του Άρη Τσιούμα
«Κι εμείς; Τι κάνουμε τώρα εμείς, οι μαχητές του ΔΣΕ; Με σφιγμένη την καρδιά αλλά και με την ακράδαντη πεποίθηση πως θα γυρίσουμε γρήγορα, πήραμε το δρόμο της ξενιτιάς! Δεν υπήρχε άλλη διέξοδος. Παιδιά αμούστακα κι ασπρομάλληδες, άντρες και γυναίκες, αγόρια και κορίτσια, μ’ ανοιχτές ακόμα τις πληγές πορευτήκαμε, λοιπόν, το Γολγοθά του αναγκαστικού εκπατρισμού, αφήνοντας πίσω μας ότι αγαπήσαμε πιότερο: το ρημαγμένο σπίτι, το ξεκληρισμένο χωριό, τη γριά μάνα, τον ανήμπορο πατέρα. Τη γυναίκα, τον άντρα, το γιο, τη θυγατέρα. Μωρά στην κούνια ή στην κοιλιά της μάνας. Την πατρίδα. Σκορπίσαμε και βρήκαμε πολιτικό άσυλο στις χώρες της Λαϊκής Δημοκρατίας. Από τις γειτονικές ως τις πιο απόμακρες, Τίρανα Σόφια, Βελιγράδι, Βουδαπέστη, Βουκουρέστι, Πράγα, Βαρσοβία, Βερολίνο, Μόσχα. Ως τη μακρινή Τασκένδη».
(το χρονικό της πολιτικής μας προσφυγιάς στη Ρουμανία)
Το μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα αποτελεί ίσως το πιο μακροχρόνιο κοινωνικό φαινόμενο. Με μερικές εξαιρέσεις απρόσμενης καλοτυχίας, το μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα αποτελούσε πάντα μια ανοιχτή πληγή στο γερασμένο σώμα του πλανήτη. Οι αφηγήσεις όσων γίνανε μάρτυρες του εκπατρισμού με έναν από τους δεκάδες τρόπους που έχει σκεφτεί ο συλλογικός νους των κοινωνιών (πόλεμοι, ύφεση, πείνα, βασανισμοί, φυλακίσεις, ρατσισμός, εποικισμοί, κ.α.) ενέχουν την πιο τραγική πτυχή της πιο καλά φυλαγμένης μνήμης.
