Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα μπονσάι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα μπονσάι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Το πατρικό της στον πρώτο όροφο νεόκτιστης –τα χρόνια εκείνα- οικοδομής, λίγα μέτρα από το χώμα. Ξεχώριζε ανάμεσα στα χαμηλά σπίτια με τις μεγάλες αυλές. Σκόνη πολύ και φασαρία τα καλοκαίρια. Το χειμώνα βούλωναν τα φρεάτια και πλημμύριζε ο τόπος. Μικρό, στενό δρομάκι, οδηγούσε σε αλάνα γεμάτη πέτρες κι είχε δυο βράχους στην είσοδο σαν πολεμιστές που φύλαγαν το σκοτεινό βασίλειο. Μαζευόταν παιδομάνι τα απογεύματα από τις γύρω γειτονιές κι ο τόπος γινόταν μια απέραντη παιδική χαρά. Φωνές, πανηγυρισμοί, καβγαδάκια, παράξενοι ήχοι, κουδουνάκια από ποδήλατα, μπάλες που χτυπούσαν ξανά και ξανά στους τοίχους, ποδοβολητά από κυνηγητό, κρυφτό, λάστιχο, σχοινάκι, ζαβολιές και πειράγματα  τάραζαν τον απογευματινό καφέ των ενηλίκων. Άλλοι τούς έβαζαν τις φωνές κι άλλοι χαμογελούσαν νοσταλγικά. Την εντυπωσίαζε πόση μελαγχολία μπορούσε να κρύψει εκείνο το χαμόγελο. Δεν έπαιζαν ποτέ όλοι μαζί, αλλά δεν έπαιζαν ποτέ και χωριστά. Ήταν μια παρέα κι ας μην ήξεραν καλά καλά τα ονόματα των περισσότερων. Ακόμα και τώρα είναι στο μυαλό της τα πρόσωπα, η χροιά της φωνής, τα βλέμματα, τα ονόματα όμως όχι. Δεν είχαν σημασία τότε, ίσως ούτε και τώρα, η αίσθηση ήταν που μετρούσε κι εκείνο το μοίρασμα κάθε απόγευμα, χειμώνα, καλοκαίρι.
 Είχε δυο δέντρα με χοντρούς κορμούς στο πεζοδρόμιο απέναντι από την οικοδομή, ακακίες. Φαινόταν από το παράθυρο του δωματίου της. Διάλεξε αυτό το δωμάτιο, όταν μετακόμισαν στο σπίτι, μόνο και μόνο γιατί μπορούσε να βλέπει εκείνα τα δέντρα. Κάθε άνοιξη φούντωναν κι έβγαζαν παράξενα ροζ  λουλούδια, χνουδωτά, στροβιλίζονταν στον άνεμο και κάθονταν στα μαλλιά της. Κολλούσαν παντού, στα τζάμια, στα πλακάκια, στα πλαστικά έπιπλα στο μπαλκόνι. Κατεργάρηδες που τρύπωναν στις γωνιές και έμεναν εκεί ως να μαραθούν από θλίψη.  Έδεναν το λάστιχο με τη φίλη της γύρω από τους κορμούς και παίζανε με τις ώρες. Δεν το καλοθυμάται το παιχνίδι, τους κανόνες του, μόνο πως ήταν δύσκολο το έκτο βήμα γιατί σ’ αυτό έχανε κάθε φορά. Έπρεπε να πατήσει ταυτόχρονα με τα δύο πόδια τη μία και την άλλη πλευρά του λάστιχου και μετά να τα εναλλάξει. Σ’ αυτή την εναλλαγή το ένα πόδι, το δεξί συνήθως, έκανε τα δικά του και πάει η σειρά της. Ο συγχρονισμός ήταν ανέκαθεν το αδύναμο σημείο της. Δεν μπορούσε να δίνεται σε δύο πράγματα ταυτόχρονα. Σε ένα δινόταν παράφορα κι απόλυτα. Το λάστιχο ήταν γεμάτο κόμπους. Κάθε μέρα το δένανε και μετά δεν μπορούσαν να το λύσουν. Κόψε, ξανακόψε, μίκραινε και στο τέλος το πετούσαν. Λάστιχο άλλαζαν, δέντρα ποτέ. Χοροπηδούσαν πάνω κάτω μετρώντας, γελούσαν, θύμωναν, μάλωναν, μόνιαζαν. Που και που έριχνε κλεφτές ματιές στο παράθυρο, εκεί στεκόταν συνήθως ο πατέρας με ένα βιβλίο στο χέρι. Μέσα στην ανεμελιά του παιχνιδιού αναζητούσε την ασφάλεια της παρουσίας του. Πέρασε καιρός  να το καταλάβει…
Μετά από μερικά χρόνια ασφαλτοστρώθηκε το δρομάκι, χτίστηκαν δυο τρεις ακόμα πολυκατοικίες πιο ψηλές και πιο μεγάλες από τη δική της, οι βράχοι απομακρύνθηκαν, καθάρισε η αλάνα από τις πέτρες κι έγινε λεωφόρος με νησίδα στη μέση. Τα όρια του βασιλείου της πια ήταν ρευστά, αλλά παρέμενε ακόμα η μαγεία του, όποιος έστριβε στο στενό την ένιωθε κι έλεγαν πολλοί πως είναι ακόμα ένα απομεινάρι της παλιάς γειτονιάς. Εργάτες του δήμου φύτεψαν κι άλλα δέντρα σε βαθιές τρύπες κατά μήκος των πεζοδρομίων. Μεγάλωσαν, φούντωσαν, δημιούργησαν μια αψίδα από φυλλώματα. Ανάμεσά τους τα δέντρα της, τα αγαπημένα δέντρα των παιδικών της χρόνων, άπλωναν ρίζες, άπλωναν κλαδιά. Άπλωσε κι αυτή αλλού τα όνειρά της, άλλαξε γειτονιά, έφυγε από το πατρικό. Γέμισαν οι δρόμοι αυτοκίνητα και τα παιδιά λιγόστεψαν. Δεν ακούγονταν πια φωνές, αλλά φρεναρίσματα, κόρνες κι εξατμίσεις. Θαρρείς το σκηνικό ετοιμαζόταν για κείνη την άνοιξη που περίσσεψε ο θάνατος. Ήρθε κι έμεινε καιρό, χτύπησε πολλές πόρτες, μπήκε και βγήκε σε πολλά σπίτια κι ας κλείδωναν πια τα βράδια. Χάθηκε τότε κι ο πατέρας. Μα τα δέντρα της ήταν εκεί κι ας άλλαζαν όλα γύρω τους, άλλοτε θλιμμένα, άλλοτε χαρούμενα, όμως εκεί σταθερά. Κάθε φορά που επισκεπτόταν το πατρικό, τα κοιτούσε ώρες πίνοντας καφέ, τα άκουγε να της ψιθυρίζουν, τους μιλούσε.

