Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 16 Ιουνίου 2017

ΜΕΛΕΤΙΟΣ (1918-20)



ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΜΕΛΕΤΙΟΣ



Μεταξάκης Μελέτιος (1871-1935). Μητροπολίτης Κιτίου, έπειτα Μητροπολίτης Αθηνών και διαδοχικά Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξανδρείας. Γεννήθηκε στο χωριό Παρσάς Λασηθίου και σε ηλικία 18 ετών στάλθηκε κοντά στον θείο του που ήταν ιερέας στα Ιεροσόλυμα. Σπούδασε στην Ιερατική Σχολή του Παναγίου Τάφου και στη Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού των Ιεροσολύμων. Το 1891 χειροτονήθηκε διάκονος και το 1903 διορίσθηκε αρχιγραμματέας του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων. Το 1907 εκπροσώπησε το πατριαρχείο στις διαπραγματεύσεις για το αρχιεπισκοπικό ζήτημα που είχε προκύψει στην Κύπρο, ενώ το 1910 εξελέγη Μητροπολίτης Κιτίου. Το 1918 διαδέχθηκε τον Μητροπολίτη Αθηνών Θεόκλητο Α΄ και παρέμεινε μέχρι τον Νοέμβριο 1920, οπότε επανήλθε στον θρόνο ο Θεόκλητος. Τον επόμενο Φεβρουάριο έφθασε στην Αμερική και οργάνωσε την Αρχιεπισκοπή Βορείου και Νοτίου Αμερικής. Παρέμεινε μέχρι τον Νοέμβριο 1921, οπότε εξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Επί των ημερών του πέρασαν στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου όλες οι ελληνορθόδοξες εκκλησίες Ευρώπης, Αμερικής και Αυστραλίας, καθώς και οι ορθόδοξες εκκλησίες Τσεχοσλοβακίας, Εσθονίας και Φινλανδίας, ενώ ίδρυσε τη Μητρόπολη Θυατείρων και Εξαρχία Δυτικής Ευρώπης. Επίσης αναγνώρισε τις αγγλικανικές χειροτονίες και υιοθέτησε τη μεταρρύθμιση του ημερολογίου. Τον Ιούλιο 1923 πήγε στο Άγιον Όρος και από εκεί παραιτήθηκε από τον οικουμενικό θρόνο, ενώ στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Κηφισιά. Το 1926 εξελέγη Πατριάρχης Αλεξανδρείας και μία από τις πρώτες ενέργειές του ήταν να υιοθετήσει το γρηγοριανό ημερολόγιο, ενώ επεξέτεινε τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου και πρόσθεσε στον τίτλο του «και πάσης Αφρικής».
Δ. Κούκουνας
Πηγή:
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1830-2016
ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, Γ΄ Τόμος

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ (1962-67)



ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ



Χατζησταύρου Χρυσόστομος Β΄ (1880-1968). Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Γεννήθηκε στο Αϊδίνιο Μικράς Ασίας και, αφού ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στη Σχολή Αρώνη της Σμύρνης και στο Γυμνάσιο Βαθέος Σάμου, φοίτησε στη Θεολογική Σχολή Χάλκης, από την οποία εξήλθε αριστούχος το 1902. Αμέσως μετά χειροτονήθηκε διάκονος από τον τότε Μητροπολίτη Δράμας Χρυσόστομο Καλαφάτη, τον μετέπειτα μάρτυρα Μητροπολίτη Σμύρνης, του οποίου υπήρξε στενός συνεργάτης μέχρι τη μικρασιατική καταστροφή. Η υπηρεσία του εκεί στη Μητρόπολη Δράμας, στα χρόνια εκείνα, ήταν συνδεδεμένη με τον εθνικό αγώνα εναντίον των Βουλγάρων κομιτατζήδων και οι κίνδυνοι ήταν καθημερινοί. Προδόθηκε στους Τούρκους που άρχισαν να τον καταζητούν, κι εκείνος για να τους αποφύγει μπόρεσε να φτάσει κρυφά στην Πόλη και κατέφυγε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Εκεί κρύφτηκε για αρκετό διάστημα και εκεί πληροφορήθηκε ότι τον Μάρτιο 1906 το Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης τον είχε καταδικάσει σε τετραετή φυλάκιση. Προ του κινδύνου να βρεθεί και να φυλακισθεί, ο νεαρός διάκονος σχεδίασε τη φυγή του από την Πόλη. Έφυγε για τη Λωζάννη, όπου εκεί του δόθηκε η ευκαιρία να συνεχίσει τις σπουδές του. Εν τω μεταξύ, ο Μητροπολίτης προστάτης του στη Δράμα αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες, διότι εκτός από τους κομιτατζήδες, τον κυνηγούσαν και οι Τούρκοι. Για λόγους πρόνοιας, το Πατριαρχείο μεταθέτει τον Χρυσόστομο στη Μητρόπολη Σμύρνης. Ενημερώνεται και ο διάκονός του, που βρισκόταν στην Ελβετία, και επιστρέφει στη Σμύρνη. Αμέσως μετά εκλέγεται σε Βοηθό Επίσκοπο του Μητροπολίτη Σμύρνης. Τον Μάρτιο 1913 εξελέγη Μητροπολίτης Φιλαδελφείας, αλλά η δράση του ήταν τόσο ενοχλητική για την Τουρκία, που μεθοδεύθηκε μια κατηγορία εναντίον του ώστε να δικασθεί και να καταδικασθεί σε θάνατο, αλλά η ποινή δεν εκτελέσθηκε ύστερα από παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων. Το 1918 ο Πατριάρχης τον κάλεσε στην Πόλη για να παραμείνει ως Συνοδικός. Σύντομα όμως επανήλθε στην επαρχία του, για να οργανωθεί ο ελληνικός πληθυσμός εν όψει της αφίξεως του Ελληνικού Στρατού που κατέλαβε ύστερα από συμμαχική εντολή τη Μικρά Ασία. Κατά την Ελληνική Κατοχή πρόσφερε νέες υπηρεσίες και όταν έγινε γνωστή η καταστροφή του Αϊδινίου, το Οικουμενικό Πατριαρχείο απέστειλε εκεί τον Χρυσόστομο Χατζησταύρου, ως τοποτηρητή της Μητροπόλεως Ηλιουπόλεως και Θείρων, που είχε έδρα το Αϊδίνιο και που τότε ήταν χηρεύουσα. Την εποχή της Μικρασιατικής Εκστρατείας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον προήγαγε στη Μητρόπολη Εφέσου, που είχε κενωθεί. Ακολουθώντας και ο ίδιος τη μοίρα των άλλων προσφύγων, βρέθηκε μετά την Καταστροφή στην Αθήνα. Με πατριαρχική εντολή διορίσθηκε αμέσως Αποκρισάριος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Στις αρχές του 1923, ύστερα από εντολή της ελληνικής κυβερνήσεως, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος συνέταξε έκθεση για τις τουρκικές ωμότητες, που χρησιμοποιήθηκε στη Λωζάνη για την υποστήριξη των ελληνικών θέσεων. Το 1924 του προτάθηκε να αναλάβει τη Μητρόπολη Ρόδου, την εποχή που η Δωδεκάνησος βρισκόταν υπό ιταλική κατοχή και μάλιστα σε περίοδο εκστρατείας ιταλοποιήσεως. Τελικά μετατέθηκε στη Μητρόπολη Βεροίας και Ναούσης. Για ένα πολύ μικρό διάστημα όμως, διότι μετά από λίγους μήνες, τον Δεκέμβριο 1924, το Πατριαρχείο τον μετέθεσε οριστικά στη νεοσύστατη Μητρόπολη Καβάλας και Νέστου, που από το 1930 μετονομάσθηκε σε Φιλίππων και Νεαπόλεως με έδρα την Καβάλα. Στα σχεδόν σαράντα χρόνια που ποίμανε αυτή την εθνικά κρίσιμη περιφέρεια, άφησε μεγάλο λειτουργικό και κοινωνικό έργο. Η δράση του ήταν πολύπλευρη, όπως πάντα στη ζωή του, και ο ίδιος ήταν ακάματος αγωνιστής. Μέχρι το 1940, που η Ελλάδα ενεπλάκη στον πόλεμο, το έργο του είχε προκαλέσει πανελλήνιο θαυμασμό. Τον Απρίλιο 1941, όταν οι Βούλγαροι εισήλθαν στη Θράκη ως κατακτητές και άρχισαν πολιτική εκβουλγαρισμού, ο Χρυσόστομος προσπάθησε να αποφύγει την εκδίωξή του από την Καβάλα, όμως υποχρεώθηκε να απομακρυνθεί και τελικά να καταφύγει στην Αθήνα ως πρόσφυγας. Πήρε μέρος στη Σύνοδο της Ιεραρχίας που τον Ιούλιο 1941 αποκατέστησε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο τον Δαμασκηνό, ενώ ο ίδιος ανέλαβε την προεδρία του Εθνικού Οργανισμού Χριστιανικής Αλληλεγγύης. Μετά την Απελευθέρωση επέστρεψε στην Καβάλα και ανέλαβε και πάλι τα καθήκοντά του. Το 1960, ύστερα από πρωτοβουλία οργανώσεων και σωματείων, γιορτάσθηκε η πεντηκονταετηρίδα της αρχιεροσύνης του Χρυσοστόμου. Το 1961, όταν συνεκλήθη η Α’ Πανορθόδοξη Διάσκεψη στη Ρόδο, του ανατέθηκε η προεδρία της. Τον Ιανουάριο 1962, μετά τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου Θεόκλητου Παναγιωτόπουλου, νέος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών εξελέγη ο Ιάκωβος Βαβανάτσος, ο οποίος όμως εξαναγκάσθηκε μετά λίγες ημέρες να παραιτηθεί. Στη νέα εκλογή, που πραγματοποιήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 1962, ο Χρυσόστομος εξελέγη Αρχιεπίσκοπος. Επί των ημερών του προκλήθηκε ένταση στις σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας, καθώς κηρύχθηκαν έκνομες οι αποφάσεις της Ιεραρχίας για την πλήρωση κενών θέσεων (Νοέμβριος 1965), ενώ στα δογματικά ζητήματα παρέμενε σταθερός, ιδίως σε σχέση με τη νέα πορεία που ακολούθησε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας.Το 1966 με το Ν.Δ. 4589 είχε καθορισθεί για τους Ιεράρχες, πλην του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, το 80ό έτος ως όριο ηλικίας. Μετά την 21η Απριλίου 1967, μία από τις πρώτες κινήσεις του στρατιωτικού καθεστώτος ήταν να κηρύξει σε χηρεία τον αρχιεπισκοπικό θρόνο, ζώντος του Χρυσοστόμου, αφού με τον υπ’ αριθ. 3 Α.Ν. επεξέτεινε το όριο ηλικίας, που ίσχυε για τους Μητροπολίτες, και στον Αρχιεπίσκοπο. Ήδη από τις πρώτες ημέρες μετά την κήρυξη της δικτατορίας παρουσιάστηκε στα παρασκήνια μια κινητικότητα με στόχο την απομάκρυνση του Αρχιεπισκόπου, προκειμένου να αναδειχθεί νέος Αρχιεπίσκοπος. Έγιναν προσπάθειες να πεισθεί να παραιτηθεί και για να το επιτύχουν αυτό, του ελέχθη ότι με την παραίτησή του θα διευκολύνει την επίλυση του Κυπριακού, διότι ως αντικαταστάτης του θα εκλεγεί ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος απομακρυνόμενος από την Κύπρο και αφίνοντας το πεδίο ελεύθερο για την εξεύρεση πολιτικής λύσεως του Κυπριακού. Αρνήθηκε να συγκατανεύσει στην απομάκρυνσή του, ωστόσο όμως στις 13 Μαΐου 1967 εξελέγη ο Ιερώνυμος Κοτσώνης ως νέος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Ο Χρυσόστομος μετά την αντικατάστασή του, τον Μάιο του 1967, ιδιώτευε στην Αθήνα με τον τίτλο του «πρώην Αθηνών και Πάσης Ελλάδος». Η υγεία του επιδεινώθηκε και στις 28 Μαΐου 1968 εισήχθη με γαστρορραγία στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού για να αποβιώσει στις 9 Ιουνίου 1968.
Δ. Κούκουνας
Πηγή:
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1830-2016
ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, Δ΄ Τόμος

ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ (1938-41)



ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ



Φιλιππίδης Χρύσανθος (1881-1949). Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, από Τραπεζούντος. Γεννήθηκε στην Κομοτηνή και σπούδασε στη Θεολογική Σχολή Χάλκης, από την οποία αποφοίτησε το 1903. Χειροτονήθηκε διάκονος και υπηρέτησε ως αρχιδιάκονος στη Μητρόπολη Τραπεζούντος, ενώ στην περίοδο 1907-11 συνέχισε τις σπουδές του στα Πανεπιστήμια Λωζάννης και Λειψίας. Μετά την επάνοδό του διορίσθηκε διευθυντής του περιοδικού «Εκκλησιαστική Αλήθεια» και το 1913 εξελέγη Μητροπολίτης Τραπεζούντος. Κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, του ανατέθηκαν διοικητικά καθήκοντα και ανέλαβε πολιτικός διοικητής Τραπεζούντος τόσο από τους Ρώσους, όταν είχαν καταλάβει την περιοχή, όσο και από τους Τούρκους στη συνέχεια. Μετά τη λήξη του πολέμου, σε συνεννόηση με τον Έλληνα πρωθυπουργό Ελ. Βενιζέλο ανέλαβε εθνικές αποστολές, ενώ επικεφαλής επιφανών Ελλήνων του Πόντου υπέβαλε στη Διάσκεψη Ειρήνης και τους Συμμάχους υπομνήματα ζητώντας την οριστική απελευθέρωση του Πόντου από την οθωμανική κυριαρχία. Για τον σκοπό αυτόν επισκέφθηκε το Παρίσι, το Λονδίνο και τη Ρώμη, ενώ ανακήρυξε την αυτονομία του Πόντου. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, διατηρώντας τον τίτλο του Μητροπολίτη Τραπεζούντος. Το 1926 διορίσθηκε αποκρισάριος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Αθήνα και του ανατέθηκαν διάφορες αποστολές για την επίλυση εκκλησιαστικών ζητημάτων στην Αλβανία, τη Συρία κ.α. Το 1938, έπειτα από τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου Χρυστοστόμου Παπαδόπουλου, ήταν συνυποψήφιος με τον Μητροπολίτη Κορινθίας Δαμασκηνό για τη διαδοχή του. Στην εκλογή που ακολούθησε, ο Δαμασκηνός έλαβε 31 ψήφους και ο Χρύσανθος 30 ψήφους, αλλά το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε την εκλογή επειδή η πλειοψηφία διαμορφώθηκε με την ψήφο ενός μέλους της ιεραρχίας που του είχε προσωρινά αφαιρεθεί το δικαίωμα ψήφου. Η ακύρωση της εκλογής ήταν αποτέλεσμα κυβερνητικής παρέμβασης και κατόπιν αυτού εξελέγη νέος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών ο Χρύσανθος. Από την άνοδό του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο επέδειξε αξιοσημείωτη διοικητική και πνευματική δραστηριότητα, ιδιαίτερα από την 28η Οκτωβρίου 1940 και έπειτα, με αποκορύφωμα την υπερήφανη στάση που τήρησε την πρώτη ημέρα της Κατοχής. Ωστόσο, ο Δαμασκηνός επέτυχε να οργανώσει την απομάκρυνσή του και στις 2 Ιουλίου 1941, ερήμην του Χρυσάνθου, συγκλήθηκε Μείζων Σύνοδος που τον εκθρόνισε και αποκατέστησε τον Δαμασκηνό. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής ανέπτυξε σημαντική εθνική δράση και μετά την Απελευθέρωση αρνήθηκε να επιδιώξει την επιστροφή του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Από το 1938 υπήρξε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Έγραψε πολλές μελέτες και μεταξύ άλλων τα βιβλία: «Το ζήτημα του Ευξείνου Πόντου» 1919, «Η Εκκλησία Τραπεζούντος» 1936, «Οι Γενικοί Κανονισμοί του Οικουμενικού Πατριαρχείου» 1946.
Δ. Κούκουνας
Πηγή:
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1830-2016
ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, Δ΄ Τόμος

