Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτικά Δοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτικά Δοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

Ο Αγκάμπεν στο Σταθμό Λαρίσης & η απολογία της Κυριαρχίας




Πρόσφατα δημοσιεύτηκαν δύο άρθρα τα οποία, κάτω από μια ορισμένη οπτική, διαπλέκονται μεταξύ τους, πρόκειται για ένα δοκίμιο του Βαγγέλη Μπιτσώρη[1] στα Σύγχρονα Θέματα και ένα συνοπτικό σχόλιο του Αντώνη Λιάκου[2] στην Εφημερίδα των Συντακτών, το μεν πρώτο είναι μια κριτική στον Αγκάμπεν στη βάση των όσων έγραψε πριν μερικές μέρες σχετικά με την πανδημία και το άλλο ένα σχόλιο πάνω στην εξωτικοποίηση της Χούντας. Και τα δύο μου προκάλεσαν ιδιαίτερα ισχυρή εντύπωση, εξίσου αρνητική το μεν και θετική το δε. Θα προσπαθήσω σύντομα να εξηγήσω γιατί. 

Ο Μπιτσώρης, ο οποίος σημειωτέον δεν είναι καθόλου άσχετος με τα φιλοσοφικά σχήματα του Αγκάμπεν, επιχειρεί να στηλιτεύσει τη θέση του ιταλού φιλοσόφου σε σχέση με την ανυπαρξία της πανδημίας και μέχρι εκεί μπορούμε να πούμε ότι παρακολουθούμε τον συλλογισμό. Ωστόσο στην ανάπτυξη των επιχειρημάτων του ο Μπιτσώρης, ο οποίος δεν παραλείπει να εξάρει κατά τα άλλα το συνολικό έργο του φιλοσόφου, βρίσκεται πολύ σύντομα αντί να διαπραγματεύεται κάποια αντίφαση στις θέσεις του Αγκάμπεν να παραδίδει μια εντυπωσιακή απολογία υπέρ του κυρίαρχου συστήματος εξουσίας στη Δύση και ιδιαίτερα της Ευρώπης, εκμηδενίζοντας ή παρανοώντας εξ’ ολοκλήρου τη βάση των φιλοσοφικών εργαλείων που έχει παραδώσει η σκέψη του «μέγιστου» -όπως τον αποκαλεί- φιλοσόφου. 

Πιο συγκεκριμένα θεωρεί «υπερβολικούς αγκαμπενικούς ισχυρισμούς» την καθολίκευση του καθεστώτος του σύγχρονου homo sacer, ενώ εξανίσταται καθ’ ολοκληρίαν όταν σκέπτεται πως αυτές οι «αγκαμπενικές» διδαχές αφορούν ακόμα και τους πολίτες των κοινοβουλευτικών δημοκρατιών. Ας αφήσουμε στην άκρη προς το παρόν το γεγονός ότι ο αρθρογράφος επιλέγει να αγνοήσει πλήρως πώς το καθεστώς απόδοσης ιθαγένειας στις δημοκρατίες, από το οποίο προκύπτει η πολιτική έννοια του πολίτη, αποτελεί κεντρικό πεδίο εφαρμογής της κατάστασης εξαίρεσης και ας δούμε τα βασικά επιχειρήματα του. Το κυριότερο εξ’ αυτών συμπεριλαμβάνεται στην απόφανση του όταν γράφει: «στον δυτικό κόσμο της καπιταλο-κοινοβουλευτικής δημοκρατίας δεν βλέπω καμιά καθολίκευση της ζωής μας ως “γυμνής ζωής”. Δεν είμαστε homines sacri και τουλάχιστον η Ευρώπη δεν είναι Γκουαντάναμο». 
     Είναι τόσο προφανώς επιφανειακή αυτή η πρόταση, ώστε με προβλημάτισε το αν θα είχε οποιαδήποτε αξία να σχολιαστεί, επειδή όμως τα προφανή δέχονται μια ισχυρή πίεση πανταχόθεν τούτους τους καιρούς ας είναι… Σύμφωνα λοιπόν με τον αρθρογράφο (τουλάχιστον) η Ευρώπη δεν είναι Γκουαντάναμο. Αρχικά μπορούμε να σημειώσουμε ότι όχι μόνο η Ευρώπη αλλά ούτε οι ίδιες οι ΗΠΑ, οι οποίες είναι αρμόδιες για τη λειτουργία του, δεν είναι βεβαίως Γκουαντάναμο, ούτε γενικά τίποτε άλλο εκτός από το ίδιο το Γκουαντάναμο δεν είναι Γκουαντάναμο εκτός από όλες τις άλλες αναρίθμητες δομές φυλάκισης και εξαίρεσης που λειτουργούν ανά τον κόσμο ακριβώς με την ίδια λογική, αναπαράγοντας το καθεστώς απογύμνωσης κοινωνικών ομάδων και ατόμων από την ανθρώπινη ιδιότητά τους. 
     Ας δούμε όμως, μήπως υπάρχουν στην Ευρώπη τέτοιες δομές; Μήπως ακόμα και στην ίδια τη χώρα από όπου ο συγγραφέας, ως εξ’ αίματος δικαιούχος, απολαμβάνει τα προνόμια του πολίτη, κατέχοντας ελληνική υπηκοότητα; Μήπως οι κλειστές δομές προσφύγων που λειτούργησαν τυπικά και άτυπα τα προηγούμενα χρόνια, ενώ προετοιμάζεται και η περαιτέρω ανάπτυξή τους σε ξερονήσια εναντίον ανθρώπων που δεν έχουν καταδικαστεί για τίποτε αλλά η ύπαρξη τους είναι de facto παράνομη δεν συνιστά το πιο εκκωφαντικό παράδειγμα εξαίρεσης του φονεύσιμου ατόμου, ως απεκδυόμενου την ιδιότητα του πολίτη; Μήπως το καθεστώς κατά το οποίο παγώνουν οι αιτήσεις για άσυλο δεν αποτελεί μια ξεκάθαρη επέμβαση περαιτέρω εξαίρεσης; Ο συνδυασμός μάλιστα της κατάργησης του ΑΜΚΑ για πρόσφυγες και μετανάστες με το ξέσπασμα της πανδημίας, πως θα χαρακτηρίζονταν; Πως εξηγείται ότι ενώ για τον γενικό πληθυσμό (υπό προϋποθέσεις βέβαια και με σοβαρές εξαιρέσεις) οι κρατικές οδηγίες εν μέσω πανδημίας κάνουν λόγο αυστηρά για «κοινωνική αποστασιοποίηση» στα «κέντρα φιλοξενίας» δεν υπάρχει καμία απολύτως πρόνοια για την επιτυχημένη απομάκρυνση των ανθρώπων μέσω, για παράδειγμα, μέτρων αποσυμφόρησης; 
     Ας λάβουμε τον κόπο να απαντήσουμε εμείς εκ μέρους του αρθρογράφου με βάση το γενικό πνεύμα του δοκιμίου.

Είναι εμφανές πως όταν ο Μπιτσώρης μιλάει για τη ζωή μας στον δυτικό καπιταλισμό εννοεί αποκλειστικά εμάς τους νόμιμους πολίτες του και εξαιρεί όσους απλά βρέθηκαν κρατούμενοι στην από εδώ πλευρά των συνόρων της Ευρώπης-Φρούριο. Ο δοκιμασμένος αναλυτής της «αγκαμπενικής» σκέψης δεν κατορθώνει να αναγνωρίσει ούτε την πλέον προφανή πολιτική εφαρμογή της κεντρικότερης φιλοσοφικής προκείμενης του ινδαλματικού κατά τα άλλα φιλοσόφου. Αλλά κάνοντας μια γενναία παραχώρηση στην πρωτοκοσμική θέαση του Μπιτσώρη, ας αφήσουμε το παράδειγμα των a priori εξαιρούμενων μεταναστών. 
    Στις φυλακές υπάρχουν πολλοί κρατούμενοι που κατέχουν την ιδιότητα του έλληνα πολίτη, αν θέλουμε να μιλήσουμε μόνο για αυτούς, παρόλα αυτά, με μικρή έκπληξη μπορεί να διαπιστώσει κάποιος ότι η μεταχείριση τους είναι πανομοιότυπη με αυτή που επιφυλάσσει το (ευρωπαϊκό-δημοκρατικό) κράτος και στους πρόσφυγες και μετανάστες. Έτσι τουλάχιστον δύο άνθρωποι έχουν πεθάνει κατά την περίοδο της πανδημίας μέσα στις φυλακές, γιατί ουδείς ασχολείται μαζί τους, προεκτείνοντας τη δεδομένη αδιαφορία που υπήρχε για αυτούς και πριν την πανδημία. Ουσιαστικά με το έτσι θέλω επιβάλλεται ένας έμμεσος επανακαθορισμός της ποινής των κρατουμένων, οι οποίοι μετατρέπονται σε δυνητικούς θανατοποινίτες. Εάν μάλιστα επέλθει το μοιραίο ουδείς ευθύνεται για αυτούς. 
    Αλλά ας κάνουμε άλλη μια υπέρβαση κι ας αφήσουμε στην άκρη και τους κρατούμενους των φυλακών. Πρόσφατα, (12 Απρίλη) σύμφωνα με το Έθνος,[3] ως απότοκο της επιλογής της (δημοκρατικότατης) κυβέρνησης της Σουηδίας να υιοθετήσει μια τακτική αντιμετώπισης της πανδημίας με όρους που προσεγγίζουν πολύ το λεγόμενο μοντέλο της «ανοσίας της αγέλης» και τη συνεπαγόμενη πίεση του εθνικού συστήματος υγείας της χώρας, το Εθνικό Συμβούλιο Υγείας και Πρόνοιας της Σουηδίας εκπόνησε κατευθυντήριες γραμμές για τον ορισμό κριτηρίων εισαγωγής στις ΜΕΘ, εφόσον υπάρξει κορεσμός. Σύμφωνα με αυτές, όσοι είναι πάνω από 80 χρονών και νοσήσουν δεν θα πρέπει να γίνονται καθόλου δεκτοί από το ιατρικό προσωπικό στις ΜΕΘ. Προτείνεται επίσης το ίδιο για όσους είναι πάνω από 70 χρονών και παρουσιάζουν «σημαντική ανεπάρκεια οργάνων» σε περισσότερα από ένα όργανα, καθώς και για όσους είναι άνω των 60 χρόνων έχουν ανεπάρκεια σε περισσότερα από δύο όργανα. Συνίσταται επιπλέον ότι άτομα που εντάσσονται σε οποιαδήποτε από αυτές τις κατηγορίες και βρίσκονται ήδη σε εντατική θεραπεία θα πρέπει να απομακρύνονται από τις ΜΕΘ σε περίπτωση που προκύψει μια κατάσταση κρίσης, προκειμένου να δοθεί χώρος στους άλλους με περισσότερες πιθανότητες επιβίωσης. Το ίδιο ισχύει και για όσους εμφανίζουν ανεπάρκεια οργάνων ενώ υποβάλλονται σε θεραπεία σε ΜΕΘ. 
     Ακόμη κι αν δεν έχει εντρυφήσει κάποιος στον φιλοσοφικό κόσμο του Αγκάμπεν είναι μάλλον εύκολο να διαπιστώσει ότι δεν ακούγεται ως μια πολύ συμπεριληπτική πολιτική να μην δέχονται φροντίδα, κατάλευκοι, πρωτοκοσμικοί Άρειοι που κατά πάσα πιθανότητα έχουν πληρώσει με ευλάβεια τις ασφαλιστικές εισφορές τους γιατί κατέχουν τη θανατηφόρα ιδιότητα του γέροντα. Στα καθ’ ημάς ο υπουργός Ανάπτυξης Α. Γεωργιάδης με ύφος χιλίων πιθήκων μας ενημέρωσε σε απευθείας σύνδεση ότι οι μακροχρόνια άνεργοι δεν δικαιούνται οικονομικής υποστήριξης γιατί με το να επιμένουν να διατηρούνται στη ζωή -παρότι άνεργοι καταδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι είναι ικανοί να το κάνουν χωρίς την κρατική βοήθεια, άρα εκπίπτουν.

Τα παραδείγματα θα μπορούσαν να συνεχιστούν αλλά αφενός αυτό το κείμενο θα μεγάλωνε αρκετά αφετέρου η χρήση πιο έμμεσων παραδειγμάτων επιβολής καταστάσεων εξαίρεσης μέσω της ταξικής επιβολής δεν θα βοηθούσαν να γίνει κατανοητό ένα σημείο που δεν έχει ήδη κατανοηθεί από όλα τα παραπάνω. Άλλωστε όλα αυτά, όπως και τα προηγούμενα, ο Μπιτσώρης θα τα ενέτασσε ως περιπτώσεις στην πρόταση που, εν είδη υποσημείωσης, έχει παρεμπιπτόντως προσκολλήσει στο σώμα του κειμένου, αναφέροντας πως: «εννοείται, βεβαίως, ότι η ισότιμη εφαρμογή αυτού του καθολικευμένου κανόνα ως εξαίρεσης για την προστασία της ζωής είναι στην πράξη αδύνατη, γιατί εξακολουθεί να υφίσταται η κοινωνικά μεροληπτική διάκριση και ανισότητα μεταξύ προνομιούχων και μη-προνομιούχων, μεταξύ πλούσιων και πτωχών, μεταξύ ασφαλισμένων και ανασφάλιστων μεταξύ των πολιτών και των προσφύγων, μεταναστών, μεταξύ στεγασμένων και αστέγων». 
    Και αν αναρωτιέστε τι στο διάολο είναι «ο καθολικευμένος κανόνας εξαίρεσης για την προστασία της ζωής», πρόκειται για τα απαραίτητα («μέχρι και στρατιωτικά» κατά Μπιτσώρη) μέτρα που οφείλει να πάρει κάθε κράτος για να διασφαλίσει το δικαίωμα στη ζωή (κάποιων) υπηκόων του. Αυτή η σκέψη μάλιστα προκύπτει από την αντιστροφή του Αγκάμπεν από τον Μπιτσώρη, ο οποίος βλέπει ως φορέα λύτρωσης σε έκτακτες περιστάσεις τη δεσπόζουσα βιοπολιτική! Σε αυτό περίπου το σημείο εντοπίζεται η διάβαση του Ρουβίκωνα από την όχθη του θλιβερού στην όχθη του χυδαίου. Εδώ όχι μόνο παραγνωρίζεται η ίδια η βασική λογική του Αγκάμπεν που οριοθετεί την κυριαρχία ως τη δυνατότητα εφαρμογής της κατάστασης εξαίρεσης, εν προκειμένω του κράτους το οποίο την εφαρμόζει δολοφονικά, αλλά αυτή «φυσικοποιείται» και νομιμοποιείται, καθώς είναι αυτονόητη σε «καπιταλιστικές συνθήκες». Δηλαδή τα αστυνομικά/στρατιωτικά μέτρα που θα παρθούν για να σωθεί ένα κομμάτι του γενικού πληθυσμού μπορούν ταυτόχρονα να είναι τα ίδια που θα εξοντώσουν όσους περισσεύουν, αφού πάντα περίσσευαν έτσι κι αλλιώς. Από «φιλοσοφική» μάλιστα σκοπιά ο ανυπόφορος Μπιτσώρης ονομάζει «καθολικό» το λυτρωτικό σχήμα, εκτός αν εξαιρέσουμε όσους δεν μπορεί να αφορά, έτσι ώστε είναι εν μέρει καθολικό, όπως όλα άλλωστε σε αυτόν τον κόσμο.

