Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εφηβικοί Στίχοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εφηβικοί Στίχοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Ιουλίου 08, 2007

ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΟ


ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΟ

Κι ακλούθησε του Γολγοθά το δρόμο
φορώντας αγκαθένιο ένα στεφάνι
κ' ένα σταυρό σηκώνοντας στον ώμο.
Αυτός που 'ρθε να ζήσει, να πεθάνει,
προς την Αλήθεια για ν' ανοίξει κάποιο δρόμο.

Να Του καρφώσουν άφησε τα χέρια
και σα ληστή με τους ληστές κοιτούσε
να Τον κοιτάνε -- οι ματιές σαν μαχαίρια.
Αυτός που τη χαρά μόνο σκορπούσε
και μοναχά για βλογάει είχε τα χέρια.

Σαν άνθρωπος στα νύχια του θανάτου
παράδερνε, σαν άνθρωπος τη φύση
εχάιδεψε με τη στερνή ματιά Του.
Αυτός που είχε τη ζωή στον κόσμο χύσει
και που ήταν πάνω από τους νόμους του θανάτου.

[Δημοσιεύτηκε: Ακρόπολις 20.03.1915]

Σάββατο, Ιουλίου 07, 2007

VENEZIA


VENEZIA

Απλώνεται ηδονικά στης νύχτας την αγκάλη
η παιχνιδιάρα Βενετιά. Το κάθε 'να παλάτι
ρίχνει το μαύρον ίσκιο του στ' ασημωτό κανάλι
κι αποκοικιέται η θάλασσα φωσφορισμούς γιομάτη.

Μες στο νερό μυριόχρωμα τα φώτα αντανακλάνε
στολίζοντάς το μαγικά με λαμπερές κορδέλες,
οι γόνδολες αραδιαστές καμαρωτά περνάνε,
και μες στους πύργους τραγουδούν ευγενικές κοπέλες.

Κάποιος ιππότης γελαστός σε σκάλα μεταξένια
σιγανεβαίνει και θωρείς -- ασύγκριτος μαγνήτης --
να τον τραβάνε κει ψηλά δυο χείλια κερασένια,
τα χείλια της που 'ν' έτοιμα να στάξουν το φιλί της.

Μια βαρκαρόλα ξέψυχη ανακινά τ' αγέρι,
ανατριχίλας κύματα η θάλασσα σηκώνει
σαν τη χαϊδεύουν τα κουπιά του κάθε γονδολιέρη,
και το φεγγάρι των σπιτιών τις στέγες ασημώνει.

Και μες στους πύργους οι γιορτές. Τα πιάνα σαν χτυπάνε,
οι όμορφοι αρπάζουνε κυματιστά κορμάκια
που δε χορταίνουν ηδονή, και πίνουν και ρουφάνε
μες στο μεθύσι του χορού τη γλύκα απ' τα χειλάκια.

[Δημοσιεύτηκε: Ελλάς 17.01.1916]

Παρασκευή, Ιουλίου 06, 2007

Ο ΧΟΡΟΣ


Ο ΧΟΡΟΣ

Τα φώτα μες στη μυρωμένη κάμαρα
ξεχύνονται μυριόχρωμα
και γυναικών στο διάβα τους χαϊδεύουνε
αφρόστηθα βελούδινα.

Η πόλκα σαν ακούγεται γοργόρυθμη,
το κάθε τι ηλεκτρίζεται
και στο παρκέτο τα ζευγάρια ρίχνονται
σ' ένα τρελό τρικύμισμα.

Τ' άσπρα κορμάκια ξαναμμένα αφήνονται
στις αγκαλιές να γείρουνε
κ' εκεί μες στων σαρκών το συναπάντημα
σβήνουν τους λάγνους πόθους τους.

Στην ηδονή τα μάτια σαν λιγώνουνε,
πέφτουν βαριά τα βλέφαρα
και της αγάπης η μουρμούρα πνίγεται
στις μουσικής της κύματα.

