Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μασλάτια διάφορα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μασλάτια διάφορα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

Προφυλακτήρες

Η κόρη, πρωτοετής στο πανεπιστήμιο, επιστρέφει για πρώτη φορά στο σπίτι
 της στην επαρχιακή πόλη του θεσσαλικού κάμπου και αφηγείται στη μητέρα της, " αχ, μαμά, εκεί στη λέσχη που τρώμε, να δεις βρωμιά στις τουαλέτες, νερά στο πάτωμα, χαρτιά υγείας έξω σκορπισμένα, προφυλακτικά καταγής"...Εκπληκτη η μάνα, πάει επίσκεψη στο σπίτι της αδερφής της, ως συνήθως ανταλλάσσουν τα νέα της οικογένειας και αφηγείται στην αδερφή της, "ούι, θα μας κάψ' ου θεός, 
να ιδγείς τι μ' είπιν του κουρίτσ', ικεί στη λέσχ' που τρων, μέσα στ'ς τουαλιέτις βρουμιά κι κακό, νιρά στου πάτουμα, χαρτιά υγείας όξου απ' του καλάθ', κι καταή γιουμάτου... προυφυλακτήρες!!!"

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Σκόνη στο μπαλκόνι

Αλλοτε δίκαια άλλοτε άδικα η εικόνα της κακιάς πεθεράς αποτελεί 
ένα από τα παραδοσιακά στερεότυπα της νεοελληνικής κοινωνίας...
Η πεθερά της ιστορίας μας δε θα μπορούσε να ενταχθεί στην κατηγορία 
της κακιάς, από μόνη της αποτελούσε ολόκληρη κατηγορία! Καλόβολος άνθρωπος γενικώς, θυσία για τους άλλους, απλώς αφελώς αμολούσε το κουφό και όποιον  πάρει ο χάρος! Ο,τι κουβέντα έβγαινε απ' το στόμα της ήταν μαργαριτάρι, που προκαλούσε άφθονο γέλιο με τις αυθόρμητες γκάφες της...Φιλοξενούμενη για λίγες μέρες στο διαμέρισμα του γαμπρού πρόσφερε 
ουκ ολίγες εκρήξεις γέλιου...Ο ένοικος της διπλανής γκαρσονιέρας, ένα νεαρό, ευγενικό παλικάρι, που ζούσε μόνος του, διασταυρώνεται με το γαμπρό 
στο ασανσέρ, όπως πάντα τον καλημερίζει ευγενικά και του λέει
 "κύριε Παναγιώτη, το σκούπισα το μπαλκόνι", έκπληκτος ο άλλος,
"Ποιο μπαλκόνι, βρε Δημήτρη"; -
"-Να, το μπαλκόνι μου, που είχε σκόνη, μου είπε η πεθερά σας, να το σκουπίσω, γιατί έχει σκόνη και ο αέρας τη φέρνει στο μπαλκόνι σας"! Λυμένος στα γέλια 
ο γαμπρός απευθύνεται στο νεαρό, "Ακου, βρε Δημήτρη, δικό σου το μπαλκόνι ,κάν'το ό,τι θέλεις, δεν πέφτει λόγος σε κανέναν, πολύ περισσότερο στην πεθερά μου". Τη συνέχεια τη φαντάζεστε, με διπλωμένο το στομάχι απ' τα γέλια 
ο γαμπρός τα λέει στην πεθερά, "καλά, του είπες του ανθρώπου να καθαρίσει 
το μπαλκόνι του;" και εισπράττει την αφοπλιστική απάντηση, "εμ, πώς,αφού ήταν γεμάτο σκόνη!" -"Καλά, και τι σε νοιάζει εσένα"; -"Ε,πώς,αφού τη φέρνει ο αέρας στο μπαλκόνι μας!" Εδώ παρεμβαίνει η κόρη, "Ποιο μπαλκόνι σου, ρε μάνα;" και ο γελαστός "καυγάς" λήγει με την καθησυχαστική υπόσχεση, που όμως ήταν σίγουρο οτι δε θα τηρηθεί, "άντι καλά, ξανά δε λιέου τίπουτα"!
Ο φίλος που μας δάνεισε την ιστορία ακόμα και τώρα, μετά από τόσα χρόνια, χτυπιέται στα γέλια, όταν την αφηγείται...