Να όμως ποιο είναι το πρόβλημα, η μερική εξαίρεση και όχι η καθολική δεν είναι ίδιον μόνο της αστικής δημοκρατίας σε σχέση με τα αυταρχικά συστήματα. Έχει προφανή σημασία να σημειώσουμε πως σε όλα απολύτως τα συστήματα εξουσίας, ακόμη και στα πιο ολοκληρωτικά υπήρξαν πολιτικές συμπερίληψης μεγάλων πληθυσμών και απόπειρες διεύρυνσης της κοινωνικής συναίνεσης. Μάλιστα κάποια το πέτυχαν ιδιαιτέρως καλά σε ευθεία αναντιστοιχία με την εγκληματική τους φύση. Κορυφαίο παράδειγμα αποτελεί το Τρίτο Ράιχ. Πιστεύει κανείς ότι η πλειοψηφία των εκατομμυρίων Γερμανών πολιτών τέθηκαν σε κατάσταση εξαίρεσης; Αντιθέτως πολλοί από αυτούς συμπεριλήφθηκαν με πολύ πιο πειστικό τρόπο στις κρατικές λειτουργίες και την κοινωνική ζωή. Μόνο μέσω της αναδιανομής πλούτου, ιδιοκτησίας και κοινωνικής θέσης που συντελέστηκε μεταξύ των Εβραίων και των Γερμανών ήδη έχουμε μια πρώτη βάση συμπερίληψης, η οποία συμπληρώνει μαζί με την δεσπόζουσα καταστολή την εξήγηση του φαινομένου της σχεδόν μηδενικής ουσιαστικά αντίστασης στα πεπραγμένα του ναζιστικού μηχανισμού εξόντωσης στο εσωτερικό της χώρας. 
     Αλλά οι απολογητές της καπιταλιστικής κυριαρχίας, όταν μιλούν για καθολική εξαίρεση αναφέρονται στα «δημοκρατικά δικαιώματα», τα οποία όμως πέφτουν σε τρομερή ανυποληψία, όπως έχει δείξει η ιστορία, όταν τίθενται ζητήματα επιβίωσης. Κανείς ασφαλώς δεν είναι προκαταβολικά διατεθειμένος να παραδώσει την ελευθερία έκφρασής του παρά μόνο σε δύο περιπτώσεις: εάν δεν την είχε, έτσι κι αλλιώς, ποτέ ή αν μπορεί να την ανταλλάξει με κάτι που μπορεί να σώσει τη ζωή του εν μέσω μιας καταλυτικής απειλής εναντίον της. 

Οι φιλόσοφοι είναι δυνητικά χρήσιμοι για να προειδοποιούν∙ και αυτό κάνουν σε γενικό βαθμό οι φιλοσοφικές θέσεις του Αγκάμπεν. Ότι σε κανένα οργανωμένο πολιτικό σύστημα άσκησης εξουσίας η κατάσταση εξαίρεσης δεν μπορεί να είναι καθολική είναι προφανές, γιατί αυτή επιβάλλεται από τον κυρίαρχο για να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη αναπαραγωγή των προνομίων των κρατούντων. Το σε ποιό βαθμό θα συμπεριλαμβάνει τους πολίτες έχει να κάνει με την πίεση που δέχεται από τους μη-προνομοιούχους και τη νομοτελειακή προσταγή ότι για να υπάρχουν εξουσιαστές πρέπει να υπάρχουν (ζωντανοί) εξουσιαζόμενοι. Όταν πια είναι ολοφάνερο ότι εξαιρούνται ευρύτατα πλειοψηφικά κοινωνικά κομμάτια τότε η αξία των φιλοσόφων πέφτει και αναβαίνει αυτή των επαναστατών. 

Πως όμως τελικά συνδυάζονται τα δύο κείμενα που αναφέρθηκαν στην εισαγωγή; Επιχειρηματολογώντας σε ένα άλλο σημείο του κειμένου του ο Μπιτσώρης υπέρ της κρίσης του ότι οι αποφάνσεις του Αγκάμπεν περί γενίκευσης της κατάστασης εξαίρεσης είναι «λίαν αφηρημένες» διερωτάται, αν ποτέ στην Ελλάδα μετά τη Μεταπολίτευση είχαμε κατάσταση εξαίρεσης και μάλιστα με διαρκή μέτρα έκτακτης ανάγκης. Αρχικά, ναι είχαμε.  
  Πρόκειται για την πολιτική του ελληνικού κράτους ενάντια στην μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης. Τα διοικητικά και άλλα μέτρα που πήρε εναντίον αυτών των ανθρώπων (ελλήνων πολιτών) η Δικτατορία συνεχίστηκαν κανονικά και στη Μεταπολίτευση. Μέχρι το 1998 παραμένει σε ισχύ το άρθρο 19 του κώδικα ελληνικής ιθαγένειας με βάση το οποίο αφαιρέθηκε καταχρηστικά η ιθαγένεια σε χιλιάδες μειονοτικούς. Επίσης μέχρι το 1981 δεν είχε επιτραπεί η επιστροφή των πολιτικών εξόριστων του Εμφυλίου Πολέμου, ενώ ακόμη και μετά από αυτήν τη χρονολογία δεν επιτράπηκε η επιστροφή των Σλαβομακεδόνων, ως αλλοεθνών. Επιπλέον, ο κώδικας απόδοσης ελληνικής ιθαγένειας μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα υπάγονταν εξολοκλήρου στο δίκαιο του αίματος, (ius sanguinis) εξαιρώντας ουσιαστικά τη δυνατότητα κτήσης ιθαγένειας σε μη-έλληνες το έθνος, ακόμη κι αν είχαν γεννηθεί στη χώρα. Σε ένα άλλο παράδειγμα οι ομοφυλόφιλοι δεν είχαν για πάνω από 40 χρόνια κανένα δικαίωμα θεσμικής αναγνώρισης από το κράτος (δυνατότητα γάμου, μεταβίβασης περιουσίας, υιοθέτησης τέκνων κ.λπ.). Μια μορφή ειδικής συνθήκης διαρκούς εξαίρεσης από την κανονική διαδικασία απονομής δικαιοσύνης θεσπίστηκε επίσης με βάση τους τρομονόμους και ειδικότερα αυτόν που ψηφίστηκε το 2001. Παρατηρούμε λοιπόν ότι όσοι εξαιρούνται στη δημοκρατία είναι λίγο πολύ οι ίδιοι που εξαιρούνται και στις Δικτατορίες (εθνικές μειονότητες, πρόσφυγες και μετανάστες, αλλοεθνείς και αλλόθρησκοι, ενεργοί πολιτικοί αντίπαλοι και ομάδες ευεπίφορες στον κοινωνικό και κρατικό ρατσισμό όπως οι ομοφυλόφιλοι). 

Αυτά αποτελούν κάποια τυπικά παραδείγματα, όμως για την περαιτέρω απόπειρα σύγκρισης των καθεστώτων της Χούντας και της μεταπολιτευτικής Δημοκρατίας, ο Αντώνης Λιάκος στο πρόσφατο άρθρο του «Η εξωτικοποίηση της Δικτατορίας» θέτει μια σειρά ακόμη από παρατηρήσεις, οι οποίες αξίζουν να αναφερθούν, ιδιαίτερα καθώς αποτελούν την οπτική ενός ανθρώπου που αντιστάθηκε έμπρακτα και δυναμικά στη Χούντα, βασανίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο από Έκτακτο Στρατοδικείο. Η προσέγγιση του, πριν από οτιδήποτε άλλο, αποτελεί ένα αγκάθι στα δάχτυλα όσων, επιχειρώντας να τραβήξουν απόλυτες διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στην 23η και την 24η του Ιούλη του 1974, έδειχναν με το δάχτυλο τους βασανισμένους της δικτατορίας για να εδραιώσουν το επιχείρημά τους. Μάλιστα αυτή η αφήγηση τονισμού των διαφορών και της υπογράμμισης του εξωτικού χαρακτήρα της Χούντας γίνεται υποτίθεται προς υπεράσπιση της Δημοκρατίας. Η Δεξιά, κυρίως, αποκομίζει διαχρονικά όφελος από αυτήν την οπτική, θέλοντας να αποποιηθεί τις ευθύνες της για τη διαμόρφωση των απαραίτητων προϋποθέσεων ύπαρξης της Δικτατορίας και συμπληρωματικά πλάι της η καθεστωτική Αριστερά που θέλει να υπερασπιστεί την απόλυτη ταύτισή της με το κυρίαρχο παράδειγμα της αστικής δημοκρατίας, στο πλαίσιο του οποίου ενίοτε τίθεται και ως επικεφαλής. 

Ανάμεσα στα άλλα που αναφέρει ο Λιάκος, ο οποίος αν μη τι άλλο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε «αριστεροχουντικός» ούτε συμμετέχοντας ή συνοδοιπόρος του επαναστατικού κινήματος της Μεταπολίτευσης, είναι ότι θα προτιμούσε χωρίς δισταγμό το κελί του Κορυδαλλού το 1970 από τη Μόρια του 2020. Και η επιλογή δεν είναι καθόλου φιλολογική, καθώς είχε «φιλοξενηθεί» στα κελιά της Δικτατορίας. Ποιο είναι όμως το «σφάλμα» του Λιάκου, το οποίο όπως είδαμε ο Μπιτσώρης το έχει τακτοποιήσει ήδη; Συγκρίνει τον εαυτό του, έναν Έλληνα υπήκοο, με ιθαγένεια και απόλυτα δικαιώματα πολίτη με τους «αυτονόητα» εκτός «καθολικής εξαίρεσης προστασίας της ζωής» (sic) πρόσφυγες και μετανάστες. 
     Οι υπόλοιπες συγκρίσεις άλλωστε για τα ΜΜΕ και τον έλεγχο πάνω τους και το πόσο διαφέρουν τελικά οι συνθήκες μπορούν να αντιμετωπιστούν ως να έχει μολυνθεί και ο Λιάκος από τις αγκαμπενικού τύπου υπερβολές. Οι εξαφανίσεις μαρτύρων σε κρίσιμες υποθέσεις και η διαρκής δικαστική ασυλία που χαίρει συνολικά η κάστα επιχειρηματιών και πολιτικών δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «εξαίρεση» αφού κι αυτή αποτελεί βασικό συντελεστή της δυτικής-καπιταλιστικής λειτουργίας και ειδικότερα της ελληνικής εκδοχής της. Όλα λοιπόν καλώς καμωμένα.

Στο κλείσιμο αυτού του σημειώματος θα πρέπει να ξεκαθαριστεί και το εξής. Η θέση του Αγκάμπεν σε σχέση με την πανδημία με βρίσκει κάθετα αντίθετο, τη θεωρώ τόσο λανθασμένη, ώστε δίνει πάτημα σε αρθρογράφους σαν τον Μπιτσώρη να καταθέτουν τις απολογίες τους υπέρ του συστήματος εκμετάλλευσης και καταπίεσης, ως να ομιλούν εκ βάθρου δικαίου. Ωστόσο το με ποιόν τρόπο είναι λανθασμένη μια σκέψη εξετάζεται υπό το φως του ποιος την κρίνει. 
     Η τάση των φιλοσόφων να εμπεριέχουν συνολικά τα φαινόμενα στο σύστημα σκέψης που έχουν οικοδομήσει, εν προκειμένω φέρνει σε ανοιχτή αντίφαση τον Αγκάμπεν της θεωρίας της «απλής γρίπης» με τον Αγκάμπεν της «Κατάστασης Εξαίρεσης». Όχι όμως για κάποιον από τους λόγους που παρέθεσε ο δοκιμιογράφος, αλλά επειδή τα γραπτά του Αγκάμπεν έχουν αποτελέσει ένα χρήσιμο εργαλείο για τα κοινωνικά κινήματα στην προσπάθειά τους να υπερασπιστούν τον εαυτό τους και τα πληβειακά στρώματα από την επίθεση του κράτους και του κεφαλαίου μέσα στη συνθήκη ενός εντεινόμενου ολοκληρωτισμού. 
     Η θέση του για την πανδημία δυστυχώς δεν προσθέτει εργαλεία αυτή τη στιγμή αλλά αφαιρεί, αποπροσανατολίζοντας από το κεντρικό ζήτημα που παραμένει η υπεράσπιση των πληβείων και γίνεται επικίνδυνη συνδυαζόμενη με τις πολιτικές του φιλελευθερισμού, δηλαδή του υπαρκτού καπιταλισμού, ο οποίος πάντα και για πάντα θα βάζει τα κέρδη πάνω από τους ανθρώπους, γιατί όσο υπάρχουν κέρδη οι άνθρωποι θα πεθαίνουν στη σκιά τους. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι την τωρινή θέση του Αγκάμπεν δεν τη χρησιμοποιούν τα κινήματα, αλλά την περιφέρουν οι νεοναζί σαν θεωρητική επιβεβαίωση των παρανοϊκών τους ισχυρισμών. 

Ο συλλογικός νους των ενεργών κοινωνικών κινημάτων είναι πιο οξυδερκής από οποιονδήποτε φιλόσοφο, εξαιτίας της διαρκούς ώσμωσης των αγωνιστών με τις πραγματικές συνθήκες που πρέπει να αντιμετωπιστούν ως απτά ζητήματα και όχι ως πνευματικές ασκήσεις. Επειδή ζουν την ταξική πάλη ως απαραίτητη καθημερινή διαδρομή μπορούν να ελέγξουν τη χρησιμότητα της σκέψης του καθενός, μπορούν να κρατήσουν τα χρήσιμα και να πετάξουν τα βλαβερά για να συνθέσουν την απελευθερωτική οπτική. Έτσι προχωράει η ιστορία της σκέψης των καταπιεσμένων, κι ο Αγκάμπεν, εν αντιθέσει ασφαλώς με τον Μπιτσώρη, έχει μια θέση δίπλα σε όσους την προώθησαν. 


[1] «Ο Αγκάμπεν και ο κορωνοϊός: Κατάσταση εξαίρεσης και βιοπολιτική». Ο ηλεκτρονικός σύνδεσμος για το άρθρο βρίσκεται εδώ
[2] «Η εξωτικοποίηση της Δικτατορίας». Ο ηλεκτρονικός σύνδεσμος για το άρθρο βρίσκεται εδώ

Σάββατο 11 Απριλίου 2020

Αίμα χαμένο & κερδισμένο | Για τον Π. Κοροβέση

Φέτος έκανε τον πιο ζεστό χειμώνα που θυμάμαι για χρόνια. Ο κόσμος κάθονταν στα τραπεζάκια έξω και στις πλατείες Φλεβάρη μήνα. Ο χειμώνας εκδικήθηκε. Κούρσεψε την Άνοιξη, ο κόσμος στα σπίτια. Κι ύστερα, πρώτα ο Γλέζος κι έπειτα ο Κοροβέσης.

Σκέφτομαι με τον εξής τρόπο. Όπως επαίρεται η Δεξιά με βάση τα μέχρι σήμερα δεδομένα τόσο ο Μανώλης όσο και ο Περικλής ήταν στη "λάθος" πλευρά της Ιστορίας. Το όραμά τους για τον κόσμο, παρά τα βασανιστήρια και τις κακουχίες που αγόγγυστα υπέστησαν ηττήθηκε. Αν μετράμε την Ιστορία με το μέτρο της Νίκης ανήκουν στο στρατόπεδο των ηττημένων.

Κάποτε το αξίωμα της νίκης ως μέτρο της αλήθειας το δέχτηκε ως νομοτέλεια και η Αριστερά. Η σκέψη του Λένιν επικράτησε γιατί νίκησε. Ο Στάλιν κατόπιν συνέχισε να κερδίζει ακάθεκτα. Ο σύντροφος Μάο πήρε τη σκυτάλη του πρωτοπόρου στο στρατόπεδο της Νίκης. Μέχρι που όλα κατέρρευσαν με κρότο...Μέχρι και στις σύγχρονες μας μέρες που όλες οι ιστορίες μοιάζουν με καρικατούρες της παλιάς Ιστορίας, η «νίκη» της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην οποία πίστεψαν και ο Μανώλης και ο Περικλής δεν τους «χώρεσε». Δεν ήταν καμωμένοι για τέτοιες επινίκιες τελετές.

Αν αφήσουμε όμως τη Νίκη στην άκρη ως ενδεχόμενο κι όχι ως το σχοινί που τραβάει την Αλήθεια γυμνή από το πηγάδι αναρωτιόμαστε: ο Γκραβαρίτης άραγε κοντεύει τα 120 ή πέθανε; Ο Τσάλας; Ο Πέτρου; Είχαν παιδιά; Αν είχαν παιδιά, θυμούνται πότε πέθαναν οι πατεράδες τους; Σε κάποιους αυτά τα ονόματα δεν λένε τίποτε. Η Ιστορία δεν τα κατέγραψε με έντονα γράμματα. Ζουν και πεθαίνουν μέσα από τις αφηγήσεις των θυμάτων τους. Τραγική ειρωνεία∙ για τους μόνους από το σινάφι τους που θυμούνται όλοι τον θάνατό τους είναι ο Μάλλιος και ο Μπάμπαλης, τους παρέδωσε στην Ιστορία το οπλισμένο χέρι των "ηττημένων".