Σε μια στιγμή, σ' ένα αγερένιο πήδημα,
μες στου χορού το πέταγμα,
δυο χείλια σμίγουνε, κι ανατριχιάζουνε
αγκαλιαστά δυο σώματα.

[Δημοσιεύτηκε: Ελλάς 21.02.1916]

Τρίτη, Ιουλίου 03, 2007

AD SOMNUM


AD SOMNUM

Μυροβόλο προσμένει το κρεβάτι,
κι αυτή με τα χρυσόμαλλα λυμένα
στο κόνισμα τα χείλια δειλιασμένα
εκόλλησε από ευλάβεια γιομάτη.

Επέταξε τα ρούχα της. Ροδάτη,
μισόγυμνη ξεπρόβαλε η παρθένα
κι αστράψαν στο φεγγάρι ασημωμένα
τα κάλλη που θαμπώνουν κάθε μάτι.

Στα πούπουλα τ' ανάλαφρα πλαγιάζει
κι από ηδονή -- θαρρείς -- ανατριχιάζει
στου σεντονιού το μεταξένιο χάδι.

Σαν έλθει το χρυσόνειρο, αγγελούδια
θα μαζωχτούνε γύρω της ομάδι,
στην παρθενιά να ψάλλουνε τραγούδια.

[Δημσιεύτηκε: Ελλάς 07.02.1916]

Κυριακή, Ιουλίου 01, 2007

ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΗ ΣΟΥ


ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΗ ΣΟΥ

Ω, τα χρυσά σου τα μαλλιά, που πέφτουνε
σ' ένα λαιμό κρινόλευκο,
αχτίδες μού θυμίζουνε ολόλαμπρες
που στ' άσπρο χιόνι χύνονται.

Και τη φωνή π' αργοκυλά κρυστάλλινη
σαν μουσική αιθέρια,
ποια μούσα μαγεμένη σού τη χάρισε;
ποια ξωτική νεράιδα;

Τα δροσερά σου χείλη τα κεράσινα
π' ανοίγουν σε χαμόγελο,
τι ηδονή όταν κολλούν στο στόμα μου
σ' ένα φιλί ατέλειωτο!

Ω, δέξου με, γλυκιά μου, στην αγκάλη σου
που μοιάζει με παράδεισο,
και με το νέκταρ του φιλιού σου πότισε
τα διψασμένα χείλη μου.

[Δημοσιεύτηκε: Ελλάς 23.04.1915]

Παρασκευή, Ιουνίου 29, 2007

ΑΝΑΣΤΑΣΗ

ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Βαριά τα μαύρα κρέπια η νύχτα σέρνει
κ' η πλάση μια θωριά θλιμμένη παίρνει.
Δεν πάει καιρός που μες από τα πλήθια
κάποιος πιστός ξεχώρισε. Κοντάρι
δεν άδραξε για να χτυπήσει στήθια
Θεού. Του δόθηκε η μεγάλη χάρη
Θεό να θάψει. Ο τάφος, να! Θλιμμένα
κανένας μπρος στο μάρμαρο δε γέρνει,
μα η πλάση κλαίει κ' είναι όλα βουτηγμένα
στα κρέπια τα πηχτά που η νύχτα σέρνει.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Τα μαύρα κρέπια η μέρα τώρα σκίζει,
κι ο ήλιος χρυσαφένιος πορφυρίζει.
Ανοίγει ο τάφος. Γύρωθε πετάνε
αγγέλοι. Πέφτουν χάμου θαμπωμένοι
οι αντίχριστοι. Οι άγγελοι τραγουδάνε·
καθένας τους μιαν αρμονία υφαίνει
κ' ένα όνειρο. Τα ζαφειρένια πλάτια
αχολογάνε. Ο ουρανός χωρίζει
να Τον δεχτεί στα αιθέρια του παλάτια
κ' η μέρα όλο και μαύρα κρέπια σκίζει.

[Δημοσιεύτηκε: Ακρόπολις 22.03.1915 και Ελλάς 22.03.1915]

Πέμπτη, Ιουνίου 28, 2007

ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΙΙ


ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ

ΙΙ.

