Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρα - Κριτικές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρα - Κριτικές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

ΜΟΔΗΣ ΓΟΥΝΑΡΗΣ "ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΕΙΣ"


              Ο Μόδης Γούναρης στο πρώτο του βιβλίο με τον τίτλο «Παρεξηγήσεις» επιχειρεί μια ιδιότυπη αφηγηματική καταγραφή προσώπων και καταστάσεων,  άμεσα συνδεδεμένων με προσωπικά βιώματα και εμπειρίες, που πιθανότατα αντλεί από τον εργασιακό του χώρο, καθώς εργάζεται ως ψυχίατρος. Αρχικά με μια λεπτομερή περιγραφή της δυτικής και ανατολικής εισόδου της πόλης, απόλυτα οικεία σε όσους γνωρίζουν την Θεσσαλονίκη, στήνει ο συγγραφέας το σκηνικό, στο οποίο ακολούθως διαδραματίζονται τα γεγονότα. Ένα σκηνικό γεμάτο αντιθέσεις και αντιφάσεις, σε απόλυτη αντιστοιχία προς τις ισχυρές αντιθέσεις των χαρακτήρων και την αντιφατικότητα των προσώπων που περιπλανώνται στις σελίδες του βιβλίου. Κάθε είσοδος στην πόλη, όπως παρουσιάζεται, αποτελεί ταυτόχρονα και μια έξοδο από αυτή, μια διέξοδο, η οποία ανάλογα με τον προορισμό έχει και τα δικά της χρώματα, το δικό της ύφος, λειτουργεί τοιουτοτρόπως συμβολικά.
            Οι δύο κεντρικοί ήρωες, ο Πέτρος και η Ελένη, περιδιαβαίνουν στον στοχασμό του συγγραφέα, ημιτελείς μορφές και προσωπικότητες, που αναζητούν την αλλαγή, την ανατροπή και ταυτόχρονα την ασφάλεια της βεβαιότητας πως έτσι έχουν τα πράγματα και δεν γίνεται αλλιώς. Μια τέτοια βεβαιότητα όμως μόνο να την κατασκευάσει μπορεί κανείς, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, τα πάντα είναι θέμα επιλογών και πάντα γίνεται κι αλλιώς. Οι ήρωες του Μ. Γούναρη συχνά παραδίδονται σε αυτή την πλάνη, στην εσφαλμένη βεβαιότητα, ο καθένας με τον τρόπο του, πληρώνοντας το δικό του τίμημα. Ο Πέτρος εγκαταλείπει το σπίτι του και μετακομίζει στο δάσος, λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη. Η Ελένη σκέφτεται να αλλάξει εργασιακό περιβάλλον. Και οι δύο μέσα από την επιθυμία τους για ανατροπή εκφράζουν την δυσφορία τους για τα δεδομένα της ζωής τους, τόσο διαφορετικά από τα ζητούμενα, αυτά που προϋπήρξαν, τα τωρινά, τα μελλούμενα. Άλλα τα δεδομένα τους κι άλλα τα ζητούμενα και σ’ αυτό έγκειται η τραγικότητα των προσώπων, μια τραγικότητα, που χωρίς να καταφεύγει στην υπερβολή, λιγότερο συγκινεί και περισσότερο ενοχλεί τον αναγνώστη, τον κάνει να δυσανασχετεί γιατί την αναγνωρίζει, την αισθάνεται οικεία, την ταυτίζει με τον εαυτό του και την ξορκίζει ταυτόχρονα.
            Οι χρονικές ανακολουθίες, τα μπρος πίσω στον χρόνο συγκροτούν πληρέστερα τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών. Η αναδρομή στην παιδική και εφηβική ηλικία της Ελένης, στις σχέσεις και στους έρωτές της, στις επαναστάσεις και στους συμβιβασμούς της, στα δικά της δεδομένα και ζητούμενα, σε μια πρώτη ανάγνωση ερμηνεύει πολλές από τις επιλογές και τις αντιδράσεις της. Συνθέτει, όμως, ταυτόχρονα μια εικόνα πολύπλοκη, σχεδόν δαιδαλώδη, μια εικόνα που από ασπρόμαυρη γίνεται σταδιακά πολύχρωμη, έστω κι αν τα χρώματα δεν είναι πάντα απόλυτα συνδυασμένα, έστω κι αν ο συνδυασμός τους δεν είναι πάντα ευχάριστος και δεν ικανοποιεί την παγιωμένη αισθητική. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με την αναδρομή στο παρελθόν του Πέτρου και το αρχικό σκιαγράφημα σταδιακά αποκτά όλο και πιο συγκεκριμένη μορφή, προστίθενται λεπτομέρειες που κάνουν την εικόνα του πιο σαφή και την ίδια στιγμή περίτεχνη, πολυσύνθετη, πολυδιάστατη, παράταιρη. Μετά από αυτές τις αναδρομές κανένας από τους δύο ήρωες δεν είναι ίδιος με την εικόνα, που ο αναγνώστης απέδωσε σ’ αυτούς αρχικά.
