Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικά Δοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικά Δοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2011

«Με τη σκέψη στην πατρίδα», όψεις της κοινωνικής ζωής των Ελλήνων Πολιτικών Προσφύγων στις χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης (1949-1974)

του Άρη Τσιούμα

Εισαγωγή

«Κι εμείς; Τι κάνουμε τώρα εμείς, οι μαχητές του ΔΣΕ; Με σφιγμένη την καρδιά αλλά και με την ακράδαντη πεποίθηση πως θα γυρίσουμε γρήγορα, πήραμε το δρόμο της ξενιτιάς! Δεν υπήρχε άλλη διέξοδος. Παιδιά αμούστακα κι ασπρομάλληδες, άντρες και γυναίκες, αγόρια και κορίτσια, μ’ ανοιχτές ακόμα τις πληγές πορευτήκαμε, λοιπόν, το Γολγοθά του αναγκαστικού εκπατρισμού, αφήνοντας πίσω μας ότι αγαπήσαμε πιότερο: το ρημαγμένο σπίτι, το ξεκληρισμένο χωριό, τη γριά μάνα, τον ανήμπορο πατέρα. Τη γυναίκα, τον άντρα, το γιο, τη θυγατέρα. Μωρά στην κούνια ή στην κοιλιά της μάνας. Την πατρίδα. Σκορπίσαμε και βρήκαμε πολιτικό άσυλο στις χώρες της Λαϊκής Δημοκρατίας. Από τις γειτονικές ως τις πιο απόμακρες, Τίρανα Σόφια, Βελιγράδι, Βουδαπέστη, Βουκουρέστι, Πράγα, Βαρσοβία, Βερολίνο, Μόσχα. Ως τη μακρινή Τασκένδη». 



(το χρονικό της πολιτικής μας προσφυγιάς στη Ρουμανία)

Το μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα αποτελεί ίσως το πιο μακροχρόνιο κοινωνικό φαινόμενο. Με μερικές εξαιρέσεις απρόσμενης καλοτυχίας, το μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα αποτελούσε πάντα μια ανοιχτή πληγή στο γερασμένο σώμα του πλανήτη. Οι αφηγήσεις όσων γίνανε μάρτυρες του εκπατρισμού με έναν από τους δεκάδες τρόπους που έχει σκεφτεί ο συλλογικός νους των κοινωνιών (πόλεμοι, ύφεση, πείνα, βασανισμοί, φυλακίσεις, ρατσισμός, εποικισμοί, κ.α.) ενέχουν την πιο τραγική πτυχή της πιο καλά φυλαγμένης μνήμης.

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

H Komintern (Γ' Κομμουνιστική Διεθνής) & το Μακεδονικό Ζήτημα.

H Komintern (Γ' Κομμουνιστική Διεθνής) & το Μακεδονικό Ζήτημα.
του Άρη Δ. Τσιούμα


Εισαγωγή

Το Μακεδονικό αποτελεί αρχικά ένα μεγάλο κομμάτι του ανατολικού ζητήματος.[1]  Με την χρήση του όρου «ανατολικό ζήτημα» μπορούμε να περιγράψουμε τα προβλήματα που προέκυψαν με την «αναδίπλωση» του «Μεγάλου ασθενούς», - της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας-  από τα Ευρωπαϊκά εδάφη που κατείχε, και την συνακόλουθη ανάδειξη των εθνικών ανταγωνισμών των νέων κρατών της Βαλκανικής, οι οποίοι επίδικο είχαν την αναδιανομή των εδαφών της. Το Μακεδονικό ζήτημα προκύπτει ως κομμάτι του Ανατολικού Ζητήματος με την ταυτόχρονη αφύπνιση του Βουλγάρικου εθνικισμού στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα.[2]  Σε επόμενες χρονικές περιόδους και μετά την επανάσταση των Νεότουρκων το 1908 [3] και τη διεξαγωγή του Α’ Βαλκανικού Πολέμου με τον οποίο εγκαταλείπει οριστικά η Οθωμανική Αυτοκρατορία τη Μακεδονία, το Μακεδονικό παύει να αποτελεί κομμάτι του Ανατολικού Ζητήματος εξακολουθεί όμως να υφίσταται ως αυτόνομο ζήτημα που τίθεται πλέον υπό νέους όρους.  

