Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μασλάτια Κολινδρινά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μασλάτια Κολινδρινά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

Το παράπονο του εγγονού

Ο μικρός  από την πόλη περνούσε τα καλοκαίρια στο χωριό της μητέρας του, 
στο σπίτι της γιαγιάς του, έλα όμως που η γιαγιά ήταν λίγο ανάποδη 
και συνεχώς το μάλωνε το παιδί, "στολίζοντάς" το με όλα τα κοσμητικά επίθετα, που διέθετε το γλωσσικό ιδίωμα του μικρού τόπου...
Όταν το παιδί επέστρεψε στο σπίτι του μετά από κάποιες καλοκαιρινές διακοπές, είπε με παράπονο στη μητέρα του, "δεν ξαναπάω στη γιαγιά", "γιατί, παιδί μου";
-"Να, όλο με μαλώνει η γιαγιά και όλο από Χ με λέει, χαζιέ, χάχα, χνίκα, χέσια, χ'νάρα, χαϊρσούζ', χαλιαμόρα, χαμόργκα, χαμένου σ'κλί, χαζουντάμαρου, χαϊν', χαϊβάν', χαλντούπα, χασουμέρ', χάφτα, χλιάπα, χαμένου παρτάλ' "!
Η μάνα συγκρατήθηκε μπροστά στο παιδί, προσπάθησε να το παρηγορήσει, όταν έμεινε μόνη της λύθηκε στα γέλια με τα καμώματα της γιαγιάς και ταυτόχρονα ξέσπασε, "ε ρε μάνα, δεν ήσουνα κακιά, αλλά γλυκιά κουβέντα δεν ακούσαμε, ούτε τα παιδιά, ούτε τα εγγόνια"!
Ερμηνεία, άνθρωποι του μόχθου, μοναδική τους έγνοια  ν'αναστήσουν τα παιδιά τους με το τίποτα, δεν τους περίσσευε γλυκός λόγος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έλειπε η αγάπη...



Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Το τσιγκελάκι

Η μάνα η Κολινδρινή, άγιος άνθρωπος,  ηρωίδα μιας άλλης εποχής, 
όμως κατά τη συνήθεια του καιρού το χέρι το σήκωνε εύκολα πάνω στα παιδιά της...Επλεκε λοιπόν με το τσιγκελάκι η μάνα, η μικρή κόρη έκανε κάποια ζημιά, σηκώνει το χέρι η μάνα, της αστράφτει έναν μπάτσο στο μάγουλο, η μικρή κάθεται σε μια γωνιά και κλαίει, η μάνα ψάχνει το τσιγκελάκι, για να συνεχίσει 
το πλέξιμο, η μικρή συνεχίζει το κλάμα, η μάνα ουρλιάζει, "σκάσι, μην κλιαίς,
 μια παταριά σ' ιέδουκα μόνου, τι, πόνισις κιόλας; Σκάσι θα σι 'στράψου 
κι άλλ' παταριά! Σκάσι κι δεν μπουρώ να βρω του τσιγκιλάκ'!" 
Και η μικρή απαντάει μέσα απ' τα κλάματα,"δεν πόνισα, δεν κλιαίου 
για ντ' παταριά, κλιαίου για του τσιγκιλάκ' ,που σκάλουσι στου φτί μ''!!!!
Είχε σκαλώσει το τσιγκελάκι στο αυτί της μικρής, καθώς η μάνα έρριξε 
τον μπάτσο με το τσιγκελάκι στο χέρι!
Μη βιαστούμε να καταδικάσουμε συμπεριφορά, εκείνοι οι άνθρωποι ανάσταιναν με χίλιους κόπους και χίλιους πόνους τα παιδιά τους...

Μάνα και κόρη μου το αφηγήθηκαν πριν από χρόνια λυμένες στα γέλια...

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Κερδίσατε ένα αυτοκίνητο BMW

Ισως θυμάστε   τους διαφημιστικούς φακέλους, που βρίσκαμε στα γραμματοκιβώτια μας στη δεκαετία του 90, "κερδίσατε μια BMW", γεμάτος ενθουσιασμό άνοιγες το φάκελο και  διάβαζες στα ψιλά γράμματα ,"ναι, αλλά για να μπείτε στην κλήρωση, πρέπει να παραγγείλετε προϊόντα αξίας 10.000 δραχμών" και τότε γινόσουν τούρκος και κατέβαζες μύρια όσα "γαλλικά". Είδα κι έπαθα για να εξηγήσω στα παιδιά μου τότε ότι δεν κερδίσαμε, αλλά ότι πρόκειται για απάτη και διαφημιστικό κόλπο.
-Ο ήρωας της ιστορίας μας έλαβε κι αυτός το σχετικό φάκελο, χωρίς να διαβάσει τα ψιλά γράμματα, έμπλεως  ευτυχίας και με χαμόγελο που έλαμπε, βγήκε στον καφενέ να αναγγείλει το ευχάριστο στους φίλους, "κερνάω,κέρδισα μια BMW!" και τότε οι φίλοι του γελώντας έβγαλαν απ' την τσέπη τους τον ίδιο φάκελο, που είχαν λάβει κι εκείνοι, όπως και όλο το χωριό την ίδια μέρα! Κόκαλο ο δικός μας, πάει το όνειρο της BMW, θυμίζουμε ότι η..."Μπέμπα" εκείνη την εποχή ήταν status symbol όλων των νεόπλουτων και των ανελπίστως και αναξίως ανελθόντων κοινωνικώς και οικονομικώς.
Η παρέα δεν τα έβαψε μαύρα, απλώς ξεπέρασε το...σοκ με δυο τσίπουρα παραπάνω εκείνη τη βραδιά!

