://agiospanteleimonas.blogspot.com/2010/02/blog-post.html

http://www.piraeuspress.gr

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2010

Μόνον ὁ Θεός κρίνει δίκαια, γιατί μόνον Αὐτός γνωρίζει τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων -Γέροντος Παϊσίου


᾿Οδυσσεύς τοῦ Klision:
"Φαρισαίου φύγωμεν ὑψηγορίαν καὶ τελώνου μάθωμεν τὸ ταπεινὸν ἐν στεναγμοῖς". ΚΑΛΟ ΤΡΙΩΔΙΟ!

εἰκών: Τελώνης καί Φαρισαῖος

"Μόνον ο Θεός κρίνει δίκαια, γιατί μόνον Αυτός γνωρίζει τις καρδιές των ανθρώπων. Εμείς, επειδή δεν ξέρουμε την δίκαιη κρίση του Θεού, κρίνουμε “κατ’ όψιν”, εξωτερικά, και γι’ αυτό πέφτουμε έξω και αδικούμε τον άλλον"


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 - «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε»

Η κατάκριση είναι γεμάτη από αδικία

Γέροντα, εύκολα κρίνω και κατακρίνω.

- Η κρίση που έχεις, είναι φυσικά, χάρισμα που σου έδωσε ο Θεός, αλλά την εκμεταλλεύεται το ταγκαλάκι και σε κάνει να κατακρίνεις και να αμαρτάνεις. Γι’ αυτό, μέχρι να εξαγνισθεί η κρίση σου και να έρθει ο θείος φωτισμός, να μη την εμπιστεύεσαι. Όταν κανείς ασχολείται με τους άλλους και τους κρίνη, ενώ ακόμα δεν έχει εξαγνισθή η κρίση του, πέφτει συνέχεια στην κατάκριση.

- Και πώς, Γέροντα, θα εξαγνισθεί η κρίση μου;

- Πρέπει να την λαμπικάρεις. Μπορεί να έχεις καλή διάθεση και μια δύναμη μέσα σου, αλλά πιστεύεις ότι κρίνεις πάντοτε σωστά. Η κρίση σου είναι όμως είναι ανθρώπινη, κοσμική. Προσπάθησε να απαλλαγείς από το ανθρώπινο στοιχείο, να αποκτήσεις ανιδιοτέλεια, για να έρθει ο θείος φωτισμός και να γίνει η κρίση σου πνευματική, θεϊκή. Τότε η κρίση σου θα είναι σύμφωνη με την δικαιοσύνη του Θεού και όχι με την ανθρώπινη δικαιοσύνη. Με την αγάπη και την ευσπλαχνία του Θεού και όχι με την λογική την ανθρώπινη.
Μόνον ο Θεός κρίνει δίκαια, γιατί μόνον Αυτός γνωρίζει τις καρδιές των ανθρώπων. Εμείς, επειδή δεν ξέρουμε την δίκαιη κρίση του Θεού, κρίνουμε “κατ’ όψιν”, εξωτερικά, και γι’ αυτό πέφτουμε έξω και αδικούμε τον άλλον. Η ανθρώπινη κρίση μας δηλαδή είναι μία μεγάλη αδικία. Είδες τι είπε ο Χριστός: “Μη κρίνετε κατ’ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε”.
Θέλει πολλή προσοχή. Ποτέ δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πώς ακριβώς έχουν τα πράγματα. Πριν από χρόνια σε ένα μοναστήρι στο Άγον Όρος ήταν ένας πολύ ευλαβής διάκος, Κάποτε όμως φόρεσε ρούχα κοσμικά και γύρισε στη πατρίδα του. Τότε πολλοί Πατέρες είπαν διάφορα εναντίον του. Αλλά τι είχε γίνει; Κάποιος του είχε γράψει ότι οι αδελφές του ήταν ακόμα ατακτοποίητες και, επειδή φοβήθηκε μήπως παραστρατήσουν, πήγε να τις βοηθήση. Έπιασε δουλειά σε ένα εργοστάσιο και ζούσε πιο καλογερικά από ό,τι προηγουμένως. Μόλις τακτοποίησε τις αδελφές του, άφησε τη δουλειά του και πήγε πάλι σε μοναστήρι, για να μείνει. Ο ηγούμενος, όταν είδε ότι τα ήξερε όλα, τυπικό, διακονήματα κ.λ.π., τον ρώτησε πού τα ήξερε και εκείνος άνοιξε τη καρδιά του και του τα είπε όλα. Τότε ο ηγούμενος ενημέρωσε τον επίσκοπο και εκείνος τον χειροτόνησε αμέσως ιερέα. Μετά πήγε σε ένα απομακρυσμένο μοναστήρι και εκεί ζούσε πολύ πνευματική ζωή, πολλή άσκηση. Έφθασε σε άγια κατάσταση και βοήθησε πνευματικά πολλούς ανθρώπους. Μερικοί που δεν ξέρουν τι απέγινε μπορεί ακόμη να τον κατακρίνουν.
Πόσο πρέπει να προσέχουμε την κατάκριση! Πόσο αδικούμε τον πλησίον μας, όταν τον κατακρίνουμε! Αν και στη πραγματικότητα με τη κατάκριση αδικούμε τον εαυτό μας και όχι τους άλλους, διότι μας αποστρέφεται ο Θεός. Τίποτε άλλο δεν αποστρέφεται τόσο πολύ ο Θεός όσο την κατάκριση, γιατί ο Θεός είναι δίκαιος και η κατάκριση είναι γεμάτη από αδικία.