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

"Κάντε τόπο να περάσει η FAI" | Η Πρωτομαγιά του 1931 στη Βαρκελώνη




Στις 14 Απριλίου του 1931 οι λαϊκές γειτονιές σε ολόκληρη την Ισπανία γιόρταζαν την πτώση της επταετούς δικτατορίας του Primo de Rivera και την επάνοδο στη δημοκρατία. Ήταν η ημερομηνία γέννησης της Β’ Ισπανικής Δημοκρατίας. Τα συνδικάτα της CNT[1] όμως, ήδη από την επομένη άρχισαν τις ετοιμασίες για την πορεία της εργατικής Πρωτομαγιάς, ενώ διοργάνωσε εκδηλώσεις και ομιλίες για να ακουστεί σε ολόκληρο το σώμα της εργατικής τάξης η στάση που κρατάει η Συνομοσπονδία απέναντι στο νέο καθεστώς. Το γενικό πλαίσιο έδωσε ο Buenaventura Durruti στην πρώτη ομιλία που έκανε προς την Καταλανική εργατική τάξη την Κυριακή 18 Απριλίου:

«Αν ήμασταν Δημοκράτες, θα υποστηρίζαμε ότι η προσωρινή κυβέρνηση είναι ανίκανη να μεταβάλλει σε επιτυχία τη νίκη που της έδωσε ο λαός. Αλλά είμαστε γνήσιοι εργάτες και ως εκπρόσωποί τους λέμε ότι, ακολουθώντας αυτό το μονοπάτι, δεν θα ξαφνιαστούμε, αν η χώρα βρεθεί αύριο στα πρόθυρα ενός εμφυλίου πολέμου. Δεν ενδιαφερόμαστε καθόλου για την Δημοκρατία, αλλά την δεχόμαστε ως μια αφετηρία για να προχωρήσουμε στον κοινωνικό εκδημοκρατισμό. Αλλά μόνο με την προϋπόθεση ότι αυτή η Δημοκρατία εγγυάται πως η ελευθερία και η κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι λέξεις χωρίς νόημα. Αν η Δημοκρατία αποτύχει να πάρει στα σοβαρά τις επιθυμίες της εργατικής τάξης, τότε ακόμα και αυτό το μικρό ενδιαφέρον που έχουν γι’ αυτήν οι εργάτες θα μειωθεί στο ελάχιστο, γιατί αυτός ο θεσμός δεν θα ανταποκρίνεται στις ελπίδες που στήριξε πάνω του η τάξη μας στις 14 Απριλίου».

Μέσα σε αυτό το κλίμα πραγματοποιήθηκε και η πορεία της Πρωτομαγιάς στη Βαρκελώνη, στην οποία συμμετείχε και διεθνής αντιπροσωπεία αναρχικών.

«Την Παρασκευή 1η του Μάη του 1931 στις εννέα το πρωί, το κτήριο των Καλών Τεχνών ήταν γεμάτο. Σε μια πλατεία μεταξύ του πάρκου της Ακρόπολης και του μνημείου της Νίκης ένα πυκνό πλήθος προχωρούσε προς την αψίδα του Θριάμβου και σκορπιζόταν σε όλους τους γειτονικούς δρόμους. Πάνω στις τοιχοκολλημένες αφίσες διάβαζες: «Κάτω η Guardia Civil[2]», «Τα εργοστάσια στους εργάτες», «Η γη στους αγρότες», «Ζήτω η CNT-FAI». Σε όλους τους βραχύχρονους λόγους που επέκριναν δημόσια την Δημοκρατία, στο λαό προσφερόταν μόνο μια λύση στα προβλήματά του «να καταλάβει τα εργοστάσια, να τα διευθύνει ο ίδιος και να πάρει τη γη. Η εργατική τάξη μπορεί να το κάνει αυτό. Το μόνο που χρειάζεται είναι η επαναστατική τόλμη». Μετά από αρκετούς λόγους, η περιφερειακή επιτροπή της CNT, αναγνωρίζοντας δημόσια το πρόβλημα της Συντακτικής Συνέλευσης, καθόρισε τη θέση της οργάνωσης: «Το έργο μας δεν σταματάει εδώ, πρέπει να προχωρήσουμε, να προχωρήσουμε θριαμβευτικά για την κατάκτηση του μέλλοντος, του οποίου το μοναδικό νόημα για την εργατική τάξη δεν μπορεί να είναι παρά μόνο η ολοκληρωτική συντριβή του καπιταλισμού και τους Κράτους. Μόνο μετά απ’ αυτό μπορεί να δημιουργηθεί μια αταξική κοινωνία[3]».