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013

Ο Σαλονικιός γαμπρός

Ήρτιν η Σαλουνγκός! 
Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 40, η φωνή σήκωσε στο πόδι το μικρό μαχαλά του χωριού. Συγχωριανός που ζούσε στη Σαλονίκη έφερνε  το Σαλονικιό φίλο του, προξενιό για μια γειτονοπούλα. Στο πόδι ο μαχαλάς, οι πάντες βγήκαν στη μικρή πλατειούλα, για να δουν τον υποψήφιο γαμπρό, οι γυναίκες της γειτονιάς, μικρές και μεγάλες, πλησιάζουν να τον χαιρετήσουν, φύση ευγενική ο γαμπρός και νομίζοντας ότι όλος αυτός ο κόσμος, που βγήκε να τον καλωσορίσει, είναι απ' το σόι της νύφης, χαιρετάει τους άντρες δια χειραψίας, αγκαλιάζει και φιλάει σταυρωτά όποια γυναίκα βρίσκει μπροστά του! Ακολουθεί αναστάτωση, που διατυπώνεται από τις γυναίκες φωναχτά και σε άπταιστο ιδίωμα ΑΠΟΥΡΩ (ιιιιιιιιι, κακό νισιάν!Τι φκιάν' του χαζουντάμαρου τ' κιαρατά, αυτός θα μας φ'λήσ' όλις, μουρή!).Φυσικό επακόλουθο, οι άλλες γυναίκες απομακρύνονται βιαστικά, μην τις φιλήσει ο ξένος (Ντροπή!) και αφού ευοδώθηκε με το καλό το προξενιό, κάθε φορά που ο ευτυχής γαμπρός ερχόταν απο Θεσσαλονίκη, η κραυγή "Ήρτιν η Σαλουνγκός!" σήμαινε συναγερμό και κρύβονταν όλες οι γυναίκες της περιοχής, για να μην τις φιλήσει ο Σαλονικιός!

ΥΓ. Η φωτογραφία απο την ταινία του Παντελή Βούλγαρη "Το προξενιό της 'Αννας" και φυσικά οι σινεφίλ αναγνωρίζουν την πρωτοεμφανιζόμενη τότε (1971) Αννα Βαγενά.

Παρασκευή 16 Αυγούστου 2013

Το σαλονάκι

Πρώτη χρονιά φοιτητής ο VaD, όλη η οικογένεια στη Θεσσαλονίκη πια, για έξι μήνες πρώτη κατοικία ανώγειο του ενός δωματίου, τρία κρεβάτια(εκείνα τα παλιά μονά ντιβάνια), ένα στο δωμάτιο, ένα στο στενό χολ κι ένα στην επίσης στενή κουζίνα, όσο κι αν πρόσεχες, σε ντιβάνια χτυπούσες τα πόδια σου! Και μια τουαλέτα χωρίς μπάνιο, μόνο με έναν νιπτήρα. Για βδομαδιάτικh καθαριότητα  κάθε Σάββατο πλήρωνα δυο δραχμές σε λουτρά δίπλα στο σινεμά Λάουρα, κάπου στη Βασιλίσσης Ολγας. Φυσικά το μοναδικό δωμάτιο λειτουργούσε
 και ως...σαλόνι και είχε επιπλωθεί με τραπέζι και καρέκλες φορμάικα, τις θυμάται κανείς;
Η...επίπλωσις συμπληρωνόταν με τέσσερις πολυθρόνες του σκηνοθέτη, 
με μεταλλικό σκελετό, 


 προσφορά δικού μας ανθρώπου, που είχε σχέση με αίθουσα κινηματογράφου.
Ήρθε λοιπόν επίσκεψη στο..αρχοντικό μας μια ξαδέρφη της μάνας μου, παντρεμένη στη Θεσσαλονίκη με ένα καλοκάγαθο ανθρωπάκι, παλιός Σαλονικιός, ευγενέστατος, λιγο αφελούτσικος ο θείος Α., μέσα στη διάθεσή του να φανεί ευγενικός, εκστομίζει το αμίμητο:
 -Ωραίο το σαλονάκι σας, από πού το αγοράσατε; 
Εξαλλη η θεία Μ. τον κοιτάει άγρια και τον "στολίζει" ανεπανάληπτα, 
 όπως μόνο το γλωσσικό ιδίωμα του ΑΠΟΥΡΩ ξέρει να "στολίζει";
 -Άι σκάσι,χαζιέ τ' κιαρατά, μην τ'ς κουρουϊδεύ'ς τ'ς ανθρώπ'!" 
Εμείς βέβαια ήδη κρατούσαμε το στομάχι μας απ' τα γέλια, 
ενώ ο θείος Α. συνέχισε απτόητος:- Μα γιατί, αφού μου άρεσε!!! 
Βεβαίως το φινάλε της ιστορίας μόνο με κολινδρινή ατάκα της θείας Μ.
 θα μπορούσε να κλείσει :
-Μην τουν ακούτι, πιδγιά μ', μην τουν ξισυνιρίζιστι, όλου χαζίτ'κα λιέει!!

Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Διαζύγιο μιας άλλης εποχής


Δεκαετία του 60, τότε η ορθόδοξη εκκλησία δε συναινούσε εύκολα στην έκδοση διαζυγίου, ο Κώτσιος και η γυναίκα του, μετά από ένα εξάμηνο έγγαμου βίου, αποφάσισαν να χωρίσουν, η τοπική εκκλησία πάντα προσπαθούσε να παρέμβει συμβιβαστικά σε τέτοιες περιπτώσεις, ο δεσπότης της περιοχής κάλεσε 
τον Κώτσιο στο γραφείο του και άρχισε τις "νουθεσίες",
"Παιδί μου, Κώστα, ο γάμος είναι καλόν πράγμα" 
και εισπράττει απ' τον Κώτσιο την αποστομωτική απάντηση,
 "Δέσποτα, άμα ου γάμους ήταν καλό πράμα, θα παντρεύουσαν 
κι σύ"!!! Ο δεσπότης μένει ενεός εμπρός εις το ατράνταχτον επιχείρημα του Κώτσιου και δίδει εντολήν εγκρίσεως  του διαζυγίου!

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Λαθροξύλευση μιας άλλης εποχής

Τώρα που δε δένουν πια τα σκυλιά με τα λουκάνικα,
ξαναθυμηθήκανε πολλοί την ξυλόσομπα,

βγήκαν όμως στην επιφάνεια άλλα προβλήματα (ρύπανση, 
λαθροϋλοτομίααποψίλωση δασών),για το θέμα της ρύπανσης δείτε μια πολύ ενδιαφέρουσα και κατατοπιστική τοποθέτηση   εδώ.
Εμείς θ'ασχοληθούμε με τη λαθροξύλευση ενός άλλου καιρού και τα τραγελαφικά παραλειπόμενά της ...
Εκείνα τα χρόνια λοιπόν, που όλος ο κόσμος στα χωριά ζεσταινόταν 
με τις ξυλόσομπες, οι συγχωριανοί έκαναν από νωρίς τις προμήθειές τουςξυλεύοντας στα δάση γύρω απ' το χωριόΣτα δυτικά του Κολινδρού,
 στη γειτονική Καστανιά (εδώ)

