Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1973. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1973. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 16 Ιουνίου 2017

ΣΕΡΑΦΕΙΜ (1973-98)



ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΣΕΡΑΦΕΙΜ



Τίκας Σεραφείμ (1913-98). Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Γεννήθηκε στο Αρτεσιανό Καρδίτσας. Μετά τα εγκύκλια μαθήματα προσανατολίσθηκε να υπηρετήσει την Εκκλησία και φοίτησε στην Ιερατική Σχολή Άρτης, όπου παρακολούθησε μαθήματα επί τέσσερα χρόνια. Το 1935 γράφτηκε στο πέμπτο έτος της Εκκλησιαστικής Σχολής Κορίνθου και εκεί είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον Μητροπολίτη Δαμασκηνό. Το 1936 εισήλθε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 1940. Το 1938 εκάρη μοναχός στη Μονή Πεντέλης και την επόμενη ημέρα χειροτονήθηκε διάκονος και υπηρέτησε στον Ναό Αγίας Τριάδος του Νέου Ηρακλείου. Το 1942, ενώ ήδη εργαζόταν ως γραφέας στην Ιερά Σύνοδο, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, χειροθετήθηκε αρχιμανδρίτης και τοποθετήθηκε ως εφημέριος και ιεροκήρυκας του Ναού Αγίου Λουκά Πατησίων. Τον Σεπτέμβριο του 1943 μυήθηκε στον ΕΔΕΣ και για τη δράση του στην Εθνική Αντίσταση αργότερα τιμήθηκε με χρυσό αριστείο ανδρείας, πολεμικό σταυρό α΄ τάξεως, μετάλλιο εξαιρέτων πράξεων και αναμνηστικό μετάλλιο Εθνικής Αντιστάσεως. Στις 6 Σεπτεμβρίου 1949 εξελέγη Μητροπολίτης Άρτης, όπου ανέπτυξε μεγάλη φιλανθρωπική δράση, ιδρύοντας οικοτροφείο απόρων μαθητών, ορφανοτροφεία, γηροκομείο κ.ά. Στις 11 Μαρτίου 1958 μετατέθηκε στη Μητρόπολη Ιωαννίνων, επί κεφαλής της οποίας παρέμεινε για 16 χρόνια μέχρι τον Ιανουάριο 1974. Ως Μητροπολίτης Ιωαννίνων είχε αναπτύξει πολυσχιδή δράση, μεριμνώντας μεταξύ άλλων για τη λειτουργία της Ζωσιμαίας Σχολής και της Ζωσιμαίας Βιβλιοθήκης, την επανακυκλοφορία των «Ηπειρωτικών Χρονικών» κ.ά., ενώ σημαντική ήταν η συμβολή του στην ίδρυση του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και της εκεί πανεπιστημιούπολης. Στις 25 Νοεμβρίου 1973, όταν ανατράπηκαν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος και η κυβέρνηση Μαρκεζίνη, κλήθηκε για να ορκίσει τον νέο Πρόεδρο Δημοκρατίας και την κυβέρνηση (συνολικά όρκισε μέχρι το τέλος της ζωής του έξι Προέδρους Δημοκρατίας, οκτώ πρωθυπουργούς και απειράριθμους υπουργούς). Αυτό έδωσε αφορμή στον τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Ιερώνυμο για να υποβάλει εκ νέου την παραίτησή του και στην αρχιεπισκοπική εκλογή που ακολούθησε, στις 13 Ιανουαρίου 1974, ο Σεραφείμ Τίκας εξελέγη νέος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Το 1977 επεδίωξε και ψηφίσθηκε από τη Βουλή των Ελλήνων ο νέος Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, που επέτυχε την κατάργηση του θεσμού του κυβερνητικού επιτρόπου, την κατάργηση του τριπροσώπου στην εκλογή Μητροπολιτών και κυρίως τη συνταγματική κατοχύρωση των ιερών κανόνων. Παραχώρησε τμήματα από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών για την ίδρυση τεσσάρων νέων αυτοτελών Μητροπόλεων, ενώ επί των ημερών του η Ιεραρχία ανανεώθηκε σημαντικά με την εκλογή 57 Ιεραρχών. Για πολλά χρόνια ήταν πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής Βορειοηπειρωτικού Αγώνος (ΚΕΒΑ). Είχε μεταξύ άλλων τιμηθεί με την ανάδειξή του ως επίτιμου διδάκτορα πολλών πανεπιστημίων και το 1997, για τα εξήντα χρόνια υπηρεσιών του στην Εκκλησία της Ελλάδος του απονεμήθηκε ο Μεγαλόσταυρος του Τάγματος Τιμής. Απεβίωσε στις 10 Απριλίου 1998, ύστερα από μακρά νεφρική ασθένεια.