Σε πέπλο συννεφένιο τυλιγμένο
εφάνηκε -- κι ακλούθησε με χάρη
το δρόμο του τον ωριοχαραγμένο
μ' αστέρια κι απ' αστέρια -- το φεγγάρι.

Οι αχτίδες του που παίζουν στο σκοτάδι
σιμά της σαν περνούνε, απαλαφήνουν
στη σάρκα της ζεστό ένα φωτοχάδι
και στα μαλλιά χρυσόσκονη της χύνουν.

Τα σκότια πια βαριά δεν την τυλίγουν
και κρούσταλλο το δάκρυ της δε βρέχει
το μάγουλο· οι ματιές μας γλυκοσμίγουν
κ' η σκέψη μας μακριά τώρα δεν τρέχει.

Μια δύναμη γιγάντινη τραβάει
και φέρνει το ένα στ' άλλο τα κορμιά μας.
τα χείλια μας μια δύναμη κολλάει,
μια δύναμη πληθαίνει τα φιλιά μας.

Ξημέρωνε. Τρεμάμενη η φωνή μου
ακούστηκε μες στα φιλιά πνιγμένη
(την άκουσε, την άκουσε η καλή μου;):
«Ω, φίλα, φίλα, φίλα, αγαπημένη».

[Δημοσιεύτηκε: Παρνασσός 18.01.1915, 01.02.1915]

ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ Ι


ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ
Ι.

Βρεθήκαμε μονάχοι στο μπαλκόνι·

μας έσπρωξε κει πάνου αυτή η φροντίδα
που τα πουλιά στα δέντρα ζευγαρώνει.

Ολόφωτη, στα σκοτεινά την είδα.


Η νύχτα με τη νύχτα των ματιών της
παράβγαινε -- μα, μάταια -- στη μαυρίλα·

κάθε άστρο μπρος στ' αστέρια των ματιών της

τρεμόσβηνε σαν άλαδη καντήλα.


Τα μάτια της τα μάργαρα... Η ματιά της

εβύθιζε, πλατειά και γοργοφτέρα,

στα τρίπαχα σκοτάδια τη φωτιά της

κ' επέταγε όλο πέρα κι όλο πέρα,


σε κόσμους ονειρόβγαλτους, σε μάκρη

ανείδωτα. Στο δροσομάγουλό της
εκύλησε διαμάντινο ένα δάκρυ

και πρόδωσε το μαύρο στοχασμό της.


Εδάκρυσα. Τρεμάμενη η φωνή μου
ακούστηκε δειλή, κομματιασμένη
(την άκουσε, την άκουσε η καλή μου;):

«Ω, πάψε πια, μην κλαις, αγαπημένη».

[Δημοσιεύτηκε: Παρνασσός 18.01.1915, 01.02.1915]

Δευτέρα, Ιουνίου 25, 2007

ΘΕΙΑ ΖΩΓΡΑΦΙΑ


ΘΕΙΑ ΖΩΓΡΑΦΙΑ

Και μέσα στο κατάλευκο σεντόνι

τ' ασπρότερο κορμί Του ξεχωρίζει

σαν ήλιος που ένα σύννεφό του ζώνει

χιονάτο, κι όμως παντα πορφυρίζει.


Παρθένα τη ματιά Του γύρα απλώνει,
κ' η τόση σκοτενιά, που πλημμυρίζει
μες στη σπηλιά κι όξω στον κόσμο, λιώνει
στο βλέμμα Του που, φλόγα, τη φλογίζει.


Η Μάνα Του, στης γέννας Της το στρώμα,

Το σφίγγει σαν παιδάκι Της στα στήθια

και σαν Θεό Το προσκυνάει ακόμα.


Αγγελουδιών ειρηνοφόρα πλήθια,

μ' ευλάβεια σιγογέρνοντας μπροστά Του,
υμνούνε το γλυκάκουστο όνομά Του.