Αλλά βασικά ο χαρακτήρας της διαδήλωσης ήταν ειρηνικός. Μετά από μια πορεία μέσα στην πρωτεύουσα, τελείωσε μπροστά στο ανάκτορο της Generalidad[4], όπου μια αντιπροσωπεία θα έδινε στις αρχές το αίτημα που είχε ψηφίσει ο λαός. Τρία φορτηγά ήταν στην αρχή της πομπής. Πίσω από προχωρούσε η Επιτροπή, η οποία, στο όνομα των Συνδικάτων, ήταν επικεφαλής της διαδήλωσης και την αποτελούσαν ο Santiago Bilbao, ο Francisco Ascaso, ο Durruti και ο Juan Oliver. Αμέσως μετά από αυτούς χωρίς ιδιαίτερη τάξη, προχωρούσε ένα πλήθος, το οποίο ο αστικός τύπος υπολόγισε ότι ανέρχονταν σε περισσότερους από 100.000 ανθρώπους. Οι διαδηλωτές προχώρησαν μέσα από τις κυριότερες λεωφόρους της Βαρκελώνης, έφτασαν στην Plaza de Ctalunya και πηγαίνοντας από το δρόμο της Ramplas , έφτασαν στην αρχή του δρόμου Fevaler όπου μπήκε μόνο ένα αυτοκίνητο, μπροστά από το οποίο ήταν τα μέλη της Επιτροπής. Ήταν 1 το μεσημέρι όταν η εμπροσθοφυλακή της πορείας ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με την αστυνομία, που τους απαγόρευσε την είσοδό τους στην πλατεία.

Ένας αξιωματικός της Guardia Civil προχώρησε μπροστά και κρατώντας ένα πιστόλι στο χέρι πλησίασε τα μέλη της Επιτροπής και τα διέταξε να φύγουν. Οι υπόλοιποι άντρες της αστυνομίας στέκονταν πίσω από τον αξιωματικό τους, έχοντας στραμμένα τα όπλα τους προς τους διαδηλωτές. Ο Ascaso πήγε προς το μέρος τους για να συζητήσει με τον αξιωματικό, αλλά αυτός δεν άκουγε τίποτα και απαίτησε από τους διαδηλωτές να διαλυθούν αμέσως. Ο Ascaso με ένα χτύπημα τον αφόπλισε. Ο αξιωματικός βλέποντας ότι είναι άοπλος, οπισθοχώρησε και μαζί του και οι στρατιώτες. Μετά ο Durruti ανεμίζοντας μια κόκκινη και μαύρη σημαία, φώναξε με μια διαπεραστική φωνή: «Κάντε τόπο να περάσει η FAI[5]»

Αμέσως, από τους γύρω δρόμους το πλήθος άρχισε να προχωράει και σ’ ένα λεπτό είχαν καταλάβει την πλατεία Συντάγματος. Τα μέλη της Επιτροπής άρχισαν να προχωράνε αργά προς το κτήριο για να παραδώσουν τα αιτήματα που ψηφίστηκαν στη συγκέντρωση. Αλλά δεν είχαν καν προλάβει να περάσουν την είσοδο όταν οι πόρτες έκλεισαν βίαια. Ένας πυροβολισμός ήρθε μέσα από το κτήριο, ακολούθησε ακόμη ένας και πολύ γρήγορα μια βροχή από σφαίρες κατευθύνθηκε προς τους διαδηλωτές. Οι περισσότεροι από αυτούς έπεσαν στο χώμα ενώ πολλές γυναίκες προσπάθησαν να ξεφύγουν ενώ άρχισαν να στριγγλίζουν. Η σύγχυση μεγάλωνε με τους πυροβολισμούς και υπήρχαν ήδη μερικά θύματα.