Πώς φθάνουμε στην κατάκριση

- Γέροντα, γιατί πέφτω συχνά στην κατάκριση;

- Επειδή ασχολείσαι πολύ με τους άλλους. Περιεργάζεσαι τις αδελφές και θέλεις από περιέργεια να μαθαίνεις τι κάνει η μια, τι κάνει η άλλη. Έτσι μαζεύεις υλικό, για να έχει το ταγκαλάκι να εργάζεται και να σε ρίχνει στη κατάκριση.

- Γιατί, Γέροντα, ενώ πρώτα δεν έβλεπα τα ελαττώματα των άλλων, τώρα τα βλέπω και κατακρίνω;

- Τώρα βλέπεις τα ελαττώματα των άλλων, γιατί δεν βλέπεις τα δικά σου.

- Από πού προέρχονται, Γέροντα, οι λογισμοί κατακρίσεως;

- Από την ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας- δηλαδή από την υπερηφάνεια- και από την τάση να δικαιολογούμε τον εαυτό μας.

- Γέροντα, η κατάκριση έχει έλλειψη αγάπης;

- Έμ, τι έχει; Και έλλειψη αγάπης έχει και αναίδεια έχει. Όταν δεν έχεις αγάπη, δεν βλέπεις με επιείκεια τα λάθη των άλλων, οπότε τους ταπεινώνεις μέσα σου και τους κατακρίνεις. Πάει μετά το ταγκαλάκι και τους βάζει να κάνουν και άλλο σφάλμα. Το βλέπεις εσύ, τους κατακρίνεις πάλι και ύστερα συμπεριφέρεσαι με αναίδεια.

- Μερικές φορές, Γέροντα, με στεναχωρεί η αδελφή με την οποία συνεργάζομαι και την κατακρίνω.

- Πού ξέρεις εσύ με πόσα ταγκαλάκια πολεμάει εκείνη την ώρα η αδελφή; Μπορεί να τη πολεμούσαν πενήντα δαίμονες, για να την ρίξουν, ώστε να σε κάνουν να πεις: «Ά, τέτοια είναι». Ύστερα, όταν δουν ότι την κατέκρινες, θα έρθουν πεντακόσιοι δαίμονες να την ρίξουν πάλι μπροστά σου, για να την κατακρίνεις ακόμα περισσότερο. Μπορεί λ.χ. να της πεις: «Αδελφή, μη βάζεις αυτό το πράγμα εκεί, εδώ είναι η θέση του». Την άλλη μέρα θα την κάνει το ταγκαλάκι να ξεχάσει τι της είπες και να το βάλει πάλι στην ίδια θέση. Θα κάνει και καμιά άλλη αταξία και θα λες με το λογισμό σου: «Μα χθες της είπα να προσέξει και σήμερα το έβαλε πάλι εκεί! Έκανε κι άλλη αταξία!». Οπότε την κατακρίνεις και δεν μπορείς να συγκρατηθείς και να μη μιλήσεις. «Αδελφή, της λες, δεν σου είπα να μην το βάλεις εκεί; Αυτό είναι ακαταστασία. Με έχει σκανδαλίσει η συμπεριφορά σου!». Αυτό ήταν! Ο διάβολος έκανε την δουλειά του. Σε έβαλε να την κατακρίνεις, αλλά και να ψυχρανθείς μαζί της. Και εκείνη, επειδή δεν ξέρει ότι εσύ ήσουν η αιτία για την απροσεξία της, θα νοιώθει τύψεις που σε σκανδάλισε και θα πέσει σε λύπη. Βλέπετε με τι πονηριά εργάζεται το ταγκαλάκι κι εμείς το ακούμε;
Γι’ αυτό προσπαθήστε να μην κρίνετε κανέναν. Να κρίνετε μόνον τα ταγκαλάκια που, ενώ ήταν Άγγελοι, κατάντησαν δαίμονες και , αντί να μετανοήσουν, γίνονται πιο πονηροί και κακοί και βάλθηκαν με μανία να καταστρέψουν τα πλάσματα του Θεού. Ο πονηρός δηλαδή παρακινεί τους ανθρώπους να κάνουν παραξενιές και αταξίες, και ο ίδιος πάλι βάζει λογισμούς άλλους ανθρώπους, για να κρίνουν και να κατακρίνουν, και έτσι νικάει και τους μεν και τους δε. Και αυτοί μεν που νικούνται και κάνουν αταξίες, αισθάνονται μετά την ενοχή τους και μετανοούν, ενώ οι άλλοι που κατακρίνουν δικαιώνουν τον εαυτό τους, υπερηφανεύονται και καταλήγουν στην ίδια πτώση με τον πονηρό, την υπερηφάνεια.