            Παράλληλα,  η σκιαγράφηση της ψυχοσύνθεσης των δευτεραγωνιστών είναι εξαιρετική, παραστατική και διαυγής, ελλιπής και πλήρης την ίδια στιγμή, καθώς ο συγγραφέας αποκαλύπτει γι’ αυτούς μόνο όσα θεωρεί αναγκαία, όσα τους διαμορφώνουν και τους καθορίζουν. Η μητέρα της Ελένης, εγκλωβισμένη στα δικά της αδιέξοδα, παραδίδεται στην μοίρα της και παραιτείται από κάθε προσπάθεια να αλλάξει τη ζωή της, να αναλάβει την ευθύνη της επιτυχίας ή της αποτυχίας της. Ο πατέρας από την άλλη είναι μια σκιά που περνά στο βάθος της σκηνής, με ασαφές περίγραμμα και εξίσου ασαφή χαρακτηριστικά. Σε αντίστροφη διανομή ρόλων βρίσκονται οι γονείς του Πέτρου, σε σχήμα χιαστό προς τους γονείς της Ελένης, κουβαλούν τα δικά τους αδιέξοδα, τις προσδοκίες, όσα μπορούν, όσα οφείλουν, όσα χάνουν, όσα τους κάνουν να χάνονται.
Οι τριταγωνιστές περιφέρονται αφήνοντας τα αποτυπώματά τους στο έργο και στις ζωές των ηρώων. Μπαινοβγαίνουν αθόρυβα, χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς πομπώδεις δηλώσεις της παρουσίας τους. Αισθάνονται, δίνουν, παίρνουν, ζουν και πεθαίνουν κι ενώ αρχικά μοιάζει ασύνδετη η πορεία τους με αυτή τον ηρώων, τελικά τα σημάδια τους είναι βαθύτερα από όσο φαντάζουν, τη στιγμή που οι συγκυρίες και οι συμπτώσεις γίνονται ζωή και θάνατος. Τα πρόσωπα αυτά συνοδοιπορούν για λίγο ή πολύ με τους δύο βασικούς ήρωες και κάποια στιγμή προπορεύονται αυτών. Κι εκεί που δίνεται οι εντύπωση ότι θα προχωρήσουν από κοινού, χάνονται απρόσμενα σε μια στροφή του δρόμου, αφήνοντας όμως ξεκάθαρα ίχνη της παρουσίας τους.
Ο Μανόλης, ο σύζυγος της Ελένης, διαμορφώνει τον μικρόκοσμό του βασιζόμενος σε πρότυπα επιτυχίας, καταξίωσης, προβολής, αποδοχής, πρότυπα που άλλοι διαμόρφωσαν και ο ίδιος αποδέχθηκε. Η γιαγιά του Πέτρου απόλυτα συμφιλιωμένη με τον εαυτό της και τον κόσμο διαφοροποιείται από τα υπόλοιπα πρόσωπα γιατί διέθετε ένα μοναδικό χάρισμα: «Η γιαγιά συγχωρούσε». Ο Νώντας, το φωτογραφικό αρνητικό του Πέτρου, δεσμεύεται αρχικά και ακολούθως αποδεσμεύεται από τα πρέπει και τα θέλω του. Ο Πέτρος «φεύγει» από πράγματα και καταστάσεις, τον Νώντα τον «διώχνουν» τα πράγματα κι οι καταστάσεις. Ο Τάσος, συνάδελφος και φίλος της Ελένης, επιδρά καταλυτικά και ίσως ασύνειδα στην προσωπικότητά της με τη ζωή και τον θάνατό του. Όλοι ανεξαιρέτως διαδραματίζουν μικρούς, αλλά σημαντικούς ρόλους.
Ούτε τα βουβά  πρόσωπα του πεζογραφήματος στερούνται αξίας και σπουδαιότητας. Η Μαρία είναι η παιδική φίλη της Ελένης. Ο Μήτσος, ο Θανάσης, ο γιος του ο Γιάννης, στο χωριό, είναι πρόσωπα αναδυόμενα από την τοπική κουλτούρα και νοοτροπία και την απηχούν. Ο  Αντώνης, συμμαθητής του Πέτρου, και η Μαίρη, γυναίκα του Νώντα, επηρεάζουν με τις ζωές τους τις ζωές των άλλων. Η Σοφία, τελευταία ερωμένη του Πέτρου, τον αγαπά, αλλά δεν μπορεί να τον κρατήσει κοντά της ή ίσως δεν καταφέρνει εκείνη να κρατηθεί κοντά του. Ο εθισμένος στην ηρωίνη Πάρης υπάρχει για να πει την τελευταία ατάκα: «Νομίζω ότι κάτι κερδίσαμε». Αυτά τα βουβά ή έστω λιγομίλητα πρόσωπα παίζουν κρυφτό με τον αναγνώστη, του κλείνουν το μάτι, τον καλούν να ανακαλύψει το γιατί, όχι το πώς. Για τον συγγραφέα είναι ένας τρόπος να δηλώσει πως περισσότερη σημασία έχει γι’ αυτόν η αιτία κι όχι το αποτέλεσμα.