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Ο καθρέφτης

Η ιστορία μας πριν απ' τα χρόνια της προσφυγιάς, σε παραλιακό χωριό της Προποντίδας, κοντά στην Πόλη...
Ο αρραβωνιαστικός, καθώς φροντίζει σιγά σιγά για τον εξοπλισμό και τη διακόσμηση του μελλοντικού σπιτιού, φέρνει απο την Πόλη έναν μεγάλο καθρέφτη,
η αρραβωνιαστικιά επικρότησε την επιλογή του, έλα όμως που κυρίως 
οι γυναίκες απ' το σόι της νύφης άρχισαν τα δικά τους, όχι έτσι, όχι αλλιώς, 
όχι αλλιώτικα, έβγαλαν  το πόρισμα ότι ο καθρέφτης δεν είναι καλός! 
Τι να κάνει ο μέλλων γαμβρός, πάει στην Πόλη, φέρνει έναν άλλο καθρέφτη, αυτή τη φορά το γυναικομάνι απεφάνθη ενθουσιωδώς, "αυτός ειναι καθρέφτης!", ενεκρίθη λοιπόν η νέα αγορά, οι γυναίκες της οικογένειας αποχώρησαν
 σφόδρα ικανοποιημένες και τότε η αρραβωνιαστικιά, που ήξερε και εκτιμούσε 
την αίσθηση του παιγνιώδους χιούμορ, το οποίο διέκρινε το μνηστήρα της, 
τον ερωτά, "βρε Δημητρό, ο καθρέφτης δεν είναι ο ίδιος με τον προηγούμενο
 ή μήπως κάνω λάθος;" και ο Δημητρός απαντά,"όχι, κορίτσι μου, δεν κάνεις λάθος, ο ίδιος είναι, αλλά ούτε που το κατάλαβαν οι θείες!!!!"

ΥΓ. Την ιστορία μου αφηγήθηκε ο εγγονός του Δημητρού...

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Ο σώζων εαυτόν σωθήτω!

Ο χτεσινός σεισμός στην Κρήτη ξύπνησε μνήμες, 
αλλά ταυτόχρονα έφερε στο νου ευτράπελα και τραγελαφικά.
Θεσσαλονίκη, Ιούνιος1978, η κοπελιά συζούσε με το σύντροφό της,
μανιώδη ερασιτέχνη φωτογράφο, με πολλές φωτογραφικές μηχανές, 
τρίποδες κλπ στη συλλογή του. Ανώγειο το διαμέρισμα που στέγαζε 
το ζευγάρι, δυο μέτρα απ' το έδαφος, με παράθυρο στο δρόμο.
 Με το πρώτο ταρακούνημα απ' το σεισμό, τη στιγμή που  η κοπέλα 
φωνάζει "πάμε απ' την πόρτα"ο μανιακός της φωτογραφίας αρπάζει
 τις φωτογραφικές μηχανές του, ανοίγει το παράθυρο προς το δρόμο 
και πηδάει φωνάζοντας, "ο σώζων εαυτόν σωθήτω"! Η φίλη του βγαίνει τρέχοντας στο δρόμο και τον βλέπει πεσμένο καταγής, μηχανές και τρίποδες διαλυμένοι από δω και από κει, ο τύπος ουρλιάζει απ' τους πόνους, 
καθώς με την πτώση έχει σπάσει και τα δυο του πόδια. Το κορίτσι 
απ' τη μια εξοργισμένο για την εγωιστική στάση του συντρόφου του,
 απ' την άλλη τον λυπήθηκε, τον μετέφερε στο νοσοκομείο, τον φρόντισε 
μέχρι να σταθεί στα πόδια του και όταν η υγεία του αποκαταστάθηκε πλήρως, του ανακοίνωσε την αποφασή της να τον εγκαταλείψει, αφού στη δύσκολη στιγμή εκείνος θέλησε να σώσει μόνο τον εαυτό του. Οταν η κοπέλα 
μας αφηγήθηκε την ιστορία της, της βγάλαμε το καπέλο, που είχε την ψυχική δύναμη να φροντίσει το σύντροφο, ο οποίος αποδείχθηκε ανάξιος να σταθεί δίπλα της τη στιγμή του κινδύνου...
Μα ο άνθρωπος,δεν του έφτανε που εγκατέλειψε την κοπέλα του, 
το φώναξε κιόλας! Ο σώζων εαυτόν σωθήτω! Αλλά όλα εδω πληρώνονται,μωρέ,και πολλές φορές αυτοστιγμεί...

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Σαμαρινιώτικα και αμίμητα...

