Της Λήδας Καζαντζάκη
«Είναι συνοδοιπόροι σε δύσβατους, παράλληλους δρόμους» ο λόγος και η εικόνα γράφει σε ένα από τα δοκίμιά του για την τέχνη ο Γιάννης Ψυχοπαίδης, ο ζωγράφος που έχει αποτυπώσει στο έργο του με ενδελέχεια τους διαχρονικά άρρηκτους δεσμούς των δύο αυτών μορφών της έκφρασης. Μοιάζει να ασπάζεται το επίγραμμα του λυρικού ποιητή της κλασικής αρχαιότητας Σιμωνίδη από την Κέα, όπου χαρακτηρίζει «την μεν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπώσαν, την δε ποίησιν ζωγραφίαν λαλούσαν».
Το πρώτο του κομμάτι αποτελεί και τον τίτλο μιας έκθεσης που γίνεται τις ημέρες αυτές στην blank wall gallery, στη Φωκίωνος Νέγρη. 43 καλλιτέχνες παρουσιάζουν εκεί έργα που αναδίνουν την υποδόρια σχέση της ποίησης με τη ζωγραφική. Δείχνουν πρόσωπα πλασμένα με έντονες ή αχνές γραμμές από κάρβουνο και μολύβι ή μεγάλες κηλίδες συμπληρωματικών χρωμάτων. Πρόσωπα που φανερώνουν, μέσα στην ίδια την παραμόρφωσή τους, τον κερματισμό τους αλλά και την τρυφερή ή καθαρή διατύπωσή τους, την απορία και την απόγνωσή τους σε μια πραγματικότητα ξένη προς την εσωτερική τους σύνθεση. Προβάλλουν σώματα ακέφαλα, σαν αρχαία, σπασμένα αγάλματα, που αναπτύσσονται μέσα στους ρυθμούς της πλαστικότητάς τους και συγκρατούν μέσα στη λιτή σχηματοποίησή τους ή τη σουρεαλιστική απίσχνασή τους το πνεύμα που τα διακατέχει. Καταγράφουν τοπία εκρηκτικά, ομιχλώδη, εφιαλτικά, με φόρμες που διεισδύουν το ασυνείδητό μας και ανατρέπουν την κλασική, πλατωνική άποψη για την ποίηση ως ενδημούσα στον κόσμο του απεικάσματος και όχι του αρχετύπου.
«Είναι συνοδοιπόροι σε δύσβατους, παράλληλους δρόμους» ο λόγος και η εικόνα γράφει σε ένα από τα δοκίμιά του για την τέχνη ο Γιάννης Ψυχοπαίδης, ο ζωγράφος που έχει αποτυπώσει στο έργο του με ενδελέχεια τους διαχρονικά άρρηκτους δεσμούς των δύο αυτών μορφών της έκφρασης. Μοιάζει να ασπάζεται το επίγραμμα του λυρικού ποιητή της κλασικής αρχαιότητας Σιμωνίδη από την Κέα, όπου χαρακτηρίζει «την μεν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπώσαν, την δε ποίησιν ζωγραφίαν λαλούσαν».
Το πρώτο του κομμάτι αποτελεί και τον τίτλο μιας έκθεσης που γίνεται τις ημέρες αυτές στην blank wall gallery, στη Φωκίωνος Νέγρη. 43 καλλιτέχνες παρουσιάζουν εκεί έργα που αναδίνουν την υποδόρια σχέση της ποίησης με τη ζωγραφική. Δείχνουν πρόσωπα πλασμένα με έντονες ή αχνές γραμμές από κάρβουνο και μολύβι ή μεγάλες κηλίδες συμπληρωματικών χρωμάτων. Πρόσωπα που φανερώνουν, μέσα στην ίδια την παραμόρφωσή τους, τον κερματισμό τους αλλά και την τρυφερή ή καθαρή διατύπωσή τους, την απορία και την απόγνωσή τους σε μια πραγματικότητα ξένη προς την εσωτερική τους σύνθεση. Προβάλλουν σώματα ακέφαλα, σαν αρχαία, σπασμένα αγάλματα, που αναπτύσσονται μέσα στους ρυθμούς της πλαστικότητάς τους και συγκρατούν μέσα στη λιτή σχηματοποίησή τους ή τη σουρεαλιστική απίσχνασή τους το πνεύμα που τα διακατέχει. Καταγράφουν τοπία εκρηκτικά, ομιχλώδη, εφιαλτικά, με φόρμες που διεισδύουν το ασυνείδητό μας και ανατρέπουν την κλασική, πλατωνική άποψη για την ποίηση ως ενδημούσα στον κόσμο του απεικάσματος και όχι του αρχετύπου.