Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοπαρουσίαση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοπαρουσίαση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Γιώργος Σκαμπαρδώνης

                                                   
Ο τρίτος και μικρότερος από τη φοιτητική  παρέα των "καλλιτεχνούντων"
 στο κυλικείο της παλιάς Φιλοσοφικής,
μετά το Νικόλα τον Άσιμο (εδώ) και τον Αργύρη Μαρνέρο (εδώ).
                                ΜΟΥΣΑΙΣ ΧΑΡΙΣΙ ΘΥΕ
 γράφει πάντα στην είσοδο του παλιού κτιρίου της σχολής.
Ο Άσιμος, ο Μαρνέρος, ο Σκαμπαρδώνης, ο καθένας με τις δικές του αναζητήσεις,  έθυαν από τότε στις Μούσες και στις Χάριτες
Ο Γιώργος (εργογραφία εδώ)πνεύμα σπινθηροβόλο, με  προφορικό και γραπτό λόγο πνευματώδη, καταλυτικό και "δάκνον" χιούμορ, όπως έλεγε κάποιος φίλος, έδειχνε από τότε, όταν μας διάβαζε κάποια πρωτόλειά του, ότι θα γράψει όμορφαΚαι πράγματι δικαίωσε την πρόβλεψη της φοιτητικής παρέας...
Πριν ακόμα αποφασίσει να "εκδοθεί", χαιρόμουνα την απολαυστική γραφή του καθημερινά στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη, ήξερα οτι κάποια στιγμή θα κάνει 
το εκδοτικό τόλμημα και το έκανε, από τότε φροντίζει ανελλιπώς να πλουτίζει 
τη λογοτεχνική αναζήτηση όσων αγαπάμε την καλή λογοτεχνία...
Σήμερα θεωρείται και είναι απο τις καλύτερες πένες της σύγχρονης νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Έχω διαβάσει όλα σχεδόν τα έργα τουόσοι αγαπούν το διήγημα, 
ας αναζητήσουν το "Μάτι φώσφορο, κουμάντο γερό", το "Πάλι κεντάει ο στρατηγός".  Αναζητήστε ακόμη το μυθιστόρημα "Πολύ βούτυρο στο τομάρι του σκύλου", μια μυθιστορηματική, διεισδυτική ανατομία των  παρακρατικών ομάδων,
 που δρούσαν στη Θεσσαλονίκη κατά τη δεκαετία του 60, όταν δολοφονήθηκε
 ο Γρηγόρης Λαμπράκης.
Φυσικά κάθε καινούρια δουλειά του εγώ τουλάχιστον την αναμένω με ιδιαίτερο ενδιαφέρον...

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΧΙΛΑΔΕΣ ΦΟΡΕΣ

Ζυράννα ΖατέληΤο πάθος χιλιάδες φορές

Με μάγεψε πριν από χρόνια το πρώτο μυθιστόρημα της "Με το φως του λύκου επανέρχονται". Τη θεωρώ ως τη σπουδαιότερη λογοτέχνη των τελευταίων τριάντα χρόνων. Ακολούθησε η τριλογία "Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους".
Το πρώτο μέρος
με τίτλο "Ο θάνατος ήρθε τελευταίος" επιβεβαίωσε την άποψή μου για τη συγγραφέα. Το δεύτερο μέρος της τριλογίας σας παρουσιάζω σήμερα.

Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο της έκδοσης:
-Τα πολύ παλιά χρόνια, στο ξεκίνημα των καιρών και στο μακρινότερο σημείο της γης ήταν μια πόρτα. Μια κλειδωμένη πόρτα. Από όλες τις μεριές του κόσμου ταξίδευαν άντρες και γυναίκες με κλειδιά στο χέρι για να ανοίξουμε την πόρτα. Μα η πόρτα δεν άνοιγε με τίποτα.

Όποιος πίστεψε ότι οι νεκροί του πρώτου βιβλίου είχαν πεθάνει διαψεύσθηκε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, όταν γύρισαν όλοι οι "άσωτοι". Καταβεβλημένοι εν ζωή από τα στοιχεία της φύσης, από πάθη και έρωτες που δεν τους σήκωνε η πάνω μεριά της γης, τίναξαν από το γιακά τους τα χώματα και επέστρεψαν θριαμβευτικά, για να δειπνήσουν όπως άλλοτε με τους ζωντανούς - μια νύχτα κόσμος ολόκληρος και το ανθρώπινο δράμα εν οίστρω -, μέχρι να έρθει η σεβαστή εκείνη ώρα, το πρώτο χάραμα, να ημερέψουν και να κρυφτούν ξανά ως ώφειλαν στα σκότη.
Και όλα τούτα υπό το άγρυπνο βαθύσκιωτο βλέμμα της Λεύκας, που αργότερα θα επιλέξει ως αληθνό ψευδώνυμο το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους.
Η μικρή ελαφίνα θα μεταμορφώνεται λίγο-λίγο σε γυναίκα, πάντα αινιγματική, ταγμένη στα δοξαστικά ξοδέματα της πένας της και προορισμένη να μιλάει στις ψυχές όπως μιλούν τα φύλλα όταν τ' αγγίζει ο αέρας περιφρουρώντας και μαζί απεικονίζοντας ανείπωτα μυστικά.

Παραθέτω απόσπασμα, χαρακτηριστικο δείγμα γραφής της Ζατέλη:
-Δεν βάσταξε αιώνες μέσα του εκείνος ο χόχλος σχετικά με τη Δάφνη,
η αναστάτωση του νου, πλην όμως τον δοκίμασε ιδιαίτερα. Είχε ένα αίσθημα κατάπτωσης, εξαθλίωσης, λες και η όποια ανομολόγητη σκέψη του ξέφευγε
απ' την κατοχή του κι έβγαινε στο φως, αντανακλούσε επάνω του, κι ήθελε να μην τον βλέπει κανένας, να εξαφανιστεί από τα μάτια των δικών του. Νόμιζε πως είχε στραβώσει το στόμα του εκείνες τις μέρες, πως έπαθε κάτι ο γοφός του και τον εμπόδιζε να περπατήσει σωστά. Το στόμα ήταν στη θέση του και η περπατησιά του άμεμπτη σχεδόν, σταθερή, όμως ο μέσα παραδαρμός, το ασίγαστο πιλάτεμα στη συνείδησή του, τον έκαναν να αναλογίζεται εκείνο το άλλο, με τη Ζήνα κάποτε,
και να του φαίνεαι λίγο-πολύ, μπροστά σε τούτο, σαν αμάρτημα στα ρηχά.
Τα υπολόγιζε κι έλεγε πως στο κάτω-κάτω ήταν είκοσι-τόσα χρόνια νεώτερος τότε και η Ζήνα ένα αγνωστο κορίτσι, άσχετο, ένας πειρασμός απ' το πουθενά
- στον οιονδήποτε μπορούσε να συμβεί ένα τέτοιο πράγμα, να τα φέρει έτσι η ζωή. Ωστόσο τα μισά τα έκρυβε, ο χρόνος του έπαιζε παιχνίδια: ξεχνούσε πως με την Ζήνα είχε κάνει και παιδί τότε, κότσαρε ένα εξώγαμο στην οικογένειά του, που αλλοίμονο, όσο αθώο κι αν ήταν το ίδιο, ευθυνόταν ως έναν βαθμό που χάθηκε τόσο άδικα και παράλογα, "από ένα τίποτα", η μικρή θυγατέρα του, η νόμιμη Δάφνη (πάλι Δάφνη, παντού Δάφνη), ενώ τώρα ούτε που διανοήθηκε
ν' απλώσει το χέρι του ν' αγγίξει έναν τέτοιο απαγορευμένο καρπό; Η σύγκριση λοιπόν της μιας "αμαρτίας" με την άλλη -η περίεργη ανάγκη του να τα εξομοιώσει-,
όσο δικαιολογημένη ή αναπόφευκτη κι αν ήταν, ήταν κατά το μάλλον ανυπόστατη.
Καταγράφω και την προσωπική μου εκτίμηση:
Οπως έγραψα και στην αρχή νομίζω πως είναι μακράν η καλύτερη λογοτεχνική πένα της τελευταίας τριακονταετίας. Μια γραφή που συναρπάζει όσους αναζητούμε πραγματική λογοτεχνία. Άκουσα κάποιον γνωστό και πολύ καλό συγγραφέα να ισχυρίζεται ότι η Ζατέλη αντιγράφει τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές, δε συμφωνώ μαζί του, η συγγραφέας διαμορφώνει το δικό της προσωπικό ύφος γραφής, αλλά ακόμα κι αν είναι αλήθεια, το να αντιγράψεις τον Μαρκές οπωσδήποτε είναι τέχνη. Επιμένω όμως ότι η Ζατέλη διαμορφώνει ένα δικό της κώδικα γραφής μακριά από σύγχρονες μπεστσελερίστικες και εύπεπτες δοκιμές, απόδειξη γι' αυτό είναι
η αραιά εμφάνιση της στον εκδοτικό χώρο, το τελευταίο μέρος της τριλογίας
θ' αργήσει...



Σάββατο 27 Απριλίου 2013

Aπό τη χθεσινή παρουσίαση...