Δανεισμένα από φίλους στο fb

το χιονοδρομικό της Βασιλίτσας έφτασε με 4Χ4, παρδαλές φόρμες φιρμάτες και το μαύρο γυαλί στο μέτωπο, παρέα Αθηναίων για σκι. Τότε στις καλές εποχές που ο παράς έρρεε άφθονος. 
Μετά τη σχετική επίδειξη πλούτου και τις σχετικές κωλοτούμπες στο χιόνι πήγανε στο «Restaurant “Η Ορέα Πίνδως”» του μπαρμπα Μήτρου για φαγητό. Έφτασε ο μπαρμα Μήτρος με το πρεσβυωπικό στην άκρη της μύτης του,(είχε και ρουμ του λετς) για τη σχετική παραγγελία. Απαρίθμησε ποιητικά τα όσα διέθετε: κεμπάπ, κοντοσούβλι, τηγανιά και άλλα τέτοια όσα η περιοχή διαθέτει σε αφθονία και σε άριστη ποιότητα.
Τότε η ορίτζιναλ ξανθιά της παρέας υπέβαλε, εκεί πάνω στην κορυφή της Πίνδου και σε υψόμετρο πλέον των1600 μέτρων, το θανατηφόρο ερώτημα
«Κι από θαλασσινά τι έχετε»; Και πήρε την απάντηση
«Αλάτ' κι αυτό χουντρό!».


-Aφρικανός πουλάει ρολόγια στο Περιβόλι Γρεβενών, δίπλα στο χωριό  Αβδέλλα. Παππούς με άγριο καταρράκτη τον πλησιάζει. Τον κοιτάει, τον ξανακοιτάει και λέει. -Ισί, πδιμ, τίνους ίσι; - Εγκώ παππού, ξένο, ξένο. - Τι ξένου; -Γκάνα, Γκάνα. Απορεί ο παππούς -Τ' Γκάνα πιδί (επώνυμο Αβδελιώτικο) θκόμας πιδί. Τι ξένου μι λες.,Θκος μας ίσι!

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

Μιζανπλί, παππού!

Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι "μασλάτι" του τόπου μου, αλλά είναι ανέκδοτο.
Ο παππούς ταξίδεψε στην Αθήνα, έμεινε για καιρό και επιστρέφοντας στο χωριό αφηγούνταν στους συγχωριανούς, που τον ρωτούσαν πώς πέρασε:
-Καλά ήταν, αρέ πιδγιά!
-Πε μας κι άλλα, αρέ παππού!
-Να, μια μέρα,πιρνούσα όξου απού ένα μαγαζί, που είχιν στα τζιάμια όλου χτινισμένις γ'ναίκις, έγραφιν κι μια ταμπέλα Κομμωτήριον, όξου απ' του μαγαζί μι πιάν' αγκαζέ ένα κουρίτσ' κι μι λιέει,"μιζανπλί, παππού;", "μιζανπλί,κουρίτσι μ'!", λιέου ιγώ, μπαίνου στου μαγαζίμι βάνουν απού κάτ', μι λούζουν,μι χτινίζουν, μια χαρά ήταν, δε μι πόνισιν ντιπ, ύστιρας μι λιέει του κουρίτσ', "Πιρμανάντπαππού;", "Πιρμανάντ', κουρίτσι μ'!", λιέου ιγώ, μι βάνουν πάλι απού καταή, μι λούζουν, μι χτινίζουν, μια χαρά ήταν, δε μι πόνισι ντιπ, ύστιρας μι λιέει του κουρίτσ', "μανικιούρ, παππού;", "μανικούρ, κουρίτσι μ'!" λιέου ιγώ, μι κόβ' τα νύχια, δε μι πόνισι ντίπ, ύστιρας μι λιέει του κουρίτσ', "πεντικιούρπαππού;", "πεντικιούρ, κουρίτσι μ'!"μ' έκουψι και τα νύχια απ' τα πόδια, δε μι πόνισι ντιπ, πλιέρουσα, μι πήραν όλα τα λιφτά, μα δε μι πόνισιν ντιπ, βγαίνου όξου στου δρόμου, ένα πιδί, ενα γουμάρ' δυο μέτρα, μι πιάν' αγκαζέ μι βλιέπ' έτσια πως ήμαν κι μι λιέει,"τραβεστί, παππού;", "τραβεστί, πιδί μ'!", λιέου ιγώ!"Πάμι μαζί, παππού"; μι ξαναλιέει του πιδί, "πάμι,πιδί μ'", λιέου ιγώ! Πήγαμι μαζί, αρέ πιδγιά μ', μα  αυτό  μι πόνισι,!!!