Με την κατάκριση φεύγει η Χάρις του Θεού

- Όταν, Γέροντα, μου περνάει ένας λογισμός εις βάρος του άλλου, είναι πάντοτε κατάκριση;

- Δεν το καταλαβαίνεις εκείνη την ώρα;

- Μερικές φορές αργό να το καταλάβω.

- Κοίταξε να καταλαβαίνεις το συντομότερο την πτώση σου και να ζητάς συγχώρεση και από την αδελφή την οποία κατέκρινες και από τον Θεό, γιατί αυτό γίνεται εμπόδιο στην προσευχή. Με την κατάκριση φεύγει αμέσως η Χάρις του Θεού και δημιουργείται αμέσως ψυχρότητα στη σχέση σου με τον Θεό. Πώς να κάνεις μετά προσευχή; Η καρδιά γίνεται πάγος μάρμαρο.
Η κατάκριση και η καταλαλιά είναι οι μεγαλύτερες αμαρτίες και απομακρύνουν την Χάρη του Θεού περισσότερο από κάθε άλλο αμάρτημα. «Όπως το νερό σβήνει την φωτιά, λέει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, έτσι και η κατάκριση σβήνει την Χάρη του Θεού».

- Γέροντα, νυστάζω πολύ στην πρωινή Ακολουθία.

- Μήπως κατέκρινες καμιά αδελφή; Εσύ βλέπεις εξωτερικά τα πράγματα και κατακρίνεις, γι’ αυτό νυστάζεις μετά στην Ακολουθία. Από την στιγμή δηλαδή πού κατακρίνει κανείς και δεν αντιμετωπίζει τα πράγματα πνευματικά, μαζεύονται δέκατα πνευματικά και αποδυναμώνεται. Και όταν αποδυναμωθεί, ή νυστάζει ή έχει αϋπνία.

- Γέροντα συχνά πέφτω στη γαστριμαργία.

- Κοίταξε, εκείνο που πρέπει τώρα να προσέξεις πολύ είναι η κατάκριση. Αν δεν κόψεις την κατάκριση, ούτε από τη γαστριμαργία θα μπορέσεις να απαλλαγείς. Ο άνθρωπος που κατακρίνει, επειδή διώχνει τη Χάρη του Θεού, μένει αβοήθητος και δεν μπορεί να κόψει τα ελαττώματά του. Και αν δεν καταλάβει το σφάλμα του, για να ταπεινωθεί, θα έχει συνέχεια πτώσεις. Αν όμως το καταλάβει και ζητήσει την βοήθεια του Θεού, τότε ξαναέρχεται η Χάρις του Θεού.

Όποιος κατακρίνει τους άλλους, πέφτει στα ίδια σφάλματα

- Γέροντα, πώς συμβαίνει, όταν κατακρίνω μια αδελφή για κάποιο σφάλμα της, σε λίγο να κάνω κι εγώ το ίδιο σφάλμα;