[Δημοσιεύτηκε: Ελλάς 25.12.1914]

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Απόψε σε φαντάζομαι λευκότερη απ' τα κρίνα,
μες στο σκοτάδι το πηχτό. Σαν κάποια αγνή θεότη

στο μαύρο φόντο της νυχτιάς λαμποκοπάς. Μ' αχτίνα

μοιάζεις που ο Φοίβος φεύγοντας λησμόνησε στα σκότη.


Ναι, σε θωρώ. Απ' τον ουρανό ξεφεύγουνε τ' αστέρια
και σαν πετράδια ατίμητα στολίζουν τα μαλλιά σου.

Ο Γαλαξίας άσπρο φως στα μάγουλα, στα χέρια

σού χύνει· μες στο γάλα του βουτά την ομορφιά σου.

Να και τα μαύρα μάτια σου! Τα βλέπω: σιγανοίγουν

εκεί ψηλά στη σκοτεινιά, μεγάλα, ογρά, θλιμμένα·

σαν δυο ποτάμια φωτερά τα βλέμματά μας σμίγουν:
εσύ κοιτάζεις μένανε κ' εγώ κοιτάζω εσένα.


Από το στόμα σου φωνή δε βγαίνει, μα μου κραίνεις.
Τα δακρυσμένα μάτια σου: «Τραγουδιστή», μου λένε,

«μην τραγουδάς, κ' είναι κοντά η μέρα που πεθαίνεις».

Αυτά μου λεν τα μάτια σου, τα μάτια σου που κλαίνε.


[Δημοσιεύτηκε: Παρνασσός 21.12.1914, 18.01.1915]

Κυριακή, Ιουνίου 24, 2007

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ


ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ

Την έβλεπα στα πόδια μου μπροστά γονατισμένη:
μου γύρευε ένα φίλημα. Τ' αφράτα της τα στήθια
η πιθυμιά τα τράνταζε. Δειλή, κομματιασμένη
ανέβαινε η φωνούλα της απ' της ψυχής τα βύθια.

Πουκάμισο αραχνόφαντο της σκέπαζε τα κάλλη
κ' η σάρκα της διακρίνονταν σφιχτή, σφιχτή, ροδάτη,
να τρέμει μες στη θύμηση της ηδονής. Μια αγκάλη
ολάνοιχτη με πρόσμενε μυρόβολη, χιονάτη.

Την άκουγα κ' εγέλαγα, μ' αντίκριζε θλιμμένα.
Μα ξάφνου ανασηκώνεται, στα μάτια με κοιτάει,
και με γοργότη αφάνταστη -- που κάτι είχε παρμένα
απ' του σπαθιού το τράβηγμα -- το ρούχο της πετάει.

Γυμνή, πανώρια, θεϊκή στεκότανε σιμά μου,
τα μάτια μου θαμπώθηκαν, επιάστηκε η φωνή μου,
και μου 'πε ξαναπέφτοντας σα νεκρωμένη χάμου,
σε δυο λυγμούς ανάμεσα: «Σου δίνω το κορμί μου».

Και νιώθω τότε μέσα μου μια πάλη γιγαντένια:
οι πόθοι μ' έσερναν εκεί, ν' αρμέξω το φιλί της,
μα μια φωνή μου φώναζεν: «Αυτή 'ναι τιποτένια
κ' έχει πουλήσει σε πολλούς τ' αμαρτωλό κορμί της».

Έριξα κι άλλη μια φορά στην όμορφη ένα βλέμμα
όλ' όργητα, κάποια βρισιά μού ξέφυγε σπ' το στόμα,
κ' είπα (μα μέσα μου έβραζε από τον πόθο το αίμα):
«Της σάρκας σου δε γίνηκα προσκυνητής ακόμα!»

[Δημοσιεύτηκε: Παρνασσός 07.12.1914. -- απορρίφτηκε από την Ελλάδα, στο φύλλο της 26.10.1914]

... ΜΑ Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ


... ΜΑ Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ

Θα κοιμηθώ, μα δίχως να ξυπνήσω,
ύπνο στέρφο απ' ονείρατα. Όπως σβήνει
το κάθε τι που ανάφτηκε, θα σβήσω,
χωρίς αχνάρι απ' το Είναι μου να μείνει.