Δ. Κούκουνας
Πηγή:
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1830-2016
ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, Δ΄ Τόμος

ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ (1967-73)


ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ


Κοτσώνης Ιερώνυμος (1905-88). Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος.Γεννήθηκε στα Υστέρνια Τήνου, γιος ναυτικού. Σπούδασε αρχικά στη Ριζάρειο Σχολή, από την οποία αποφοίτησε αριστούχος. Το 1924 γράφηκε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από όπου αποφοίτησε επίσης αριστούχος το 1928. Έπειτα υπηρέτησε ως ιδιαίτερος γραμματέας του τότε Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου και συνδέθηκε με την οργάνωση «Ζωή», της οποίας υπήρξε στέλεχος στα επόμενα χρόνια. Στην περίοδο αυτή (1927-34) ήταν βοηθός διευθυντής και στη συνέχεια διευθυντής του Παιδικού Τμήματος της Χριστιανικής Αδελφότης Νέων (ΧΑΝ), γεγονός που ευνόησε την ανάπτυξη σχέσεων με παρόμοιες οργανώσεις άλλων δογμάτων διεθνώς. Το 1934 μετέβη στη Γερμανία για μεταπτυχιακές σπουδές. Εκεί παρέμεινε επί έξι εξάμηνα στο Μόναχο, το Βερολίνο και τη Βόννη, στη συνέχεια δε επί ένα εξάμηνο στην Αγγλία. Στα τέλη του 1937 επανήλθε στο Βερολίνο, όπου είχε κληθεί από τον καθηγητή Χ. Λίτσμαν για να του αναθέσει τη γραμματεία για την έκδοση των χριστιανικών επιγραφών της Ελλάδος. Το 1939, μετά την ανάρρηση του από Τραπεζούντος Χρυσάνθου στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, προσελήφθη ως γραμματέας της Ιεράς Συνόδου και των Συνοδικών Δικαστηρίων, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τη διεύθυνση του περιοδικού «Εκκλησία». Ήδη από τις 4 Ιανουαρίου 1939 είχε χειροτονηθεί σε διάκονο από τον Μητροπολίτη Σάμου Ειρηναίο. Ο Αρχιεπίσκοπος τον τοποθέτησε ως διάκονο στον Ναό της Αγίας Ειρήνης (Αιόλου), θέση στην οποία υπηρέτησε εκεί και ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος. Στις 23 Ιουνίου 1940 χειροτονήθηκε σε πρεσβύτερο και χειροθετήθηκε Αρχιμανδρίτης, ενώ τοποθετήθηκε ως εφημέριος του Ναού Αγίου Δημητρίου Κηφισιάς και λίγο αργότερα ανέλαβε γενικός αρχιερατικός επίτροπος της Κηφισιάς, που τότε υπαγόταν στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Την ίδια χρονιά αναγορεύθηκε διδάκτορας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατά τη διάρκεια του πολέμου 1940-41, ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος τον τοποθέτησε επικεφαλής στην Υπηρεσία Προνοίας Στρατευομένων, στην οποία ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα. Όταν άρχισε η Κατοχή, ο Αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος Κοτσώνης διορίσθηκε από τον Χρύσανθο, που παρέμενε για ένα διάστημα ακόμη Αρχιεπίσκοπος, ως εφημέριος του Ναού του Νοσοκομείου «Ευαγγελισμός», στη θέση που είχε κενωθεί με τη μυστηριώδη «εξαφάνιση» του αινιγματικού Δημητρίου Μπάλφουρ. Μετά την εναλλαγή στη θέση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, τον Ιούλιο 1941, ο Ιερώνυμος απομακρύνθηκε τον Νοέμβριο του ιδίου χρόνου από τη θέση του γραμματέα της Ιεράς Συνόδου, ενώ λίγο πριν από το τέλος της Κατοχής παραιτήθηκε από τη θέση του ως εφημερίου του «Ευαγγελισμού». Είχε πάρει την απόφαση να ακολουθήσει πανεπιστημιακή σταδιοδρομία και γι’ αυτό τον σκοπό υπέβαλε τον Ιανουάριο 1945 διατριβή επί υφηγεσία, αλλά τον Φεβρουάριο 1946 ανακάλεσε την υποψηφιότητά του. Ο Αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος παρέμενε πάντα στο πλευρό του Αρχιεπισκόπου πρώην Αθηνών Χρυσάνθου και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τον συστήσει ο τελευταίος στα Ανάκτορα και να προσληφθεί ως Πρωθιερεύς από τον Σεπτέμβριο 1949 επισήμως, ενώ μερικούς μήνες νωρίτερα είχε αρχίσει τα καθήκοντά του. Έλαβε μέρος το 1950 στην ίδρυση της Πανελλήνιας Επιτροπής Αυτοδιαθέσεως Κύπρου (ΠΕΑΚ) ως γραμματέας της. Στη δεκαετία του 1950 ήταν εφημέριος του Ναού του Αγίου Σπυρίδωνος (στο Στάδιο) και πρόεδρος του Συλλόγου Εσωτερικής Ιεραποστολής «Απόστολος Παύλος». Το 1958 αποχώρησε από τη «Ζωή» και στη συνέχεια κατέστη μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, ενώ το 1959 εξελέγη τακτικός καθηγητής στην έδρα του Κανονικού Δικαίου και της Ποιμαντικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας, τον Μάιο 1967 εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος από αριστίνδην Σύνοδο, ενώ από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο δεν είχε παραιτηθεί ο μέχρι τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Β΄. Μία από τις πρώτες του κινήσεις ως Αρχιεπισκόπου ήταν να ενδιαφερθεί για την πλήρωση των κενών μητροπολιτικών εδρών. Επί των ημερών του έγιναν πολλές δημιουργικές κινήσεις στον χώρο της Εκκλησίας της Ελλάδος και μεταξύ άλλων παραδόθηκε ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, ιδρύθηκε το Νοσηλευτικό Ίδρυμα Κληρικών, ενώ οργανώθηκε η περίθαλψη των ηλικιωμένων και των αδυνάμων. Τον Δεκέμβριο 1973 κατέληξε στην απόφαση να παραιτηθεί και αποσύρθηκε στην Τήνο, όπου συνέχισε να ασχολείται με το φιλανθρωπικό του έργο.


Δ. Κούκουνας
Πηγή:
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1830-2016
ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, Β΄ Τόμος