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Το λουξ

Δεκαετία του '60, όπως κάθε σεζόν τα θεατρικά μπουλούκια αλωνίζουν την επαρχία,
 για να συμπληρώσουν με αρπαχτές το εισόδημα των ηθοποιών,
οι παραστάσεις δίνονταν συνήθως στα καφενεία των χωριών,
ο καφετζής του χωριού ζητάει υπέρογκο ποσό από το θιασάρχη, εκείνος διαμαρτύρεται, "κύριε Κώστα, μ' αυτά τα χρήματα θα νοίκιαζα αίθουσα λουξ στην Αθήνα", ο μπάρμπα Κώτσιος, νομίζοντας ότι ο Αθηναίος αναφέρεται στα γνωστά λουξ, που χρησιμοποιούσε πριν έρθει το ηλεκτρικό ρεύμα στο χωριό,
φωνάζει στη γυναίκα του,"τι λουξ λιέει τούτους,μαρή Φώτου, θαρρεί πως δεν έχουμι ρεύμα; Πάτα του διακόπτ', ν' ανάψ' του φως"!

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Το μπιμπερό

                                  
Μετά την περιπέτεια στην κλινική, επέστρεψαν στο σπίτι πανευτυχείς οι νεαροί πρωτάρηδες γονείς με το καμάρι τους αγκαλιά, το πρώτο τους βλαστάρι, το πρώτο βράδυ ο νεαρός διάδοχος αρνιόταν το μπιμπερό και έκλαιγε όλη νύχτα...Καταθορυβημένοι οι γονείς τηλεφωνούν την άλλη μέρα στον παιδίατρο, "γιατρέ, το παιδί δε θέλει να φάει και κλαίει συνέχεια!", έρχεται ο γιατρός
 στο σπίτι, το μωρό βαλάντωνε στο κλάμα, το εξετάζει απο δω, το εξετάζει 
από κει, κάποια στιγμή λέει στους γονείς, "φέρτε μου το μπιμπερό", κοιτάει
 το μπιμπερό και αναφωνεί, "το παιδί θέλει να φάει,απλώς εσείς δεν ανοίξατε τρύπα στην πιπίλα,πώς να φάει το μωρό";

Εχουν περάσει τόσα χρόνια και οι φίλοι γονείς ακόμα γελούν με τα πρώτα τους παθήματα ...

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Βγαίνοντας από το μαιευτήριο

Ευτυχέστατος ο πρωτάρης μπαμπάς πήγε στο μαιευτήριο να πάρει τη νεομαμά 
και το νεογέννητο διάδοχο, βγαίνοντας όμως απ' το αυτοκίνητο κλείνει την πόρτα του οδηγού με τα κλειδιά στο τιμόνι και όταν πήγε να ανοίξει και πάλι την πόρτα, τζίφος! Τι να κάνει,τι να κάνει, χωρίς πολύ σκέψη, καθώς στο νου του είχε τη γυναίκα του και το νεογέννητο μωρό, σπρώχνει δυνατά με την παλάμη του το τζαμάκι της πόρτας του οδηγού (θυμάστε, στα παλιότερα αυτοκίνητα το τζάμι της πόρτας του οδηγού δεν ήταν ενιαίο),


 σπάει μεν το τζάμι, αλλά ταυτόχρονα ο οδηγός κόβεται στο χέρι απ' τα γυαλιά, τρέχουν τα αίματα, στις πρώτες βοήθειες της κλινικής του περιποιούνται 
τα τραύματα, δεν του επιτρέπουν όμως να φύγει, έτσι υποχρεώνεται η λεχώνα να επιστρέψει στην κλινική και να διανυκτερεύσει κι εκείνη άλλη μια βραδιά
 με το μωρό στο μαιευτήριο, αναμένοντας την επόμενη μέρα, που θα έπαιρνε 
το εξιτήριο ο κατενθουσιασμένος πλην απρόσεκτος νεομπαμπάς!
Πάντως ούτε στο πιο ευφάνταστο σενάριο δε θα διανυκτέρευαν στο ίδιο νοσοκομείο πατήρ, μήτηρ και νεογέννητον!

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

Το παράπονο του γονιού

Ο καλός γονιός, αγράμματος, καημό το είχε να μάθει ο γιος του γράμματα,
 μια που ο ίδιος δεν αξιώθηκε ούτε δημοτικό να πάει. Όταν λοιπόν πήγε 
στο σχολείο να ενημερωθεί για το παιδί του, βρήκε το δάσκαλο και κείνος 
τον ενημέρωσε οτι το παιδί δε τα καταφέρνει, δεν απαντάει σε καμιά ερώτηση, ούτε προπαίδεια δεν έμαθε... 
Και για να επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό του μπροστά στον πατέρα ρωτάει
 το μικρό μαθητή, "πόσο κάνει, παιδί μου, 5 επί 7;" Το παιδί απαντάει "ογδονταπέντε, κύριε!!!" Κι ο πατέρας, ο αγαθός, αγράμματος χωρικός, 
 νομίζοντας ότι η απάντηση είναι σωστή, στρέφεται στο δάσκαλο,
 "Είδις, κυρ δάσκαλι; Σ' απάντ'σιν! Μόν' ιμένα δε μι του λιέει ντιπ, όταν του ρουτάου, του ουρσούσ'κου τ'κιαρατά!"