Κάτι θα μείνει απ' το Είναι μου. Θ' αφήσω
απέναντι μια αγάπη -- όπως αφήνει
στο διάβα της, στα βήματά της πίσω,
το αιθέριο του κορμιού της μύρο, Εκείνη.

Η αγάπη μου αυξάνει κι όλο αυξάνει,
της ζήσης μου όσο σώνεται το λάδι·
χώρια από εμέ θα ζει γιγαντεμένη.

Και πριν στερνά να κοιμηθώ ένα βράδυ,
θα βουτηχτώ στου χωρισμού το θρήνο.
Μια αγάπη ζωντανή νεκρός θ' αφήνω.

[Δημοσιεύτηκε: Παρνασσός 07.12.1914]

Πέμπτη, Απριλίου 19, 2007

ΝΥΧΤΑ


ΝΥΧΤΑ

Ο ήλιος 'ματοστάλαχτος βυθίζεται στο κύμα,
στη θάλασσα το γέλιο του το πυρωμένο πνίγει,
και του φωτός ο βασιλιάς -- ω, φρίκη! -- βρίσκει μνήμα
μέσα σ' αφώτιστους βυθούς και με τα σκότη σμίγει.

Απλών' η νύχτα ελαφρά το μαύρο της σεντόνι
κι αργοσκεπάζει μ' απονι'α της φύσης τ' άσπρα κάλλη·
κάθε ελπίδα χάνεται, κάθε χαρά νεκρώνει
στο σκοτεινό μυστήριο που πένθιμα προβάλλει.

Απ' το βουνό προβαίνοντας, τ' ολόχλωμο φεγγάρι
την κίτρινη τη λάμψη του στον ουρανό σκορπίζει,
κι όλο παράξενους σκοπούς χωρίς ρυθμό και χάρη
-- του πόνου του ξεχείλισμα -- ο γκιώνης ξεφωνίζει.

[Δημοσιεύτηκε: Παρνασσός, 19.10.1914, Παρνασσός, 02.11.1914 και Ελλάς, 19.04.1915]

Σάββατο, Απριλίου 14, 2007

ΞΕΡΩ


ΞΕΡΩ

Ξέρω μια όμορφη μικρή, μια θεϊκιά κοπέλα.
Τα παιδικά φουστάνια της να φαίνουνται αφήνουν
δυο πόδια ως το γόνατο -- ω, πειρασμός! ω, τρέλα! --
και τ' άλικα τα χείλια της σωρό τα γέλια χύνουν.

Όπου διαβεί κι όπου σταθεί, την ηδονή σκορπίζει.
Και νιώθεις ολοπύρινες ματιές να σου καρφώνει
όταν το φουστανάκι της με χάρη ανεμίζει
και τ' άσπρα κρύφια κάλλη της τ' αφράτα φανερώνει.

Τα μάτια της δοκίμασα να δω ποιο έχουν χρώμα.
Αστράφτουν κείνα και θαρρώ πως «Τ' είδες;» μου φωνάζουν.
«Θαμπώθηκα!» τους λέω 'γω, κι αυτά μου λεν ακόμα:
«Μπορείς να δεις τον ήλιο;» Ναι, πώς τον ήλιο μοιάζουν!

Είναι ξανθή; μελαχρινή; Δεν ξέρω, στο Θεό μου!
Όσες φορές εκοίταξα τη λαμπερή μορφή της,
οι ομορφιές μ' εστράβωσαν. Και χάνω τον καιρό μου
όταν παιδεύομαι να βρω τι κρύβει στην ψυχή της.

