Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικά Δοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικά Δοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Απριλίου 2018

Για τα "σπαράγματα φόνων"

Σπαράγματα φόνων, Άρης Τσιούμας, 
Ναυτίλος, Φεβρουάριος 2017.

Της Ειρήνης Γαβριλάκη

Σπαράγματα, δηλαδή κομμάτια που αποσπάστηκαν βίαια και σκορπίστηκαν, ως μάρτυρες ωμοφαγικών διαδικασιών που απόμειναν μάρτυρες αυτού του βίαιου γεγονότος για να βοηθηθούν οι ιατροδικαστές που θα θελήσουν να αναπαραστήσουν τις σκηνές, να φωτίσουν το πρόσωπο των δραστών και να βρουν τις αιτίες. 

Μικρά, γιατί ό,τι απόμεινε είναι μικρό, γιατί τα θύματα είναι μικρά, γιατί κάποια κάποια εγκλήματα λογίζονται ως μικρά έναντι των μεγάλων και κραυγαλέων. Ή γιατί συχνά τέτοια εγκλήματα γίνονται παιχνίδια στα χέρια των παιδιών που τα χρησιμοποιούν κατά το δοκούν, ανάλογα. Μικρά εγκλήματα για μικρά χέρια, ως εκ τούτου. 

Δοκίμια, σε μια προσπάθεια να φωτιστούν τα αίτια (τα ποιητικά) και να εκφραστούν αιτιάσεις. Ή, πάλι, όχι. Να μην εκφραστούν, αλλά να τεθούν ως ύπαινιγμός της Ιστορίας. 

Πρόζες, για το θέατρο. 

Πεζά αρκετά ποιητικά είναι η αλήθεια, εξαιτίας του λυρισμού και του ρυθμού των πραγμάτων ή των τριγμών της Ιστορίας. 

Εποχή των δολοφόνων… 

Το βιβλίο του Άρη Τσιούμα είναι μικρό, αλλά αρχίζει με μια μεγάλη κουβέντα: ό,τι είμαστε, αυτό είναι οι πρόγονοι μέσα μας. Οι πρόγονοι που μεταφέρουν υπόγεια ως εμάς αρχές και συλλογικές εικόνες, αξίες, φόβους, αγάπες, στερεοτυπικές αναφορές, κοινωνικότητα. Οι πρόγονοι που μας μαθαίνουν να μιλάμε ή όχι, να στρεφόμαστε με εμπιστοσύνη προς τον Άλλο ή όχι, να γινόμαστε υπό την έννοια αυτή πρόσωπα ξεφεύγοντας από την παγίδα του Εγώ. Το Εγώ ως Εμείς. Μεγάλο μάθημα. Που πράγματι στηρίζεται στη γραμματική των παιδικών χρόνων. Στις μητέρες. Το βιβλίο αφιερώνεται στη μητέρα του συγγραφέα, ακριβώς, πιστεύω, γιατί οι μάνες γίνονται τα πρώτα φίλτρα προς τον κόσμο. Οι περατές μεμβράνες. Οι όχθες, ανάμεσα στις οποίες κυλά το νερό που μας παρασέρνει όλους προς τη μεγάλη δεξαμενή, δικαίους και αδίκους. 

Το πρώτο κείμενο είναι κι αυτό αφιερωμένο στη μάνα Μάγδα Φύσσα. Η απώλειά της γίνεται το αλμυρό δάκρυ μιας κοινωνίας κανονικής, οικογενειών που τρώνε μαζί, που μιλάνε μαζί, που σχολιάζουν μαζί. Το δάκρυ που αλατίζει το φαγητό μας. Η απώλεια έχει γεύση. Η κανονικότητα έχει κι αυτή γεύση. Η λύπη έχει γεύση. Η αποφασιστικότητα έχει γεύση. Αλμυρή. Από τα δάκρυα. Το άλας είναι βάση, όπως στη χημεία, της συνειδητοποίησης που οδηγεί στην αντίδραση. 