υπάρχει μεγάλης έκτασης  ιδιόκτητο δάσος, όπου βέβαια απαγορευόταν η ξύλευση. Οταν τελείωνε η κατ' έτος εκμετάλλευση του δάσους από τους ιδιοκτήτες, εκείνοι επέτρεπαν στους κατοίκους των γύρω χωριών να μαζεύουν (όχι να κόβουν) ξύλα (έτσι καθαριζόταν και το δάσος απο τα απομεινάρια), με αντίτιμο δέκα  δραχμές το "φουρτχιό" (το φορτίο),  όσο δηλαδή μπορούσε να φορτωθεί σε ένα ζώο.                                                          


Τι σοφίζονταν λοιπόν οι επαγγελματίες υλοτόμοι, οι παραδοσιακοί "κιρατζήδες" (εδώ)που ανάμεσα στα άλλα εμπορεύονταν και ξύλαΕβγαζαν άδεια για ένα φορτίο και φόρτωναν δέκα μουλάρια. Όμως στη διαδρομή για την επιστροφή τους περίμεναν υπάλληλοι του δασαρχείου, οι οποίοι έλεγχαν τις άδειες ξύλευσης. Η συνέχεια στο ειρηνοδικείο, όπου περιγράφονταν σκηνές απείρου κάλλους!
ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΡΩΤΗ: Ο Νάσιος, με άδεια για ένα φορτίο, έχει φορτώσει μαζί με τον αδερφό του είκοσι μουλάριαέχουν φτάσει στην είσοδο του χωριού, εκεί τους περιμένει ο δασάρχης, ο οποίος διαπιστώνει την παράβαση, πάει να κατασχέσει τα φορτία και τα τσεκούρια, o Νάσιος με το τσεκούρι στο χέρι 

τον στρώνει στο κυνήγι, μπροστά ο δασάρχης, πίσω ο Νάσιος, πεντακόσια μέτρα κυνηγητό μέχρι το σπίτι του δασάρχη, η υπόθεση φυσικά πήγε στο δικαστήριο κι εκεί ο Νάσιος έδωσε παράσταση, απόλαυση πραγματική!
-Για πες μας, κατηγορούμενε, για πόσα φορτία είχες άδεια;
-Για δέκα, κυρ πρόεδρε!!!
-Μα εδώ η άδεια γράφει για ένα φορτίο, δέκα δραχμές!
-Δεν ξιέρου δραχμές, ιγώ είδα δέκα στου χαρτί!!!
 -Και με τον κύριο δασάρχη τι συνέβη;
-Α;
-Τι έγινε με τον κύριο δασάρχη;
-Πήγι να μι ξιφουρτώσ' τα ξύλα κι να μι πάρ' του τσικούρ'!
-Κι εσύ τι έκανες;
-Σα σ'τουν στρώνου τ'ς πουδαριάς, κυρ πρόιδρι, μέχρι του σπίτι τ' τουν πήγα!
 Παράγοντες της δίκης και ακροατήριο έχουν ξεκαρδιστεί στα γέλια, ο δασάρχης πήρε πίσω τη μήνυση, αφού ο κατηγορούμενος υποσχέθηκε οτι δε θα το ξανακάνει και η Θέμις απεφάνθη, "Αθώος λόγω βλακείας"!!!

ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ: Ο Κώτσιος, επαγγελματίας κιρατζής και λαθροϋλοτόμος, συνελήφθη  να ξυλεύει παρανόμως εντός του δάσους, ο δασοφύλακας πάει να του πάρει το τσεκούρι κι ο Κώτσιος, με το σχοινί που φόρτωνε τα ξύλα στα ζώα, δένει τον άτυχο δασοφύλακα στον κορμό ενός δέντρου και φεύγει! Και η συνέχεια στο τοπικό ειρηνοδικείο:
-Για πες μας, κατηγορούμενε, τι έκανες;
-Να, κυρ πρόεδρε, πήγι να μι πάρ' του τσικούρ'!
-Κι εσύ τι έκανες;
-Τουν τράβ΄ξα ένα μπαγλάρουμα στου δέντρου κι έφυγα!
 Ο πρόεδρος, έχοντας ζήσει άπειρες τέτοιες σκηνές απάλλαξε και αυτόν τον κατηγορούμενο, σκεπτόμενος προφανώς ότι "μ'αυτούς δε βγάζεις άκρη"!

Κιρατζήδες πια δεν υπάρχουν, ακόμη και  οι συγχωριανοί προμηθεύονται τα καυσόξυλα όπως και οι "αστοί", πληρώνοντας με τον τόννο, η λαθροϋλοτομία βέβαια επανέκαμψε (εδώ), δεν ξέρω όμως αν με αφορμή τη λαθραία ξύλευση διαδραματίζονται  στα δικαστήρια παρόμοιες ξεκαρδιστικές σκηνές...

Η ανάρτηση αφιερωμένη στο δασάρχη της μπλογκοπαρέας μας, τον καλό ιστολόγο teleytaios,  που μόνο τελευταίος δεν είναι, ως εκπλήρωση παλιάς υπόσχεσης.

Οι φωτογραφίες είναι "δανεισμένες" απο τις εικόνες Goggle .


 

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Tο πλυντήριο

Αρχές της δεκαετίας του '80, το πλυντήριο ρούχων δεν έχει μπει ακόμη 
μέσα σ' όλα τα ελληνικά νοικοκυριά και προ παντός στην επαρχία. Το νιόπαντρο ζευγάρι αγοράζει  πλυντήριο, γεμάτη χαρά η νεαρή νοικοκυρά το βάζει να λειτουργήσει, το μηχάνημα αρχίζει να δουλεύει θορυβωδώς, κατόπιν  σταματάει για λίγο, όπως όλα τα πλυντήρια, το ζευγάρι τρομάζει (κανείς απ'τους δυο δεν είχε πλυντήριο στο πατρικό του),"αμάν, χάλασε το πλυντήριο!", η νεαρή νοικοκυρά αποφασίζει να γυρίσει το διακόπτη ένα κλικ μπροστά, ώ!του θαύματος, το πλυντήριο "ξαναλειτουργεί", ξανασταματάει, άντε πάλι ένα κλικ μπροστά,σε λίγο όμως, καθώς δεν έχει ολοκληρωθεί φυσιολογικά η πλύση, αρχίζει και βγάζει νερά και σαπουνάδες, πλημμυρίζει  το μπάνιο, νέος πανικός, "πάει, αυτό ήταν, χαλασμένο πλυντήριο μας πούλησε!", ειδοποιείται ο πωλητής, η νοικοκυρά του αφηγείται επακριβώς τι συνέβη, κι ο άνθρωπος, αφού πρώτα λύθηκε στα γέλια, λέει, "Καλά, τις οδηγίες λειτουργίας και χρήσεως δεν τις διαβάσατε; Βάλ'το μπρος, βρε κορίτσι μου, και άσ'το να κάνει τη δουλειά του"!!!