Έτσι είναι. Για να επικρατήσουν αυτοί που κυριαρχούν χρειάζονται πολλούς Θεοφιλογιαννάκους, κι ας τους πετάνε μετά στα σκουπίδια. Γιατί η φιλοσοφία της Νίκης θέλει τους ανθρώπους εξαρτήματα, εργαλεία της μιας στιγμής. Κάνουν τη δουλειά τους, βασανίζουν, σκοτώνουν, κακοποιούν μετά χάνονται στη λήθη. Άλλοι, γενικά ανώνυμοι, θα πάρουν τη θέση τους σαν έρθει η ώρα. Σκέφτομαι τέλος, αυτοί, ο Μανώλης, ο Περικλής κι άλλοι χιλιάδες σαν ηττημένοι πως πήγαν τον Άνθρωπο ένα και δυο βήματα ψηλότερα; Πόσο αλλόκοτο ότι το όνομά τους δεν ξεχνιέται τόσο εύκολα όπως τα εφήμερα ονοματεπώνυμα των νικητών.

Δεν παραιτούμαστε από την πίστη στην επικράτηση έναντι των καθαρμάτων που, όπως είπε ο Σάρτρ «πιστεύουν ότι νικούν». Δεν έχουμε ηττηθεί, επειδή ακόμη δεν έχουμε νικήσει.
Χιλιάδες τον αποχαιρετούν κι αγωνίζονται. Ο Κοροβέσης γελά και στον θάνατο. Αυτόν τον νίκησε σίγουρα.


Πέμπτη 2 Απριλίου 2020

Σημειώσεις στην Εποχή του Κορονωϊού | 5+1 Σημειώσεις για την τρέχουσα περίοδο από αναρχική σκοπιά


Ι.

Το μόνο στοιχείο που έχουμε μέχρι σήμερα για να εκτιμήσουμε πόσος χρόνος θα χρειαστεί για την υποχώρηση του ιού, προκύπτει από τη μελέτη των δεδομένων πάνω στην κινέζικη περίπτωση. Στην Κίνα ο ιός εμφανίστηκε τον Δεκέμβρη του 2019 και αφού αναπτύχθηκε γρήγορα υποχώρησε σημαντικά τον Μάρτη του 2020. Το χρονικό διάστημα των τριών μηνών φαίνεται ότι είναι το μικρότερο που μπορούμε να υπολογίζουμε. Θα μπορούσε να είναι μικρότερο, αν θεωρούσαμε ότι η Κίνα αιφνιδιάστηκε, λόγω του ότι ήταν η πρώτη χώρα στην οποία εκδηλώθηκε ο ιός. Αυτή όμως η σκέψη φαίνεται ότι δεν ισχύει, καθώς η Κίνα έχει αφενός μια συσσωρευμένη πείρα αντιμετώπισης κι άλλων μαζικών λοιμώξεων πληθυσμού στο πρόσφατο παρελθόν. Αφετέρου, ακόμη περισσότερο, η Κίνα έχει ένα τελείως διαφορετικό σύστημα διαχείρισης εξαιτίας της διαφορετικής φύσης του κοινωνικού της σχηματισμού. Συγκεκριμένα από το 1949 κι έπειτα, δηλαδή για πάνω από 70 χρόνια, το Κράτος, η διεύθυνση του οποίου ταυτίζεται με το Κομμουνιστικό Κόμμα, δεν αντιμετωπίζει καμία οργανωμένη αντιπολίτευση. Ο συγκεντρωτικός χαρακτήρας του κράτους δίνει τη δυνατότητα στην κυβερνητική διεύθυνση να αθροίζει τις δυνάμεις που χρειάζεται σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, κινητοποιώντας το σύνολο των δυνάμεων που επιθυμεί. Θα θυμάστε όλοι την κατασκευή φαραωνικού νοσοκομείου ειδικού σκοπού σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Επιπλέον ο αυταρχικός χαρακτήρας του επιτρέπει τον πολύ πιο αποτελεσματικό έλεγχο των μετακινήσεων των εργαζομένων και των πολιτών, οι οποίοι, εκτός των άλλων, αποτελούν κατά μεγάλη πλειοψηφία τους υπαλλήλους του. Τέλος, ο συνδυασμός της χρήσης ιδιαίτερα εξελιγμένης τεχνολογίας πάνω σε φτωχούς και ελεγχόμενους πληθυσμούς επιτρέπει τη σχεδόν πανοπτική επιτήρησή τους και την αποτελεσματική διαχείριση τους. Εάν υπολογίσουμε και αυτούς τους παράγοντες τότε το χρονικό διάστημα διευρύνεται κι άλλο.




IΙ.
Στη Δύση των αστικών δημοκρατιών το καπιταλιστικό μοντέλο επιμερίζεται μεταξύ των μεγάλων παραγωγικών μονάδων και του διογκωμένου τριτογενούς τομέα υπηρεσιών. Η ελεύθερη μετακίνηση εμπορευμάτων και ανθρώπων (εκτός αν πρόκειται για περισσευούμενους πρόσφυγες και μετανάστες) θεωρείται όχι μόνο δεδομένη αλλά και απαραίτητη σε μεγάλο βαθμό, καθώς όση κουβέντα κι αν γίνεται για την τηλε-εργασία είναι εμφανές ότι δεν μπορεί κάποιος να ταξιδέψει στην Ιταλία από το σπίτι του. Βασικά δεδομένα της καπιταλιστικής λειτουργίας προσωρινά ανατρέπονται από έναν εξωγενή παράγοντα. Η γνωστή αρχή της προσφοράς-ζήτησης υπόκειται σε νέα δεδομένα. Εάν για παράδειγμα μια αεροπορική εταιρεία ανακοίνωνε αύριο δωρεάν εισιτήρια από Αθήνα με προορισμό τις Κανάριες Νήσους μάλλον κανείς δεν θα γοητευόταν από την προσφορά. Όλοι οι πολιτικοί συνασπισμοί της Δύσης ορέγονται κάποια στοιχεία της Κίνας. Ο δεξιός συνασπισμός ξερογλείφεται σκεπτόμενος το αυταρχικό μοντέλο επιβολής του κράτους πάνω στους εργάτες και τους πολίτες που θα του έδινε τον ολοκληρωτικό έλεγχο. Όμως δεν επιθυμεί καθόλου να επωμιστεί εξολοκλήρου το δημόσιο, μαζικούς τομείς της κοινωνικής πρόνοιας όπως για παράδειγμα την υγεία. Μια «λύση» για αυτόν, αν κριθεί απαραίτητο, είναι η αναστολή των αστικό-δημοκρατικών λειτουργιών, με βάση το Ουγγρικό παράδειγμα, όχι ασφαλώς για να καταπολεμήσει την πανδημία, αλλά την εξέγερση. Από την άλλη πλευρά, ότι έχουμε μάθει να αποκαλούμε Αριστερά, θα επιθυμούσε ένα ισχυρό κράτος που θα συγκέντρωνε στα χέρια του την οικονομία και όλους τους τομείς κοινωνικής πρόνοιας. Δεν μπορεί όμως (ούτε καν το ΚΚΕ) να παραβλέψει ότι αυτές οι προσδοκίες συνοδεύονται από την στυγνή εκμετάλλευση των εργατών και εργατριών από μια διαχωρισμένη ελίτ πολιτικών κομισάριων και διευθυντών με δικαιώματα διαχείρισης κεφαλαίων μονοπωλιακών εταιρικών κολοσσών. Η συζήτηση για την «ανάκαμψη» της κρατικής πρόνοιας και του σοσιαλδημοκρατικού μοντέλου πολύ γρήγορα γίνεται κατανοητή ως το κρατικό σχέδιο διάσωσης του αγοραίου καπιταλισμού. 




ΙΙΙ.

Τα βασικά προβλήματα που δεν επιτρέπουν στις ελίτ σε όλο τον κόσμο να βυθίσουν εξολοκλήρου την κοινωνία σε μια κατάσταση γενικευμένου κοινωνικού κανιβαλισμού χωρίς κανένα σχέδιο υγειονομικής περίθαλψης και φροντίδας είναι αφενός ότι δεν γίνεται να εξοντωθεί μαζικά η παραγωγική κοινωνική βάση, γιατί κάποιος πρέπει να δημιουργεί τα κέρδη τους (τουλάχιστον όσο δεν καταστρέφονται δυσανάλογα και οι ίδιες οι παραγωγικές δομές, όπως συμβαίνει σε περιόδους πολέμου) και αφετέρου, γιατί όπως επίσης συμβαίνει μετά από πολέμους, μια από τις επιλογές των μαζών είναι η επανάσταση εναντίον αυτών που τους εξουσίαζαν μέχρι τότε. Στην πραγματικότητα δεν έχει υπάρξει σύγχρονη, κοινωνικού χαρακτήρα, επανάσταση πριν από το ξέσπασμα της οποίας να μην έχει προηγηθεί κάποιου είδους πολεμική εμπλοκή ή στρατιωτικό πραξικόπημα. Σε σχέση με την προφύλαξη της υγείας των υπηκόων, όπως φάνηκε από κάποιες προτάσεις περί «ανοσίας της αγέλης», εάν υπήρχε μια έγκυρη επιστημονική μελέτη, η οποία θα εγγυόταν ότι οι νεκροί δεν θα ξεπερνούσαν έναν συγκεκριμένο διαχειρίσιμο αριθμό, τότε μάλλον δεν θα φτάναμε ποτέ στο μέτρο της καραντίνας. Σε αυτήν την περίπτωση τα κράτη θα συνέχιζαν απρόσκοπτα την κανονικότητά τους, οι προσπάθειες μετακύλισης της ευθύνης στην κοινωνική βάση με το αφήγημα της ατομικής προστασίας θα ήταν ακόμη πιο έντονες, όπως βέβαια και σταθερές σε συχνότητα οι επικλήσεις στην εθνική ομοψυχία κ.λπ. Αυτή η μελέτη δεν προέκυψε, οπότε η διαχείριση πήρε τον χαρακτήρα που βλέπουμε σήμερα. Αν το κράτος επιβλήθηκε στην αγορά, δεν έγινε γιατί αυτό ήταν η αυτονόητη επιλογή από θέση αρχής, αλλά ακριβώς επειδή η αγορά δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στην κατάσταση. Έτσι πρέπει να γίνουν κατανοητά κι αυτά τα θλιβερά επιδοματικά χαρτζιλίκια που ανακοίνωσε η κυβέρνηση. Είναι απολύτως προφανές στον καθένα ότι, ακόμη και με τα χαρτζιλίκια η απειλή της απόλυτης κατάρρευσης της οικονομίας είναι απολύτως ορατή, χωρίς καν αυτά θα ήταν απλά απολύτως βέβαιη. Ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όσο κι αν είναι απολύτως απαραίτητα τα βοηθήματα για τους εργαζόμενους και τους ανέργους, αυτά προέρχονται από την κρατική τσέπη. Δηλαδή ουσιαστικά από τον ίδιο τον παρακρατημένο κόπο των εργαζομένων, τα οποία δίνονται για να επιστρέψουν στους ιδιοκτήτες των ακινήτων, είτε κατά 60% είτε κατά 100% ως ενοίκια, στους ιδιοκτήτες των supermarket και στις μεγάλες εταιρείες παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών. Μπορεί να σοκάρει η διαπίστωση ότι όχι, δεν έγιναν θιασώτες του Κέυνς ο Άδωνις και ο Κακλαμάνης τώρα στα καλά καθούμενα. Οι χιλιάδες απολύσεις και η καταστροφή της επόμενης μέρας και κυριότερα η διαχείρισή της υπέρ των ελίτ θα πιστοποιήσουν σύντομα την πραγματικότητα όσων γράφουμε σήμερα.




ΙV.
Σε σχέση με τη διαχείριση του αυταρχισμού και του περιορισμού των ατομικών δικαιωμάτων αρκετός λόγος έχει γίνει. Είναι γεγονός ότι η έμφυτη καχυποψία των επαναστατικών σχηματισμών απέναντι στις πάντα εχθρικές κρατικές πολιτικές είναι εύλογο να οξυνθεί μέσα σε ένα πλαίσιο απόλυτων απαγορεύσεων. Ωστόσο στην Ελλάδα το αναρχικό κίνημα είναι γεγονός ότι έχει κάνει πολλά βήματα μπροστά. Κι αυτό το λέμε γιατί φαίνεται ότι ως κριτήριο πρόσληψης της κατάστασης δεν χρησιμοποίησε μια αντιδραστική ελιτίστικη και τελικά μικροαστική στάση απλής αντιστροφής της κρατικής εντολής από «μένουμε σπίτι» σε «βγαίνουμε βόλτες», αλλά στον οργανωμένο πυρήνα του κυριάρχησε μια αντίληψη η οποία, απέχοντας από την τυφλή υπακοή στις κρατικές προσταγές, υιοθέτησε μια συνειδητή στάση ευθύνης απέναντι στο κοινωνικό σύνολο και ιδιαίτερα στις ευπαθείς ομάδες του. Εκκινώντας από αυτή τη βάση μπόρεσε να διαφυλάξει τον πολιτικό του χαρακτήρα, ώστε να αναδείξει έπειτα τις κοινωνικές του αρετές. Η πρώτη έκφραση αυτών αντλεί από το παράδειγμα της κοινωνικής αυτοοργάνωσης και της αλληλοβοήθειας και έγκειται στη διαμόρφωση πολυπληθών οριζόντιων τοπικών ομάδων αλληλοϋποστήριξης, οι οποίες θυμίζουν τις καλύτερες μέρες του δημιουργικού αναρχισμού, με τη σύσταση εκατοντάδων συνελεύσεων γειτονιάς, στα χρόνια της ισχυρής πάλης εναντίον των μνημονιακών πολιτικών. Αυτές οι δομές μαζί με άλλες λειτουργίες αντιπληροφόρησης και την κατάλληλη πολιτική προετοιμασία μπορούν να εμπνεύσουν τα απολύτως απαραίτητα κοινωνικά κινήματα που θα παλέψουν ενάντια στην επικείμενη κρίση και τη νέα προσπάθεια των ελίτ να φορτώσουν και πάλι όλα τα βάρη στην πλάτη της κοινωνικής βάσης. Χρησιμοποιώντας την πείρα των προηγούμενων μαχών θα πρέπει να μιλήσουμε ανοιχτά όχι απλά για τις αντιθέσεις κρατικού/ιδιωτικού και των αποζημιώσεων, αλλά για την ίδια την εγκληματική διάσταση της κρατικής θανατοπολιτικής, της καπιταλιστικής κερδοφορίας και της καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος.




V.
Δεν μπορεί παρά να προβληματίζει η ολοένα και συχνότερη εμφάνιση μιας σειράς ιογενών λοιμώξεων σε μεγάλα τμήματα του παγκόσμιου πληθυσμού. Μόνο τις τελευταίες δύο δεκαετίες η ανθρωπότητα έχει έρθει αντιμέτωπη με ένα πλήθος μεταλλάξεων όπως ο SARS, η γρίπη των πουλερικών και των χοίρων, Η1Ν1 και πιο πριν το σύνδρομο των «τρελών αγελάδων» που συνδέθηκε με την ασθένεια Κρόιτσφελντ-Γιάκομπς. Είναι γεγονός ότι, πέρα από την οποιαδήποτε φυσική τυχαιότητα στην εκδήλωση ενός τέτοιου θανάσιμου ιού, έχει υπογραμμιστεί, και μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις ρητά, ο ρόλος που παίζει η παρέμβαση και η ανατροπή φυσικών διαδικασιών από τη βιομηχανία εκτροφής ζώων, για παράδειγμα μέσω του εξαναγκαστικού σιτισμού χορτοφάγων ζώων με ζωικά παράγωγα, με στόχο την ποσοτική μεγέθυνση της παραγωγής βρώσιμου κρέατος και την ταυτόχρονη αύξηση του εταιρικού κέρδους μέσω της μείωσης του κόστους εκτροφής των σφαγίων. Παρόμοιας λογικής διαδικασίες επιτελούνται και στη φυτική παραγωγή με τη χρήση χημικών ουσιών για να ονομάσουμε μόνο δύο από τις πολύ γνωστές παθογένειες της παραγωγής τροφίμων. Αν τα τελευταία χρόνια έχουμε γίνει μάρτυρες της απόπειρας των ελίτ να παραδώσουν την υγεία εξολοκλήρου στην ιδιωτική σφαίρα, ώστε να εμπίπτει στους γενικούς κανόνες κερδοφορίας, ας μην ξεχνάμε ότι αυτό έχει συντελεστεί εδώ και χρόνια στη διατροφή, αλλά και γενικότερα στην παραγωγή, όπου οι κοινωνίες δεν έχουν πια κανέναν λόγο πάνω στα κρίσιμα ερωτήματα τι, γιατί και για ποιόν. 