Όμως, αν δεν υπάρχει αυτού του είδους το αλάτι να δώσει χαρακτήρα σε ό,τι τρώμε (αυτό που μας σερβίρουν;), τότε εξακολουθούμε να φυτοζωούμε. Γι΄ αυτού του είδους την αντίδραση (απώλεια κι αυτή, αλλά της συνείδησης), μιλά το επόμενο εκτενές κείμενο: απενοχοποίηση. Καλοί άνθρωποι και κακές πράξεις. Κακοί άνθρωποι και καλές δικαιολογίες. Ο Άιχμαν δολοφόνος και ευπειθής δημόσιος υπάλληλος. Τρία παλληκαράκια λιμενικοί, επίσης δημόσιοι υπάλληλοι. Ναζιστικές πρακτικές και αναίμακτες συνειδήσεις, καλά προστατευμένες από τον καθωσπρεπισμό του κράτους. Ναυάγια μεταναστών και χέρια καθαρά. Και τόσο αλάτι στις θάλασσες των πνιγμένων αναξιοποίητο. Και τόσες μάνες που φτιάχνουν ανάλατα φαγητά, γιατί δεν χαλαλίζουν ένα δάκρυ που θα μάθει στα παιδιά τους εν-συναίσθηση. 

Ενσυναίσθηση: μπαίνω στα παπούτσια του άλλου. Μπαίνω στη θέση του Άλλου. Σκέφτομαι τον Άλλον με το μέσα μυαλό. Με τον πυρήνα της συλλογικής σοφίας. Αντιλαμβάνομαι τον Άλλο ως τον εαυτό μου, μέσω μηχανισμών. Συνδέομαι με αυτόν, σαν να ράβω τη σκιά του στα δικά μου πέλματα. Και μιλώ γι΄ αυτόν όπως θα μιλούσα για τον εαυτό μου. Αντιδρώ εκ μέρους του, γιατί με αφορά προσωπικά. Σ΄ αυτού του είδους την προσέγγιση χωρά μόνο το «εγώ φταίω» του Καζαντζάκη. Δεν χωρά η ελαφρά τη καρδία συγχώρηση τιμωρών, βασανιστών, φυλάκων. Γιατί όλοι αυτοί πράττουν πάνω στη δική μου ράχη. Το περιεχόμενο του τρίτου κειμένου. 

Το τέταρτο κείμενο, ξεκινώντας με μια σκηνή από τη Λίστα του Σίντλερ και ο πυρήνας του είναι η ωμότητα των αποφάσεων της εξουσίας που θέλει να επιβεβαιωθεί πάση τη θυσία, κρατώντας αλώβητη την αυθαίρετη κλίμακα. Η εκτέλεση της εβραίας αρχιτέκτονος και το παιδί που σκοτώθηκε πηδώντας από το λεωφορείο, διότι δεν είχε εισιτήριο. Τα παιδιά που ανά πάσα στιγμή θα μπορούσαν να είναι στη θέση του. Διάφορα παιδιά από διάφορα περιβάλλοντα, από περιβάλλοντα με διαφορετικής κουλτούρας κοινωνικής ή πολιτικής. Απλώς παιδιά, στα παπούτσια της εφηβείας των οποίων κανείς δεν μπήκε στον κόπο να μπει και να κατανοήσει, γιατί ήταν πιο εύκολες οι στερεοτυπικές, ρηχότατες εξηγήσεις. Γιατί όλοι, αντί να σκεφτούμε αιτίες, αιτιώμεθα. Και μετά γινόμαστε εργαλεία διατήρησης της φτιαχτής κλίμακας και της καθωσπρέπει εκδοχής της καθημερινής ζωής και της Ιστορίας. Δυνάμει δολοφόνοι. Δυνάμει δικαστές. Δυνάμει ιερείς που παραπαίουμε ανάμεσα στο καλό γούστο κι ένα δίκαιο στα μέτρα μας. Δίκαιο – ξύλινο παλτό μιας κοινωνίας που παθαίνει χωρίς ενσυναίσθηση. Το περιεχόμενο του τέταρτου κειμένου. Και το περιεχόμενο του δέκατου που απέναντι σε όλα αυτά προτείνει την αναρχία ως τον μηχανισμό αυτοσυντήρησης… 