Στον τόπο μου λέγανε, "ο βλάχος αγόρασε ρολόι και επειδή δεν ήξερε να το κουρντίσει, το εδωσε πίσω και πήρε κομπολόι"!

ΥΓ.Και για να ξέρετε με τίνος το πάθημα γελάτε, οι παθόντες ήταν ο υπογράφων και το ταίρι του!

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Γιαγιάδες και TV


Μια σχέση αγάπης και μίσους από τα πρώτα βήματα της ασπρόμαυρης tv.
 
Αγάπης, "άνοιξιέ την, πιδούδι μ', α, να ιδγιούμι τι θα πουν κι αυνοί..."
       Μίσους, "άει, κλείστην, τ'ς ασκάθ'κα να τ'ς ακούου, τ'ς χαζοί τ' κιρατά, να τ'ς κάψ' η φουτιά, να τ'ς κάψ'!"
 -Η γιαγιά παρακολουθεί με ιδιαίτερη προσοχή τις ειδήσεις στην τότε ΥΕΝΕΔ, ακούει τον εκφωνητή να λέει, "και τώρα οι αθλητικές ειδήσεις με το Βαγγέλη Φουντουκίδη" και αναφωνεί απαξιωτικά, "άι κι αυτός η Βαγγέλ'ς κάθι βράδ', τουν ασ'κάθ΄κιν η ψυχή μ'!"

-Η γιαγιά η Μαρία παρακολουθεί τον εκφωνητή των ειδήσεων στην ασπρόμαυρη tv, "ιιιιιιι, του χαζό σιαπέρα, όλου ιμένα χ'τάζ'!!!", αλλάζει θέση,πάλι τα ίδια,"τι μι χ'τάζ',αρέ χαζιέ;", τρίτη φορά αλλάζει θέση η γιαγιά, το βλέμμα του εκφωνητή πάλι επάνω της και η γιαγιά οργισμένη,"άει, σώνι, πε τα χαζά που έχ'ς να πεις κι μη μι χ'τάζ'ς ιμένα έτσια"!!!Αντε να εξηγήσεις στη γιαγιά ότι όπου και να καθίσεις το βλέμμα του παρουσιαστεί μοιάζει να στρέφεται καταπάνω σου!

-Η γιαγιά η Χρυσάνθη παρακολουθεί ασπρόμαυρη ελληνική ταινία με ιδιαίτερη αγωνία, ο  Κούρκουλος, όπως πάντα στο ρόλο του καλού,
 κυνηγάει τους κακούς κλέφτες, τότε πέφτει στην οθόνη η γνωστή έγχρωμη διαφήμιση της ΑΙΜ

και η γιαγιά αναφωνεί,"ιιιιιι, πλάλει, αρέ χνίκα, θα σι φύγουν οι κλέφτις κι σύ  χ'τάζ'ς να πλύν'ς τα δόντια σ'!!! 
Είδε κι έπαθε η νύφη της, να της δώσει να καταλάβει ότι ήταν διαφήμιση!

-Αρχές της δεκαετίας του '90 η γιαγιά βλέπει το Μητσικώστα να διακωμωδεί Μητσοτάκη, Παπανδρέου και λοιπούς (μοντάζ εικόνων πρώτη φορά βλέπαμε τότε) και αναφωνεί το αμίμητο,"ιιιιιι, κακό νισιάν', είδα στ'ς ειδήσεις του Μητσουτάκ'
 μι φουστανέλα, του χαζουπαπαντρέου να φουράει μίνι, θα μας κάψ' η θιός,
 αρέ πιδί μ'!"
Η καλή νύφη ανέλαβε και πάλι να εξηγήσει στην πεθερά ότι δεν ήταν ειδήσεις αυτό που είδε, αλλά η...δύσπιστη πεθερά την αποστόμωσε, "άντι, π' θα μι πεις ισύ τι είδα ιγώ"!

Μόνο η ατέλειωτη Μάνα δε χαμπάριαζε τίποτα, καθώς  τη διέκρινε πάντα έντονη διάθεση αυτοσαρκασμού και είχε χάσει πια την ακοή της, μου έλεγε: -Κλείσ'την,αρέ πιδί μ', ή ανοιχτή είν'την ή κλειστή, για τιμένα του ίδιου είνι, αφού δεν ακούου ντίπ!

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Παιγνίδια των παιδικών χρόνων


 Η καλή μπλογκοφίλη ΖΟΥΖΟΥΝΑ έγραψε για τα παιγνίδια της  παιδικής εποχής της (εδώ) κι εγώ θυμήθηκα τα δικά μου, στην πλατεία, στην Αγορά του ΑΠΟΥΡΩ, η οποία βέβαια δεν ήταν διαμορφωμένη όπως στη φωτογραφία, το τμήμα που βλέπετε ήταν τότε λάκκος στο κέντρο του χωριού,
 
 στους δρόμους, τότε που δεν υπήρχαν αυτοκίνητα,
στα ρέματα του χωριού,
στη μικρή αλάνα πάνω απ'τα ερείπια του αγαπημένου Πύργου.
 Και τι παιγνίδια! Παραθέτω τις τοπικές ονομασίες, μέσα από το σχόλιο 
που έγραψα στη ΖΟΥΖΟΥΝΑ, αν χρειαστεί να τα περιγράψω, δεν τα χωράει 
ούτε ο μπλόγκερ!
Εγώ έμαθα να παίζω στους δρόμους,σκλέντζα,κότσια,
σβούρα,γκαζιές,τσφλιάτς,πυρουστιά,
κρυφτόπικου,αντρέλα,μουρλιά,ζιμ,κριαμ,
σκρόφα!Σου λένε τίποτα;:)))

Σκέφτομαι να δανειστώ περιγραφές από το Χαλαστρινό Παιχνίδι, 
το βιβλίο του φίλου Κώστα Τσιότσκα, που σας παρουσίασα σε παλαιότερη ανάρτηση (κλικ εδώ) και να ανεβάσω μια σειρά αναρτήσεων, για να δείτε τα παιγνίδια των παιδιών του ελληνικού χωριού στις δεκαετίες '50-'60.