Ακόμα και οι παρεμβολές στην αφήγηση, άλλοτε με την μορφή οραμάτων και ονείρων, άλλοτε με την μορφή γραμμάτων, άλλοτε ως ανάλυση στίχων κι άλλοτε ως σχόλια για τον έρωτα, τη ζωή, τον θάνατο κατέχουν λειτουργικό ρόλο στο κείμενο. Είναι τα μόνα σημεία στα οποία ο συγγραφέας είναι υπεραναλυτικός, σαφής και διευκρινιστικός, συμβολικός μεν, αλλά αποκαλυπτικός ταυτόχρονα. Αρκετές από αυτές τις παρεμβολές ανατρέπουν βίαια τη ροή της αφήγησης και είναι κάποτε φλύαρες, μοιάζουν κάπως αταίριαστες. Και είναι αλήθεια ότι οι ίδιοι προβληματισμοί θα μπορούσαν να εκφραστούν με περισσότερη συντομία και εξίσου μεγάλη ευστοχία. Ωστόσο η αξία τους δεν αναιρείται από την αμετροέπειά τους σε ορισμένα σημεία. Αποτελούν ένα συγγραφικό εύρημα με το οποίο τίθενται πλάγια ρητορικά ερωτήματα, που ενέχουν εντέλει και τις απαντήσεις, απαντήσεις απολύτως απαραίτητες για την ψυχογραφία των προσώπων.
Το τέλος είναι απρόσμενα δραματικό, αναπάντεχα οριστικό, μοναδικά καίριο. Οι ιστορίες των προσώπων, που αφηγείται ο συγγραφέας, απλές ή πολύπλοκες, μακροσκελείς ή σύντομες, βασισμένες σε βιώματα και εμπειρίες ζωής ή περιπέτειες στιγμών, όλες ανεξαιρέτως παραμένουν ημιτελείς, ανολοκλήρωτες, σαν ερωτήματα αναπάντητα. Κι αυτό το τέλος είναι απόλυτα ταιριαστό με όλη την πορεία της αφήγησης, μιας αφήγησης που ανατρέπει αρκετές λογοτεχνικές συμβάσεις και δίνει την αίσθηση ακριβώς αυτού που δηλώνει πως είναι: σχέδιο για ένα ψυχογράφημα. Εξάλλου εξίσου αναπάντεχη και ημιτελής δεν είναι κι η ζωή; Ποιος έχει την αίσθηση ότι τα πρόλαβε όλα; Ποιος έχει βρει όλες τις απαντήσεις; Η ζωή είναι πάντα το ίδιο απρόσμενα δραματική, αναπάντεχα οριστική, μοναδικά συγκλονιστική, όπως το τέλος του αφηγήματος.
Ο Μόδης Γούναρης με αυτή την πρώτη συγγραφική του προσπάθεια αποκαλύπτεται και αποκαλύπτει. Επιφορτισμένος με την ιδιότητα του ψυχιάτρου παρουσιάζει με εκπληκτικό και παραστατικό τρόπο την ψυχοσύνθεση των ηρώων του, ψυχογραφώντας ταυτόχρονα τον εαυτό του και βάζοντας τον αναγνώστη σε μια διαδικασία εσωτερικής αναζήτησης και αυτοκριτικής. Περιμένουμε με ενδιαφέρον την επόμενη συγγραφική του απόπειρα, όντας ήδη πεπεισμένοι για την ικανότητά του στο ψυχιατρικό λειτούργημα και για το συγγραφικό του τάλαντο. Καταληκτικά μπορούμε, «νομίζω»,  με σιγουριά να πούμε διαβάζοντας το ψυχογράφημά του «ότι κάτι κερδίσαμε».