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

ΕΠΩΛΗΘΗ

Διεθνής Εκθεση Θεσσαλονίκης 1960, ο παππούς από χωριό του κάμπου 
της Θεσσαλονίκης κατεβάζει το δεκάχρονο εγγονό στην πόλη,
 για να επισκεφθούν την Εκθεση, στο περίπτερο αυτοκινήτων βλέπουν
 μια λιμουζίνα της εποχής,
ο εγγονός ενθουσιάζεται, "παππού, να την αγοράσουμε",
 ο παππούς βλέπει την ταμπέλα ,
προσπαθεί να διαβάσει παρακάτω, είχε ξεχάσει και τα γυαλιά του,
 και μετά κόπου αναγιγνώσκει μεγαλοφώνως
 " Μέρα Νύχτα- Μανώλη Χιόνι",
και ο εγγονός τον διορθώνει, "παππού, δε γράφει "Μέρα Νύχτα-Μανώλη Χιόνι"
-Τι γράφ', αρέ πιδί;
Και το παιδί διαβάζει:
ΕΠΩΛΗΘΗ
ΜΑΙΡΗ ΛΙΝΤΑ-ΜΑΝΩΛΗΣ ΧΙΩΤΗΣ!!!

Τη λιμουζίνα την είχε αγοράσει το γνωστό μουσικό ζευγάρι της εποχής!

  
                                          

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Μαρή π'τάνα!

Συνοικία θεσσαλικής πόλης, οι περισσότεροι "σύνοικοι" κατάγονται απ'το ίδιο ορεινό χωριό, γνωρίζονται μεταξύ τους απέξω κι ανακατωτά, τα προσωπικά δεδομένα πάνε περίπατο, μονοκατοικίες, πολυκατοικίες, στενά, ένας οικοδομικός αχταρμάς, οι καυγάδες του μαχαλά σύνηθες φαινόμενο και πάντα συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον του φιλοθεάμονος και φιλαυτήκοου αργόσχολου πλήθους της περιοχής...Δυο νοικοκυρές λοιπόν αρπάζονται και εκτοξεύουν τους λεκτικούς μύδρους τους η μια εναντίον της άλλης, από τα μπαλκόνια του τέταρτου ορόφου δυο πολυκατοικιών:
-Μαρή π'τάνα, ισιένα π' ου άντρας σ' δε σι γ@μ@ει ντιπ!!!
Απάντηση:-Ισιένα, μαρή π'τάνα, π' όλ' μέρα σι βαράει!!!
Και η ανταπάντηση, αποθέωση λαϊκής κατινιάς και ανθη(θυ)ροστομίας:
-Ιμένα, μαρή π'τάνα, όλ' μέρα μι βαράει, μα όλ' νύχτα μι γ@μ@ει!!!

Πείτε μου,σας παρακαλώ, έχετε παρακολουθήσει πιο αυθεντικό καυγά στα tv-κατινάδικα και στα μεσημεριανάδικα;

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Στα κόκκινα φανάρια...



Ο Νάσιος, τσομπανόπουλο από χωριό του κάμπου της Θεσσαλονίκης πολύ κοντά στη νύφη του Θερμαϊκού, κατέβηκε στην πόλη, για να πάει για πρώτη φορά στα....
Επέστρεψε λοιπόν το παλικάρι στο χωριό και τα φιλαράκια τον ρώτησαν, 
"τι έγινι, αρέ Νάσιου;", 
"να, αρέ πιδγιά, μ' έβαλιν η  π'τάνα μέσα στου δουμάτιου κι μι λιέει,
"γδύσου"!!!
Κι γω τ' λιέου,
 "α;;;"(πού να ξέρει το παλικάρι τι θα πει "γδύσου"!),
 κι μι ξαναλιέει η π'τάνα, 
"βγάλ'τα όλα!"
 κι γω τ' λιέου,"κι τ'ς κάλτσις";;;!!!

Για κάποιους ίσως μοιάζει ανέκδοτο μιας άλλης εποχής, όμως και σήμερα
 χιλιάδες παιδιά της επαρχίας κατεβαίνουν στην πόλη και παθαινουν μπροστά 
στο άγνωστο, μπροστά στο καινούριο...

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

Χαίρω πολύ!