1.      
     Από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης το 2009, όταν φάνηκε πως ο καπιταλιστικός κόσμος έχει να αντιμετωπίσει προβλήματα που αφορούν στην ίδια την αναπαραγωγή του, και μάλιστα στην Ελλάδα σημαντικότερα λόγω της πτώχευσης του κράτους, η διαδικασία εσωτερικής στρατιωτικοποίησης των δυτικών κοινωνιών με βασικό σώμα την αναβαθμισμένη επιχειρησιακά αστυνομία έχει πάρει έναν πολύ πιο έντονο χαρακτήρα. Σχεδόν όλα τα κοινωνικά προβλήματα αντιμετωπίζονται με την παρέμβαση ή τουλάχιστον με την παρουσία της αστυνομίας. Ο τόσο λαοπρόβλητος "διάλογος" που αποτελεί τάχα τη ραχοκοκαλιά των δημοκρατιών δεν διενεργείται, ούτε πλασματικά πια, σε κανένα ουσιώδες κοινωνικό επίπεδο. Ο πολίτης έχει συνηθίσει πέρα από οτιδήποτε άλλο την παρουσία των ΜΑΤ σε οποιαδήποτε περίπτωση (Εξάρχεια, ΑΣΟΕΕ, Πανεπιστήμια, Μυτιλήνη-Χίος, Έβρος κ.λπ.) μέχρι που φτάσαμε στον απόλυτο παραλογισμό να εμφανίζονται δημοσιεύματα με τίτλο «35 περιπολικά  ρίχνονται στη μάχη κατά του κορωνοϊού»! Σε συνάρτηση με τη διαρκή χρήση εμπόλεμης ορολογίας διαμορφώνεται ένα άκρως απειλητικό περιβάλλον για τις κοινωνικές κατακτήσεις και αντιστάσεις. Χωρίς να το καταλάβουμε καν, σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, μέσα σε μόλις 10 μήνες η χώρα συμμετείχε σε δύο πολέμους, έναν εναντίον των προσφύγων και μεταναστών που συγκεντρώθηκαν στα σύνορα προσπαθώντας να βρουν διέξοδο από τον (πραγματικό) πόλεμο και τη λυσσώδη φτώχεια και έναν ακόμη εναντίον του Covid-19. Οι πόλεμοι όμως δεν είναι λεκτικοί βερμπαλισμοί είναι δυστυχία με πολλά θύματα, κι αν στην περίπτωση των μεταναστών και των προσφύγων είναι εμφανές ποιος κερδίζει και ποιοι είναι τα θύματα, στον πόλεμο κατά του ιού δεν είναι καθόλου σίγουρο πόσα θα είναι τα θύματα, όχι μόνο της λοίμωξης, αλλά κυρίως της καπιταλιστικής πανούκλας που θα ακολουθήσει. Όταν η «εθνική ομοψυχία» κωδικοποιηθεί σε εκκλήσεις να "βάλουν πλάτη" οι εργαζόμενοι, και οι «ήρωες» αστυνομικοί του προηγούμενου πολέμου (κατά των κατατρεγμένων) επιδοθούν εκ νέου στο βασικό καθήκον τους να προστατέψουν τα αφεντικά από τους οργισμένους πληβείους με τα ΜΜΕ να τους χειροκροτούν από τα τηλεοπτικά τους μπαλκόνια θα φανεί που αποσκοπούσε όλη αυτή η πολεμοκάπηλη ορολογία: στη νίκη των αφεντικών στον ταξικό πόλεμο που μαίνεται. 




Καμιά εμπιστοσύνη στο κράτος και τη διαχείριση της κρίσης. Συμμετέχουμε σε ομάδες αλληλοβοήθειας, απλώνουμε την κοινωνική αυτοοργάνωση. Διαφυλάσσουμε την οργή μας απέναντι στην ελίτ και τα αφεντικά. Αν εμπιστευόμαστε κάποιον λιγότερο και από την ίδια την αστυνομία είναι τους δημοσιογράφους. Είναι ομοίως αδίστακτοι. Και προς Θεού μην ακούτε τους παπάδες και τη Σύνοδο είναι μεγαλύτερα καθάρματα κι από τους υπόλοιπους επιχειρηματίες! Από το λαό για τον λαό. Μόνο έτσι Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΘΑ ΝΙΚΗΣΕΙ. 





1 Απρίλη 2020



Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018

Αυτοί τουλάχιστον ηττήθηκαν στον δικό τους πόλεμο! (Λίγα λόγια για το "Μέσα στην Ομίχλη" του Abel Paz)


Μέσα στην ομίχλη, ελευθεριακές εκδ-
όσεις ναυτίλος, Δεκέμβρης 2016
Αυτοί τουλάχιστον ηττήθηκαν στον δικό τους πόλεμο˙ και μόνο έτσι μπορούμε να σκεφτούμε τους ισπανούς πρόσφυγες, ως χαρούμενους ανθρώπους, μέσα στις τρομερές κακουχίες που έζησαν. Ο πόλεμός μας, είναι μια φράση που χρησιμοποιεί συχνά ο Abel Paz, επίσης είναι μια φράση που δύσκολα μπορούν να χρησιμοποιήσουν πολλοί ακόμη, από τα μιλιούνια των εκπατρισμένων προσφύγων. Συνήθως ο πόλεμος που τους δείχνει τον δρόμο της φυγής δεν είναι δικός τους, αυτοί είναι οι υπομένοντες τα παιχνίδια εξουσίας των μεγάλων και μικρότερων παικτών. Το βιβλίο αυτό όμως, το τρίτο από τη σειρά των τεσσάρων τόμων μέσα από τους οποίους ο συγγραφέας μοιράζεται τις αναμνήσεις του, δεν είναι για τον πόλεμο˙ ο πόλεμος –τουλάχιστον αυτός με τα όπλα- έχει τελειώσει προς ώρας, η ελπίδα για έναν άλλο κόσμο, ισότητας κι ελευθερίας, έχει ηττηθεί προσωρινά, κι αρχίζει ένας καινούργιος πόλεμος, μια άλλη ζωή που μοιάζει με μια ανυπόφορη επιβίωση, ενάντια στην οποία αγωνίστηκε μέχρι ενός ο λαός της Ισπανίας, ο αναρχικός ανθός. 

Η μοίρα των ηττημένων που δεν έπεσαν στη μάχη είναι πάντα η ίδια, η μοίρα του πρόσφυγα είναι κοινή: στρατόπεδα συγκέντρωσης, βλέμματα πίσω από σύρματα, διάχυτος ρατσισμός, μπλόκα μπάτσων, ένστολος τρόμος, πόνος, δυστυχία, μιζέρια και θάνατος. Στην περίπτωση των Ισπανών προσφύγων του εμφυλίου η μοίρα σφραγίζεται από μια έννοια: εκδίκηση. Η εκδίκηση της συντηρητικής Ισπανίας, της Ιεράς εξέτασης των ηγουμένων, της Guardia Civil, των στρατοκρατών, η εκδίκηση της προοδευτικής Γαλλίας, των σοσιαλιστών του Λέον Μπλούμ, η εκδίκηση των αστών δημοκρατών του Συμφώνου της Μη Επέμβασης, η εκδίκηση των ναζιστών της ‘Λεγεώνας Κόνδορ’ και των φασιστικών ταγμάτων του Μουσολίνι, η εκδίκηση των σταλινικών της GPU και των μονάδων του Λίστερ, η εκδίκηση των αφεντικών της Canadiense, της Telefonica κι όλων των αφεντικών του κόσμου, η εκδίκηση των γαιοκτημόνων. Αυτοί ήταν οι εχθροί του αναρχικού λαϊκού ξεσηκωμού που πυροδότησε το μεγαλύτερο κοινωνικό πείραμα της ανθρώπινης ιστορίας, μιας ιστορίας των καταπιεσμένων, που είναι το αντίθετο της κυρίαρχης ιστορίας, δηλαδή το αντίθετο ενός χρονολόγιου φονιάδων.

Με μόνους συμμάχους τους, την αλληλεγγύη, τον αλληλοσεβασμό, τη συνεργασία και τη συντροφικότητα κατόρθωσαν οι άνθρωποι αυτοί να σταθούν στην τρομερή εξορία. Όπως φυσικά και η αναλλοίωτη πίστη τους στον άνθρωπο, άλλωστε τι είναι ο αναρχισμός, αν όχι η πολιτικοποιημένη έκφραση της πίστης στην ανθρώπινη δυνατότητα; Ταυτόχρονα, όπως αναφέρει ο Paz, η πίστη στον εαυτό τους, τους κράτησε ζωντανούς και ενωμένους, μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στα τάγματα εργασίας, στο κυνηγητό. 

Αρκετά έχουν γραφτεί για τον πόλεμο, την επανάσταση ακόμη και για την αντίσταση στον Φράνκο, τι έγιναν όμως όλοι αυτοί οι άνθρωποι μετά τη μεγάλη έξοδο; Ο Abel Paz περιγράφει με μια γλώσσα που σε κάνει να γελάς, ενώ διηγείται μια φριχτή κατάσταση μισανθρωπισμού. Είναι η γλώσσα που καταφάσκοντας με πείσμα στη ζωή κοροϊδεύει τον πανταχού παρόντα θάνατο. Είναι κι αυτό τόσο σπουδαίο, αν αναλογιστούμε ότι αυτές οι αναμνήσεις, διαλεγμένες και αναφερόμενες σε συμβάντα 80 χρόνια πριν στα Πυρηναία, τη Βαρκελώνη και τη Μασσαλία, μπορούν εύκολα να μπουν στα χείλη ενός πρόσφυγα που περιγράφει εικόνες θανάτου στον Έβρο, το Αιγαίο, την Ειδομένη, τα Διαβατά. 

Ταυτόχρονα όμως, οι αναφορές στον αγώνα, την αλληλεγγύη και τη χαρά που έμεινε άθαφτη, που δεν πνίγηκε στα εκτελεστικά αποσπάσματα του φασισμού και δεν εξουθενώθηκε στα τάγματα εργασίας της Δημοκρατίας και πάλι θα μπορούσαν να μπουν στα χείλη ενός μετανάστη, ο οποίος θα περιέγραφε εικόνες από το Ορφανοτροφείο, τη Νοταρά, το Σχολείο…

Και η μνήμη σταθερά σαν πυξίδα προϋποθέτει νέους αγώνες, δίνει κατεύθυνση σε έναν δρόμο άσωτο, που ανοίγει περπατώντας.


Του Άρη Τσιούμα, 
όπως δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος 
της Αναρχικής Πολιτικής Επιθεώρησης 
"ΜΑΥΡΟ & ΚΟΚΚΙΝΟ" (Δεκέμβρης 2017)





Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2018

Υπερασπίζοντας τον Αναρχισμό [Μαύρο & Κόκκινο #1 | Δεκέμβρης 2017]



Υπερασπίζοντας τον αναρχισμό
του Άρη Τσιούμα



«…είμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας
γιατί ό,τι και αν επιδιώξουμε 
δεν είναι δυνατόν να πούμε όχι να πούμε ναι
χωρίς το μέλλον του προορισμού μας…»

«Κλωστήριον νυκτερινής ανάπαυλας»
Υψικάμινος, Ανδρέας Εμπειρίκος (1935)


Αποτελεί βασική υπόθεση να κατανοηθεί η μεταμοντέρνα σκέψη ως παράγωγο της ήττας των επαναστατικών κινημάτων. Εδώ επιχειρούμε, χρησιμοποιώντας -όσο είναι αυτό δυνατό- τα εργαλεία και τις κατηγορίες του μεταμοντέρνου, ούτως ώστε να επιχειρήσουμε ένα περίγραμμα αποσυγκρότησης της αποδομητικής του αντίληψης. Αφενός μας ενδιαφέρει να σταθούμε αναλυτικά απέναντι στη μεγαλύτερη αποτυχία της μεταμοντέρνας ρητορικής, αυτή που όταν θεωρείται δικαιωμένη αποτελεί τη βάση από την οποία εκκινούν οι θέσεις του σύγχρονου ολοκληρωτισμού: την υποτιθέμενη άρνηση των επονομαζόμενων μεγάλων αφηγήσεων. Οι μεγάλες αφηγήσεις δεν συγκροτούνται a priori από την κοινωνική βάση, απλά γιατί δεν έχουν τη δυνατότητα να το κάνουν· ως συλλογικές κατευθύνσεις, ως συναρθρώσεις ατομικών πολιτισμικών κεφαλαίων, συμπεριφορών και επιθυμιών, όπως επίσης και τρόπων εκπλήρωσης αναγκών, οι πεποιθήσεις αυτές λειτουργούν ως τρόποι συμβολισμού όλων των παραπάνω, δίχως όμως να εκλαμβάνονται από το κοινωνικό σώμα ως «μεγάλα σχέδια» και μαγικές επιτελέσεις. Αυτή η μετατροπή προκύπτει μόνο μετά την παρέμβαση της διαχωρισμένης εξουσίας, η οποία συγκεντρώνει όψεις αυτών των συμβολισμών, δαιμονοποιώντας τους, ώστε να νομιμοποιήσει κοινωνικά την υπεράσπιση των δικών της ξεχωριστών συμφερόντων. Προκύπτει δηλαδή, μόνο όταν η εξουσία καταφέρνει να αναιρέσει το ουσιαστικότερο στοιχείο αυτών των φαντασιακών σημαινομένων: την αυτονομία τους.

Στη ζωή των ανθρώπων, στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας, δεν υπάρχουν «μεγάλες αφηγήσεις», καθώς η πραγματικά μεγάλη –και συνάμα σύντομη- αφήγηση είναι η ίδια η ζωή. Οι κοινωνικές σχέσεις, οι ενώσεις, η τεκνοποιία ή τεκνοθεσία, η κοινότητα της οικογένειας και ο ρυθμός της κοινωνικής ζωής, ο καθημερινός βίος, η εργασία, η διασκέδαση, οι χαρές και οι λύπες αποτελούν το ψηφιδωτό, στη σύνθεση του οποίου, το όραμα για μια καλύτερη ζωή δεν είναι παρά μερικές ακόμη ψηφίδες. Η εσχατολογία για έναν καλύτερο κόσμο, ως ψευδή ελπίδα, αν υποθέσουμε πως υπάρχει, δεν καταλαμβάνει σίγουρα τη θέση του «πραγματικά μεγάλου», του συμβάντος ή της ολιστικής υπόθεσης που επικαθορίζει με όρους υποταγής ολόκληρο τον καμβά της κοινωνικής ζωής. 

Η μεγάλη αφήγηση λοιπόν, δεν προϋπάρχει μέσα στην κοινωνική ζωή και στις πολιτικές δράσεις ανυπακοής των καταπιεσμένων, αλλά κατασκευάζεται ως έννοια με αρνητικό πρόσημο για να τις περιγράψει. Η υιοθέτηση δε αυτής της προσέγγισης αποτελεί το πρώτο βήμα, ώστε να επιτραπεί η απρόσκοπτη αναπαραγωγή της κυριαρχίας σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας. Η διαδικασία αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας, περνάει αναπόδραστα μέσα από την «αθώωση» των εξουσιαστικών εγκλημάτων, με πρόσχημα την αποτροπή ενδεχόμενα φριχτότερων που προϋποθέτουν οι συμβολισμοί αντίστασης, αφού αυτοί ταξινομούνται από την κυριαρχία ως πρελούδια ολοκληρωτικών καθεστώτων, δηλαδή ως προζύμια μαζικών εγκλημάτων. Με λίγα λόγια, έμμεσα αποποιούμαστε την επαναστατική δράση ενάντια στον παρόντα κρατικο-καπιταλιστικό ολοκληρωτισμό, στο όνομα της αποφυγής κάποιου άλλου δυνητικά εφαρμόσιμου από τους ιδεολόγους πληβείους. Η μεταστροφή ολοκληρώνεται, αφού η ενοχή της εξουσίας μεταφέρεται στους εξουσιαζόμενους. Είναι το φιλοσοφικό προκάλυμμα του «μαζί τα φάγαμε», και μάλιστα με την επωδό ότι «φταίτε εσείς, οι φτωχοί, γι’ αυτό». 