...του βιβλίου του Σταύρου Παπανικολάου στο βιβλιοπωλείο ΝΕΣΤΩΡ στην Κατερίνη, για την οποία κάναμε λόγο στην προηγούμενη ανάρτηση...
Δεξιά ο συγγραφέας, αριστερά ο αδελφός Κώστας, εκ των παρουσιαστών του βιβλίου(δε μοιάζουν για δίδυμοι,έτσι;!!!ΣΣτη μέση δεν ξέρω ποιος είναι!


Μικρό μέρος του ακροατηρίου,την ιδια ωρα που στην πόλη της Κατερινης ειχε άλλη μια παρουσιαση βιβλίου,δυο συναυλίες(μια σε υπαιθριο χώρο και μία σε κλειστό) και τρεις σχολικές εκδηλώσεις,την παρουσίαση παρακολούθησαν τριανταπέντε βιβλιόφιλοι,αριθμός ιδιαιτερα ικανοποιητικός για τέτοια μέρα και για επαρχιακή πόλη...
                                                     


Το "ευ ζην",η φιλοσοφία που διαχεει το βιβλιο του Σταυρου,ολοκληρώνεται με ενα ποτήρι κρασί στο πόδι και συζήτηση του συγγραφέα με το ακροατήριο...

 Ξεχωριστές ευχαριστίες σ'όλους τους φίλους που παρακολούθησαν την παρουσίαση,
 τους διαδικτυακούς φίλους που βοήθησαν  στην προώθηση της ενημέρωσης για την εκδήλωση 
και ιδιαιτερα στο Νίκο,την Ελένη, τη Δέσποινα, το Χρίστο, του φιλόξενου χώρου του βιβλιοπωλείου ΝΕΣΤΩΡ      

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Oταν ο VAD παρουσιάζει μυθιστόρημα...



Αφιερώσαμε ανάρτηση στο μυθιστόρημα του δικού μας Σταύρου (εδώ) και σήμερα το παρουσιάζουμε στο βιβλιοπωλείο ΝΕΣΤΩΡ (εδώ) του φίλου μας Νίκου, στην Κατερίνη, είμαστε βέβαιοι ότι οι Κατερινιώτες βιβλιόφιλοι θα μας τιμήσουν με την παρουσία τους.

Το Βιβλιοπωλείο Νέστωρ σας προσκαλεί στην παρουσίαση του βιβλίου του Σταύρου Παπανικολάου ''Αίσιο τέλος'', εκδόσεις Μαλλιάρης παιδεία, την Παρασκευή 26 Απριλίου, στις 20.30 το βράδυ στο καφέ του βιβλιοπωλείου. (Κανάρη 5- πεζόδρομος πλατείας). 

Το βιβλίο παρουσιάζουν οι: Δαραής Βασίλης, φιλόλογος
Παπανικολάου Κων/νος, φιλόλογος.


Υστερόγραφο του VAD:Μια φορά κι ένα καιρό ο προσκαλών θα έγραφε εις άπταιστον καθαρεύουσαν: Η ανάρτησις επέχει θέσιν επισήμου προσκλήσεως!

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Oι Αύγουστοι

Μπήκε στην μπλογκοζωή μας πριν από τρία χρόνια και κάτι ως Γιαγιά Αντιγόνη, ενθουσιασμός στην μπλογκοκερκίδα, αποκτήσαμε μπλογκογιαγιά, φυσικό επακόλουθο στο μυαλό μας η εικόνα της γιαγιάς που αποφάσισε τώρα στα γεράματα ν' ασχοληθεί και με τα...ιντερνέτια, έλα όμως που "ουδέν κρυπτόν υπό τον μπλογκοήλιον",  στη διάρκεια  "εξετέθη" και στα...φεϊσμπούκια, οπότε ανακαλύψαμε ότι μόνο για γιαγιά δεν επρόκειτο! Φυσικά μας είχε δώσει δειγματα γραφής στο μπλόγκι της (έλα τώρα, δε χρειάζεται να κάνω παραπομπή, αλίμονο αν δεν την ξέρετε!), ο VaD διάβασε ιστορίες καραβίσιες, λιμανιών, ξενιτιάς, το τελευταίο θέμα ιδιαίτερα άγγιζε τον τότε ξενιτεμένο μπλόγκερα, η Αντιγόνη έγραψε κάπου ότι είχε πιάσει και στο λιμάνι του Πορτ Σουδάν, άλλο που δεν ήθελε ο υπογράφων, (που έχει δείξει μέσα απο το μπλογκ του ότι κυνηγάει και λατρεύει τις παλιές ιστορίες, τα "μασλάτια" στο ιδίωμα του ΑΠΟΥΡΩ), κόλλησε...
Η επιπλέον θεματική του μπλογκ της ήταν τα Περαιώτικα, που θύμιζαν ιστορίες απ'τα Παιδά της Πιάτσας του Νίκου Τσιφόρου, άλλος ένας σοβαρός λόγος για να περιμένω με ενδιαφέρον πάντα τις αναρτήσεις της...
Αφού λοιπόν εξετέθη στα ινερνέτια, αποφάσισε να "εκδοθεί" και στο χαρτί, έτσι προέκυψαν οι Αύγουστοι. Μια ιστορία που αναπλάθει ολόκληρη εποχή, μέσα απο συνήθειες, συμπεριφορές, στάσεις ζωής, νοοτροπίες, κλειστές κοινωνίες, στερεότυπα, μικρές και μεγάλες επαναστάσεις...Η γραφή της θυμίζει Μαρία Ιορδανίδου (Λωξάνδρα), θυμίζει Ευγενία Φακίνου (Αστραδενή), δεν αντιγράφει όμως, δε μιμείται, αυθόρμητα ακολουθεί περιγραφικούς δρόμους που ταιριάζουν απόλυτα στη θεματική της...
Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο:
-Ενα κομμάτι ενός ημερολογίου, μια αφήγηση που έχει να κάνει με το συναίσθημα. Η Αντριάννα γεννήθηκε στην Αίγινα, στη μεταπολεμική εποχή.
Πάντα ζητιάνευε τις αλήθειες. Ονειροπόλα, εσωστρεφής...βρήκε στη διπλανή πόρτα τη στοργή που δεν αντάμωσε στο δικό της σπιτικό.
Φαντάσματα με ανθρώπινη μορφή κλειδωμένα στο σπίτι απέναντι από το μόλο.
Μιλάει με το εντός της, δέχεται χτυπήματα...από μια μοίρα που είχε καθορίσει χρονικά τον Αυγουστο να της τα στείλει.
Εψαχνε τις πατημασιές να βρει τις αλήθειες. Αργά...από φόβο που κυριαρχούσε στην περιέργειά της...
Άτολμη...παρατηρούσε το χρόνο να τρέχει.
Οι κόμποι λύνονται ένας ένας...οδυνηρά.
Ιστορίες ανθρώπων με τη δική τους οπτική, ξετυλίγονται μαρτυρώντας ο καθένας τη ζήση του που ήταν πλεγμένη μαζί της.
Το ημερολόγιο ήταν γραμμένο στην ψυχή της...που το ξεφυλλίζει να λυτρωθεί.

Και ένα απόσπασμα, χαρακτηριστικό δείγμα γραφής της Αντιγόνης:
-Από το παράθυρο είδα το Σώζο να κάθεται σε μια πέτρα κάτω απο τα γυμνά κλαδιά της συκιάς ζαρωμένος...μια χούφτα κορμί. Λύγισε η καρδιά μου. Εριξα το παλτό στην πλάτη και βγήκα έξω...άκουσε τα βήματά μου και γύρισε. Όλου του κόσμου οι ερωτήσεις στα μάτια του, τα πυρωμένα απ' το κρασί. Του χάιδεψα τα μαλλιά και γονατίζοντας δίπλα του έπιασε ένα κλαρί και σκάλιζε το χώμα. Δεν με κοιτούσε, έκανε κύκλους στο νοτισμένο χώμα σαν να ήθελε να κλείσει μέσα τον πόνο του...

Για επίλογο σημειώνω στα θετικά ότι η Αντιγόνη αξιοποίησε τις ερωτικές ιστορίες για να αναπλάσει μια εποχή, δεν παρασύρθηκε από το συναίσθημα σε αρλεκινοειδές κατασκεύασμα, εν κατακλείδι χαρτογράφησε ανάγλυφα έναν άλλο κόσμο...