ΘΕΟΔΩΡΟΣ (ΤΑΚΗΣ) ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ "ΣΤΙΧΟΙ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ"


              Τον κύριο Τάκη Λαζαρίδη τον γνώριζα ως επιστήμονα, όχι ως άνθρωπο και κυρίως όχι ως ποιητή. Γνώριζα την προσφορά του ως κτηνιάτρου και θαύμαζα την καριέρα του και την αγάπη του για τα ζώα, καθώς για ένα μικρό διάστημα υπήρξε ο γιατρός της πρώτης μου σκυλίτσας και επί δεκαέξι χρόνια τώρα ο γιος του κουράρει πολλά αγαπημένα ζωάκια-συντρόφους της οικογένειάς μου. Η γνωριμία μου με την ποίησή του υπήρξε αιφνίδια κι αναπάντεχη. Βρισκόμουν μαζί με την κυρία Ασπασία Καρρά σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο στον Πολύγυρο Χαλκιδικής προς τιμή του ποιητή Αργύρη Μπαρή. Εκεί πληροφορήθηκα από την κυρία Ασπασία, η οποία υπήρξε καθηγήτριά μου, για την ποιητική του συλλογή & ενδιαφέρθηκα να την διαβάσω. Και τη διάβασα!
Όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, η πρώτη αντίδραση ήταν ένα μούδιασμα, μια αμφιταλάντευση ανάμεσα στην ενθουσιώδη υποδοχή και στην κριτική προσέγγιση.  Ωστόσο, δεν μπόρεσα να διαβάσω τον ποιητικό του λόγο αφήνοντας κατά μέρος το συναίσθημα και επιστρατεύοντας την ψυχρή φιλολογική τακτική της εκλογίκευσης. - Διαβάζεται άραγε με αυτό τον τρόπο η ποίηση; - Δεν κατάφερα να αγνοήσω το σθένος, την εναγώνια αναζήτηση της αλήθειας, την καυστική καταγγελία, τη μελαγχολία της απώλειας και την τρυφερότητα της περιδιάβασης στις μνήμες και τα προσωπικά του βιώματα.
Όταν μου ζητήθηκε να πω δυο λόγια σε αυτή την εκδήλωση, με κυρίευσε η αμφιβολία της σκοπιμότητας και η αμφισβήτηση της δικής μου ικανότητας να αξιολογήσω ένα τέτοιο ποιητικό εγχείρημα. Με ποιο δικαίωμα και με ποια ιδιότητα μου επιτρεπόταν να εκφέρω γνώμη για τον απολογισμό ζωής ενός ανθρώπου; Αποφάσισα να μη μιλήσω ως φιλόλογος με διάθεση κριτική, αλλά ως βαθιά συγκινημένη και άκρως εντυπωσιασμένη αναγνώστρια από την ευαισθησία, την τρυφερότητα, την θέληση για ζωή και γνώση, την αλήθεια, τη μελαγχολία της απώλειας, αλλά και το σθένος, που αποπνέουν οι στίχοι. Ένιωσα την ποιητική συλλογή «Στίχοι πάνω στην άμμο» ως απολογισμό ζωής ενός ανθρώπου, που πόνεσε, αγάπησε, αγωνίστηκε, ονειρεύτηκε, απογοητεύτηκε, ήλπισε και όλα αυτά τα έκανε με αξιοθαύμαστο ζήλο και πάθος.
 «Με όρτσα ψυχή/ πάθος ταξιδευτή/ και τα πανιά φουσκωμένα από αγάπη/ στο πέλαγος της ζωής ανοίξου/ και μέθυσε/ και βλάστησε/ και ψάλλε/ κι όσο αντέξει το σκαρί» : Διαβάζοντας τους παραπάνω στίχους ανακάλυψα μέσα στον καταξιωμένο επιστήμονα τον γνήσιο καλλιτέχνη. Αυτός ο ιδιάζων συνδυασμός, που χαρακτηρίζει τον κύριο Λαζαρίδη, δεν μπορεί παρά να γεννά μια ποίηση μεστή σε νοήματα και άξια να αγγίξει τις ψυχές των αναγνωστών της. Ο λόγος του μετατρέπει τη μνήμη σε στίχους και διασώζει κάθε σημαντικό σταθμό της ζωής, κάθε σκέψη, πίστη, επιβεβαίωση, διάψευση, ερώτηση, απάντηση, δίνοντας το δικαίωμα σε όλους εμάς να διεισδύσουμε στα βιώματά του, να ταυτιστούμε, να διδαχθούμε, ακόμη και να οικειοποιηθούμε κάποια από αυτά.