Όμως υπήρχαν ομάδες οπλισμένων εργατών μέσα στο πλήθος και αν απαντούσαν στις κυβερνητικές δυνάμεις χρησιμοποιώντας τα πιστόλια τους υπήρχε φόβος να γίνει μακελειό. Τα μέλη της Επιτροπής κατάλαβαν αμέσως ότι αυτή η σύγκρουση, που μόνο κακό μπορούσε να κάνει στους εργάτες έπρεπε να αποφευχθεί. Η γρήγορη αντίδραση του Durruti απέτρεψε την καταστροφή. Σκαρφαλώνοντας σε μια κολόνα, παρά τις σφαίρες που έπεφταν, μίλησε προς τις οπλισμένες ομάδες και σύστησε ηρεμία και αυτοσυγκράτηση. Το θέαμα αυτό ήταν συγκλονιστικό μέσα σ’ αυτήν την δραματική ατμόσφαιρα. Μια σφαίρα τον είχε πληγώσει ελαφρά στο στήθος, και το πουκάμισο του είχε γίνει κόκκινο, αλλά συνέχιζε να μιλάει ασταμάτητα. Για μια στιγμή φάνηκε ότι η φασαρία τελείωνε, οι πυροβολισμοί σταμάτησαν και η πλατεία άρχισε να αδειάζει. Τώρα ο Durruti που ήταν ακόμη σκαρφαλωμένος στην κολόνα, απηύθυνε τις παρατηρήσεις του στις αρχές, τις οποίες και κατηγόρησε για την όλη κατάσταση. Κοντά του ήταν και ο Ascaso, οποίος ήταν πληγωμένος στο χέρι αλλά αρνιόταν τις περιποιήσεις των συντρόφων του. Στο μεταξύ είχε δημιουργηθεί ένας ανοιχτός χώρος γύρω από τα μέλη της Επιτροπής τα οποία γινόταν ένας σίγουρος στόχος ενώ οι πυροβολισμοί ξανάρχιζαν. Οι ένοπλες επιτροπές δεν συγκρατήθηκαν και απάντησαν στην επίθεση των κυβερνητικών δυνάμεων.

Οι Καραμπινιέροι, που είχαν τον στρατώνα τους πολύ κοντά, βγήκαν έξω και άρχισαν να πυροβολούν κι αυτοί προς το μέρος των διαδηλωτών, σύντομα όμως εμφανίστηκε ένας λόχος πεζικού με επικεφαλής το λοχαγό Miranta που πήρε το μέρος των διαδηλωτών. Ο Durruti ξανανέβηκε στην κολόνα και άρχισε να φωνάζει προς τα στρατεύματα, παρόλο που η Guardia Civil και οι Καραμπινιέροι συνέχιζαν να πυροβολούν. Βλέποντας τον Durruti πάνω στην κολόνα, οι στρατιώτες δίστασαν, αλλά ο λοχαγός τους διέταξε να πυροβολήσουν εναντίον της Guardia Civil και των Καραμπινιέρων. Μια φοβερή ιαχή ακούστηκε στην πλατεία και μέσα σε ένα λεπτό η αστυνομικοί εξαφανίστηκαν, αφήνοντας τους στρατιώτες και τους διαδηλωτές κύριους της κατάστασης. Ο τελικός απολογισμός της Πρωτομαγιάτικης πορείας ήταν 15 τραυματίες κι ένας νεκρός από την πλευρά των διαδηλωτών και 2 νεκροί και αρκετοί τραυματίες από την πλευρά των δυνάμεων καταστολής[6]

Τη νύχτα οι αναρχικές οργανώσεις έβγαλαν ένα ανακοινωθέν που κατέληγε «…όταν η αστική τάξη δεν μπορεί να βάλει τάξη στην αταξία της, τότε αυτό πρέπει να το κάνουν οι επαναστάτες[7]».

Η Πρωτομαγιά του 1931 στη Βαρκελώνη και τα -λιγότερο γνωστά- γεγονότα που έλαβαν χώρα εκεί αποτελούν άλλη μια αιματοβαμμένη σελίδα στο μεγάλο βιβλίο των αγώνων της παγκόσμιας εργατικής τάξης που έχει χαραχτεί από τις θυσίες των συντρόφων μας στο παρελθόν. Είναι η παρακαταθήκη μας για τους αγώνες του αύριο, από την υπεράσπιση των κεκτημένων μέχρι την τελική απελευθέρωση από το σύστημα εκμετάλλευσης. Για την κοινωνική δικαιοσύνη, τον Ελευθεριακό Κομμουνισμό και την Αναρχία.