………………………………………………………………………………………….

Πέρυσι έκανε μήνες να πάει στην παλιά γειτονιά, για καιρό αραίωσε συνειδητά τις επισκέψεις της, είχε εξάλλου πάμπολλες δικαιολογίες, δουλειά, εξεταστική, μια ερωτική απογοήτευση. Η αλήθεια είναι πως απέφευγε συστηματικά τα μάτια της μάνας της, αλλά την αλήθεια αυτή ούτε στον εαυτό της δεν την ομολογούσε. Όταν επιτέλους το αποφάσισε και πήγε, δυο μαύρες τρύπες έχασκαν στο απέναντι πεζοδρόμιο. Τι απέγιναν τα δέντρα; Τα δέντρα της; Ανέβηκε δυο δυο τα σκαλιά, άνοιξε την πόρτα κι ούτε καλημέρα δεν είπε. Η μάνα στην κουζίνα έψηνε καφέ. Τρόμαξε στην αρχή, πήγε να χαμογελάσει, έμεινε το χαμόγελο κρεμασμένο στην άκρη από τα χείλη της, καθώς στρίγγλισε λαχανιασμένη από τα σκαλιά τη μόνη ερώτηση που την έκαιγε.

-    Μάνα, τι έγιναν τα δέντρα;
-    Τα έκοψαν οι υπάλληλοι του δήμου. Κούφια ήταν. Δεν είχαν ζωή.
-    Πως κούφια; Άνθιζαν. Πρασίνιζαν.
-    Κούφια σου λέω. Μόνο τις ρίζες δυσκολεύτηκαν να βγάλουν.
-    Γιατί ζούσαν, φώναξε. Ζούσαν! Και την πήραν τα κλάματα.

Σάστισε η μάνα.

-    Μα πως κάνεις έτσι; Σύνελθε! Σαν μωρό κάνεις για δυο δέντρα. Κοντεύεις τα σαράντα. Μεγάλωσε πια!