Θα μπορούσε κάποιος να φέρει ένα αντεπιχείρημα στην παραπάνω θέση. Το ότι οι μεγάλες αφηγήσεις δεν εκκινούν, δεν αναπαράγονται και δεν μαγεύουν τα μυαλά των ανθρώπων της κοινωνικής βάσης έχει να κάνει με το ότι αυτοί δεν είναι επαναστάτες. Αντιθέτως, όμως, όσο αφορά τους επαναστάτες, αυτοί σίγουρα διαθέτουν μια μεγάλη αφήγηση, έναν απώτερο στόχο, μια τελική λύση… Κι όμως! Αξίζει να δούμε κι αυτή την προσέγγιση αναλυτικότερα. Αφενός, αυτή η συλλογιστική μας εισάγει απευθείας στο ζήτημα της επαναστατικής θεωρίας, άρα της ιδεολογίας˙ αυτής της έννοιας που αποτελεί το ιερό των μεγάλων αφηγήσεων, δηλαδή όλων των επάρατων –ισμών. 

Αρχικά, για να έχει νόημα αυτό το μικρό δοκίμιο, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάποιες έννοιες, ξεκινώντας από την επανάσταση. Από την αναφώνηση του Λα Ροσφουκώ-Λιανκούρ “c’ est une revolution”, (Άρεντ:2005, 43) τη νύχτα της πτώσης της Βαστίλης, γνωρίζουμε ότι για να μιλάμε για επανάσταση θα πρέπει να αναγνωρίζουμε το κριτήριο του αμετάκλητου, το ίδιο που αναγνώρισε και ο αγγελιοφόρος του Λουδοβίκου. Δεδομένου όμως ότι οι αστοί αποκαθήλωσαν τότε τον θεό για μια κοσμική νομιμοποίηση, και ο Λένιν ανέτρεψε τον τσάρο για να αποδείξει ότι η δικτατορία μπορεί να κληρονομηθεί δίχως οικογενειακή ακολουθία, το μόνο αμετάκλητο που δεν έχει επιτελεστεί είναι η απονέκρωση της εξουσίας, έναντι της αντικατάστασής της, δηλαδή η ίδια η κοινωνική επανάσταση. Ποιος όμως επιθυμεί και εργάζεται για την υπόθεση της κοινωνικής επανάστασης;

Ιδεολογικά συστατικά

«Τα μέσα δεν μπορούν να αντιφάσκουν με τους σκοπούς», δήλωνε το 1924 ο Ερρίκο Μαλατέστα, έτσι αποκαλύπτεται ότι, κανένα θεωρητικό σχήμα που δεν ταυτίζει τα μέσα με τους σκοπούς του, δεν έχει νόημα να επικαλείται κάποιες ιδεολογικές αρχές, να θεωρεί ότι συγκροτεί μια ιδεολογία, αφού καμιά αρχή δεν τηρείται εφόσον αποτελεί εμπόδιο για τη χρήση των πλέον αντίθετων μέσων ως προς τον θετικά προσδιοριζόμενο σκοπό. Έτσι αντί για σύνολα αξιών, έχουμε απλά αθροίσματα τακτικών για την αποτελεσματικότερη επίτευξη του στόχου: την κατάληψη της εξουσίας. Και αυτή ακριβώς η διαδικασία αποτελεί το κοινό νήμα όλων των παρατάξεων, από τους λενινιστές και τους σοσιαλδημοκράτες, τους φιλελεύθερους και τους ρεπουμπλικάνους, μέχρι τους ακροδεξιούς και τους ναζιστές, αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία συγκροτείται ότι έχουμε μάθει να αποκαλούμε πολιτική[1]

Άρα μπορούμε να συμπεράνουμε ότι δεν χρειάζονται οργανωμένες ιδεολογικές αρχές για να παραχθεί και να αναπαραχθεί το πλαίσιο ανισότητας και εκμετάλλευσης που συνιστούν όλα τα συστήματα διοίκησης που δεν προκύπτουν από την κοινωνική αυτοδιεύθυνση. Μάλλον το αντίθετο. Αυτό ωστόσο δεν εμπόδισε όλες τις εξουσιαστικές φατρίες να υπόσχονται ένα καλύτερο μέλλον στις μάζες. Είναι λογικό άλλωστε, είναι το κεφάλαιο που επενδύουν, ώστε να το εξαργυρώσουν με την διεύρυνση της εθελοδουλίας και της καταπίεσης των υπηκόων που παραχωρούν τη θέλησή τους στον εκάστοτε σωτήρα. Είναι επίσης λογική απάτη, αφού εδράζεται –όπως άλλωστε και η θρησκεία για αιώνες- στους φυσικούς φόβους του ανθρώπου, απέναντι στο μόνο διαταξικά και οικουμενικά αμετάκλητο συμβάν του θανάτου. 

Δεδομένου ότι όλοι ασφαλώς κάποια μέρα θα πεθάνουμε, ελπίζουμε ότι από τη μέρα που ατενίζουμε τις επόμενες, το μέλλον θα πρέπει να είναι καλύτερο. Είναι μια αντιστροφή παντελώς ιδεαλιστική, απολύτως απαραίτητη όμως, εάν θέλουμε να αποφύγουμε την ψυχολογική αντίφαση που δημιουργείται από το γεγονός ότι κάθε μέρα που περνάει μας φέρνει πιο κοντά στην ανυπαρξία. Ωστόσο είναι εξίσου αληθές ότι πεθαίνουμε μόνο μια μέρα και όλες τις υπόλοιπες ζούμε, οπότε το δεύτερο σημείο που μπορούμε να ονομάσουμε πολιτικό με ευρύτερα χαρακτηριστικά έχει να κάνει με το πώς θα διαχειριστούμε αυτές τις μέρες. 

Όλοι οι πολιτικοί, λοιπόν, εκκοσμικεύουν τον ανθρώπινο φόβο, δηλώνοντας έτοιμοι να φέρουν την ευτυχία. Ακόμη και οι εξουσιαστικές αυτές τάσεις που δεν έχουν πρόβλημα να επικαλεστούν ανοιχτά τη γενοκτονία ως προϋπόθεση της ευτυχίας δεν παραλείπουν να αναφερθούν σε ένα καλύτερο μέλλον, ο ίδιος ο ναζισμός μέσα από τα παρανοϊκά σχήματα των Τσάμπερλεν και Ρόζενμπεργκ, ομνύει έναν νέο πολιτισμό και έναν καινούργιο άνθρωπο. Αυτά τα φληναφήματα ωστόσο δεν θα είχαν ασφαλώς κανένα ιδιαίτερο νόημα, αν δεν κατόρθωναν σε κάποιο ιστορικό σημείο να ορίζουν τις μικρές αφηγήσεις των ανθρώπων της κοινωνικής βάσης. Γι’ αυτό όλα τα συστήματα εξουσίας, είτε ο εθνικοσοσιαλισμός και ο φασισμός, είτε ο σταλινισμός, είτε ακόμα ο καπιταλιστικός ολοκληρωτισμός, φρόντισαν να δημιουργήσουν, -όχι χωρίς σοβαρές διαφορές στο περιεχόμενο και, κυρίως, τον τρόπο επιβολής τους- κοινωνικές διαδικασίες πανοπτικού ελέγχου της ανθρώπινης δραστηριότητας. Το ναζιστικό ρητό, «από τα σπάργανα στα σάβανα» εμπεριέχει όλες τις ενδιάμεσες κοινωνικές θεσμίσεις που εγγυώνται την απρόσκοπτη λειτουργία της καταπίεσης, της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας: το σχολείο, η νεολαία, το πανεπιστήμιο, η οργάνωση εργασίας, το κόμμα και κυριότερο όλων το εθνικό κράτος, και γι’ αυτό ακριβώς, είναι υιοθετήσιμο από όλες τις εκδοχές άσκησης εξουσίας επί της κοινωνίας. Σε αδρές γραμμές, όλοι οι βασικοί τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας ελέγχονται πλήρως από το κράτος και τους ισχυρούς, οι οποίοι ασκούν πλέον τη δικτατορία τους, στη βάση της εδραίωσης της κυρίαρχης ιδεολογίας: «τίποτε δεν υπάρχει που να μπορεί να υποσχεθεί κάτι καλύτερο» ή ακόμα πιο ολιστικά «τίποτα δεν θα μπορέσει να υπάρξει ποτέ που να υποσχεθεί κάτι καλύτερο.»

Ο «θρίαμβος» της αστικής «δημοκρατίας», απέναντι σε άλλες εξουσιαστικές προτάσεις επιβολής έγκειται απλά στην τέχνη της εκλέπτυνσης των μέσων της σφαγής, με σημαντικότερες την εξαίρεση από την οικονομική αυτάρκεια και την απογύμνωση των υποκειμένων από τις νομικές προϋποθέσεις για την αναγνώριση της ύπαρξής τους. Η εξαίρεση, άλλωστε είναι κοινή προϋπόθεση για την ύπαρξη οποιουδήποτε συστήματος ετερονομίας, καθώς αποτελεί την απτή πράξη της εξουσίας, την αμετάκλητη επικύρωση της επιβολής της. Ασκείται, με διαφορετική ένταση, σύμφωνα με τη φύση, την ιστορία και την κατεύθυνση του εκάστοτε καθεστώτος στα πεδία της οικονομίας, της πολιτικής και της κοινωνικής διαμεσολάβησης. Συμπεραίνουμε λοιπόν, ότι η μόνη μεγάλη αφήγηση που υπάρχει στην πραγματικότητα είναι η ζωή για τους αποκλεισμένους και η εξουσία για τους κρατούντες. Η επίθεση δε που έχουν εξαπολύσει οι θεωρητικοί του σύγχρονου ολοκληρωτισμού απέναντι στο σύστημα αξιών των επαναστατικών πληβειακών στρωμάτων, αναφέροντάς τες ως μεγάλες αφηγήσεις δεν προκύπτει από πουθενά αλλού πέρα από την πρόθεση να αναδειχθεί η τωρινή πραγματικότητα, ως η μοναδική –και καλύτερη- που μπορεί να υπάρξει. Η τωρινή εξουσία είναι η μόνη αφήγηση. Πάντοτε ήταν. 

Άλλωστε, αν ο εθνικοσοσιαλισμός έθρεψε την αντεπανάσταση με τις μαζικές εκκαθαρίσεις και ο σταλινισμός με την πειθάρχηση και την εκτόπιση, ο ύστερος καπιταλισμός επέδειξε στοιχειώδη ευφυΐα, κατανοώντας ότι μετά από όλο αυτό το λουτρό αίματος του 20ου αιώνα -μέσα στο οποίο πνίγηκαν οι χειραφετικές προτάσεις των καταπιεσμένων- στο οποίο φυσικά ο ίδιος πρωταγωνίστησε, βασική δεξαμενή της αντεπανάστασης απέμεινε η συνήθεια του υπάρχοντος, η επιμήκυνση του παροντισμού σε παρελθόν και μέλλον.

Αφού λοιπόν το καπιταλιστικό παράδειγμα χάραξε μια σοβαρή ανακατεύθυνση της πορείας του (επινοώντας τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση) τη δεκαετία του ’70 στη βάση της εξάντλησης αφενός της μεταπολεμικής δυναμικής των κοινωνικών αγώνων, αλλά και αφετέρου της αντίστοιχης του σοβιετικού συστήματος, όταν η Σοβιετική Ένωση έμπαινε στην μπρεζνιεφική περίοδο της αδράνειας, ήρθε το 1989 για να «δικαιώσει» ιστορικά το καπιταλιστικό αφήγημα εις βάρος του υπαρκτού σοσιαλισμού. Η διαδικασία αναίρεσης των ρητορικών υποσχέσεων του καπιταλισμού για έναν καλύτερο κόσμο, με βασικότερη προμετωπίδα μια ψευδεπίγραφη «ελευθερία» έναντι μιας κίβδηλης «ισότητας» που είχε ήδη ξεκινήσει από το ’70 έβρισκε στα ερείπια του τείχους του Βερολίνου τη φυσική της εδραίωση˙ η νέα αφήγηση δεν είχε ανάγκη υποσχέσεις, που έτσι κι αλλιώς κανείς δεν θέλει να τηρήσει, αλλά την επένδυση στο πρόσκαιρο συμπέρασμα των ιστορικών συγκυριών, ότι για τις σύγχρονες κοινωνίες δεν υπάρχει καμία άλλη εναλλακτική πέρα από τον νικηφόρο καπιταλισμό και την εκδοχή του για τη δημοκρατία. 

Αν και το σοκ που προκάλεσε η κατάρρευση του ’90-’91 στον κόσμο της αριστεράς σε παγκόσμιο επίπεδο είναι αναμφίβολο, ωστόσο η αίσθηση ότι ήταν ήδη πολύ αργά για δάκρυα κατέστησε αναντοίστιχα σύντομα τη Ρώσικη εκδοχή του κρατικού σοσιαλισμού μια πικρή ανάμνηση ήττας. Η αναρχική σκέψη απαρνούμενη όλες τις νομοτελειακές αφηγήσεις δεν συγκρότησε τη δυναμική της και τη φιλοσοφία της γύρω από την ανατροφοδότηση της νίκης. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να αναγνωρίσει ως δική της οποιαδήποτε ήττα. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης είναι μια ιδεοτυπική περίπτωση: οι αναρχικοί έχοντας κάνει συνολική φιλοσοφική, ιδεολογική, πολιτική και κοινωνική κριτική στο κρατικό-σοσιαλιστικό οικοδόμημα σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να ταυτιστούν με την αποτυχία του. Κι όμως, όσοι κοίταξαν στα ερείπια της Κόκκινης Αυτοκρατορίας με απογοήτευση αναγνώρισαν εγκλωβισμένη την ίδια την αφήγηση της επανάστασης, ακόμη κι αν όλοι συμφωνούσαν ότι προϋπόθεση απελευθέρωσής της ήταν αυτή ακριβώς η διάλυση του δεσποτικού κρατισμού των Ανατολικών χωρών. Όλες οι προηγούμενες κουβέντες για «αλλαγή του εαυτού» ως επαναστατικής προϋπόθεσης, όλες οι εκδοχές της Νέας Αριστεράς έπρεπε να αναμετρηθούν με τη διαλεκτική αυτής της ήττας που ενδιέφερε τους πάντες, άσχετα με το ποια ήταν η στάση τους απέναντι στο Σοβιετικό οικοδόμημα.

Τριάντα χρόνια, σχεδόν αργότερα, όλες αυτές οι εκδοχές συστημένες είτε ως ανανεωτικές αριστερές και «ριζοσπαστικές» συνιστώσες που περιμένουν να αρπάξουν την ευκαιρία να βάλουν πλάτη στην καπιταλιστική αφήγηση, είτε ως απόηχοι κομμουνιστικών κομμάτων και αποκομμάτων που δεν οργανώνουν την αντικαπιταλιστική πάλη αλλά τη μνήμη των μελών τους, είτε ως αποσπασματικοί ταραξίες των μητροπόλεων που βιώνουν την εξέγερση ως τον πιο θορυβώδη τρόπο να κατανεύσουν στην άρνηση κάποιου επαναστατικού ορίζοντα[2], είτε ως κάποιας μορφής αυτόνομοι που επιζητούν νησίδες και εξόδους από τον καπιταλισμό σε σχέδια που αφορούν κάτι μικρό, μερικό, τοπικό, γνωστό και πεπερασμένο, βρίσκουν ως κοινό τόπο, ένα και μόνο σημείο, που ο οξυδερκής παρατηρητής θα μπορούσε να το διακρίνει: κανείς δεν αναφέρεται στην επανάσταση. Είναι αυτή η παρατήρηση που μας κάνει να μεταπλάθουμε κάποιον απόηχο του Ρεμπώ ενώ επιζητούμε να πιάσουμε γερά τον Foucault απ’ τα πόδια και να τον αναποδογυρίσουμε… «φοβάμαι ότι όσο κι αν αλλάζω, ο κόσμος παραμένει ίδιος», με άλλα λόγια υπερασπιζόμαστε τον αναρχισμό, ως το ύστατο καταφύγιο που κατάφερε να διαφυλάξει την πιθανότητα η επανάσταση να επινοηθεί ως ανάμνηση του μέλλοντος. 