Το κείμενο βασίζεται στο βιβλίο του Abel Paz «Durruti, η κοινωνική Επανάσταση στην Ισπανία 1896-1936» τόμοι Α-Β εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος β’ έκδοση, Δεκέμβριος 1999

[1] Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας. Η συνδικαλιστική οργάνωση των Αναρχικών.
[2] Ειδικό αστυνομικό σώμα, από τα πλέον απεχθή για τους εργάτες λόγω των ωμοτήτων που διέπραξε εναντίον τους.
[3] Solidaridad Obrera, 2 Μαη 1931. Η Solidaritat Obrera (“Εργατική Αλληλεγγύη”) αποτελούσε την καθημερινή εφημερίδα που εξέδιδε η CNT.
[4] Η τοπική κυβέρνηση της Καταλωνίας.
[5] Αναρχική Ομοσπονδία Ιβηρικής. Η ειδική οργάνωση των αναρχικών.
[6] Μαρτυρία των παρόντων αγωνιστών Tomas Perez και Juan Molina.
[7] Libertaire, 18 Μάη 1931, Παρίσι.


επιμέλεια: Άρης Τσιούμας

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Για την Ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου

του Άρη Δ. Τσιούμα

Στην έξαρση της δημιουργίας των εθνών-κρατών ο Πανσλαβισμός όριζε την ένωση των νοτίων Σλάβων της Βόρειας Βαλκανικής σε ένα κοινό κράτος, την Γιουγκοσλαβία, όπως κι έγινε.
Σερβία, Μαυροβούνιο, Κροατία, Σλοβενία, επαρχία του Βαρδάρη, Βοσνία Ερζεγοβίνη και Κοσσυφοπέδιο αποτελούσαν την ενωμένη και δεσπόζουσα στον Βαλκανικό χώρο, σοσιαλιστική μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, Γιουγκοσλαβία.

Κυριακή 24 Απριλίου 2011

Οι ησυχαστικές έριδες & η εξέγερση των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη (1341-1349)

του Άρη Δ. Τσιούμα

"Όταν μέσα στη σιωπή και την κατάπτωση δεν αντηχούν πια παρα η αλυσίδα του σκλάβου και η φωνή του καταδότη, ο ιστορικός φαίνεται να είναι επιφορτισμένος με την εκδίκηση των λαών." "Satobrian"

Η βαθιά οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση που μάστιζε στην περίοδο αυτή την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν φυσικό να προκαλέσει τη δυναμική αντίδραση των λαϊκών στρωμάτων που υφίσταντο άμεσα τις συνέπειες της συνεχούς επιδείνωσης της κατάστασης. Έτσι, στο πρώτο μισό του 14ου αιώνα οι αντιδράσεις κυρίως των αγροτών πήραν τη μορφή ακόμη και οργανωμένων εξεγέρσεων που σε ορισμένες περιπτώσεις έφεραν, για μικρό έστω χρονικό διάστημα, τις λαϊκές δυνάμεις στην εξουσία».


Ιστοριογραφικές προσεγγίσεις της Οθωνικής Περιόδου, η διαχείριση της μνήμης του Όθωνα από την ελληνική ιστοριογραφία

του Άρη Δ. Τσιούμα

Στα πλαίσια του μαθήματος για το μεταπτυχιακό μάθημα του κ. Ι. Μιχαηλίδη:
«Θέματα Νεότερης & Σύγχρονης Παγκόσμιας Ιστορίας» η εργασία επιχειρεί μια βαθύτερη ανάγνωση των αφηγήσεων που περιγράφουν και των σχημάτων που διαχειρίζονται διαχρονικά την πολιτική και την προσωπικότητα του Όθωνα[1], με βάση το επιλεγμένο θέμα: « Ιστοριογραφικές προσεγγίσεις της Οθωνικής Περιόδου, η διαχείριση της ιστορικής μνήμης του Όθωνα από την ελληνική ιστοριογραφία.»


