Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Τσίγκρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Τσίγκρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2017

Μια μολυβιά στη σκάλα

...
Ψάχνοντας,
με χαμένη απ' τον χρόνο όσφρηση,
ανεβαίνοντας,
τρίτο σκαλί και πρώτος.
Κάργα κέντρο.
Πώς μπόρεσες;

Σκόνταψα και Στάση...
Έγινες κάθισμα,
μα,
σα σκληρό βιβλίο.
Πώς μπόρεσες να με λυγίσεις τόσο;

Η άσπρη πέτρα,
καλά χαραγμένη,
δήλωνε: "ΠΑΡΟΝ".
Μια θολή φωτογραφία,
βγαλμένη απ' το παρελθόν,
πιο πειστική με την αλήθεια της:
 "ΨΕΜΑ".
Κι αντιλαλούσε το βουνό:
"Μεγάλο ΨΕΜΑ".

Κατεβαίνοντας,
άφηνα πίσω μου την κορ'φή.
Πρώτος και πάλι,
πάντα πρώτος.
Κι εδώ κι ΕΚΕΙ.


Τελευταία έμεινε εκείνη η αόρατη μολυβιά στο χώμα του βουνού που γίνεται ένα, με την ανθρώπινη οριοθετημένη, λευκή γραμμή του δρόμου .

Αυτό ήταν.
Τ' αντέξαμε.
Το πιο δύσκολο ραντεβού μας,
είχε ήδη τελειώσει.
Οριζοντίως και καθέτως
κι η μολυβιά στο γόνατο,
βαθύ σημάδι.

Υστερόγραφον:
Λευκά και τα κυκλάμινα, έτυχε. ...
Σα βρέχει ο ουρανός φιλιά, να μην ξεβάφουν χρώμα. Πάντα γέλαγες με τα σημάδια που αφήνουν τα χρώματα, ακόμα και τα πιο απαλά. Ακόμα και τα ροζ.
 (14/12/17. Κι ήταν Πέμπτη, απ' το "πέφτω", κάποιος να με σηκώσει, γιατί βιάζομαι. )


ΜΟΛΥΒΙΑ - ΓΙΩΤΑ ΝΕΓΚΑ


ΜΟΛΥΒΙΑ

Στίχοι: Ανδρέας Σπυρόπουλος
Μουσική: Λευτέρης Ζέρβας
Πρώτη εκτέλεση: Μανώλης Αγγελόπουλος

Μια μολυβιά μέσα στης μοίρας το τετράδιο είν' η ζωή, είν' η ζωή του καθενός, μια γομολάστιχα ο θάνατος και αύριο σε μια στιγμή τα πάντα γίνονται καπνός.
Μια μολυβιά που σβήνει και και δεν αφήνει ούτ' ένα ίχνος πουθενά, ένα μικρό σημάδι που μες στον Άδη χάνεται και δεν γυρνά.
Είν' η ζωή μια μολυβιά.
 Μια μολυβιά κακογραμμένη που ξεθώριασε και η πικρή και η πικρή μου η ζωή, σαν δυνατός βοριάς η μοίρα μου τα σώριασε φύλλα ξερά όλα τα όνειρα στη γη.

Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017

Ανέγγιχτο




...Ταραγμένη.
Ανάσες.
Ώρες ξύπνια και προβληματισμένη, μετά από ένα όνειρο.
Ένα χρόνο τώρα, απορούσα γιατί ο Γιάννης, σιώπησε.
Ήξερα πως ήταν εύκολο να μου "μιλήσει", με άλλον τρόπο, μα δεν το έκανε.
Έτσι κατέληξα, εύκολα, πως δεν ήμουν τόσο φίλη, γι' αυτόν και στενάχωρα, το δέχτηκα!

Κι ήρθε πριν λίγες ώρες, να με τινάξει στον άερα!
Γρίφος "όνειρο", δεν θα το γράψω, έφερα κύρια σημεία με γκουγκλ - φώτο.
Αφάνταστα στεναχωρημένος ο Φίλος μου, εύχομαι αυτές οι πέτρες που ξεφόρτωνε... να γίνουν λουλούδια του, εδώ, κάτω στα γήινά μας!...
...Δεν ξέρω, Αθάνατε Φίλε μου, αν θέλει "κράτημα" κι εκεί, κράτα γερά και πάλι, Φίλε μου!

Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017

O ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ ΤΗΝ ΟΓΔΟΗ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΤΟΥ 2016

Ο Basilis Laliotis κοινοποίησε μια παλιότερη δημοσίευση.
5 ώρες · 


Ο Basilis Laliotis ενημέρωσε την κατάστασή του.
O ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ
ΤΗΝ ΟΓΔΟΗ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΤΟΥ 2016
Θα το ψάξω αυτό που άφησες στα περιστατικά
γιατί εσύ φώναξες ίσως το ποιός θα με άκουγε
από των αγγέλων τις τάξεις, γιατί μπορούσες
σε μιαν άκρα ευγένεια να γίνεσαι το ποίημα
και θα πω πως εχτές ογδόη Νοεμβρίου όπου
κατά το Συναξάρι εορτάζουν οι Άγγελοι ήρθαν
κατέβηκαν για να σε πάρουν πέρα από το φόβο
για εκεί όπου οι λευκοφόροι όπως εσύ
και επιτέλους χωρίς το θηρίο μέσα τους
σκάλισαν λέξεων χώματα σ'ένα κηπάκι ελπίδας.
Σχόλια
Eleni Anastasopoulou
Eleni Anastasopoulou Εξαιρετικό Βασίλη, αντάξιο του ποιητή Γιάννη Τσιγκρα. ..απώλεια πραγματική

Μου αρέσει!Δείτε περισσότερες αντιδράσεις
 · 
1
 · 9 Νοεμβρίου 2016 στις 6:23 μ.μ.