Δανείστηκα τις πρώτες φωτογραφίες από το καλό μπλογκ του τόπου μου kolindrosfire
Μη μου γράψετε βέβαια, "αχ, τι ωραία χρόνια!", εγώ ξέρω πόσο άθλια χρόνια ήταν...


Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Φαντάσματα στο Λακκούδι


Λίγο μετά το '60, στο χωριό ακόμα δεν είχε ηλεκτρικό ρεύμα, οι βραδινές επιλογές για τους νέους περιορισμένες, το χειμώνα επιβαλλόταν απ' το σχολείο απαγόρευση κυκλοφορίας των μαθητών μετά τις 7 το βράδυ, πού να βρουν τόπο να περάσει η ώρα, να κάνουν κι ένα κρυφό τσιγαράκι, μια παρέα μαθητών των μεγάλων τάξεων, μόλις σκοτείνιαζε, πήγαινε στο Λακκούδι, μια λαγκαδιά στην άκρη του χωριού, πίσω απ' το Μετόχι, μικρή εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία...εκεί περνούσαν την ώρα τους, τι ώρα να περάσει, λέγανε τα δικά τους,
άναβαν τις τσιγαριές τους, όλα καλά κι ωραία,
έλα όμως που οι κάφτρες
των τσιγάρων διακρίνονταν απέναντι στο χωριό, έτσι κυκλοφόρησε η φήμη
"στου Λακκκούδ' βγαίνουν φαντάσματα"!

Καθώς η φήμη κίνησε την περιέργεια, τα βράδια μαζεύονταν οι χωριανοί
στο Λακκούδι, για να δουν τα φαντάσματα στην απέναντι μεριά της λαγκαδιάς.
Τα παιδιά
το έρριξαν στην πλάκα, την επόμενη βραδιά τι μηχανεύτηκαν...
Εβαλαν αναμμένα κεριά μέσα σε άδειες νεροκολοκύθες,

τις κρέμασαν στα δέντρα, καθώς ο αέρας κουνούσε τα κλαδιά, οι κολοκύθες πηγαίναν πέρα δώθε και απέναντι οι χωριανοί σταυροκοπιούνταν!
Η πλάκα συνεχίστηκε και την επόμενη βραδιά, όταν η ευρηματική παρέα
φούσκωσε μπαλόνια
, τα πασπάλισε με ποντικοφάρμακο, το οποίο έχει φώσφορο, αμόλησε τα μπαλόνια στη λαγκαδιά και τα φωσφορίζοντα μπαλόνια έπεισαν
και τους πιο δύσπιστους ότι
" στου Λακκούδ' βγαίνουν φαντάσματα"!
Όμως καθώς το πράμα πήρε διαστάσεις, άρχισαν οι διαρροές, έτσι αποκαλύφθηκαν οι δημιουργοί των φαντασμάτων, εισέπραξαν μια ομαδική πενθήμερη αποβολή από το σχολείο και "ούτως απεκατεστάθη η διασαλευθείσα τάξις!"

ΥΓ. -Θυμήθηκα την ιστορία με αφορμή τις κατά καιρούς ηλίθιες διαδόσεις
περί φαντασμάτων εδώ, εκεί και παραπέρα...

-Όχι, δεν ανήκα στην ομάδα των δημιουργών φαντασμάτων, ήμουν μικρός τότε...
-Η φωτογραφία απ'το Λακκούδι είναι του  Ευριπίδη, δείτε τη μερακλίδικη φωτογραφική δουλειά του εδώ

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

Του φκυάρ'

Η νεαρή όμορφη δασκάλα του χωριού πλένει το μπαλκόνι της, 
ο γέρο γείτονας σκαλίζει τον μπαξέ με το φτυάρι του,
                     κρυφοκοιτάει τη συμπαθητικούλα γειτόνισσα, ο νεαρός που διαβαίνει
               στο δρόμο φωνάζει στο καλό γεροντάκι, "Ορμα, παππού!" κι εκείνος   
               με πικρό χιούμορ απαντά,"Μι τι, αρέ πιδί μ'; Μι του φκυάρ';"
                    

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Η πρώτη ρέσα


Από την περιπέτεια συγχωριανού μετανάστη στην Αυστραλία γύρω στο '70.
Απ' τους τελευταίους συμπατριώτες που φύγαν για την Α(υ)στραλία ο Γ.,άνθρωπος "έξω καρδιά", αθώος, με το χαμόγελο στα χείλη, πολύ αγαπητός στους συμπατριώτες του, τόσο που το μισό χωριό κατέβηκε να τον αποχαιρετήσει στο σταθμό του τρένου.
Ενα χρόνο μετά ο Γ. επέστρεψε, γνωστοί και φίλοι κατέβηκαν πάλι στο σταθμό να υποδεχθούν το αγαπητό παλικάρι, δεν έκανε προκοπή εκεί, ακούστηκε ότι τον μπλέξανε σε χαρτοπαίγνια, ιπποδρομίες, κυνοδρομίες, λίγο ήθελε το καλό χωριατόπουλο και βέβαια κάποια στιγμή πήρε τη σωστή απόφαση:-Πίσω!
Αφηγούνταν λοιπόν στο καφενείο:
-Απού λιέτι,αρέ πιδγιά, ικεία στ'ν Αστραλία βάνουν σκ'λιά κι τρέχουν κι άμα βάλ'ς λιφτά στου σκ'λί που θα βγει πρώτου,κιρδεύ'ς!
-Ισύ κέρδιψις,αρέ;(ρωτούσαν οι φίλοι του...)
-Αρέ, άμα κέρδιβα,θα γιρνούσα πίσου;Τα σκ'λιά μ' έφαγαν όλα τα λιφτά!
-Πώς γένουνταν,αρέ;(ξαναρωτούσαν οι φίλοι...)
-Να,αρέ,έτριχαν τα σκ'λιά στ'ν πρώτ' τ' ρέσα...
-Τι είνι η ρέσα,αρέ;(ρωτούσαν πάλι οι φίλοι...)
-Αρέ η ρέσα, σας λιέου!
Είδαν κι έπαθαν οι φίλοι μέχρι να καταλάβουν ότι "ρέσα" λένε τη σειρά οι Ελληνοαυστραλοί,απο το αγγλικό race...
-Απού λιέτι, έτριχαν στ'ν πρώτ' ρέσα τα σκ'λιά,αρέ του θ'κό μ' του σκ'λί δεν εβγινι πρώτου καμιά φουρά!Εβανα λιφτά στ' δεύτιρ' τ' ρέσα, πάλι του θ'κό μ' του σκ'λί τιλιφταίου έβγινι!Τά'χανα όλα τα λιφτά που έβγανα, ώσπου είπα, "γύρνα στου χουργιό, δεν έχ' χαϊρ' ιδώια!"