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Aίσιο τέλος3

                                     Σταύρου Παπανικολάου -
                                                Aίσιο τέλος3
   
                                     


Όταν γράφεις για κάτι πολύ δικό σου, κινδυνεύεις να παρασυρθείς σε υποκειμενική κρίση. Δε φοβάμαι να το πω, επειδή δεν μπορώ ν' αποφύγω την υποκειμενικότητα, αφού γράφω για το Σταύρο, αδέρφι απο καρδιάς, με δένει μαζί φιλία  πάνω από τριάντα χρόνια και δυνατή πνευματική συγγένεια...
Απ' όσα εγκωμιαστικά θα διαβάσετε για το συγγραφέα, ακόμα και τα μισά να κρατήσετε, αρκούν για να αποδώσουν τη δύναμη γραφής του Σταύρου, τη διεισδυτική κριτική και αναλυτική  ματιά του μέσα στον ατομικό και στον κοινωνικό χώρο, η οποία διαφαίνεται ακόμα από την πρώτη του συγγραφική απόπειρα (κλικ εδώ).
Ο Σταύρος Παπανικολάου, κατά φιλοδοξία συγγραφέας, όπως ταπεινά δηλώνει ο ίδιος, αποτυπώνει στο χαρτί τη χειρουργική ικανότητά του να ανατέμνει συλλογικές και ατομικές συμπεριφορές, να εμβαθύνει σ'αυτές, να τις ερμηνεύει μέσα από τις ιστορίες των ηρώων του, που παλεύουν με την ανθρώπινη μοίρα και στέκονται με το κεφάλι ψηλά. Το λογοτεχνικό εύρημα του Σταύρου, ο κύκλος,(το μυθιστόρημα αρχίζει με την πρώτη ιστορία, η οποία ολοκληρώνεται στο τέλος του βιβλίου, αφού παρεμβληθούν οι παρένθετες ιστορίες) διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Από τους ήρωες ξεχωρίζω την ηλικιωμένη πια πρώην πόρνη, ένα άτομο βαθιά φιλοσοφημένο , όχι μόνο εξαιτίας των αρνητικών εμπειριών που έχει απ'τη ζωή, αλλά και λόγω των σπουδών κοινωνιολογίας, τις οποίες κατόρθωσε να ολοκληρώσει.
Τρεις ιστορίες (εξ ου και ο εκθέτης στον αισιόδοξο τίτλο) και όχι μόνο, οι οποίες στα χέρια άλλου συγγραφέα ίσως κατέληγαν σε μελό, επιτρέπουν στο Σταύρο να υμνήσει την κατάφαση της ζωής σε όλο της το μεγαλείο, πέρα από συμβατικότητες, μια  στάση ζωής με κεντρικό άξονα τη χαρά του "ευ ζην" και την καβαφική αξιοπρέπεια, όπως την αποτύπωσε ο Αλεξανδρινός Ποιητής στο  "Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον" (κλικ εδώ).

Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο:
-Τι μπορεί να συνδέει ένα νησί της άγονης γραμμής με τη Θεσσαλονίκη; Την απάντηση δίνουν τρεις ομόκεντρες ιστορίες, και όχι μόνο, γραμμένες από έναν κατά φιλοδοξία συγγραφέα. Μέσα απ' αυτές αυθαίρετα εγκλωβισμένες, άλλες δύο, που όσο κι αν λατρεύουν μια άλλη θεά, τη βία, συμπληρώνουν και ενισχύουν το βασικό προσανατολισμό του βιβλίου, το αίσιο τέλος.

Παραθέτω και απόσπασμα, χαρακτηριστικο της γραφής του συγγραφέα:
Πριν προλάβει να τελειώσει την πρότασή της, ο κοντραμπατζής κατέφτασε χαμογελαστός και τους ζήτησε να τον ακολουθήσουν. Τους οδήγησε στο πίσω μέρος της βεράντας, ένα μέρος αθέατο απο πολλούς. Επρόκειτο για έναν εξώστη που έβλεπε μόνο στο πέλαγος, κυριολεκτικά κρεμασμένος πάνω από ενα μικρό γκρεμό που η βραχώδης παραλία του αγκαλιαζόταν με τη θάλασσα. Νόμιζες οτι βρισκόσουν σε κατάρτι ιστιοφόρου και όχι στη στεριά. Ο φωτισμός σοφά ρυθμισμένος επέτρεπε και ξεκούραστα να τρως και δεν εμπόδιζε να βλέπεις το ασημένιο ποτάμι που ζωγράφιζε το ποτάμι πάνω σε μια θάλασσα που θύμιζε παγωμένο ζελέ απο την ακινησία. Το τραπέζι ήταν στρωμένο με το μεγαλόπρεπο ψάρι στη μέση και το μπουκάλι ήδη ανοιγμένο ώστε να προλάβει το κρασί να πάρει κάποιες ανάσες.


Μια πρόταση ανάγνωσης, κατά την ταπεινή μου άποψη γεμάτη από κατάφαση ζωής,"ευ ζην", αξιοπρέπεια...

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

Το Πιερικό χωριό Καταχάς, του Βασίλη Γρηγοριάδη


Ερασιτέχνης ερευνητής ο συγγραφέας (κλικ εδώ), δε φιλοδοξεί να γράψει επιστημονικό πόνημα, αλλά να διασώσει την ιστορία του χωριού του, 
του Καταχά Πιερίας (εδώ), και τα καταφέρνει θαυμάσια, συμπληρώνοντας την  παλαιότερη αξιόλογη απόπειρα του Ιορδάνη Ελευθεριάδη, την οποία παρουσιάσαμε εδώ.
Παραθέτουμε απόσπασμα από τον πρόλογο, ενδεικτικό των προθέσεων 
και των στόχων του:
-Ο αναγνώστης του ανά χείρας πονήματος ας έχει υπόψη του ότι οι παραλείψεις και τα λάθη, σε μια καταγραφή ιστορίας που καλύπτει χρονικό διάστημα ενός 
και πλέον αιώνα, είναι ανθρωπίνως αδύνατο να αποφευχθούν. Δεν αποκλείω 
το γεγονός οτι κάποια κενά ή ακόμα και κάποιες όχι απόλυτα ακριβείς αναφορές από μη πλήρως εξακριβωμένες πληροφορίες να υποπέσουν στην αντίληψή του, πράγμα για το οποίο ζητώ εκ των προτέρων συγγνώμη. Εκείνο που έχει ιδιαίτερη νομίζω σημασία είναι η εργώδης προσπάθεια για την όσο γίνεται μεγαλύτερη προσέγγιση της αλήθειας, επιδίωξη που θεωρώ ότι, κατά ένα μεγάλο μέρος,
 έχει επιτευχθεί. 

Ιστορικού και λαογραφικού ενδιαφέροντος, το βιβλίο καλύπτει τις αναζητήσεις των παλιών και των νέων κατοίκων του Καταχά σε ό,τι αφορά τις ρίζες τους και τον τόπο καταγωγής τους, παλαιότερο και σύγχρονο...Πιστεύω όμως ότι δε θα αφήσει αδιάφορο και τον αναγνωστη, που αρέσκεται να περιδιαβάζει σε τόπους με πολύχρονη, πονεμένη ιστορία, όπως είναι τα προσφυγοχώρια της ελληνικής υπαίθρου και προπαντός της Μακεδονίας.

Στάθηκα ιδιαίτερα στην ενότητα Ιστορικά ανέκδοτα του Καταχά (πραγματικά και όχι φανταστικά), ιστορίες που αποκαλύπτουν το θυμοσοφικό ποντιακό χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό των λαϊκών ανθρώπων, μακριά από τα νεότερα δήθεν ποντιακά ανέκδοτα. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό δείγμα:
                            Άλλο μέρος κι έβραν;
Σ' αράν' τη Πιπέρ' ούλ' εντάμα τιζεύνε τον καπνόν. Αναχάπαρα,
 ο Παναγιώτης ερχίνεσεν να μουρμουρίζ' και να βλαστημά.
Ερωτά 'τον η γαρή ατ' η Μέλη:
-Ντ' έπαθες, Παναγιώτη, και βλαστημάς;
-Ντο να έπαθα; Ερθαν εκάτσαν σο μυτί μ' δυο μυίας κολλημένα τ'αφορεσμενα. Αλλο μέρος κι έβραν, απάν σο μυτί μ' έρθαν να γαμίουνταν;  
 

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΟ ΤΑΤΟΥΑΖ


ΣΤΙΓΚ ΛΑΡΣΟΝ: - Ο Σουηδός συγγραφέας της τριλογίας με τίτλο MILLENNIUM, οι άλλοι δυο τίτλοι της τριλογίας είναι ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΕΠΑΙΖΕ ΜΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ και ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΣΤΗ ΦΩΛΙΑ ΤΗΣ ΣΦΗΓΚΑΣ.Ο συγγραφέας δεν πρόλαβε να γευτεί το λογοτεχνικό θρίαμβό του αφού, λίγες μόνο μέρες μετά την παράδοση των χειρογράφων του, πέθανε από καρδιακή ανακοπή. Ήρωες της τριλογίας ο δημοσιογράφος Μίκαελ Μπλούκβιστ και η Λίσμπετ Σαλάντερ, νεαρή αριστερή, "αντικοινωνική" , χάκερ με τα όλα της...

Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο το θέμα του πρώτου βιβλίου:

-Η Χάριετ Βάνιερ εξαφανίστηκε πριν από τριάντα έξι χρόνια κατά τη διάρκεια ενός καλοκαιρινού φεστιβάλ στο σουηδικό θέρετρο ΄Εντεμπι. Παρά τις έρευνες της αστυνομίας, δε βρέθηκε ποτέ κανένα ίχνος της δεκαεξάχρονης κοπέλας. Το έσκασε; Ή θύμα δολοφονίας; Κανένας δε γνωρίζει και η υπόθεση έκλεισε, όλοι ξέχασαν τις λεπτομέρειες. Όλοι, εκτός από το θείο της Χάριετ, τον Χένρικ Βάνιερ, έναν ηλικιωμένο βιομήχανο, που έχει βάλει σκοπό της ζωής του να λύσει το μυστήριο προτού πεθάνει. Στους τοίχους του γραφείου του υπάρχουν σαράντα τρία κορνιζαρισμένα λουλούδια. Τα πρώτα επτά ήταν δώρα από την ανηψιά του. Τα υπόλοιπα έφταναν ανώνυμα κάθε χρόνο στα γενέθλιά του. Έτσι αρχίζει το MILLENNIUM, μια περιπέτεια εγκλήματος και τιμωρίας, σεξουαλικής διαστροφής και οικονομικής απάτης, αλλά και μια τρυφερή ερωτική ιστορία ανάμεσα σε έναν κατατρεγμένο δημοσιογράφο και ένα ιδιόρρυθμο κορίτσι με τατουάζ, άσο στους υπολογιστές.

Προσωπική εκτίμηση: -Ό,τι πρέπει, για τους λάτρεις του καλού αλλά και πρωτότυπου αστυνομικού μυθιστορήματος....

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012

Μάθημα ποντιακής πατριδογνωσίας

Όσα έζησαν, όσα τράβηξαν στα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής τους
 στη Μακεδονία οι πρόσφυγες του Πόντου, τα διέσωσε ο πρώτος Πόντιος δάσκαλος του Καταχά (εδώ), (ενός χωριού δίπλα στην πατρίδα μου, 
τον Κολινδρό), ο Ιορδάνης Ελευθεριάδης, στην αυτοβιογραφική αφήγησή του. 
Η πρώτη πρόχειρη (γι' αυτό και το ορθογραφικό λάθος στον τίτλο) έκδοση έγινε από παλιούς μαθητές του, ως φόρος τιμής στο δάσκαλό τους...Αξίζει να το διαβάσουμε, κυρίως για να μαθαίνουν οι απόγονοί τους από πόσα μύρια κύματα πέρασαν οι δικοί τους πριν από σχεδόν εκατό χρόνια, μέχρι να σταθούν στα πόδια τους στις νέες πατρίδες, να θυμόμαστε κι εμείς τι θα πει προσφυγιά...

Γράφει ο αφηγητής:- Τα απομνημονεύματα αυτά που γράφω στις κατοπινές σελίδες του ανά χείρας βιβλίου, τα αφιερώνω στη σημερινή και μελλούμενη νεολαία του Καταχά. Το κάνω για να ξέρουν την καταγωγή τους, τις αλησμόνητες εκείνες χώρες, που κάποτε σε περασμένη εποχή ήσαν ελληνικές και από τις οποίες ξεκίνησαν για να φθάσουν εδώ οι γονείς τους .

Ευχαριστώ τον καλό φίλο Φόρη Μουρατίδη (εδώ), που είχε την ευγενική καλοσύνη να μου στείλει την πρόχειρη έκδοση, θα επανέλθω στο θέμα,
 όταν θα έχω στα χέρια μου την οριστική έκδοση, βελτιωμένη, όπως υπόσχονται 
οι συντελεστές της...

 ΥΓ. Η ανάρτηση αφιερώνεται στους παλιούς γυμνασιακούς συμμαθητές
 και φίλους απ' τον Καταχά, στους κατά καιρούς μαθητές μου απ' το ίδιο χωριό, καθώς και στους διαδικτυακούς Καταχιώτες φίλους ...


Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012

ΦΡΑΝΚ ΜΑΚ ΚΟΡΤ - Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ


Τριάντα χρόνια μέσα στην τάξη, μπορείς να τα κλείσεις σε 360σελίδες; Ο Φρανκ Μακ Κορτ δείχνει να τα κατάφερε, αλλά ταυτόχρονα μας αφήνει με την αμφιβολία, αφού έμμεσα μας επιτρέπει να υποθέσουμε βάσιμα ότι δεν τελείωσε με το αυτοβιογραφικό του...
Τριάντα χρόνια...τόσα πολλά μα και τόσο λίγα...για μένα η κάθε σχολική μέρα ένα αφήγημα από μόνη της...

Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο:

Ο Δάσκαλος είναι ένας αναγκαίος φόρος τιμής στους δασκάλους όλου του κόσμου. Με πρόζα τολμηρή και νευρώδη, διαπνεόμενη από το εικονοκλαστικό πνεύμα του και τη σπαρταριστή ειλικρίνειά του, ο Φρανκ Μακ Κορτ καταγράφει τις δοκιμασίες, τους θριάμβους και τις εκπλήξεις που αντιμετωπίζει στα δημόσια λύκεια της Νέας Υόρκης. Αναπτύσσοντας μια κάθε άλλο παρά συμβατική μέθοδο διδασκαλίας αφήνει το στίγμα του στις καρδιές των μαθητών του, αναθέτοντάς τους να γράψουν ευρηματικές εργασίες, παρακινώντας τους σε ευτράπελα ωδικά δρώμενα και οδηγώντας τους σε περιπετειώδεις εκπαιδευτικές εκδρομές.Ακόμη παραθέτω ένα απόσπασμα, το οποίο με εκφράζει απόλυτα:

-Κάποιος έπρεπε να μου πει, ε, Μακ ,η ζωή σου, Μακ, τριάντα χρόνια απ' τη ζωή σου θα είναι σχολείο, σχολείο, σχολείο, παιδιά, παιδιά, παιδιά, γραπτά, γραπτά, γραπτά, διάβασε και διόρθωσε, βουνά ολόκληρα από γραπτά να σωρεύονται στο σχολείο, στο σπίτι, μέρες και νύχτες να διαβάζεις, αφηγήματα, ποιήματα, ημερολόγια, σημειώματα αυτοκτονίας, λιβέλους, δικαιολογίες, θεατρικά έργα, δοκίμια, ακόμα και μυθιστορήματα, το έργο χιλιάδων-χιλιάδων- Νεοϋορκέζων εφήβων, αν κάτσεις και λογαριάσεις πόσα χρόνια, μερικών εκατοντάδων εργαζόμενων ανδρών και γυναικών, και δε θα έχεις χρόνο να διαβάσεις τον Γκράχαμ Γκρην ή τον Ντάσιελ Χάμμεττ, τον Φ.Σκοττ Φιτζέραλντ ή τον καλό σου Π.Γκ. Γούοντχαουζ, ή τον πιο αγαπημένο σου, τον κύριο Τζόναθαν Σουίφτ. Θα στραβωθείς διαβάζοντας τον Τζόυ και τη Σάντρα, τον Τόνυ και τη Μισέλ, μικρές αγωνίες, πάθη και εκστάσεις. Βουνά ολόκληρα από παιδικές ασημαντότητες, Μακ. Αν άνοιγαν το κεφάλι σου, μέσα θα έβρισκαν χιλιάδες εφήβους σκαρφαλωμένους σε κάθε σπιθαμή του μυαλού σου. Κάθε Ιούνιο αποφοιτούν, μεγαλώνουν, εργάζονται και προχωράνε. Θα κάνουν παιδιά, Μακ, που θα' ρθουν σε σένα κάποια μέρα για να τους μάθεις Αγγλικά, κι εσύ θ' απομένεις εκεί, αντιμέτωπος μ' ένα ακόμα εξάμηνο γεμάτο Τζόυ και Σάντρες και Τόνυ και Μισέλ και θ'αναρωτηθείς; Αυτό είναι όλο; Αυτός είναι ο κόσμος σου για τα επόμενα είκοσι ή τριάντα χρόνια; Να θυμάσαι ότι, αν αυτός θα είναι ο κόσμος σου, είσαι κι εσύ ένας απ' αυτούς, ένας έφηβος. Ζεις σε δυο κόσμους. Είσαι μαζί τους, μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει, και δεν μπορείς να φανταστείς, Μακ, τι επιπτώσεις έχει αυτό στο μυαλό σου. Αιώνιος έφηβος. Θα φτάνει ο Ιούνιος, και τότε γεια χαρά σου, δάσκαλε, χαρήκαμε που σε γνωρίσαμε, η αδερφή μου θα είναι στην τάξη σου το Σεπτέμβριο. Όμως αυτό είναι μόνο η μια όψη του νομίσματος, Μακ. Σε κάθε σχολική τάξη, πάντα κάτι συμβαίνει. Σε κρατάνε σε εγρήγορση. Σε διατηρούν φρέσκο. Δε θα γεράσεις ποτέ, αλλά ο κίνδυνος είναι ότι μπορεί να έχεις για πάντα το μυαλό ενός εφήβου. Αυτό είναι πραγματικά πρόβλημα, Μακ. Συνηθίζεις να μιλάς σ' εκείνα τα παιδιά στο επίπεδό τους. Ύστερα, όταν πηγαίνεις στο μπαρ για να πιεις μια μπίρα, ξεχνάς πώς πρέπει να μιλάς στους φίλους σου κι εκείνοι σε κοιτάζουν κάπως. Σε κοιτάζουν λες και μόλις κατέβηκες από άλλον πλανήτη κι έχουν δίκιο. Όταν μπαίνεις κάθε μέρα στην τάξη, αναπόφευκτα ζεις σε άλλον κόσμο, Μακ.