Καταρρίπτοντας τη μουσειολογία

Ας επανέλθουμε όμως στο βασικό μας διακύβευμα, αφού αποδώσαμε κάποιες παρατηρήσεις πάνω σε περίπλοκες και πολυχρησιμοποιημένες έννοιες. Είναι ο αναρχισμός ένας ακόμη –ισμός, τον οποίο πρέπει να παρατήσουμε στο ράφι με τα παλιά αντικείμενα που συγκεντρώνουν μόνο το μουσειολογικό ενδιαφέρον κάποιων ιδιότροπων ιστορικών ή πολιτικών επιστημόνων ή ακόμη χειρότερα την εμμονική πίστη κάποιων μικρών ομάδων και οργανώσεων που εμπνέονται από «παραδοσιακές» αρχές; Για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε στην υπεράσπιση του αναρχισμού θα πρέπει σίγουρα να τον διαχωρίσουμε από όλες τις υπόλοιπες τάσεις που καμώνονται τις επαναστατικές θεωρίες και βαυκαλίζονται τις πρωτοπόρες ιδεολογίες. Ήδη δώσαμε ένα σημείο σε σχέση με τα μέσα και τους σκοπούς που καθορίζουν τον στόχο, όλων των ετερόνομων πολιτικών θεωρήσεων και πως επικαθορίζεται η έλλειψη αρχών. Αντιθέτως ο αναρχισμός διαφοροποιείται ουσιαστικά, αφού αφενός όπως γράφει ο Νίκο Μπέρτι:

«…Ο αναρχισμός, σαν μια επαναστατική κριτική του υπάρχοντος συστήματος, είναι το ριζοσπαστικό αποτέλεσμα της κοινωνικής πορείας για εξέλιξη. Ταυτόχρονα, αποτελεί μια επαναστατική απάντηση στην αποσύνθεση των εννοιών που δημιουργεί αυτή η εξέλιξη…»

Πολύ πιο σύντομα μπορούμε να περιγράψουμε αυτή τη θεμελιώδη διαφορά στην άρνηση του αναρχισμού να διεκδικήσει την πολιτική εξουσία για τον εαυτό του. Η απόσταση ανάμεσα στον στόχο της κατάληψης της εξουσίας και την απελευθέρωση της κοινωνίας από τις σχέσεις εκμετάλλευσης και καταπίεσης είναι που επιτρέπει στον αναρχισμό να συγκροτεί με συνέπεια τις ιδεολογικές του αρχές, ταυτίζοντας τα μέσα με αυτόν τον σκοπό. Αφού λοιπόν, υπερασπιζόμαστε ότι ο αναρχισμός είναι μια συγκροτημένη ιδεολογία, μιας και πιστεύουμε ότι καμιά σύμφυση συμφερόντων δεν μπορεί να νοηθεί έξω από τις αντίστοιχες ιδέες που τα συνδέουν, αυτό αναγκαστικά θα πρέπει να σημαίνει ότι ενέχει μια μεγάλη αφήγηση, μια εσχατολογική υπόσχεση…Ας δούμε τι λέει ο Ντιέγο Αμπάδ ντε Σαντιγιάν (Santillan: 2016, 28) πάνω σε αυτό το ζήτημα, σε ένα κείμενό του που έχει συνταχθεί το 1925:

«…εμείς (οι αναρχικοί) είμαστε οι μόνοι που παρουσιαζόμαστε στον κόσμο στερούμενοι ελκυστικών υποσχέσεων. Όλα τα κόμματα, ανεξαρτήτως πολιτικής απόχρωσης και κατηγορίας, υπόσχονται στο λαό ότι θα ικανοποιήσουν μια σειρά απαιτήσεων του˙ […] μόνο οι αναρχικοί δεν υπόσχονται τίποτα ούτε μέσω των μεταρρυθμίσεων ούτε μέσω της επανάστασης˙ τίποτα δεν έχουν και τίποτα δεν μπορούν να δώσουν˙…»

Παρακολουθούμε, λοιπόν, στη βάση αυτών των συλλογισμών, κάποιες ανατροπές. Για παράδειγμα, οι θεωρίες δεν συγκροτούν απαραίτητα ιδεολογίες, αφού στερούνται αρχών, κι ότι δεν χρειάζεται να επικαλεστεί κανείς κάποια συγκεκριμένη ιδεολογία για να υποσχεθεί ένα καλύτερο μέλλον. Τέλος, ότι ο αναρχισμός, ενώ αποτελεί μια συγκεκριμένη ιδεολογία ταυτόχρονα δεν υπόσχεται τίποτε, ούτε εκτρέφει μια εσχατολογική αφήγηση που εκθειάζει τα αποτελέσματα της κοινωνικής επανάστασης. Ακόμη κι αυτή η σημαντική διαδικασία της επανάστασης, όχι μόνον δεν νοείται ως μια εισβολή στα χειμερινά ανάκτορα, αλλά ακόμη-ακόμη δεν της αποδίδεται και καμιά «μαγική επιτέλεση». Αντιθέτως, παρουσιάζεται ως μια απαραίτητη μα όχι οπωσδήποτε και ικανή συνθήκη για την ανατροπή του καθεστώτος εκμετάλλευσης, καταπίεσης και κυριαρχίας. Τίθεται και πάλι ένα –λίγο πολύ ξεπερασμένο- ερώτημα: είναι η επανάσταση η Θεία Έλευσις, αυτή η μυσταγωγική πράξη που καταφάσκει, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την εκδίπλωση της εσχατολογικής προφητείας; 

«…Δεν έχω ανάγκη να με περιμένει καμία επανάσταση. Την επανάσταση την κουβαλάς μέσα σου και την πηγαίνεις από το ένα μέρος στο άλλο.»

Τα παραπάνω λόγια αποδίδονται σε έναν θρύλο του μεσοπολεμικού αναρχοσυνδικαλιστικού κινήματος, τον Ισπανό Σαν Βισέντε, που «ίσως να υπήρξε, ίσως και όχι», όπως μας λέει ο Paco Ignacio Taibo II, στον Περαστικό του. Αλλά ξεσκονίζοντας και κείμενα πιο γνωστών αναρχικών της περιόδου, επιστρέφουμε άλλη μια φορά στον Santillan: (2016:28) 

«Η κοινή αντίληψη ότι η επανάσταση είναι μια απλή υπόθεση ταραχών στους δρόμους… έχει ξεπεραστεί. […] Πρώτα απ’ όλα οφείλει να είναι επανάσταση συνειδήσεων και οικοδόμησης ενός νέου συστήματος ατομικής και κοινωνικής ζωής… Η δική μας επανάσταση δεν είναι πανάκεια για όλα τα δεινά.» 

Αφού λοιπόν η επανάσταση στην αναρχική σκέψη δεν είχε ποτέ το χαρακτήρα που τις απέδωσαν οι μετέπειτα «μεταμαρξιστές» και «νεοαναρχικοί» στοχαστές, που ήρθαν αποκαμωμένοι μετά σαράντα ή πενήντα χρόνια να αρνηθούν τις ταυτότητες, «ιδεολογικές» ή κομματικές, ποιά ήταν η αντίληψη για την επανάσταση και ποιά η διαφορά με τη σημερινή πρόσληψη; Θεωρούμε ότι η επανάσταση προσεγγιζόταν ως μια απαραίτητη προϋπόθεση, ώστε να μην θεωρούνται αφελής οι άνθρωποι που θέλανε να καταπολεμήσουν ριζικά τα αίτια εμφάνισης της κοινωνικής αδικίας. Το φόρτωμα διάφορων «ανήθικων» προσήμων στην επανάσταση έχει μια τριπλή καταγωγή, ιστορική, πολιτική ιδεολογική. Η ιστορική καταγωγή προέρχεται από την μπολσεβίκικη κληρονομιά. Το πρότυπο μιας επανάστασης που εκφράστηκε ως ταραχή με την κατάληψη της εξουσίας από μια παράταξη που απαγορεύει όλες τις υπόλοιπες, ακόμη και τις επαναστατικές, έδωσε τον πρώτο σπόρο για να μπορέσει να κηλιδωθεί από τους καλοθελητές η έννοια. Η πολιτική καταγωγή προέρχεται, ακριβώς από αυτή την εκμετάλλευση. Ο κυρίαρχος κρατικο-καπιταλιστικός ολοκληρωτισμός σήμερα, έχει όλους τους λόγους του κόσμου να διασπείρει την αντίληψη, ότι η επανάσταση που θα τον ανατρέψει φέρει μέσα της ολόκληρο το πνεύμα του δεσποτισμού, που κληρονόμησε από τους Γιακωβίνους και μπολσεβίκους προγόνους της. Τέλος, και με βάση τα άλλα δύο επίπεδα σύλληψης της επανάστασης ως πρώτης πράξης ενός επελαύνοντος ολοκληρωτισμού, διαμορφώνεται και η ιδεολογική απαξία της, αρχικά ως ενός λουτρού αίματος που υποσκάπτει τις αρχές του επαναστάτη, ως υπερασπιστή της ζωής και αφετέρου ως ένα σχέδιο που η ριζική του επιτέλεση διεκδικεί μια ανατροπή σε όλους τους χώρους και τους τρόπους, άρα (τάχα) υποθάλπει –έστω κι άθελα του- την ολιστικότητα˙ την πρώτη προϋπόθεση δηλαδή του ολοκληρωτισμού. 

Ας δούμε όμως κάποιες θέσεις του αναρχισμού πάνω σε αυτές τις καταστάσεις και τα παραγόμενα από αυτά κριτικά συμπεράσματα. Μήτρα όλων των επαναστατικών αποπειρών αποτελεί η Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση, εκεί όπου τέθηκαν όλα τα μεγάλα ζητήματα, της βίας, της τρομοκρατίας, του πολιτικού αυταρχισμού κ.λπ. Φυσικά στα τέλη του 18ου αιώνα δεν υπήρχε ακόμη το οργανωμένο αναρχικό κίνημα, ώστε να τοποθετηθεί πάνω σε επίκαιρες αποφάσεις, όμως αυτό συνέβη σε πρώτο χρόνο με αφορμή την Ρώσικη Επανάσταση του Οκτώβρη του ’17. Ενώ, λοιπόν, αρχικά οι αναρχικοί υποστηρίζουν το επαναστατικό ξέσπασμα του λαού και συμμετέχουν ενεργά στα γεγονότα του Οκτώβρη, γρήγορα η κυριαρχία του μπολσεβικισμού, δημιουργεί σοβαρή απόσταση και εν τέλει τη ρήξη, όχι απλά με το καθεστώς που εγκαθιδρύει το Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά –κυρίως- με τον τρόπο που οι αυταρχικοί σοσιαλιστές εννοούν και πράττουν την επανάσταση. Οι μαρτυρίες της Έμμα Γκόλντμαν, (Η απογοήτευσή μου στη Ρωσία) του συντρόφου της Αλεξάντερ Μπέργκμαν (Ο μπολσεβίκικος μύθος) του Βολίν (Η άγνωστη επανάσταση) αλλά και η ίδια η δράση των αναρχικών τόσο στην Ουκρανία με την πυροδότηση της Μαχνοβτσίνα, όσο και στην Κροστάνδη, αναδεικνύουν τις τεράστιες φιλοσοφικές και πραγματικές διαφορές που διαχωρίζουν τον αναρχισμό με την μπολσεβίκικη προσέγγιση στο ζήτημα της επανάστασης. Είναι το βασικό διακύβευμα που ξεχωρίζει την κοινωνική επανάσταση που υποστηρίζουν οι αναρχικοί σε βάρος της πολιτικής ανατροπής. Ο ορισμός της Ρώσικης Επανάστασης, ως πραξικοπήματος[3] που θα δώσουν κάποιοι αναρχικοί στοχαστές ήδη τη δεκαετία του ’20, θέλει ακριβώς να υπογραμμίσει τη ματαιότητα της (ακόμη και ριζοσπαστικής) πολιτικής ανατροπής που συντελείται εν τη απουσία συνειδητότητας της κοινωνικής πλειοψηφίας, εν μέσω αυταρχισμού, διωγμών και απαγορεύσεων που γρήγορα μετατρέπονται σε διαταγές εκτέλεσης αμάχων στην Κρονστάνδη, δηλαδή στη θεμελίωση των προϋποθέσεων για την ανάδυση της σταλινικής σύνθεσης. Αρνούμενοι λοιπόν οι αναρχικοί να εκχωρίσουν τις ιδεολογικές τους αρχές, μπροστά στην ιδέα της αποτελεσματικότητας και της νίκης που έφερνε η Ρώσικη Επανάσταση αρνούνται ταυτόχρονα να παραδώσουν τα εργαλεία που έχουν στα χέρια τους, ώστε να μετατραπούν σε μέσα απαξίωσης της επανάστασης από τους αστούς. Έτσι λοιπόν συνεχίζουμε να υπερασπιζόμαστε την κοινωνική επανάσταση, απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας και σήμερα ενάντια στο αναδυόμενο και διαρκώς αναπτυσσόμενο πλέγμα του κρατικού και καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού. Είναι αυτή όμως μια κοινή απόφαση όλων των αγωνιστών που αναφέρονται στον σύγχρονο αναρχισμό;
Είναι αλήθεια ότι η φιλοσοφική αποδόμηση της επανάστασης βρήκε οπαδούς ανάμεσα ακόμη και σε παλιούς αναρχικούς συντρόφους, οι οποίοι επηρεασμένοι από τις θεωρίες φιλοσόφων όπως ο Καστοριάδης ή οι μεταδομιστές, παίρνουν αποστάσεις ή ακόμη αρνούνται την χρησιμότητα της επανάστασης, ενώ μάλιστα η κριτική τους φτάνει στο σημείο να δαιμονοποιείται και η ίδια η επίκλησή της:

«Το παλιό επαναστατικό φαντασιακό, μεταφέροντας την ψευδαίσθηση μιας δυνατής κυριάρχησης του συνόλου της κοινωνίας, κουβαλούσε μέσα του αναπόφευκτες ολοκληρωτικές αποκλίσεις, οι οποίες στην περίπτωση των πολιτικών που εμπνέονταν από τον μαρξισμό μεταφράζονταν σε πράξεις, ενώ στην περίπτωση του αναρχισμού σκιαγράφονταν με τρόπο αχνό αλλά ορατό. Εξάλλου, κάτω από το λάβαρο ενός οικουμενισμού ο οποίος, όπως όλοι οι οικουμενισμοί, δεν ήταν παρά μια καλυμμένη ιδιαιτερότητα, το φαντασιακό αυτό απέκρυπτε μια θέληση ισοπέδωσης των διαφορών εντός ενός σχεδίου το οποίο, ισχυριζόμενο ότι μπορεί να εφαρμοστεί για όλους, αρνούνταν στην πράξη τον θεμιτό πλουραλισμό των επιλογών και των πολιτικών αξιών. Τέλος, σε αυτό το φαντασιακό ήταν τόσο βαθιά ενσωματωμένες οι μεσσιανικές αναθυμιάσεις μιας εσχατολογίας, η οποία προωθούσε την υποταγή της ζωής στην υπόσχεση του ζην και δικαιολογούσε στο όνομα μιας αφαίρεσης κάθε οδύνη και στέρηση, ώστε παρεμποδιζόταν η άσκηση κάθε κριτικής σκέψης. (Ibanez: 2016, 37) 