Ακόμα μια φορά να βάλουμε στο μυαλό μας, η ξενιτιά ποτέ δεν ήταν εύκολη, προπαντός για τα χωριατόπουλα που πρώτη φορά βγαίναν απ' το χωριό τους...

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Το Σάββατο της μητρός μου...


Το Σάββατο της μητρός μου,το πρωί η πίτα στο φούρνο,για να τηρήσουμε την πατροπαράδοτη συνήθεια όλου του χωριού, που κάθε Σάββατο μοσχομύριζε πίτα απ' τη μια άκρη στην άλλη, σπανακόπιτα, τυρόπιτα, σπανακοτυρόπιτα, ό,τι βάλει ο νους σου, γαλατόπιτα γλυκιά, γαλατοτυρόπιτα, κολοκυθόπιτα, κρεμυδόπιτα, πίτα  κολινδρινή, ρε παιδάκι μου, άμα δεν έφαγες πίτα κολινδρινή, δεν έχεις ιδέα από πίτα...και με το ζυμάρι που περίσσευε έφκιαχνε κλίκ'  με γέμιση τυρί, τι στριφτόπιτα, μου λέτε τώρα, κλίκ' το λέμε!


Και τ' απόγεμα μας περιλάβαινε στο λούσιμο κάτω απ΄τον υποτυπώδη νιπτήρα, τη φουσκίνα, όπως τη λέγαμε, έβαζε το κεφάλι μας κάτω απ' το νιπτήρα, 
μας κρατούσε ανάμεσα στα πόδια της, για να μην της ξεφύγουμε, αφού το βδομαδιάτικο λούσιμο το θεωρούσαμε μαρτύριο, η σαπουνάδα μέσα στα μάτια, τα κλάματα απ' το τσούξιμο των ματιών και η φωνή της μάνας,
"σκάσι, μη σι 'στράψου παταριά"!Κάτσι, να σι πλύνου, βρουμουκουπάς απ' λιέρα, βασιλικός θα φυτρώσ' στου σβέρκου σ'!!!:)) 
Φυσικά η άρνηση "μη" παρέμενε ανενεργή, αφού η "παταριά"  (η σφαλιάρα, στη γλώσσα των μη Κολινδρινών αναγνωστών) έπεφτε σύννεφο, με αποτέλεσμα να μην μπορείς να ξεχωρίσεις το λόγο του κλάματος, η σαπουνάδα έφταιγε ή η παταριά; Η σωστή απάντηση είναι, "και τα δυο"!
Τι να κάνουμε, έπρεπε να υποστούμε το σαββατιάτικο μαρτύριο, αφού την Κυριακή οφείλαμε να είμαστε πεντακάθαροι στην εκκλησία!
Η ανταμοιβή μας ήταν η ωραία πίτα ή το γευστικότατο κλίκ', που είχε περισσέψει απ' το μεσημέρι...

ΥΓ. Η ανάρτηση προέκυψε από μια ανάλογη της καλής μας Γιαγιάς Αντιγόνης


Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Τα μουρτσέκια

Χρόνια ολόκληρα ρωτούσα από δω, ρωτούσα απο κει, κανείς δεν τα ήξερε...
Ας είναι καλά το ιντερνέτι, μου έλυσε τη χρόνια απορία. Στο γλωσσικό ιδίωμα του ΑΠΟΥΡΩ τα λέγανε "μουρτσέκια", είναι γνωστά με το όνομα "μορχέλες"...
Απ' τα ακριβότερα μανιτάρια, ο πατέρας μου τα έβρισκε κάθε χρόνο
κάτω από μια αχλαδιά...

η μάνα μας τα μαγείρευε κοκκινιστά, μια κατσαρόλα έβγαινε, εμείς τα παιδιά
δεν τα αγγίζαμε καθόλου, αν και ο πατέρας
μας έλεγε ότι είναι νοστιμότερα
κι απ' το κρέας
...
Άμα τα βρω κάπου, λέω να διορθώσω την παιδική αβλεψία και να τα δοκιμάσω...
Για τις μορχέλες δείτε εδώ , όσο για την τιμή τους σε κάποια ιστοσελίδα το είδα, 12,5 € τα 25 γραμμάρια.


Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

ΠΕΙΝΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΤΙΜΟ

Κάπου στο μέσα της δεκαετίας του '60, το ζευγάρι της ιστορίας μας
κατέβηκε με το λεωφορείο απ' το χωριό στην Κατερίνη, να πάνε
στο γιατρό το
παιδί τους , επειδή του πονούσαν οι αμυγδαλές του,
ο γιατρός διέγνωσε ότι πρέπει να αφαιρεθούν, χρήματα δεν είχαν μαζί τους,

ο πατέρας του παιδιού έπρεπε να επιστρέψει στο χωριό
και θα ξαναρχόταν την άλλη μέρα φέρνοντας χρήματα,
το παιδί
μπήκε στην κλινική, η μητέρα έμεινε μαζί του, το βραδάκι η δόλια η μάνα είχε λιώσει απ' την πείνα, αλλά δεν είχε δραχμή στην τσέπη της, κάποιοι συνοδοί ασθενών της πρόσφεραν φαγητό, εκείνη, ντροπαλή χωριάτισσα, δίσταζε να φάει, την έκοψε η λόρδα όλη νύχτα, είχε μόνο μισή δραχμή στην τσέπη, το πρωί πάει ν' ανάψει ένα κερί στη μητρόπολη, στη Θεία Ανάληψη, κάποιοι ασθενείς της δώσανε χρήματα ν' ανάψει κερί και για κείνους, βγαίνοντας
απ'
την κλινική μετράει τα χρήματα, ήταν πέντε ολόκληρες δραχμές, η πείνα την έχει γονατίσει κυριολεκτικά, "μισή ντροπή δική μου",σκέφτεται, "ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει", αγοράζει πέντε τυρόπιτες, τις καταβροχθίζει, ύστερα ανάβει κερί στην εκκλησία με τη δική της μισή δραχμή, επιστρέφει στην κλινική χορτασμένη και όταν ήρθε ο άνδρας της απ' το χωριό, του ζήτησε πέντε δραχμές και έτρεξε ν' ανάψει τα κεριά στη Θεία Ανάληψη...
Η ίδια γελάει ακόμα όταν αφηγείται την ιστορία της, "συχωρεμένη η αμαρτία μου, έπρεπε να φάω, για ν' αντέξω, να φροντίσω το παιδί..."