ΥΓ. Πολύ θα ήθελα να ήμουν ο δάσκαλος Φρανκ Μακ Κορτ.







Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΤΟΚΆΣ

Σπουδαίος συγγραφέας, συντρόφευσε τις νεανικές αναγνώσεις μας, από τους μεγάλους της λεγόμενης γενιάς του "30 (κλικ εδώ).



Τον διαβάζεις κι αναρωτιέσαι τι σχέση μπορούν έχουν οι "λογοτέχνισσες" της τελευταίας 20ετίας, οι "αρλεκινούδες", οι Ιούδες που φιλούσαν υπέροχα και όλα τα παρόμοια με την πραγματική λογοτεχνία, την οποία υπηρετούν επάξια ο Θεοτοκάς και τόσοι άλλοι. Από τη δεκαετία του '80 και μετά μας χάρισαν ανεπανάληπτες ώρες ανάγνωσης πολλοί καινούριοι καλοί συγγραφείς, γυναίκες και άνδρες, αλλά αυτές οι "νεοαρλεκινοαρλούμπες" που τρώμε στη μάπα τα τελευταία χρόνια ξεπερνούν κάθε όριο ανοχής, προσβάλλουν κάθε παθιασμένο αναζητητή της καλής γραφής.
Για το Γιώργο Θεοτοκά μπορείτε να διαβάσετε εδώ, για τα ανωτέρω έργα του εδώ, εδώ και εδώ.

ΥΓ.Η ανάρτηση είναι αφιερωμένη στην καλή
"Ιταλίδα" μπλογκοφίλη μας, την ALLORA

Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

MICHAEL CURTIS FORD - Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

Το ιστορικό μυθιστόρημα συμπεριλαμβάνεται ανάμεσα στις πρώτες αναγνωστικές προτιμήσεις μου, πιστεύω ότι μέσα από τη λογοτεχνική αφήγηση ο αναγνώστης εμπεδώνει ακόμη καλύτερα το ευρύτερο πλαίσιο του ιστορικού γίγνεσθαι και της ερμηνείας του. Η Κάθοδος των Μυρίων μας παίδεψε τόσο πολύ στα μαθητικά γυμνασιακά χρόνια, ας την απομυθοποιήσουμε και ας την αθωώσουμε, διαβάζοντας την ενδιαφέρουσα εκδοχή του λογοτέχνη για το θέμα.
Αντιγράφω απο το εξώφυλλο:
--Η διήγηση ξεκινά με τις διαμάχες για τη διαδοχή της Περσίας. Όταν ο Δαρείος ο Β' πεθαίνει, στο θρόνο τον διαδέχεται ο γιος του ο Αρταξέρξης. Όμως ο αδερφός του Αρταξέρξη, ο Κύρος ο Νεότερος, εποφθαλμιώντας την εξουσία, συγκεντρώνει στρατιωτική δύναμη από εκατό χιλιάδες Πέρσες και δεκατρείς χιλιάδες Έλληνες, κυρίως Σπαρτιάτες και κατευθύνεται εναντίον του.
Το 401 π.Χ.  οι δυο στρατοί συγκρούονται στα Κούναξα κοντά στον ποταμό Ευφράτη. Ο Κύρος σκοτώνεται στη μάχη και ο στρατός του κατατροπώνεται. Οι Έλληνες του Ξενοφώντα απομένουν μόνοι σε μια αφιλόξενη και εχθρική γη, χωρίς τρόφιμα, με κατεστραμμένο οπλισμό, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα...
Μέσα από αμέτρητους κινδύνους και ταλαιπωρίες, με μόνο εφόδιο το ανεξάντλητο ψυχικό του σθένος, ο Ξενοφώντας κατορθώνει να φέρει τους άντρες του από τη Βαβυλώνα στη θάλασσα, που θα τους οδηγήσει τελικά στην πατρίδα...

Παραθέτω χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το μυθιστόρημα, 
δείγματα όμορφης  λογοτεχνικής γραφής:
Ο Σωκράτης περιφερόταν ανάμεσα στους πάγκους της κατάμεστης αγοράς, τρυπώνοντας μέσα στα μαγαζιά των εμπόρων που γνώριζε, πιάνοντας απαλά στα χέρια του φρούτα  ή σανδάλια ή πήλινους λύχνους και σχολιάζοντας κυρίως την ποιότητά τους. Κουνούσε το κεφάλι του και χαμογελούσε σε όλους, ακόμα και σε αυτούς που ήξερε οτι τους ενοχλούσε η απαξία του για τα υλικά αγαθά ή έβρισκαν επικίνδυνο τον τρόπο σκέψης του για τα ζητήματα αυτά. Στις άσκοπες αυτές περιπλανήσεις του συνοδευόταν από μικρή παρέα νεαρών, οι περισσότεροι γόνοι καλών οικογενειών, όπως φανέρωναν τα ρούχα τους. Όταν αντιλήφτηκε την παρουσία μας όμως, μια που σπάνια καθυστερούσαμε, ο Σωκράτης προσπέρασε τους άλλους και έτρεξε κοντά μας, εκπληκτικά ευκίνητος για την ηλικία του και τη διάσταση της κοιλιάς του, που δεν είχε μικρύνει καθόλου με τα χρόνια. Δεν είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου από τότε που τον πρωτογνωρίσαμε, παρά μόνο τα μάτια του θα έλεγε κανείς ότι είχαν ένα ακόμα πιο εύθυμο σπινθήρισμα από πρώτα.

Ακόμη ένα απόσπασμα...
Υπάρχει μια αρχαία ελληνική λέξη, μια παράξενη και όμορφη λέξη που σπάνια χρησιμοποιείται  πια με την πρώτη της σημασία, η οποία περιγράφει τη σταδιακή επαναφορά της παλλόμενης χορδής της λύρας στο σημείο ακινησίας και ισορροπίας, αφού το έγχορδο έχει πάψει να ηχεί. Στις μέρες μας, μια πιο άσχημη σημασία έχει επιβληθεί της πρωταρχικής. Καθώς η τελευταία γλυκιά νότα της Αστερίας έσβηνε αργά μές στη σιωπή, ξαναφέρνοντας στο νου αυτή την αρχαία λέξη,  κάθε άντρας, δούλος αλλά και στρατηγός, έμεινε με κομμένη την ανάσα. Ύστερα κοιτώντας προς το μέρος μας χαμογέλασε δειλά, σηκώθηκε όρθια, γνέφοντας με σεβασμό προς τον Κύρο και γλίστρησε από το πίσω μέρος της σκηνής για να βρει την παρέα της. Οι κουβέντες των αντρών άρχισαν πάλι να γεμίζουν το δωμάτιο, αν και πιο πνιχτές αυτή τη φορά, καθώς η τραχιά τους διάθεση είχε σπάσει, έχοντας αντικατασταθεί από το ονειροπόλημα. Άπαξ και τον αγγίξουν οι θεοί, είναι δύσκολο για ένα θνητό να επιστρέψει αμέσως στους γήινους μόχθους. Το συμπόσιο άρχισε να διαλύεται έπειτα από λίγο, καθώς ο καθένας έβρισκε μια δικαιολογία, ευχαριστώντας τον πρίγκιπα και παρέχοντας εγγυήσεις για τη βοήθειά του στο μελλοντικό εγχείρημα. Ο Ξενοφώντας κι εγώ επιστρέψαμε αργά στο στρατόπεδό μας, βυθισμένοι στις σιωπηλές σκέψεις μας ο καθένας, αναλογιζόμενοι, αναμφίβολα, το ίδιο πράγμα.
Η λέξη, με κεντρίζουν οι Μούσες μου, ποια ειναι η αρχαία αυτή ελληνική λέξη που ανέφερες, με τη διπλή σημασία; Μια λέξη που υποδηλώνει όψεις τέχνης και βίας, ζωής και θανάτου, ομορφιάς και τρόμου, μια παράξενη λέξη λόγω της ικανότητάς της να συνταιριάζει ταυτόχρονα τέτοια πράγματα, μια λέξη τραγική λόγω της απώλειας της γλυκειάς της έννοιας προς χάριν μιας περισσότερο σκληρής. Μια τέτοια λεξη τόσο ταιριαστή από πολλές απόψεις με τη μικρή μου ιστορία. Αυτή τη λέξη τη σηκώνω προσεκτικά και τη βγάζω απο το μνήμα της για τελευταία φορά, με την ελπίδα ότι η πρώτη της σημασία, αυτή της ειρηνικής απόθεσης μιας ελαφρά παλλόμενης χορδής, δε θα πρέπει να ξεχαστεί χωρίς ένα τουλάχιστον νεκρικό ξενύχτι.
Η λέξη είναι καταστροφή.

Καλή ανάγνωση στους λάτρεις του είδους...