- Αν κατακρίνει κανείς τον άλλον για ένα σφάλμα του και δεν καταλάβει την πτώση του, ώστε να μετανοήσει, συνήθως πέφτει στο ίδιο σφάλμα, για να το καταλάβει. Ο Θεός δηλαδή από αγάπη επιτρέπει ο άνθρωπος να αντιγράφει την κατάσταση αυτού τον οποίο κατέκρινε. Αν πεις λ.χ. ότι κάποιος είναι πλεονέκτης και δεν καταλάβεις ότι κατέκρινες, ο Θεός παίρνει τη Χάρη του και επιτρέπει να πέσεις κι εσύ στη πλεονεξία. Αρχίζεις τότε να μαζεύεις. Μέχρι να καταλάβεις τη πτώση σου και να ζητήσεις συγχώρεση από τον Θεό, θα λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι.
Για να σε βοηθήσω, θα σου πω κάτι από τον εαυτό μου. Όταν ήμουν στην Ιερά Μονή Στομίου, έμαθα για μια συμμαθήτριά μου από το Δημοτικό ότι είχε παραστρατήσει και έκανε ζημιά κάτω στην Κόνιτσα. Προσευχόμουν λοιπόν να τη φωτίσει ο Θεός να ανέβει στο μοναστήρι, για να της μιλήσω. Είχα ξεχωρίσει και μερικά κομμάτια περί μετανοίας από την Αγία Γραφή και από Πατερικά. Μια μέρα λοιπόν ήρθε με δύο άλλες γυναίκες. Μιλήσαμε και έδειξε ότι κατάλαβε. Στη συνέχεια ερχόταν συχνά με το παιδί της και έφερνε κεριά, λάδι, λιβάνι για τον ναό. Μια φορά κάποιοι γνωστοί προσκυνητές από τη Κόνιτσα μου λένε: «Πάτερ, αυτή η γυναίκα υποκρίνεται. Εδώ φέρνει κεριά κα λιβάνι και κάτω συνεχίζει με τους αξιωματικούς». Όταν ξαναήρθε, τη βρήκα στην εκκλησία να ασπάζεται τις εικόνες, και της έβαλα τις φωνές: «Φύγε από ‘δώ, της είπα, έχεις βρωμίσει όλη την περιοχή!...». Η καημένη έφυγε κλαίγοντας. Δεν πέρασε πολύ ώρα και αισθάνθηκα μεγάλο σαρκικό πόλεμο. «Τι είναι αυτό; λέω. Ποτέ μου δεν είχα τέτοιον πειρασμό. Τι συμβαίνει;». Δεν μπορούσα να βρω την αιτία. Κάνω προσευχή, τα ίδια. Οπότε παίρνω τον ανήφορο για την Γκαμήλα.«Καλύτερα να με φάνε οι αρκούδες», είπα. Προχώρησα αρκετά μέσα στο βουνό. Ο πειρασμός δεν υποχωρούσε. Βγάζω τότε ένα τσεκουράκι που είχα κρεμασμένο στη μέση μου και δίνω τρεις τσεκουριές στο πόδι μου, μήπως και με τον πόνο φύγει ο πειρασμός. Το παπούτσι γέμισε αίμα, αλλά τίποτε. Σε μια στιγμή ήρθε στο νου μου εκείνη η γυναίκα και τα λόγια που της είχα πει. «Θεέ μου , είπα τότε, εγώ για λίγο έζησα αυτή την κόλαση και δεν μπορώ να την αντέξω, κι αυτή η ταλαίπωρη που ζει συνέχεια αυτήν την κόλαση!... Συγχώρεσέ με που την κατέκρινα». Αμέσως ένοιωσα μια δροσιά θεϊκή και εξαφανίσθηκε ο πόλεμος. Βλέπεις τι κάνει η κατάκριση;

Αν παραβλέπουμε τα σφάλματα των άλλων, θα παραβλέψει και ο Θεός τα δικά μας

- Γέροντα, σήμερα στη διαλογή των ελιών κατέκρινα μερικές αδελφές, γιατί έβλεπα ότι δεν έκαναν προσεκτικά τη δουλειά τους.

-Κοίταξε να αφήσεις τις κρίσεις και τις κατακρίσεις, γιατί μετά θα σε κρίνει κι εσένα ο Θεός. Εσύ δεν βάζει καμμιά ελιά λίγο χαλασμένη μαζί με τις άλλες;

- Όχι Γέροντα, προσέχω να μη βάζω.

- Αν μας κάνει τόσο καλό διάλεγμα ο Χριστός στην Κρίση, χαθήκαμε! Ενώ, αν τώρα παραβλέπουμε τα σφάλματα των άλλων και δεν τους κατακρίνουμε, θα μπορούμε τότε να πούμε στο Χριστό: «Χριστέ μου, βάλε με κι εμένα σε καμιά άκρη μέσα στο Παράδεισο!». Θυμάστε τι γράφει το γεροντικό για έναν αμελή μοναχό που σώθηκε γιατί δεν κατέκρινε; Όταν ήρθε η ώρα να πεθάνει, ήταν πολύ χαρούμενος και ειρηνικός. Τότε ο Γέροντάς του, για να ωφεληθούν οι Πατέρες που είχαν μαζευτεί από τα γύρω Κελιά, τον ρώτησε: «Αδελφέ, πώς και δεν φοβάσαι τον θάνατο, αφού έζησες με αμέλεια;». Και ο αδελφός του απάντησε: «Είναι αλήθεια ότι έζησα με αμέλεια. Από τότε όμως που έγινα μοναχός προσπάθησα να μην κατακρίνω κανέναν, οπότε τώρα θα πω στον Χριστό: Χριστέ μου, είμαι ένας ταλαίπωρος, αλλά τουλάχιστον την εντολή Σου: ¨Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε¨[8], την τήρησα». « Μακάριος είσαι αδελφέ, του είπε τότε ο Γέροντας, γιατί σώθηκες χωρίς κόπο».