Άμα σε κόψει λόρδα....
Κάτι ξέρει ο Καραγκιόζης...

Κυριακή 19 Αυγούστου 2012

Ψάλτι, παπάδις!

Το προαύλιο του Αγίου Δημητρίου


Μια φουρά πέθανιν ένας και τουν πάιναν στουν Αγιου Δημήτριου...
στου δρόμου μία γ'ναίκα ρώτ'σιν:
- Από τι πέθανι;
- Απού πείνα, τ ' λιέν.
-Αχ, έχου κάτ' παξ'μάδια, να ήξιρα να τουν έδ'να να φάει!
Μόλις τ' άκ'σιν η πιθαμένους, σ'κώθ'κι κι ρώτσιν:
- "Βριγμένα είνι τα παξ'μάδια;"
- Όχ' , είπιν η γ'ναίκα...
Κι αυτός η τιμπέλ'ς ξάπλουσιν πάλι κι λιέι, "ψάλτι παπάδις, ψάλτι"!!!

Η ανάρτηση προέκυψε από αφήγηση της καλής συμπατριώτισσας
και συν-μπλογκέρισσας Αθηνάς (κλικ εδώ), η οποία συμπλήρωσε:
-Μι του έλιγιν η μάμα μ', άμα ήθιλιν να πει οτι "αυτόσα είνι τιμπέλ'ς",
Αυτόσα είνι "ψάλτι, παπάδις", βαριέτι ακόμα κι να μασήσ' "!!!


Δευτέρα 13 Αυγούστου 2012

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠ' ΤΑ ΠΑΛΙΑ...


Αρχές της δεκαετίας του '60, οι μαγαζάτορες της Αγοράς, στην οποία έχει αναφερθεί πολλές φορές ο ΑΠΟΥΡΩ, αραχτοί και λάιτ (σύμφωνα με τη νεότερη έκφραση) κάτω απ' το καβάκι, Η είσοδος στην Αγορά και στο βάθος δεξιά ό,τι έχει απομείνει απ' το καβάκι..

αφήνουν τα μικρομαγαζάκια τους ορθάνοιχτα, ποιος να μπει να κλέψει, αν εμφανιζόταν πελάτης, κάποιος θα βρισκόταν να φωνάξει το μαγαζάτορα, να τον διακόψει απ' την απόλαυση του πρωινού χαβαλέ...
Οι "παζαρίσιοι" λοιπόν απολαμβάνουν τον καφέ τους, το ταβλάκι τους, την κολτσίνα, "πέρα βρέχει", μιλάμε για την αποθέωση της αφασίας, πλαισιωμένη με τα κλασικά κολινδρινά μασλάτια, ποιος ζει, ποιος πέθανε, ποιος παντρεύεται, ποια αρραβωνιάστηκε, όλα τα νέα του χωριού, τότε δεν υπήρχαν ούτε τοπικές εφημερίδες, ούτε κολινδρινά μπλόγκια, τα νέα, καλά ή άσχημα, μεταφέρονταν από στόμα σε στόμα, διανθισμένα βέβαια με την ανάλογη "σάλτσα"...Ελα όμως που το ανοιχτό μαγαζάκι, χωρίς το αφεντικό μέσα, σίγουρα αποτελούσε πρόκληση κι έτσι παρατηρούνταν συχνά-πυκνά περιστατικά μικροκλοπών κυρίως στα μπακάλικα της πιάτσας...
Το κοριτσάκι της ιστορίας μας, παιδί πάμφτωχης οικογένειας, κάτι τσίμπησε απ' το μπακάλικο εν ώρα απουσίας του μπακάλη, εκείνος κάλεσε την αστυνομία και ο αστυνόμος, φρονίμως ποιών και μπράβο του, όταν διαπίστωσε ότι η "κλοπή" διεπράχθη την ώρα που ο καταστηματάρχης απολάμβανε την καφεδιά του μακριά απ' το ορθάνοιχτο μαγαζί, άφησε ελεύθερο το παιδί, κατσάδιασε τον αραχτό μπακάλη και τοιχοκόλλησε στο καβάκι ανακοίνωση ότι οι μαγαζάτορες δεν επιτρέπεται να αφήνουν ορθάνοιχτα τα μαγαζιά τους κι αυτοί να αράζουν στους καφενέδες...
Και για όσους δεν ήξεραν να διαβάζουν, βγήκε ο τελάλης εκεί που αρχίζουν τα σκαλάκια, πάνω απ' το καβάκι,
Το καβάκι και τα "Σκαλάκια", όπως είναι σήμερα...

και, στεντορεία φωνή, διαλάλησε την ανακοίνωση:-" Αααααακούσατε, κύριοιιιιιιιιι! Οι μαγαζάτορες δεν επιτρέπεται να αφήνουν ανοιχτά τα μαγαζιά τους και να απουσιάζουν! Καμιά περίπτωση κλοπής δε θα ερευνηθεί, αν την ώρα της κλοπής ο ιδιοκτήτης απουσιάζει από το κατάστημά του!"Να δεις για πότε συμμορφώθηκαν οι αραχτοί, αλλά δε χάλασαν και πολύ τη ζαχαρένια τους, βρήκαν τη λύση, δεν πήγαιναν στους καφενέδες, άπλωναν τραπεζάκι έξω απ' τα μαγαζιά τους και το αραλίκι συνεχίστηκε στους ίδιους ρυθμούς, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '70, όταν πια η Αγορά πήρε τα κάτω της, αφού η περισσότερη κίνηση είχε μεταφερθεί πλέον στη διασταύρωση Σαμαρά, άλλες ιστορίες με πολύ γέλιο, θα μας απασχολήσουν αργότερα...
Τι απέγινε το κοριτσάκι της ιστορίας μας; -Αλλη πονεμένη ιστορία! Λίγα χρόνια μετά κατεβαίνει στη Θεσσαλονίκη, εργάζεται ως υπηρέτρια, ανακαλύπτει έναν κόσμο που δεν τον φανταζόταν κι όταν ανέβαινε στο χωριό, διηγιόταν με καμάρι:-Αχ, χτες βράδυ πήγαμε σ'ενα πάρτι και ήπιαμε βερμούτ!!!
Μαθαίνω ότι εδώ και χρόνια έχει βγει στη σύνταξη, έχει επιστρέψει στο χωριό, έχει ξαναχτίσει νέο σπίτι στη θέση του παλιού πατρικού ερείπιου, νά΄ναι καλά η γυναίκα, πολλοί τραβήξαμε μεγάλα ζόρια εκείνα τα χρόνια, δε θέλουμε με τίποτα να τα θυμόμαστε, μόνο ξαναφέρνουμε στο μυαλό μας ιστορίες για γέλια και για δάκρυα, όπως αυτή που σας αφηγήθηκα...