Κυριακή 1 Απριλίου 2012

ΛΌΓΙΑ ΦΤΕΡ'Α

Χρήστος ΧωμενίδηςΛόγια φτερά
Όταν διαβάσω ένα συγγραφέα και ικανοποιεί τις δικές μου αναγνωστικές σταθερές, τις προσωπικές μου λογοτεχνικές αναζητήσεις, "κολλάω" κατά το κοινώς λεγόμενο, ελπίζοντας ότι στη συνέχεια δε θα με απογοητεύσει. Το ίδιο συνέβη με το Χωμενίδη, τον οποίο πρωτογνώρισα με το Σοφό Παιδί. Ακολούθως διάβασα το 'Υψος των Περιστάσεων, τη Φωνή, τον Υπερσυντέλικο, το Σπίτι και το Κελλί και πέρυσι τα Λόγια Φτερά, "έπεα πτερόεντα",όπως θά 'λεγε ο παππούς μας, ο θεϊκός 'Ομηρος.
Ο αοιδός Τήνελλος αφηγείται στον εγγονό του Όμηρο, ξετυλίγοντας μπροστά μας τον κόσμο του 8ου αι. π.Χ. κι έναν άλλο φανταστικό που τόσο άρεσε στους παραμυθάδες και στο κοινό της εποχής του,
Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο της έκδοσης:
Λίγο προτού πεθάνει ο Τήνελλος, περίφημος αοιδός του 8ου π.Χ. αιώνα, διηγείται στον εγγονό του τη ζωή του: Τα παιδικά του χρόνια στα παράλια της Ιωνίας, την ένταξή του στην ακολουθία του προαιώνιου αοιδού Αναβάτη, το πέρασμά του από τις Μυκήνες κι από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, τους έρωτες, τα ταξίδια και τις μεταμορφώσεις του. Τις ηδονές που γεύτηκε, τα πάθη και τις συμφορές που -άθελά του;- προκάλεσε...
Δραματικός και ευτράπελος, αχόρταγος κι αλαφροϊσκιωτος, ο Τήνελλος-παππούς του Ομήρου- αποτελεί συνάμα ήρωα-πρόγονο του Δον Κιχώτη, αλλά και του Γαργαντούα. Το Λόγια Φτερά είναι ένα μυθιστόρημα περιπλάνησης σε έναν κόσμο που αποδεικνύεται πολύ πιο οικείος, χυμώδης και πολύχρωμος από όσο μας έχουν μάθει να τον φανταζόμαστε...
Επιστρέφοντας στον καιρό όπου οι μύθοι ακόμα πλάθονταν, ο Χ.Α. Χωμενίδης μιλάει αλληγορικά για την υπέρτατη δύναμη της αφήγησης. Το σύμπαν παίρνει νόημα και σχήμα μονάχα εφόσον το εξιστορούμε.
Ο τίτλος
Λόγια-Φτερά θα μπορούσε να είναι μετάφραση του ομηρικού "έπεα πτερόεντα". Είτε παράφραση του βιβλικού "Εν αρχή ήν ο Λόγος" .

Για να πάρουμε μια ιδέα από την αφηγηματική δύναμη της γραφής του Χωμενίδη παραθέτω χαρακτηριστικό απόσπασμα:
Ούτε άλλος ναυαγός κατέληξε ποτέ στα ακρογιάλια της Γαρίδας ούτε κι εγώ αποπειράθηκα ξανά να την εγκαταλείψω. Συνήθισα πολύ νωρίτερα από όσο φανταζόμουν. Συμφιλιώθηκα με τη μοίρα κι έμαθα να περνάω καλά. Τρύπωναν στις αρχές στον νου ή στ' όνειρό μου πρόσωπα του παρελθόντος. Τά 'διωχνα όμως κλοτσηδόν. Συχνά πυκνά ξυπνούσα μουρμουρίζοντας τραγούδια. Δάγκωνα τότε τη γλώσσα μου, σκούπιζα τα μάτια και έσπευδα να καβαλήσω το κοντινότερο θηλυκό γιατί είχα διαπιστώσει πως όταν καλπάζεις, ξεχνιέσαι. Και ξεχνάς. Με ανακούφιση άφηνα τη μνήμη μου να ξεθωριάζει. Δεν ξέρεις πόσο χάρηκα άμα πρωτομπέρδεψα τον Οδυσσέα με το Θησέα -"Ποιος έφυγε; Ποιος γύρισε; Ποιος χέστηκε στο κάτω κάτω;" σήκωσα ανέμελα τους ώμους. Όσο λιγότερα δάχτυλα μου χρειάζονταν για να μετρήσω τους θεούς, τόσο πιο ευδαίμων ένιωθα...

ΥΓ. Η ανάρτηση δικαιωματικά αφιερωμένη στα δικά μας "έπεα πτερόεντα", στην καλή συνιστολόγο JAMANFOU.

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Oι αλήθειες των άλλων

ΝΙΚΟΣ ΘΈΜΕΛΗΣΟι αλήθειες των άλλων
Τον διαβάζω ανελλιπώς από το πρώτο του μυθιστόρημα, την Αναζήτηση, φυσικό ήταν να αναζητήσω και τις Αλήθειες των άλλων.
Δανείζομαι από το οπισθόφυλλο της έκδοσης:
Η περιπέτεια μιας οικογένειας, ενός χειρογράφου και μιας αποκάλυψης που κρύβει.Οι αλήθειες του καθένα μας απέναντι στις αλήθειες των άλλων.
Αλλοτε η δύναμη και άλλοτε η αδυναμία μας να τις πλησιάσουμε ή να τις ανεχτούμε. Οι αντοχές μας απέναντι στον άλλον, στον διαφορετικό και σε ό,τι πιστεύει. Η διαδρομή από την κατανόηση στη δύσκολη ανοχή, μέχρι την εύκολη βία. Οι αντικατοπτρισμοί από τον μεγάλο κόσμο στον μικρόκοσμο των ηρώων. Όνειρα και επιδιώξεις που πότε ευδοκιμούν και πότε ανατρέπονται από τη συγκυρία ή τη διαδρομή της Ιστορίας. Ιδεολογήματα,πάθη, ευαισθησίες, τραύματα που κουβαλιούνται επώδυνα αλλά και καθοδηγούν στους δύσκολους καιρούς.
Η προσπάθεια και η παραίτηση, η νίκη και η ήττα, η διάψευση και ο συμβιβασμός.
Λονδίνο, Αϊβαλί, Μυτιλήνη, Κομοτηνή, Αθήνα από δεκαετία σε δεκαετία στην καρδιά του 20ού αιώνα.

Προσωπική εκτίμηση:-
Μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας διαγράφεται η ελληνική ιστορία του 20ού αιώνα. Ο Μανόλης απ' τις Κυδωνίες (Αϊβαλί) θυμίζει τον ήρωα της Ιστορίας ενός αιχμαλώτου, του Στρατή Δούκα, προσποιείται το μουσουλμάνο για να σωθεί, βιώνει αρνητικά και θετικά τη σχέση με τους "απέναντι", απογοητεύεται από την επαφή με τους "δικούς μας", παλεύει, αγωνίζεται,υποχωρεί, υποτάσσεται...
Αλλά οι αλήθειες των άλλων δεν τελειώνουν ποτέ, μια καινούρια επανάσταση, που επιχειρεί ο γιος του κεντρικού ήρωα, μένει κι αυτή στη μέση...
Το ιστορικό-κοινωνικό μυθιστόρημα βρήκε στο πρόσωπο του Νικου Θέμελη τον πιο άξιο εκπρόσωπό του, όμως ο θάνατος του στέρησε από την ελληνική λογοτεχνία μια εξαιρετική πένα...

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Σαν το λίγο το νερό

ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ"Σαν το λίγο το νερό"
Τον διαβάζω από το "Ντιάλιθ'ιμ,Χριστάκη", την πρώτη συλλογή των διηγημάτων του. Με γοητεύουν οι ιστορίες του, ώρες-ώρες πολύ σκληρές, και η χρήση της ηπειρώτικης ντοπιολαλιάς στη γραφή του. Είναι παθιασμένος με το γενέθλιο τόπο του, από κει αντλεί πολλά θέματά του.
Στο βιβλίο που προτείνω ο Σωτήρης Δημητρίου επινοεί ένα πρωτότυπο αφηγηματικό εύρημα, στο ρόλο του αφηγητή μια ψυχή περιπλανιέται στο σύμπαν και νοσταλγεί τη γήινη ζωή της.
Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:
-Πρόκειται για την περιδιάβαση μιας ψυχής μετά θάνατον
στο εσωτερικό τοπίο του ανθρώπου. Κυρίως στις σκοτεινές
μεριές του, στα ανομολόγητα και στις πληγές του.
Είναι ακόμα μια περιδιάβαση στους οικισμούς του ανθρώπου.
Αντιπαραβάλλει ο συγγραφέας τα πρόσωπα και τα άτομα,
τις δυσκολίες και τα καλά των ανθρώπινων κοινωνιών.
Είναι επίσης μια περιδιάβαση ανάμεσα στην περιφρονημένη και
αδιαμεσολάβητη δημώδη γλώσσα και στη σχολική νεοελληνική
γλώσσα. Και τέλος είναι μια περιπλάνηση στους αιθέρες,
στο Σύμπαν. Αυτή η ψυχή, που έχει νοερά τη δυνατότητα
να παίρνει ανθρώπινη υπόσταση, μας δείχνει το Σύμπαν
σαν ένα τεράστιο λούνα παρκ. Κατά την περιπλάνηση ξεχνιέται
στα θεσπέσια θεάματά του, αλλά ο βασικός της σκοπός ειναι
να ξαναγυρίσει στη Γη. Δεν τελειώθηκε η ζωή
αυτού του πλάσματος και θέλει με μεγάλη ζέση και
υπό την πίεση αφόρητης νοσταλγίας να επιστρέψει.
Ισως άμα ξαναβρεί τη Γη, καταφέρει να αρθεί η βασική
ψυχική εκκρεμότητα που τον βασάνιζε ως άνθρωπο.