Χωριό στον κάμπο της Θεσσαλονίκης, κατά παράδοση οι νέοι του χωριού
 όταν συναντιούνταν με τους φίλους τους, χαιρετιούνταν χουφτώνοντας 
ο ένας τ' αχαμνά του άλλου και λέγοντας "γειά σ', ρε πουτσούλα, τι φκιάν΄ς, 
μάμα σ' μπαμπάς σ' τι φκιάν'ν";!!!
Τέλη της δεκαετίας του "50 κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα τρακτέρ στο χωριό, ο Κώτσιος, μια ζωή έβοσκε τα γελάδια του

 
   στα κανάλια του Αξιού,
 
έξω απ' το χωριό βγήκε μόνο μια φορά στη ζωή του, όταν ήταν να πάει φαντάρος, θέλησε  κι αυτός ν' αγοράσει τρακτέρ, κάποιος φίλος του ήξερε έναν αντιπρόσωπο γεωργικών μηχανημάτων στη Θεσσαλονίκη, ανεβάζει τον Κώτσιο στο λεωφορείο, φτάνουν στην αντιπροσωπεία, ο φίλος συστήνει τον Κώτσιο στον αντιπρόσωπο, εκείνος απλώνει το χέρι του στον Κώτσιο, του λέει "χαίρω πολύ" 
κι ο Κώτσιος του χουφτώνει τ' αχαμνά φωνάζοντας "γειά σ', ρε πουτσούλα, τι φκιάν'ς, μάμα σ' μπαμπάς σ' τι φκιάν'ν";!!!

ΥΓ.Οι φωτογραφίες είναι "κλεμμένες" από τις εικόνες του Google.

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

Η ντιζέζα

Το παλικάρι πήγε την καλή του στο χωριό, να τη γνωρίσει στο σόι,
 σύστησε τη νύφη στη θειά κι εκείνη ρωτάει:
-Τι φκιάν' αυτήνα,αρέ;
-Παίζει βιολί στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών,απαντάει ο ανεψιός..
Και η θειά:-Ούι, ούι, ντιζέζα θα πάρουμι, πιδί μ';

ΥΓ.Η ανάρτηση αφιερωμένη στην παθούσα,την καλή μπλογκέρισσα logia

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΚΑΙ ΘΗΣΑΥΡΟΣ

Κι άλλη φορά μας απασχόλησαν ιστορίες θησαυρού (εδώ), μα η σημερινή ιστορία έχει ξεχωριστή διάσταση.Πάντα συγκινούσαν τους ευφάνταστους τα παραμύθια για θησαυρούς, πολύ περισσότερο τους δυο νεαρούς μαθητές λυκείου τότε, που περνούσαν έξω απ' το νεκροταφείο του χωριού και ανακάλυψαν μια πλάκα, όπως αυτή της φωτογραφίας.Η απόσταση της πλάκας απ' το νεκροταφείο έβαλε σε ενέργεια την εφηβική φαντασία τους και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι για να είναι η πλάκα έξω απ'το νεκροταφείο,άρα κρύβει θησαυρό! Μια και δυο λοιπόν, μόλις βράδυασε, παίρνουν τσάπες και φτυάρια και σκάβουν μέσα στο μαύρο σκοτάδι, να βρουν το θησαυρό. Κρύο φαρμάκι, Γενάρης μήνας, ξεπάγιασαν σκάβοντας όλη τη νύχτα, άνοιξαν ένα λάκκο δυο μέτρα βάθος, άνθρακες ο θησαυρός, πριν ξημερώσει εγκατέλειψαν την προσπάθεια κουρασμένοι. Την άλλη μέρα οι χωριανοί είδαν τη μεγάλη λακκούβα και το συμπέρασμα βγήκε αβίαστα, κάποιοι βρήκαν θησαυρό κάτω απ'την πλάκα! Οι επίδοξοι θησαυροκυνηγοί ακόμα γελούν και με το δικό τους πάθημα και με το πάθημα των συγχωριανών τους...