- Γέροντα, μερικοί πνευματικοί άνθρωποι, όταν βλέπουν κάποιον να ζει αμαρτωλά, λένε: «Α, αυτός, έτσι που πάει, είναι για την κόλαση!».

- Αχ, αν οι κοσμικοί άνθρωπο πάνε στη κόλαση από τις καταχρήσεις, οι πνευματικοί άνθρωποι θα πάνε από τις κατακρίσεις... Για κανέναν δεν μπορούμε να πούμε ότι θα πάει στην κόλαση. Ο Θεός δεν ξέρουμε πώς εργάζεται. Τα κρίματα του Θεού είναι άβυσσός. Κανέναν να μη καταδικάζουμε, γιατί έτσι παίρνουμε την κρίση από τα χέρια του Θεού. Πάμε να γίνουμε Θεοί. Αν μας ρωτήσει ο Χριστός την ημέρα της Κρίσεως, ας πούμε τη γνώμη μας...



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 - Ο αγώνας κατά της κατακρίσεως

Αν στραφούμε στον εαυτό μας, δεν θα κατακρίνουμε

Γέροντα, όταν βλέπω κάποια αταξία στο διακόνημα, κατακρίνω μέσα μου.

- Εσύ, να κοιτάς την ευταξία την δική σου και τις αταξίες των άλλων. Να είσαι αυστηρή με τον εαυτό σου και όχι με τους άλλους. Τι δουλειά έκανες σήμερα;

- Ξεσκόνιζα.

- Ξεσκόνιζες τους άλλους ή τον εαυτό σου;

- Δυστυχώς τους άλλους.

- Κοίταξε, θα αρχίσεις να κάνεις δουλειά στον εαυτό σου, όταν πάψεις να ασχολείσαι με το τι κάνουν οι άλλοι γύρω σου. Αν ασχολείσαι με τον εαυτό σου και πάψεις να ασχολείσαι με τους άλλους, θα βλέπεις μόνον τα δικά σου σφάλματα και στους άλλους δεν θα βρίσκεις κανένα σφάλμα. Τότε θα απελπιστείς με τη καλή έννοια από τον εαυτό σου και θα κατακρίνεις μόνον τον εαυτό σου. Θα αισθάνεσαι την αμαρτωλότητά σου και θα αγωνίζεσαι να απαλλαγείς από τις αδυναμίες σου. Ύστερα, όταν θα βλέπεις στους άλλους κάποια αδυναμία, θα λες: «Μήπως εγώ ξεπέρασα τις αδυναμίες μου; Πώς λοιπόν έχω τέτοια απαίτηση από τους άλλους;». Γι’ αυτό να μελετάς και να παρακολουθείς συνέχεια τον εαυτό σου, για να αποφεύγεις την κρυφή υπερηφάνεια, και να έχεις αυτομεμψία με διάκριση, για να αποφεύγεις την εσωτερική κατάκριση. Έτσι θα διορθωθείς.

- Γέροντα, ο Αββάς Ισαάκ γράφει: «Εάν αγαπάς την καθαρότητα, εισελθών έργασαι εν τη αμπέλω της καρδίας σου, εκρίζωσον εκ της ψυχής σου τα πάθη, έργασαι μη γνώναι κακίαν ανθρώπου». Τι εννοεί;

- Εννοεί να στραφείς στον εαυτό σου και να κάνεις δουλειά στον εαυτό σου. Οι άγιοι πώς αγίασαν; Είχαν στραφεί στον εαυτό τους και έβλεπαν μόνον τα δικά τους πάθη. Με την αυτοκριτική και την αυτομεμψία που είχαν, έπεσαν τα λέπια από τα μάτια της ψυχής τους, και έφτασαν να βλέπουν καθαρά και βαθιά. Έβλεπαν τον εαυτό τους κάτω απ’ όλους τους ανθρώπους και όλους τους θεωρούσαν καλύτερους από τον εαυτό τους. Τα δικά τους σφάλματα τα έβλεπαν μεγάλα και τα σφάλματα των άλλων πολύ μικρά, γιατί έβλεπαν με τα μάτια της ψυχής τους και όχι με τα γήινα μάτια. Έτσι εξηγείται όταν έλεγαν: «Εγώ είμαι χειρότερος απ’ όλους τους ανθρώπους». Τα μάτια της ψυχής τους είχαν καθαρίσει και είχαν γίνει διόπτρες γι’ αυτό κα έβλεπαν τα μικρά τους σφάλματα – τα ξυλαράκια – σαν δοκάρια. Εμείς όμως, ενώ τα σφάλματά μας είναι δοκάρια, δεν τα βλέπουμε ή τα βλέπουμε σαν ξυλαράκια. Κοιτάμε τους άλλους με το μικροσκόπιο και βλέπουμε τα δικά τους αμαρτήματα μεγάλα, ενώ τα δικά μας δεν τα βλέπουμε, γιατί δεν καθάρισαν τα μάτια της ψυχής μας.
Η βάση είναι να καθαρίσουν τα μάτια της ψυχής. Όταν ο Χριστός ρώτησε τον τυφλό: «Πώς βλέπεις τώρα τους ανθρώπους;», εκείνος Του απάντησε: «σαν δένδρα»[3], γιατί δεν είχε αποκατασταθεί όλο το φως του. Όταν αποκαταστάθηκε όλο το φως του, τότε τα έβλεπε όλα καθαρά. Θέλω να πω ότι ο άνθρωπος, όταν φτάσει σε καλή πνευματική κατάσταση όλα τα βλέπει καθαρά, όλα τα σφάλματα των άλλων τα δικαιολογεί, με την καλή έννοια, γιατί τα βλέπει με το θεϊκό μάτι και όχι με το ανθρώπινο.