Είναι η έλλειψη, εκ μέρους του, της συμπόνιας;
Είναι η επιδίωξη, έστω και μετά θάνατον, της ιδανικής αγάπης;
Είναι η αναζήτηση της πηγαίας γλώσσας;
Είναι το αίτημα της ελευθερίας;
Ή βαθύτερα ακομα, η αναζήτηση της ξεγνοιασιάς;

Στην πρώτη ενότητα (Η περιπλάνηση της πεταλούδας), ο αναγνώστης
παρακολουθεί την περιδιάβαση της ψυχής μέσα στο Σύμπαν.
Στην ενότητα " Ό,τι έβρεξε το' πιε η γη" η ψυχή επιστρέφει στο χωριό
και στην αυλή του σπιτιού βρίσκει τη μάνα, την Κάλλιω και τη Σοφιά,
αδερφή της μάνας, νά' χουν στρώσει κουβεντολόι, εδώ ο λογοτέχνης
χρησιμοποιεί το ντόπιο ηπειρώτικο ιδίωμα, οι τρείς γυναίκες αναθυμούνται
ιστορίες πόνου από την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τη μετακατοχική περίοδο,
ιστορίες τραγικές, άγριες, ο συγγραφέας δε χαρίζεται σε κανέναν.
Στην ενότητα "Η παρρησία της συμπόνιας" η ψυχή διαπιστώνει με πόνο
την απουσία της ανθρωπιάς στις σύγχρονες κοινωνίες σε σχέση με τις
παραδοσιακές "χωριανικές", όπως τις αποκαλεί, κοινωνίες και προσπαθεί
να ερμηνεύσει τη διαφορά συμπεριφοράς.
Η τελευταία ενότητα, ομότιτλη με τον τίτλο του βιβλίου, ολοκληρώνει

το ταξίδι της ψυχής
στη νοσταλγία, καθώς συναντά για λίγο το μικρό κορίτσι
απ' το Φιλιάτι, σκηνή που σηματοδότησε εν ζωή την αποκοπή από τον αγαπημένο τόπο, όταν για πρώτη φορά έφευγε για την ανθρωποφάγα Αθήνα.

Παραθέτω απόσπασμα από την ενότητα "Η παρρησία της συμπόνιας":

Ήταν εποχές που ο ξάδεφος ήταν και αδερφός,
η αδερφή και μάνα, ο αδερφός και πατέρας.
Οι φίλοι σταυραδέρφια με αίμα απ' την παλάμη,
ευλογημένα από τον παπά σε τελετή. Σταυρομανάδες,
μότραιμες, ζόνιες, σταυροθυγατέρες, αδερφοξάδερφα,
μαλέκες, μπαρμπάδες, όλο το χωριό, όλα τα κοντοχώρια,
ένα σφιχτοδεμένο, ανθηρό σώμα. Η πρώτη κουβέντα
γνωριμίας ήταν για την καταγωγή. Πούθ' είσαι, ποιόνου είσαι
και τι φαμίλια έχεις. Ισως ασύνειδα υπάκουαν στο κύριο
ζητούμενο του ανθρώπινου είδους.
Δεν ξέρω αν μπορεί να υπάρξει αντίλογος στις παραπάνω διαπιστώσεις.

Ταπεινή μου γνώμη, ο Σωτήρης Δημητρίου είναι ένας Παπαδιαμάντης
της εποχής μας, όχι ως κοσμοκαλόγερος, αλλά ως λογοτέχνης.
Οι ιστορίες του είναι συγκλονιστικές, καθημερινές τις περισσότερες φορές,
απ' αυτές που η υποκριτική κοινωνία παριστάνει ότι τις αγνοεί,ο πνευματικός άνθρωπος όμως δε διστάζει να τις βγάλει στην επιφάνεια, αναδεικνύοντας το σκληρό πρόσωπο της ζωής. Το διήγημα "Ντιάλιθ'ιμ,Χριστάκη", από την ομώνυμη συλλογή παραπέμπει σε μύθο αρχαίας τραγωδίας, όπου η ηρωίδα συντρίβεται χωρίς ενσυνείδητο φταίξιμο και θυμίζει έντονα το "Μοιρολόγι της φώκιας" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

Πρόταση: Διαβάστε το "Ντιάλιθ' ιμ, Χριστάκη", σας εγγυώμαι ότι θα αναζητήσετε
και τα επόμενα εργα του λογοτέχνη...

Η συγγραφή έγινε μόδα από τη δεκαετία του '80, όμως άλλο συγγραφή, άλλο πραγματική λογοτεχνία, λίγοι συγγραφείς θα μείνουν απ' αυτά τα τριάντα χρόνια, ανάμεσά τους οπωσδήποτε ο Σωτήρης Δημητρίου, κατά την άποψή μου μαζί με το Γιώργο Σκαμπαρδώνη (θα τον παρουσιάσουμε σε άλλη ανάρτηση) είναι οι καλύτεροι διηγηματογράφοι της γενιάς τους.


Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011

ΜΑΡΙΑ ΤΖΙΡΙΤΑ - Όταν αγαπάς. είναι για πάντα

Δεδηλωμένος τζογαδόρος ο γράφων, ξεκίνησα το τζόγο στα παιδικά μου χρόνια,όταν παραμονή πρωτοχρονιάς παίζαμε τριανταμία με...φασόλια, μέχρι που κατέληξα να στήνω παιγνίδια παρέα με τον Μπέο (ευτυχώς δε με πήρανε χαμπάρι, να με τσουβαλιάσουνε και μένα!), ποιος θα πάρει τη σέντρα στο παιγνίδι Αναγέννηση Κολινδρού - Πανναυπλιακός το 1969!!! Ετσι δεν ήταν δυνατό να μου διαφύγει η κλήρωση και προσφορά της καλής συνιστολόγου και συγγραφέως Μαρίας Τζιρίτα, όπου μετά από αδέκαστη κλήρωση, όπως η ίδια η καλή μας φίλη ομολογεί
(κλικ εδώ)
, κέρδισα ένα αντίγραφο από το τελευταίο μυθιστόρημα της.
Όπως της υποσχέθηκα και όπως είχα ηθική υποχρέωση, ανέλαβα σήμερα να παρουσιάσω το βιβλίο της
...
Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο:
- Αυτά τα δυο παιδιά, η Αφροδίτη και η Νίκη, από το καλοκαίρι των δέκα τους χρόνια,έμελλε ν' αγαπηθούν
και να γίνουν φίλες αχώριστες. Τι ήταν εκείνο που έφερε κοντά δυο τόσο διαφορετικά πλάσματα και τα κράτησε μαζί για τόσο πολλά χρόνια; Ήταν αγάπη πραγματική ή απλώς μια προσπάθεια να ξεπεράσει η μία την άλλη; Κι ήταν πράγματι διαφορετικές ή μήπως τελικά ήταν τόσο ίδιες, όσο δε θέλησαν ποτέ να παραδεχτούν; Η ιστορία της παράλληλης ζωής δυο γυναικών, που απέδειξαν πως
" Όταν αγαπάς, είναι για πάντα".

Και η ταπεινή μου γνώμη, ώρα για...θάψιμο, Μαρία μου, όπως σου το υποσχέθηκα! Προσωπικά δεν πολυδιαβάζω μυθιστορήματα αυτού του τύπου (αγάπη, έρως, φιλία, συναισθήματα), που είναι της μόδας εδώ και αρκετά χρόνια. Αυτό δε σημαίνει ότι μέσα σ'αυτή τη μόδα δε διακρίνω και καλή γραφή, όπως στην περίπτωση της Μαρίας. Της το είχα πει από την πρώτη κιόλας συγγραφική παρουσία της, από το πρώτο της μυθιστόρημα, ότι ξεχωρίζει η γραφή της, ξεφεύγει από την πεπατημένη του είδους. Το σασπένς, οι ανατροπές, κυριαρχούν στη γραφή της και δίνουν μια άλλη διάσταση στην ανάγνωση. Πιστεύω λοιπόν πως αν πιστέψει πως ολοκλήρωσε τον κύκλο της σ' αυτό το λογοτεχνικό είδος, θα μπορέσει να περάσει άνετα στο κοινωνικό ακόμη και στο αστυνομικό μυθιστόρημα, έστω κι αν αυτό που λέω, ακούγεται ως υπερβολή. Η στροφή που προτείνω θα την απεγκλωβίσει από την τυποποίηση και θα αναδείξει ακόμα περισσότερο το λογοτεχνικό της τάλαντο. Ίσως την...τρομάξουν αυτά που γράφω, αλλά μπορώ να της αποδείξω ότι έχω δίκιο που περιμένω τόσα πολλά από εκείνη. Οι ήρωές σου, Μαρία μου, κινούνται μέσα στον αυστηρά προσωπικό τους χώρο, λίγο εγωιστικά θα έλεγα, τίποτα απ' όσα συμβαίνουν παραέξω δεν τους αγγίζει...Αν αυτό το "παραέξω", ο κοινωνικός περίγυρος, τα συμβαίνοντα, σημαντικά ή ασήμαντα, επιδράσουν πάνω τους και περάσουν μυθιστορηματικά στον αναγνώστη, τότε είμαι απόλυτα σίγουρος ότι η καλή μας Μαρία θα αναδειχθεί σε μια από τις καλύτερες σύγχρονες συγγραφείς. Και τότε θα δικαιωθώ και γω και θα δικαιούμαι να ζητήσω τα...ποσοστά μου, επειδή διέκρινα τις δυνατότητες εξέλιξης της Μαρίας μας!
Ουφ, τέλειωσε το θάψιμο! Η σειρά σας τώρα...