Έκλαψε ώρα πολύ με λυγμούς, η μάνα δεν καταλάβαινε, μα την αγκάλιασε και σταμάτησε να μιλά. Ψέλλιζε κάθε τόσο … τα δέντρα μου… τα δέντρα μου… και ρουφούσε τη μύτη της. Κάποια στιγμή απόκαμε κι αφέθηκε απλά στη στοργή εκείνης της αγκαλιάς. Δεν μπορούσε παρά να αποδεχθεί το αμετάκλητο. Αποτραβήχτηκε μετά, πήρε μερικές ανάσες, σκούπισε τα μάτια, τράβηξε τα μαλλιά της από το πρόσωπο κι άναψε τσιγάρο. Χαμογέλασε καθησυχαστικά στη  μάνα.

-    Άντε, κάνε και σε μένα ένα καφεδάκι. Όλα καλά είναι. Μεγάλωσα ξανά.

Κουβέντιασαν ώρα πολύ για άσχετα θέματα, για μαθήματα, για το πτυχίο, για απλήρωτους λογαριασμούς, για την κόρη της γειτόνισσας που χώρισε και για την άλλη που επιτέλους απέκτησε το πρώτο της παιδί. Κουβέντιασαν  σαν να μην είχε προηγηθεί τίποτα παράξενο. Μόνο πάνω στην πόρτα, πριν το φιλί και την ατάκα θα σε πάρω τηλέφωνο μόλις φτάσω σπίτι, η μάνα ρώτησε διστακτικά αν είναι καλά, για να επιβεβαιώσει πως το ξέσπασμα πέρασε κι όλα ξαναβρήκαν τους γνώριμους ρυθμούς. Έγνεψε καταφατικά χωρίς να την κοιτάζει ψαχουλεύοντας την τσάντα της. Φεύγοντας στάθηκε ώρα πάνω από τις μαύρες τρύπες. Θαμμένη εκεί όλη η παιδική της αθωότητα. Είχε την παρόρμηση να σκάψει, να χώσει τα χέρια της βαθιά στο χώμα, ώσπου να τη βρει. Δεν το έκανε. Καλύτερα έτσι, σκέφτηκε. Καλύτερα. Διέσχισε αργά το δρομάκι και βγήκε στη λεωφόρο. Χώθηκε στο πρώτο ταξί που βρήκε.

-    Που πάμε, κοπελιά;
-    Σπίτι.

Ο ταξιτζής κάτι μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του και ξαναρώτησε προσπαθώντας να ακουστεί, όσο πιο ευγενικός γινόταν. Συνήλθε, χαμογέλασε και του είπε δυνατά τη διεύθυνση.

………………………………………………………………………………………………….


Την άνοιξη έβαλαν στις άδειες τρύπες δυο καινούρια δενδρύλλια. Δεν έπιασαν. Ξεράθηκαν γρήγορα. Και τα επόμενα το ίδιο.

-    Μην προσπαθείτε, ήθελε να τους φωνάξει. Μην προσπαθείτε. Κανείς δεν υπάρχει να τα ποτίσει μνήμες.


Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

ΜΕΤΩΠΙΚΗ


Αν είχε φτάσει λίγο πιο νωρίς ή λίγο πιο αργά-λίγο μόνο- δυο τρία λεπτά, άντε πέντε, θα είχε προλάβει το κακό. Τώρα στέκεται ανήμπορος και παρακολουθεί την καταστροφή να πλησιάζει. Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Κοιτάζει γύρω του. Καμία διαφυγή. Τον έχει δει. Έρχεται. Παραδίδεται με μιας ολοκληρωτικά. Κρατά τις σακούλες με τα ψώνια στο χέρι. Τις κοιτά σαν να πρέπει κάτι να κρύψει. Ανοησίες! Τρόφιμα, ένα αφρόλουτρο πικραμύγδαλο και βανίλια σε τιμή προσφοράς, τσιγάρα, η αθλητική εφημερίδα. Ξαφνικά όλα αυτά βάρυναν πολύ. Τα χέρια του κρεμασμένα στο πλάι, ακίνητα. Καμπουριάζει σαν να πονά η μέση του, σαν να μην αντέχει άλλο αυτό το βάρος. Έρχεται. Κοντοστέκεται μπροστά του. Η σιωπή είναι που τον πλακώνει. Δεν το ομολογεί. Την κοιτά. Τόσο, όσο αντέχει. Λεπτό; Ούτε. Δευτερόλεπτα. Τον κοιτά κι εκείνη. Επίμονα. Μιλά πρώτη.                                   
-Γειά! Ψώνια,ε;
-Γειά! Ε, ναι...                   
      -Νοικοκύρης πάντα.
Χαμογελά. Χαζογελά. 
Τι νοικοκύρεψε; Τη ζωή του; Σκατά! Τη δουλειά του; Σκατά! Την καρδιά του; Δυο φορές σκατά!
Αμηχανία. Σκύβει το κεφάλι. Η φωνή της τον διαπερνά.
- Με περιμένουν.
- Καλά να περνάς!
Δεν σηκώνει το βλέμμα. Μόνο ακούει τα βήματά της να ξεμακραίνουν. Ολοένα να ξεμακραίνουν. Μόνο ακούει. 
Φεύγει γαμώτο! Πάλι φεύγει! Φεύγει.
Δυο, τρία, πέντε λεπτά και θα είχε περισώσει την ψευδαίσθηση της υπεροχής, που μήνες τώρα προσποιείται την αλήθεια. Δυο, τρία, πέντε λεπτά και θα εξακολουθούσε να ξυπνά και να κοιμάται νικητής στις μάχες με ό, τι τον πονά. Την είχε αποχαιρετήσει, την ξερίζωσε και την πέταξε και τέλος. Έτσι νόμιζε.
Δεν κοιτά. Μόνο ακούει…
Να φύγει γρήγορα. Να φύγει κι αυτός. 
…Μόνο ακούει. Τα βήματά της στο πεζοδρόμιο ριπές με στόχο εκείνο, ακανόνιστες μικρές ριπές, εκκωφαντικές. 
Να φύγει. Να φύγει γρήγορα. 
Τα βήματά της, ο ήχος τους, βιάζονται, στριγγλίζουν, γκαζώνουν, φρενάρουν, φωνάζουν. 
Φεύγει; Έρχεται; 
Δεν μπορεί να κουνηθεί. Κομματιάστηκε από τη σιωπή, από τα βήματα. Πονά. Πονά απίστευτα. Κρυώνει. 
- Όλα θα πάνε καλά. Όλα. Έρχονται. Κρατήσου.
Όλα θα πάνε καλά; Πότε; Ποιοι έρχονται; Γιατί;
Δυο, τρία, πέντε λεπτά και…
Σακούλες και τρόφιμα σκορπισμένα εδώ κι εκεί. Μυρωδιά από πικραμύγδαλο και βανίλια. Ουρλιάζει, μα δεν ακούει τη φωνή του. Δεν έχει πια φωνή. Ούτε τρόφιμα. Ούτε εκείνη. Ούτε τίποτα.

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ

Ορατότητα περιορισμένη. Ίσως είναι μια λύση. Ανέτοιμο το βλέμμα να αρνηθεί τα όνειρα.
Μιάμιση ώρα ταξίδι. Παλιό, κακοσυντηρημένο λεωφορείο. Κάθε πρωί αξημέρωτα γαμώτο. Κάθε πρωί παλιές λαμαρίνες που τρίζουν και ξινή μυρωδιά.
Γιατί με κοιτούν; Έχουν μια χαρακιά στο μεσόφρυδο σαν κόψιμο βαθύ. Παράξενη θλίψη. Αιμορραγεί έγνοιες. 
Για να δω... Τίποτα. Ανακούφιση. Καμιά αιμορραγία στο πρόσωπό μου. Καμιά εκτόνωση. Πίεση αόρατη.
Υγρασία στα τζάμια σαν βροχή.
Θάλασσα σκοτεινή. Με γοητεύει.
Μπλεγμένα λόγια, εικόνες, μουσικές. Δε θυμάμαι.
Πως έφτασα ως εδώ; Με ποιες αρνήσεις; Ποιες αποδοχές;
Καταχνιά. Δικαιολογία για παραιτήσεις. Κοντόθωρες προοπτικές. Κοντόθωρα όνειρα.
Να αγοράσω ψωμί. Να τηλεφωνήσω στη μαμά. Να ποτίσω τη γλάστρα.
Κι ένα καινούριο βιβλίο οπωσδήποτε.
Να σταματήσω να πιστεύω όσα μου λένε. Μονίμως αφελής. Ευκολόπιστη. 
Χαζή; Ας μου δείξω επιείκεια.
Να μην ξαναερωτευτώ. Μόνο να με ερωτεύονται.
Γίνεται;
Αυτό το σημάδι στο γόνατο δεν θα φύγει ποτέ. Θεαματική πτώση στην άσφαλτο. Παιδί ήμουν.
Ούτε αυτά τα σημάδια θα φύγουν. Θεαματικές πτώσεις στη ζωή. Δεν ήμουν παιδί πια.
Ορατότητα περιορισμένη.
Δεν φταις εσύ. Εγώ πήρα τη γραμμή και την προέκτεινα.
Δεν φταις εσύ. Εγώ γέμισα χρώμα το περίγραμμα.
Ένα καινούριο βιβλίο οπωσδήποτε. Και μόνο να με ερωτεύονται.
Ορατότητα περιορισμένη.
Κι η ομίχλη μια τεράστια γομολάστιχα.
Ευτυχώς.
(Μάλλον...)


Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ

Σηκώνεται πάντα πριν χαράξει, αν έχει καταφέρει να κοιμηθεί. Θέλει χρόνο να ξυπνήσει μέσα της τις αρνήσεις, να τις ποτίσει καφέ, να τις κάνει δυνατές. Περιφέρεται άσκοπα στο σπίτι για λίγο. Αρχίζει μετά την προετοιμασία, αργά, μεθοδικά, όπως ο ηθοποιός στο καμαρίνι πριν την παράσταση της ημέρας. Κοιτάζεται προσεκτικά στον καθρέφτη. Μαλλιά μακριά, μάτια λαμπερά, σώμα καλοσχηματισμένο, ποθητό, ακόμα νεανικό. Μπλέκει τα ακροδάχτυλα στις μπούκλες, αγγίζει τα χείλη, το στήθος, την κοιλιά σαν για να βεβαιωθεί ότι είναι αληθινή, σαν για να πιστέψει ότι της ανήκει η ομορφιά της. Κι έπειτα σιγά σιγά αρχίζει και τη θαμπώνει. Τιθασεύει τα μαλλιά. Βάφει έντονα μαύρο το περίγραμμα των ματιών, τα αδειάζει από τα όνειρα, τα γυμνώνει από πολύχρωμα συναισθήματα. Κρύβει καλά το κορμί της σε ρούχα σκούρα και φαρδιά και σε βαριά πανωφόρια. Άχρωμη. Άοσμη. Άυλη. Έτοιμη. Ξεκινάει...
Κάθε πρωί κλείνει την πόρτα αποφασισμένη να τον αφήσει πίσω. Κάθε πρωί τον χαιρετά και φεύγει. Μα μέχρι να κατέβει στην εξώπορτα είναι εκεί και την περιμένει. Τρομάζει. Οργίζεται -Πόσα πολλά επιτρέπει ακόμα από όσα έλεγε πως τάχα τέλειωσε μαζί τους; - Δεν του μιλά στη διαδρομή. Κάνει πως δεν τον βλέπει, δεν τον ακούει, δεν τον αισθάνεται. Παριστάνει την αδιάφορη. Προχωρά και πάει. Πάει. Πάει... Ατρόμητη και σίγουρη πως θα χαθούν σε μια στροφή, πως θα κουραστεί από τη σιωπή και θα φύγει, πως θα κοντοσταθεί κάπου κι εκείνη θα προλάβει να τρέξει και να κρυφτεί. Ανάβει τσιγάρο. Κλείνει πάντα τα μάτια στην πρώτη ρουφηξιά, όπως άλλοι στο πρώτο φιλί. Ελπίζει , όταν τα ανοίξει πάλι, να μην είναι πια εκεί. Όμως είναι. Επιμένει. Αντέχει. Είναι.
Η εικόνα της, που αρνείται, ο εαυτός, που προδίδει, μονίμως την ακολουθεί. Της ανακατώνει τα μαλλιά, της υγραίνει το βλέμμα, της κοκκινίζει τα χείλη. Καραδοκεί. Περιμένει την τελική αναμέτρηση. Κι η μάχη συνεχίζεται. Εκείνη ελπίζει πως θα νικήσει όντας ήδη ηττημένη. Μετράει ξανά τις αντοχές της. Παίρνει βαθιά ανάσα. Συνεχίζει....



Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2011

ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ

Βρέχει από το πρωί, μονότονα, τυραννικά. Το κορμί του ρουφά την υγρασία. Σιχαίνεται την αίσθηση, αλλά τη χρειάζεται ταυτόχρονα για να νιώσει ζωντανός. Εκείνη σηκώθηκε ώρα πριν. Φτιάχνει καφέ στην κουζίνα. Αφουγκράζεται σιωπηλός τους γνώριμους ήχους της, το νερό που βράζει, το κουταλάκι στο φλιτζάνι, τις βαθιές ανάσες. Σκέτο πίνει τον καφέ της. Όλα ξεκάθαρα τα θέλει στη ζωή. Κάποτε του άρεσε αυτό. Τώρα τον τρομάζει. Ακόμα του αρέσει, αλλά τον τρομάζει. Του εκβιάζει παραδοχές που δεν είναι έτοιμος να κάνει. Του ζητά τα ναι και τα όχι αρθρωμένα χωρίς δισταγμό. Μα εκείνος είναι ακόμα στα ίσως.
Φορές φορές αποζητά να την αγκαλιάσει, να τη φιλήσει ξανά και ξανά, να αγγίξει το σώμα της, να το λεηλατήσει. Κι έπειτα από αυτή την κατάκτηση να της πει τα μυστικά του, όσα νομίζει πως θέλει, πόσο αυτά απέχουν από όσα εντέλει μπορεί. Μετά όμως μεθά από το άγγιγμα, διστάζει μήπως χάσει την αίσθηση κι αφήνεται να διασκορπιστεί σε χιλιάδες μικρούς κόκκους, να κολλήσει πάνω της, όπως η άμμος στο υγρό κορμί, και να μείνει εκεί για όσο διαρκεί το καλοκαίρι τους.
Σήμερα όμως βρέχει από το πρωί. Αρνείται να σηκωθεί από το κρεβάτι. Ελπίζει να έρθει εκείνη, να έρθει να του ψιθυρίσει πως δεν πειράζει, πως αποφάσισε για λίγο να νοθεύσει τον καφέ της με μια κουταλιά ζάχαρη και λίγο γάλα. Την ακούει που ανάβει τσιγάρο και απελευθερώνει τον καπνό. Σίγουρα κάθεται με μαζεμένα τα πόδια, με τα γόνατα ακουμπισμένα στο στήθος, άκρη άκρη στον καναπέ, ξυπόλητη, με τα μακριά μαλλιά της ακόμα μπερδεμένα, με τα μάτια της μισόκλειστα. Συνηθίζει να κρατά με τ' ακροδάχτυλά της το ρυθμό του τραγουδιού, που παίζει στο μυαλό της, χτυπώντας τα στην κούπα. Ταξιδεύει αυτή την ώρα μόνη της, χωρίς εκείνον. Της το επιτρέπει.
Ανασηκώνει το πάπλωμα -μα πότε έπιασαν τα κρύα; γιατί πάπλωμα;- ως πάνω από το κεφάλι του. Ξαφνικά νιώθει ακαταμάχητη την επιθυμία να κρυφτεί, να εξαφανιστεί. Τα σεντόνια έχουν το άρωμά της. Τα αγγίζει. Τα χαϊδεύει. Του λείπει. Του λείπει τόσο πολύ ακόμα. Ακόμα... Πάνε χρόνια που έφυγε. Κι όμως κάθε πρωί γυροφέρνει στο σπίτι, αφήνει μυρωδιές, κάνει ήχους, βουλιάζει τα μαξιλάρια του καναπέ, πίνει τον καφέ του και καπνίζει τα τσιγάρα του.
Αν ήταν τα ίσως του ναι και όχι....
Αν τολμούσε τις παραδοχές...
Αν είχε εκτεθεί...
Τόσες ανώφελες υποθέσεις.

.............................

Μα πως τρύπωσε η βροχή κάτω από τα σκεπάσματα;



Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

ΑΓΩΝΑΣ ΔΡΟΜΟΥ



Με κούρασαν οι σιωπές κι αυτή η απόσταση που ολοένα μεγαλώνει. Δεν την μετρώ πια μόνο σε χιλιόμετρα. Τη μετρώ σε λεπτά, σε ώρες, σε μέρες. Γιγαντώνεται. Και να σκεφτείς  πως ξεκινήσαμε περιέχοντας ο ένας τον άλλο. Ήταν αναπάντεχο. Αναπάντεχα γοητευτικό. Αναπάντεχα παραπλανητικό. Συνεχίσαμε ακουμπώντας ο ένας τον άλλο. Ακόμα και τότε –το ήξερες, νομίζω- μπορούσες να με συνεπάρεις. Έπειτα απλά συναντιόμασταν που και που σε μισοτελειωμένες συζητήσεις, μην ειπωθεί η αλήθεια και μας τρομάξουν παραδοχές και απορρίψεις. Μα τώρα πια… Τώρα ολοένα  φεύγεις.
                 - Φεύγεις. Φεύγεις.
Σου το φώναξα τόσες φορές. Σε όλους τους τόνους. Με όλους τους τρόπους.
                 - Δεν φεύγω.
                 - Φεύγεις.
Κι εγώ δεν έχω χρόνο. Δεν έχω αντοχές. Τα χιλιόμετρα ανάμεσά μας γίνονται σκοτάδι. Τα λεπτά, οι ώρες, οι μέρες γίνονται σκοτάδι. Κρύβεσαι. Κρύβομαι. Χάνεσαι. Χάνομαι. Αυτός ο δρόμος δεν έχει επιστροφή.
                 - Ας μην το εξαντλήσουμε.
Εξαντλείς, όμως, εμένα διατηρώντας ανεξάντλητη μόνο μια μνήμη,  που όλο ξεθωριάζει. Μια μνήμη δίχως χρώματα πια, ασπρόμαυρη, με περίγραμμα ακαθόριστο, ανοίκεια, ξένη.
                 - Ήσουν η υπέρβαση όσων είχα αποφασίσει.
Σου το είπα. Δεν άκουσες. Ακόμα δεν ακούς. Δεν ξέρω γιατί. Ή μήπως ξέρω;
                 - Σταμάτα να σκέφτεσαι σαν δρομέας το χρόνο.
Ίσως έχεις δίκιο τελικά. Είναι ο δικός μου αγώνας δρόμου, δεν είσαι υποχρεωμένος να τον τρέξεις. Σε λίγο δεν θα διακρίνω πια ούτε καν τη σκιά σου και τότε θα πάψω να περιμένω. Ο έρωτας άμα φύγει δεν ξαναγυρνά, άμα πεθάνει δεν ανασταίνεται. Γι’ αυτό είμαι απόλυτα σίγουρη. Κι εσύ το ίδιο.