Το πέμπτο κειμενάκι, είναι γεμάτο εικόνες: η αλλοτινή Τούμπα, οι γειτονιές, η αλληλεγγύη, οι αφηγήσεις των ξένων της Θεσσαλονίκης, Οι πρώτοι ξένοι που δεν δέχτηκε κανένας. Τα παραπήγματα και η θλιβερή ζωή η γεμάτη πάλεμα. Οι δικοί μας μετανάστες στη Γερμανία υπό την πίεση της Ανάγκης. Μνήμες. Ασφαλτοστρωμένη καθημερινότητα με μπετόν καθαριότητας, μετά και αυτόκλητοι γηγενείς που επιλέγουν με τη σειρά τους ποιος θα μείνει στη γειτονιά τους. Άλλο ένα μάθημα ενσυναίσθησης βγαλμένο από τη ζωή. Και πού να κρυφτείς από τις αναμνήσεις και την Εγω-Ιστορία; Ας μην κρυφτείς. Εξάλλου, από πάντα η χωματερή είναι το καταφύγιο του ρατσισμού, κι η μισαλλοδοξία ο πολιτισμός των σκουπιδιών, μας λέει ο Άρης. 

Το έκτο κείμενο είναι ποιητικό, όχι γιατί είναι γραμμένο σε στίχους και έχει τον ρυθμό του ποιητικού έργου, αλλά γιατί περιγράφει ανθρώπους που είναι ποιητικοί, επειδή τόλμησαν να εκφραστούν εκτός πεπατημένης, διαφορετικά. Επειδή αρνήθηκαν να χορογραφήσουν το νανουριστικό τέμπο της κοινωνίας. Επειδή ξεκόπηκαν από τα επικά και μεγαλοσχήμονα και συνέθεσαν μια μουσική γεμάτη κρότους. Όπως και το έβδομο. Ποιητικό κι αυτό, γιατί θέτει ερωτήματα γεμάτα αγωνία (δεν είναι λυρισμός η αγωνία;). Γιατί ταυτίζεται με την αποφασιστικότητα της παιδικής ηλικίας να επιμηκύνει τον χρόνο. Οι τίτλοι και των δύο περιέχουν τη λέξη εκλογή. Εκλογή που έκαναν. Εκλογή που αποφάσισαν ότι τους ταιριάζει. Εκλογή που δεν συνάδει ντε και καλά με τη Δημοκρατία (ο τίτλος του όγδοου κειμένου), καθώς υπάρχει τεράστια απόσταση μεταξύ σημαίνοντος και σημαινόμενου… 

Το ενδέκατο κειμενάκι, συμπληρώνει το προηγούμενο, αυτό στο οποίο η αναρχία σωματοποιεί το πάθος για τη ζωή. Ο συγγραφέας θεωρεί ότι πρέπει να ελευθερωθεί η φωνή των ανθρώπων, αφού «πατήσουμε πάνω στα κεφάλια των βασιλιάδων», δηλαδή πάνω στις στρατηγικές σκέψεις των ασκούντων την εξουσία. Γιατί έτσι θα πάψουν να υπάρχουν όλα τα δίπολα της απάνθρωπης πλευράς της Ιστορίας και άνθρωποι που αδειάζουν κάθε απόγευμα. Πατώντας «στα κεφάλια των βασιλιάδων» επιτίθεται κανείς και σε αυτούς που αποφάσισαν να είναι υπήκοοι. Έτσι λέει ο Άρης στο επόμενο μικρό κείμενο με τίτλο «Βασιλιάς». Και πιο κάτω, στο επόμενο κείμενο, δηλώνει πως δεν πρέπει να αντικατασταθούν οι κάθε λογής «Βασιλείς», γιατί το παιχνίδι της εξουσίας μεταμορφώνει τους επαναστάτες σε εξουσιαστές, νομοτελειακά. Στο «Άρμα του Ήλιου» μάλιστα γίνεται ξεκάθαρος, επιμένοντας στην υπέρβαση των φόβων, στη δράση. Τα ρήματά του είναι ενεργητικά: πρόσταξε, άρπαξε, μαστίγωσε, ξύπνα. Με έμφαση στο «ξύπνα», γιατί καμιά φορά τα όνειρα αποκοιμίζουν… 