Τα «Ερίκια της ντροπής» κυριολεκτικά με συγκλόνισαν! Τα διάβασα και τα ξαναδιάβασα και κάθε φορά ένιωθα το ίδιο σφίξιμο, την ίδια ανάγκη, την ίδια συγκίνηση. Οι μέρες εκείνες της πείνας, της φτώχιας, της κατοχής, της εξορίας του πατέρα είναι ολοφάνερο πως έχουν επιδράσει καταλυτικά στον ποιητικό του λόγο. Δεν έχω ζήσει τέτοιες μέρες, σε τέτοιες συνθήκες, έχω ζήσει όμως με ανθρώπους, όπως ο πατέρας μου κι η κυρία Ασπασία Καρρά, που τις βίωσαν στο πετσί τους και τους έχω αγαπήσει βαθιά αυτούς τους ανθρώπους, τους θαύμασα για τις αντοχές τους, τη δύναμή τους, το θάρρος τους, την τόλμη τους να διεκδικούν και να ονειρεύονται, έστω και σε αυτές τις συνθήκες. Αυτοί οι άνθρωποι, τέτοιοι άνθρωποι ήταν και είναι καπετάνιοι στο  ταξίδι ζωής.
Διαβάζοντας την «Ωδή για το σιδηρουργείο του παππού» ερμήνευσα την αγάπη του κυρίου Τ. Λαζαρίδη για τη μεταλλοτεχνία & εκτίμησα ακόμα περισσότερο τα καλλιτεχνήματα του. Είναι κι αυτά μια κατάθεση ψυχής, όπως κι οι στίχοι του, «μιλούν» με τον τρόπο τους και μαρτυρούν στιγμές πολύτιμες, πρόσωπα αγαπημένα, αγγίγματα, συμβουλές, μυστικά της παιδικής ηλικίας, φόβους και προσδοκίες. Για μένα πια το μέταλλο δεν είναι ψυχρό, το κοιτώ με άλλα μάτια, «δανείστηκα» την οπτική του δημιουργού Τ. Λαζαρίδη και το «βλέπω» πιο καθαρά. Τον ευχαριστώ θερμά γι’ αυτό! Μα πιο πολύ τον ευχαριστώ για τον πλούτο των συναισθημάτων, για την απίστευτη συγκίνηση, που δεν μπορώ ειλικρινά να περιγράψω, την οποία ένιωσα διαβάζοντας «Το χειροφίλημα». Έκλαψα με λυγμούς. Έκλαψα γιατί υπήρξαν άνθρωποι σαν την γιαγιά του, τόσο απλοί, τόσο ανόθευτοι, τόσο ειλικρινείς με τον εαυτό τους και τους άλλους. Έκλαψα για την δική του προσπάθεια, για την αγωνία, για την αναγνώριση και τη δικαίωση, για όλα αυτά τα πολύτιμα και σημαντικά αυτού του χειροφιλήματος. Πώς να μη νιώσει κανείς δέος γινόμενος κοινωνός μιας τέτοιας μνήμης;
Η προδοσία των αξιών, των ανθρώπων, του ίδιου μας του εαυτού είναι ένα ακόμη ποιητικό μότο που επανέρχεται σε αρκετά ποιήματά του Τ. Λαζαρίδη και κάθε φορά το αποδίδει με τρόπο διαφορετικό, αλλά πάντα διαποτισμένο από πικρία και οργή:«Το χτες περίσσεψε, το αύριο λιγοστεύει». Τον πονά αυτή η προδοσία, την αισθάνεστε βίαιη, τον κατατρώγει και για να την ξορκίσει την επαναφέρει συχνά στο λόγο του, την αποκαλύπτει για να καεί στο φως της αλήθειας, την καταγγέλλει. «Το άσπρο χαρτί η χέρσα σου γη, ποιητή. Κάνε την περιβόλι. Μελάνι το αίμα σου» Αυτός δεν είναι ο λόγος που γράφετε ποίηση; Και καλλιεργεί ο Τ. Λαζαρίδης τη χέρσα γη με τον τρόπο του, την κάνει γόνιμη, εύφορη, με εργαλείο του τους στίχους, που θυμούνται, ευγνωμονούν, στηλιτεύουν, παροτρύνουν. Αυτή δεν είναι εξάλλου η τεράστια δύναμη των ποιητών; Αυτή είναι κι η δική του δύναμη!.
