Ο Σικελιανός είναι, κατά κοινή ομολογία, ένας από τους
σημαντικότερους Νεοέλληνες ποιητές. Μολονότι όμως τα τελευταία τριάντα
χρόνια οι μελέτες, τα βιβλία, οι διατριβές και τα αφιερώματα για το έργο
του πύκνωσαν και οδήγησαν σε μια πιο ουσιαστική προσέγγιση της λυρικής
προσφοράς του, η αλήθεια είναι ότι διαβάζεται λιγότερο απ' ό,τι άλλοι
ομότεχνοί του - σίγουρα λιγότερο από τον Καβάφη, τον Καρυωτάκη, τον
Λαπαθιώτη, τον Ελύτη, τον Σαχτούρη ή τον Αναγνωστάκη. Ο υψηγορικός τόνος
του, η παλαιοδημοτική γλώσσα, ο ρόλος του μύστη και του ταγού που είχε
με θέρμη υιοθετήσει, είναι ορισμένα από τα στοιχεία που δυσχεραίνουν τον
συντονισμό του έργου του με τις προσλαμβάνουσες των αναγνωστών του 21ου
αιώνα. Ωστόσο, είναι αρκετοί και σημαντικοί οι ποιητές κάθε ηλικίας που
δηλώνουν στις μέρες μας θαυμαστές του -Γιάννης Δάλλας, Νάσος Βαγενάς,
Διονύσης Καψάλης, Γιώργος Κοροπούλης, Κώστας Κουτσουρέλης, Γιώργος
Βαρθαλίτης, Γιάννης Στίγκας κ.ά.- ενώ είναι γεγονός ότι δεν έλειψαν οι
επανεκδόσεις και ανατυπώσεις βιβλίων του. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο
Κουτσουρέλης, «η εξίσωση μοντέρνος ίσον μοντερνιστής είναι πλαστή.
Αληθινά σύγχρονος, πράγματι επίκαιρος και ‘χρηστικός’, δεν είναι
απαραίτητα ο νεωτερικός, αλλά ο καλός συγγραφέας, ανεξαρτήτως αισθητικής
εντάξεως και σχολής». Εξίσου ορθά, ο Ερατοσθένης Καψωμένος επισημαίνει
ότι τον Σικελιανό επανεπικαιροποιεί το γεγονός ότι στόχευε σε μια
παγκόσμια κοινωνία και μια ριζική πολιτισμική ανανέωση με επίκεντρο τη
φύση και την ενότητα ανθρώπου - φύσης. https://goo.gl/maps/iSZPUfewZ7x