ΣΕΡΑΦΕΙΜ (1973-98)



ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΣΕΡΑΦΕΙΜ



Τίκας Σεραφείμ (1913-98). Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Γεννήθηκε στο Αρτεσιανό Καρδίτσας. Μετά τα εγκύκλια μαθήματα προσανατολίσθηκε να υπηρετήσει την Εκκλησία και φοίτησε στην Ιερατική Σχολή Άρτης, όπου παρακολούθησε μαθήματα επί τέσσερα χρόνια. Το 1935 γράφτηκε στο πέμπτο έτος της Εκκλησιαστικής Σχολής Κορίνθου και εκεί είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον Μητροπολίτη Δαμασκηνό. Το 1936 εισήλθε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 1940. Το 1938 εκάρη μοναχός στη Μονή Πεντέλης και την επόμενη ημέρα χειροτονήθηκε διάκονος και υπηρέτησε στον Ναό Αγίας Τριάδος του Νέου Ηρακλείου. Το 1942, ενώ ήδη εργαζόταν ως γραφέας στην Ιερά Σύνοδο, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, χειροθετήθηκε αρχιμανδρίτης και τοποθετήθηκε ως εφημέριος και ιεροκήρυκας του Ναού Αγίου Λουκά Πατησίων. Τον Σεπτέμβριο του 1943 μυήθηκε στον ΕΔΕΣ και για τη δράση του στην Εθνική Αντίσταση αργότερα τιμήθηκε με χρυσό αριστείο ανδρείας, πολεμικό σταυρό α΄ τάξεως, μετάλλιο εξαιρέτων πράξεων και αναμνηστικό μετάλλιο Εθνικής Αντιστάσεως. Στις 6 Σεπτεμβρίου 1949 εξελέγη Μητροπολίτης Άρτης, όπου ανέπτυξε μεγάλη φιλανθρωπική δράση, ιδρύοντας οικοτροφείο απόρων μαθητών, ορφανοτροφεία, γηροκομείο κ.ά. Στις 11 Μαρτίου 1958 μετατέθηκε στη Μητρόπολη Ιωαννίνων, επί κεφαλής της οποίας παρέμεινε για 16 χρόνια μέχρι τον Ιανουάριο 1974. Ως Μητροπολίτης Ιωαννίνων είχε αναπτύξει πολυσχιδή δράση, μεριμνώντας μεταξύ άλλων για τη λειτουργία της Ζωσιμαίας Σχολής και της Ζωσιμαίας Βιβλιοθήκης, την επανακυκλοφορία των «Ηπειρωτικών Χρονικών» κ.ά., ενώ σημαντική ήταν η συμβολή του στην ίδρυση του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και της εκεί πανεπιστημιούπολης. Στις 25 Νοεμβρίου 1973, όταν ανατράπηκαν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος και η κυβέρνηση Μαρκεζίνη, κλήθηκε για να ορκίσει τον νέο Πρόεδρο Δημοκρατίας και την κυβέρνηση (συνολικά όρκισε μέχρι το τέλος της ζωής του έξι Προέδρους Δημοκρατίας, οκτώ πρωθυπουργούς και απειράριθμους υπουργούς). Αυτό έδωσε αφορμή στον τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Ιερώνυμο για να υποβάλει εκ νέου την παραίτησή του και στην αρχιεπισκοπική εκλογή που ακολούθησε, στις 13 Ιανουαρίου 1974, ο Σεραφείμ Τίκας εξελέγη νέος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Το 1977 επεδίωξε και ψηφίσθηκε από τη Βουλή των Ελλήνων ο νέος Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, που επέτυχε την κατάργηση του θεσμού του κυβερνητικού επιτρόπου, την κατάργηση του τριπροσώπου στην εκλογή Μητροπολιτών και κυρίως τη συνταγματική κατοχύρωση των ιερών κανόνων. Παραχώρησε τμήματα από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών για την ίδρυση τεσσάρων νέων αυτοτελών Μητροπόλεων, ενώ επί των ημερών του η Ιεραρχία ανανεώθηκε σημαντικά με την εκλογή 57 Ιεραρχών. Για πολλά χρόνια ήταν πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής Βορειοηπειρωτικού Αγώνος (ΚΕΒΑ). Είχε μεταξύ άλλων τιμηθεί με την ανάδειξή του ως επίτιμου διδάκτορα πολλών πανεπιστημίων και το 1997, για τα εξήντα χρόνια υπηρεσιών του στην Εκκλησία της Ελλάδος του απονεμήθηκε ο Μεγαλόσταυρος του Τάγματος Τιμής. Απεβίωσε στις 10 Απριλίου 1998, ύστερα από μακρά νεφρική ασθένεια.

Δ. Κούκουνας
Πηγή:
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1830-2016
ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, Δ΄ Τόμος

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ (1998-2008)



ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ



Παρασκευαΐδης Χριστόδουλος (1939-2008). Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος από Δημητριάδος και Αλμυρού. Γεννήθηκε στην Ξάνθη, καταγόμενος από την Αδριανούπολη. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1961 και από τη Θεολογική Σχολή του ίδιου Πανεπιστημίου το 1967, ενώ παράλληλα σπούδασε βυζαντινή μουσική στο Ωδείο Αθηνών. Αναγορεύθηκε διδάκτορας του Κανονικού Δικαίου το 1983. Εκάρη μοναχός στη Μονή Βαρλαάμ, χειροτονήθηκε διάκονος το 1961 και πρεσβύτερος το 1965. Υπηρέτησε ως προϊστάμενος και ιεροκήρυκας του Ναού Θεοτόκου (Παναγίτσας) Παλαιού Φαλήρου, όπου ανέπτυξε σημαντική δράση. Παράλληλα προσελήφθη το 1968, ύστερα από διαγωνισμό, ως γραμματέας της Ιεράς Συνόδου και στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι τον Ιούλιο 1974, όταν εξελέγη, με πρόταση του τότε νέου Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ, σε ηλικία 35 ετών, Μητροπολίτης Δημητριάδος. Δημιούργησε το Κέντρο Συμπαραστάσεως Οικογενείας, τις Σχολές Γονέων, τον Συμβουλευτικό Σταθμό Προβλημάτων Εφηβείας, τον Ραδιοφωνικό Σταθμό «Ορθόδοξη Μαρτυρία» με συνεχώς ανανεούμενο πρόγραμμα που επιμελούνταν περί τους 150 εθελοντές συνεργάτες, την εφημερίδα «Πληροφόρηση». Διακρίθηκε ως ομιλητής τόσο επί θρησκευτικών, όσο και επί κοινωνικών και εθνικών θεμάτων και προσκεκλημένος μετέβη σε πολλές πόλεις της Ελλάδος όπου μίλησε σε πυκνά ακροατήρια, όπως και σε συζητήσεις στην τηλεόραση, προβάλλοντας και υπερασπιζόμενος τα δίκαια της Εκκλησίας. Χαρακτηριστική έμεινε η πανελλήνια τηλεοπτική παρουσία του ως αντίπαλος του τότε Υπουργού Παιδείας Α. Τρίτση για το ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας. Εντυπωσιακή υπήρξε άλλωστε η συμβολή του στους αγώνες της Εκκλησίας για την καθιέρωση του πολιτικού γάμου ως ισόκυρου με τον θρησκευτικό, για την αποτροπή του «αυτόματου διαζυγίου» κλπ. Στην περιοχή Βόλου ίδρυσε την Ένωση Χριστιανών Επιστημόνων, την Χριστιανική Κοινωνική Ένωση, τα Σπίτια Γαλήνης Χριστού για τους ηλικιωμένους, τη Χριστιανική Αλληλεγγύη για τους πτωχούς. Μετά τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ, εξελέγη στις 28 Απριλίου 1998 Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Ίδρυσε δεκάδες βρεφονηπιακούς σταθμούς για τη στήριξη της εργαζόμενης γυναίκας, την «Αλληλεγγύη», Μη Κυβερνητική Οργάνωση της Εκκλησίας της Ελλάδος, ανέπτυξε κοινωνικό έργο με τη δημιουργία νέων ιδρυμάτων, όπως της Στέγης της Μητέρας, των Στεγών Γερόντων, Κατακοίτων, Απροσάρμοστων Παιδιών, τις δωρεάν ιατρικές και νομικές υπηρεσίες μέσω του Κέντρου Στήριξης Οικογένειας και της «Διακονίας», του Ιδρύματος Ψυχοκοινωνικής Αγωγής και Στήριξης. Επίσης ίδρυσε την Υπηρεσία Διαδικτύου της Εκκλησίας της Ελλάδος και γενικότερα προσπάθησε να την προσαρμόσει στις νέες εποχές. Συγγραφέας πολλών βιβλίων και μελετών.
Δ. Κούκουνας
Πηγή:
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1830-2016
ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, Γ΄ Τόμος

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ (1938, 1941-49)



ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ



Παπανδρέου Δαμασκηνός (1890-1949). Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Γεννήθηκε στη Δορβιτσά Ναυπακτίας. Σπούδασε νομικά και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στη συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος και λίγο αργότερα πρεσβύτερος και αρχιμανδρίτης, υπηρετώντας ως διευθυντής του Γραφείου της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και ηγούμενος της Μονής Πεντέλης. Εξελέγη Μητροπολίτης Κορίνθου το 1922, όπου ανέπτυξε σημαντικό ποιμαντικό και κοινωνικό έργο, με αποκορύφωμα τη δραστηριοποίησή του όταν η περιοχή επλήγη από καταστροφικούς σεισμούς το 1928. Ως έκτακτος πατριαρχικός έξαρχος επισκέφθηκε το 1930 τις ΗΠΑ, προκειμένου να διευθετήσει εκκλησιαστικά θέματα που είχαν ανακύψει στους κόλπους της εκεί Ορθόδοξης Μητρόπολης και ταυτόχρονα να επιζητήσει τη συνδρομή των ομογενών για οικονομική ενίσχυση των σεισμοπαθών της Κορίνθου. Το 1938 εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, αλλά το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε την εκλογή του ύστερα από ενέργειες της Κυβέρνησης Μεταξά και Αρχιεπίσκοπος έγινε ο από Τραπεζούντος Χρύσανθος. Ο Δαμασκηνός αρνήθηκε να δεχθεί την ακύρωση της εκλογής του και εγκαταστάθηκε στη Μονή Φανερωμένης στη Σαλαμίνα μονάζοντας. Μετά την ανάληψη της κατοχικής κυβέρνησης από τον προσωπικό φίλο του στρατηγό Τσολάκογλου, κινήθηκε η τυπική διαδικασία για την απομάκρυνση του Χρυσάνθου και την επαναφορά του Δαμασκηνού στον αρχιεπισκοπικό θρόνο (5.7.1941). Κατά την Κατοχή ανέπτυξε αξιόλογη εθνική και κοινωνική δράση, ιδρύοντας μεταξύ άλλων τον ΕΟΧΑ, οργανώνοντας την κοινωνική προσφορά και προβάλλοντας προς τις Αρχές Κατοχής τα εθνικά θέματα, ενώ για ένα διάστημα είχε τεθεί υπό περιορισμό στην κατοικία του. Τα Χριστούγεννα 1944, με παρουσία του Τσώρτσιλ στην Αθήνα, αποφασίσθηκε η ανάθεση της αντιβασιλείας στον Αρχιεπίσκοπο, ο οποίος λειτούργησε στη συνέχεια ως ανώτατος άρχοντας μέχρι τη διεξαγωγή των εκλογών και του δημοψηφίσματος 1946. Στο διάστημα αυτό διετέλεσε για ένα μικρό διάστημα πρωθυπουργός (17.10.45-1.11.45). Μετά την επιστροφή του Γεωργίου Β΄ στην Ελλάδα (Σεπτέμβριος 1946), ο Δαμασκηνός περιορίστηκε στα εκκλησιαστικά του καθήκοντα.
Δ. Κούκουνας
Πηγή:
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1830-2016
ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, Γ΄ Τόμος

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ (1923-38)



ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ



Παπαδόπουλος Χρυσόστομος Α΄ (1868-1938). Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Γεννήθηκε στη Μάδυτο Ανατολικής Θράκης και ήταν γιος κληρικού. Σπούδασε στην Ιερατική Σχολή Κωνσταντινουπόλεως και στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού Ιεροσολύμων, από την οποία αποφοίτησε το 1888, ενώ συνέχισε τις σπουδές του στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο Κίεβο και την Πετρούπολη (1891-95). Μετά την επάνοδό του δίδαξε ως καθηγητής στη Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού και το 1909 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και ανέλαβε διευθυντής της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής (1911-14), ενώ το 1914 εξελέγη καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μετά την επικράτηση της Επανάστασης του Σεπτεμβρίου 1922, οπότε αποφασίστηκε η απομάκρυνση του Μητροπολίτη Αθηνών Θεόκλητου Μηνόπουλου, η ηγεσία της τον επέλεξε ως διάδοχό του. Ο ίδιος ζήτησε η εκλογή του να εγκριθεί από την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος και όντως το 1923 εξελέγη, ενώ ο τίτλος του αναβαθμίσθηκε σε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών. Ανάμεσα στις πρώτες ενέργειές του ήταν η ανάδειξη νέων Μητροπολιτών, η σύνταξη Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας και η μεταρρύθμιση του ημερολογίου, που προκάλεσε το λεγόμενο παλαιοημερολογιτικό ζήτημα όταν αποσχίσθηκε ένα σημαντικό τμήμα του ποιμνίου, καθώς όλες αυτές οι ταυτόχρονες αλλαγές συσχετίσθηκαν με πολιτικά αίτια. Στα επόμενα χρόνια επέδειξε μεγάλη δραστηριότητα και μεταξύ άλλων επιλύθηκαν σοβαρά ζητήματα, όπως η μισθοδοσία του κλήρου, η σύσταση οργανισμού για τη διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας (ΟΔΕΠ), η δημιουργία εκκλησιαστικών δικαστηρίων κ.ά., ενώ το 1928 με την έκδοση συνοδικής πράξης του Οικουμενικού Πατριαρχείου ρυθμίσθηκε το ζήτημα των λεγομένων Μητροπόλεων των Νέων Χωρών. Το 1926 διορίσθηκε ιδρυτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Συγγραφέας πολλών μελετών και συγγραμμάτων, όπως: «Ιστορία της Εκκλησίας Ιεροσολύμων» 1910, «Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος» 1920, «Ιστορία της Εκκλησίας Αλεξανδρείας» 1935, «Ιστορία της Εκκλησίας Αντιοχείας», «Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας» 1933, «Κύριλλος Λούκαρις» 1939 κ.ά.
Δ. Κούκουνας
Πηγή:
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1830-2016
ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, Γ΄ Τόμος

ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ (1957-62)



ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ



Παναγιωτόπουλος Θεόκλητος (1890-1962). Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Γεννήθηκε στη Δημητσάνα, όπου παρακολούθησε τα εγκύκλια μαθήματα. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αναδείχθηκε αριστούχος διδάκτορας σε ηλικία είκοσι ετών. Το 1910 προσελήφθη στο Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο. Διάκονος χειροτονήθηκε τον Σεπτέμβριο 1914 και πρεσβύτερος τον Αύγουστο 1917. Το 1914 ως ιεροκήρυκας ακολούθησε στη Λαμία τον Μητροπολίτη Φθιώτιδος Ιάκωβο Παπαϊωάννου, που μόλις είχε εκλεγεί και που ήταν θείος του. Εκεί ανέπτυξε σημαντική πνευματική και εθνική δράση και τον Ιούλιο 1923 διορίσθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο Παπαδόπουλο αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου. Τον Οκτώβριο του 1924 αναδείχθηκε Επίσκοπος Σταυρουπόλεως, ως Βοηθός Επίσκοπος του Αρχιεπισκόπου, και ανέλαβε την πρωτοσυγκελία της Αρχιεπισκοπής. Τον Μάρτιο του 1931 εξελέγη Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας και στις 15 Νοεμβρίου 1944 μετατέθηκε στη Μητρόπολη Πατρών. Στο πλούσιο έργο του ως Μητροπολίτη Πατρών περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων η ανέγερση του μνημειώδους Ναού του Αγίου Ανδρέου, καθώς και η περίθαλψη πολυαρίθμων σεισμοπλήκτων των Ιονίων Νήσων που κατέφυγαν στην Πάτρα κ.ά. Τον Αύγουστο 1957, όταν απεβίωσε ο Αρχιεπίσκοπος Δωρόθεος, ακολούθησε η αρχιεπισκοπική εκλογή και επί των 58 παρόντων έλαβε 31 ψήφους. Συνεχίζοντας την πολιτική των προκατόχων του, ανέλαβε την προεδρία της Πανελλήνιας Ενώσεως Αυτοδιαθέσεως Κύπρου και σε πολλές περιπτώσεις έλαβε ανάλογες τοποθετήσεις. Επί των ημερών του έγιναν πολλές μεταβολές στη διοικητική σύνθεση της Ελλαδικής Ιεραρχίας, ίδρυσε Σχολή Διακονισσών, πνευματικό φροντιστήριο στη Μονή Πεντέλης για επιμόρφωση εξομολογητών ιερέων από όλη την Ελλάδα, καθώς και Οίκο Φοιτητρίας στην Αγία Βαρβάρα Αιγάλεω. Τον Σεπτέμβριο 1961 υπέστη την πρώτη καρδιακή προσβολή και μέχρι τον Ιανουάριο 1962, που απεβίωσε, παρέμενε νοσηλευόμενος εντός του αρχιεπισκοπικού μεγάρου με τις φροντίδες ιατρών και καθηγητών.
Δ. Κούκουνας
Πηγή:
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1830-2016
ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, Γ΄ Τόμος

ΔΩΡΟΘΕΟΣ (1956-57)



ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΔΩΡΟΘΕΟΣ


Κοτταράς Δωρόθεος (1888-1957). Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Γεννήθηκε στην Ύδρα, γόνος απλής και φτωχικής οικογένειας που μετακινήθηκε, όταν ο ίδιος ήταν σε μικρή ακόμη ηλικία, στον Πειραιά, όπου υπό συνθήκες στερήσεων και δυσκολιών ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές σπουδές του. Για να συμβάλει στο οικογενειακό εισόδημα ήταν απαραίτητο να εργάζεται ο ίδιος σε χειρωνακτικές εργασίες, ενώ παράλληλα ήταν εξαιρετικά επιμελής στα μαθήματά του. Για ένα διάστημα ανέλαβε εργασία ως δάσκαλος στην Ξηροκάμπη Σπάρτης και στη συνέχεια φοίτησε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε αριστούχος το 1909. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1910 χειροτονήθηκε διάκονος από τον Μητροπολίτη Ύδρας και Σπετσών Ιωάσαφ και τοποθετήθηκε στον Ναό Αγίου Γεωργίου Καρύτση. Ταυτόχρονα εργαζόταν ως υπάλληλος του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου, ενώ σπούδασε και στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αργότερα μετέβη στη Λειψία, όπου παρακολούθησε μαθήματα θεολογίας και νομικής και ειδικεύθηκε στο εκκλησιαστικό, το κανονικό και το διοικητικό δίκαιο. Παράλληλα είχε ενδιαφέροντα στη μεταλλειολογία, ερευνώντας τους θησαυρούς του υπεδάφους, από τον μαύρο λιγνίτη μέχρι το ουράνιο και το ράδιο. Ως διάκονος, κατά την υπερδεκαετή υπηρεσία του στον Ναό Αγίου Γεωργίου Καρύτση, υπήρξε πρωτοστάτης στη δημιουργία ενός νέου Ιερατικού Συνδέσμου με τον τότε αρχιδιάκονο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών Αθηναγόρα Σπύρου, τον Δαμασκηνό Παπανδρέου και άλλους. Στις 18 Δεκεμβρίου 1922 χειροτονήθηκε από τον Μητροπολίτη Ύδρας Προκόπιο πρεσβύτερος και μετά δύο ημέρες, στις 20 Δεκεμβρίου, χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Κυθήρων από τους Μητροπολίτες Φθιώτιδος Αμβρόσιο, Σύρου Αθανάσιο και Αργολίδος Ιερόθεο. Στη Μητρόπολη Κυθήρων παρέμεινε για μια ολόκληρη δωδεκαετία, μέχρι τις 15 Ιανουαρίου 1935, οπότε μετατέθηκε στη Μητρόπολη Λαρίσης και Πλαταμώνος. Με τη νέα του Μητρόπολη συνδέθηκε βαθύτερα και άσκησε πλούσιο κοινωνικό και εθνικό έργο, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του Πολέμου 1940-41 και της Κατοχής που ακολούθησε. Ως Μητροπολίτης Λαρίσης πρόσφερε σημαντικές υπηρεσίες στην Εκκλησία της Ελλάδος. Υπήρξε σύμβουλος σε διάφορους εκκλησιαστικούς οργανισμούς, κυρίως όμως οικονομικός επίτροπος της Εκκλησίας και ειδικός στο κανονικό δίκαιο. Στις 21 Μαρτίου 1956 απεβίωσε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σπυρίδων και ακολούθησε αρχιεπισκοπική εκλογή, κατά την οποία εξελέγη νέος Αρχιεπίσκοπος. Από την πρώτη στιγμή της αναδείξεώς του ενδιαφέρθηκε για την επίλυση οργανωτικών και διοικητικών θεμάτων της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενώ παραχώρησε τα αρχιεπισκοπικά δικαιώματα επί των γάμων και διαζυγίων σε ειδικό λογαριασμό για την ίδρυση νοσηλευτικού ιδρύματος των κληρικών και ανέθεσε τη γενική διεύθυνση της Αποστολικής Διακονίας στον Μητροπολίτη πρώην Λήμνου Βασίλειο Ατέση. Συγκάλεσε το πρώτο συνέδριο ιεροκηρύκων και αντέδρασε στη σύναψη κονκορδάτου με το Βατικανό, συγκαλώντας Ενδημούσα Σύνοδο που ενέκρινε τη θέση του παρά τις κυβερνητικές επιθυμίες. Κατά τη διάρκεια της 16μηνης παραμονής του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, φρόντισε για την αποκατάσταση στον βαθμό της αρχιεροσύνης των δύο Μητροπολιτών που είχαν καθαιρεθεί επί εαμισμώ (οι Κοζάνης Ιωακείμ και Ηλείας Αντώνιος). Ο αγώνας της ΕΟΚΑ βρισκόταν τότε σε έξαρση και ο Δωρόθεος ως πρόεδρος της Πανελλήνιας Επιτροπής Αυτοδιαθέσεως Κύπρου, όπως και ο προκάτοχός του, δεν άφηνε ευκαιρία για να τον ενισχύσει ηθικά, καταγγέλλοντας τους αγγλικούς βανδαλισμούς, τους απαγχονισμούς των Καραολή και Δημητρίου, καθώς και το κλίμα τρομοκρατίας που είχε επιβληθεί στην Κύπρο. Ύστερα από μία σύντομη ασθένεια απεβίωσε στη Στοκχόλμη, όπου είχε μεταφερθεί για να του αφαιρεθεί όγκος στον εγκέφαλο.
Δ. Κούκουνας
Πηγή:
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1830-2016
ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, Β΄ Τόμος

ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ (1902-17, 1920-22)



ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ
ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ



Μηνόπουλος Θεόκλητος (1848-1930). Αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Γεννήθηκε στην Τρίπολη και σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αφού προηγουμένως έγινε δόκιμος μοναχός στη Μονή Γοργοεπηκόου Μαντινείας. Μετά την αποφοίτησή του χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος, ενώ διορίσθηκε διευθυντής της Ιερατικής Σχολής Τριπόλεως. Το 1892 εξελέγη Επίσκοπος Μονεμβασίας και Σπάρτης και το 1902, έπειτα από την παραίτηση του Προκοπίου Β΄ λόγω των «Ευαγγελιακών», εξελέγη Μητροπολίτης Αθηνών. Στην έξαρση του Εθνικού Διχασμού, αμέσως μετά τα «Νοεμβριανά» του 1916, ανέχθηκε την επιβολή αναθέματος κατά του Ελ. Βενιζέλου (στην περιοχή όπου αργότερα κτίσθηκε ο ναός του Αγίου Ελευθερίου Γκύζη). Μετά την επάνοδο στην εξουσία του Βενιζέλου, καθαιρέθηκε για την πράξη αυτή και αντικαταστάθηκε από τον Μελέτιο Μεταξάκη, μέχρι τότε Μητροπολίτη Κιτίου. Μετά τις εκλογές Νοεμβρίου 1920 αποκαταστάθηκε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, ενώ ο Μελέτιος είχε ήδη απομακρυνθεί και επέτυχε λίγο αργότερα να εκλεγεί Οικουμενικός Πατριάρχης. Μετά την Επανάσταση του 1922 εκθρονίσθηκε και πάλι με απόφαση Μείζονος Συνόδου, που του αναγνώρισε τον βαθμό και τον τίτλο, αλλά χωρίς την έδρα του, ακυρώνοντας την ποινή της καθαίρεσης του 1917. Από τότε αποσύρθηκε στη Μονή Ασωμάτων Πετράκη.

Δ. Κούκουνας
Πηγή:
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1830-2016
ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, Γ΄ Τόμος

ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ (2008-)



ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ



Λιάπης Ιερώνυμος (1938-). Αρ­χιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Γεννή­θηκε στα Οινόφυτα Βοιωτίας. Είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής και της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με ειδίκευση στην αρχαιολογία. Μετεκπαιδεύθηκε στη Γερμανία (βυζαντινολογία). Δίδαξε στη Μέση Εκπαίδευση ως φιλόλογος (Λεό­ντειος Σχολή). Χειροτονήθηκε διάκονος και πρε­σβύτερος το 1967. Υπηρέτησε ως πρωτοσύγκελ­λος της Μητρόπολης Θηβών και Λεβαδείας (1967-78), αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου (1978-81), ηγούμενος της Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος Σαγματά (1971-77) και της Μονής Οσίου Λουκά (1977-81). To 1981 εξελέγη Μητροπολίτης Θηβών και Λε­βαδείας και το 2008 εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αθη­νών και πάσης Ελλάδος. Το 1970 βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών για το έργο του «Με­σαιωνικά Μνημεία Ευβοίας». Του έχει απονεμηθεί ο τίτλος του επίτιμου διδάκτορα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κραϊόβας της Ρουμανίας. Έχει συγγράψει επίσης το έργο «Χριστια­νική Βοιωτία» (τ. Α΄) 2006 κ.ά.

Δ. Κούκουνας
Πηγή:
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1830-2016
ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, Β΄ Τόμος

ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ (1967-73)


ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ


Κοτσώνης Ιερώνυμος (1905-88). Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος.Γεννήθηκε στα Υστέρνια Τήνου, γιος ναυτικού. Σπούδασε αρχικά στη Ριζάρειο Σχολή, από την οποία αποφοίτησε αριστούχος. Το 1924 γράφηκε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από όπου αποφοίτησε επίσης αριστούχος το 1928. Έπειτα υπηρέτησε ως ιδιαίτερος γραμματέας του τότε Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου και συνδέθηκε με την οργάνωση «Ζωή», της οποίας υπήρξε στέλεχος στα επόμενα χρόνια. Στην περίοδο αυτή (1927-34) ήταν βοηθός διευθυντής και στη συνέχεια διευθυντής του Παιδικού Τμήματος της Χριστιανικής Αδελφότης Νέων (ΧΑΝ), γεγονός που ευνόησε την ανάπτυξη σχέσεων με παρόμοιες οργανώσεις άλλων δογμάτων διεθνώς. Το 1934 μετέβη στη Γερμανία για μεταπτυχιακές σπουδές. Εκεί παρέμεινε επί έξι εξάμηνα στο Μόναχο, το Βερολίνο και τη Βόννη, στη συνέχεια δε επί ένα εξάμηνο στην Αγγλία. Στα τέλη του 1937 επανήλθε στο Βερολίνο, όπου είχε κληθεί από τον καθηγητή Χ. Λίτσμαν για να του αναθέσει τη γραμματεία για την έκδοση των χριστιανικών επιγραφών της Ελλάδος. Το 1939, μετά την ανάρρηση του από Τραπεζούντος Χρυσάνθου στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, προσελήφθη ως γραμματέας της Ιεράς Συνόδου και των Συνοδικών Δικαστηρίων, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τη διεύθυνση του περιοδικού «Εκκλησία». Ήδη από τις 4 Ιανουαρίου 1939 είχε χειροτονηθεί σε διάκονο από τον Μητροπολίτη Σάμου Ειρηναίο. Ο Αρχιεπίσκοπος τον τοποθέτησε ως διάκονο στον Ναό της Αγίας Ειρήνης (Αιόλου), θέση στην οποία υπηρέτησε εκεί και ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος. Στις 23 Ιουνίου 1940 χειροτονήθηκε σε πρεσβύτερο και χειροθετήθηκε Αρχιμανδρίτης, ενώ τοποθετήθηκε ως εφημέριος του Ναού Αγίου Δημητρίου Κηφισιάς και λίγο αργότερα ανέλαβε γενικός αρχιερατικός επίτροπος της Κηφισιάς, που τότε υπαγόταν στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Την ίδια χρονιά αναγορεύθηκε διδάκτορας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατά τη διάρκεια του πολέμου 1940-41, ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος τον τοποθέτησε επικεφαλής στην Υπηρεσία Προνοίας Στρατευομένων, στην οποία ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα. Όταν άρχισε η Κατοχή, ο Αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος Κοτσώνης διορίσθηκε από τον Χρύσανθο, που παρέμενε για ένα διάστημα ακόμη Αρχιεπίσκοπος, ως εφημέριος του Ναού του Νοσοκομείου «Ευαγγελισμός», στη θέση που είχε κενωθεί με τη μυστηριώδη «εξαφάνιση» του αινιγματικού Δημητρίου Μπάλφουρ. Μετά την εναλλαγή στη θέση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, τον Ιούλιο 1941, ο Ιερώνυμος απομακρύνθηκε τον Νοέμβριο του ιδίου χρόνου από τη θέση του γραμματέα της Ιεράς Συνόδου, ενώ λίγο πριν από το τέλος της Κατοχής παραιτήθηκε από τη θέση του ως εφημερίου του «Ευαγγελισμού». Είχε πάρει την απόφαση να ακολουθήσει πανεπιστημιακή σταδιοδρομία και γι’ αυτό τον σκοπό υπέβαλε τον Ιανουάριο 1945 διατριβή επί υφηγεσία, αλλά τον Φεβρουάριο 1946 ανακάλεσε την υποψηφιότητά του. Ο Αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος παρέμενε πάντα στο πλευρό του Αρχιεπισκόπου πρώην Αθηνών Χρυσάνθου και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τον συστήσει ο τελευταίος στα Ανάκτορα και να προσληφθεί ως Πρωθιερεύς από τον Σεπτέμβριο 1949 επισήμως, ενώ μερικούς μήνες νωρίτερα είχε αρχίσει τα καθήκοντά του. Έλαβε μέρος το 1950 στην ίδρυση της Πανελλήνιας Επιτροπής Αυτοδιαθέσεως Κύπρου (ΠΕΑΚ) ως γραμματέας της. Στη δεκαετία του 1950 ήταν εφημέριος του Ναού του Αγίου Σπυρίδωνος (στο Στάδιο) και πρόεδρος του Συλλόγου Εσωτερικής Ιεραποστολής «Απόστολος Παύλος». Το 1958 αποχώρησε από τη «Ζωή» και στη συνέχεια κατέστη μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, ενώ το 1959 εξελέγη τακτικός καθηγητής στην έδρα του Κανονικού Δικαίου και της Ποιμαντικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας, τον Μάιο 1967 εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος από αριστίνδην Σύνοδο, ενώ από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο δεν είχε παραιτηθεί ο μέχρι τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Β΄. Μία από τις πρώτες του κινήσεις ως Αρχιεπισκόπου ήταν να ενδιαφερθεί για την πλήρωση των κενών μητροπολιτικών εδρών. Επί των ημερών του έγιναν πολλές δημιουργικές κινήσεις στον χώρο της Εκκλησίας της Ελλάδος και μεταξύ άλλων παραδόθηκε ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, ιδρύθηκε το Νοσηλευτικό Ίδρυμα Κληρικών, ενώ οργανώθηκε η περίθαλψη των ηλικιωμένων και των αδυνάμων. Τον Δεκέμβριο 1973 κατέληξε στην απόφαση να παραιτηθεί και αποσύρθηκε στην Τήνο, όπου συνέχισε να ασχολείται με το φιλανθρωπικό του έργο.


Δ. Κούκουνας
Πηγή:
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1830-2016
ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, Β΄ Τόμος

ΙΑΚΩΒΟΣ (1962)


ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΙΑΚΩΒΟΣ


Βαβανάτσος Ιάκωβος (1895-1984). Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Γεννήθηκε στο Γαλαξείδι, όπου παρακολούθησε τα εγκύκλια μαθήματα, τα οποία και συμπλήρωσε στον Πειραιά, όπου και χειροτονήθηκε διάκονος το 1918. Το 1922 εισήχθη στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο οποίο ταυτόχρονα με τη θεολογία παρακολούθησε και νομικά. Το 1923 προσελήφθη ως μέγας αρχιδιάκονος και ιδιαίτερος γραμματέας του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου. Τον επόμενο χρόνο ανέλαβε γραμματέας της Αρχιεπισκοπής, του Μητροπολιτικού Συμβουλίου και του Επισκοπικού Δικαστηρίου, ενώ το 1926 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Το 1931 ονομάσθηκε πρωτοσύγκελος και τον επόμενο χρόνο μέγας πρωτοσύγκελος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, θέση που διατήρησε και μετά τη χειροτονία του (10 Ιανουαρίου 1935) σε Επίσκοπο Χριστουπόλεως, βοηθό Επίσκοπο του Αρχιεπισκόπου Αθηνών. Τον Νοέμβριο 1936 εξελέγη Μητροπολίτης της νεοπαγούς Μητροπόλεως Αττικής και Μεγαρίδος, που αποσπάσθηκε από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Το 1939 έγινε Μητροπολίτης Μεγαρίδος, μετά την αφαίρεση της Αττικής από τα όρια της Μητροπόλεώς του. Το 1941, μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, πρωταγωνίστησε υπέρ της επαναφοράς του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού στον αρχιεπισκοπικό θρόνο και επέτυχε την επαναφορά της Αττικής στη δικαιοδοσία του, με έδρα την Κηφισιά. Μετά την εκδημία του Αρχιεπισκόπου Θεοκλήτου στις 8 Ιανουαρίου 1962, μέσα σε πέντε ημέρες πραγματοποιήθηκε εκλογή για την ανάδειξη νέου αρχιεπισκόπου εν μέσω διάχυτης αναταραχής και φημολογίας, που προερχόταν από παραεκκλησιαστικούς κύκλους, θίγοντας για ηθικά ζητήματα τον επικρατέστερο υποψήφιο, τον Ιάκωβο Βαβανάτσο. Μια πρόταση αναβολής της εκλογής δεν έγινε δεκτή από την κυβέρνηση. Ο Ιάκωβος έλαβε 33 ψήφους επί συνόλου 57 παρόντων, ωστόσο ο νέος Αρχιεπίσκοπος αμέσως μετά την εκλογή του δέχθηκε άπειρες επιθέσεις και σωρεία υποδείξεων να απέλθει. Η ατμόσφαιρα ήταν ασφυκτική για τον νέο Αρχιεπίσκοπο και ύστερα από 12 ημερών παραμονή στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, στις 25 Ιανουαρίου 1962 δέχθηκε να παραιτηθεί. Μετά την παραίτησή του, η Ιερά Σύνοδος του ανέθεσε, με την έγκριση όλης της Ιεραρχίας, την προεδρία της Μητροπόλεως Αττικής και Μεγαρίδος και τον τίτλο του «πρώην Αθηνών». Το 1967, μετά την ανάδειξη του Ιερώνυμου Κοτσώνη ως νέου Αρχιεπισκόπου, ο Ιάκωβος αναγκάσθηκε να απομακρυνθεί από τη Μητρόπολη Αττικής και Μεγαρίδος.
Δ. Κούκουνας
Πηγή:
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1830-2016
ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, Α΄ Τόμος

ΣΠΥΡΙΔΩΝ (1949-56)


ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΣΠΥΡΙΔΩΝ


Βλάχος Σπυρίδων (1873-1956). Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Γεννήθηκε στη Χηλή της Βιθυνίας, αλλά η οικογένειά του καταγόταν από τη Ρουψιά του Πωγωνίου Ιωαννίνων. Σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και το 1895 εισήλθε στη Θεολογική Σχολή Χάλκης, από την οποία απεφοίτησε το 1899. Χειροτονήθηκε διάκονος και διορίσθηκε θεολόγος καθηγητής και ιεροκήρυκας στον Γαλατά της Πόλης, ενώ αργότερα υπηρέτησε ως αρχιερατικός επίτροπος Καβάλας. Εκεί οργάνωσε την περιοχή και αναμίχθηκε στην κίνηση του Μακεδονικού Αγώνα που μόλις άρχιζε. Στην Καβάλα συνεργάσθηκε με τον Ίωνα Δραγούμη και δύο άλλους διπλωμάτες που η Ελλάδα είχε στείλει για να οργανώσουν την αντίδραση στους Βούλγαρους κομιτατζήδες, τον Ευθύμιο Κανελλόπουλο και τον Νικόλαο Μαυρουδή. Τον Αύγουστο 1906 ο Σπυρίδων χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Βελλάς και Κονίτσης και στάλθηκε στην Ήπειρο για να αναλάβει την εθνικοθρησκευτική του αποστολή. Εκεί, στη Βελλά, ίδρυσε το ομώνυμο ιεροδιδασκαλείο και ταυτόχρονα συνέβαλε στην ίδρυση στην Αθήνα της «Ηπειρωτικής Εταιρείας». Κατά τον απελευθερωτικό πόλεμο 1912-13 έδρασε εθνικά στην Κόνιτσα, όπου συνελήφθη από τον στρατηγό Τζαβίτ πασά, ο οποίος τον παρέπεμψε στο στρατοδικείο. Ο Σπυρίδων καταδικάσθηκε σε θάνατο για τη δράση του και η εκτέλεσή του απετράπη μόνον ύστερα από προσωπικό ενδιαφέρον του τότε Διαδόχου Κωνσταντίνου, ο οποίος ήταν Αρχιστράτηγος του Ελληνικού Στρατού. Ο Σπυρίδων, μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου, κλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη ως συνοδικός του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Συνέβαλε στην οργάνωση του κινήματος στη Βόρειο Ήπειρο και έπεισε τον τότε πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο να αναθέσει την αρχηγία της προσωρινής κυβερνήσεως της Βορ. Ηπείρου στον Γεώργιο Χρ. Ζωγράφο και το υπουργείο Εξωτερικών στον Αλέξανδρο Καραπάνο, ενώ ο ίδιος ανέλαβε υπουργός Εκκλησιαστικών και Παιδείας. Μετά το τέλος του Βορειοηπειρωτικού Αγώνα, ο Σπυρίδων επανήλθε στην Κόνιτσα, περιοριζόμενος εκ των πραγμάτων στα θρησκευτικά του καθήκοντα. Εκεί παρέμεινε μέχρι το 1916, οπότε εξελέγη Μητροπολίτης Ιωαννίνων και η πνευματική επιρροή του ήταν πολύ ευρύτερη από τον τίτλο του. Στον μητροπολιτικό θρόνο της ηπειρωτικής πρωτεύουσας παρέμεινε μέχρι την εκλογή του ως Αρχιεπισκόπου Αθηνών τον Ιούνιο 1949, με εξαίρεση μια διετή περίοδο (1922-24), όταν ανέλαβε τη Μητρόπολη Αμασείας. Ίδρυσε πλήθος σχολείων και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, συγκέντρωσε και οργάνωσε αποδοτικότερα τα ηπειρωτικά κληροδοτήματα, ενώ ενδιαφέρθηκε ζωτικά για τη δημιουργία της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας και την ίδρυση του περιοδικού «Ηπειρωτικά Χρονικά». Όταν πραγματοποιήθηκε η ιταλική επίθεση της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο Σπυρίδων ενθάρρυνε πολλαπλώς τους μαχόμενους στρατιώτες του Μετώπου και είδε τη Βόρειο Ήπειρο να απελευθερώνεται από τον Ελληνικό Στρατό, αλλά τον Απρίλιο 1941, όταν η αντίσταση που προέβαλλε η Ελλάδα εξαντλήθηκε, τάχθηκε υπέρ της ανακωχής και του σχηματισμού ελληνικής κυβέρνησης για να μειωθούν τα δεινά της Κατοχής. Κατά την Κατοχή, ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Σπυρίδων υπήρξε πρόεδρος του «Οργανισμού Δημοσίας Αντιλήψεως Κοινωνικής Προνοίας Ηπείρου» και απετέλεσε το στήριγμα για κάθε διωκόμενο και δοκιμαζόμενο Ηπειρώτη. Για τη γενικότερη εθνική δράση του, καταδικάσθηκε ερήμην σε θάνατο από ιταλικό στρατοδικείο του Αργυροκάστρου, ενώ από τους Γερμανούς ετέθη σε περιορισμό. Μόνο χάρη στην προσωπική παρέμβαση του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού προς τον Γερμανό πρεσβευτή στην Αθήνα, κατορθώθηκε να αρθεί ο περιορισμός του και οι τυχόν περαιτέρω ενέργειες σε βάρος του. Πολλαπλή ήταν η συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση κατά την περίοδο της Κατοχής και καθοριστικής σημασίας η συμπαράστασή του την εποχή εκείνη προς τον στρατηγό Ναπολέοντα Ζέρβα, αρχηγό του ΕΔΕΣ, όπως και η στάση του κατά τα Δεκεμβριανά και αργότερα στον Εμφύλιο. Μετά τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού στις 20 Μαΐου 1949, αν και υπήρξε προς στιγμήν η σκέψη για την αποκατάσταση του πρώην Αθηνών Χρυσάνθου, εξελέγη ο Ιωαννίνων Σπυρίδων με 42 ψήφους από τους 56 Μητροπολίτες που ψήφισαν. Ο 11ος Αρχιεπίσκοπος της Εκκλησίας της Ελλάδος βρέθηκε επί κεφαλής της σε δύσκολες εποχές και επιτέλεσε σημαντικό έργο. Από την πρώτη ημέρα της εκλογής του, δραστηριοποιήθηκε δημιουργικά. Αμέσως μετά την ήττα των ανταρτών, ενδιαφέρθηκε με θέρμη για την αποκατάσταση των θυμάτων του Εμφυλίου και ίδρυσε την «Επιστράτευση της αγάπης» και την αποστολή του «Δέματος επαναπατρισμού», αναθέτοντας στον τότε Αρχιμανδρίτη Ιερώνυμο Κοτσώνη τη διεύθυνση αυτού του έργου, ενώ με διαμαρτυρία του προς τους αρχηγούς κρατών και εκκλησιών κατήγγειλε το «παιδομάζωμα» και ζήτησε την παλιννόστηση των ελληνόπουλων που είχαν απομακρυνθεί από την Ελλάδα. Σε ό,τι αφορά τη δράση του εντός του εκκλησιαστικού πλαισίου, ο Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων κατέβαλε ενέργειες για την ίδρυση του Θεολογικού Οικοτροφείου της Αποστολικής Διακονίας στη Μονή Πετράκη, μερίμνησε ώστε να αποκτήσει σύγχρονο τυπογραφείο η Αποστολική Διακονία για την έκδοση πολλών έργων εκκλησιαστικού και θεολογικού περιεχομένου, ενώ ίδρυσε νέα περιοδικά («Ο Εφημέριος», «Το Χαρούμενο Σπίτι», «Τα Χαρούμενα Παιδιά» και «Η Φωνή του Κυρίου»). Τον Σεπτέμβριο 1952 υπέγραψε σύμβαση με την Ελληνική Πολιτεία, στην οποία η Εκκλησία παραχωρούσε μοναστηριακά κτήματα προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η συμπαράστασή του προς τον ενωτικό αγώνα των Κυπρίων, στον οποίο ο ίδιος πρωτοστάτησε. Βρέθηκε με εξαιρετική δραστηριότητα στην πρώτη γραμμή, αναλαμβάνοντας και επίσημα την προεδρία της Πανελληνίου Επιτροπής Αυτοδιαθέσεως Κύπρου.

Δ. Κούκουνας
Πηγή:
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1830-2016
ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, Α΄ Τόμος