Είναι εμφανής σε αυτό το χωρίο του Τομάς Ιμπάνιεθ, -ενός ανθρώπου που και σε προσωπικό επίπεδο αποτελεί παιδί της ήττας της Ισπανικής Επανάστασης αλλά και του Γαλλικού Μάη- η απόπειρα μετακύλισης των παθογενειών του μαρξισμού και πιο συγκεκριμένα της αυταρχικής εκδοχής του μπολσεβικισμού στον αναρχισμό, χωρίς κάποιον συγκεκριμένο σύνδεσμο ο ολοκληρωτισμός «αχνοφαίνεται» στο αναρχικό φαντασιακό και οι μαρξικές νομοτέλειες με κάποιον απροσδιόριστο τρόπο εκβάλλουν στην αναρχική κοσμοαντίληψη. Τι κι αν όλα τα «παραδοσιακά» φιλοσοφικά κείμενα του αναρχισμού στηλιτεύουν αδιάκοπα την ολοκληρωτική εκδοχή του μαρξισμού, τι κι αν ακόμη, μηδέ ο χειρότερος εχθρός του αναρχισμού δεν μπορεί να κομίσει ένα ιστορικό παράδειγμα πρώτης γραμμής για να κατηγορήσει τον αναρχισμό για εγκληματικές πολιτικές και ενέργειες, για τον Ιμπάνιεθ αρκεί απλά ο «οικουμενισμός» του αναρχισμού για να καταδικαστεί ως ένοχος ολοκληρωτικών προσδοκιών. Είναι λοιπόν ο αναρχικός οικουμενισμός ένα βαρύ και άχρηστο φορτίο το οποίο μάλλον θα πράτταμε σωστά, εάν το ξεφορτωνόμασταν; Απαντάμε με σαφήνεια: όχι. Αρνούμαστε να εγκαταλείψουμε το οικουμενικό πρόταγμα του αναρχισμού, γνωρίζοντας ότι οποιαδήποτε άρνησή του θα σήμαινε ταυτόχρονα την απόρριψη του ίδιου του αναρχισμού στο σύνολό του. Η αβάσιμη κατηγορία του Ιμπάνιεθ, όχι μόνο δεν μας φαίνεται πειστική αλλά μας αναδεικνύει ένα μεγάλο κενό στην πρόσληψη του αναρχικού μηνύματος, είναι το κενό της ήττας που χάσκει κάτω από τα πόδια των εμπνευστών της. Η οικουμενικότητα του αναρχισμού δεν έχει σε τίποτε να κάνει με την ενθάρρυνση της επιβολής μιας «με το ζόρι» συνολικής απελευθέρωσης των καταπιεσμένων. Άλλωστε ποτέ ο αναρχισμός δεν όρισε εαυτόν, ως διαχωρισμένη από τον λαό πίστη που μπορεί να οδηγήσει τις μάζες στη λύτρωση, αντιθέτως η λειτουργία του ως πυξίδας απελευθερωτικής κατεύθυνσης καθίστανται εφικτή μόνο διαμέσου των αγώνων της κοινωνικής βάσης ενάντια στην εξουσία. Άρα σε τι αναφέρεται ο αναρχικός οικουμενισμός και γιατί αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι οποιασδήποτε αναφοράς στο σώμα των αξιών του; Αφενός με την οικουμενική του σύλληψη ο αναρχισμός δεν δηλώνει ότι η απελευθέρωση θα γίνει μια διαδικασία που «έτσι κι αλλιώς» θα εντάξει τους πάντες στην αφήγησή της και την πράξη της, δηλώνει όμως ότι όλοι οι άνθρωποι δυνητικά (και όχι οντολογικά όπως έχει χαλκευμένα κατηγορηθεί) φέρουν την ικανότητα απελευθέρωσής τους και μάλιστα είναι υπεύθυνοι πρώτιστα οι ίδιοι γι’ αυτήν. 
Με αυτήν την έννοια, η οποία απηχεί τη φιλοσοφική θέαση του αναρχισμού πάνω στην ανθρώπινη φύση, όχι μόνο δεν προωθείται η ολοκληρωτική σύλληψη, αλλά αποδομείται εμφατικά, αφού αναιρεί τη βασική προϋπόθεση διαμόρφωσης της γραφειοκρατικής ιντελιγκέντσιας, στο βαθμό που η τελευταία θεωρεί ότι κάποιοι είναι ικανοί να χαράξουν τον δρόμο της απελευθέρωσης και οι υπόλοιποι θα πρέπει να ακολουθούν αυτούς τους δίκαιους καθοδηγητές. Ο αναρχισμός αναγνωρίζει την ικανότητα σε όλους απονεκρώνοντας τη χρησιμότητα των «ειδικών». Αφετέρου ο αναρχισμός, ως παιδί των σοσιαλιστικών ρευμάτων σκέψης του 19ου αιώνα φέρει οπωσδήποτε ταξικό πρόσημο, με την έννοια ότι στρέφει το βλέμμα του στους φτωχούς για να συσπειρώσει τη δυναμική της επαναστατικής εξόρμησης, ωστόσο το πρόταγμά του παραμένει οικουμενικό, μπορεί δηλαδή να αγκαλιάσει όλη την ανθρωπότητα, όσους προτιμούν και θέλουν να ζήσουν σε μια νέα κοινωνική σύνθεση, όπου θα είναι ανεπίτρεπτη η κυριαρχία ανθρώπου σε άνθρωπο. Με αυτήν την έννοια, η οποία απηχεί στη φιλοσοφική θέση του αναρχισμού πάνω στο ταξικό και «οικονομικό» ζήτημα, επικυρώνεται η αντίληψη που κατανοεί τις ταξικές αντιθέσεις των κοινωνιών μας, ενώ όμως συνάμα αρνείται να περιορίσει το οραματικό της σχέδιο στην ανατροπή αποκλειστικά των οικονομικών αιτιών της δυστυχίας τους. Ταυτόχρονα η θέση που μπορεί να αποδεχτεί οποιονδήποτε άνθρωπο στην υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης, όποια κι αν ήταν η προηγούμενη ταξική του θέση, αρκεί να έχει ειλικρινά και με έργα κάνει υπόθεσή του την υπόθεση των καταπιεσμένων, επιβεβαιώνεται μετά από έναν και πλέον αιώνα οπότε και διατυπώθηκε με σαφή αναφορά στα κείμενα του Μπακούνιν και του Κροπότκιν, δυο ανθρώπων που αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα άρνησης της τάξης τους και προσχώρησης στον αγώνα. Είναι λοιπόν ο οικουμενισμός του, που προφυλάσσει τον αναρχισμό επίσης από την παγίδα του οικονομισμού και των αναφορών περί απελευθέρωσης «της (εργατικής) τάξης». Οικουμενισμός σημαίνει κατανόηση ότι η μόνη πιθανότητα απελευθέρωσης των εργαζομένων συνίσταται στο στόχο της διάλυσης τους ως τάξης, δηλαδή ως υποτελών. Ας δούμε ένα ακόμη απόσπασμα από τον Santillan: (ό.π.)

«Το κακό δεν βρίσκεται μόνο στην αστική τάξη, στον καπιταλισμό, στο κράτος. Το κακό βρίσκεται κατά κύριο λόγο στην εθελοδουλία. Την τυραννία πρέπει να την πολεμήσουμε και στους σκλάβους, ίσως περισσότερο ακόμα απ’ ό,τι στους τυράννους. Ο σκλάβος και ο τύραννος είναι φτιαγμένοι από την ίδια πάστα. Αν εξαλείψουμε τον τύραννο αφήνοντας ανέπαφη τη σκλαβιά, δεν θα έχουμε κάνει τίποτα για την ελευθέρια».

Διαλεκτική της ήττας

«Αν δεν θέλουμε να δούμε την αναβίωση εσχατολογικών ψευδαισθήσεων, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι όσοι στρατευόμαστε σε αγώνες υπέρ της χειραφέτησης, δεν θα τους δούμε ποτέ να νικούν ούτε θα ζήσουμε την έλευση του είδους της κοινωνίας που ονειρευόμαστε. […] Επομένως, κοινωνικός ή όχι, οργανωμένος ή όχι, ο αναρχισμός οφείλει να ποντάρει στον μετασχηματισμό του παρόντος (ένας μετασχηματισμός αναγκαστικά τοπικός και μερικός) και να κλείσει τα αυτιά του στις σειρήνες που τον θέλουν να αναλώνεται στη συνολική αλλαγή». (Ibanez: 2016, 44) 

Ο μεταμοντερνισμός αποπνέει την ήττα τόσο των προηγουμένων χειραφετικών προσπαθειών, όσο και του ίδιου του εαυτού του. Η αδυναμία του Γαλλικού Μάη να διαλύσει τις κρατικές δομές τον οδήγησε να εκπνεύσει καταπιανόμενος με τον πόλεμο στις έννοιες και τα εργαλεία. Κι αν ακόμη η μεθοδολογία της αντιπαράθεσης είχε να δώσει κάποια παραδείγματα πάλης, αναδεικνύοντας πεδία αντιεξουσιαστικής πολιτικής, εν τέλει κατέληξε σε έναν δυσνόητο νέο γλωσσολογικό ανταρτοπόλεμο, όχι τόσο ενάντια σε σημαντικές προπαγανδιστικές έννοιες που επιχείρησε να αποδομήσει, αλλά απέναντι σε κατηγορίες όπως των συνολικών ταυτοτήτων και των μεγάλων αφηγήσεων, αρκούμενος στο να ιδρύσει ένα μικρό τμήμα ακαδημαΐκών αναφορών στα διάφορα πανεπιστήμια. 
Ακόμη ο μεταμοντερνισμός αγωνιώντας διαρκώς να υιοθετήσει όλες τις αναφορές καθαγίασης της πολυμορφίας και της πολυγλωσσίας ξέχασε ότι αυτές αποτελούν βασικές προϋποθέσεις της σχετικότητας, η οποία όμως έχει το αρνητικό ότι παύει να υφίσταται όποτε επιθυμεί αυτός που ορίζει το πρόσημό της, εν προκειμένω ο σύγχρονος ολοκληρωτισμός, ο οποίος μεταχειρίζεται αυτές τις προϋποθέσεις ως να είναι τα καινούργια ρούχα του. Δυστυχώς όσοι προσπάθησαν να υπονομεύσουν το υπάρχον στο όνομα του σχετικισμού απλά κατέληξαν να παραδεχτούν ότι οι ιδέες τους δεν είχαν αξία παρά ακριβώς ως ρούχα καλλωπισμού αυτής ακριβώς της (αστικής) Δημοκρατίας που πρόσκαιρα αντιστρατεύθηκαν.[4]

Αυτές οι φιλοσοφικές αψιμαχίες, λοιπόν, δεν εκφράζονται –όπως ποτέ δεν εκφράζονταν- στο κενό. Αντιθέτως εκφέρονται εντός του πλαισίου αποχαλίνωσης του σύγχρονου ολοκληρωτισμού, της ανάδειξης δηλαδή, της ταξικής εκμετάλλευσης και της πολιτικής και κοινωνικής καταπίεσης ως των μόνων νόμιμων δομών συγκρότησης και σύνθεσης του κοινωνικού ιστού παγκοσμίως.  Η αδυναμία του μεταμοντέρνου να επισημάνει το ειδικό και το συγκεκριμένο ως απελευθερωτικό πρόταγμα, -δηλαδή ως πυροδοτική διαδικασία αντίληψης και ανατροπής του αισθητού κόσμου, είτε έστω ως προστατευτικού μέτρου διευθέτησης απέναντι σε μια λανθασμένη κατεύθυνση ανασημασιοδότησης του δυστοπικού-, σηματοδοτεί την κατάρρευσή του, όχι εξαιτίας μόνο κάποιας φιλοσοφικής αστοχίας, αλλά εξαιτίας του γεγονότος ότι η αναντίρρητη αποικιοποίηση του χρόνου, του χώρου και του τρόπου επιτέλεσης του κοινωνικού πράττειν μετατρέπει την υπόθεση του «ειδικού» και του «συγκεκριμένου» σε μια διαδικασία που υπάγεται εξ ολοκλήρου στη σφαίρα κυριαρχίας του υπάρχοντος, δηλαδή του σύγχρονου ολοκληρωτισμού. Έτσι το ειδικό και το συγκεκριμένο, το μικρό, παύει να υπάρχει ως ενέργημα κάποιας κοινωνικής αυτονομίας ή στην καλύτερη περίπτωση, αυτό φαίνεται παντελώς αδύναμο να συνταχθεί ως απειλή ή ως αποτελεσματική άρνηση, όσο αγνοεί, πόσο μάλλον όσο αντιστρατεύεται το μεγάλο, το συνολικό, το αφηρημένο. 

Σε πολιτικό επίπεδο αυτή η διαδικασία αποτυπώνεται με την πεντακάθαρη εξέλιξη της μεταμοντέρνας σκέψης από υποτιθέμενο νέο δρόμο φιλοσοφικής προσέγγισης πάνω στα μέσα και τους σκοπούς της κοινωνικής απελευθέρωσης σε ένα απροσχημάτιστο ιδεολόγημα που προσκολλά τους «ριζοσπαστικούς» ή «αντιεξουσιαστικούς» πολιτικούς φορείς που αναφέρονται σε αυτό στον τελευταίο απολογητή που επιβαίνει στην άμαξα του σύγχρονου (εδώ στην Ελλάδα και κυβερνώντα) ρεφορμισμού, της «νέας» σοσιαλδημοκρατίας. Η εσωτερίκευση της ήττας σε αυτό το σημείο και γι’ αυτούς τους φορείς φαίνεται –και είναι- αξεπέραστη.

Δεν θα πρέπει εδώ να κατανοηθεί το νόημα της παραπάνω παρατήρησης, ως μια χυδαία αντιστροφή των όρων που τίθενται κι εμείς τους αντιπαλεύουμε. Υπό την έννοια της παρατήρησής μας το συγκεκριμένο παραμένει απαραίτητο ως οδόφραγμα απέναντι στην απειλή της ολοκληρωτικής σχιζοφρένειας, κι έτσι πάντα θα είναι πλήρη νοήματος μια απεργία, μια διαμαρτυρία ή ακόμη ένα γλέντι, μια γιορτή, η εκπλήρωση μιας κουτσουρεμένης επιθυμίας, η ευχαρίστηση της φιλίας είναι αυτή όμως ακριβώς η διαλεκτική που μας ωθεί να αναγνωρίσουμε δίχως τον παραμικρό δισταγμό ότι αν θεωρείται ότι υπάρχουν πολλές ιδεολογίες, εμείς υπερασπιζόμαστε τον αναρχισμό κι αυτή η υπόθεση δεν είναι εδραιωμένη στο τίποτα. Διεκδικεί νόημα και έχει νόημα στο μέτρο που μας αποκαλύπτει μια συνεχόμενη τροχιά του αισθητού, κωδικοποιώντας τη συλλογική εμπειρία των τροπικοτήτων απελευθέρωσης των πληβείων μέσα στον ιστορικό χρόνο˙ το προϊόν αυτής της διαδικασίας με μια λέξη που εμπίπτει στους στόχους της αποδόμησης ονομάζεται ταυτότητα. Ναι, λοιπόν είμαστε αναρχικοί πράγμα που σημαίνει ότι εκφέρουμε τις αρνήσεις μας ολόκληρες, ενώ κατασκευάζουμε άλλες τόσες πραγματικές καταφάσεις με τα εργαλεία που μας δίνει η συλλογική πείρα. Αν κρατάμε τα μάτια μας στη γη είναι γιατί επιθυμούμε να κατακτήσουμε τους ορίζοντες. Κι ακριβώς επειδή μας παρακινούν οι μακρινοί απελευθερωμένοι ορίζοντες, έχουμε πιθανότητες να νικήσουμε εδώ στη γη. Γιατί προϋπόθεση του πραγματικού είναι η ουτοπία στην περίπτωση που ενδιαφέρεσαι να αλλάξεις τον κόσμο. Κι αυτή μας η βουλιμία για το ολόκληρο μας έχει επιτρέψει ακόμη κι αν δεν έχουμε κερδίσει ακόμη, να είμαστε τουλάχιστον σίγουροι ότι δεν έχουμε επίσης ηττηθεί. Η διαφύλαξη της πιθανότητας της κοινωνικής επανάστασης μας διαφοροποιεί καθώς είναι η μόνη ορατή σύνδεση με το αισθητό.

Είναι αυτή η συλλογική πείρα που όταν κατηγοριοποιείται σε διαρκή συμπεράσματα μας επιτρέπει να αποφεύγουμε τα ίδια λάθη όταν οι προκείμενες που δίνονται έχουν τους ίδιους βασικούς πυλώνες, όπως στο παρελθόν, παραμένουν δηλαδή η εξαπάτηση, η βία, η εκμετάλλευση και η καταπίεση. Είναι αυτή η ταξινόμηση αρχών που ονομάζουμε ιδεολογία και μας ορίζει τροπικότητες σύμφυτες με τους στόχους μας, έτσι ενώ τούτα τα «ανοιχτά ρεύματα» ανέμεναν με αγωνία τα (έστω και μερικά και τοπικά) μέτρα κοινωνικής ανακούφισης από μια νέα «καλή κυβέρνηση», εμείς δίχως αυταπάτες δείχναμε όπως όλα τα ρολόγια τους ανέμους που θα ‘ρθουν. 

Πολιτογραφώντας τον θάνατο

Κανένα νόημα δεν υπεκφεύγει τελικά˙ η απόπειρα αποσυγκρότησης των νοημάτων, η ανάγκη έκφρασης της οποίας δεν είναι άλλο από την ανάγκη διαλόγου πάνω στην ήττα, εκκινεί από την απώλεια (μεστή νοήματος) διατρέχει τα κοινωνικά βήματα είτε ως σπάραγμα είτε ως σώμα (δεδομένου ότι ο μηχανισμός της μνήμης ακόμη κι αν χάνει τη συνολική εποπτεία της ζωής ή δυσκολεύεται να αποδώσει το νόημα, ωστόσο δεν παύει να ενεργεί) και καταλήγει εντός του παρόντος που –αντιστρέφοντας το προηγούμενο σχήμα- διαθέτει ιστορικό παρελθόν και μελλοντικό σχέδιο, ασχέτως του κατά πόσο είναι κοινή η συνείδηση του γεγονότος ότι η (ασφαλώς κατασκευασμένη) ιστορικότητα του υπάρχοντος και οι (ασφαλώς προσχεδιασμένες) μελλοντικές του προσδοκίες στοχεύουν στην περαιτέρω κακοποίηση της κοινωνικής πλειοψηφίας σε παγκόσμιο επίπεδο.