            Λίγο πιο κάτω στέκομαι στους στίχους «και μην ξεχνάς,  μικροπράγματα  μας κάνουν ευτυχισμένους/…./ασήμαντες λεπτομέρειες, ταπεινά πράγματα αλατοπιπερώνουν τη ζωή». Πόσο μεγάλη τούτη η αλήθεια! Πόσο απόλυτη! Γιατί την ξεχνάμε; Ό,τι γνωρίζω, αλλά ενίοτε ξεχνώ, από ευκολία ή αλαζονεία-δεν ξέρω!- οι στίχοι του κύριου Λαζαρίδη μου το θυμίζουν κι αυτό κάνει τον ποιητικό του λόγο μεστό και άξιο. Μιλά για τη ζωή έτσι, ώστε να μας υπενθυμίζει να τη ζήσουμε και να μας δείχνει το τρόπο. Τέτοιος είναι ο δικός λόγος του, στιβαρός & ευαίσθητος ταυτόχρονα, απλός & πολυσύνθετος
Παράλληλα, το ότι ευτύχησα να διαβάσω τα ποιήματά του για τους σκύλους, που τόσο αγαπά, υπήρξε πολύτιμο, ανεκτίμητο δώρο για μένα. Έκλαψα, συγκινήθηκα, ένιωσα κάθε στίχο να τρυπώνει μέσα μου, να γίνεται δικός μου, σαν να τον είπα εγώ, σαν να τον έγραψα εγώ, σαν να τον ένιωσα εγώ. Πόσο οικεία τα λόγια και τα συναισθήματά του! Λάτρεψα «Τη γλώσσα της ουράς…», διάβασα πολλές φορές την «Ανοξείδωτη αγάπη», ταυτίστηκα με την «Υποδοχή Θεού»… Η πίστη, η ανιδιοτελής αγάπη, η συντροφικότητα των σκύλων τον τροφοδοτούν με έμπνευση γιατί «δεν ξεφτά και δεν ξεβάφει η αγάπη ενός σκύλου», όπως ακριβώς κι η ποίηση, η μεστή κι αληθινή. 
Ο ρόλος του ποιητή είναι-πιστεύω- να αφουγκράζεται όσα οι άλλοι προσπερνούν, να συμπάσχει, να πονά και να μετουσιώνει τον πόνο σε δημιουργία. Η ποιητική συλλογή του κύριου Τάκη Λαζαρίδη μου άφησε ακριβώς αυτή την αίσθηση. Κλείνοντας δεν μπορώ να μην αναφέρω την πεμπτουσία της ποίησής του, έστω όπως εγώ την προσέλαβα: «Τον ύπνο των παιδιών να γεμίσουμε/ γαλήνη, σιγουριά και όνειρα./ Να ένα από τα μεγάλα/ χρέη μας». Ελπίζω να μην σας κούρασα. Ευχαριστώ από καρδιάς το κύριο Λαζαρίδη για την ποίησή του, για όλα όσα μας πρόσφερε με αυτή και για το ότι μας επέτρεψε να γίνουμε κοινωνοί της! Θα συνεχίσω να διαβάζω στίχους του στους μαθητές μου και να γεμίζω τον ύπνο τους γαλήνη, σιγουριά και όνειρα…
                                               
(Άνοιξη 2011, Φίλυρο Θεσσαλονίκης, ποιητική βραδιά αφιερωμένη στον Τ. Λαζαρίδη, Λογοτεχνική και ποιητική λέσχη Φιλύρου)

"ΤΟ ΑΓΚΑΘΙ" Δ.ΜΑΣΤΡΟΔΗΜΟΥ


Η γνωριμία μου με την ποίηση του Δημήτρη Μαστροδήμου υπήρξε αιφνίδια κι αναπάντεχη. Όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, η πρώτη αντίδραση στις αντιφάσεις και τα επαναλαμβανόμενα ποιητικά μοτίβο των στίχων του ήταν ένα μούδιασμα, μια αμφιταλάντευση ανάμεσα στην ενθουσιώδη υποδοχή και στην κριτική προσέγγιση με διάθεση απορριπτική.  Ωστόσο, δεν μπόρεσα να διαβάσω τον ποιητικό του λόγο αφήνοντας κατά μέρος το συναίσθημα και επιστρατεύοντας την ψυχρή φιλολογική τακτική της εκλογίκευσης. - Διαβάζεται άραγε με αυτό τον τρόπο η ποίηση; - Δεν κατάφερα να αγνοήσω το σθένος, την εναγώνια αναζήτηση της αλήθειας, την καυστική καταγγελία της προδοσίας, τη μελαγχολία της απώλειας και της διάψευσης. Κι ύστερα με κυρίευσε η αμφιβολία της σκοπιμότητας και η αμφισβήτηση της δικής μου ικανότητας να αξιολογήσω ένα τέτοιο ποιητικό εγχείρημα. Με ποιο δικαίωμα και με ποια ιδιότητα μου επιτρεπόταν να εκφέρω γνώμη για τον απολογισμό ζωής ενός ανθρώπου;  Διαβάζοντας όμως τους ακόλουθους στίχους και θεωρώντας πως άμεσα μού τους απηύθυνε, ένιωσα την ανάγκη να απολογηθώ και να πάρω θέση: «Για σένα / τι άλλο μπορούσα να κάνω; / Πλήρωσα στο ακέριο! /  Για να μπορείς να μου κάνεις κριτική, / στην ηλικία σου ήμουνα στη φυλακή». Ξαφνικά ο λόγος μου απόκτησε αξία. Κι ακόμα μεγαλύτερη αξία και δύναμη απόκτησε το δικαίωμά μου να τον εκφέρω.
