«Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» 1
Πορφυρίτης
Εἶναι συγκινητικό, ἐνθαρρυντικό καί συνάμα συμβολικό («ὡσεὶ περιστερὰν»[2])
αὐτό πού συμβαίνει στό Περιστέρι. Μέσα σέ μία πολτοποιημένη κοινωνία
καί πατρίδα, ὅπου τά πρόσωπα μετασχηματίστηκαν σέ μονάδες καί ὅσον οὔπω
σέ ἀριθμούς, καί χάνονται στήν ἄβυσσο τῆς ἀσωτίας· ὅπου ὑπάρχει ὁ φόβος,
ὁ τρόμος, ἡ σύγχυση, ἡ βορβορώδης ἁμαρτία καί ἡ σκιά θανάτου· ὅπου τό
μόνο ἐνδιαφέρον τῶν «χριστιανῶν», εἶναι ἡ «καλοπέραση» στό ἀπέραντο αὐτό
χοιροστάσιο, νά τρῶνε καί νά δαπανοῦν ὧρες ὁλόκληρες στήν εἰκονική
πραγματικότητα, λησμονώντας τή Ζωή.