Έτσι το μόνο πραγματικά αδύνατον για την ανθρώπινη δυνατότητα είναι η αποσύνδεση –οριστική και αμετάκλητη- των νοημάτων, των συνδέσεων ανάμεσα σε «σημαίνον» και «σημαινόμενο». Άρα δύο επιλογές μένουν στην αποδόμηση ή θα ταξινομηθεί η αφήγησή της στο πλάι όλων των υπόλοιπων ιδεολογιών με ένα συγκεκριμένο φιλοσοφικό υπόβαθρο και – αναπόφευκτα- κάποιες πολιτικές επιδράσεις ή θα επιμείνει στην αποσύνδεση των νοημάτων, προϋποθέτωντας ιδεολογική κατεύθυνση στην ίδια την ποιότητα των συνδέσμων, υποστηρίζοντας δηλαδή ότι δεν έχει χαθεί εξολοκλήρου η δυνατότητα απόδοσης νοήματος˙ έχει χαθεί όμως όσο αφορά την κατανόηση του πλέγματος νοηματοδότησης που μπορεί να φανεί χρήσιμο στην αποδόμηση του υπάρχοντος. Σε αυτήν την περίπτωση όμως επανέρχεται η συζήτηση στο διαχρονικό ζήτημα της συνείδησης, το οποίο αποτελεί τμήμα του διαλόγου πάνω στο ζήτημα της ιδεολογικής ηγεμονίας. 

Στον σύγχρονο ολοκληρωτισμό, η μεγάλη αφήγηση είναι το παρόν απογυμνωμένο από υποσχέσεις, το παρελθόν είναι απλά η νικητήρια προϋπόθεση του, ολότελα απεκδυόμενο οποιαδήποτε αγωνιστική αναφορά, που άλλωστε «αποδείχτηκε» δίχως νόημα, και το μέλλον ένα φθαρτό προείκασμα του παρόντος, φθαρτό όπως και η γυμνή ζωή σήμερα, όπου μοναδικός «λογικός» στόχος καθίσταται η κατασκευή ασύνδετων βιωμάτων με την σταθερή παρουσία του εμπορεύματος και της κατανάλωσης, του πολέμου και της διαρκούς απειλής επίτασής του. Πάνω σε αυτή τη βάση, στα πλαίσια αυτής της εκδοχής ολοκληρωτισμού, η ζωή λογίζεται ως η διαδικασία αντίστροφης μέτρησης για τον θάνατο. Ο θάνατος εκφράζεται πολιτικά με δυο τρόπους την «κοντινότητα» και την «εφικτότητα». Φιλοσοφικά η σύγχρονη αντιδραστικότητα επαναφέρει (πολιτικοποιεί) και αναδεικνύει τη θνητότητα ως μια αναπόδραστη κατάσταση στη βάση της λογικής, όμως υποφώσκει το σχόλιο ότι γι’ αυτό το λόγο η κατασπατάληση χρόνου και πόρων για την μετατροπή των όρων διαβίωσης είναι απολύτως μάταιη και απλά επιτείνει τον ρυθμό της «αντίστροφης μέτρησης». Από την άλλη πλευρά η άρνηση (έστω και μειοψηφική) υποταγής ενεργοποιεί την κυρίαρχη έκφραση που συνιστά ως πολύ εφικτό το ενδεχόμενο του θανάτου. Δεδομένης της κυρίαρχης δύναμης να ελέγχει την κατεύθυνση του θανάτου, η απειλή παίρνει ένα αδιόρατο αλλά εξαιρετικά συγκεκριμένο χαρακτήρα. Αδιόρατο αλλά αισθητό στη Δύση, συγκεκριμένο και μαζικό στην περιφέρεια και τους προσφυγικούς και μεταναστευτικούς πληθυσμούς. 

Η τακτική του σύγχρονου ολοκληρωτισμού είναι η τακτική της εποπτείας των κοινωνικών συμπεριφορών με στόχο αυτές όχι απαραίτητα να συναινούν δυναμικά αλλά ή να σιωπούν ή απλά να μην εξεγείρονται. Το δόγμα καθορισμού ζωών που είναι άξιες να βιωθούν είναι πανταχού παρόν, ενώ «παραχωρείται» η δυνατότητα να βιωθούν μόνο ως τέτοιες δηλαδή ως αντίστροφες μετρήσεις θανάτου, πιέζοντας την κοινωνική πλειοψηφία εν είδη έλλειψης άλλης επιλογής να μείνει σε αυτό προσπαθώντας απλά να αποφύγει μια πιο άμεση απειλή θανάτου.

Κοινωνικοποιώντας τη ζωή 

Η απέναντι όχθη του υπάρχοντος βρέθηκε σε μεγάλη αναταραχή, η κατάρρευση του «υπαρκτού παραδείγματος» σοσιαλιστικής υπόστασης άνοιξε το δρόμο για αφηγήσεις περί τέλους της ιστορίας. Η απογοήτευση και η μελαγχολία απλώθηκαν σε αυτά τα τμήματα που δυστυχώς εμπνεύστηκαν από την αφηγητική εκδοχή απελευθέρωσης του κρατικού σοσιαλισμού. Οι αναρχικοί δεν είχαν να αντιμετωπίσουν τη μελαγχολία της ήττας στις αρχές της δεκαετίας του ’90, τη μεγαλύτερη, ιστορικά υπαρξιακή τους δοκιμασία την είχαν αντιμετωπίσει στις αρχές της δεκαετίας του ’40, όταν στους σωρούς ερειπίων που άφησε πίσω της η ήττα του Ισπανικού οράματος, ήρθε να προστεθεί η ανθρωποτραγωδία της κυριαρχίας όλων των ετερόνομων συστημάτων εξουσίας που έφτασε στον κολοφώνα της μέσα στο σφαγείο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου το Άουσβιτς, η Τρέμπλινκα, το Κατύν, η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι ξεπήδησαν ως νομιμοποιημένες πολιτικές διαχειρίσεις.
Η ανασυγκρότηση που καλούμαστε να κάνουμε σήμερα έχει να κάνει μόνο προς ένα μέρος της με τη διαφύλαξη της μνήμης του αγώνα και της επαναστατικής κληρονομιάς, το υπόλοιπο έχει να κάνει με την αναβάθμιση του ρόλου της αναρχικής αντίληψης για την παναθρώπινη απελευθέρωση σε βάρος των αυταρχικών αφηγήσεων του κρατικού σοσιαλισμού που στοίχειωσαν το απελευθερωτικό όραμα ολόκληρο τον 20ο αιώνα. Είναι αλήθεια ότι ο αναρχισμός έχει διασώσει τη δυναμική του, εάν ένα από τα φαντάσματα του 19ου αιώνα πλανιέται ακόμη πάνω από τις σύγχρονες μητροπόλεις, αυτό είναι ο αναρχισμός σε αντιδιαστολή με την σοσιαλδημοκρατία και τον λενινισμό που μας έχουν αφήσει χρόνους. Μάλιστα η «φασματική» παρουσία του αναρχισμού δεν περιορίζεται στην Ευρώπη αλλά εμπνέει αντικαπιταλιστικούς και αντιεξουσιαστικούς αγώνες σε ολόκληρο τον κόσμο. Έτσι τα αναγνωρίσιμα παγκοσμίως μαύρα και κόκκινα χρώματά του ανεμίζουν στους δρόμους των Η.Π.Α. και καρφώνονται στην καρδιά του κτήνους στο Standing Rock και το Charlottesville ανιχνεύονται στη Μέση Ανατολή και στη Βόρειο Συρία, στολίζουν μαντήλια και κουκούλες στη ζούγκλα του Μεξικό, ταράσσουν την ηρεμία των ηγετών στο λιμάνι του Αμβούργο, κρύβονται και εμφανίζονται στην Τουρκία της μόνιμης κατάστασης Εκτάκτου Ανάγκης, φυλακίζονται σε όλους τους τόπους που ανυπότακτοι αντιστέκονται σε κράτος και καπιταλισμό, γίνονται χαιρετισμός νίκης στην αποφυλάκιση ενός συντρόφου στην Αθήνα…
Το συμπέρασμα ωστόσο που βγάζουμε εμείς από αυτή τη δυναμική παρουσία του αναρχισμού σε όλα σχεδόν τα μήκη και τα πλάτη της γης, δεν είναι ότι αυτή επιτεύχθηκε επειδή οι σύγχρονοι αναρχικοί μπόρεσαν να μεταλλάξουν ή να αποκρύψουν πειστικά την ιδεολογική τους ταυτότητα και τα σύμβολά τους, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Επειδή τόσοι χιλιάδες άνθρωποι στάθηκαν όρθιοι κρατώντας ψηλά τη σημαία μας, μέσα από φυλακές, διώξεις δολοφονίες, φασιστικές προκλήσεις και αστυνομικές σκευωρίες, επειδή το όραμά μας δεν σύρθηκε στη λάσπη της καθαγίασης των μέσων του εν ονόματι κάποιου αφηρημένου σκοπού, επειδή το μαύρο της σημαίας μας που προφητικά συμβολίζει το πένθος, τη δίκαιη θλίψη και τη μελαγχολία για τις ως τώρα αποτυχίες μας, μπόρεσε να φιλοξενήσει όλη την απογοήτευση μας μέχρι αυτή να γίνει νέα υπόσχεση ανυποχώρητου αγώνα, το άλλο μισό κόκκινο στη διαγώνια πορεία μας από τη μια άκρη του λάβαρου στην άλλη. Απέναντι στην πολιτογράφηση του θανάτου που επιχειρεί και πράττει ο σύγχρονος ολοκληρωτισμός, προτάσσουμε την κοινωνικοποίηση της ζωής, τη διαφύλαξη της αξίας της, δεν παραδινόμαστε, δεν παραιτούμαστε, αναγνωρίζουμε τις πρόσκαιρες αποτυχίες μας, αρνούμαστε την παραδοχή μιας οριστικής κι αναπόδραστης ήττας. Πιστεύουμε στην κοινωνική επανάσταση, υπερασπίζοντας τον Αναρχισμό. 
Το συγκεκριμένο δοκίμιο μπορεί να διαβαστεί και ως ενός είδους συνέχεια του δοκιμίου «Κοινωνικός Αναρχισμός, ένα ρεύμα του μέλλοντος»που γράφτηκε ακριβώς πριν πέντε χρόνια, κάτω από εντελώς διαφορετικές συγκυρίες. Η απουσία ή ίσως η περιορισμένη παρουσία του επιθέτου κοινωνικός πριν τον αναρχισμό στο δοκίμιο αυτό καταδεικνύει ότι η διαπάλη μας με τον μηδενισμό -ο οποίος πλέον έχει καταλήξει ανοιχτά σε μια εκφορά του κοινωνικού κανιβαλισμού- χωρίς να έχει ολοκληρωθεί, έχει κάνει αρκετά βήματα, τόσο στο θεωρητικό όσο και στο αμιγώς πολιτικό επίπεδο. Η συγκρότηση της Αναρχικής Πολιτικής Οργάνωσης (Ομοσπονδία συλλογικοτήτων) και η ένταξή μας ως συλλογικότητα για τον Κοινωνικό Αναρχισμό «Μαύρο & Κόκκινο» σε αυτήν αποτέλεσε σίγουρα το πιο αποφασιστικό βήμα προόδου για μια σειρά ζητημάτων, στο κέντρο των οποίων δεσπόζει ακόμη ο προβληματισμός του πώς θα αποπειραθεί το αναρχικό κίνημα την μετατροπή του και τη λειτουργία του, ως τέτοιο, βάζοντας στην άκρη λογικές ανακύκλωσης αποσπασματικών σχηματισμών και πεπερασμένων δυνατοτήτων. 

Βιβλιογραφικές αναφορές 

Arendt, Hannah, Για την επανάσταση, μτφρ. Β. Τομανάς, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2005.

Ibanez, Tomas, Ο αναρχισμός σε κίνηση, μτφρ. Δ. Γιαννακόπουλος, Ευτοπία, Αθήνα 2016. 

Santillan, Diego Abad de, Ένα ελευθεριακό πρόταγμα, Ά΄ τόμος, μτφρ. Μ. Τσούτσιας, Στάσει Εκπίπτοντες, Αθήνα 2016. 

Taibo, Paco Ignacio II, Περαστικός, μτφρ. Κρ. Ηλιόπουλος, Άγρα, Αθήνα 2014.


Σημειώσεις

[1] Ο Μουσολίνι, όταν τον ρωτάνε ποια είναι η φασιστική ιδεολογία, απαντά ότι «ιδεολογία μας είναι οι γροθιές μας». Ο Λένιν προτάσσει «όλη η εξουσία στα Σοβιέτ», δίχως να μπορεί ούτε ο πιο πεπεισμένος σοβιετόφιλος να απαριθμήσει ποιες ήταν οι εξουσίες των σοβιέτ στη Σοβιετική Ένωση. Ο Τσάμπερλεν υπογράφει την «Υπαγόρευση του Μονάχου» το ’38 και ο Ρίμπεντροπ υποδέχεται με τιμές τον Μολότωφ στο Βερολίνο το ’39. Η δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση των ΗΠΑ βομβαρδίζει με πυρηνικά τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, η Δημοκρατική Γερμανία αυτοκτονεί τα μέλη της RAF στα λευκά κελιά, ο έγχρωμος Αμερικάνος πρόεδρος υμνεί την ειρήνη και την πρόοδο, ενώ εμπλέκεται σε δεκάδες εμπόλεμες συγκρούσεις, και ο Έλληνας επιτετραμμένος, εξηγεί με μαρξικούς όρους γιατί το μνημόνιο είναι για το καλό μας… 


[2] Ασφαλώς όμως δεν μπορεί να υπάρξει ταύτιση ανάμεσα στους μετέχοντες στους εξεγερτικούς ξεσηκωμούς ή ακόμη και απλά σε ταραχές και όλους τους υπόλοιπους που ουσιαστικά επιθυμούν να εδραιώσουν τη δική τους εξουσία. Η ανιδιοτέλεια των εξεγερμένων τους ξεχωρίζει ως προς τους εξουσιαστές, η συνάθροισή τους με άλλες εκδοχές της –έστω και ψευδεπίγραφης- χειραφετικής αφήγησης έχει να κάνει με τις αυταπάτες και την αναποτελεσματικότητα ή την απόρριψη της κοινωνικής επανάστασης, την κοινή –από άλλους δρόμους- δικαίωση του ρεφορμισμού. Άλλωστε «μεταρρυθμίσεις» του πολιτικού και οικονομικού συστήματος πυροδοτούνται όχι μόνο με διαπραγματεύσεις μέσω θεσμικών οργάνων αλλά και μέσω αδιαμεσολάβητων ταραχών. 


[3] Ο όρος πραξικόπημα έχει ένα κενό, καθώς όλα τα πραξικοπήματα αντλούν τη δύναμη τους, από τη θέση εξουσίας που κατέχουν κάποια συγκεκριμένα πρόσωπα, ώστε να κινητοποιήσουν μια μάζα κόσμου προς έναν σκοπό. Στην περίπτωση της Ρώσικης Επανάστασης δεν ισχύει κάτι τέτοιο, προήλθε από τον ξεσηκωμό του λαού που εκμεταλλεύτηκε προς όφελός της μια πολιτική ένωση, η οποία ωστόσο μέχρι τότε ήταν μια εθελοντική οργάνωση. 


[4] Για μια πιο εκτεταμένη και εμβριθή πολεμική στον αστικό-δημοκρατικό πλουραλισμό βλέπε το έξοχο δοκίμιο του Ράσελ Τζάκομπυ «Ο μύθος της πολυπολιτισμικότητας» που περιλαμβάνεται στον τόμο Το τέλος της ουτοπίας σ.σ. 51-99, σε μετάφραση Δημήτρη Λάππα και Δημήτρη Μαργαρίτη και εκδόθηκε από τις εκδόσεις Τροπή στο Αγρίνιο το 2001.