Αν δικαιολογούμε τους άλλους, Δεν θα τους κατακρίνουμε

- Γέροντα, όταν μου περνούν λογισμοί υπερηφανείας και κατακρίσεως, προσπαθώ να δικαιολογώ τους άλλους. Αυτό είναι πτώση ή αγώνας;

- Αγώνας είναι. Όταν κάποιος χαζεύει με ανοιχτό το στόμα και μπει μια μύγα μέσα στο στόμα του, θα την φτύσει. Αλλά καλύτερα να προσέχει να μην μπει.

- Συχνά όμως, Γέροντα, βλέποντας τι κάνουν οι άλλοι τους κατακρίνω.

- Εδώ που τα λέμε, δεν μπορείς να μη βλέπεις τι γίνεται γύρω σου. Πρέπει όμως να αποκτήσεις διάκριση, ώστε να δίνεις στους άλλους ελαφρυντικά και να τους δικαιολογείς. Τότε θα τους βλέπεις σε καλή κατάσταση.

- Γέροντα, την ώρα της Ακολουθίας έχω λογισμούς γιατί μια αδελφή δεν έρχεται στο αναλόγιο να ψάλει, γιατί μια άλλη ψάλει σιγανά και συνέχεια κατακρίνω.

- Ε, καλά, γιατί δεν σκέφτεσαι ότι η αδελφή ίσως είναι κουρασμένη ή είχε έναν πόνο και δεν μπόρεσε να κοιμηθεί, και γι’ αυτό δεν ψάλει; Ξέρω αδελφές που, και άρρωστες να είναι και να μη μπορούν να σύρουν τα πόδια τους από τον πυρετό, θα αγωνισθούν να μη γίνει αυτό αντιληπτό, για να μην της πουν να φύγουν από το διακόνημα και πάει άλλη αδελφή στη θέση τους και δυσκολευθεί. Αυτό δε σε συγκινεί;

- Με συγκινεί, Γέροντα, αλλά δεν καταφέρνω να δικαιολογήσω πάντα μια αδελφή, όταν φέρεται άσχημα.

- Σκέφθηκες ποτέ ότι η αδελφή μπορεί να φέρεται άσχημα, για να κρύψει την αρετή της; Εγώ γνωρίζω ανθρώπους που κάνουν επίτηδες αταξίες και τους κακολογούν όσοι δεν ασχολούνται με τον εαυτό τους. Ή μπορεί κάποια αδελφή να φερθεί άσχημα, επειδή είναι κουρασμένη, αλλά αμέσως μετανοιώνει. Εσύ την κατακρίνεις, ενώ εκείνη έχει ήδη μετανοιώσει για την άσχημη συμπεριφορά της. Στα μάτια των ανθρώπων είναι ταπεινωμένη, στα μάτια όμως Του Θεού είναι ψηλά.

- Γέροντα, έχω μια στενότητα. Δεν έρχομαι στη θέση του άλλου, για να τον δικαιολογήσω.