            Ο ποιητής από το ’68 με «ομπρέλα του κεραυνούς πορεύεται μες στην οργή τους». Κοντοστέκεται για λίγο να αφουγκραστεί τον παλμό των ιδανικών και των οραμάτων όλων όσων πίστεψαν και πιστεύουν ότι ο κόσμος μπορεί να χορτάσει ψωμί και νερό. «Γυρίζοντας από την αγορά γεμάτος ακριβοπληρωμένα γεγονότα», «χτυπιέται με τη σιωπή» και καταλήγει το ’81 ακόμα «να κολυμπά κόντρα στο ρεύμα μέχρι να πνιγεί». Κάθε σημαντικό σταθμό της ζωής, κάθε σκέψη, συναίσθημα, πίστη, επιβεβαίωση, διάψευση, ερώτηση, απάντηση, τα μετατρέπει σε μνήμη και τα διασώζει με τον ποιητικό του λόγο. Άλλωστε, όπως ο ίδιος ομολογεί, κάθε φορά «ψάχνει ένα μολύβι/ να το βάλει να κλάψει», να μιλήσει, να καταγγείλει, να διεκδικήσει, να επιβραβεύσει. Κι αναρωτιέται  «Μπορείς να ζεις χωρίς μνήμη;». Η απάντηση μέσω του έργου του είναι πασιφανής!  Ο Δ. Μαστροδήμος δεν διστάζει ευθαρσώς να παραδεχτεί ότι «με τη θέλησή του υπήρξε θύμα των επιλογών του» και περιπλέκοντας τη θύμηση, την καρδιά, τη ματιά του απέδρασε, και εξακολουθεί επιτυχώς να αποδρά, από κελιά προορισμένα με την ασχήμια τους να ερημώνουν τις ζωές όσων εγκλωβίζονται σ’ αυτά.
Οι μέρες της φυλακής επιδρούν καταλυτικά στον ποιητικό λόγο του Δ.  Μαστροδήμου. «Ένα δάσος πουλιά», η ελεύθερη σκέψη του, φυλακίζεται σε κουτάκια αριθμητικής, σε υπολογισμούς, στην τετραγωνισμένη λογική των δεσμωτών, στη ψυχρή άθροιση των δεδομένων. Κι ο χρόνος μετρημένος πίσω από τις κλειστές πόρτες γίνεται μια ανάσα που δεν τροφοδοτεί με αρκετό αέρα τα πνευμόνια του αναγνώστη, ο οποίος ξαφνικά πνίγεται συνειδητοποιώντας πως μια ολόκληρη χρονιά χωρά σε τρεις λέξεις: παρανομία, απομόνωση, φυλακή «και το ’70 τέλειωσε…». Κι οι μέρες εκείνες πίσω από το «συρμάτινο δίχτυ» από τη μια «νοστίμεψαν» τη ζωή του ποιητή κι από την άλλη τη γέμισαν πίκρα. Όπως κι αν έχει αποτελούν μια πληγή κακοφορμισμένη, ένα τραύμα δίχως δυνατότητα επούλωσης, το οποίο μάλιστα συχνά αιμορραγεί μπροστά στα έκπληκτα μάτια των μεταγενέστερων,  που με αλαζονεία περιφέρουμε τις βεβαιότητες και τα θέλω μας, πάντα εκ του ασφαλούς!
Η προδοσία είναι ένα ποιητικό μότο που επανέρχεται σε αρκετά ποιήματα του Δ. Μαστροδήμου και κάθε φορά αποδίδεται με τρόπο διαφορετικό μεν, αλλά διαποτισμένο από αφάνταστη πικρία:«Εμείς δε νικηθήκαμε./ ….προδοθήκαμε». Τον πονά αυτή η προδοσία από φίλους, πρώην συντρόφους. Όμως, ταυτόχρονα, την αντιλαμβάνεται ως εξέλιξη, οδυνηρή συνειδητοποίηση λανθασμένων επιλογών, αναπόφευκτη μερικές φορές, θλιβερή ίσως, αλλά εξέλιξη, παρόλο που την ίδια στιγμή την αισθάνεται βίαιη, σκληρή, να τον κατατρώγει. Για να ξορκίσει την προδοσία την επαναφέρει συχνά στο λόγο του, την αποκαλύπτει για να καεί στο φως της αλήθειας και επιδιώκει να τον πιστέψουν επιτέλους(!) πως είδε «τους πιο άσχημους ανθρώπους,/ να πουλούν τα πιο όμορφα/ λουλούδια». Και παρόλο που για λίγο αφήνεται ο ποιητής στην παραδοχή «τα αισθήματα, τα οράματα, τα ιδανικά,/ ακόμα και οι πυρκαγιές παραχαράχτηκαν» εξακολουθεί να σπάει με τους στίχους του «παραμορφωτικούς καθρέφτες».