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013

Νεοέλλην στο σουπερμάρκετ

Όγκος πελώριος, κεφάλα και προγούλι βουβαλίσιο, φαλάκρα-αεροδρόμιο,
να προσγειωθεί αιρμπας
, μουστάκα ψιλοστριφτή, προκοίλι να σου βγάλει
μια καζανιά πατσά, στέκεται μπροστά στην προθήκη κρεάτων του σουπερμάρκετ, δίπλα του ο "μισή μερίδα" συνοδός, ο οποίος προφανώς θα φορτωθεί τα ψώνια, επειδή ο ανωτέρω περιγραφείς βούβαλος δεν μπορεί να σηκώσει ούτε το δικό του βάρος
.
Ο βούβαλος παραγγέλλει δυόμιση κιλά παϊδάκια, βλέπει αυτά που απομένουν στην προθήκη,"βάλ'τα κι αυτά", ακολουθούν οι πανσέτες στον ίδιο ρυθμό, τα λουκάνικα (οι τρεις αρμαθιές έγιναν πέντε), οι μπριζόλες, χοιρινές και μοσχαρίσιες, και το άκρον άωτον ο μπουχέσας διαμαρτύρεται γιατί δεν εχουν έτοιμα σουβλάκια και θα κουραστεί να τα ετοιμάσει, όχι ο ίδιος βέβαια αλλά ο δυστυχής συνοδός του!
Για όνομα του θεού, βρε παιδιά, πήγε για δέκα κιλά κρέατα και άδειασε όλη την προθήκη, έφυγε με εικοσιπέντε κιλά κρέας!!! Ε, μέρος της κρίσης που βιώνουμε δεν αντιστοιχεί σε τέτοιες "βουβαλιές";Μου χρωστάς, ρε βούβαλε, μου χρωστάς, αυτο το "βουβαλισμό" σου πληρώνουμε κι εγώ και οι ταπεινοί όμοιοί μου, όταν βγαίνεις στην αγορά και αγοράζεις τα διπλάσια και τα τριπλάσια απ' όσα χρειάζεσαι, κάποια στιγμή πρέπει να πληρώσεις, αλλά δεν τα πληρώνεις εσύ, φαταούλα, τα πληρώνω εγώ κι άλλοι παραφορτωμένοι "γάιδαροι", γμτ τα φιτίλια σου μέσα, παλιορουφιάνε του κερατά....

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012

Τι να σι κάμου, Στέλλα μ'!

Σώγαμπρος, πρώτη νύχτα του γάμου, σε σπίτι με μια κρεβατοκάμαρα 
και μια κουζίνα, η οικογένεια της νύφης κοιμάται στρωματσάδα στην κουζίνα, καθώς έχει παραχωρήσει τη μοναδική κρεβατοκάμαρα στο νέο ζεύγος 
για την πρώτη νύχτα του γάμου, οι νεόνυμφοι επιδίδονται στα γνωστά, 
φαίνεται πως η νύφη το καταευχαριστιέται, καθώς μέσα από το δωμάτιο ακούγονται οι αναστεναγμοί της, αααχ! αααχ! αααχ!, κι ο ωτακουστής αδερφός της νύφης σχολιάζει με χιούμορ: -Τι να σι κάμου, Στέλλα μ', να ήταν βάρους να στου σ'κώσου!!!
Η Στέλλα της ιστορίας μας δημιούργησε μια ευτυχισμένη οικογένεια, αντίθετα με τη Στέλλα του  γνωστού παραδοσιακού τραγουδιού, η οποία παράτησε τον άντρα της για χάρη ενός δασάρχη!



Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ


Δεκαετία του '50, ελληνική επαρχία, οι "νικητές" του εμφυλίου να στεριώνουν
την εξουσία τους, οι "ηττημένοι" να προσπαθούν να μαζέψουν
τα κομμάτια τους,
κι ένα νέο φρούτο φυτρώνει στις πλατείες των χωριών αλλά και σ' όλη την Ελλάδα γενικότερα, το περίπτερο...Ανταμοιβή στους ανάπηρους πολέμου και κυρίως του εμφυλίου, οι οποίοι βεβαίως ανήκουν στην πλευρά των "νικητών". Ας μην είμαστε αυστηροί, κι αυτοί θύματα ήταν, μέσα απ' το λαουτζίκο βγαλμένοι, βρέθηκαν θεληματικά ή αθέλητα στη δεξιά όχθη του ποταμού, ανταμείφθηκαν με άδειες περιπτέρου, αλλά στην πλειοψηφία τους κατέληξαν όργανα των νικητών, ειδικά στα χωριά της Μακεδονίας ήταν το μάτι της εξουσίας
, ποιος, τι, γιατί, η προστασία των προσωπικών δεδομένων στις μικρές κοινωνίες ανύπαρκτη, ποιος τά 'χει με ποια, τι εφημερίδα διαβάζει ο τάδε, δυο εφημερίδες της Θεσσαλονίκης κυκλοφορούσαν τότε στη μακεδονική επαρχία, ο Ελληνικός Βορράς και η Μακεδονία, όποιος διάβαζε Μακεδονία θεωρούνταν το λιγότερο "συνοδοιπόρος", για Αυγή δεν το συζητάμε,η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε ακόμη και μετά τη μεταπολίτευση...
Η ιστορία μας συνέβη σε χωριό της Μακεδονίας, όχι στο δικό μου, οι συγχωριανοί αναγνώστες αδίκως θα αναζητήσουν ομοιότητες με παλιές κολινδρινές ιστορίες, και τα ονόματα των πρωταγωνιστών φυσικά τυχαία...
-Ακουγόταν ότι η Κώτσιους έβαζε χέρι τους γκέι του χωριού, ήταν τρεις,
ένας ντόπιος και δυο ξένοι.
Λεγόταν μάλιστα ότι τους πήγαινε κοντά
σε βρύσες και νερά, έξω απ' το χωριό, για να πλένεται μετά την...πράξη!