ΑΝΑΜΟΝΗ



Περίμενα στην αίθουσα αναμονής με τα αποτελέσματα των εξετάσεων στο χέρι. Προσπαθούσα να μη σκέφτομαι, να μη νιώθω. Ήρθε ξαφνικά με το παιδί στην αγκαλιά. Ραντεβού δεν είχε κλείσει. Μπήκε στο ιατρείο με φωνές και κλάματα. Τον κοίταξα στα μάτια. Με παρακαλούσαν. Μου ζητούσαν βοήθεια. Κοίταξα το παιδί. Ήταν δεν ήταν τριών χρονών. Φαινόταν ότι πονούσε και ψηνόταν στον πυρετό. Έκανα ένα νεύμα. Ας περνούσε. Είχα χρόνο ή έτσι πίστευα. Μπήκε στο ιατρείο κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Σε λίγο βγήκε βουβός. Κάθισε στην πολυθρόνα. Άκρη άκρη σαν έτοιμος να φύγει. Κουνούσε μηχανικά το πόδι και μάσαγε τα χείλη του. Έπρεπε να μεταφερθεί ο ασθενής το ταχύτερο στο νοσοκομείο. Έγνεψε. Έβγαλε ένα τσαλακωμένο χαρτονόμισμα κι έκανε να πληρώσει. Ο γιατρός του απομάκρυνε το χέρι. Κράτα το, είπε, θα το χρειαστείς. Πήρε ξανά το παιδί αγκαλιά κι έφυγε με το κεφάλι σκυμμένο. Τον είδα από το παράθυρο στην πιάτσα των ταξί.

ΤΕΛΟΣ



Ξεχάσαμε. Αρνηθήκαμε. Προσποιηθήκαμε ότι επιλέξαμε. Ίσως πάλι απλώς να μη θέλουμε πια να μοιραζόμαστε τους φόβους μας. Κουράστηκα  ν’ αναζητώ δικαιολογίες για τις αποτυχίες μας. Όσες καταφέρνω να βρω δε με καλύπτουν. Καταφεύγω όλο και πιο συχνά σε απατηλές διεξόδους, σε όσα μου λείπουν, σε όσα μπορούν να γίνουν κομμάτια ονείρου. Κι όσο προσδοκώ κάτι να περισώσω, ξεγελιέμαι. Ελπίζω. Κι όταν απογοητεύομαι, θυμώνω, μαζί σου, με τον εαυτό μου. Κι όταν πια δεν ξέρω πως νιώθω, θλίβομαι. Αλλά στο τέλος είμαι βέβαιη πως δεν θα έχω άλλη επιλογή, γιατί δεν έχει πλέον νόημα, γιατί έτσι πρέπει, έστω κι αν γίνεται κι αλλιώς… 
-Μ’ ακούς, έτσι δεν είναι ; Βλέπω στεριά στον ορίζοντα. Μωρό μου, θέλω να σωθώ.  Πρέπει να φύγω!