- Να βλέπεις με πόνο τον άλλον που σφάλλει και να δοξάζεις τον Θεό για όσα σου έχει δώσει, γιατί μετά ο Θεός θα σου πει: «Εγώ, παιδί μου, τόσα σου έδωσα, κι εσύ γιατί μου φέρθηκες σκληρά;». Να βλέπεις πλατιά τα πράγματα. Να σκέφτεσαι το παρελθόν του ανθρώπου, τις ευκαιρίες που του δόθηκαν να καλλιεργήσει τον εαυτό του και τις ευκαιρίες που είχες εσύ και δεν τις αξιοποίησες. Έτσι, θα συγκινηθείς από τις δωρεές που σου χάρισε ο Θεός, θα τον δοξολογήσεις γι’ αυτές και θα ταπεινωθείς, επειδή δεν ανταποκρίθηκες. Παράλληλα θα νοιώσεις αγάπη και πόνο για τον αδελφό που δεν είχε τις δικές σου ευκαιρίες και θα κάνεις γι’ αυτόν καρδιακή προσευχή.
Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν εγκλήματα μεγάλα, αλλά έχουν πολλά ελαφρυντικά. Ποιος ξέρει οι άνθρωποι αυτοί πώς είναι στα μάτια του Θεού; Εάν δεν μας βοηθούσε ο Θεός, μπορεί και ‘μεις να ήμασταν αλήτες. Κάποιος εγκληματίας έκανε λ.χ. είκοσι εγκλήματα και τον κατακρίνω και δεν σκέφτομαι τι παρελθόν έχει. Ποιος ξέρει πόσα εγκλήματα έκανε ο πατέρας του!... Από μικρό παιδί τι κλοπές θα τον έβαζαν να κάνει! Ύστερα, όταν ήταν νέος, πόσα χρόνια θα έζησε μέσα στις φυλακές και θα καθοδηγήθηκε από άλλους έμπειρους φυλακισμένους. Αυτός θα μπορούσε να είχε κάνει όχι είκοσι αλλά σαράντα εγκλήματα και συγκρατήθηκε. Ενώ εγώ με τη κληρονομικότητα και την αγωγή που είχα, θα έπρεπε τώρα να έκανα θαύματα. Έκανα; Όχι. Άρα είμαι αναπολόγητος. Αλλά, ακόμη και είκοσι θαύματα αν έκανα, ενώ μπορούσα να κάνω σαράντα, πάλι θα ήμουν αναπολόγητος. Με αυτούς τους λογισμούς διώχνουμε την κατάκριση και ανοίγουμε μια ρωγμή στην σκληρή καρδιά μας.

Να μη βγάζουμε εύκολα συμπεράσματα

- Γέροντα, τι θα με βοηθήσει να μη κατακρίνω;

- Όλα είναι πάντοτε όπως τα σκέφτεσαι εσύ;

- Όχι, Γέροντα.