Στα τελευταία κείμενα, ο Τσιούμας γίνεται γρήγορος, σαν να θέλει να μοιραστεί τη λύση του με τον αναγνώστη. Ασθμαίνων, με μικρές φράσεις, εικόνες - τομές και λέξεις γεμάτες αίμα, φορτισμένες στο «Ψυχή βαθιά». Σχεδόν μονολεκτικός. Ολιγόλογος στο «Έθνος» που ταυτίζεται μ΄ εκείνο «το άνοιξε, εγώ είμαι», στο θυροτηλέφωνο, που πολλαπλασιάζεται. Επιγραφικός στον «Φασισμό», χωρίς πολλές κουβέντες: «Ο φασισμός είναι η ανακήρυξη του εμφυλίου στα σπλάχνα του ανθρώπινου είδους». Ξεκάθαρος πιο κάτω ακόμα: στην πολιτική δεν υπάρχουν αθώοι». Σαρκαστικός στη σκιαγράφηση της διαφοράς μεταξύ Δημοκρατίας και φασισμού. Υπομνηματικός ως προς την κυριακάτικη αργία, με αναφορά του σχετικού διατάγματος του 1893. Δωρικός και δηκτικότατος στη «Βαβέλ» ως προς την περιγραφή της εξουσίας που προφυλάσσει τον εαυτό της. 

Αν θα διάβαζα ένα ποίημα της μικρής αυτής συλλογής των μεγάλων-μικρών, σύνθετων-απλούστατων νοημάτων, καμβά της ανθρωπιστικής, κοινής λογικής, θα διάβαζα το ποίημα «Άγνωστο πώς». Γιατί με συγκινεί η ομφαλοσκοπική ανθρωπότητα-παιδί που δεν λέει να ωριμάσει. Που παίζει σαν παιδί με την Ιστορία και τζογάρει στον εαυτό του. Θα διάβαζα το ποίημα αυτό για τη χρήση της λέξης «ανθρωπινότητα» και τη φράση «ό,τι λείπει, λείπει». Για το όνειρο του καταφυγίου εν μέσω των εχθροπραξιών. Για την ειρήνη που αποτελεί την τελευταία κουβέντα του κειμένου, σε ένα λεκτικό περιβάλλον αντιφατικό. Εν ολίγοις εκεί βρίσκω την ποίηση, κύριε Καρούζο: στον πόλεμο με τις αντιφάσεις και τη νοσταλγία, όπως στο προτελευταίο κείμενο με το κόκκινο αυτοκινητάκι. 

Οι δυο-τρεις τελευταίες σελίδες είναι ένα ημερολόγιο-ωρολόγιο, με άξονα το Ορφανοτροφείο: η ιστορία του διαχρονικά και ταυτόχρονα η Ιστορία που αυτοαναιρείται ώρα με την ώρα, μέσα από τις ανάλγητες επιλογές των εσαεί και από άποψη επιλησμόνων. 

Να το διαβάσετε, αυτό το βιβλιαράκι, διότι δεν είναι διδακτικό. Είναι η προσωπική κραυγή ενός ανθρώπου που θέλει να κάνει, γιατί δεν μπορεί άλλο μόνο να βλέπει. Που θέλει να πει ονόματα ουσιαστικά μόνο. Που ξεχωρίζει τις προθέσεις σε κύριες και καταχρηστικές. Που προσπαθεί να καθαρίσει τη γλώσσα του από το χατζηαβατικό ιδίωμα. Που σκέφτεται και γράφει. Που ισορροπεί μεταξύ λυρισμού και Επανάστασης, γνωρίζοντας ότι το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Το αντίθετο: το ένα προϋποθέτει το άλλο, καθώς, αν θυμηθούμε και νοσταλγήσουμε την Εδέμ, θα την κερδίσουμε.


[Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος της
Αναρχικής Πολιτικής Επιθεώρησης "Μαύρο & Κόκκινο", 

Δεκέμβρης 2017 | εκδόσεις Ναυτίλος]




Παρασκευή 23 Μαρτίου 2018

Για τον Θάνο Ανεστόπουλο | Διάφανα Χρόνια

Το παρακάτω κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου του Θάνου Ανεστόπουλου "Διάφανα Χρόνια" που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 17 Μάρτη στο "Cabaret Voltaire" στην Αθήνα. 