ΜΕ ΘΕΛΕΙΣ;



Το χέρι σου στο χέρι μου. Τα τυχαία αγγίγματα πληθαίνουν. Γίνονται χάδια. Τα χάδια φιλιά. Τα φιλιά εκκένωση ηλεκτρική. Όλο μου το σώμα ένα ναι στην ερώτηση του δικού σου κορμιού.
-          Με θέλεις;
Σε παρατηρώ. Μου αρέσουν τόσο οι ήχοι που κάνεις, καθώς με ανιχνεύεις πόντο τον πόντο, η μυρωδιά σου, ο τρόπος που το χέρι σου ξαποσταίνει στο στήθος μου. Σου χαμογελώ. Έχω ανθίσει ολόκληρη. Κι είσαι εσύ το ανοιξιάτικο αεράκι που μόλις άρχισε να τρεμοπαίζει στα βλέφαρα μου, στα χείλη, στα μάγουλα, στην κοιλιά … Μ’ ανατριχιάζεις. Έχω γίνει ένα ναι σαν βαρβαρική υλακή στου κορμιού σου την ερώτηση, την προσταγή και την παράκληση.
-          Με θέλεις ;
Είμαι ευτυχισμένη. Είμαι ερωτευμένη. Ναι είμαι πρόθυμη να ξεκινήσω μαζί σου αυτό το ταξίδι. Ας ανοίξουμε πανιά …

ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ - ΠΡΑΣΙΝΟ



Δεν συμμερίζεται καμιά ανησυχία . Όλα γι' αυτήν είναι απλά, όχι πάντα εύκολα, αλλά σίγουρα απλά. Ένα κι ένα κάνουν δύο. Προσφέρει τη μαθηματική λογική της, το ρεαλισμό και τους προσγειώνει όλους στην πραγματικότητα. Για μερικούς ίσως όχι τόσο ενδιαφέρουσα, ακριβώς γιατί δεν είναι περίπλοκη προσωπικότητα. Όμως εγώ δεν μπορώ να φανταστώ φίλο, αδελφό, εραστή ή σύντροφο να μην είναι ήρεμος, ευτυχισμένος και χορτασμένος από αγάπη και φροντίδα κοντά της. Ξέρει τι θέλει και πώς να το αποκτήσει. Διεκδικεί ό,τι της ανήκει και της αξίζει. Δίνει πάντα τις μάχες της σε διπλωματικό πεδίο και τις κερδίζει αναίμακτα. Είναι κατασταλαγμένη κι ευτυχισμένη. Έχει μακροχρόνια σχέση και μάλιστα σοβαρή. Βαδίζει προσεκτικά, όχι βάση σχεδίου, με φάρο την καρδιά της και το ένστικτό της μόνο. Θα παντρευτεί αργά ή γρήγορα. Θα τηρήσει στο γάμο της όλα τα πατροπαράδοτα έθιμα. Θα δείξει προίκα. Θα στρώσει το νυφικό κρεβάτι με τραγούδια. Δεν θα δει τον γαμπρό την τελευταία νύχτα. Θα γράψει τα ονόματά μας στο νυφικό της παπούτσι. Θα τα χαρεί όλα αυτά με την ψυχή της. Θα λάμπει σαν νιφάδα χιονιού στον ήλιο, πανέμορφη !
Το σπιτικό της θα μοσκοβολάει κάθε μέρα ζεστό φαγητό και φρεσκοπλυμένα ρούχα. Όλα θα είναι στην εντέλεια και πεντακάθαρα. Τα σεμεδάκια κολλαριστά. Οι κουρτίνες αραχνοΰφαντες να μυρίζουν λεβάντα. Φίλοι και συγγενείς θα πηγαινοέρχονται κι η μοναξιά ποτέ δεν θα της χτυπήσει την πόρτα. Το παιδικό της όνειρο θα ολοκληρωθεί μόλις γίνει μητέρα. Τα παιδιά της θα είναι ευτυχισμένα, όπως και η ίδια. Μεγάλωσε σε μια οικογένεια δεμένη, έμαθε να αγαπά και να αγαπιέται. Ξέρει τι είναι η αγάπη: να μεγαλώνεις, να μοιράζεσαι, να ζεις και να γερνάς μαζί με τον άλλο. Δεν την τρομάζει η δέσμευση για μια ολόκληρη ζωή. Είναι αυτή η δέσμευση η ζωή της ολόκληρη. Ποτέ, μα ποτέ, δεν αμφιβάλλει πως εκεί βρίσκεται η πραγματική ευτυχία. Κι εγώ που καμιά φορά λέω ότι ίσως να είναι κι αλλιώς, μπορεί απλώς να απορρίπτω ό,τι γνωρίζω πως δεν θα μπορέσω να έχω ποτέ.