            Παράλληλα, με την προδοσία η υποκρισία αποτελεί κυρίαρχη αναφορά, άλλοτε άμεση κι άλλοτε έμμεση και υπαινικτική. Οι μάσκες της αποκριάς λειτουργούν ως συμβολική καταγραφή της, μάσκες που κατακρίνει ο ποιητής, αλλά υποπίπτει στην περιστασιακή και προσποιητή αγαλλίαση του μυστηρίου και της ανωνυμίας τους. «Γιατί κι εγώ/ στο καρναβάλι/ στην αποκριά, μέσα στους άλλους/ παίζω τον μασκαρά» παραδέχεται από τη μια. Από την άλλη όμως μιλά για τη «μάσκα του γέλιου» αντιδιαστέλλοντας την με τη ζωή στη φυλακή. Θέτει έτσι σε εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις την φαιδρότητα της αποκριάς του ’72 με τον κόσμο του, πίσω από τα κάγκελα, στα νοτισμένα και μισοσκότεινα κελιά, έναν κόσμο που ενέχει την κατάνυξη του «μυστικού δείπνου» λίγο πριν την επικείμενη προδοσία, τη σταύρωση, την Ανάσταση.
«Τύψεις με αξία» είναι το ζητούμενο του Δ. Μαστροδήμου από τους άλλους. Η ανακάλυψη και κατάδειξη της αιτίας των πραγμάτων είναι το ζητούμενο του από τον εαυτό του. Κι έτσι παρά τις διαψεύσεις και τις απογοητεύσεις, την προδοσία, την υποκρισία, τους παραμορφωτικούς καθρέφτες και τις ενσυνείδητες παραχαράξεις ο ποιητής εξακολουθεί να πιστεύει! Και βροντοφωνάζει: «Ποτέ μου δε σήκωσα την γροθιά για φιγούρα!/…../ Ναι, ακόμα Λένιν διαβάζω/ και κάτω από το γιακά μου/ έχω την κονκάρδα του». Η πίστη τον τροφοδοτεί με έμπνευση, τον ενδυναμώνει απέναντι στη μοναξιά, του δίνει το θάρρος να αναπολεί την αγάπη, που έμεινε μισή στη σκοτεινή ροή των ημερών της φυλακής, και να την αναζητά με νοσταλγία στο εφήμερο παρόν του. «Ο μικρός θα ευτυχήσει!» έλεγε η τσιγγάνα κι η φοβέρα της μάνας μετατρεπόταν σε ευλογία, όπως μετέπειτα το σκοτάδι γινόταν φως κι η αγάπη επιβίωνε στις πιο αντίξοες συνθήκες γεμάτη πληγές και τα όνειρα επιζούσαν παρά τα «ναυάγια» και τις άσκοπες «αναχωρήσεις». Ναι! Εντέλει ο μικρός ευτύχησε!
            Ο Δ. Μαστροδήμος μένοντας «όλες τις νύχτες άγρυπνος» άκουγε τις «βαριές ανάσες των ανθρώπων». Αυτός εξάλλου είναι ο ρόλος του ποιητή, να αφουγκράζεται όσα οι άλλοι θεωρούν δεδομένα και τα προσπερνούν, να παρατηρεί και να καταγράφει, να συμπάσχει, να πονά και να μετουσιώνει τον πόνο σε δημιουργία. Η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή αφήνει στον αναγνώστη την αίσθηση μιας συνεχούς και εναγώνιας πάλης ανάμεσα στην αποδοχή και την απόρριψη, στη δικαίωση και την απογοήτευση, στην καταξίωση και την περιφρόνηση, στο προσκήνιο και το παρασκήνιο. Το πηγαινέλα στο χρόνο, από την παρανομία, στη φυλακή, από τη μεταπολίτευση, στη σύγχρονη κοινωνία -δημοκρατική και ευνομούμενη κατά τα φαινόμενα- και πάλι πίσω, αποδίδει παραστατικά την αποδέσμευση από τα συμβατικά χρονικά όρια που τοποθετούν αξίες, ιδανικά, τύψεις, στο χθες, στο σήμερα, στο αύριο. Η πάλη αυτή, κλασσική και ταυτόχρονα τόσο επίκαιρη, δεν καταλήγει πουθενά, δεν αναδεικνύει ισόβιους νικητές και ηττημένους. Καμιά αποτίμηση δεν είναι τελεσίδικη. Κάθε στίχος θέτει εκ νέου μέτρα και σταθμά αφήνοντας τον αναγνώστη μετέωρο στις ποιητικές αντιφάσεις, στις αποδοχές και στις αναιρέσεις, χωρίς δεσμευτικές βεβαιότητες και γι’ αυτό βαθιά γοητευμένο.