του Άρη Τσιούμα




Να θυμόμαστε τη θνητότητά μας! Το ‘χε τονίσει κι αυτό ο ποιητής δίνοντας αυτόν τον τίτλο σε μια έκθεση ζωγραφικών του έργων. Η ιστορία ωστόσο των ποιημάτων που έμελλε να γίνουν τα Διάφανα Χρόνια είναι αλήθεια ότι δεν έλαβε υπ’ όψιν της αυτή τη σοφή συμβουλή. Και να τι εννοώ: ήταν κάπου στο 2012 όταν αφού είχαμε πια γνωριστεί και προσωπικά με τον Θάνο -και λέω και προσωπικά καθώς εγώ τουλάχιστον τον είχα γνωρίσει μουσικά από τα πολύ νεανικά δεκατέσσερα χρόνια μου- ήταν λοιπόν εκείνη την περίοδο που ανέβαινε σταθερά στη Θεσσαλονίκη και παρακολουθώντας τον να ανεβάζει στη σελίδα του σε κοινωνικό δίκτυο κάποια ποιητικά αποσπάσματα του πρότεινα τη συγκέντρωση των ποιημάτων, τη διαλογή και την έκδοση μιας ποιητικής συλλογής. Αυτήν την ιδέα ο Θάνος την υποδέχτηκε με τον νομίζω χαρακτηριστικό ενθουσιασμό του, όταν επρόκειτο για μια νέα δημιουργική έκφραση, είτε αυτή ήταν μια ζωντανή εμφάνιση, ένας δίσκος. Τώρα λοιπόν ήταν ένα βιβλίο. Αργά – αργά λοιπόν ξεκίνησε η συγκέντρωση του υλικού που μου έστελνε ο Θάνος, διάφορες ιδέες έπεφταν στο τραπέζι ώστε να συνοδευτεί το βιβλίο με ένα μουσικό δισκάκι ή να ενσωματωθούν μια σειρά από ζωγραφιές στις σελίδες του. Τώρα που γυρνάω πίσω να θυμηθώ καταλαβαίνω ακόμη καλύτερα τα λόγια που έγραψε ένας φίλος πρόσφατα με αφορμή μια ακόμη απώλεια: «μέσα στη ρουτίνα μια βαρετής σε περιόδους καθημερινότητας ένας απροσδόκητος χαμός μας φωνάζει ότι δεν πρέπει να αφήνουμε λόγια ανείπωτα και έργα μισά, δεν πρέπει να χαρίζουμε τίποτα στους εχθρούς μας και δεν πρέπει να είμαστε φειδωλοί με τους φίλους μας. Γιατί είμαστε κι εμείς κι αυτοί θνητοί». Τα ποιήματα που έκαναν τα Διάφανα Χρόνια να υπάρξουν έφτασαν στα χέρια μου περίπου στο τέλος του 2013. Η ζωή ήταν ανέφελη και οι ρυθμοί μας ράθυμοι. Παρόλα αυτά ο Θάνος είχε προλάβει να ανακοινώσει στα κοινωνικά δίκτυα την έλευση του βιβλίου με τίτλο «Απ’ όλους τους πιο όμορφους δρόμους που διέσχισα…εσύ». Η διακοπή της συνεργασίας μου με τον εκδοτικό που θα αναλάμβανε την έκδοση, αλλά και δυσκολίες ή καθυστερήσεις σε σχέση με την ακριβή αποτύπωση των ζωγραφικών έργων και φυσικά περισσότερο από οτιδήποτε άλλο η ασθένεια του Θάνου, ήταν οι λόγοι που αυτό το βιβλίο είναι το πρώτο που δεν το είδε και δεν το επιμελήθηκε ο ίδιος. Το βάρος ευθύνης για μια τέτοια δουλειά σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαμε να το αναλάβουμε αυθαίρετα μόνοι μας. Ένα γύρισμα της τύχης ωστόσο μας επέτρεψε να έρθουμε σε επαφή με την οικογένεια του Θάνου, η οποία από την πρώτη στιγμή όχι μόνο μας επέτρεψε να πραγματοποιήσουμε την έκδοση αλλά ουσιαστικά μας υποστήριξε εξ ολοκλήρου σε αυτή την επιλογή.