Κυριακή 10 Ιουλίου 2011

ΧΑΛΑΣΤΡΙΝΟ ΛΕΞΙΚΟ


Ενα βιβλίο βγαλμένο απ' το μεράκι του φίλου Κώστα Τσιότσκα. Είναι η δεύτερη απόπειρά του μετά τα "Χαλαστρινά παιγνίδια"(κλικ εδώ). Κι επειδή τα "μεράκια" μας ταιριάζουν, μου ζήτησε και του έγραψα τον πρόλογο του βιβλίου, τον οποίο και παραθέτω.

Πρόλογος στο Χαλαστρινό Λεξικό

Με την πρώτη δουλειά του πάνω στην παράδοση του τόπου του ο Κώστας Τσιότσκας μας ταξίδεψε στα "Χαλαστρινά παιγνίδια", σ' έναν κόσμο που χάθηκε.
Η δεύτερη ενασχόλησή του, "Το Χαλαστρινό λεξικό", επιχειρεί να διατηρήσει στη μνήμη μας τον τοπικό επικοινωνιακό γλωσσικό κώδικα, αναπόσπαστο μέρος του λεγόμενου βόρειου ιδιώματος, που για αιώνες συνέδεε γλωσσικά ορεινούς και πεδινούς πληθυσμούς των βόρειων περιοχών της πατρίδας μας.
Η μακρόχρονη σχέση μου με Χαλαστρινούς φίλους αποτέλεσε για μένα επιπλέον κίνητρο για να μελετήσω την κοινή γλωσσική πορεία του ημιορεινού τόπου καταγωγής μου, του Κολινδρού, με τη γειτονική πεδινή Χαλάστρα, την Κουλιακιά των παππούδων μου. Ηταν σαν να διάβαζα γλωσσάρι του τόπου μου.
Ο συγγραφέας δεν επιχειρεί να αναστήσει το Χαλαστρινό ιδίωμα, θα ήταν μάταιο.
Κάθε μορφή γλώσσας εξυπηρετεί τις ανάγκες της εποχής της. Γιατί θα έπρεπε ένα παιδί σήμερα να καταλαβαίνει την προτοπή "σέβα μέσα"; Το πολύ, μη χρησιμοποιώντας σωστά το ιδίωμα, να απαντούσε όπως ο εγγονός στην ανάλογη προτροπή του παππού:-"Γιατί να...σέβα";
Σε μια εποχή που ακόμα και η κοινή νεοελληνική γλώσσα δεν επιχειρεί να αντικαταστήσει εισαγόμενη τεχνική ορολογία, π.χ. στην πληροφορική, θα χαρακτηρίζαμε ουτοπία κάθε απόπειρα διατήρησης τοπικών ιδιωμάτων. Μένει η προσπάθεια "μερακλήδων", όπως ο συγγραφέας, να καταγραφεί το ιδίωμα και να βοηθήσει στην κατανόηση της εξέλιξης της γλώσσας και στην προφορική και στη γραπτή της μορφή.
Μπορούμε ακόμα να καμαρώσουμε τη διατήρηση τύπων της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, έστω και παραφθαρμένων, π.χ. σέβα (εισβαίνω), στρέχω (στέργω), δουκιούμι (δοκούμαι), κι αυτό μας βοηθάει να επιβεβαιώσουμε τον ενιαίο χαρακτήρα της ελληνικής γλώσσας μέσα στην τρισχιλιόχρονη πορεία της.
Γι αυτά και μόνο αξίζει ένα "μπράβου,αρέ,πιδί!" στο φίλο Κώστα!

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

ΤΟ ΧΑΛΑΣΤΡΙΝΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Εικόνες από το Δέλτα του Αξιού...

Το πρώτο βιβλίο λαογραφικού περιεχομένου του φίλου Κώστα Τσιότσκα...
Εχοντας μεγαλώσει μέσα στο παραδοσιακό παιχνίδι ανταποκρίθηκα ευχαρίστως στην πρόσκληση του Κώστα να γράψω τον πρόλογο στο βιβλίο του.

Πρόλογος στο Χαλαστρινό Παιχνίδι

Είναι στιγμές που αποζητάς χρόνια περασμένα.Παιδικές μνήμες αξεθώριαστες ακόμα, παρά το πέρασμα του χρόνου ξαναζωντανεύουν μέσα σου και σε γυρίζουν πίσω, εκεί στα χρόνια της μιζέριας μα και της ανεμελιάς ταυτόχρονα, όσο κι αν αντηχεί παράδοξα. Ψάχνεις και βρίσκεις κομμάτι του εαυτού σου, είτε στα στενά "καλντερίμια" του Κολινδρού, όπως ο υπογράφων, είτε στις αλάνες της Χαλάστρας, όπως ο φίλος-συγγραφέας Κώστας Τσιότσκας. Κίνητρο γι' αυτήν την αναπόληση δεν είναι μόνο η νοσταλγία μα και πονήματα όπως αυτό που κρατάει στα χέρια του ο αναγνώστης, ο οποίος, είμαι σίγουρος γι' αυτό, διαπνέεται από την ίδια ιερή αγάπη για την παράδοση, που μέσα της ανατράφηκε και ανδρώθηκε. Παράδοση της οποίας αναπόσπαστο μέρος υπήρξε το λαϊκό παιχνίδι.
Ξεφυλλίζοντας τα πρώτα χειρόγραφα της μελέτης που ευγενικά μου παραχώρησε ο συγγραφέας, ένιωσα το συναίσθημα της νοσταλγίας να αντικαθίσταται από μια ευχάριστη έκπληξη, καθώς σελίδα-σελίδα διαπίστωνα πως πολλά λαϊκά παιχνίδια της Χαλάστρας παίζονταν αυτούσια ή με μικρές παραλλαγές και στην πατρίδα μου, τον Κολινδρό Πιερίας. Είναι μια σοβαρότατη ένδειξη κοινής πολιτιστικής παράδοσης δυο κεφαλοχωριών που στην ακμή τους διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ιστορία της περιοχής τους. Δεν ήταν βέβαια για μένα η πρώτη ένδειξη. Χρόνια τώρα, σε συζητήσεις με Χαλαστρινούς φίλους είχαμε καταλήξει σε συμπέρασμα για την κοινή πολιτιστική εξέλιξη Χαλάστρας- Κολινδρού, με αμοιβαίες αλληλεπιδράσεις. Το συμπέρασμα έρχεται να επιβεβαιώσει με την έρευνά του ο Κώστας Τσιότσκας.
Η μελέτη δε διαπνέεται μόνο από το "πάθος" του ερευνητή για την παράδοση, αλλά διεκδικεί και δάφνες επιστημονικής εργασίας. Η αναλυτική και λεπτομερής-πολλές φορές-περιγραφή, αντί να κουράζει, επιτείνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, οδηγεί τους παλιότερους σε γνώριμους δρόμους και ξεναγεί τους νεότερους σ' ένα χώρο παιχνιδιού άγνωστο γι' αυτούς. Σε παιχνίδι δημιουργικό, που ψυχαγώγησε, ακόνισε μυαλά, ατσάλωσε σώματα.
Ίσως να είναι υπερβολή, μα ώρες-ώρες σκέφτομαι: -Πώς μπορεί να μεγαλώσει μια γενιά μόνο με Bibi-bo, Barbi και κύβους, χωρίς "αντρέλα" και "κασκαράτα εκατό"; Αλλες οι συνθήκες, θα αντιτείνει ο ο ψυχρός παρατηρητής και θά' χει δίκιο.
Σύμφωνοι, όμως το παιχνίδι είναι δημιουργία και όχι βιομηχανική κατασκευή. Και στα σημερινά παιδιά το προκατασκευασμένο παιχνίδι λειτουργεί όπως το λαϊκό της παιδικής μας ηλικίας, στην οποία με τη σοφή και εμπεριστατωμένη έρευνά του μας καλεί ο συγγραφέας να επιστρέψουμε νοσταλγικά. Τον ευχαριστούμε γι' αυτή την ευκαιρία που μας προσφέρει.

ΥΓ. Για τη Χαλάστρα διαβάστε εδώ.
"Δανείστηκα" τις φωτογραφίες από το Ιντερνετ.