Η Κώτσιους λοιπόν πάει στο περίπτερο, αγοράζει τα τσιγάρα του, ο περιπτεράς,
η Νάσιους, φλέγεται από περιέργεια να μάθει για τα θρυλούμενα κατορθώματα
του Κώτσιου και ακολουθεί ο διάλογος σε γνήσιο βόρειο γλωσσικό ιδίωμα:
Ν:-Αρέ Κώτσιου, του Μανουλάκ' πού τουν γ@μ'σις;
Κ:- Στ'ς Μάκους τ'ς βρυσούλις...
Ν:-Αρέ Κώτσιου, του Νικουλάκ' πού τουν γ@μ'σις;
Κ:-Στ' Στιφανάκου του π'γάδ'...
Ν:-Αρέ Κώτσιου, του Θανασάκ' πού τουν γ@μ'σις;
Κ:-Στ'ς Χάζινας του ρέμα...
Η Κώτσιους
παίρνει τα τσιγάρα του, αλλά δε φεύγει, ακουμπάει με τον αγκώνα του στον πάγκο του περιπτέρου, το χέρι του στο πηγούνι, και κοιτάει ακίνητος τον περιπτερά, οπότε ακολουθεί ο επόμενος διάλογος:
Ν:-Τι μι χ'τάζ'ς έτσια, αρέ Κώτσιου; Τι σκιέφτισι;
Κ:-Να, αρέ Νάσιου,σκιέφτουμι, ισιένα πού σι γ@μ'σα!!!Η πληρωμένη απάντηση του Κώτσιου δεν πτόησε βεβαίως τον περιπτερά, ο οποίος συνέχισε απτόητος το "ερευνητικό" του έργο , αφού περάσανε πολλά χρόνια για να αλλάξουν οι συνθήκες στη μακεδονική ύπαιθρο...


Τον τύπο του περιπτερά που περιγράψαμε σίγουρα τον έχετε δει σε παλιές ελληνικές ταινίες...

Σάββατο 25 Αυγούστου 2012

ΤΑ ΠΕΠΟΝΙΑ


Το σπίτι στην άκρη του χωριού, ο δρόμος μπροστά απο το σπίτι κατηφορικός,
στις ακρες του δρόμου νεροσυρμές και θάμνοι, ο ήλιος έχει βασιλέψει,
στο μπαλκόνι του σπιτιού οι ευτυχείς ένοικοι απολαμβάνουν
τη μισοσκότεινη σιγαλιά, αλλά πίσω από τις φυλλωσιές του απέναντι κήπου βλέπουν το συνήθη κλέφτη του χωριού, να γεμίζει τον τορβά του
με τα πεπόνια του γείτονα...
Ο κλέφτης, με τον τορβά στον ώμο, περνάει μπροστά τους σφυρίζοντας αδιάφορα, εκείνοι τον καλησπερίζουν, αυτός ανταποδίδει ευγενικά την καλησπέρα και οι γείτονες τον ρωτούν "τι έχ'ς στουν ντρουβά, αρέ Κώτσιου;", ο Κώτσιος κάνει πως δεν ακούει, εκείνη τη στιγμή -θεία δίκη!- σχίζεται ο τορβάς απ' το βάρος,
όλα τα πεπόνια στο δρόμο, κατρακυλούν στην κατηφόρα, ο Κώτσιος να τα κυνηγάει
, να τα ψάχνει στις νεροσυρμές και στους θάμνους στην άκρη του δρόμου, οι γείτονες να εχουν λυθεί στα γέλια κι ένα πεπόνι κατρακυλάει μέσα στο δικό τους κήπο,
ο Κώτσιος ακόμα κυνηγάει τα κλεμμένα πεπόνια και οι γείτονες μέσα σε ασυγκράτητα γέλια για το πάθημα του κλέφτη τρώνε το λαθραίο πεπόνι!!!


ΥΓ. Οι συγχωριανοί αναγνώστες ας μην προσπαθήσουν να αναζητήσουν τους ήρωες της ανάρτησης, το επεισόδιο εκτυλίχτηκε σε άλλο χωριό..