Σάββατο 23 Απριλίου 2011

Βιβλιοκριτική “Urban Protest in seventeenth century, France the culture of retribution” (W. Beik)

του Άρη Δ. Τσιούμα

Εισαγωγικά

Πριν προχωρήσουμε στη σκιαγράφηση του βιβλίου, θα δώσουμε σύντομα μερικά βιογραφικά στοιχεία για τον συγγραφέα. Ο William Beik είναι αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Evory της Ατλάντα, καθώς επίσης και συντάκτης της έκδοσης του Πανεπιστημίου του Cambridge “New Approaches to European History”. Εκτός από το βιβλίο με το οποίο καταπιάνεται η βιβλιοκριτική έχει εκδώσει επίσης και το βιβλίο: «Αbsolutism and society in seventeenth-century France” το οποίο είναι και το πιο γνωστό, καθώς γι’ αυτήν την έκδοση κέρδισε το βραβείο της Αμερικάνικης Ιστορικής Ένωσης “Herbert Baxter Adams”. Η έκδοση αυτή έχει επιπρόσθετη αξία σε σχέση με το βιβλίο για το οποίο έγινε και η βιβλιοκριτική που καταθέτουμε καθώς συμπληρώνει αρμονικά την μικρο-ιστορία των περιορισμένων αφηγήσεων που αφορούν σε γεγονότα όπως οι αστικές εξεγέρσεις που περιγράφονται στο βιβλίο αυτό με την γενικότερη εικόνα που υπάρχει στην «Μεγάλη Ιστορία» της Γαλλίας του 17ου αιώνα. Παράλληλα, η μια έκδοση μοιάζει να συμπληρώνει την άλλη ακόμα και σε ένα συμβολικό επίπεδο, αφού ο κοινός πυρήνας της εργασίας τους, δηλαδή το φαινόμενο του Απολυταρχισμού, αποδίδεται σε ένα διαλεκτικό συμπλήρωμα κάνοντας την εμφάνιση του ως καθ’ εαυτό στη μια έκδοση και ως το αντίστροφό του στην άλλη, που δεν είναι άλλο, από την υγιή αντίδραση της τιμωρίας, στο βιβλίο με το οποίο ασχολούμαστε. Η δικαίωση αυτής της παρατήρησης φιγουράρει στον υπότιτλο του βιβλίου και σχετίζεται άμεσα με την έννοια “retribution”, την τιμωρία δηλαδή, της οποίας η κουλτούρα, ή ο πολιτισμός καλύτερα, αποτελεί το αντισταθμιστικό φαντασιακό των εξεγερμένων Γάλλων στις πόλεις τον 17ο αιώνα απέναντι στην απόλυτη ελέω Θεού βασιλεία, 100 χρόνια περίπου πριν αυτή καρατομηθεί στις γκιλοτίνες του Διαφωτισμού, στην ίδια χώρα.


Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Παρουσίαση του βιβλίου του Ν. Σβορώνου: «Το ελληνικό έθνος, γένεση και διαμόρφωση του νέου ελληνισμού», και η αντιπαράθεση των ιστοριογραφικών σχολών του εθνοσυμβολισμού και του μεταμοντερνισμού πάνω στο εθνικό ζήτημα.

του Άρη Δ. Τσιούμα

Στα πλαίσια της εργασίας για το μεταπτυχιακό μάθημα του καθηγητή κ. Ι. Χασιώτη «Θέματα Νεότερης Ιστορίας Χερσονήσου του Αίμου», και με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Ν. Σβορώνου «Το ελληνικό έθνος, γέννηση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού» που γράφτηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και εκδόθηκε τελικά το 2004 (εκδόσεις «πόλις») καθώς επίσης λαμβάνοντας υπ’ όψιν το δημόσιο διάλογο που αναπτύχθηκε πάνω στο ζήτημα της γέννησης του έθνους, σε περιοδικά και εφημερίδες, θα επιχειρήσουμε μια σύγκριση μέσω μιας ανατομίας των σχημάτων και των επιχειρημάτων που στηρίζουν τη διαμάχη μεταξύ της εθνοκεντρικής και της μεταμοντέρνας αντίληψης όσο αφορά στην οπτική που καταθέτουν στο ζήτημα της ανάδυσης και της ανάπτυξης του εθνικού φαινομένου.