[Δημοσιεύτηκε: Παρνασσός, 19.10.1914 και Ελλάς, 07.05.1915]

Παρασκευή, Απριλίου 13, 2007

ΣΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ


ΣΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Μια μέρα ηλιόλουστη, μια λαμπερήν ημέρα,
απ' τον αφρό του κύματος επρόβαλες θεά μου,
ερίγησες ηδονικά, στα χάδια του αγέρα
κι ανάλαφρα ξαπλώθηκες στο ακρογιάλι χάμου.

Τα κάλλη σου εζήλεψε κι ήλιος ακόμα
κι αχτίδες έστειλε χρυσές να παίξουνε μαζί σου.
Το βλέμμα έριξες εσύ τ' αστραφτερό στο χώμα
κ' η ηδονή ενάρκωσε το ώριο το κορμί σου.

Σ' ηδυπαθείας πέλαγος, θεά μου, βουτηγμένη,
τη λάμψη των ματιώνε σου εσκόρπισες στη φύση
κι αυτή κατασκυθρώπασε και μένει θαμπωμένη --
θαρρείς πως κάθε ομορφιά στον κόσμο θε να σβήσει.

Όπου περνάς κι όπου σταθείς το γέλιο σου σκορπίζεις
π' ακοίμητους τους πόθους σου τους λάγνους φανερώνει,
απλόχερα τα θέλγητρα, τις χάρες μάς χαρίζεις --
κι από τα δώρα σου αυτά κάθε κακό φυτρώνει.

[Δημοσιεύτηκε: Παρνασσός, 07.08.1914, Παρνασσός, 31.08.1914, Ελλάς, 15.03.1915]

Τρίτη, Απριλίου 10, 2007

ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΠΟΥ ΜΑΡΑΘΗΚΕ


ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΠΟΥ ΜΑΡΑΘΗΚΕ

Ο ήλιος 'ματοστάλαχτος σε λίγο θε να γείρει
στη θάλασσα π' απλώνεται γλυκιά σαν την ελπίδα,
και στ' άβυθα τα βάθια της -- αιώνιο κοιμητήρι --
θε ν' αργοθάψει μ' απονιά κάθε χρυσή τ' αχτίδα.

Στην αμμουδιά μια θεϊκιά κοπέλα ξαπλωμένη
--λουλούδι που μαράθηκε προτού ν' ανθίσει ακόμα --
θρηνεί σβησμένα όνειρα κι αγάπη νεκρωμένη,
με δάκρυα π' ολοπύρινα γοργοκυλούν στο χώμα.

Από αφάνταστ' ηδονή το κύμ' ανατριχιάζει
όταν κολλά στα πόδια της τα δροσερά φιλιά του,
κι ο ήλιος τ' άσπρα κάλλη της τ' αφράτα αγκαλιάζει
με φλογισμένα βλέμματα, με τη θερμή ματιά του.

Στα τόσα χάδια τ' απαλά αδιάφορη εκείνη
τα θολωμένα μάτια της στον ουρανό σηκώνει
και με τρεμάμενη φωνή παράπονο αφήνει:
«Ο λυτρωτής ο Θάνατος γιατί να μη σιμώνει;».

[Δημοσιεύτηκε: Παρνασσός, 29.06.1914, Ελλάς, 26.04.1915]

Πέμπτη, Απριλίου 05, 2007

ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΕ ΒΑΣΙΛΙΑ!


ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΕ ΒΑΣΙΛΙΑ!

Και ρίχτηκε με τ' άτι του μες στων εχθρών τα πλήθια.
Το πύρινο το βλέμμα του σκορπούσε την τρομάρα
και το σπαθί του τη θανή. Στα χάλινά του στήθια
εξέσπασε η όργητα σε βροντερή κατάρα.

Εθόλωσαν τα μάτια του. Τ' αγνό το μέτωπό του,
θαρρείς, ο φωτοστέφανος της Δόξας τ' αγκαλιάζει.
Κ' έπεσε χάμου ο Τρανός! Θρηνήστε το χαμό του.
Μα, μη! Σε τέτοιο θάνατο ο θρήνος δεν ταιριάζει.