Μετά από αρκετή σκέψη λοιπόν αποφασίσαμε να τυπώσουμε τούτα τα αδημοσίευτα ποιήματα ώστε να τα περισώσουμε από το σκοτάδι της λήθης. Τώρα πια που το βιβλίο έχει φτάσει σε τόσους πολλούς ανθρώπους, που όχι μόνο το αγάπησαν αφού είδαν ξανά τον Θάνο να ζωντανεύει ανάμεσα μας, αλλά αισθάνομαι ότι το είχαν πραγματικά ανάγκη σκέφτομαι ότι θα είχα διαπράξει ένα σοβαρό σφάλμα, στη μνήμη του ανθρώπου που έπλασε τόσες αναμνήσεις και πάθη σε ολόκληρη τη ζωή μου, εάν κρατούσα τα γραπτά του στα ηλεκτρονικά ντουλάπια του υπολογιστή, μακριά από τα βλέμματα των ανθρώπων που τον συντρόφευσαν σε κάθε του ανήσυχη διαδρομή. 


λέει κάπου μέσα στο βιβλίο ο ίδιος: 


η ζωή μου δεν έμελλε ούτε θέλησα να είναι ήσυχη. 
Κι ας με ταπείνωνε 
Η λιμοκτονία μου για αγάπη. 
Απ’ το όνειρο σχεδόν πάντα μου απέμενε 
Μια κουβέρτα με μπαλώματα 
Που συνέχεια αυξάνονταν, 
Να κρύβει τις μάταιες μικρές σιωπές 
Των βαριών ξυπνημάτων. 
Ίσως 
Αν κάποτε θυμηθώ ότι έζησα 
Ίσως να υποκύψω στη ζωή 
Ίσως τότε 
Η αίσθηση του ανεκπλήρωτου 
Να μην μπορεί να μετράει 
Ως 
Πεπρωμένο. 

(Η αίσθηση Του Ανεκπλήρωτου, σ. 17, Διάφανα Χρόνια)

Για τούτη τη ζωή ποιος να μιλήσει και με ποιες λέξεις; Γνωρίζω καλά όπως λένε ότι η γλώσσα είναι πλούσια και μάλιστα αυτή που έτυχε εμείς σε αυτή τη γωνίτσα του κόσμου να μιλούμε. Κι όμως ποτέ δεν αισθάνθηκα φτωχότερες τις λέξεις. 

Ζηλεύω γι’ αυτό τους μουσικούς. Σχεδόν τους φθονώ. Μπορούν να εκφράσουν με τις νότες τους κι εκείνα τα μαγικά τους όργανα όσα δεν θα καταφέρω ποτέ να σας πω. Σε ποια αστείρευτη δεξαμενή γραμμάτων να ψάξω, να διαλέξω για να περιγράψω έστω ένα τόσο δα κομματάκι αυτών που με κατακλύζουν. Στα δεκαπέντε ολομόναχος σε ένα μπαρ να περιμένω, οι φίλοι βλέπεις δεν άκουγαν «τέτοια πράγματα», δεν τους κακίζω, αλλά είναι κρίμα που δεν μπόρεσαν να δουν πως μάγεψαν όλα δίπλα μου μέσα σε κείνο το σκοτεινό δωμάτιο και μετά εκείνη η εξοντωτική βροχή στη Λητή κι η αποθηκούλα κάτω από τη σκηνή, το φως στο κερί, ο Θάνος με μια κιθάρα κι εμείς μούσκεμα μέχρι το κόκκαλο, τα κορίτσια που κοιτούσαν φευγαλέα πάνω από τα τραγούδια, ανάμεσα στους στίχους και καθρεφτίζονταν στα λαθραία μπουκάλια μας, τα playlist και το πρώτο ρίγος όταν στο δρόμο φαινόντουσαν φρεσκο-κολλημένες οι αφίσες της συναυλίας, όπως τις χάζευες πίσω από το θολωμένο τζάμι του λεωφορείου… 