Σάββατο 7 Ιουλίου 2012

Αγιοι Απόστολοι - Δουπόντσα

           Δυο αγαπημένοι τόποι των παιδικών χρόνων στο χωριό, 
                                  σας τους έχω ξαναδείξει εδώ κι εδώ...
                                  Το ξωκκλήσι των Αγίων Αποστόλων, 
           βρεθήκαμε εκεί 30 Ιουνίου, τη μέρα της γιορτής....
Από κει τραβήξαμε φωτογραφίες την αγαπημένη Δουπόντσα,
πνιγμένη στο πράσινο, πεντακόσια μέτρα νότια, 

 
κι από κοντά ο χείμαρρος, χαμένος μέσα στα πλατάνια,
τόσο που το απέναντι δάσος μόλις που φαινόταν...
Πριν πενήντα χρόνια ο χώρος του πλατανόδασους ήταν μια απέραντι αμμουδιά γύρω απ' το ποτάμι, τώρα πια στην περιοχή δεν περνούν οικόσιτα ζώα, κοπάδια δεν υπάρχουν πια, έτσι η φύση λειτουργεί ανενόχλητη, τα πανύψηλα πλατάνια έχουν υψώσει ενα τείχος πρασίνου σχεδόν αδιαπέραστο, από τη μια όχθη του χειμάρρου στην άλλη περνάει κανείς μόνο από το μέρος της φωτογραφίας που βλέπετε...
Ήταν μια καθιερωμένη ετήσια περιδιάβαση συγκίνησης, σε μέρη παιδικά κι αγαπημένα, όχι απο νοσταλγία, μα για να δούμε ομορφιές που τότε μέσα στον αγώνα της επιβίωσης το μάτι μας δεν μπορούσε να δει και ν' απολαύσει...


Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

Η ΔΟΥΠΌΝΤΣΑ



Αγαπημένος τόπος των παιδικών χρόνων, μια λαγκαδιά κι ενας εποχιακός χείμαρρος, που ξεκινάει απ'τα Ρυάκια των Πιερίων και διασχίζοντας τα όρια των αγροτικών περιοχών των χωριών Καστανιά, Παλιόστανη, Μικρή Μηλιά, Σφενδάμη, Κολινδρός και Καταχάς, καταλήγει στη θάλασσα, στον Όρμο Μεθώνης...Πανέμορφος τόπος,
χορταίνει το μάτι σου πράσινο, δεν έβγαλα φωτογραφίες απ' το χείμαρρο, το προηγούμενο βράδυ είχε βρέξει καταρρακτωδώς, όπως μόνο στη Δουπόντσα ξέρει να βρέχει, με αποτέλεσμα το μονοπάτι για το ποτάμι να είναι αδιάβατο λόγω της λάσπης...

Εδώ ο γράφων έκανε το παιδικό αγροτικό του στα καπνά, ολόκληρο καλοκαίρι σε καλύβα, μιάμιση ώρα με τα πόδια, μακριά απ' τον Κολινδρό...Μόνο όποιος εργάστηκε στα καπνά, μπορεί να με καταλάβει...
Εδώ φύτεψα καπνά,
εδώ "έσπασα" (μάζεψα) καπνό,
εδώ "μπούρλιασα", "ραμάτιασα", "αρμάθιασα",
εδώ μάζεψα "φανάρια",
εδώ βοήθησα στο "δέσιμο"...
εδώ ο Vad είδε λύκο,
αλεπού,
τσακάλι (και νόμισα πως ήταν σκυλί!),
μέσα στα καλαμπόκια "μύρισα"
ασβό και χτυπούσα γκαζοτενεκέδες για να φύγει απ' το καλαμποκοχώραφο ο...βρωμιάρης,
εδώ είδα το πέταγμα του σαϊνιού,
εδώ είδα το γεράκι
να κυνηγάει ένα κοπάδι πέρδικες,
να περνάει πάνω από τα κοτόπουλά μας που έβοσκαν αμέριμνα, και με κάθετη εφόρμηση από ύψος δυο μέτρων, με κινηματογραφική ταχύτητα να αρπάζει ενα κοτοπουλάκι, εγκαταλείποντας το κυνήγι των περδικιών, να χάνεται από τα μάτια μας με το λάφυρο στο ράμφος του, κι η μάνα μου να φωνάζει, "ουρσούσ΄κου,να του φάει ου λύκους, να του φάει, μας πήριν του π'λαδί'!
Εδώ χάσαμε το γάιδαρο, μοναδικό μεταφορικό μέσο της οικογένειας, κατά σύμπτωση είχε το ίδιο χρώμα με το γαϊδαράκο της φωτογραφίας, από δω με στείλανε στο Κίτρος, να φέρω το γάιδαρο που είχε βρεθεί εκεί...
Το ποτάμι δεν είχε πολύ νερό, πολύ σπάνια πιάναμε κανένα γριβάδι,
αλλά συχνά βγάζαμε καβούρια στις άκρες του χείμαρρου...
Εδώ ήταν και το μοναδικό μας κτήμα, με κερασιές,
μηλιές,
αχλαδιές,
εδώ για μια και μόνη φορά είχε βάλει ο πατέρας μου ενάμιση στρέμμα καρπούζια, που μας τα κλέψανε όλα εν μια νυκτί !

Μη μου πείτε πάλι, αχ, τι ωραία χρόνια και τέτοια...,δεν τα νοσταλγώ, ήταν χρόνια στέρησης, απλώς τα θυμούμαι ως χρόνια που σημάδεψαν τη ζωή μου...

ΥΓ.Εκτός από τις τέσσερις πρώτες φωτογραφίες οι υπόλοιπες είναι "δανεισμένες" από διάφορες ιστοσελίδες...