Κ' έπεσε χάμου ο Τρανός! Κυλίστηκε στο χώμα
ένας Τιτάν π' ακόμα χτες εστόλιζ' ένα θρόνο,
κ' εσφάλιες -- οιμένανε! -- για πάντ' αυτό το στόμα
που κάθε πίκρα ρούφαγε κ' έχυν' ελπίδες μόνο.

Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολύ δε θα προσμένεις.
Ένα πρωί απ' τα νερά του Βόσπορου κει πέρα
θε να προβάλει λαμπερός μιας Λευτεριάς χαμένης
ο ασημένιος ήλιοα. Ω δοξασμένη μέρα!

[Δημοσιεύτηκε: Ελλάς, 29.05.1914 και Παρνασσός, 01.06.1914]

Κυριακή, Απριλίου 01, 2007

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ


ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ

Ήλθες, ήλθες, χελιδόνι,
για να διώξεις το χειμώνα,
ήλθες μ' άνθη να στολίσεις
της καλής μας γης το χώμα.

Έλα, έλα, χελιδόνι,
σε προσένει η φωλιά σου,
έλα, έλα, να σκορπίσεις
το γλυκό κελάδημά σου.

Ήλθες, ήλθες, χελιδόνι,
την ακούμε τη λαλιά σου,
ήλθες, ήλθες και απλώνεις
μια χαρά σαν τη χαρά σου.

[Δημοσιεύτηκε: Παιδικός Αστήρ, 20.04.1913]

Παρασκευή, Μαρτίου 30, 2007

ΣΤΕΡΝΟ ΦΙΛΙ


ΣΤΕΡΝΟ ΦΙΛΙ

Και μ' άφησες, αγάπη μου, στα στήθια σου να γείρω.
Ένας χρυσός Παράδεισος μου θάμπωσε τα μάτια,
της βελουδένιας σάρκας σου με μέθυσε το μύρο,
και στο μυαλό μου χτίστηκαν ονείρωνε παλάτια.

Παλάτια που γκρεμίστηκαν. Να, σήμερα πεθαίνεις!
Τα χλωμιασμένα χείλια σου μού δίνεις να φιλήσω
και μου λαλούν τα μάτια σου στη γλώσσα της χαμένης
αγάπης μας: «Πηγαίνω κει, από τον ήλιο πίσω».

Γονάτισα, σε φίλησα. Ω, το στερνό φιλί μου!
Σαν έσμιξαν τα χείλια μας, η θεϊκιά ψυχή σου
πετάχτηκε απ' το στόμα σου κ' εχύθη στο κορμί μου·
και σου 'πα τότε με χαρά: «Αγάπη μου, κοιμήσου».

[Δημοσιεύτηκε: Ελλάς, 02.07.1915]

ΤΟ ΠΙΑΝΟ


ΤΟ ΠΙΑΝΟ

Μπροστά στο πιάνο κει το μεγαλόπρεπο
πανώρια κόρη κάθεται
κι απλώνει στ' άσπρα πλήχτρα του ανάλαφρα
τα χέρια της τ' ασπρότερα.

Ριγούν αυτά στ' ονειρευτί της άγγισμα
κι όλο πηδάν χαρμόσυνα
στα χάδια που τα δάχτυλα τ' αφρόπλαστα
ατέλειωτα σκορπίζουνε.

Και χύνονται στη μυρωμένη κάμαρα
που λάμπει ολοφώτιστη
τρελοί σκοποί, απόκοσμοι, ουράνιοι
και μελωδίες βαγνέριες.

Γιομάτη πόνο μια στροφή ακούγεται,
βαριά χτυπούν τα δάχτυλα,
και σαν σιγοπηδά το πιάνο φαίνεται
πως τρέμει μες στο θρήνο του.

Και τ' ανθογυάλι' αυτά που το στολίζουνε
κουνιούντ', ανατριχιάζουνε
με τ' άνθια τους μαζί, που χάμω γέρνουνε --
θαρρείς από τη λύπη τους.

[Δημοσιεύτηκε: Ελλάς, 03.05.1915]