- Έ, τότε να λες: «Δεν σκέφτομαι πάντοτε σωστά. Πολλές φορές κάνω λάθος. Να, στην τάδε περίπτωση έκρινα και έπεσα έξω, οπότε τον αδίκησα τον άλλον. Επομένως δεν πρέπει να ακούω τον λογισμό μου». Ο καθένας μας λίγο-πολύ έχει περιπτώσεις που έπεσε έξω στην κρίση του. Αν φέρει στο νου του τις περιπτώσεις που έκρινε και έπεσε έξω, τότε θα αποφεύγει την κατάκριση. Αλλά και μια φορά να μην έπεσε έξω και να έχει δίκαιο, πού ξέρει τα ελατήρια του άλλου; Ξέρει πώς έγινε κάτι; Να μη βγάζουμε εύκολα συμπεράσματα.
Κι εγώ, όταν ήμουν νέος, είχα την κατάκριση ψωμοτύρι. Επειδή ζούσα λίγο προσεκτικά και είχα μια ψευτοευλάβια, ό,τι μου φαινόταν στραβό, το έκρινα. Γιατί, όταν στον κόσμο ζει κανείς λίγο πνευματικά, μπορεί να βλέπει πολλά κουσούρια στους άλλους και να μη βλέπει αρετές. Εκείνους που καλλιεργούν την αρετή μπορεί να μη τους βλέπει, γιατί ζουν στην αφάνεια, αλλά βλέπει τους άλλους που κάνουν αταξίες και να τους κατακρίνει. «Αυτός, λέει, κάνει έτσι, εκείνος περπατάει έτσι, ο άλλος κοιτάζει έτσι...».
Ξέρετε τι είχα πάθει μια φορά; Είχαμε πάει με έναν γνωστό μου να λειτουργηθούμε σε ένα μοναστήρι στο Μονοδένδρι, εννιά ώρες περίπου μακριά από την Κόνιτσα. Όταν μπήκαμε στο ναό, ο γνωστός μου στάθηκε στο αναλόγιο, για να ψάλει, και εγώ πήγα στο στασίδι πίσω από τον ψάλτη. Παρακολουθούσα και έψελνα σιγανά. Κάποια στιγμή ήρθε μια γυναίκα με μαύρα, σχετικά νέα, στάθηκε δίπλα μου και συνέχεια με κοιτούσε. Με κοιτούσε, έκανε το σταυρό της. Με κοιτούσε, έκανε το σταυρό της... Είχα αγανακτήσει. «Βρε, παιδάκι μου, έλεγα μέσα μου, τι σόι άνθρωπος είναι αυτή; Μέσα στον κόσμο, μέσα στην εκκλησία, τι κοιτάζει έτσι;». Εγώ τις αδελφές μου, όταν περνούσαν στον δρόμο δίπλα μου, δεν τις έβλεπα. Πήγαιναν μετά στο σπίτι και έκαναν παράπονα στη μάνα μας: «Με είδε ο Αρσένιος, έλεγαν, και δεν μου μίλησε!». «Καλά, μου έλεγε μετά η μάνα μου, βλέπεις τις αδελφές σου στο δρόμο και δεν τις μιλάς;». «Εγώ θα κοιτάζω αν αυτή που περνάει δίπλα μου είναι η αδελφή μου; της έλεγα. Ένα σωρό σόι έχουμε. Αυτό θα κάνω;». Θέλω να πω, είχα κάτι τέτοιες ακρότητες. Να περνά τώρα δίπλα σου η αδελφή σου και να μη της μιλάς! Τέλος πάντων... Μόλις λοιπόν τελείωσε η Θεία Λειτουργία, πήγε αυτή η μαυροφόρα και παρακάλεσε τον ιερέα να μου πει να πάω στο σπίτι της, γιατί έμοιαζα πολύ στο παιδί της που είχε σκοτωθεί στον πόλεμο! Όταν πήγα σπίτι της, είδα την φωτογραφία του παιδιού της. Πραγματικά, μοιάζαμε σαν αδέλφια! Αυτή Η καημένη με κοιτούσε μέσα στην εκκλησία και έκανε τον σταυρό της σαν να έβλεπε το παιδί της. Κι εγώ έλεγα: «Την αθεόφοβη, μέσα στην εκκλησία και πώς κοιτάζει!» Ώ, μετά ξέρετε πως με είχε λειώσει αυτό το περιστατικό; «Για δες, είπα, εσύ να έχεις τέτοιους λογισμούς, ότι ποιος ξέρει τι γυναίκα είναι και μεσ’ στην εκκλησία να μην ντρέπεται καθόλου..., και αυτή η φουκαριάρα να έχε χάσει το παιδί της και να έχει τον καημό της!».
Μια άλλη φορά κατέκρινα τον αδελφό μου που ήταν φαντάρος. Μου έστειλε μήνυμα ο σιτιστής: «Έδωσα στον αδελφό σου δύο μπετόνια με λάδι. Τι έγιναν τα μπετόνια;». «Μα, αυτός εκεί πέρα, είπα, έφερνε στο σπίτι τους στρατιώτες κα τους φιλοξενούσαμε, τώρα πώς το έκανε αυτό, να πάρει λάδι από το στρατό;». Οπότε πιάνω και γράφω στον αδελφό μου αγανακτισμένος ένα γράμμα... Κι εκείνος μου απαντάει: «Τα μπετόνια να τα ζητήσεις από τη νεωκόρο της κάτω εκκλησιάς»! Αυτός το λάδι το είχε στείλει στην εκκλησία της κάτω Κόνιτσας, γιατί ήταν φτωχή. «Χρόνια πολλά, είπα τότε στον εαυτό μου. Την άλλη φορά κατέκρινες εκείνη τη φουκαριάρα. Τώρα τον αδελφό σου. Άλλη φορά τίποτε-τίποτε!». Θέλω να πω, όταν είδα ότι έπεφτα έξω στις κρίσεις μου, εξέταζα τον εαυτό μου: «Στην τάδε περίπτωση είχα πει για τον άλλον ότι ενήργησε έτσι, αλλά τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Άλλη φορά άλλο συμπέρασμα είχα βγάλει κι αλλιώς ήταν». Έτσι έβαλα τον εαυτό μου στην θέση του. «Άλλη φορά, είπα, δεν θα κρίνεις καθόλου. Τελεία-παύλα! Είσαι στραβός και όλα στραβά και ανάποδα τα βλέπεις. Κοίταξε να γίνεις σωστός άνθρωπος». Και μετά, όταν μου φαινόταν κάτι στραβό, έλεγα: «Κάτι καλό θα είναι, αλλά εγώ δεν το καταλαβαίνω. Όσες φορές έβαλα αριστερό λογισμό, έπεσα έξω». Όταν πλέον σιχάθηκα τον εαυτό μου, με την καλή έννοια, όλους τους δικαιολογούσα. Για τους άλλους έβρισκα πάντα ελαφρυντικά και μόνον τον εαυτό μου κατέκρινα. Αλλά, εάν ο άνθρωπος δεν παρακολουθεί τον εαυτό του, όλα τα περνάει απαρατήρητα και μετά στην Κρίση θα είναι αναπολόγητος.

Θέλει παλικαριά, για να κοπεί η κατάκριση.
Λοιπόν:
Καλή αρχή.STOP.
STOP των κριτικών λογισμών. Αμήν.
Καλή εξάγνιση του νου και της καρδιάς. Αμήν.



(Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου "Λόγοι" τ. Ε΄ "Πάθη και Αρετές". Ι. Ησυχαστήριον "Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος" Σουρωτή Θεσσαλονίκης)










(Πηγή ηλ. κειμένου:
http://www.oodegr.com/)