Γιάννης Τσίγκρας, Εκύκλωσαν, αι του

Ο Basilis Laliotis κοινοποίησε μια παλιότερη δημοσίευση.
5 ώρες · 

Γιάννης Τσίγκρας - ΜΙΑ ΕΛΛΕΙΨΗ

*
ΜΙΑ ΕΛΛΕΙΨΗ
Ναι, τα τραγούδια έρχονται αιφνίδια
σαν τους παλιούς μας φίλους
έρχονται
μα σωπαίνουν αμήχανα 
αν δεν υπάρχει πόνος,
αν δεν υπάρχει στάχτη,
αν μιαν έλλειψη δεν αγκαλιάζoυμε
εκείνη την ώρα.
***

"Το άλικο πρώτο ανθάκι
στης τσιντόνιας το γυμνό κλαρί
θυμίζει στόμα κοριτσιού που από λαχτάρα αιμάσσει
τόσο πού, αφού ο σπίνος μες στον κάλυκά του ξεδιψάσει
σφυρίζει ένα: "έτσι άραγε φιλούν;"
και μοιάζει ν' απορεί. "

Γιάννης Τσίγκρας



Ανήμερα του Αγίου Νεκταρίου, την επομένη της γιορτής των Αρχαγγέλων.....
Πρέπει να ήταν την ώρα που ήμουν στην αγρυπνία του Αη Νεκταράκη μου, ξημερώνοντας η μέρα του....
Είναι καλό να πεθαίνουν οι ποιητές ξημερώματα; Ταιριαστό θα έλεγα καθώς οι τελείες και τα αποσιωπητικά γίνονται κεριά μέσα στη νύχτα και πάνε μπροστά σαν μικρά φαναράκια παιδιών λιτανείας, για να φέγγουν τον δρόμο της ψυχής.
Είχα την έγνοια του Γιάννη. 
Μιλούσαμε ή σωπαίναμε στο τηλέφωνο, συχνά. 
Μόνο που τον τελευταίο καιρό το τηλέφωνό του δεν απαντούσε. Ο Γιάννης ήταν αλλού (πάντα ήταν κάπου αλλού από κει που νόμιζες), ο ποιητής είχε σωπάσει κατά κόσμον και έγραφε τους μυστικούς του στίχους για λογαριασμό των αγγέλων που θα του έπαιρναν την πνοή του τέλους και το παιδί που είχε ερωτευτεί την Μαρία γέρασε απότομα (εκδικητικά για το φευγιό της, θα έλεγα) όταν η αγαπημένη του προτίμησε το φέρετρο από την αγκαλιά του....
Έβρεχε την μέρα που τον κοίταξα ανάμεσα στα λουλούδια, εκεί στον Άγιο Τρύφωνα της γειτονιάς του. Ένα αποπειρώμενο χαμόγελο στα στεγνωμένα του χείλια έδειχνε πως δεν φοβήθηκε την στιγμή του θανάτου ή πως είχε προσπαθήσει να πει ένα δίστιχο...Ήταν αδυνατισμένος και ήρεμος -ολόκληρος μία φυγή, ένας αποχαιρετισμός, μία πληγή-.
Στο ξόδι του -μεταξύ των άλλων- είδα και κάποιους από τους ήρωες των βιβλίων του (ή συγγενείς τους) σαν σελίδες που άνοιξαν τιμητικά μπροστά στην σωρό του συγγραφέα ή σαν λουλουδάκια που άνθισαν για να θυσιάσουν τον τελευταίο τους ανθό στην ορμή της βροχής αφού κανείς δεν θα έγραφε πλέον για την ύπαρξή τους.....
Έκανα ένα κομποσκοινάκι για κείνον το βράδυ που ξάπλωσα και μόνον τότε τον ξαναβρήκα να χαμογελάει με το γέλιο που δεν ήθελε να δείχνεται ως γέλιο αλλά προσπαθούσε να μοιάζει με δειλινό όπου έπαιζαν τα παιδιά που υπήρξαμε κάποτε στις αλάνες. 
Με κοίταζε και ανάμεσα στο έρκος των οδόντων του ένα αρχαίο τόπι τσαλαβουτούσε στα λασπόνερα που ακόμη ως τώρα πλημμυρίζουν την Νεάπολη. Από κοντά βγήκε η Νίτσα η μάνα του (χρόνια πεθαμένη) και κοίταζε που έφευγε ο γυιός της και τον σταύρωνε. Άκουσα και τον ξύλινο ήχο αλλά δεν είδα το πρόσωπο του πατέρα του "ανάπηρος πολέμου". 
Στο περίπτερο της οικογένειας φάνηκαν κρεμασμένες οι εφημερίδες, οι τσίχλες και οι καραμέλες στις προθήκες του ενώ κάτω από το ράφι (στο εσωτερικό) είδα τη Σύνοψη του Γιάννη (ή ο Συνέκδημος ήταν, δεν θυμάμαι ακριβώς)....
Εγώ ήμουν, λέει, απέξω από το περίπτερο και κουβεντιάζαμε. (Δηλαδή -κυρίως- τον άκουγα να λέει για τους Πατέρες και την ευχή).
Όταν ξύπνησα το κομποσκοίνι ήταν μπλεγμένο στα δάχτυλά μου και το δάκρυ μου αφημένο στο μαξιλάρι.