Δεν γίνεται να εκφραστεί ο πλούτος των συναισθημάτων για τον άνθρωπο, τον ποιητή, τον μουσικό, τον ζωγράφο, τον φίλο. Όσοι αγάπησαν τη φωνή, την πένα, το κάρβουνο που τόση ζωή τους φόρτωσε ο Θάνος ξέρουν δεν βρίσκονται οι λέξεις, κι αυτή ακόμη που κυνηγά αιώνια ο ποιητής, αυτή που δεν ειπωθεί, θα συνεχίσει να διαφεύγει λυπητερή και πολύτιμη… 

Κουράστηκα στην άκρη της αγκαλιάς σου 
Κρεμάμενος 
απ’ την επιφύλαξη 
να αφεθούμε σε μνήμες χορτασμένες 
από ένσημα βαρέων ανθυγιεινών ερώτων 
Κουράστηκα 
να προφέρω τα ονόματά μας 
κρυφά 
απ’ τις φωτογραφίες σου 
που 
με κοιτούν θολές απ’ το πάτωμα 
Θέλω να κοιμηθώ βαθιά. 
Γαλήνια. 
Χωρίς τον φόβο των ερειπίων. 
Στο κοιμητήρι μου 
να ακούγεται 
η ανάσα μου θεραπευμένη. 
Κι όχι σαν κόχλασμα 
απ’ την κόλαση. 
Είμαι έτοιμος; 
Καληνύχτα δύσθυμη νύχτα 
Μαζεύω τα γύρω μου 
να τα πνίξω στη λήθη 
αυτού του Μαρτιάτικου ύπνου. 
Εμένα θα με ξανάβρω 
«εν τω μέσω της νυχτός» 

Αύριο 
θα ασχοληθώ με την κούραση 
απ’ τις βροχές 
που μου έτυχαν… 

(Βαρέα Ανθυγιεινά, σ.36, Διάφανα Χρόνια) 

49 στροφές της γης γύρω απ’ τον ήλιο πολύ λίγες μα πρόφτασες με χίλιους τρόπους να τραγουδήσεις τη ζωή. Φίλε, σκέφτομαι τελικά για να μη συνηθίσουμε την απώλεια πρέπει να μη συνηθίσουμε και τη ζωή μας αλλά να τη ζήσουμε πραγματικά, να την ποτίζουμε καθημερνά να την ποτίζουμε με έρωτα κι αλήθεια. Είναι αυτό που ήρθαμε απόψε να κάνουμε εδώ. Ήρθαμε να θυμηθούμε τον ορίζοντα του μέλλοντος ενώνοντας τα σημεία που μας έδωσες, καρδιές σαράβαλες και σπαράγματα ευτυχίας, μια άγρια ευωδιά, ένα αγαπώ αφετηριακό και μια αγάπη προσκλητική, ολόκληρη η ζωή δική σου και δική μας…διάφανα χρόνια.

Δεν σε χαιρετώ μα σου γράφω μνήμες ως την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε 

Κυλάνε στέρφες, οι ώρες, και ανάξιες 
χλωμές Κυράδες με ακάλυπτους γλουτούς 
οι προσμονές καγχάζουνε τη θέληση ανόσιες
βγάζουν τη γλώσσα τους στους όμορφους καιρούς

συνθλίβει η σκέψη το λίγο χρόνο, η νιότη 
αμέριμνη εξατμίζεται το απόγευμα 
κι ο χρόνος άπρεπα πάντα θυμίζει ότι 
ειν’ η ζωή μας σύγνεφο που χάνεται στο λιόγερμα.

Κι είναι αιώνια όμορφα τα περασμένα χρόνια
σαν στάζει από τη μνήμη μονάχα κεχριμπάρι, 
στερνή φορά που σ’ είδα σ’ ένα όνειρο από χιόνια 
φορτίο βαρύ, θύμησες πράες, απ' του μυαλού τ' αμπάρι.

εδώ ολόκληρη η παρουσίαση του βιβλίου και το μουσικό αφιέρωμα.